Τῷ αὐτῷ μηνί IΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Λογγίνου τοῦ Ἑκατοντάρχου

 Τῷ αὐτῷ μηνί IΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Λογγίνου    τοῦ Ἑκατοντάρχου.

 Υἱόν Θεοῦ λέγων σε Χριστέ καί πάλιν,

Λογγῖνος ὡς πρίν, τέμνεται τόν αὐχένα.

Ἀμφ’ ἑκκαιδεκάτην Λογγῖνον ἄορ κατέπεφνεν.

  Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Τι­βε­ρί­ου Καί­σα­ρος, κα­τά τό ἔ­τος 15, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τήν χώ­ρα τῶν Καπ­πα­δο­κῶν, ἑ­κα­τόν­ταρ­χος ὄν­τας στό ἀ­ξί­ω­μα, ὑ­πό τόν Πι­λᾶ­το τόν ἡ­γε­μό­να τῆς Ἰ­ου­δαί­ας, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο δι­α­τά­χθη­κε νά ὑ­πη­ρε­τή­ση στά τί­μια καί σω­τή­ρια Πά­θη τοῦ Χρι­στοῦ, μα­ζί μέ τούς ὑ­πο­τασ­σό­με­νους σ’ αὐ­τόν στρα­τι­ῶ­τες καί νά φυ­λά­ξη τόν σφρα­γι­σμέ­νο τά­φο. Αὐ­τός λοι­πόν βλέ­πον­τας τά ἐ­ξαί­σια θαύ­μα­τα, πού ἔ­γι­ναν τό­τε στήν Σταύ­ρω­σι τοῦ Κυ­ρί­ου, δη­λα­δή τόν σει­σμό, τήν συ­σκό­τι­σι τοῦ ἡ­λί­ου, τό κα­τα­πέ­τα­σμα τοῦ Να­οῦ, πού σχί­σθη­κε ἀ­πό ἐ­πά­νω ἕ­ως κά­τω, τίς πέ­τρ­ες, πού σχί­σθη­καν, τά μνή­μα­τα, πού ἄ­νοι­ξαν καί πολ­λούς τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων Ἁ­γί­ων, πού ἀ­να­στή­θη­καν καί ἐ­μ­φα­νί­σθη­καν σέ πολ­λούς· αὐ­τά, λέ­ω, ὅ­λα βλέ­πον­τας, φώ­να­ξε μέ με­γά­λη φω­νή καί εἶ­πε· «Ἀ­λη­θῶς Θε­οῦ υἱ­ός ἦν οὗ­τος», ὅ­πως δι­η­γοῦν­ται συμ­φω­νῶν­τας καί οἱ τρεῖς θεῖ­οι Εὐ­αγ­γε­λι­στές, ὁ Ματ­θαῖ­ος, ὁ Μᾶρ­κος καί ὁ Λου­κᾶς. Γι’ αὐ­τό καί τά ἀρ­γύ­ρια, πού τοῦ ἔ­δι­ναν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, γιά νά δι­α­βά­λη τήν Ἀ­νά­στα­σι τοῦ Κυ­ρί­ου καί νά πῆ, ὅ­τι οἱ μα­θη­τές τόν ἔ­κλε­ψαν, τά ἀρ­γύ­ρια, λέ­ω, αὐ­τά δέν τά δέ­χθη­κε ὁ ἀ­οί­δι­μος. Ἀλ­λά τά ἀ­πο­στρά­φη­κε αὐ­τός καί δύ­ο ἄλ­λοι στρα­τι­ῶ­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀρ­γό­τε­ρα μα­ζί μέ αὐ­τόν μαρ­τύ­ρη­σαν.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἐ­γκα­τέ­λει­ψε ὁ μα­κά­ριος Λογ­γῖνος τήν στρα­τι­ω­τι­κή τά­ξι καί τό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ ἑ­κα­τόν­ταρ­χου, πῆ­γε στήν πα­τρί­δα του καί κή­ρυτ­τε ἀ­πο­στο­λι­κά τόν Χρι­στό, ὅ­τι εἶ­ναι Θε­ός ἀ­λη­θι­νός. Ὅ­ταν τό πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε αὐ­τό ὁ Πι­λᾶ­τος ἀ­πό τούς Ἰ­ου­δαί­ους, μᾶλ­λον ὅ­μως ἀ­φοῦ ἄλ­λα­ξε τήν γνώ­μη του πού τήν ἐ­ξα­γό­ρα­σαν μέ δῶ­ρα καί ἀρ­γύ­ρια, γρά­φει πρός τόν Καί­σα­ρα Τι­βέ­ριο καί κα­τη­γο­ρεῖ τόν Λογ­γῖ­νο, πού ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τό στρα­τι­ω­τι­κό του ἐ­πάγ­γελ­μα καί κη­ρύτ­τει στήν πα­τρί­δα του ὡς Θε­ό τόν Χρι­στό. Τό­τε ἀ­πο­στέλ­λον­ται ἐ­κεῖ­νοι, πού ἐ­πρό­κει­το νά θα­να­τώ­σουν τόν Ἅ­γιο. Καί ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σαν στήν πα­τρί­δα του Καπ­πα­δο­κί­α, τυ­χαῖ­α συ­ναν­τοῦν τόν ἴ­διο τόν Λογ­γῖ­νο, χω­ρίς νά γνω­ρί­σουν οὔ­τε ἐ­κεῖ­νοι αὐ­τόν, οὔ­τε αὐ­τός ἐ­κεί­νους. Καί ἀ­φοῦ φι­λο­ξε­νή­θη­καν μέ φι­λο­φρο­σύ­νη ἀ­πό τόν Ἅ­γιο, τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτουν τόν σκο­πό, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο πῆ­γαν ἐ­κεῖ. Ὁ Ἅ­γιος, χω­ρίς νά τα­ρα­χθῆ κα­θό­λου, δέ­χθη­κε μέ τό­ση με­γά­λη χα­ρά τήν εἴ­δη­σι αὐ­τή, ὥ­στε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τούς πε­ρι­ποι­ή­θη­κε καί τούς φι­λο­ξέ­νη­σε. Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ ἑ­τοί­μα­σε πρῶ­τα τόν τά­φο του καί τά ἀπα­ραί­τη­τα γιά τόν θά­να­το, κά­λε­σε καί τούς ἄλ­λους δύ­ο στρα­τι­ῶ­τες, πού ἔ­φυ­γαν μα­ζί του, γιά νά δε­χθοῦν καί αὐ­τοί μα­ζί του τό μαρ­τύ­ριο γιά τόν Χρι­στό.

Κα­τό­πιν φα­νέ­ρω­σε σέ ἐ­κεί­νους πού ἀ­πο­στάλ­θη­καν, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Λο­γγῖ­νος, τόν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­ζη­τοῦν. Οἱ ἀ­πε­σταλ­μέ­νοι, ὅ­ταν τό ἄ­κου­σαν αὐ­τό, πολύ λυ­πή­θη­καν. Τούς πα­ρε­κά­λε­σε ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος καί ἔ­τσι ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν αὐ­τόν καί τούς δύ­ο συ­στρα­τι­ῶ­τες του. Ἡ πάν­τι­μη κε­φα­λή τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­μέ­σως ἐ­στά­λη στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, γιά νά πλη­ρο­φο­ρη­θῆ, τό­σο ὁ Πι­λᾶ­τος, ὅ­σο καί οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, ὅ­τι πράγ­μα­τι ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε ὁ Λογ­γῖ­νος, τόν ὁ­ποῖ­ο μι­σοῦ­σαν αὐ­τοί. Καί ἐ­πί πλέ­ον, γιά νά πα­ρα­λά­βη ὁ Πι­λᾶ­τος ἀ­πό τούς Ἰ­ου­δαί­ους τά ἀρ­γύ­ρια, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει. Ἡ τί­μια κε­φα­λή τοῦ Μάρ­τυ­ρα ­τά­φηκε στά ­πε­ρί­χω­ρα τῆς πό­λε­ως Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ μέ­σα σέ ἕ­ναν λάκ­κο μέ κο­πριά.

Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πό πολ­λά χρό­νια μί­α γυ­ναίκα ἔν­δο­ξη καί πλού­σια, πού κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Καπ­πα­δο­κί­α, ἔ­χα­σε τήν ὅ­ρα­σί της καί ἔ­μει­νε τυ­φλή ἀ­πό μί­α ἀ­σθέ­νεια, πού τῆς συ­νέ­βη. Γι’ αὐ­τόν τόν λό­γο πῆ­γε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα μα­ζί μέ ἕ­να μο­νο­γε­νῆ της υἱό, μέ σκο­πό, νά μπο­ρέ­ση νά βρῆ τήν θε­ρα­πεί­α τῶν ὀ­φθαλ­μῶν της. Τόν και­ρό ὅ­μως πού βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ, πέ­θα­νε ὁ υἱ­ός της. Καί ἔ­τσι προ­στέ­θη­κε ἐ­πά­νω στήν μί­α της λύ­πη καί ἄλ­λη λύ­πη, ὁ­πό­τε διπλᾶ θρη­νοῦ­σε ἡ δυ­στυ­χι­σμέ­νη. Ἐ­νῷ λοι­πόν ἦ­ταν σέ τέ­τοι­α κα­τά­στα­σι, τῆς ἐμ­φα­νί­ζε­ται σέ ὄ­νει­ρο ὁ μα­κά­ριος Λογ­γῖ­νος καί τῆς λέ­ει, ποι­ός εἶ­ναι καί σέ ποι­ό μέ­ρος εἶ­ναι θαμ­μέ­νη ἡ κά­ρα του καί ὅ­τι, ἐ­άν σκά­ψη καί τήν πά­ρη, θά λά­βη ἀ­πό αὐ­τήν τήν θε­ρα­πεί­α τῶν ὀ­φθαλ­μῶν της καί ἐ­πί πλέ­ον, ὅ­τι θά δῆ καί τόν υἱό  της μέ δό­ξα.

Ὅ­ταν λοι­πόν ξύ­πνη­σε ἡ γυ­ναίκα καί βρῆ­κε τόν λάκ­κο μέ τήν κοπριά καί ἔ­σκα­ψε, βρῆ­κε καί πῆ­ρε τήν ἁ­γί­α κά­ρα τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί μέ τήν θεί­α χά­ρι, πού κα­τοι­κοῦ­σε ἐ­πά­νω της, ἔ­λα­βε­ τό φῶς της. Καί τόν υἱό  της ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά δῆ, νά βρί­σκε­ται μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο καί νά ἀ­πο­λαμ­βά­νη τήν δό­ξα καί τι­μή ἐ­κεί­νου στά οὐ­ρά­νια. Ἔ­βα­λε λοι­πόν σέ θή­κη καί τό λεί­ψα­νο τοῦ υἱοῦ της καί τήν κάρα τοῦ Μάρ­τυ­ρα, ἐ­πει­δή ἔ­τσι τῆς εἶ­πε νά κά­νη ὁ Ἅ­γιος. Καί παίρ­νον­τάς την πῆ­γε στήν Καπ­πα­δο­κί­α, πα­θαί­νον­τας ἐ­κεῖ­νο τό ἴ­διο, πού ἔ­πα­θε καί ὁ Σα­ούλ. Ὅ­πως, δηλα­δή, ἐ­κεῖ­νος, ζη­τῶντας τά ὑ­πο­ζύ­για τοῦ πα­τέ­ρα του, χω­ρίς νά ἐλ­πί­ζη, βρῆ­κε τήν βα­σι­λεί­α, ἔ­τσι καί αὐ­τή, ζη­τῶντας νά ἀ­πο­λά­βη τό φῶς τῶν ὀ­φθαλ­μῶν της καί αὐ­τό ἔ­λα­βε καί θερ­μό προ­στά­τη βρῆ­κε τόν Ἅ­γιο. Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ ἔ­κτι­σε Ἐκ­κλη­σί­α στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Λογ­γί­νου, ἐ­κεῖ ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­σε τήν ἱ­ε­ρή κά­ρα τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Καί μέ  αὐ­τή πλού­τη­σε μί­α βρύ­σι τῶν ἰ­α­μά­των καί γιά τόν ἑ­αυ­τό της καί γιά ὅ­λους τούς συμ­πα­τρι­ῶ­τες της Χρι­στια­νούς, πρός δό­ξα τοῦ Κυ­ρί­ου ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης