* Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀλέξανδρος, ὁ Θεσσαλονικεύς, ὁ ἐν Σμύρνῃ μαρτυρήσας κατά τό ἔτος 1794, ξίφει τελειοῦται.
+ Δός τήν κεφαλήν ὦ Ἀλέξανδρ’ εὐθύφρον,
Καί στέμμα λάβε χειρός ἐκ τοῦ Κυρίου.
Αὐτός ὁ πανύμνητος καταγόταν ἀπό τήν μεγαλούπολι Θεσσαλονίκη. Οἱ γονεῖς του κατοικοῦσαν στό μοναστήρι τῆς Λαοδηγίας, τό κοινῶς ὀνομαζόμενο Λαγωδιανή, στό ὁποῖο κατοικεῖ μέχρι καί σήμερα ἡ μητέρα του, πού εἶναι ἀκόμη ζωντανή Καί ἐπειδή, ὅταν ἦταν νέος, ἔλαχε νά εἶναι καί ὄμορφος στήν ὄψι, δέν ὑπῆρχε τρόπος νά μήν πέση σέ πειρασμό, σύμφωνα μέ τήν τυραννική συνήθεια, πού σ’ ἐκείνη τήν πόλι ἔχουν οἱ Ἀγαρηνοί· γι’ αὐτό γιά νά τόν γλυτώσουν οἱ γονεῖς του ἀπό τήν βία ἐκείνου, πού τοῦ ἐπιβουλευόταν τήν σωφροσύνη, ἀναγκάσθηκαν, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ μητέρα του, νά τόν φυγαδέψουν μακριά· καί τόν ἔστειλαν στήν Σμύρνη, τάχα, σάν σέ τόπο ἀσφαλέστερο. Ἀλλά τί νά πῆ κανείς; Θά μποροῦσε νά πῆ κανείς, ὅτι ἀπέφυγε τό φίδι καί ἔπεσε σέ δράκοντα. Γλύτωσε ἀπό ἀρκούδα καί συνάντησε λέοντα. Ἀπέφυγε τόν μικρό κίνδυνο τῆς σωφροσύνης καί ἐκεῖ ἔπεσε στόν τέλειο γκρεμό τῆς ἀπώλειας, διότι δέν γνωρίζω ἤ μέ τήν βία ἤ μέ ἀπάτη ἀποποιήθηκε τήν πάτρια θρησκεία καί τούρκεψε. Λένε κάποιοι, ὅτι μέ ἕναν Τοῦρκο ἀγᾶ συναναστράφηκε καί μέ δόλο παγίδευσε ἐκεῖνος τήν ἁπλῆ ψυχή, ἀλλοίμονο! στήν ἀσέβεια. Δέν πέρασε πολύς καιρός καί φεύγει ἀπό τόν ἀγᾶ ἐκεῖνον, πάνω καί κάτω περιπλανώμενος, ἕως ὅτου κατάντησε νά πάη καί στήν ἴδια τήν Μέκκα, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ὁ τάφος τοῦ Μωάμεθ, ὅπως αὐτός ὁ ἴδιος ὕστερα ἐνώπιον τοῦ δικαστῆ αὐτό τό ἴδιο ἔλεγε, περιφρονῶντας καί ἐμπαίζοντας τά θρησκεύματά τους. Ἀπό τότε λοιπόν καί στό ἑξῆς περιφερόταν σέ πόλεις καί σέ τόπους καί διάφορες περιοχές, μέ τό σχῆμα τῶν Δερβίσηδων. Ἀλλά ὅπως φαίνεται. ὁ εὐλογημένος, δέν καταπάτησε ὁλοκληρωτικά τήν συνείδησί του, οὔτε καί θόλωσε περισσότερο τήν ψυχή του μέ κάποιες ἄλλες αἰσχρές πράξεις, οἱ ὁποῖες μάλιστα εἶναι συνηθισμένες στό γένος τῶν Ὀθωμανῶν. Φαίνεται πώς αἰσθανόταν ζωντανό τόν ἔλεγχο τῆς ἁγίας συνειδήσεως. Φαίνεται, πώς ἡ σκέψι του ἀπό πολλά χρόνια πρίν ἤ καί ἀπό τήν ἀρχή του, ἄρχισε νά κοιλοπονᾶ τό μαρτύριο, γιά νά ἐξαλείψη μέ τό αἷμα του τήν ἀνομία του. Ἔτσι, ἀκόμη καί μέ τό ταπεινότατο ἐκεῖνο σχῆμα περπατοῦσε μέ πολλή συστολή καί σεμνότητα καί σχεδόν ἀναγνωριζόταν, πώς ἦταν συνετός, καί φρόνιμος. Μάλιστα ὑποκρινόταν, πώς εἶναι τρελλός καί τάχα σάν τέτοιος ἔλεγε πολλά κατά τῶν Ἀγαρηνῶν, ἐπιπλήττοντάς τους πικρά γιά τίς πολλές τους ἀδικίες καί παρανομίες καί ὅτι κατατυραννοῦν καί καταδυναστεύουν τόν φτωχό ραγιά, πού ὁ Θεός τούς τόν ἔδωσε ἐνέχυρο νά τόν κυβερνοῦν καί ὄχι νά τόν κατατρώγουν καί δέν συλλογίζονται, ἔλεγε, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι πλάσματα ἑνός Θεοῦ. Καί αὐτά μέν συνηθίζουν νά τά λένε καί ἄλλοι δερβίσηδες, ἀλλά αὐτός τούς ἔλεγε ἀκόμη περισσότερα καί μέ τόλμη παράδοξη καί ἀσυνήθιστη, ἔτσι ὥστε ἀπό τήν πολλή δριμύτητα τῶν ἐπιπλήξεων, πολλές φορές τούς ἐξώργιζε· καί στό Ραχήτι τῆς Αἰγύπτου τόσο πολύ θύμωσαν ἐναντίον του, ὥστε ἀποφάσισαν μερικοί Τοῦρκοι Κρητικοί νά τόν σκοτώσουν, λέγοντας, πώς χωρίς ἄλλο, αὐτός δέν εἶναι Τοῦρκος, ἀλλά Χριστιανός. Αὐτό ὅταν ἔγινε γνωστό, ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ, διότι ὅπως φαίνεται ἕνας τέτοιος θάνατος, δέν ἦταν φανερά καί ὁμολογουμένως πρόστιμο τῆς Χριστιανικῆς ὁμολογίας, ὅπως ἔγινε ὕστερα. Καί εἶχαν τήν ὑποψία ἐκεῖνοι, πώς τάχα ἦταν Χριστιανός, ἐπειδή τόν ἔβλεπαν πού συχνά συναναστρεφόταν μέ τούς Χριστιανούς καί μέ πολλή ἡμερότητα καί γλυκύτητα συνωμιλοῦσε μέ αὐτούς. Ὅταν λοιπόν συναντιόταν μέ Χριστιανούς μοναχούς, συχνά συνήθιζε νά λέη μέ αἰνιγματικό τρόπο, ὅτι τό ἕνα εἶναι τρία καί τά τρία εἶναι ἕνα καί, ὅποιος δέν ἔχει τά τρία, δέν ἔχει οὔτε τό ἕνα. Μάλιστα ὅταν ἦταν ἀκόμη στήν Αἴγυπτο, σέ κάποιον Παναγιώτη Ζαγοραῖο, ξεθάρρεψε νά πῆ καί κάποια ἄλλα μυστικότερα, ἀπό τά ὁποῖα ἐκεῖνος κατάλαβε καί βεβαιώθηκε, πώς ἦταν Χριστιανός. Φεύγοντας ἀπό τήν Αἴγυπτο ἀνέβηκε στήν πατρίδα του τήν Θεσσαλονίκη ἀγνώριστος, δέκα χρόνια πρίν ἀπό τό μαρτύριό του. Ἀπό ἐκεῖ πηγαίνοντας πάλι σέ ἄλλους καί ἄλλους τόπους, ἔφθασε καί στήν Χῖο καί τόν χρόνο ἐκεῖνον μαρτύρησε.
Τήν μεγάλη Τεσσαρακοστή πῆγε στήν Ἐκκλησία καί στάθηκε στήν Ἀκολουθία προσευχόμενος, ὅπως μαρτύρησε ὁ ἐφημέριος ἐκείνης τῆς Ἐκκλησίας. Μία ἡμέρα, πού βρισκόταν σέ κάποιο μέρος, ἄρχισε νά κάμνη ἕναν πικρό ἔλεγχο τῶν Τούρκων. Ἕνας Χριστιανός Χῖος, εὐπατρίδης, ἔτυχε νά εἶναι κοντά του καί ἀμέσως ἔφυγε μακριά ἀπό τόν φόβο του. Φαίνεται λοιπόν πώς ὁ Μακάριος ἐκεῖνος μέ ἐκεῖνο τό δερβίσικο σχῆμα, βρῆκε ἕνα κατάλληλο τρόπο γιά νά διδάσκη στούς Τούρκους σωφροσύνη καί δικαιοσύνη καί φιλανθρωπία καί κάθε ἄλλη ἀρετή· καί αὐτός ὁ ἴδιος ἀναδεικνύοντας τόν ἑαυτό του ὡς καλό παράδειγμα δίδασκε ταπείνωσι, μετριότητα, ἔλλειψι ὑλικῶν ἀγαθῶν καί κάθε εἴδους ἄσκησι. Οὔτε ἤθελε νά ἐπιβαρύνη κανέναν ζητῶντας ἀπό τούς μεγάλους καί πλούσιους χρήματα, ὅπως συνηθίζουν νά κάνουν οἱ ἄλλοι δερβίσηδες. Ἀλλά μεταχειριζόταν κάποιους τρόπους καί κάποιες ἐργασίες, μέ τίς ὁποῖες ἔβγαζε τά πρός τό ζῆν. Παρέμεινε λοιπόν στό σχῆμα ἐκεῖνο γιά δεκαοκτώ χρόνια. Διότι, ὅπως φαίνεται, ἡ φωτιά ἐκείνη πού ὁ Χριστός ἦλθε νά βάλη στήν γῆ, σέ ἄλλους ἐξάπτει τήν φλόγα της γρήγορα καί σ’ ἄλλους ἀργότερα, βέβαια ὅπως κρίνει τό πιό συμφέρον ὁ ψυχοσώστης Κύριος ἀπό ψηλά. Λοιπόν, ἀφοῦ πέρασε ἀπό τήν Χῖο στήν Σμύρνη μέ τό σχῆμα τοῦ Δερβίση αὐτός ὁ Ἀλέξανδρος, ἄκουσε ἀπό μέσα του τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, πού μιλοῦσε μυστικά στήν ἀγαθή του καρδιά, πώς ἤδη ἔφθασε ἡ ὥρα γιά νά μιλήση μέ παρρησία καί νά τελειώση τόν ἐδῶ καί πολλά χρόνια σκοπό του. Βέβαια πρέπει νά εἶχε καί κάποιον πνευματικό πατέρα, μέ τοῦ ὁποίου τήν γνώμη ἔφθασε σέ αὐτό τό μέγα στάδιο, ὅμως, μέχρι αὐτή τήν ὥρα, παραμένει ἄγνωστος σ’ ἐμᾶς, καί παρ’ ὅλο πού πολλοί ἐρεύνησαν πολύ, ὡστόσο δέν τόν ἔμαθαv. Λοιπόν τρίτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, δηλαδή αὐτή πρίν ἀπό τήν Ἁγία Πεντηκοστή, ἀφοῦ ὡπλίσθηκε καλά μέ τήν δύναμι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, μέ τόν ὁποῖο ἔγινε ἡ σωτήρια νίκη στόν κόσμο, πῆγε στόν δικαστή, δηλαδή τόν Μουλᾶ τῆς πόλεως καί μέ ὅλη τήν τόλμη παρουσιάσθηκε μπροστά του καί ἀποκάλυψε τόν ἑαυτό του, ποιός ἦταν πρῶτα, τί ἔγινε ὕστερα καί, ὅτι, ἐπειδή μετάνοιωσε, ἐπανέρχεται στήν πρώτη του κατάστασι. Δηλαδή εἶπε μέ φωνή μεγάλη καί λαμπρή· «Δικαστά, ἐγώ ἤμουν Χριστιανός καί ἀπό τήν ἀνοησία μου ἀρνήθηκα τήν πίστι μου καί ἔγινα Τοῦρκος. Ὕστερα κατάλαβα, πώς ἡ πρώτη μου πίστι ἦταν φῶς καί τό ἔχασα, ἐνῶ ἡ δική σας εἶναι σκοτάδι, ὅπως τήν γνώρισα. Γι’ αὐτό ἦλθα σήμερα μπροστά σας γιά νά ὁμολογήσω, πώς ἔσφαλα, πού ἀρνήθηκα τό φῶς καί δέχθηκα τό σκοτάδι. Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός θέλω νά πεθάνω. Ὁρίστε, ἄκουσες τήν ἀπόφασί μου, δικαστά, κάνε τώρα καί ἐσύ σ’ ἐμένα, ὅ,τι θέλεις, διότι εἶμαι ἕτοιμος νά πάθω κάθε βασανιστήριο καί νά χύσω καί τό αἷμα μου γιά τήν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μου, τόν ὁποῖο κακῶς τόν ἀρνήθηκα». Καί ἀφοῦ εἶπε αὐτά, πέταξε μπροστά στό Μουλᾶ τό δερβίσικο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς καί, «ὁρίστε», λέει, «καί τό σημάδι τῆς θρησκείας σας», καί ἀντί γιά ἐκεῖνο ἔβαλε ἕνα Χριστιανικό κάλυμμα στήν κεφαλή του, τό ὁποῖο τό εἶχε προετοιμασμένο. Καθένας τώρα καί ἀπό μόνος του καταλαβαίνει, τί διάθεσι ἀπέκτησε ἡ σκέψι καί ἡ καρδιά ἡ ἀλαζονική καί ὑπερήφανη ἐκείνου τοῦ δυνάστη. Πραγματικά καί ἐκεῖνος καί ὅσοι ἄλλοι κατά τύχη βρέθηκαν ἐκεῖ, ἔμειναν ἄφωνοι σάν ἐκστατικοί, βλέποντας ἕναν δερβίση ἔτσι ξαφνικά, ἀπό τό ἕνα μέρος νά ἀνακηρύσση τόν ἑαυτό του Χριστιανό καί ἀπό τό ἄλλο νά ἀτιμάζη ἔτσι ἀσύστολα τόν μωαμεθανισμό, νά ἐλέγχη τήν ματαιότητά τους καί νά ξευτελίζη τήν ἀνόσια θρησκεία τους. Τόσο πολύ τούς λύπησε καί τούς τάραξε τό ἀπροσδόκητο τῆς παρρησίας τοῦ ἄνδρα. Ὅμως ἐπειδή ἦταν ἀνάγκη νά τοῦ ἀποκριθοῦν, πρῶτος ὁ δικαστής καί μαζί μέ αὐτόν ὕστερα ὅλοι οἱ ἄλλοι, τοῦ εἶπαν· «Τί εἶναι αὐτά τά ἀνέλπιστα πράγματα; Ἔχασες τά μυαλά σου, δέν ἔρχεσαι στά λογικά σου; Ἐσύ, δερβίσης ἄνθρωπος καί νά λές τέτοια λόγια καί νά ντροπιάζης τήν πίστι σου καί τήν ὑπόληψί σου;». Σ’ αὐτά ὁ Μάρτυρας ἀποκρίθηκε σοφώτατα· «Ἀληθινά, ἤμουν ἔξω ἀπό τά μυαλά μου καί τώρα ἦλθα στά λογικά μου ὁμολογῶντας μέ παρρησία τήν ἀνομία μου. Καί ἐπειδή λέτε, πώς εἶμαι δερβίσης καί λέω τέτοια λόγια, βέβαια, λέω τήν ἀλήθεια, διότι ἐγώ καί στόν Κιανμπέν σας πῆγα καί ὅλη σας τήν θρησκεία τήν ἐξέτασα καί κατάλαβα, πώς ὅλα σας εἶναι ψέματα καί λειψά»· καί ἄλλα παρόμοια εἶπε καί σύμφωνα μέ αὐτά μίλησε σ’ αὐτούς μέ πολλή ἐλευθεροστομία. Καί ἐκεῖνοι, ὅταν τά ἄκουσαν αὐτά τοῦ ἀποκρίθηκαν μέ θυμό καί ὀργή, πώς εἶναι μεθυσμένος καί σάν μεθυσμένος μιλάει. Γι’ αὐτό καί ὁ δικαστής θεωρῶντας τον μεθυσμένο, πρόσταξε νά τόν βάλουν στήν φυλακή, ἕως νά τοῦ περάση ὁ σκοτισμός τῆς μέθης καί νά ἔλθη στά λογικά του. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα, δηλαδή τήν Τετάρτη, πού συγκεντρώθηκαν καί ἄλλοι περισσότεροι στόν Μουλᾶ, πρόσταξε ὁ δικαστής νά τόν παραστήσουν γιά δεύτερη ἐξέτασι. Ὁ Μάρτυρας, ἀφοῦ δυναμώθηκε κατά κάποιον τρόπο περισσότερο ἀπό τήν προηγούμενη φυλακή, ὡμολόγησε μπροστά σέ ὅλους τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Θεό ἀληθινό καί μέ περισσότερη τόλμη ἐπέπληξε καί περιφρόνησε τήν δική τους θρησκεία, ὥστε τούς ἐξέπληξε ὅλους.
Ἐκεῖνοι ὅμως καί παρ’ ὅλο, πού αὐτά τά λόγια τοῦ Μάρτυρα τούς ἐρέθιζαν καί τούς ἐξώργιζαν, ὡστόσο ἐλπίζοντας μήπως τοῦ μεταβάλουν τήν γνώμη, ὄχι τόσο γιά νά τόν κερδίσουν, ἀλλά γιά νά μή ντροπιασθοῦν μέχρι τό τέλος, ἄρχισαν νά τόν μεταχειρίζωνται μέ κολακεῖες. Καί “δέν λυπᾶσαι, ἄνθρωπε, τήν ζωή σου;” τοῦ ἔλεγαν, “λυπήσου τά νιάτα σου. Ζήτησε ὅ,τι θέλεις νά σοῦ δώσουμε καί χρήματα καί ροῦχα καί ὅ,τι ἄλλο ἀγαπᾶς καί ἐπιθυμεῖς”. Ἀλλά ἐκεῖνος ὁ Μακάριος ἔμεινε ἀνυποχώρητος ἀπό τήν ἀρχή σέ ὅλα, καί οὔτε τίς ἀπειλές τοῦ θανάτου φοβήθηκε, οὔτε ἀπό τίς κολακεῖες τους παρασύρθηκε, ἀλλά μάλιστα τούς ἀποκρίθηκε μέ ἕνα θαυμαστό καί ἀπαράμιλλο φρόνημα, λέγοντας· «Γιατί ἀνόητοι, μοῦ προβάλλετε θάνατο; Ἐγώ γι’ αὐτό κυρίως ἦλθα, γιά νά πεθάνω γιά τήν ἀγάπη τοῦ γλυκυτάτου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιατί μάταιοι προσπαθεῖτε νά μεταβάλλετε τήν σταθερή μου ἀπόφασι μέ τίς ἀπατηλές καί τιποτένιες σας ὑποσχέσεις; Ἐγώ μία ἀληθινή εὐδαιμονία συλλογίζομαι γιά μένα, τό νά πεθάνω γιά τήν Ἁγία μου πίστι, τήν ὁποία κακῶς ἀρνήθηκα. Νά πεθάνω ἀπό αὐτή τήν ψεύτικη ζωή, γιά νά κερδίσω τήν ἄλλη, τήν ἀληθινή, τήν αἰώνια. Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός θέλω νά πεθάνω. Αὐτό ποθῶ, γι’ αὐτό διψῶ, γι’ αὐτό ἦλθα. Λοιπόν ἐσεῖς κάνετε σ’ ἐμένα ὅ,τι θέλετε, εἶμαι ἕτοιμος νά πάθω τά πάντα γιά τόν Δεσπότη μου Ἰησοῦ Χριστό». Λοιπόν, ἀφοῦ τόν ἔκλεισαν πάλι στήν φυλακή, ἐκεῖ τόν ἄφησαν μέχρι τήν Παρασκευή. Τήν ἡμέρα αὐτή τῆς Παρασκευῆς τήν τιμοῦν μεγαλοπρεπῶς σάν μία σεβάσμια ἡμέρα οἱ Ὀθωμανοί. Γι’ αὐτό καί συνηθίζουν ἐκείνη τήν ἡμέρα νά συγκεντρώνωνται στόν δικαστή κάθε πόλεως οἱ ἀγάδες καί οἱ προεστοί τοῦ τόπου καί ὅλοι μαζί ἀπό ἐκεῖ νά πηγαίνουν καί στό τζαμί. Εἴτε λοιπόν ἐξ αἰτίας τῆς συνήθειας αὐτῆς, εἴτε ἐξ αἰτίας τῆς φήμης, πού διαδόθηκε, πώς ἕνας δερβίσης παρουσιάσθηκε μέ τόλμη στόν Μουλᾶ ὡς Χριστιανός καί αὐτό σημαίνει μεγάλο ὄνειδος καί ντροπή γιά τό μέτ μωαμέτ, εἴτε καί γιά τά δύο αἴτια, τήν ἐρχόμενη Παρασκευή ὅλοι οἱ Ἁγιάννηδες καί οἱ πιό ἔγκριτοι τῆς Σμύρνης, συγκεντρώθηκαν ὅλοι μαζί στόν Μουλᾶ. Ἀλλά καί πολύς λαός, ὅταν τά ἔμαθε αὐτά συνέτρεξαν πρός τά ἐκεῖ. Καί λοιπόν βγάζουν τόν Μάρτυρα ἀπό τήν φυλακή καί παρουσιάζεται γιά τρίτη φορά στό δικαστήριο, γιά νά ὁμολογήση καί γιά τρίτη φορά τήν πίστι τῆς Ἁγίας Τριάδος, αὐτός πού πρωτύτερα εἶχε ἀσύνετα ἀρνηθῆ τήν Ἁγία Τριάδα. Αὐτό καί ἔγινε ἐντελέστατα καί θεοφιλέστατα. Διότι, ὅταν τόν ρώτησαν καί ὁ Μουλᾶς δηλαδή καί οἱ ὑπόλοιποι, ἄν ἦλθε στά λογικά του, ἀποκρίθηκε ὁ γενναῖος ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ· «Καί ἤμουν καί εἶμαι μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ μου στά σύγκαλά μου. Καί εἶπα καί λέω πολλές φορές, ὅτι Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός θέλω νά πεθάνω. Δέν ἀλλάζω μέ τό φῶς τό σκοτάδι. Προσκυνῶ Πατέρα, Υἱό καί Ἅγιο Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καί ἀχώριστον». Καί ἐνῷ τά ἔλεγε αὐτά σχημάτιζε στόν ἑαυτό του καί τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Λοιπόν μόλις τά ἄκουσαν αὐτά οἱ Ἀγαρηνοί καί εἶδαν ἀπό τήν μιά τό ἀμετάθετο τῆς Ἁγίας του ψυχῆς καί ἀπελπισμένοι ἐντελῶς ἀπό κάθε ἄλλη προσπάθεια καί μεταχείρισι, μέ κοινή τους γνώμη ὅλοι τους ἀποφάσισαν νά πεθάνη ὁ ὑβριστής τοῦ μωαμεθανισμοῦ, χωρίς ἀναβολή καιροῦ καί ἔτσι ὁ δικαστής ἐξέδωσε ἐγγράφως ἐναντίον του τήν ἀπόφασι νά θανατωθῆ ἀπό ξίφος.
Μεταφέρεται λοιπόν ἀπό τούς ὑπηρέτες τοῦ ἄρχοντα ὁ γενναῖος ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ στόν τόπο τῆς καταδίκης μέ δεμένα τά χέρια, ὅπως συνήθιζαν νά κάνουν μέ τούς κατάδικους καί σέ ὅλο τόν δρόμο οἱ ἰμάμηδες καί οἱ χοτζάδες, δέν ἔπαψαν νά τόν συμβουλεύουν καί νά προσπαθοῦν μέ κάθε τρόπο νά τόν διαστρέψουν καί νά τόν προσελκύσουν στήν γνώμη τους, ἀλλά ἐκεῖνος ὁ Μακάριος δέν ἔδινε καμμία προσοχή στά ὀλέθρια γιά τήν ψυχή του λόγια τους, ἀλλά εἶχε ὁλοκληρωτικά τόν νοῦ του προσηλωμένο στόν Χριστό καί στό μακάριο τέλος γιά χάρι του, ἀποκρινόμενος συχνά ἕναν καί μόνο λόγο· «Χριστιανός εἶμαι καί Χριστιανός θά πεθάνω». Ὤ μακαρίας φωνῆς! Ὤ γενναίας ἐνστάσεως! Ὤ ψυχῆς, πού καίγεται ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα! Στό παράδοξο αὐτό θέαμα συνέτρεξαν ἀναρίθμητα πλήθη ἀνθρώπων ἀπό ὅλα τά γένη καί τίς φυλές, πού κατοικοῦν σ’ ἐκείνη τήν πόλι, δηλαδή καί Τοῦρκοι καί Ρωμαῖοι καί Φράγκοι καί Ἀρμένιοι. Ἀφοῦ λοιπόν ἔστησε στήν μέση ἐκείνου τοῦ πολυπληθοῦς θεάτρου ὁ δήμιος τόν Μάρτυρα, τραβᾶ μπροστά στά μάτια του τό σπαθί καί τοῦ τό δείχνει γυμνό καί ἀπαστράπτον, τάχα γιά νά τόν φοβήση, ἀλλά ὁ Μάρτυρας τόσο πολύ δέν φαινόταν κατάπληκτος καί τόση ἀφοβία ἔδειχνε στό πρόσωπο, ὥστε βλέποντάς τον ἕνας ἀπό τούς Φράγκους, ὡρκίσθηκε, ὅτι ἀκόμα δέν εἶδε σέ ἄνθρωπο τόση σταθερότητα. Μετά ἀπό αὐτό τόν πρόσταξε νά γονατίση καί γονάτισε ὁ Μάρτυρας καί ἀμέσως φθάνει προσταγή ἀπό τόν Μουλᾶ, νά κάνη ὑπομονή ὁ δήμιος, διότι πρόκειται νά ἔλθη στό θέαμα αὐτό καί ὁ υἱός τοῦ Μουλᾶ. Καί ἀναβάλλει τήν ἀποτομή ὁ δήμιος γιά μία ὥρα καί περισσότερο καί σέ ὅλο ἐκεῖνο τό διάστημα τῆς ὥρας ὁ Μάρτυρας ἔμενε ἐκεῖ γονατιστός, βλέποντας μόνο μπροστά του μέ σκυμμένη τήν κεφαλή καί ἀκατάπαυστα προσευχόμενος καί μέ τόν νοῦ του καί μέ τά χείλη του. Ἐδῶ βέβαια δέν ἀμφιβάλλω, πώς μέσα σ’ ἐκείνη τήν ἁγία σκέψι γινόταν συνεχῶς μία κρίσι καί κατάκρισι τοῦ Κόσμου καί τοῦ κοσμοκράτορα καί πώς ἀπό ψηλά ὁ ἀγωνοθέτης Χριστός ἐνίσχυε μέ
τήν παντοδύναμη χάρι του τόν δικό του ἀθλητή. Καί δέν ἦταν λίγη καί ἡ ἀγωνία τῶν ὀρθοδόξων καί τῶν ὁμογενῶν του Χριστιανῶν, ὅσο ἔβλεπαν τήν ὥρα νά περνᾶ, συλλογιζόμενοι τό ἀσθενές τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἀλλά τέλος πάντων νίκησε ὁ Χριστός, ὕψωσε τήν ἁγία του πίστι μέ τό λαμπρό Μαρτύριο τοῦ Ἀλεξάνδρου καί οἱ εὐσεβεῖς εὐφράνθηκαν καί οἱ Ἄγγελοι χάρηκαν, ἐνῶ οἱ δαίμονες θρήνησαν καί οἱ ὑπηρέτες τῆς πλάνης ἔμειναν ντροπιασμένοι μέ τόν θάνατο γιά χάρι τοῦ Χριστοῦ τοῦ γενναίου καί θαυμαστοῦ αὐτοῦ ἀθλητῆ, μέ τήν χάρι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
(Νέον Μαρτυρολόγιον, σελ. 217-222).
Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον ἡμᾶς.


Login