Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Τιμόθεος Ἐπίσκοπος Προύσης,
ξίφει τελειοῦται.
* Ὁ Τιμόθεος ἐκ ξίφους θνήσκειν θέλει,
Θεούς ἀτίμους μηδαμῶς τιμᾷν θέλων.
+ Αὐτός ἦταν στά χρόνια τοῦ παραβάτη Ἰουλιανοῦ, κατά τό ἔτος 361, κυβερνῶντας σωστά τήν δική του Ἐκκλησία καί τόν λαό ποιμαίνοντας σέ βοσκή σωτηρίας. Εἶχε λοιπόν ὁ Ἅγιος δύναμι καί χάρι ἀπό τόν Θεό, μέ τήν ὁποία ἔκαμνε διάφορα θαύματα. Ὁπότε καί ἕναν μεγάλο δράκοντα θανάτωσε. Ὁ δράκοντας αὐτός κατοικοῦσε σέ ἕνα σπήλαιο πάνω στόν δημόσιο δρόμο, ἀνάμεσα στά θερμά νερά τῆς πόλεως Προύσας, ὅπου ἦταν φυτευμένο ἕνα κυπαρίσσι πολύ εὐχάριστο καί ὡραῖο. Ἔτσι ὁ δράκοντας ἐκεῖνος, ἔχοντας μέσα του τήν κακία τοῦ νοητοῦ καί ἀνθρωποκτόνου δράκοντα Διαβόλου, ἔβγαινε ἔξω ἀπό τό σπήλαιο καί φαρμάκωνε μέ μόνο τό φύσημά του, ὄχι, μόνο τούς ἀνθρώπους, πού περνοῦσαν ἀπό τόν τόπο ἐκεῖνο, ἀλλά καί τά κτήνη καί ζῶα. Γι’ αὐτό ἔκανε ἄβατο τόν δρόμο, πού εἶναι μεταξύ τῆς Προύσας καί τῶν θερμῶν νερῶν καί κανείς δέν τολμοῦσε νά περάση ἀπό ἐκεῖ. Ἐκεῖνον τόν καιρό μία βασίλισσα Χριστιανή, ἡ ὁποία κατοικοῦσε στήν Ἀπολλωνιάδα, πού βρίσκεται στήν Βιθυνία, ἦλθε στήν τοποθεσία τῆς Προύσας. Ὅταν ἔμαθαν λοιπόν τόν ἐρχομό της οἱ άδελφοί, πού κατοικοῦσαν κοντά, ἔβαλαν κάποιες εὐλογίες καί δῶρα μέσα σέ ἕνα ἱερό ἄμφιο καί τίς ἔστειλαν σ’ αὐτήν, διά μέσου τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ Τιμοθέου. Ὅταν λοιπόν ἔφθασε ὁ Ἅγιος στό κυπαρίσσι, σηκώθηκε ὁ δράκοντας ἐναντίον τοῦ Ἁγίου. Ὁ δέ Ἅγιος, ἀφοῦ ἔβαλε τίς εὐλογίες στήν ἄκρη τοῦ παλλίου του, δηλαδή τοῦ ἐπανωφορίου του, τύλιξε καί ἔσφιγξε τό ἱερό ἐκεῖνο ἄμφιο· ἔπειτα μέ τό χέρι του τό ἐκσφενδόνησε ἐπάνω στόν δράκοντα καί ἀνεχώρησε. Καί, ἀφοῦ ἔδωσε τίς εὐλογίες στήν βασίλισσα, ἐπέστρεψε πίσω, καί ὤ τοῦ θαύματος!, βλέπει τόν δράκοντα νεκρό καί δόξασε τόν Θεό. Παίρνοντας δέ τό ἱερό ἐκεῖνο ἄμφιο, πῆγε στήν Μητρόπολί του. Αὐτό τό θαῦμα ἔγινε παντοῦ γνωστό, γι’ αὐτό οἱ ἄνθρωποι σέβονταν τόν Ἅγιο ὡς δοῦλο καί φίλο Θεοῦ.
Τότε λοιπόν ὁ παραβάτης Ἰουλιανός, μαθαίνοντας γιά τό θαῦμα αὐτό καί γιά τά ἄλλα, πού ἔκαμνε ὁ Ἅγιος, ἔστειλε ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος βίαζε τόν Ἅγιο νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Ὁ δέ μακάριος Τιμόθεος ὡμολόγησε αὐτόν ὡς Θεό ἀληθινό, γι’ αὐτό καί ἀποκεφαλίσθηκε καί ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξι καί ἑορτή του στόν ἁγιώτατο Ναό του, πού βρίσκεται μέσα στό εὐαγές ξενοδοχεῖο, τό ὁποῖο βρίσκεται στήν τοποθεσία, πού λέγεται Δεύτερο.
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Κανίδης, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
+ Γῆν καί τά ἐν γῇ ἐκλιπών ὁ Κανίδης,
Ἄφθαρτον εὗρεν ἀντιμισθίαν ἄνω.
Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, κατά τό ἔτος 379, υἱός γονέων εὐλαβῶν καί θεοφιλῶν, τοῦ Θεοδότου καί τῆς Θεοφανοῦς, κατοικῶντας στήν χώρα τῆς Καππαδοκίας, ἡ ὁποία στήν τουρκική γλῶσσα λέγεται Καραμανία. Λέγεται δέ, ὅτι ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ δέν ἔτρωγε παχειά φαγητά στούς ἐννέα μῆνες, κατά τούς ὁποίους τόν κυοφοροῦσε. Ὅταν πάλι γεννήθηκε ὁ Ἅγιος, λένε ὅτι δέν θήλαζε καθόλου ἀπό τό ἀριστερό στῆθος, ἀλλά μόνο ἀπό τό δεξιό. Καί ὅταν τύχαινε νά φάη ἡ μητέρα του φαγητό περισσότερο ἀπό τό πρέπον, τότε οὔτε ἀπό τό δεξιό στῆθος θήλαζε. Ὅταν δέ βαπτίσθηκε ὁ Ἅγιος καί ἀπογαλακτίσθηκε καί ἀφοῦ πέρασε τήν παιδική ἡλικία, δηλαδή ἔγινε περισσότερο ἀπό ἑπτά ἐτῶν, τότε, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε ὅλα τά τοῦ κόσμου πράγματα, πῆγε στό ἐκεῖ βουνό καί μπαίνοντας μέσα σέ ἕνα μικρό σπήλαιο ἔκλεισε ἐκεῖ τόν ἑαυτό του, ἡσυχάζοντας καί καταγινόμενος στήν νηστεία καί στήν ἱερή προσευχή, τρώγοντας δέ, πάρα πολύ λίγα ὠμά λάχανα χωρίς ἁλάτι, μία φορά τήν ἑβδομάδα, καί ἔτσι πέρασε ὁ τρισόλβιος ἑβδομῆντα τρία ὁλόκληρα χρόνια. Ἐπειδή ὅμως ὁ τόπος τοῦ σπηλαίου του ἦταν κατηφορικός, γι’ αὐτό ἔτρεχαν ἀπό ἐκεῖ τα νερά καί προξενοῦσαν μεγάλη ὑγρασία στό σπήλαιο. Ὁπότε ἀπό τήν ὑπερβολική ὑγρασία, καταστράφηκαν καί ἔπεσαν τά μαλλιά καί τά γένεια του. Ἔτσι λοιπόν ζῶντας ὁ μακάριος, ἀπῆλθε πρός Κύριο.
Μνήμη τῶν Ὁσίων καί μακαρίων, Θεοφάνους καί Πανσέμνης.
Εἰς τόν Θεοφάνην.
* Ὁ Θεοφάνης ἐτρυγήθης ἐκ βίου,
Θεῷ φανεῖς πέπειρος ὡς εἰπεῖν βότρυς.
Εἰς τήν Πανσέμνην.
* Εἰ καί θανούσης ἐκλαθοίμην Πανσέμνης,
Καί Χριστός αὐτός εὐθύς ἐκλάθοιτό μου.
+ Αὐτός ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ἦταν ἀπό τήν Ἀντιόχεια. Γεννήθηκε ἀπό ἄπιστους γονεῖς καί ἀσεβεῖς, ἀλλά γρήγορα μετατέθηκε πρός τήν εὐσέβεια καί πίστι τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν δέ ἔφθασε στήν ἡλικία τῶν δεκαπέντε ἐτῶν, νυμφεύθηκε καί, ἀφοῦ ἔζησε μέ αὐτήν τρία χρόνια, ἀφοῦ πέθανε ἐκείνη, ἀμέσως αὐτός προσῆλθε στήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία καί δέχθηκε τό Ἅγιο Βάπτισμα. Ὁπότε κοντά στήν πόλι τῆς Ἀντιόχειας, ἀφοῦ ἔκτισε ἕνα κελλάκι στενώτατο, ἔκλεισε ἐκεῖ μέσα τόν ἑαυτό του ὁ ἀοίδιμος, καθαριζόμενος πάντοτε ἀπό ὅλα τά πάθη καί ἀποκτῶντας ὅλα ἐκεῖνα τά μέσα καί ὄργανα, τά ὁποῖα βοηθοῦν στήν τελειότητα καί τήν μεγάλη ἀρετή. Ὅταν λοιπόν ἔμαθε γιά μία δημόσια πόρνη, πού λεγόταν Πάνσεμνη, ὅτι γίνεται γιά πολλούς αἰτία ἀπωλείας, προσευχήθηκε πρῶτα καί ἀφιέρωσε τόν ἑαυτό του στόν Θεό.
Ἔπειτα βγῆκε ἀπό τό κελλί του καί, ἀφοῦ ἔβγαλε ἀπό ἐπάνω του τό τρίχινο ἔνδυμα, πού φοροῦσε, ντύθηκε ἐνδύματα πολύτιμα. Πῆρε ἀκόμη ἀπό τόν πατέρα του καί δέκα λίτρα χρυσάφι, λέγοντάς του, ὅτι θά πάρη ἄλλη γυναῖκα. Πηγαίνοντας δέ στήν Πάνσεμνη συνέφαγε μαζί της καί ὅταν ἦλθε ὁ καιρός γιά νά κοιμηθοῦν, τότε τήν ρώτησε, πόσο καιρό ἔχει σ’ ἐκείνη τήν μιαρή ἐργασία. Ἐκείνη ἀποκρίθηκε, ὅτι ἔχει δώδεκα χρόναι καί, ὅτι ἀπό ὅλους τούς ἐραστές, πού ἀπόκτησε, αὐτός εἶναι ὁ ὡραιότερος. Ὁ Ἅγιος πάλι τῆς εἶπε· «Ἐγώ θέλω καί τό ἐπιθυμῶ νά σέ πάρω γιά γυναῖκα μέ γάμο σεμνό». Ἐκείνη δέχθηκε τόν λόγο μέ χαρά, σκεπτόμενη, ὅτι ἦταν γι’ αὐτήν μεγάλο πρᾶγμα, ἄν μία τέτοια πόρνη καί χωρίς τιμή, θά γινόταν ἄξια τέτοιου ἔντιμου καί ἀξιοζήλευτου γάμου. Ὁπότε τῆς ἐδωσε τό χρυσάφι, πού κρατοῦσε καί τῆς εἶπε, ὅτι πηγαίνει νά ἑτοιμάση τά ἀπαραίτητα γιά τόν γάμο. Πηγαίνοντας λοιπόν ὁ Ὅσιος, ἔκτισε ἄλλο κελλί κοντά στό δικό του καί πάλι ἐπέστρεψε σ’ αὐτήν καί τῆς εἶπε, ὅτι ἐάν δέν πιστεύση στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί ἐάν δέν γίνη Χριστιανή, δέν μπορεῖ νά συγκατοικήση μέ αὐτήν. Ἡ Πάνσεμνη, ἀρχικά δυσκολεύθηκε σ’ αὐτό καί ἀνέβαλε τόν καιρό. Ὕστερα ὅμως, ἀφοῦ κατηχήθηκε γιά ἑπτά ἡμέρες καί ἄκουσε γιά τήν μέλλουσα κρίσι, ὅτι, αὐτοί μέν πού κάνουν τά καλά ἔργα, θά ἀπολαύσουν ζωή καί ἀγαθά αἰώνια, ἐνῶ ἐκεῖνοι πού κάνουν τά κακά ἔργα θά λάβουν αἰώνια κόλασι· αὐτά, λέω, ἀκούγοντας, φωτίσθηκε στήν διάνοια καί ἦλθε σέ κατάνυξι μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε, ἀφοῦ δέχθηκε τό Ἅγιο Βάπτισμα, ἐλευθέρωσε μέν τούς δούλους καί δοῦλες πού εἶχε, τά δέ χρήματα, πού εἶχε συγκεντρώσει ἀπό τήν αἰσχρή ἐργασία, αὐτά τά κατασκεύασε εὔχρηστα σκεύη καί κειμήλια καί τά ἀφιέρωσε στόν Θεό. Καί ἔτσι πῆγε καί μπῆκε μέσα στό κελλί ἐκεῖνο, τό ὁποῖο ἑτοίμασε γι’ αὐτήν ὁ Ὅσιος Θεοφάνης. Καί τόσο προώδευσε ἡ μακάρια στήν ἀρετή, ὥστε ἀξιωθηκε νά βγάζη δαιμόνια μέ τήν προσευχή της καί νά θεραπεύη κάθε πάθος καί ἀσθένεια. Ἀφοῦ ἔζησε ἐκεῖ ἕνα χρόνο καί δύο μῆνες, ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο, μαζί μέ τόν Ὅσιο καί θαυματουργό Θεοφάνη.


Login