13 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ

Τῇ 13η Σεπτεμβρίου μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Κορ­νη­λί­ου τοῦ ἑ­κα­τον­τάρ­χου.

 Ζωῆς ἀπίστου Κορνήλιον ἐξάγεις,

Πιστῶν ἀπαρχήν τῶν ἀπ’ ἐθνῶν, Xριστέ μου.

 Αὐ­τός ὁ θεῖ­ος Κορ­νή­λιος δέν ἦ­ταν Ἰ­ου­δαῖ­ος, οὔ­τε ἀ­πό ἐ­κεί­νους πού βρίσκονταν κάτω ἀπό τόν πα­λαι­ό Νό­μο. Ἀλ­λ’ ἦ­ταν ἐ­θνι­κός καί ἀ­πε­ρί­τμη­τος, κα­τά τήν ἀ­ξί­α ἑ­κα­τόν­ταρ­χος, ἀ­πό τήν σπεῖ­ρα, δη­λα­δή τήν τά­ξι, πού λέ­γε­ται ἰ­τα­λι­κή, εὐ­σε­βής καί φο­βού­με­νος τόν Θε­ό μέ ὅ­λη τήν οἰ­κο­γέ­νειά του, ζῶν­τας τήν Χρι­στι­α­νι­κή ζω­ή, μο­λο­νό­τι ἀ­κό­μη δέν εἶ­χε ἀ­ξι­ω­θῆ τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ, οὔ­τε τοῦ θεί­ου B­α­πτί­σμα­τος[1]. Αὐ­τός λοι­πόν, ὅ­ταν ἦ­ταν στήν Και­σά­ρεια τῆς Πα­λαι­στί­νης, εἶ­δε Ἄγ­γε­λο Κυ­ρί­ου νά τόν πα­ρα­κι­νῆ, νά κα­λέ­ση τόν Ἀ­πό­στο­λο Πέ­τρο καί νά ἀ­κού­ση ἀ­πό αὐ­τόν ἐ­κεῖ­να πού πρέ­πουν. Τό­τε ἀ­μέ­σως στέλ­νει καί φέρ­νει τόν Κο­ρυ­φαῖ­ο, στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν τά σχε­τι­κά μέ τόν Κορ­νή­λιο μέ τήν αἰ­νιγ­μα­τώ­δη ἐ­κεί­νη θε­ω­ρί­α τῶν ἑρ­πε­τῶν καί θη­ρί­ων, πού ἦ­σαν μέ­σα στήν σιν­δό­να, δι­ό­τι ἄν δέν ἔ­βλε­πε ὁ Πέ­τρος τήν θε­ω­ρί­α ἐ­κεί­νη, σί­γου­ρα δέν θά δε­χό­ταν νά πά­η σέ ἄν­θρω­πο ἀ­πε­ρί­τμη­το καί ἐ­θνι­κό. Ὅ­ταν λοι­πόν πῆ­γε στήν οἰ­κί­α του ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σε στά πό­δια του ὁ Κορ­νή­λιος. Καί ἀ­φοῦ κα­τη­χή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τόν τήν πί­στι, βα­πτί­σθη­κε τό­σο αὐ­τός, ὅ­σο καί οἱ ὑ­πό­λοι­ποι πού συγ­κεν­τρώ­θη­καν στήν οἰ­κί­α του.

Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν καί στήν συ­νέ­χεια συ­να­να­στρε­φό­ταν μέ τούς Ἀ­πο­στό­λους. Καί ὅ­ταν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἀ­νε­χώ­ρη­σαν ἀ­πό τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, με­τά τόν φό­νο καί τήν λύ­πη τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρος Στε­φά­νου, καί δι­α­σκορ­πί­σθη­καν στήν οἰ­κου­μέ­νη, τό­τε τούς συ­νώ­δευ­σε καί ὁ θεῖ­ος Κορ­νή­λιος ἕ­ως στήν Φοι­νί­κη καί Κύ­προ καί Ἀν­τι­ό­χεια. Ἀλ­λ’ οὔ­τε ὅ­ταν ἦ­ταν στήν Ἔ­φε­σο οἱ Ἀ­πό­στο­λοι τούς ἀ­πο­χω­ρί­σθη­κε ὁ Κορ­νή­λιος. Ὅ­ταν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἔ­μα­θαν, πώς ἡ πό­λις τῶν Σκε­ψέ­ων[2] ἐκρατεῖτο ἀπό τήν πλάνη τῶν εἰδώλων, καί ἔβαλαν λαχνούς[3], ποιός νά πάη σέ αὐτήν, γιά νά κηρύξη, καί ὁ λαχνός ἔπεσε στόν Κορνήλιο, τότε ἀμέσως πῆγε σ’ αὐτήν ὁ ἱερός Ἀπόστολος, εὐαγγελιζόμενος τήν πίστι στόν Χριστό.

Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ το­πάρ­χης τῶν Σκε­ψέ­ων Δη­μή­τριος, ἄν­δρας σο­φός καί δει­νός στήν θρη­σκεί­α τῶν Ἑλ­λή­νων, ἔ­φε­ρε μπρο­στά του τόν ἱ­ε­ρό Κορ­νή­λιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ θάρ­ρος ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό. Ἔ­πει­τα προ­σποι­η­θείς, ὅ­τι θέ­λει νά θυ­σιά­ση στούς θε­ούς, μπῆ­κε στόν να­ό τους καί ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε βγῆ­κε ἔ­ξω. Τό­τε ἔ­κα­νε με­γά­λο θαῦ­μα ὁ μαθητής τοῦ Χρι­στοῦ, μέ τό ὁ­ποῖ­ο προσείλ­κυ­σε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­λους ὅ­σοι πα­ρευ­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ. Διό­τι μέ τήν προ­σευ­χή του ξαφ­νι­κά ἔ­γι­νε με­γά­λος σει­σμός, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­πε­σε ὁ να­ός. Καί τά μέν εἴ­δω­λα τά σύν­τρι­ψε καί τά κα­τέ­χω­σε, ἐ­νῷ τήν γυ­ναῖ­κα τοῦ Δη­μη­τρί­ου, ὀνομαζόμενη Εὐ­αν­θί­α, μα­ζί μέ τόν υἱ­ό της, τούς δι­α­φύ­λα­ξε πα­ρα­δό­ξως ζων­τα­νούς κά­τω στό χῶ­μα. Ὁ Δη­μή­τριος προτοῦ νά μά­θη αὐ­τά, συγ­κρό­τη­σε κρι­τή­ριο καί σκε­πτό­ταν μέ ποι­ές πι­κρό­τα­τες δο­κι­μα­σί­ες νά τι­μω­ρή­ση τόν Ἅ­γιο. Ἐ­πει­δή ὅ­μως συ­νέ­βη τό­τε νά εἶ­ναι ἑ­σπέ­ρα, πρό­στα­ξε καί ἔρριξαν τόν Ἅ­γιο στήν φυ­λα­κή δε­μέ­νο μέ χέ­ρια καί πό­δια.

Τό­τε λοι­πόν μα­θαίνει καί τά ὅ­σα   συ­νέ­βη­σαν στήν γυ­ναῖ­κα καί στόν υἱ­ό του καί ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σε σέ πέν­θος καί βα­ρύ­τα­τη λύ­πη. Προ­στά­ζει ὅ­μως νά βρε­θοῦν τά λεί­ψα­νά τους. Ἀλ­λά με­τά ἀπό λί­γο μα­θαί­νει πα­ρ’ ἐλ­πί­δα ἀ­πό τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α τῶν Ἑλ­λή­νων, ὅ­τι καί ἡ γυ­ναί­κα καί ὁ υἱός του εἶ­ναι ζων­τα­νοί καί θέ­λουν νά δοῦν τόν Κορ­νή­λιο. Τό­τε τρέ­χει γρή­γο­ρα στήν φυ­λα­κή. Καί, βρί­σκον­τας τόν Κορ­νή­λιο νά εἶ­ναι λυ­μέ­νος ἀ­πό Ἄγ­γε­λο ἀ­πό τά δε­σμά καί νά ὑ­μνῆ τόν Θε­ό, ἔ­πε­σε στά πό­δια του καί ἔ­λε­γε, ὅ­τι πι­στεύ­ει στόν Χρι­στό, ἄν δῆ ζων­τα­νούς τήν γυ­ναῖ­κα καί τόν υἱό του.

Ὁ Ἅ­γιος βγά­ζον­τας ἔ­ξω ἀ­πό τό χῶ­μα ὑ­γι­εῖς τήν γυ­ναῖ­κα καί τόν υἱό, τούς βά­πτι­σε, μα­ζί καί τόν Δη­μή­τριο καί ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους του. Ἔ­πει­τα βά­πτι­σε καί ὅ­λη τήν πό­λι, δη­λα­δή τούς πο­λῖ­τες τῶν Σκε­ψέ­ων, ὀ­δη­γῶντας τους στήν ὁ­δό τῆς θε­ο­γνω­σί­ας. Μέ τέ­τ­οι­α λοι­πόν ἔρ­γα τε­λεί­ω­σε τήν ἀ­πο­στο­λι­κή του ζω­ή ὁ ἀ­οί­δι­μος καί ἀ­πῆλ­θε σέ γῆ­ρας βα­θύ πρός τόν Κύ­ριο. Ἀ­μέ­σως ὅ­μως φύ­τρω­σε μί­α βά­τος ἀ­πό τήν γῆ, ἡ ὁ­ποί­α σκέ­πα­σε τόν τά­φο τοῦ Ἀ­πο­στό­λου καί ἐ­νερ­γοῦ­σε πολ­λά θαυ­μά­σια. Ἔ­πει­τα καί Να­ός λαμ­πρός ἔ­γι­νε ἐ­κεῖ πρός τι­μή τοῦ Ἀ­πο­στό­λου. Καί ὅ­ταν ἐ­πρό­κη­το νά γί­νη ἡ με­τά­θε­σις τῶν λει­ψά­νων του, τό­τε ἡ τι­μί­α κι­βω­τός, πού εἶ­χε τό λεί­ψα­νο, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, σάν ἔμ­ψυ­χη καί ζων­τα­νή, κι­νή­θη­κε μό­νη καί μπῆ­κε στόν Να­ό. Καί, ἀ­φοῦ στά­θη­κε κον­τά στό Ἅ­γιο Βῆ­μα, ἀ­πό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα ἐ­νερ­γεῖ θαυ­μά­σια



[1] Ση­μει­ώ­νου­με ἐ­δῶ, ὅ­τι ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας θε­σπέ­σιος Κύ­ριλ­λος, ἑρ­μη­νεύ­ον­τας τό δω­δέ­κα­το κε­φά­λαι­ο τοῦ κα­τά Ἰ­ω­άν­νην Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί ἐρ­χό­με­νος στήν πε­ρι­κο­πή πού λέ­ει· «Ἦ­σαν δέ τι­νες Ἕλ­λη­νες ἐκ τῶν ἀ­να­βαι­νόν­των, ἵνα προ­σκυ­νή­σω­σιν ἐν τῇ ἑ­ορ­τῇ», λέ­ει ὅ­τι οἱ Ἕλ­λη­νες αὐ­τοί δέν ἦ­ταν πο­λύθε­οι καί εἰ­δω­λο­λά­τρες, ὅ­πως ἦ­ταν οἱ ἄλ­λοι Ἕλ­λη­νες καί ἐ­θνι­κοί. Δι­ό­τι, πῶς μπο­ροῦ­σαν νά ἀ­νε­βοῦν στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα γιά νά ἑ­ορ­τά­σουν τό Πά­σχα καί νά προ­σκυ­νή­σουν στόν Να­ό τοῦ Σο­λο­μῶν­τα; Ἀλ­λ’ οὔ­τε πά­λι ἦ­ταν πε­ρι­τμη­μέ­νοι καί δέν δέ­χον­ταν ὅ­λα τά τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Ἀλ­λά τήν πο­λυ­θε­ΐ­α τῶν Ἑλ­λή­νων καί τῶν ἐ­θνι­κῶν τήν ἀ­πο­στρέ­φον­ταν, ἐ­νῷ τήν μο­ναρ­χί­α τοῦ ἑ­νός Θε­οῦ, πού κη­ρύτ­τον­ταν ἀ­πό τούς Ἰ­ου­δαί­ους, τήν ἀ­πο­δέ­χον­ταν. Πα­ρό­μοι­α δι­α­τη­ροῦ­σαν καί πολ­λά ἠ­θι­κά ἀ­πό τόν ἰ­ου­δα­ϊ­κό Νό­μο, ὅ­σα ἦ­ταν σύμ­φω­να μέ τόν φυ­σι­κό νό­μο, ὄ­χι ὅ­μως καί ὅ­λα· ὅ­σα δη­λα­δή πε­ρι­έ­χει τό τε­λε­τουρ­γι­κό του μέ­ρος. Ἕ­νας λοι­πόν ἀ­πό αὐ­τούς, ἦ­ταν καί ὁ πα­ρών θεῖ­ος Κορ­νή­λιος, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο γρά­φουν οἱ Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων στό 12ο κε­φά­λαι­ο.

[2] Ἡ πό­λις τῶν Σκε­ψέ­ων ἴ­σως εἶ­ναι ἡ πα­λαι­ά Σκῆ­ψις, πού βρί­σκε­ται στήν μι­κρό­τε­ρη Μυ­σί­α τῆς Ἀ­σί­ας, κα­τά τό ὑ­ψη­λό­τα­το μέ­ρος τῆς Ἴ­δας, γιά τήν ὁ­ποί­α γρά­φει ὁ Με­λέ­τιος, σελ. 453.

[3] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι με­ρι­κοί κλή­ρους καί λα­χνούς ἐ­νό­η­σαν, ὅ­τι ἔ­κα­ναν οἱ θεῖ­οι Ἀ­πό­στο­λοι, ὅ­πως κά­νουν οἱ σαρ­κι­κοί καί κο­σμι­κοί ἄν­θρω­ποι ἀ­κο­λου­θῶντας ἐ­κεί­νους πού ἐρ­γά­ζον­ται στήν τύ­χη καί χω­ρίς λο­γι­κή. Αὐ­τό ὅ­μως δέν δέ­χε­ται ὁ Ἀ­ρε­ο­πα­γί­της θεῖ­ος Δι­ο­νύ­σιος. Ἀλ­λά λέ­ει, ὅ­τι κλῆ­ρο ὀ­νο­μά­ζουν τά θεῖα λό­για, ἕ­να θε­ϊ­κό δῶ­ρο, τό ὁ­ποῖ­ο φα­νέ­ρω­νε στόν χο­ρό τῶν Ἀ­πο­στό­λων, ἐ­κεῖ­νον πού δι­ά­λε­ξε ὁ Θε­ός. Δι­ό­τι ἔ­τσι λέ­ει· «Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τόν θεῖ­ο κλῆ­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­πε­σε μέ θε­ϊ­κό τρό­πο στόν Ματ­θί­α, ἄλ­λοι ἄλ­λα ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται, ὅ­πως νο­μί­ζω, ὄ­χι σω­στά. Θά πῶ ὅ­μως καί ἐ­γώ τήν δι­κή μου σκέ­ψι. Νο­μί­ζω ὅ­τι τά θεῖ­α λό­για κλῆ­ρο ὠ­νό­μα­σαν κά­ποι­ο θε­ϊ­κό δῶ­ρο, τό ὁ­ποῖ­ο φα­νέ­ρω­νε στόν ἱ­ε­ραρ­χι­κό χο­ρό ἐ­κεῖ­νον π­ού ἀ­να­δεί­χθη­κε ἀ­πό τήν θε­ϊ­κή ἐ­κλο­γή» (κεφ. στ΄ τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας). Λέ­γει καί ὁ Κλή­μης Κα­νό­νι­κος γιά τούς κλήρους · «Τῶν κλή­ρων ἡ συ­νή­θεια ἔ­γι­νε δι­σει­δαι­μο­νι­κή, ὅ­ταν ἄρ­χι­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι νά τήν χρη­σι­μο­ποι­οῦν χω­ρίς τήν θε­ϊ­κή προ­στα­γή ἤ ἐ­παγ­γε­λί­α. Καί ὅ­τι ὁ Θε­ός με­ρι­κές φο­ρές ἔ­δει­ξε στούς ἀν­θρώ­πους τούς κλή­ρους, ὡς ἱ­κα­νούς νά ἀ­να­κα­λύ­ψουν ἐ­κεῖ­να, πού ἤ­θε­λε ὁ Θε­ός νά τούς φα­νε­ρώ­ση. Ὅ­ταν λοι­πόν ὁ Θε­ός δι­α­τά­ξη, τό­τε ἐ­μεῖς, χρη­σι­μο­ποι­ῶντας τούς κλή­ρους, ὑ­πα­κού­ου­με στόν Θε­ό. Στίς ἄλ­λες ὅ­μως πε­ρι­πτώ­σεις τόν πει­ρά­ζο­υμε» (σελ. 215 τῆς Ἀ­να­σκευ­ῆς τήν τε­λευ­ταῖα δι­ερ­μη­νευ­θεί­σα Δι­α­θή­κη).

Ἀλ­λά καί ὁ Ἀ­πο­λλι­νά­ριος ἑρ­μη­νεύ­ον­τας τό γρα­φι­κό ἐ­κεῖ­νο «Διά κλή­ρων με­ρι­σθή­σε­ται ἡ γῆ τοῖς ὀ­νό­μα­σι» (Ἀ­ριθ. 27,55) λέ­ει· «Δέν ἀ­φή­νον­ται τά πράγ­μα­τα στήν τύ­χη ἀ­πό τούς εὐ­σε­βεῖς. Ἀλ­λ’ ὁ μέν κλῆ­ρος χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται, γιά νά δη­λώ­ση κά­τι, ἐ­νῷ τό αἴ­τιο εἶ­ναι ἡ βού­λη­σις τοῦ Θε­οῦ. Μέ κλῆ­ρο καί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἔ­κα­ναν τήν ἀν­τι­κα­τά­στα­σι τοῦ Ἰ­ού­δα. Μή πι­στεύ­ον­τας ὅ­τι ὁ κλῆ­ρος θά δεί­ξη αὐ­τό πού πι­στεύ­ου­με, ἀλ­λά ἡ βού­λησ­ις τοῦ Θε­οῦ, τήν ὁποία καί ζή­τη­σαν λέ­γον­τας· “Σύ, Κύ­ρι­ε, καρ­δι­ο­γνῶ­στα”. Ἑ­πο­μέ­νως ὁ κλῆ­ρος δέν γί­νε­ται κα­τά τύ­χη, ἀλ­λά ὅ­πως θέ­λει ὁ Θε­ός». Βλέ­πε ἀ­κό­μη καί τόν ἱ­ε­ρό Θε­ο­φύ­λα­κτο πού ἑρ­μη­νεύ­ει ἐ­κεῖ­νο τό τοῦ Ἰ­ω­νᾶ· «Καί ἔ­βα­λον κλή­ρους αὐ­τῶν», καί λέ­γει γιά τούς κλή­ρους· «Κα­νέ­νας ἀ­κού­ον­τας, ὅ­τι κον­τά σ’ ἐ­κεί­νους ὁ κλῆ­ρος εὐ­δο­κί­μη­σε, ἄς μή δε­χθῆ ὡς κά­τι τό ἐ­πι­θυ­μη­τό τήν ὑ­πό­θε­σι τοῦ κλή­ρου. Ἀλ­λ’ ἄς ἐν­νο­ῆ, ὅ­τι ὁ Θε­ός βγά­ζει συμ­πέ­ρα­σμα ἀ­πό κά­θε τι τό οἰ­κεῖ­ο καί σύμ­φυ­λο καί γνω­στό σ’ αὐ­τό. Ὅ­πως τούς Μά­γους μέ τό ἀ­στέ­ρι … καί ἐ­δῶ λοι­πόν, ἐ­πει­δή ἦ­ταν κά­τι τό συ­νη­θι­σμέ­νο ὁ κλῆ­ρος στούς ἐ­θνι­κούς, συγ­κα­τα­βαί­νον­τας σ’ αὐ­τούς, μέ τό γνω­στό τους σύμ­βο­λο, τούς γνώ­ρι­σε τόν αἴ­τιο τοῦ κιν­δύ­νου. Δι­ό­τι ὁ κλῆ­ρος δέν εἶ­ναι κά­τι τό πνευ­μα­τι­κό».

 

 * Ὁ Ὅ­σιος νέ­ος Ἱ­ε­ρό­θε­ος ὁ Ἰ­βη­ρί­της, ὁ γεν­νη­θείς κα­τά τό ἔ­τος 1686,           ἐν εἰ­ρή­νῃ τελειοῦται.

  + Ἱερόθεε, ἱερός Θεῷ γίνῃ,

Κτείνας τά πάθη ἐγκρατείας τοῖς πόνοις.

 Αὐ­τός ὁ Μα­κά­ριος Ἰ­ε­ρό­θε­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος στά τω­ρι­νά χρό­νια ἀ­νέ­τει­λε στήν ἄ­σκη­σι ὡς ἄλ­λος ἥ­λιος, γεν­νή­θη­κε κα­τά τό ἔ­τος 1686 με­τά Χρι­στόν, σέ ἕ­να χω­ριό τῆς Κα­λα­μά­τας, μιᾶς πο­λι­τεί­ας τοῦ Μω­ρέ­ως, ἀ­πό γο­νεῖς εὐ­σε­βεῖς καί πλού­σιους, Δῆ­μο καί Ἀ­ση­μί­να ὀ­νομα­ζό­με­νους, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ἡ μη­τέ­ρα του, τόν και­ρό πού ἀ­κό­μη τόν εἶ­χε στήν κοι­λιά της, ρώ­τη­σε ἕ­ναν ἐ­νά­ρε­το ἀ­σκη­τή, πού βρι­σκό­ταν τό­τε ἐ­κεῖ στό χω­ριό τους καί τόν εἶ­χαν ὅ­λοι γιά Ἅ­γιο καί ΙΙροφήτη, «τί λο­γῆς παι­δί θά γεν­νη­θῆ ἀ­πό μέ­να»; Καί τῆς ἀ­πάν­τη­σε, «πή­γαι­νε στό σπί­τι σου καί θά γεν­νή­σης υἱ­ό κα­λό καί θε­ά­ρε­στο».

Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε τόν και­ρό τῆς πρώ­της του ἡ­λι­κί­ας καί ἔ­φθα­σε στά ἑ­πτά του χρό­νια, τόν ἔ­βα­λαν οἱ γο­νεῖς του στά μα­θή­μα­τα καί σέ λί­γο και­ρό ἔ­μα­θε ὅ­λα τά ἐγ­κύ­κλια ἐκ­κλησι­α­στι­κά μα­θή­μα­τα, πρός θαυ­μα­σμό καί ἔκ­πλη­ξι αὐ­τῶν πού τόν ἔ­βλε­παν, ὥ­στε δι­ά­βα­ζε κά­θε βι­βλί­ο Ἑλ­λη­νι­κό πού ἔ­παιρ­νε στά χέ­ρια του. Καί ἐ­πει­δή εἶ­χε ἐξ ἀρχῆς νοῦ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο καί φρό­νη­μα στα­θε­ρό, δέν κα­τα­γι­νό­ταν μέ ἄλ­λα παι­δα­ρι­ώ­δη κα­μώ­μα­τα, ὅ­πως κά­νουν τά ἄλ­λα παι­διά, ἀλ­λά ἄ­να­βε ἡ καρ­διά του ἀ­πό τόν ἔ­ρω­τα τῶν μα­θη­μά­των. Αὐ­τά σκε­φτό­ταν, αὐ­τά φαν­τα­ζό­ταν ἡ­μέ­ρα καί νύ­χτα πι­στεύ­ον­τας, ὅ­τι μέσα ἀπό αὐ­τά εὔ­κο­λα θά κα­τα­λα­βαί­νη καί τίς θεῖ­ες Γρα­φές· γι’ αὐ­τά τά μα­θή­μα­τα ἄ­κου­γε ὅ­τι καί οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μᾶς πα­ραγ­γέλ­λουν νά τά μα­θαί­νουν οἱ νέ­οι, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­μως ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος καί ὁ Θε­ο­λό­γος Γρη­γό­ριος.

Γι’ αὐ­τό καί ἐ­κεῖ στήν Κα­λα­μά­τα, ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­κό­μη νέ­ος, ἔ­μα­θε ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κά τήν Ἑλ­λη­νι­κή καί Λα­τι­νι­κή δι­ά­λε­κτο, κα­θώς καί αὐ­τή στήν ἐ­πο­χή μας, ὄ­χι λι­γό­τε­ρο ἀ­πό τήν Ἑλ­λη­νι­κή, χρη­σι­μεύ­ει γιά κά­θε γνῶ­σι. Τόν βο­η­θοῦ­σε πο­λύ στήν μά­θη­σι, κον­τά στήν προ­θυ­μί­α καί στόν ζῆ­λο πού εἶ­χε, καί ἡ ὀ­ξύ­τη­τα τοῦ νοῦ, τό μνη­μο­νι­κό καί ἡ ἀν­τί­λη­ψις, τά ὁ­ποῖ­α φυ­σι­κά χα­ρί­σμα­τα, ἑ­νω­μέ­να μέ τήν ἐ­πι­μέ­λεια, ὁ­δη­γοῦν σέ με­γά­λη προ­κο­πή αὐ­τόν πού τά κα­τέ­χει.

Καί αὐ­τός μέν ἔ­τσι πρό­κο­βε. Οἱ γο­νεῖς του βέ­βαι­α φρόν­τι­ζαν νά τόν παν­τρέ­ψουν, θέ­λον­τας νά τόν κα­τα­στή­σουν εὐ­τυ­χι­σμέ­νο τά­χα στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή, ἐ­πει­δή οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι τέ­τοι­α ἰ­δέ­α ἔ­χουν, ὅ­τι, ὅ­ταν παν­τρέ­ψουν τά παι­διά τους, τό­τε τά κά­νουν εὐ­τυ­χι­σμέ­να, μέ τό νά γί­νων­ται οἱ ὑ­παί­τιοι νά ἀ­πο­κτή­σουν γυ­ναῖ­κα καί παι­διά καί τά ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γα­θά τοῦ κό­σμου· καί δέν γνω­ρί­ζουν οἱ μά­ται­οι, ὅ­τι πα­ρα­κι­νῶντας τους στήν παρ­θε­νί­α, πού εἶ­ναι ἐ­λευ­θε­ρί­α, πε­ρισ­σό­τε­ρο τούς κά­νουν εὐ­τυ­χι­σμέ­νους, πα­ρά στόν γά­μο, πού εἶ­ναι δε­σμός. Ἐ­πει­δή ὅ­σοι παν­δρεύ­ον­ται θά ἔ­χουν θλῖ­ψι μέ τήν σάρ­κα, σύμ­φω­να μέ τόν Ἀ­πό­στο­λο, πού θέ­λει νά πῆ λῦ­πες καί κα­κου­χί­ες. Οἱ γο­νεῖς του λοι­πόν μέ αὐ­τή τήν φρον­τί­δα ἀ­σχο­λοῦν­ταν καί τόν γά­μο μέ­σῳ τῶν ἀρ­ρα­βώ­νων ἑ­τοί­μα­σαν. Αὐ­τός ὅ­μως ὁ Μα­κά­ριος λυ­πό­ταν καί ἀ­γα­να­κτοῦ­σε, ἐ­πει­δή ἔ­γι­ναν οἱ ἀρ­ρα­βῶ­νες χω­ρίς τήν θέ­λη­σί του, ὑ­πο­τασ­σό­ταν ὅ­μως στά προ­στάγ­μα­τα τῶν γο­νέ­ων, σύμ­φω­να μέ τήν ἐν­το­λή τῶν Γρα­φῶν. «Τά παι­διά νά ὑ­πα­κού­ε­τε στούς γο­νεῖς σέ ὅ­λα». Ἀλ­λά δέν πα­ρέ­λει­πε καί νά πα­ρα­κα­λῆ μέ­σα ἀ­πό τήν καρ­διά του τόν Ἅ­γιο Θε­ό, μέ ὅ­ποι­ον τρό­πο γνω­ρί­ζει ἡ πρό­νοι­ά του, νά ἐμ­πο­δί­ση τούς γά­μους, γιά νά μεί­νη παρ­θέ­νος σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή καί γιά νά ἔ­χη και­ρό νά ἀ­σκῆ­ται ἐ­λεύ­θε­ρα στά μα­θή­μα­τα.

Βλέ­πον­τας ὁ Κύ­ριος τήν με­γά­λη εὐ­λά­βεια, πού εἶ­χε σ’ αὐ­τόν ὁ θεῖ­ος Ἱ­ε­ρό­θε­ος ἀ­πό τά νιά­τα του, ἐκ­πλή­ρω­σε τόν πό­θο του. «Δι­ό­τι τό θέ­λη­μα αὐ­τῶν πού τόν φο­βοῦν­ται θά τό πραγ­μα­το­ποι­ή­ση». Καί σέ δι­ά­στη­μα δε­κα­έ­ξι ἡ­με­ρῶν, πού λο­γά­ρια­ζαν οἱ γο­νεῖς του νά κάνουν τούς γά­μους, τούς πα­ρέ­λα­βε καί τούς δύ­ο στήν ἄλ­λη ζω­ή. Καί ὄ­χι ὅ­τι πο­θοῦ­σε αὐ­τός τόν θά­να­το τῶν γο­νέ­ων του, ἀλ­λά τέ­τοι­α ἀ­πό­φα­σι θε­ω­ρή­θη­κε εὔ­λο­γη σέ ἐ­κεῖ­νο τό ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το δι­κα­στή­ριο, ὥ­στε δη­λα­δή μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο καί τήν παρ­θε­νί­α νά διαφυ­λά­ξη ὁ Ἅ­γιος καί στά μα­θή­μα­τα νά προ­ο­δέ­ψη. Καί σκε­φθῆ­τε τί καρ­διά μέ γεν­ναῖ­ο φρό­νη­μα ὑ­πῆρ­ξε. Γιά νά μή δώ­ση καμ­μί­α ὑ­πο­ψί­α στούς γο­νεῖς τῆς ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιᾶς του, ὅ­τι ἔ­φυ­γε καί τρέ­ξουν ἀ­πό πί­σω­ του καί τόν ἐμ­πο­δί­σουν, ἄ­φη­σε τίς πόρ­τες τοῦ σπί- τιοῦ του ἀ­νοι­χτές καί πῆ­γε ἀ­πό ἐ­κεῖ στήν Ζά­κυν­θο, χω­ρίς νά πά­ρη τί­πο­τε ἀ­πό τά ὑ­πάρ­χον­τά του. Ἐ­κεῖ ἀ­φοῦ ἔ­μει­νε λί­γο και­ρό καί ἀ­πα­σχο­λεῖτο μέ τήν μά­θη­σι, πα­ρε­κι­νεῖτο ἀ­πό με­ρι­κούς πλού­σιους συγ­γε­νεῖς του, πού βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, νά πά­η μέ ἔ­ξο­δα δι­κά τους στήν Φραγ­κιά, γιά νά μά­θη ὅ­λη τήν φι­λο­σο­φί­α. Ἀλ­λά αὐ­τός ὁ ἀ­εί­μνη­στος, καί πα­ρό­λο πού εἶ­χε δι­α­κα­ῆ ἔ­ρω­τα γιά τήν μά­θη­σι, πα­ρό­λο αὐ­τά, ἐ­πει­δή ἄ­κου­σε, ὅ­τι στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος βρί­σκον­ται ἄν­δρες, πού σάν ἄλ­λες μέ­λισ­σες ἐρ­γά­ζον­ται τό μέ­λι τῶν ἀ­ρε­τῶν, προ­τί­μη­σε νά πά­η ἐ­κεῖ πρός τό πα­ρόν, γιά νά κοι­νω­νή­ση ἀ­πό τό μέ­λι ἐ­κεῖ­νο, μέ σκο­πό, ὥ­στε, ἄν τοῦ τύ­χη ἀρ­γό­τε­ρα στήν Φραγ­κιά τί­πο­τε πι­κρό ἤ σχε­τι­κό μέ τά Δόγ­μα­τα ἤ σχε­τι­κό μέ τά ἤ­θη, νά ὑ­περ­νι­κή­ση ἡ γλυ­κύ­τη­τα τῶν ἀ­ρε­τῶν τήν πι­κρί­α ἐ­κεί­νων.

Ὅ­ταν ἦλ­θε λοι­πόν στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, συγ­κα­τοί­κη­σε μέ ἕ­ναν ἐ­ρη­μί­τη στό κελ­λί, πού λε­γό­ταν Ἅ­γιος Ἀρ­τέ­μιος, ὅ­που ἐ­νῷ ἡ­σύ­χα­ζε, δι­ά­βα­ζε συ­χνά μέ πολ­λή ἔ­φε­σι τίς Γρα­φές καί τά βι­βλί­α γιά τούς ὁ­σί­ους, στά ὁ­ποῖ­α βρί­σκον­τας, ὅ­τι ἕ­νας ἀ­σκη­τής, ἀ­φοῦ ἀ­γω­νί­σθη­κε στήν ἔ­ρη­μο εἴ­κο­σι χρό­νια καί ἄλ­λος σα­ράν­τα καί ἄλ­λος ἑ­ξῆν­τα, ἔ­πει­τα ξε­γε­λά­σθη­καν ἀ­πό τόν δι­ά­βο­λο καί ἔ­γι­ναν πτῶ­μα ἐ­λε­ει­νό· συλ­λο­γι­ζό­ταν λοι­πόν νά βρῆ κα­νέ­να δρό­μο, γιά νά σώ­ση τήν ψυ­χή του καί πιό σύν­το­μο καί πιό ἀ­κίν­δυ­νο· καί ἄλ­λον τέ­τοι­ο δέν σκέ­φτη­κε, πα­ρά τό μαρ­τύ­ριο ὑ­πέρ τοῦ Χρι­στοῦ. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή καί τό μαρ­τύ­ριο πρέ­πει νά γί­νη σύμ­φω­να μέ τήν τά­ξι καί σύμ­φω­να μέ τούς νό­μους, καί ὄ­χι νά πά­η κά­ποι­ος ἔ­τσι ἀ­συλ­λό­γι­στα νά προ­δώ­ση τήν ζω­ή του, βρί­ζον­τας, δη­λα­δή, τούς ἀ­σε­βεῖς καί ζη­τῶν­τας μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο τόν θά­να­το, γε­γο­νός πού καί ὁ θεῖ­ος Παῦ­λος ἐμ­πο­δί­ζει, λέ­γον­τας· «ἀ­κό­μη καί ἄν ἀ­γω­νι­σθῆ κά­ποι­ος, δέν στε­φα­νώ­νε­ται, ἐ­άν δέν ἀ­γω­νι­σθῆ νο­μί­μως». Ἀλ­λά προ­κει­μέ­νου νά προ­έλ­θη ἀ­πό ἐ­κεί­νους ἡ αἰ­τί­α καί τό­τε νά γί­νη τό μαρ­τύ­ριο ὑ­πέρ τοῦ Χρι­στοῦ νό­μι­μο, σκέ­φθη­κε τόν ἑ­ξῆς τρό­πο ὁ Μα­κά­ριος, καί πη­γαί­νον­τας στήν ἱ­ε­ρά μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων, φό­ρε­σε ρά­σο ἐ­κεῖ καί συ­νο­δεύ­ον­τας ἕ­ναν προ­ε­ξέ­χον­τα ἐ­κεί­νης τῆς μο­νῆς, πῆ­γε στήν Βα­σι­λεύ­ου­σα μα­ζί μέ αὐ­τόν, πού εἶ­χε καί ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς ὑ­φι- στα­μέ­νους του. Ἔ­βα­λε δέ μέ τόν νοῦ του, ὅ­τι βλέ­πον­τάς τον οἱ ἀλ­λό­πι­στοι κα­λό­γη­ρο, νά συ­να­να­στρέ­φε­ται στήν πό­λι, ἀ­πό τίς πολ­λές φο­ρές θά τοῦ δώ­σουν ἀ­φορ­μή καμ­μί­α φο­ρά ἤ χτυ­πῶν­τας τον ἤ βρί­ζον­τάς τον καί ἔ­τσι αὐ­τός νά ἀν­τι­στα­θῆ μέ τρό­πο εὔ­κο­λα κα­τα­νο­η­τό, ὥ­στε νά φέ­ρη τό τέ­λος μέ τό μαρ­τύ­ριο. Γι’ αὐ­τό καί προ­σευ­χό­ταν κα­τ' ἰ­δί­αν πολ­λές φο­ρές, ἄν εἶ­ναι θέ­λη­μα Κυ­ρί­ου, νά τε­λει­ώ­ση ὁ τέ­τοι­ος σκο­πός μέ κα­λή ἔκ­βα­σι. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­ζη­σε ἀρ­κε­τόν και­ρό μέ­σα σέ τό­ση ἀ­σέ­βεια, μο­λο­νό­τι καί οἱ ἄλ­λοι σύν­τρο­φοί του βρί­ζον­ταν καί τούς χτυ­ποῦ­σαν οἱ ἀν­τί­πα­λοι τῆς πί­στε­ως, αὐ­τός μό­νο ἔ­με­νε ἀ­πεί­ρα­χτος μέ κά­θε τρό­πο ἀ­πό ἐ­κεί­νους, πα­ρό­λο πού πολ­λές φο­ρές ἔ­δω­σε καί κά­ποι­ες ἀ­φορ­μές ἀ­πό μα­κριά, γιά νά δο­κι­μα­σθῆ. Ἀλ­λά ὅ­πως φαί­νε­ται ἡ θεί­α πρό­νοι­α τόν φύ­λα­γε καί γιά ὠ­φέ­λεια πολ­λῶν ἄλ­λων. Γι’ αὐ­τό βλέ­πον­τας, πώς δέν ἔ­χει τήν ἔκ­βα­σι ὁ πό­θος του, ἀ­να­χω­ρεῖ μέ λύ­πη πολ­λή τῆς καρ­διᾶς του ἀ­πό τήν πό­λι καί πη­γαί­νει στά βό­ρεια μέ­ρη μα­ζί μέ τούς συν­τρό­φους του. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ἐ­πι­στρέ­φει στήν Βλα­χί­α καί πά­λι ἀρ­χί­ζει τά μα­θή­μα­τα στόν Μᾶρ­κο τόν Κύ­πριο, τόν δι­δά­σκα­λο τοῦ ἐ­κεῖ σχο­λεί­ου, ὅ­που χει­ρο­το­νή­θη­κε καί δι­ά­κο­νος ἀ­πό τόν μη­τρο­πο­λί­τη Σό­φιας Αὐ­ξέν­τιο. Με­τά ἀ­πό λί­γον και­ρό γύ­ρι­σε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί ἀ­πό τόν Γι­α­κου­μῆ ἀ­πό τό Ἄρ­γος, δά­σκα­λο τοῦ ἐ­κεῖ σχο­λεί­ου, δι­δά­χθη­κε τά φι­λο­σο­φι­κά μα­θή­μα­τα. Ὅ­μως δέν εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε ἕ­ως ἐ­δῶ, ἀλ­λά πῆ­γε ἀ­κό­μη καί στήν Βε­νε­τί­α, κα­θώς γνώ­ρι­ζε, ὅ­τι ἐ­κεῖ καί ἐ­πι­στῆ­μες πε­ρισ­σό­τε­ρες πα­ρα­δί­δον­ται, ἀ­πό ὅ­σες δι­δά­χθη­κε, καί αὐ­τές πού δι­δά­χθη­κε θά τίς ἀ­ξι­ο­ποι­ή­ση ἀ­κρι­βέ­στε­ρα. Ἔ­πει­τα ἐ­πι­στρέ­φει πά­λι στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, πλου­τι­σμέ­νος ἀ­πό κά­θε μά­θη­σι­ι καί σο­φί­α, καί κα­τοι­κεῖ στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων, τό προ­η­γού­με­νο στά­διο τῶν εἰ­σα­γω­γι­κῶν του ἀ­γώ­νων. Ἀ­φή­νει, λέ­ω, τό ἐ­ξω­τε­ρι­κό σχο­λεῖ­ο καί ἔρ­χε­ται στό πνευ­μα­τι­κό, ὅ­που εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ κα­νείς νά δι­δα­χθῆ τήν ἀ­λη­θι­νή τέ­χνη τῶν τε­χνῶν καί τήν ἐ­πι­στή­μη τῶν ἐ­πι­στη­μῶν, τήν προ­κο­πή σύμ­φω­να μέ τόν Θε­ό, δη­λα­δή τήν παμ­πό­θη­τη ἀ­ρε­τή. Καί ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε μέ τό φτυά­ρι τῆς πνευ­μα­τι­κῆς δι­α­κρί­σε­ως, τήν ὁ­ποί­α δι­δα­σκό­ταν κα­θη­με­ρι­νά ἀ­πό τίς θεῖ­ες Γρα­φές, νά χω­ρί­ζη τό σι­τά­ρι ἀ­πό τό ἄ­χυ­ρο στήν θη­μω­νιά τῶν μα­θη­μά­των, πού δι­δά­χθη­κε, καί τό μέν ἄ­χυ­ρο καί ἄ­χρη­στο ἀ­πό αὐ­τά νά τό ρί­χνη ἔ­ξω νά δι­α­σκορ­πί­ζε­ται, ἀν­τί­θε­τα πρός τόν ἄ­νε­μο· ἐ­νῷ τό σι­τά­ρι καί χρή­σι­μο σ’ αὐ­τόν νά τό συγ­κεν­τρώ­νη στίς ψυ­χι­κές του ἀ­πο­θῆ­κες καί ἔ­τσι νά κα­τα­γί­νε­ται μέ χα­ρά στήν θεί­α με­λέ­τη.

Ἀλ­λά γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι, γιά νά κα­θα­ρί­ση κά­ποι­ος μέ ἀ­κρί­βεια τόν νοῦ του σέ μί­α τέτοι­α με­λέ­τη καί νά τόν ὑ­ψώ­ση στήν οὐ­ρά­νια θε­ω­ρί­α, πρέ­πει νά προ­γυ­μνα­σθῆ μέ τίς ἄλλες ἀ­ρε­τές, τό­σο τίς σω­μα­τι­κές ὅ­σο καί τίς ψυ­χι­κές· γι’ αὐ­τό ἀ­πό αὐ­τή τήν ἀρ­χή τίς ἐ­πιχεί­ρη­σε μέ ὑ­περ­βο­λή, τήν νη­στεί­α πε­ρισ­σό­τε­ρο, τήν ἀ­γρυ­πνί­α καί τήν προ­σευ­χή. Γιά τίς ὁ­ποῖ­ες ἀ­ξι­ώ­θη­κε καί τοῦ θεί­ου χα­ρί­σμα­τος τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης κα­νο­νι­κῶς, ὅ­ταν ἦ­ταν τριά- ντα χρο­νῶν, ἀ­πό τόν μη­τρο­πο­λί­τη Νε­ο­καισ­σα­ρεί­ας Ἰ­ά­κω­βο, πού ἡ­σύ­χα­ζε τό­τε στήν ἴ­δια μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων. Καί τό­τε πρό­σθε­σε ἀ­γῶ­νες ἐ­πά­νω σέ ἀ­γῶ­νες καί ἱ­δρῶ­τες ἐ­πά­νω σε ἱ­δρῶ­τες, προ­σπα­θῶντας νά γί­νη τύ­πος τῶν πι­στῶν ὡς πρός τόν λό­γο, τήν συ­να­να­στροφή, τήν δι­δα­σκα­λί­α, κ. τ. λ.

Γι’ αὐ­τό καί γνω­ρί­ζον­τας γιά τήν νη­στεί­α, ὅ­τι εἶ­ναι θε­μέ­λιο σέ ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές καί ὅ­τι ἀ­πό τόν Κύ­ριό μας μα­κα­ρί­ζε­ται· « Μα­κά­ριοι ἐ­σεῖς πού πει­νᾶ­τε τώ­ρα, δι­ό­τι θά χορ­τά­σετε» (εἴ­τε τήν προ­αι­ρε­τι­κή δη­λα­δή πεῖ­να, εἴ­τε τήν μή ἐ­σκεμ­μέ­νη, πού ὅ­μως μέ εὐ­χα­ρίστη­σι ὑ­πο­φέ­ρε­ται)· πό­τε μέν στίς δύ­ο ἤ τρεῖς ἡ­μέ­ρες ἔ­τρω­γε μί­α φο­ρά τόν ἄρ­το του, πό­τε στίς τέσ­σε­ρις καί αὐ­τόν ἀ­νά­λα­το καί ἤ κρι­θα­ρέ­νιο ἤ πι­τυ­ρέ­νιο. Καί ἄλ­λο­τε μέν, ἀν­τί γιά ἄρ­το ἔ­τρω­γε φα­κή πο­λυ­ή­με­ρη καί βρω­με­ρή σέ τέ­τοι­ο βαθ­μό, ὥ­στε καί μέ με­γά­λη βί­α τήν κα­τά­πι­νε· γιά τήν ὁ­ποί­α καί μί­α φο­ρά ἔ­λα­βε ἐ­πί­πλη­ξι ἀ­πό τόν γνή­σιό του μα­θη­τή Με­λέ­τιο, ὅ­τι γι­νό­ταν φο­νιάς τοῦ ἑαυ­τοῦ του. “Ὄ­χι” τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε, “φο­νιάς τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού δέν τρώ­ει τί­πο­τε καί πε­θαί­νει ἀ­πό τήν πεῖ­να. Ἀλ­λά ἐ­γώ, λέ­ει, τῆς δί­δω (τῆς κοι­λιᾶς δη­λα­δή) καί ἄ­ρα τῆς ἀ­ρέ­σει καί δέν τῆς ἀ­ρέ­σει”. Συμ­μά­ζευ­ε ἀ­κό­μη ἀ­πό τίς τρά­πε­ζες καί τά κομ­μά­τια ἔ­τσι βρεγ­μέ­να ἀ­πό νε­ρά καί κρα­σιά, καί βά­ζοντάς τα μέ­σα σέ ντορ­βᾶ τά ἔ­τρω­γε ξυ­νι­σμέ­να καί βρω­με­ρά. Πολ­λές φο­ρές ἔ­τρω­γε καί τά ζυ­μά­ρια, μέ τά ὁποῖα συ­νη­θί­ζουν νά ἐ­πι­χρί­ουν τόν φοῦρ­νο καί ὕ­στε­ρα νά τά ρί­χνουν καί μέ αὐ­τά πα­ρη­γο­ροῦ­σε τήν πο­λυ­ή­με­ρη νη­στεί­α του. Γι’ αὐ­τό καί τήν με­γά­λη τεσ­σα­ρα­κοστή μί­α φο­ρά τήν ἑ­βδο­μά­δα ἔ­τρω­γε, φι­λο­δο­ξῶντας νά ξε­πε­ρά­ση καί αὐ­τούς τούς παλαι­ούς ἀ­γω­νι­στές. Προ­χώ­ρη­σε νη­στεύ­ον­τας ἕ­ως καί δε­κα­πέν­τε ­μέ­ρες συ­νε­χό­με­νες.

Μο­λο­νό­τι, ὅ­ταν τύ­χαι­νε ἀ­νάγ­κη νά συμ­φά­η μέ ἄλ­λους, ἔ­τρω­γε ἀ­πό ὅ­λα, ὅ­σα ἐ­πι­τρέπον­ται στούς Μο­να­χούς καί γιά νά μή φαί­νε­ται στούς ἄλ­λους ἡ ἀ­ρε­τή του καί γιά νά τα­πει­νώ­νε­ται τό κέ­ρας τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νειας, σύμ­φω­να μέ τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τῆς Κλί­μα­κος. Ἀλ­λά καί τό­τε μέ με­γά­λη ἐγ­κρά­τεια ἔ­τρω­γε ἀ­πό ἐ­κεῖ­να. Κα­τά ἀ­να­λο­γί­α δέ αὐ­τῆς τῆς νηστεί­ας, ἔ­κα­νε καί τούς ὕ­πνους του, φυ­λάσσον­τας καί τήν γνώ­μη τοῦ με­γά­λου Ἀρ­σε­νί­ου πού λέ­ει· «εἶ­ναι ἀρ­κε­τό γιά τόν μο­να­χό, νά κοι­μᾶ­ται μί­α ὥ­ρα (τό ἡ­με­ρο­νύ­χτιο δη­λα­δή), ἐ­άν εἶ­ναι ἀ­γω­νι­στής». Ἀ­σκεῖτο δέ σ’ αὐ­τά, γιά νά μπο­ρῆ μέ αὐ­τές τίς δύ­ο ἀ­ρε­τές, σάν μέ δύ­ο φτε­ρά, νά ἀ­νε­βαί­νη εὔ­κο­λα καί στίς ἄλ­λες ὑ­ψη­λό­τε­ρες ἀ­ρε­τές. Καί ὅ­ταν πι­ε­ζό­ταν πο­λύ ἀ­πό τόν ὕ­πνο, γύ­ρι­ζε τήν νύ­χτ στε­ναγ­μούς α μό­νος του στό Μοναστήρι, προ­σευ­χό­με­νος μέ δά­κρυ­α πολ­λά καί. Τήν ὁ­ποί­α προ­σευ­χή, δη­λα­δή τό «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ Υἱ­έ τοῦ Θε­οῦ ἐ­λέ­η­σόν με», εἶ­χε ὡς πρᾶ­ξι παν­το­τι­νή ὁ ἀ­εί­μνη­στος καί φρόν­τι­ζε, ἄν ἦ­ταν τρό­πος καί δέν ἐμ­πο­δι­ζό­ταν ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους, νά μήν τήν ἀ­φή­νη, οὔ­τε ἀ­πό τόν νοῦ του οὔ­τε ἀ­πό τό στό­μα του.

Ἀ­πό αὐτούς τούς ὑ­περ­βο­λι­κούς ἀ­γῶ­νες τῆς ἀ­σκή­σε­ως, σέ τό­ση ἀ­δυ­να­μί­α κα­τήν­τησε, ὥ­στε ἀ­πό ἐ­κεῖ πού ἦ­ταν φυ­σι­κά ἀν­δρεῖ­ος πο­λύ καί γρή­γο­ρος στά πό­δια, ὕ­στε­ρα ἀναγ­κα­ζό­ταν, τό δι­ά­στη­μα πού ἔρ­χε­ται ἀ­πό τόν για­λό στό Μο­να­στήρι νά τό κά­νη δύ­ο καί τρεῖς στάσεις, πού καί λί­γο εἶ­ναι καί σχε­δόν ἴ­σω­μα. Ἔ­φθα­σε ἀ­κό­μη ἀ­πό αὐ­τά καί στό μα­κά­ριο πέν­θος καί στά χα­ρο­ποι­ά δά­κρυ­α, στήν τα­πεί­νω­σι, πού ἐ­ξυ­ψώ­νει, καί στήν κα­τα­φρό­νη­σι τοῦ ἑαυ­τοῦ του. Τέ­λος ἀ­νέ­βη­κε καί στήν θε­ο­μί­μη­τη ἀ­γά­πη, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α δέν εἶ­χε φό­βο στό ἑ­ξῆς νά ξε­πέ­ση, σύμ­φω­να μέ τόν θεῖ­ο Ἀ­πό­στο­λο· «Ἡ ἀ­γά­πη πο­τέ δέν ἐκ­πί­πτει ». Γι’ αὐ­τό καί ὅ­ταν τοῦ ζη­τοῦ­σε κα­νέ­νας φτω­χός ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε ἀρ­γύ­ριο, ἤ χρυ­σί­ο νά τοῦ δώ­ση, ἔ­βγα­ζε τό ρά­σο του καί τοῦ τό ἔ­δι­νε καί με­ρικές φο­ρές ἔ­δι­νε καί τό σκέ­πα­σμά του γιά τήν νύ­χτα. Καί τό Μοναστήρι, ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό, τοῦ ἔ­δι­νε ἄλ­λα, καί ἐ­κεῖ­να πά­λι αὐ­τός τά μοί­ρα­ζε σέ φτω­χούς.

Αὐ­τή ἡ ἀ­γά­πη τόν ἔ­κα­νε νά συ­ναι­νέ­ση καί στίς πολ­λές πα­ρα­κλή­σεις τῶν Σκο­πε­λητῶν, στῶν ὁ­ποί­ων τήν Νῆ­σο εἶ­χε με­τα­βῆ μέ ἄλ­λους πολ­λούς Μο­να­χούς, ἐξ αἰ­τί­ας με­γάλου θα­να­τι­κοῦ καί δι­έ­μει­νε ὀ­κτώ χρό­νια, δι­δά­σκον­τας μα­θή­μα­τα στό σχο­λεῖ­ο, βγά­ζον­τας λό­γους σέ Ἐκ­κλη­σί­ες καί δε­χό­με­νος λο­γι­σμούς ἐ­ξο­μο­λο­γου­μέ­νων. Καί μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο ἔ­κα­νε πολύ τέλεια πρᾶ­ξι τό προ­φη­τι­κό ἐ­κεῖ­νο ρη­τό πού λέ­ει· «Αὐ­τός πού βγά­ζει ἀ­πό τό στό­μα ἄ­ξιο λό­γο ἀν­τί γιά ἀ­νά­ξιο, θά εἶ­ναι σάν νά βγαί­νη ἀ­πό τό στό­μα μου».

Ἀ­πό αὐ­τές λοι­πόν τίς σω­μα­τι­κές καί ψυ­χι­κές ἀ­ρε­τές του ὑ­ψώ­θη­κε στήν θε­ω­ρί­α τῶν οὐ­ρα­νί­ων, μή θέ­λον­τας κα­θό­λου νά γνω­ρί­ζη τά γή­ι­να. Καί κά­θε ὥ­ρα κα­τα­φω­τι­ζό­με­νος ἀ­πό τίς ἄυ­λες καί θε­αυ­γεῖς ἔν­νοι­ες, χαι­ρό­ταν χα­ρά ἀ­νεί­πω­τη· Καί θε­ω­ρῶντας τά θεῖ­α κάλ­λη, θε­ω­νό­ταν ὡς πρός τήν χά­ρι ὁ πα­νύ­μνη­τος, ἐ­νῷ βρι­σκό­ταν ἀ­κό­μη στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή μέ τό σῶ­μα του, καί, ὅ­ταν στα­μα­τοῦ­σε ἀ­πό τήν προ­σευ­χή καί τήν νο­ε­ρή θε­ω­ρί­α τοῦ Θε­οῦ, τόν δι­α­δε­χό­ταν ἡ με­λέ­τη τῶν θεί­ων Γρα­φῶν.

Ὅ­ταν πά­λι ἄ­φη­νε τήν με­λέ­τη, κα­τα­γι­νό­ταν ἤ σέ πα­ρά­δο­σι μα­θη­μά­των ἤ σέ ἠ­θι­κή δι­δα­σκα­λί­α, ἀρ­τυ­μέ­νη μέ ἁ­λά­τι. Μέ ὅ­λα αὐ­τά, θέ­λον­τας νά ἔ­χη βα­θειά τήν ἡ­συ­χί­α, γιά νά ἀ­σχο­λῆ­ται μέ τίς θεῖ­ες θε­ω­ρί­ες καί νά ἑ­νώ­νε­ται, μέ­σῳ αὐ­τῶν, τε­λει­ό­τε­ρα μέ τόν Θε­ό ἤ καί προ­βλέ­πον­τας τόν θά­να­το, πού τό­τε κον­τά ἐ­πρό­κει­το νά τοῦ συμ­βῆ, γιά νά μή δο­ξα­σθῆ, ἀ­φοῦ πῆ­ρε μα­ζί του τόν πιό ἀ­γα­πη­τό του μα­θη­τή, τόν Με­λέ­τιο τόν Ἱ­ε­ρο­μό­να­χο, πού ἔ­λαμ­πε καί αὐ­τός ὄ­χι λί­γο στήν ἀ­ρε­τή καί ἦ­ταν σάν ἀ­πο­τύ­πω­μα τῶν κα­τορ­θω­μά­των ἐ­κεί­νου τοῦ μα­κά­ριου, ἀ­να­χω­ρεῖ σέ ἕ­να ἐ­ρη­μο­νῆ­σι, πού λε­γό­ταν Γι­ού­ρα, τό ὁ­ποῖ­ο οἱ βα­σι­λεῖς εἶ­χαν ὡς τό­πο κα­τάλ­λη­λο γιά ἐ­ξο­ρί­α.

Καί ἐ­κεῖ, συ­να­σκού­με­νος γιά λί­γον και­ρό μα­ζί μέ ἄλ­λους δύ­ο ἀ­δελ­φούς, τόν Ἰ­ω­ά­σαφ καί τόν Συ­με­ών, ἀρ­ρώ­στη­σε με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες, χω­ρίς νά πέ­ση σέ κρεβ­βά­τι. Καί στίς δε­κα­τρεῖς τοῦ μη­νός Σε­πτεμ­βρί­ου τό ἔ­τος 1745 με­τά Χρι­στό ἄ­φη­σε τήν πρό­σκαι­ρη ζω­ή καί με­τέ­βη στήν αἰ­ώ­νια, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ἐ­πά­νω στήν γῆ 59 χρό­νια. Καί αὐ­τός μέν πο­ρεύ­θη­κε πρός τήν χαρ­μό­συ­νη ἐ­κεί­νη δό­ξα καί λαμ­πρό­τη­τα γιά τούς ὑ­περ­βο­λι­κούς κό­πους καί ἀ­γῶ­νες, πού τέ­λε­σε ἐ­δῶ, τούς  ἀ­δελ­φούς ὅ­μως, πού ἦ­ταν μα­ζί του, ἰ­δι­αί­τε­ρα τόν προ­α­να­φερ­θέν­τα Με­λέ­τιο, τόν ἄ­φη­σε σέ ἀ­μέ­τρη­τη λύ­πη· ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ τόν ἐν­τα­φί­α­σε, ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι στήν μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων. Καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ὁ και­ρός τῆς ἀ­να­κο­μι­δῆς τῶν Λει­ψά­νων τοῦ Ὁ­σί­ου, πῆ­γε στό νη­σά­κι ἐ­κεῖ­νο καί ἔ­κα­νε τήν ἀ­να­κο­μι­δή, καί βλέ­πον­τας τήν θεί­α χά­ρι, πού εἶ­χαν τά Ἅ­γιά του Λεί­ψα­να, πῆ­ρε τήν σε­βά­σμια του κά­ρα καί τήν σι­α­γό­να καί τά ἔ­φε­ρε στό Μο­να­στή­ρι του, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἕ­ως καί σή­με­ρα τι­μώ­με­να καί προ­σκυ­νού­με­να. Ἐ­πει­δή καί αὐ­τός ὄ­χι μό­νο, ἐ­νῷ ἦ­ταν ἀ­κό­μη στήν ζω­ή ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά λά­βη ἀ­πό τόν Χρι­στό τήν δύ­να­μι τῶν θαυ­μά­των, ἀλ­λά καί με­τά τήν κοί­μη­σί του τά Λεί­ψα­νά του κά­νουν θαύ­μα­τα καί ἐκ­πέμ­πουν εὐ­ω­δί­α ἀ­νεί­πω­τη, κα­θώς τήν δο­κί­μα­σαν καί σέ ἄλ­λους πολ­λούς τήν κή­ρυ­ξαν οἱ τρεῖς ἐ­κεῖ­νοι μα­θη­τές, δύ­ο Ἱ­ε­ρο­δι­ά­κο­νοι καί ἕ­νας λα­ϊ­κός, οἱ ὁ­ποῖ­οι πῆ­γαν στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων, στόν σε­βά­σμιο Με­λέ­τιο τόν μα­θη­τή του καί τοῦ ζή­τη­σαν νά προ­σκυ­νή­σουν τήν τί­μια κά­ρα τοῦ πα­νύ­μνη­του γέ­ρον­τός του, καί μό­λις τήν ἔ­βγα­λε ἀ­πό τήν θή­κη της, ὤ τί ἐ­ξαί­σια χά­ρις! πραγ­μα­τι­κά ὅ­λο τό κελ­λί γέ­μι­σε ἀ­πό εὐ­ω­δί­α καί, τό­σο λε­πτή, τό­σο γλυ­κιά, ὥ­στε ἀ­να­γνω­ρι­ζό­ταν πώς εἶ­ναι δῶ­ρο τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καί οἱ μα­θη­τές ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πο­ροῦ­σαν μέ τό πα­ρά­δο­ξο τοῦ θαύ­μα­τος· καί αὐ­τό εἶ­χαν πολ­λές φο­ρές στό στό­μα τους, ὅ­τι ἄλ­λο­τε δέν αἰ­σθάν­θη­καν τέ­τοι­α εὐ­ω­δί­α. Καί λί­γα ση­μεῖ­α τῆς χά­ρι­τος πού δό­θη­κε σ’ αὐ­τόν, εἶ­ναι τά ὅ­σα θά λε­χθοῦν.

 Κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς νε­ό­τη­τάς του πού ἀ­γω­νι­ζό­ταν τόν κα­λό ἀ­γῶ­να, ἕ­νας κα­λό­γηρος πού ἀ­γα­ποῦ­σε νά κα­τη­γο­ρῆ, ἐ­πει­δή τόν κα­τέ­κρι­νε γιά τήν σω­φρο­σύ­νη του φθονερῶς καί δο­λί­ως, ἀ­μέ­σως δο­κί­μα­σε τήν θεί­α ἀ­γα­νά­κτη­σι καί πρί­σθη­κε τό σῶ­μα του καί τά χεί­λη του ἔ­κλει­σαν. Ὤ τῶν κρι­μά­των σου, Κύ­ρι­ε!, τά χεί­λη ἐ­κεῖ­να, τά ὁ­ποῖ­α ξεστό­μι­σαν ἀ­νο­μί­α ἐ­ναν­τί­ον τοῦ δι­καί­ου, τό­σο πού οἱ γνω­στοί του δέν μπο­ροῦ­σαν, οὔ­τε φα­γη­τό οὔ­τε πι­ο­τό νά βάλ­λουν στό στό­μα του, ἀλ­λά ἀ­νοί­γον­τάς το μέ μα­χαίρι, ἔ­χυ­ναν μέ­σα λί­γο χυ­λό καί ἔ­τσι ζοῦ­σε. Ἕ­ως ὅ­του ἀ­φοῦ τό ἔ­μα­θε ὁ ἀ­νε­ξί­κα­κος Ὅ­σιος ­πῆ­γε σ’­ αὐτόν ἀ­πό μό­νος του, καί, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε γι’ αὐ­τόν, τόν θε­ρά­πευ­σε. Τό ἴ­διο συ­νέ­βη καί σέ ἄλ­λον ἕ­ναν κα­λό­γη­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος τήν ἴ­δια συ­κο­φαν­τί­α ἔ­κα­νε γιά τόν Ἅ­γιο, καί τήν ἴ­δια ὀρ­γή δο­κί­μα­σε ἀ­πό τόν Θε­ό, ἀλ­λά καί τήν θε­ρα­πεί­α μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Ὅ­σιο. Ἀλ­λά καί με­τά τόν θά­να­τό του κά­ποι­ος Καλ­λί­νι­κος Ἰ­βη­ρί­της βρι­σκό­με­νος στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, εἶ­χε μα­ζί του μέ­ρος ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό Λεί­ψα­νο τοῦ Ὁ­σί­ου, καί μί­α γυ­ναί­κα, πού τά μά­τια τῆς γέ­μι­σαν ἀ­πό κα­κό ὑ­γρό καί ὄ­χι μό­νο σκο­τεί­νια­σαν, ἀλ­λά καί πό­νους δρι­μύ­τα­τους τῆς προ­ξε­νοῦ­σαν, τήν γι­ά­τρε­ψε πα­ρα­δό­ξως μέ τό ἴ­διο Λεί­ψα­νο, καί δό­ξα­ζε ἡ φτω­χή τόν Θε­ό καί εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τόν Ὅ­σιο, ἐ­πει­δή ξό­δε­ψε πρω­τύ­τε­ρα πολ­λά χρή­μα­τα σέ πολ­λούς για­τρούς καί κα­νέ­να ὄ­φε­λος δέν εἶ­δε.

 Καί ἄλ­λη πά­λι γυ­ναί­κα βρι­σκό­ταν στό κρεβ­βά­τι τρί­α χρό­νια ἄρ­ρω­στη μέ πό­νους πολλούς, καί ὁ ἴ­διος ὁ Καλ­λί­νι­κος μέ τό ἴ­διο ἅ­γιο Λεί­ψα­νο καί ἀ­πό τούς πό­νους τήν ἐ­λευ­θέρω­σε καί ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι τήν σή­κω­σε. Ἕ­να δέ βρέ­φος, πού ἔ­κλαι­γε ἀ­κα­τά­παυ­στα καί ἔ­τρι­ζε τά δόν­τια ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο, καί αὐ­τό μέ­ αὐ­τό τό θεῖ­ο Λεί­ψα­νο θε­ρα­πεύ­θη­κε. Καί μέ­σα στό Ἅγιο, Ὄρος τοῦ Ἄ­θω καί ἀ­πό τήν ἐ­νό­χλη­σι τῶν σαρ­κι­κῶν πα­θῶν θε­ράπευ­σε με­ρι­κούς καί ἀ­πό πό­νους δον­τι­ῶν ἄλ­λους θε­ρά­πευ­σε. Σέ τέ­τοι­ο βαθ­μό ἰ­σχύ­ει ἡ δέ­η­σις δι­καί­ου καί μά­λι­στα με­τά θά­να­τον, ὁ­πό­τε καί μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη παρ­ρη­σί­α κά­νει τίς δε­ή­σεις του πρός τόν Κύ­ριο γιά ἐ­κεί­νους πού τόν ἐ­πι­κα­λοῦν­ται μέ πί­στι.

Αὐ­τός εἶ­ναι, ἀ­δελ­φοί, ὁ βί­ος τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός μας Ἱ­ε­ρο­θέ­ου. Μέ τέ­τοι­ον τρό­πο πά­λεψε, μέ τέ­τοι­ο τρό­πο κο­πί­α­σε, μέ τέ­τοι­ο τρό­πο νί­κη­σε. Ἔ­τσι ὥ­στε μέ παρ­ρη­σί­α καί αὐ­τός νά μπο­ρῆ νά λέ­η σύμ­φω­να μέ τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο «τόν ἀ­γῶ­να τόν κα­λό ἔ­χω ἀ­γωνι­σθῆ, τόν δρό­μο ἔ­χω τε­λέ­σει, τήν πί­στι ἔ­χω τη­ρή­σει. Λοι­πόν μου ἀ­πο­μέ­νει ὁ στέ­φα­νος τῆς δι­και­ο­σύ­νης, τόν ὁ­ποῖ­ο θά μοῦ ἀ­πο­δώ­ση ὁ Κύ­ριος σέ ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα ὁ δί­και­ος κρι­τής», ἐ­πει­δή καί μάρ­τυς ἀ­ναί­μα­κτος ἔ­γι­νε μέ τήν προ­αί­ρε­σί του. Ὡς ἄν­θρω­πος πού πα­ρέ­δω­σε τόν ἑ­αυ­τό του γιά τόν Χρι­στό· ἀλ­λά καί ὡς Ὅ­σιος πού πολ­λή καί ἄ­κρα σκληρα­γω­γί­α καί κα­κο­πά­θεια ὑ­πέ­μει­νε, καί ἀ­λη­θι­νά στά­θη­κε ἕ­νας κα­νό­νας καί τύ­πος τῆς ἀ­ρε­τῆς πρός ὅ­λους, κα­θώς προ­στά­ζει ὁ Κύ­ριος λέ­γον­τας· «Ἔ­τσι ἄς λάμ­ψη τό φῶς σας μπρο­στά στούς ἀν­θρώ­πους, γιά νά δοῦ­νε τά κα­λά σας ἔρ­γα, καί νά δο­ξά­σουν τόν πα­τέ­ρα σας πού εὑ­ρί­σκε­ται στούς οὐ­ρα­νούς». Ἀ­λη­θι­νά τί­μη­σε τό γέ­νος του τό Ὀρ­θό­δο­ξο σέ αὐτούς τούς και­ρούς· τί­μη­σε τήν πα­τρί­δα του· τί­μη­σε τό μο­να­στή­ρι του· τί­μη­σε τόν ἴ­διο τόν Θε­ό. Δέν ἔ­χουν τώ­ρα στό­μα οἱ ἀ­με­λεῖς καί αὐ­τοί πού ἀ­γα­ποῦν τήν σάρ­κα νά λέ­νε, ὅ­τι πέ­ρα­σαν ἐ­κεῖ­νοι οἱ πα­λαι­οί και­ροί πού γί­νον­ταν οἱ Ἅ­γιοι, πού ἔ­δι­νε ὁ Θε­ός τήν χά­ρι του, πού ἀν­τι­στέ­κον­ταν μέ­χρις αἵ­μα­τος οἱ εὐ­σε­βεῖς ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Ἀλ­λά, ὦ Πά­τερ θει­ό­τα­τε, ὅ­πως σέ ὅ­λη σου τήν ζω­ή φρόν­τι­σες πε­ρισ­σό­τε­ρο γιά τήν ὠ­φέ­λεια τῶν ἀ­δελ­φῶν σου, πα­ρά γιά τήν δι­κή σου, μέ τόν ἴ­διο τρό­πο καί τώ­ρα πού στέκεσαι κοντά στόν θεῖ­ο θρό­νο με­σί­τευ­σε, σέ πα­ρα­κα­λοῦ­με, με­σί­τευ­σε πρός τόν Κύ­ριο καί γιά ἐ­μᾶς τούς ἁ­μαρ­τω­λούς, πού ἀ­κό­μη τα­ξι­δεύ­ου­με αὐ­τό τό πο­λυ­τά­ρα­χο πέ­λα­γος τῆς ζω­ῆς. Ἀ­κό­μη στήν ἐ­πί­γεια αὐ­τή πα­νή­γυ­ρι ἐμ­πο­ρευ­ό­μα­στε. Ἀ­κό­μη στό ἐ­πι­κίν­δυ­νο αὐτό νο­ερό στά­διο ἀν­τι­πα­λεύ­ου­με· (τρι­πλα­σι­ά­ζου­με τήν φω­νή)· με­σί­τευ­σε πρός τόν Κύ­ριο, γιά νά κα­τα­λή­ξου­με σέ λι­μά­νι γα­λή­νιο· γιά νά δι­α­λυ­θῆ ἡ πα­νή­γυ­ρις μέ εὐ­τυ­χί­α καί κέρ­δος, γιά νά φα­νοῦ­με νι­κη­τές τῶν ἀ­ο­ρά­των ἐ­χθρῶν μας καί νά λά­βου­με ξι­ο­πρε­πῶς τόν στέφα­νο τῆς νί­κης ἀ­πό τόν ἀ­γω­νο­θέ­τη Θε­ό καί ἐ­σέ­να μέν νά δο­ξά­ζου­με μέ τίς ἐ­τή­σι­ες μνῆ­μες καί ἑορ­τές, στόν δέ μο­να­δι­κό Τριαδικό Θε­ό νά  προ­σφέ­ρου­με ἀ­κα­τά­ παυ­στα τίς λα­τρεῖ­ες καί τίς εὐ­χα­ρι­στί­ες· στόν ὁ­ποῖ­ο ἁρ­μό­ζει κά­θε δό­ξα, κρά­τος καί ἔ­παι­νος στούς αἰ­ῶ­νες. Ἀ­μήν.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης