Θάλλουσαν εὗρον ἐν πόλῳ τροφήν ξένην,
Θαλλός τε καί Τρόφιμος ἀθληταί δύω.
Στά χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ καί Μαξιμιανοῦ καί ὅταν ἦταν ἡγεμόνας στήν Λαοδίκεια ὁ Ἀσκληπιός, κατά τό ἔτος 298, ἔγινε διωγμός κατά τῶν Χριστιανῶν. Τότε ἦταν καί οἱ Ἅγιοι αὐτοί, ὁ Τρόφιμος καί ὁ Θαλλός, καταγόμενοι ἀπό μία πόλι, πού ὀνομάζεται Στρατονίκη, ἡ ὁποία τώρα ὀνομάζεται Στρατονίκεια καί βρίσκεται στήν ἐπαρχία τῆς Καρίας, ἡ ὁποία στήν τουρκική γλῶσσα λέγεται Ἀϊδανελλί. Αὐτοί λοιπόν, ἀφοῦ συνελήφθηκαν γιά τήν ὁμολογία στόν Χριστό, λιθοβολήθηκαν γιά ἀρκετές ὧρες, μέ τήν θεία χάρι ὅμως παρέμειναν ἀβλαβεῖς. Αὐτό τό θαυμάσιο βλέποντας ὁ ἡγεμόνας καί ἐκεῖνοι πού ἦταν μαζί του, ντράπηκαν καί ἄφησαν πρός τό παρόν τούς Μάρτυρες νά ζοῦν ἀτιμώρητοι.
Ὕστερα ὅμως πάλι, ἀφοῦ συκοφαντήθηκαν, παρουσιάσθηκαν στό κριτήριο καί τόν μέν Χριστό ὡμολόγησαν Θεό ἀληθινό μπροστά σέ ὅλους, τά δέ εἴδωλα, τά περιέπαιξαν καί τόν τύραννο ἔλεγξαν, ὁπότε τόν ἔκαναν νά ὀργισθῆ. Γι’ αὐτό κρέμασαν τούς Ἁγίους γυμνούς ἐπάνω σέ ξύλο καί τίς σάρκες τους τίς ξέσχισαν δυνατά. Οἱ δέ Ἅγιοι προσευχόμενοι περιέπαιζαν τούς Ἕλληνας, ὁπότε ἄναψαν περισσότερο τόν θυμό τοῦ τυράννου, ὁ ὁποῖος πρόσταξε νά τελειωθοῦν μέ θάνατο σταυρικό.
Ὅταν λοιπόν οἱ Μάρτυρες πήγαιναν στόν τόπο τῆς τιμωρίας, τούς ἀκολουθοῦσε πολύ πλῆθος λαοῦ. Καί, ἐνῶ σταυρώνονταν, προσεύχονταν καί ἔλεγαν στόν λαό ἐκεῖνα, πού συνέφεραν στίς ψυχές τους. Οἱ δέ λαοί φρόντιζαν νά ἀγγίξουν τά ἱερά σώματα τῶν Ἁγίων καί ἄλλοι προθυμοποιοῦνταν νά λάβουν σταλαγματιές ἀπό τά αἵματά τους. Ἄλλοι πάλι νά πάρουν τά μαντήλια τους, ἄλλοι τά δακτυλίδια καί ἄλλοι κάποια ἄλλα εἴδη γιά εὐλογία καί ἁγιασμό, γιά ἀπομάκρυνσι καί ἐμπόδιο κάθε πάθους.
Στό τέλος, ἀφοῦ εὐλόγησαν οἱ Ἅγιοι ὅλους τούς ἐκεῖ παρόντες Χριστιανούς, τούς ἔστειλαν στά σπίτια τους, ἐνῶ αὐτοί παρέδωσαν τίς ψυχές τους στόν Κύριο καί ἔλαβαν ἀπό αὐτόν τούς ἁμαράντινους στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Μερικοί ὅμως ἀπό τούς εὐσεβεῖς Χριστιανούς, παίρνοντας τά ἅγιά τους λείψανα, τά τύλιξαν μέ σινδόνια καί τά ἐνταφίασαν σέ ἱερό τόπο. Τότε καί ἡ γυναίκα τοῦ ἄρχοντα Ἀσκληπιοῦ πῆγε καί ἄλειψε μέ μύρα καί ἀρώματα τήν θήκη τῶν ἁγίων λειψάνων καί ἅπλωσε ἐπάνω σέ αὐτά ἕνα σινδόνι ἄξιο μεγάλης τιμῆς. Ὕστερα δέ ὁ Ζώσιμος καί ὁ Ἀρτέμιος, οἱ εὐλαβεῖς καί πιστοί Χριστιανοί, συμπατριῶτες ὄντες μέ τούς Ἁγίους, πῆραν τήν θήκη τῶν ἁγίων λειψάνων καί τήν πῆγαν στήν δική τους πατρίδα Στρατονίκη καί τήν ἀποθησαύρισαν ἕνα μίλι πρίν ἀπό τήν πόλι, σέ τόπο, πού λέγεται Λατομία.


Login