* Ὁ Ἅ­γι­ος Νε­ο­μάρ­τυς Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ὁ Θεσ­σα­λο­νι­κεύς, ὁ ἐν Σμύρ­νῃ μαρ­τυ­ρή­σας κα­τά τό ἔ­τος 1794, ξί­φει τε­λει­οῦται.

  * Ὁ Ἅ­γι­ος Νε­ο­μάρ­τυς Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ὁ Θεσ­σα­λο­νι­κεύς, ὁ ἐν Σμύρ­νῃ μαρ­τυ­ρή­σας κα­τά τό ἔ­τος 1794, ξί­φει τε­λει­οῦται.

 + Δός τήν κε­φα­λήν ὦ Ἀ­λέ­ξαν­δρ’ εὐ­θύ­φρον,

Καί στέμ­μα λά­βε χει­ρός ἐκ τοῦ Κυ­ρί­ου.

 

Αὐ­τός ὁ πα­νύ­μνη­τος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν με­γα­λού­πο­λι Θεσ­σα­λο­νί­κη. Οἱ γο­νεῖς του κα­τοι­κοῦ­σαν στό μο­να­στή­ρι τῆς Λα­ο­δη­γί­ας, τό κοι­νῶς ὀ­νο­μα­ζό­με­νο Λα­γω­δι­α­νή, στό ὁ­ποῖ­ο κα­τοι­κεῖ μέ­χρι καί σή­με­ρα ἡ μη­τέ­ρα του, πού εἶ­ναι ἀ­κό­μη ζων­τα­νή  Καί ἐ­πει­δή, ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος, ἔ­λα­χε νά εἶ­ναι καί ὄ­μορ­φος στήν ὄ­ψι, δέν ὑ­πῆρ­χε τρό­πος νά μήν πέ­ση σέ πει­ρα­σμό, σύμ­φω­να μέ τήν τυ­ραν­νι­κή συ­νή­θει­α, πού σ’ ἐ­κεί­νη τήν πό­λι ἔ­χουν οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί· γι’ αὐ­τό γιά νά τόν γλυ­τώ­σουν οἱ γο­νεῖς του ἀ­πό τήν βί­α ἐ­κεί­νου, πού τοῦ ἐ­πι­βου­λευ­ό­ταν τήν σω­φρο­σύ­νη, ἀ­ναγ­κά­σθη­καν, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ἡ μη­τέ­ρα του, νά τόν φυ­γα­δέ­ψουν μα­κρι­ά· καί τόν ἔ­στει­λαν στήν Σμύρ­νη, τά­χα, σάν σέ τό­πο ἀ­σφα­λέ­στε­ρο. Ἀλ­λά τί νά πῆ κα­νείς; Θά μπο­ροῦ­σε νά ­πῆ κα­νείς, ὅτι ἀ­πέ­φυ­γε τό φί­δι καί ἔ­πε­σε σέ δρά­κον­τα. Γλύ­τω­σε ἀ­πό ἀρ­κού­δα καί συ­νάν­τη­σε λέ­ον­τα. Ἀ­πέ­φυ­γε τόν μι­κρό κίν­δυ­νο τῆς σω­φρο­σύ­νης καί ἐ­κεῖ ἔ­πε­σε στόν τέ­λει­ο γκρε­μό τῆς ἀ­πώ­λει­ας, δι­ό­τι δέν γνω­ρί­ζω ἤ μέ τήν βί­α ἤ μέ ἀ­πά­τη ἀ­πο­ποι­ή­θη­κε τήν πά­τρι­α θρη­σκεί­α καί τούρ­κε­ψε. Λέ­νε κά­ποιοι, ὅ­τι μέ ἕ­ναν Τοῦρ­κο ἀ­γᾶ συ­να­να­στρά­φη­κε καί μέ δό­λο πα­γί­δευ­σε ἐ­κεῖ­νος τήν ἁ­πλῆ ψυ­χή, ἀ­λλοί­μο­νο! στήν ἀ­σέ­βει­α. Δέν πέ­ρα­σε πο­λύς και­ρός καί φεύ­γει ἀ­πό τόν ἀ­γᾶ ἐ­κεῖ­νον, πά­νω καί κά­τω πε­ρι­πλα­νώ­με­νος, ἕ­ως ὅ­του κα­τάν­τη­σε νά πά­η καί στήν ἴ­δια τήν Μέκ­κα, ἐ­κεῖ ὅ­που β­ρί­σκε­ται ὁ τά­φος τοῦ Μω­ά­μεθ, ὅ­πως αὐ­τός ὁ ἴ­διος  ὕ­στε­ρα ἐ­νώ­πι­ον τοῦ δι­κα­στῆ αὐ­τό τό ἴ­διο ἔ­λε­γε, πε­ρι­φρο­νῶν­τας καί ἐμ­παί­ζον­τας τά θρη­σκεύ­μα­τά τους. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν καί στό ἑ­ξῆς πε­ρι­φε­ρό­ταν σέ πό­λεις καί σέ τό­πους καί δι­ά­φο­ρες πε­ρι­ο­χές, μέ τό σχῆ­μα τῶν Δερ­βί­ση­δων. Ἀλ­λά ὅ­πως φαί­νε­ται. ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος, δέν κα­τα­πά­τη­σε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά τήν συ­νεί­δη­σί του, οὔ­τε καί θό­λω­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τήν ψυ­χή του μέ κά­ποιες ἄλ­λες αἰ­σχρές πρά­ξεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες μά­λι­στα εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νες στό γέ­νος τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν. Φαί­νε­ται πώς αἰ­σθα­νό­ταν ζων­τα­νό τόν ἔ­λεγ­χο τῆς ἁ­γί­ας συ­νει­δή­σε­ως. Φαί­νε­ται, πώς ἡ σκέ­ψι του ἀ­πό πολ­λά χρό­νι­α πρίν ἤ καί ἀ­πό τήν ἀρ­χή του, ἄρ­χι­σε νά κοι­λο­πο­νᾶ τό μαρ­τύ­ρι­ο, γιά νά ἐ­ξα­λεί­ψη μέ τό αἷ­μα του τήν ἀ­νο­μί­α του. Ἔ­τσι, ἀ­κό­μη καί μέ τό τα­πει­νό­τα­το ἐ­κεῖ­νο σχῆ­μα περ­πα­τοῦ­σε μέ πολ­λή συ­στο­λή καί σε­μνό­τη­τα καί σχε­δόν ἀ­να­γνω­ρι­ζό­ταν, πώς ἦ­ταν συ­νε­τός, καί φρό­νι­μος. Μά­λι­στα ὑ­πο­κρι­νό­ταν, πώς εἶ­ναι τρελ­λός καί τά­χα σάν τέ­τοιος ἔ­λε­γε πολ­λά κα­τά τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν, ἐ­πι­πλήτ­τον­τάς τους πι­κρά γιά τίς πολ­λές τους ἀ­δι­κί­ες καί πα­ρα­νο­μί­ες καί ὅτι κα­τα­τυ­ραν­νοῦν καί κα­τα­δυ­να­στεύ­ουν τόν φτω­χό ρα­γιά, πού ὁ Θε­ός τούς τόν ἔ­δω­σε ἐ­νέ­χυ­ρο νά τόν κυ­βερ­νοῦν καί ὄ­χι νά τόν κα­τα­τρώ­γουν καί δέν συλ­λο­γί­ζον­ται, ἔ­λε­γε, ὅτι ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι πλά­σμα­τα ἑ­νός Θε­οῦ. Καί αὐ­τά μέν συ­νη­θί­ζουν νά τά λέ­νε καί ἄλ­λοι δερ­βί­ση­δες, ἀλ­λά αὐ­τός τούς ἔ­λε­γε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρα καί μέ τόλ­μη πα­ρά­δο­ξη καί ἀ­συ­νή­θι­στη, ἔ­τσι ὥ­στε ἀ­πό τήν πολ­λή δρι­μύ­τη­τα τῶν ἐ­πι­πλή­ξε­ων, πολ­λές φο­ρές τούς ἐ­ξώρ­γι­ζε· καί στό Ρα­χή­τι τῆς Αἰ­γύ­πτου τό­σο πο­λύ θύ­μω­σαν ἐ­ναν­τί­ον του, ὥ­στε ἀ­πο­φά­σι­σαν με­ρι­κοί Τοῦρ­κοι Κρη­τι­κοί νά τόν σκο­τώ­σουν, λέ­γον­τας, πώς χω­ρίς ἄλ­λο, αὐ­τός δέν εἶ­ναι Τοῦρ­κος, ἀλ­λά Χρι­στια­νός. Αὐτό ὅ­ταν ἔγινε γνωστό, ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ, δι­ό­τι ὅ­πως φαί­νε­ται ἕ­νας τέ­τοιος θά­να­τος, δέν ἦ­ταν φα­νε­ρά καί ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως πρό­στι­μο τῆς Χρι­στια­νι­κῆς ὁ­μο­λο­γί­ας, ὅ­πως ἔ­γι­νε ὕ­στε­ρα. Καί εἶ­χαν τήν ὑ­πο­ψί­α ἐ­κεῖ­νοι, πώς τά­χα ἦ­ταν Χρι­στια­νός, ἐ­πει­δή τόν ἔ­βλε­παν πού συ­χνά συ­να­να­στρε­φό­ταν μέ τούς Χρι­στια­νούς καί μέ πολ­λή ἡ­με­ρό­τη­τα καί γλυ­κύ­τη­τα συ­νω­μι­λοῦ­σε μέ αὐ­τούς. Ὅ­ταν λοι­πόν συ­ναν­τι­ό­ταν μέ Χρι­στια­νούς μο­να­χούς, συ­χνά συ­νή­θι­ζε νά λέ­η μέ αἰ­νιγ­μα­τι­κό τρό­πο, ὅ­τι τό ἕ­να εἶ­ναι τρί­α καί τά τρί­α εἶ­ναι ἕ­να καί, ὅ­ποιος δέν ἔ­χει τά τρί­α,  δέν ἔ­χει οὔ­τε τό ἕ­να. Μά­λι­στα  ὅ­ταν  ἦ­ταν ἀ­κό­μη  στήν Αἴ­γυ­πτο, σέ κά­ποι­ον Πα­να­γι­ώ­τη Ζα­γο­ραῖ­ο, ξε­θάρ­ρε­ψε νά ­πῆ καί κά­ποι­α ἄλ­λα μυ­στι­κό­τε­ρα, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α ἐ­κεῖ­νος κα­τά­λα­βε καί βε­βαι­ώ­θη­κε, πώς ἦ­ταν Χρι­στια­νός. Φεύ­γον­τας ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο ἀ­νέ­βη­κε στήν πα­τρί­δα του τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη ἀ­γνώ­ρι­στος, δέ­κα χρό­νια πρίν ἀ­πό τό μαρ­τύ­ριό του. Ἀ­πό ἐ­κεῖ πη­γαί­νον­τας πά­λι σέ ἄλ­λους καί ἄλ­λους τό­πους, ἔ­φθα­σε καί στήν Χῖ­ο καί τόν χρό­νο ἐ­κεῖ­νον μαρ­τύ­ρη­σε.

Τήν με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή ­πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί στά­θη­κε στήν Ἀ­κο­λου­θί­α προ­σευ­χό­με­νος, ὅ­πως μαρ­τύ­ρη­σε ὁ ἐ­φη­μέ­ρι­ος ἐ­κεί­νης τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μί­α ἡ­μέ­ρα, πού β­ρι­σκό­ταν σέ κά­ποιο μέ­ρος, ἄρ­χι­σε νά κά­μνη ἕ­ναν πι­κρό ἔ­λεγ­χο τῶν Τούρ­κων. Ἕ­νας Χρι­στια­νός Χῖ­ος, εὐ­πα­τρί­δης, ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι κον­τά του καί ἀ­μέ­σως ἔ­φυ­γε μα­κρι­ά ἀ­πό τόν φό­βο του. Φαί­νε­ται λοι­πόν πώς ὁ Μα­κά­ρι­ος ἐ­κεῖ­νος μέ ἐ­κεῖ­νο τό δερ­βί­σι­κο σχῆ­μα, βρῆκε ἕ­να κατάλληλο τρό­πο γιά νά δι­δά­σκη στούς Τούρ­κους σω­φρο­σύ­νη καί δι­και­ο­σύ­νη καί φι­λαν­θρω­πί­α καί κά­θε ἄλ­λη ἀ­ρε­τή· καί αὐ­τός ὁ ἴ­διος ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας τόν ἑ­αυ­τό του ὡς κα­λό πα­ρά­δειγ­μα δίδασκε τα­πεί­νω­σι, με­τρι­ό­τη­τα, ἔλ­λει­ψι ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν καί κά­θε εἴδους ἄ­σκη­σι. Οὔ­τε ἤ­θε­λε νά ἐ­πι­βα­ρύ­νη κα­νέ­ναν ζη­τῶν­τας ἀ­πό τούς με­γά­λους καί πλού­σι­ους χρή­μα­τα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζουν νά κά­νουν οἱ ἄλ­λοι δερ­βί­ση­δες. Ἀλ­λά με­τα­χει­ρι­ζό­ταν κά­ποιους τρό­πους καί κά­ποιες ἐρ­γα­σί­ες, μέ τίς ὁ­ποῖ­ες ἔ­βγα­ζε τά πρός τό ζῆν. Πα­ρέ­μει­νε λοι­πόν στό σχῆ­μα ἐ­κεῖ­νο γιά δε­κα­ο­κτώ χρό­νι­α. Δι­ό­τι, ὅ­πως φαί­νε­ται, ἡ φω­τιά ἐ­κεί­νη πού ὁ Χρι­στός ἦλ­θε νά βά­λη στήν γῆ, σέ ἄλ­λους ἐ­ξά­πτει τήν φλό­γα της γρή­γο­ρα καί σ’ ἄλ­λους ἀρ­γό­τε­ρα, βέ­βαι­α ὅ­πως κρί­νει τό πι­ό συμ­φέ­ρον ὁ ψυ­χο­σώ­στης Κύ­ρι­ος ἀ­πό ψη­λά. Λοι­πόν, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πό τήν Χῖ­ο στήν Σμύρ­νη μέ τό σχῆ­μα τοῦ Δερ­βί­ση αὐ­τός ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ἄ­κου­σε ἀ­πό μέ­σα του τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ, πού μι­λοῦ­σε μυ­στι­κά στήν ἀ­γα­θή του καρ­διά, πώς ἤ­δη ἔ­φθα­σε ἡ ὥ­ρα γιά νά μι­λή­ση μέ παρ­ρη­σί­α καί νά τε­λει­ώ­ση τόν ἐ­δῶ καί πολ­λά χρό­νι­α σκο­πό του. Βέ­βαι­α πρέ­πει νά εἶ­χε καί κά­ποιον πνευ­μα­τι­κό πα­τέ­ρα, μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τήν γνώ­μη ἔ­φθα­σε σέ αὐ­τό τό μέ­γα στά­δι­ο, ὅ­μως, μέ­χρι αὐ­τή τήν ὥ­ρα, πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στος σ’ ἐ­μᾶς, καί πα­ρ’ ὅ­λο πού πολ­λοί ἐ­ρεύ­νη­σαν πο­λύ, ὡ­στό­σο δέν τόν ἔ­μα­θαv. Λοι­πόν τρί­τη ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δος, δη­λα­δή αὐ­τή πρίν ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Πεν­τη­κο­στή, ἀ­φοῦ ὡ­πλί­σθη­κε κα­λά μέ τήν δύ­να­μι τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε ἡ σω­τή­ρια νί­κη στόν κό­σμο, πῆ­γε στόν δι­κα­στή, δη­λα­δή τόν Μου­λᾶ τῆς πό­λε­ως καί μέ ὅ­λη τήν τόλ­μη πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπρο­στά του καί ἀ­πο­κά­λυ­ψε τόν ἑ­αυ­τό του, ποι­ός ἦ­ταν πρῶ­τα, τί ἔ­γι­νε ὕ­στε­ρα καί, ὅ­τι, ἐ­πει­δή με­τά­νοι­ω­σε, ἐ­πα­νέρ­χε­ται στήν πρώ­τη του κα­τά­στα­σι. Δη­λα­δή εἶ­πε μέ φω­νή με­γά­λη καί λαμ­πρή· «Δι­κα­στά, ἐ­γώ ἤ­μουν Χρι­στια­νός καί ἀ­πό τήν ἀ­νο­η­σί­α μου ἀρ­νή­θη­κα τήν πί­στι μου καί ἔ­γι­να Τοῦρ­κος. Ὕ­στε­ρα κα­τά­λα­βα, πώς ἡ πρώ­τη μου πί­στι ἦ­ταν φῶς καί τό ἔ­χα­σα, ἐ­νῶ ἡ δι­κή σας εἶ­ναι σκο­τά­δι, ὅ­πως τήν γνώ­ρι­σα. Γι’ αὐ­τό ἦλ­θα σή­με­ρα μπρο­στά σας γιά νά ὁ­μο­λο­γή­σω, πώς ἔ­σφα­λα, πού ἀρ­νή­θη­κα τό φῶς καί δέ­χθη­κα τό σκο­τά­δι. Χρι­στια­νός γεν­νή­θη­κα, Χρι­στια­νός θέ­λω νά πε­θά­νω. Ὁ­ρί­στε, ἄ­κου­σες τήν ἀ­πό­φα­σί μου, δι­κα­στά, κά­νε τώ­ρα καί ἐ­σύ σ’ ἐ­μέ­να, ὅ,­τι θέ­λεις, δι­ό­τι εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νά πά­θω κά­θε βα­σα­νι­στή­ριο καί νά χύ­σω καί τό αἷ­μα μου γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ μου, τόν ὁ­ποῖ­ο κα­κῶς τόν ἀρ­νή­θη­κα». Καί ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τά, πέ­τα­ξε μπρο­στά στό Μου­λᾶ τό δερ­βί­σι­κο κά­λυμ­μα τῆς κε­φα­λῆς καί, «ὁ­ρί­στε», λέ­ει, «καί τό ση­μά­δι τῆς θρη­σκεί­ας σας», καί ἀν­τί γιά ἐ­κεῖ­νο ἔ­βα­λε ἕ­να Χρι­στια­νι­κό κά­λυμ­μα στήν κε­φα­λή του, τό ὁ­ποῖ­ο τό εἶ­χε προ­ε­τοι­μα­σμέ­νο. Κα­θέ­νας τώ­ρα καί ἀ­πό μό­νος του κα­τα­λα­βαί­νει, τί δι­ά­θε­σι ἀ­πέ­κτη­σε ἡ σκέ­ψι καί ἡ καρ­διά ἡ ἀ­λα­ζο­νι­κή καί ὑ­πε­ρή­φα­νη ἐ­κεί­νου τοῦ δυ­νά­στη. Πραγ­μα­τι­κά καί ἐ­κεῖ­νος καί ὅ­σοι ἄλ­λοι κα­τά τύ­χη βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ, ἔ­μει­ναν ἄ­φω­νοι σάν ἐκ­στα­τι­κοί, βλέ­πον­τας ἕ­ναν δερ­βί­ση ἔ­τσι ξαφ­νι­κά, ἀ­πό τό ἕ­να μέ­ρος νά ἀ­να­κη­ρύσ­ση τόν ἑ­αυ­τό του Χρι­στια­νό καί ἀ­πό τό ἄλ­λο νά ἀ­τι­μά­ζη ἔ­τσι ἀ­σύ­στο­λα τόν μω­α­με­θα­νι­σμό, νά ἐ­λέγ­χη τήν μα­ται­ό­τη­τά τους καί νά ­ξευ­τε­λί­ζη τήν ἀ­νό­σι­α θρη­σκεί­α τους. Τό­σο πο­λύ τούς λύ­πη­σε καί τούς τά­ρα­ξε τό ἀ­προσ­δό­κη­το τῆς παρ­ρη­σί­ας τοῦ ἄνδρα. Ὅ­μως ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νά τοῦ ἀ­πο­κρι­θοῦν, πρῶ­τος ὁ δι­κα­στής καί μα­ζί μέ αὐ­τόν ὕ­στε­ρα ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι, τοῦ εἶπαν· «Τί εἶ­ναι αὐ­τά τά ἀ­νέλ­πι­στα πράγ­μα­τα; Ἔ­χα­σες τά μυα­λά σου, δέν ἔρ­χε­σαι στά λο­γι­κά σου; Ἐ­σύ, δερ­βί­σης ἄν­θρω­πος καί νά λές τέ­τοια λό­για καί νά ντρο­πιά­ζης τήν πί­στι σου καί τήν ὑ­πό­λη­ψί σου;». Σ’ αὐτά ὁ Μάρ­τυρας ἀ­πο­κρί­θη­κε σο­φώ­τα­τα· «Ἀ­λη­θι­νά, ἤ­μουν ἔ­ξω ἀ­πό τά μυα­λά μου καί τώ­ρα ἦλ­θα στά λο­γι­κά μου ὁ­μο­λο­γῶν­τας μέ παρ­ρη­σί­α τήν ἀ­νο­μί­α μου. Καί ἐ­πει­δή λέ­τε, πώς εἶ­μαι δερ­βί­σης καί λέ­ω τέ­τοια λό­για, βέ­βαι­α, λέ­ω τήν ἀ­λή­θει­α, δι­ό­τι ἐ­γώ καί στόν Κι­αν­μπέν σας ­πῆ­γα καί ὅ­λη σας τήν θρη­σκεί­α τήν ἐ­ξέ­τα­σα καί κα­τά­λα­βα, πώς ὅ­λα σας εἶ­ναι ψέ­μα­τα καί λει­ψά»· καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α εἶπε καί σύμ­φω­να μέ αὐ­τά μί­λη­σε σ’ αὐ­τούς μέ πολ­λή ἐ­λευ­θε­ρο­στο­μί­α. Καί ἐ­κεῖ­νοι, ὅ­ταν τά ἄ­κου­σαν αὐ­τά τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­καν μέ θυ­μό καί ὀρ­γή, πώς εἶ­ναι με­θυ­σμέ­νος καί σάν με­θυ­σμέ­νος μι­λά­ει. Γι’ αὐ­τό καί ὁ δι­κα­στής θε­ω­ρῶν­τας τον με­θυ­σμέ­νο, πρό­στα­ξε νά τόν βά­λουν στήν φυ­λα­κή, ἕ­ως νά τοῦ πε­ρά­ση ὁ σκο­τι­σμός τῆς μέ­θης καί νά ἔλ­θη στά λο­γι­κά του. Τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα, δη­λα­δή τήν Τε­τάρ­τη, πού συγ­κεν­τρώ­θη­καν καί ἄλ­λοι πε­ρισ­σό­τε­ροι στόν Μου­λᾶ, πρό­στα­ξε ὁ δι­κα­στής νά τόν πα­ρα­στή­σουν γιά δεύ­τε­ρη ἐ­ξέ­τα­σι. Ὁ Μάρ­τυ­ρας, ἀ­φοῦ δυ­να­μώ­θη­κε κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν προ­η­γού­με­νη φυ­λα­κή, ὡ­μο­λό­γη­σε μπρο­στά σέ ὅ­λους τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό ὡς Θε­ό ἀ­λη­θι­νό καί μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη τόλ­μη ἐ­πέ­πλη­ξε καί πε­ρι­φρό­νη­σε τήν δι­κή τους θρη­σκεί­α, ὥ­στε τούς ἐ­ξέ­πλη­ξε ὅ­λους.

Ἐ­κεῖ­νοι ὅμως καί παρ’ ὅ­λο, πού αὐ­τά τά λό­για τοῦ Μάρτυρα τούς ἐ­ρέ­θι­ζαν καί τούς ἐ­ξώρ­γι­ζαν, ὡ­στό­σο ἐλ­πί­ζον­τας μή­πως τοῦ με­τα­βά­λουν τήν γνώ­μη, ὄ­χι τό­σο γιά νά τόν κερ­δί­σουν, ἀλ­λά γιά νά μή ντρο­πια­σθοῦν μέ­χρι τό τέ­λος, ἄρ­χι­σαν νά τόν με­τα­χει­ρί­ζων­ται μέ κο­λα­κεῖ­ες. Καί “δέν λυ­πᾶ­σαι, ἄν­θρω­πε, τήν ζω­ή σου;” τοῦ ἔ­λε­γαν, “λυ­πή­σου τά νιά­τα σου. Ζή­τη­σε ὅ,­τι θέ­λεις νά σοῦ δώ­σου­με καί χρήματα καί ροῦ­χα καί ὅ,­τι ἄλ­λο ἀ­γα­πᾶς καί ἐ­πι­θυ­μεῖς”. Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος ὁ Μα­κά­ρι­ος ἔμεινε ἀνυποχώρητος ἀ­πό τήν ἀρ­χή σέ ὅ­λα, καί οὔ­τε τίς ἀ­πει­λές τοῦ θα­νά­του φο­βή­θη­κε, οὔ­τε ἀ­πό τίς κο­λα­κεῖ­ες τους πα­ρα­σύρ­θη­κε, ἀλ­λά μά­λι­στα τούς ἀ­πο­κρί­θη­κε μέ ἕ­να θαυ­μα­στό καί ἀ­πα­ρά­μιλ­λο φρό­νη­μα, λέ­γον­τας· «Για­τί ἀ­νό­η­τοι, μοῦ προ­βάλ­λε­τε θά­να­το; Ἐ­γώ γι’ αὐ­τό κυ­ρί­ως ἦλ­θα, γιά νά πε­θά­νω γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ γλυ­κυ­τά­του μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Για­τί μά­ται­οι προ­σπα­θεῖ­τε νά με­τα­βάλ­λε­τε τήν στα­θε­ρή μου ἀ­πό­φα­σι μέ τίς ἀ­πα­τη­λές καί τι­πο­τέ­νιες σας ὑ­πο­σχέ­σεις; Ἐ­γώ μί­α ἀ­λη­θι­νή εὐ­δαι­μο­νί­α συλ­λο­γί­ζο­μαι γιά μέ­να, τό νά πε­θά­νω γιά τήν Ἁ­γί­α μου πί­στι, τήν ὁ­ποί­α κα­κῶς ἀρ­νή­θη­κα. Νά πε­θά­νω ἀ­πό αὐ­τή τήν ψεύ­τι­κη ζω­ή, γιά νά κερ­δί­σω τήν ἄλ­λη, τήν ἀ­λη­θι­νή, τήν αἰ­ώ­νι­α. Χρι­στια­νός γεν­νή­θη­κα, Χρι­στια­νός θέ­λω νά πε­θά­νω. Αὐ­τό πο­θῶ, γι’ αὐ­τό δι­ψῶ, γι’ αὐ­τό ἦλ­θα. Λοι­πόν ἐ­σεῖς κά­νε­τε σ’ ἐ­μέ­να ὅ,­τι θέ­λε­τε, εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νά πά­θω τά πάν­τα γιά τόν Δε­σπό­τη μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό». Λοι­πόν, ἀ­φοῦ τόν ἔ­κλει­σαν πά­λι στήν φυ­λα­κή, ἐ­κεῖ τόν ἄ­φη­σαν μέ­χρι τήν Πα­ρα­σκευ­ή. Τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς τήν τι­μοῦν με­γα­λο­πρε­πῶς σάν μί­α σε­βά­σμι­α ἡ­μέ­ρα οἱ Ὀ­θω­μα­νοί. Γι’ αὐ­τό καί συ­νη­θί­ζουν ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα νά συγ­κεν­τρώ­νων­ται στόν δι­κα­στή κά­θε πό­λε­ως οἱ ἀ­γά­δες καί οἱ προ­ε­στοί τοῦ τό­που καί ὅ­λοι μα­ζί ἀ­πό ἐ­κεῖ νά πη­γαί­νουν καί στό τζα­μί. Εἴ­τε λοι­πόν ἐξ αἰ­τί­ας τῆς συ­νή­θει­ας αὐ­τῆς, εἴ­τε ἐξ αἰ­τί­ας τῆς φή­μης, πού δι­α­δό­θη­κε, πώς ἕ­νας δερ­βί­σης πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μέ τόλ­μη στόν Μου­λᾶ ὡς Χρι­στια­νός καί αὐ­τό ση­μαί­νει με­γά­λο ὄ­νει­δος καί ντρο­πή γιά τό μέτ μω­α­μέτ, εἴ­τε καί γιά τά δύ­ο αἴ­τι­α, τήν ἐρ­χό­με­νη Πα­ρα­σκευ­ή ὅ­λοι οἱ Ἁ­γι­άν­νη­δες καί οἱ πι­ό ἔγ­κρι­τοι τῆς Σμύρ­νης, συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὅ­λοι μα­ζί στόν Μου­λᾶ. Ἀλ­λά καί πο­λύς λα­ός, ὅ­ταν τά ἔ­μα­θε αὐ­τά συ­νέ­τρε­ξαν πρός τά ἐ­κεῖ. Καί λοι­πόν βγά­ζουν τόν Μάρ­τυ­ρα ἀ­πό τήν φυ­λα­κή καί πα­ρουσιάζεται γιά τρί­τη φο­ρά στό δι­κα­στή­ρι­ο, γιά νά ὁ­μο­λο­γή­ση καί γιά τρί­τη φο­ρά τήν πί­στι τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος, αὐ­τός πού πρω­τύ­τε­ρα εἶ­χε ἀ­σύ­νε­τα ἀρ­νη­θῆ τήν Ἁ­γί­α Τρι­ά­δα. Αὐτό καί ἔ­γι­νε ἐν­τε­λέ­στα­τα καί θε­ο­φι­λέ­στα­τα. Δι­ό­τι, ὅ­ταν τόν ­ρώ­τη­σαν καί ὁ Μου­λᾶς δη­λα­δή καί οἱ ὑ­πό­λοι­ποι, ἄν ἦλ­θε στά λο­γι­κά του, ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ γεν­ναῖ­ος ἀ­θλη­τής τοῦ Χρι­στοῦ· «Καί ἤ­μουν καί εἶ­μαι μέ τήν χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ μου στά σύγ­κα­λά μου. Καί εἶ­πα καί λέ­ω πολ­λές φο­ρές, ὅ­τι Χρι­στια­νός γεν­νή­θη­κα, Χρι­στια­νός θέ­λω νά πε­θά­νω. Δέν ἀλ­λά­ζω μέ τό φῶς τό σκο­τά­δι. Προ­σκυ­νῶ Πα­τέ­ρα, Υἱ­ό καί Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, Τρι­ά­δα ὁ­μο­ού­σι­ον καί ἀ­χώ­ρι­στον». Καί ἐ­νῷ τά ἔ­λε­γε αὐ­τά σχη­μά­τι­ζε στόν ἑ­αυ­τό του καί τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ. Λοι­πόν μό­λις τά ἄ­κου­σαν αὐ­τά οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί καί εἶ­δαν ἀ­πό τήν μιά τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς Ἁ­γί­ας του ψυ­χῆς καί ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι ἐντελῶς ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη προ­σπά­θει­α καί με­τα­χεί­ρι­σι, μέ κοι­νή τους γνώ­μη ὅ­λοι τους ἀ­πο­φά­σι­σαν νά πε­θά­νη ὁ ὑ­βρι­στής τοῦ μω­α­με­θα­νι­σμοῦ, χω­ρίς ἀ­να­βο­λή και­ροῦ καί ἔ­τσι ὁ δι­κα­στής ἐ­ξέ­δω­σε ἐγ­γρά­φως ἐ­ναν­τί­ον του τήν ἀ­πό­φα­σι νά θα­να­τω­θῆ ἀ­πό ξί­φος.

Με­τα­φέ­ρε­ται λοι­πόν ἀ­πό τούς ὑ­πη­ρέ­τες τοῦ ἄρ­χον­τα ὁ γεν­ναῖ­ος ἀ­θλη­τής τοῦ Χρι­στοῦ στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης μέ δε­μέ­να τά χέ­ρια, ὅ­πως συ­νή­θι­ζαν νά κά­νουν μέ τούς κα­τά­δι­κους καί σέ ὅ­λο τόν δρό­μο οἱ ἰ­μά­μη­δες καί οἱ χο­τζά­δες, δέν ἔ­πα­ψαν νά τόν συμ­βου­λεύ­ουν καί νά προ­σπα­θοῦν μέ κά­θε τρό­πο νά τόν δι­α­στρέ­ψουν καί νά τόν προ­σελ­κύ­σουν στήν γνώ­μη τους, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος ὁ Μα­κά­ρι­ος δέν ἔ­δι­νε καμ­μί­α προ­σο­χή στά ὀ­λέ­θρι­α γιά τήν ψυ­χή του λό­για τους, ἀλ­λά εἶ­χε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά τόν νοῦ του προ­ση­λω­μέ­νο στόν Χρι­στό καί στό μα­κά­ρι­ο τέ­λος γιά χά­ρι του, ἀ­πο­κρι­νό­με­νος συ­χνά ἕ­ναν καί μό­νο λό­γο· «Χρι­στια­νός εἶ­μαι καί Χρι­στια­νός θά πε­θά­νω». Ὤ μα­κα­ρί­ας φω­νῆς! Ὤ γεν­ναί­ας ἐν­στά­σε­ως! Ὤ ψυ­χῆς, πού καί­γε­ται ἀ­πό τόν θεῖ­ο ἔ­ρω­τα! Στό πα­ρά­δο­ξο αὐ­τό θέ­α­μα συ­νέ­τρε­ξαν ἀ­να­ρίθ­μη­τα πλή­θη ἀν­θρώ­πων ἀ­πό ὅ­λα τά γέ­νη καί τίς φυ­λές, πού κα­τοι­κοῦν σ’ ἐ­κεί­νη τήν πό­λι, δη­λα­δή καί Τοῦρ­κοι καί Ρω­μαῖ­οι καί Φράγ­κοι καί Ἀρ­μέ­νι­οι. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­στη­σε στήν μέ­ση ἐ­κεί­νου τοῦ πο­λυ­πλη­θοῦς θε­ά­τρου ὁ δή­μι­ος τόν Μάρ­τυ­ρα, τρα­βᾶ μπρο­στά στά μά­τια του τό σπα­θί καί τοῦ τό δεί­χνει γυ­μνό καί ἀ­πα­στρά­πτον, τά­χα γιά νά τόν φο­βή­ση, ἀλ­λά ὁ Μάρ­τυρας τό­σο πο­λύ δέν φαι­νό­ταν κα­τά­πλη­κτος καί τό­ση ἀ­φο­βί­α ἔ­δει­χνε στό πρό­σω­πο, ὥ­στε βλέ­πον­τάς τον ἕ­νας ἀ­πό τούς Φράγ­κους, ὡρ­κί­σθη­κε, ὅ­τι ἀ­κό­μα δέν εἶ­δε σέ ἄν­θρω­πο τό­ση στα­θε­ρό­τη­τα. Με­τά ἀ­πό αὐ­τό τόν πρό­στα­ξε νά γο­να­τί­ση καί γο­νά­τι­σε ὁ Μάρ­τυρας καί ἀ­μέ­σως φθά­νει προ­στα­γή ἀ­πό τόν Μου­λᾶ, νά κά­νη ὑ­πο­μο­νή ὁ δή­μι­ος, διότι πρό­κει­ται νά ἔλ­θη στό θέ­α­μα αὐ­τό καί ὁ υἱ­ός τοῦ Μου­λᾶ. Καί ἀ­να­βάλ­λει τήν ἀ­πο­το­μή ὁ δή­μι­ος γιά μί­α ὥ­ρα καί πε­ρισ­σό­τε­ρο καί σέ ὅ­λο ἐ­κεῖ­νο τό δι­ά­στη­μα τῆς ὥ­ρας ὁ Μάρ­τυρας ἔ­με­νε ἐ­κεῖ γο­να­τι­στός, βλέ­πον­τας μό­νο μπρο­στά του μέ σκυμ­μέ­νη τήν κε­φα­λή καί ἀ­κα­τά­παυ­στα προ­σευ­χό­με­νος καί μέ τόν νοῦ του καί μέ τά χεί­λη του. Ἐ­δῶ βέ­βαι­α δέν ἀμ­φι­βάλ­λω, πώς μέ­σα σ’ ἐ­κεί­νη τήν ἁ­γί­α σκέ­ψι γι­νό­ταν συ­νε­χῶς μί­α κρί­σι καί κα­τά­κρι­σι τοῦ Κό­σμου καί τοῦ κο­σμο­κρά­το­ρα καί πώς ἀ­πό ψη­λά ὁ ἀ­γω­νο­θέ­της Χρι­στός ἐ­νί­σχυ­ε μέ

 

τήν παν­το­δύ­να­μη χά­ρι του τόν δι­κό του ἀ­θλη­τή. Καί δέν ἦ­ταν λί­γη καί ἡ ἀ­γω­νί­α τῶν ὀρ­θο­δό­ξων καί τῶν ὁ­μο­γε­νῶν του Χρι­στια­νῶν, ὅ­σο ἔ­βλε­παν τήν ὥ­ρα νά περ­νᾶ, συλ­λο­γι­ζό­με­νοι τό ἀ­σθε­νές τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Ἀλ­λά τέ­λος πάν­των νί­κη­σε ὁ Χρι­στός, ὕ­ψω­σε τήν ἁ­γί­α του πί­στι μέ τό λαμ­πρό Μαρ­τύ­ρι­ο τοῦ Ἀ­λε­ξάν­δρου καί οἱ εὐ­σε­βεῖς εὐ­φράν­θη­καν καί οἱ Ἄγ­γε­λοι χά­ρη­καν, ἐνῶ οἱ δαί­μο­νες θρή­νη­σαν καί οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τῆς πλά­νης ἔ­μει­ναν ντρο­πι­α­σμέ­νοι μέ τόν θά­να­το γιά χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ  τοῦ γεν­ναί­ου καί θαυ­μα­στοῦ αὐ­τοῦ ἀ­θλη­τῆ, μέ τήν χά­ρι τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καί τό κρά­τος μα­ζί μέ τόν Πα­τέ­ρα καί τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

(Νέ­ον Μαρ­τυ­ρο­λό­γι­ον, σελ. 217-222).

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον ἡμᾶς.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης