Αὐτός καταγόταν ἀπό τήν χώρα τῶν Καρχηδονίων, πού βρίσκεται στήν Ἀφρική, συναριθμούμενος στό στρατιωτικό τάγμα, τό καλούμενο τῶν Καλανδῶν, κατά τό ἔτος 288. Πηγαίνοντας στήν Ρώμη μέ ὅλο τό
στρατιωτικό τάγμα, μόνος αὐτός ἔλαμπε ἀνάμεσα στούς ἄλλους ἄπιστους στρατιῶτες, μέ τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καί ὁ ἀστέρας λάμπει ἀνάμεσα στήν σκοτεινή καί ἀσέληνη νύκτα, διότι κάποιος ἀπό τους προγόνους του ἦταν φωτισμένος ὁ μακάριος μέ τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Δηλαδή ὁ ἀπό τόν πατέρα του παπποῦς του, πηγαίνοντας στά Ἱεροσόλυμα, ὅταν ἦταν ἐπί γῆς ὁ Κύριος, καί βλέποντας μέ τά ἴδια του τά μάτια τά θαυμάσια πού ἔκαμνε, πίστευσε. Τότε ἐπιστρέφοντας στήν οἰκία του, ἔδωσε σέ ὅλους τούς συγγενεῖς του αὐτήν τήν καλή πραγματεία καί τόν φωτισμό τῆς θεογνωσίας. Ἐπειδή λοιπόν ὁ μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Καλλίστρατος φανερώθηκε στούς συστρατιῶτες του, ὅτι ἦταν Χριστιανός, διαβάλλεται πρός τόν Περσεντῖνο τόν στρατηλάτη, ὅταν ὁ Διοκλητιανός καί Μαξιμιανός, οἱ βασιλεῖς, συμπεριφέρονταν ἐχθρικά κατά τῶν Χριστιανῶν.
Ἀφοῦ λοιπόν παρουσιάσθηκε μπροστά στόν Περσεντῖνο καί ρωτήθηκε σχετικά, ὁμολογεῖ μέ θάρρος τήν πίστι στόν Χριστό. Τότε τόν ἐξάπλωσαν στήν γῆ καί τόσο ἀνελέητα δάρθηκε ὁ τρισόλβιος, ὥστε ἔτρεχε τό αἷμα σάν ποτάμι. Ἔπειτα σύρεται ἀνάσκελα ἐπάνω σέ λεπτά κομμάτια τούβλων καί καταξεσχίζεται στίς σάρκες πού προηγουμένως καταπληγώθηκαν. Κατόπιν ποτίζεται μέ χωνί τό νερό μιᾶς ὁλόκληρης λεκάνης, ἀπό τό ὁποῖο πρήσθηκε σάν ἀσκός. Μετά ἀπό αὐτά τοποπετεῖται μέσα σέ ἕναν σάκκο καί ρίχνεται στή μέση τῆς θάλασσας, ἐνῷ παράλληλα τόν παρατηροῦσε καί ὁ στρατηλάτης. Ἐπειδή ὅμως ὁ σάκκος σχίσθηκε μέ θεία δύναμι, γι’ αὐτό ὁ Ἅγιος ὡδηγήθηκε ἀπό δύο δελφίνια ἔξω στήν ἀκτή. Τότε οἱ στρατιῶτες πού ἦταν μαζί του, σαράντα ἐννέα στόν ἀριθμό, βλέποντας αὐτό τό θαυμάσιο, πίστεψαν καί ὡδηγήθηκαν στόν Χριστό διά μέσου τοῦ Ἁγίου. Τότε ὅλοι αὐτοί δέρνονται καί τσακίζονται στά μέλη. Ἔπειτα ρίχνονται στήν φυλακή καί ἐκεῖ μέσα διδάσκονται ἀπό τόν Ἅγιο Καλλίστρατο τά δόγματα τῆς θείας οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ καί τά περί κρίσεως καί ἀνταποδόσεως καί ὅλα τά ἄλλα πού ἔπρεπε νά τά μάθουν. Καί ἐπί πλέον παρακινοῦνται ἀπό αὐτόν νά ὑπομείνουν μέ ἀνδρεία τό μαρτύριο.
Τήν ἑπόμενη ἡμέρα παρουσιάσθηκαν στόν στρατηλάτη καί, ἀφοῦ ἀποδείχθηκαν περισσότερο ἄφοβοι ἀπό τήν πρώτη φορά, δέρνονται πάλι. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ δέθηκαν ἀπό τά χέρια καί τά πόδια, ρίχνονται μέσα στήν κολυμβήθρα, πού βρισκόταν ἐκεῖ, ἡ ὁποία ὠνομαζόταν ὠκεανός. O Ἅγιος Καλλίστρατος προσευχήθηκε νά τούς χρησιμεύση ἐκείνη ὡς κολυμβήθρα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Καί, ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως λύθηκαν τά δεσμά καί βγῆκαν οἱ Ἅγιοι ἀπό τό νερό τῆς κολυμβήθρας, ντυμένοι μέ στολές λαμπρές. Ὁ δέ Μάρτυς Καλλίστρατος φάνηκε νά φορᾶ στήν κεφαλή του ἕναν εὐπρεπέστατο στέφανο. Ἄκουσε ἀκόμη καί θεία φωνή, ἡ ὁποία τόν ἐνθάρρυνε. Ἀπό τήν φωνή μάλιστα αὐτή τό εἴδωλο, πού βρισκόταν ἐκεῖ κοντά, κατέπεσε καί διαλύθηκε σέ σκόνι. Ἀπό τό θαῦμα αὐτό πιστεύουν στόν Χριστό ἄλλοι ἑκατόν τριανταπέντε στρατιῶτες. Φυλακίσθηκαν ὅμως πάλι οἱ σαρανταεννέα στρατιῶτες μαζί μέ τόν Ἅγιο Καλλίστρατο. Φοβήθηκε ὅμως ὁ στρατηλάτης, μήπως κάνουν καί ἄλλα θαυμάσια καί πιστέψουν στόν Χριστό καί ἄλλοι πολλοί, γι’ αὐτό ἔστειλε τήν νύκτα καί κατέκοψε σέ λεπτά κομμάτια τά σώματα τῶν Ἁγίων. Αὐτῶν τά ἱερά λείψανα ἀφοῦ κήδευσαν μέ τιμή καί εὐλάβεια οἱ ἑκατόν τριανταπέντε στρατιῶτες, πού πίστεψαν, τούς ἔκτισαν καί ναό ὡραιότατο
* Ἡ Ἁγία Νεομάρτυς Ἀκυλίνα, ράβδοις συνθλασθεῖσα, τελειοῦται.
Αὐτή ἡ Ἁγία κόρη καί παρθενομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἀκυλίνα ἦταν ἀπό τά μέρη τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπό ἕνα χωριό πού ὀνομάζεται Ζαγκλιβέρι καί βρίσκεται στήν ἐπισκοπή τοῦ Ἁγίου Ἀρδαμερίου, γεννήθηκε δέ ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς. Τό δέ Μαρτύριό της συνέβη μετά ἀπό τήν ἑξῆς περίστασι. Μία τῶν ἡμερῶν ὁ πατέρας τῆς Ἁγίας ἔτυχε νά μαλώση μέ ἕναν Τοῦρκο γείτονά του, (ἐπειδή στό χωριό ἐκεῖνο κατοικοῦν καί Χριστιανοί καί Τοῦρκοι) καί κτυπῶντας τον μέ τήν παρέμβασι τοῦ διαβόλου τόν φόνευσε. Γι’ αὐτό τόν ἔπιασαν οἱ ἐξουσιαστές τοῦ τόπου καί τόν πῆγαν στόν πασσά τῆς Θεσσαλονίκης, γιά νά τόν θανατώση. Αὐτός ὅμως, ἐπειδή φοβήθηκε τόν θάνατο καί θέλοντας νά γλυτώση, ἀλλοίμονο!, τόν θάνατο, τούρκεψε καί δέν τόν θανάτωσαν. Ἦταν ἀκόμη τότε ἡ Ἁγία Ἀκυλίνα βρέφος κάτω ἀπό τό στῆθος τῆς μητέρας της. Ἀφοῦ δέ πέρασε ἀρκετός καιρός, οἱ Τοῦρκοι ἔλεγαν στόν πατέρα της νά τουρκέψη καί τήν θυγατέρα του. Καί αὐτός ἀποκρινόταν σ’ αὐτούς· «Μή σᾶς μέλη γιά τήν θυγατέρα μου. Αὐτή εἶναι στό δικό μου χέρι καί ὅποτε θελήσω τήν τουρκεύω». Ἡ μητέρα ὅμως τῆς Ἁγίας, καθώς παρέμεινε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, δέν παρέλειπε καθημερινά νά διδάσκη στήν κόρη της νά στέκεται σταθερή στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί νά μήν ἀρνηθῆ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Καί ὅταν ἔφθασε ἡ κόρη σέ ἡλικία δεκαοκτώ ἐτῶν, πάλι οἱ Τοῦρκοι τοῦ ἔλεγαν τά ἴδια. Τότε ὁ πατέρας της φωνάζοντας τήν Ἀκυλίνα τῆς λέει· «Νά παιδί μου, οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι μοῦ λένε καθημερινά νά τουρκέψης. Γι’ αὐτό ἀργά ἤ γρήγορα καί θά τουρκέψης· μόνο κάνε το μία ἡμέρα πρωτύτερα, γιά νά μήν ἐνοχλοῦν καθημερινά καί ἐμένα οἱ Τοῦρκοι».
Ἡ Ἁγία ὅμως φλεγόμενη ἀπό τόν διάπυρο ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ μέ μεγάλη γενναιότητα τοῦ ἀποκρίθηκε· «Μήπως εἶμαι ἐγώ ὀλιγόπιστη σάν καί ἐσένα, νά ἀρνηθῶ τόν ποιητή καί πλάστη μου, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος ὑπέμεινε γιά μᾶς σταυρό καί θάνατο; Ἄς μή μοῦ συμβῆ τοῦτο ποτέ. Ἐγώ εἶμαι ἕτοιμη νά ὑπομείνω κάθε βασανιστήριο, ἀκόμη καί θάνατο γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μου». Ὤ λόγια ἀξιοθαύμαστα, ὄχι θυγατέρας ἑνός τέτοιου τρισάθλιου πατέρα, ἀλλά θυγατέρας ἀληθινά τοῦ ἐπουράνιου βασιλιᾶ Χριστοῦ!
Τότε ὁ πατέρας της βλέποντας τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης της πῆγε στούς Τούρκους, καί τούς λέει. ‘Ἐγώ μέν δέν κατάφερα νά μεταπείσω τήν θυγατέρα μου νά τουρκέψη. Ἐσεῖς δέ ὅ,τι θέλετε κάνετε σ’ αὐτην’. Μόλις τό ἄκουσαν αὐτό ἐκεῖνοι ταράχθηκαν καί ἀμέσως στέλνουν ἀνθρώπους δικαστικούς, γιά νά φέρουν τήν Μάρτυρα. Ἡ δέ εὐλογημένη μητέρα τῆς Ἁγίας, ὅταν εἶδε τούς ἀπεσταλμένους ὑπηρέτες, ἀφοῦ πῆρε τήν κόρη της, λέγει σ’ αὐτή τήν ὁλοστερνή αὐτή παραγγελία: «Νά παιδί μου πολυαγαπημένο καί γλυκυτάτη θυγατέρα Ἀκυλίνα. Νά σπλάγχνο μου, ἔφθασε ἡ ὥρα ἐκείνη, γιά τήν ὁποία κάθε ἡμέρα σέ συμβούλευα. Νά φερθῆς λοιπόν σάν παιδί ὑπάκουο καί νά ὑπακούης στίς συμβουλές μου καί νά μείνης ἀνδρεία στά βασανιστήρια πού πρόκειται νά πάθης καί νὰ μήν ἀρνηθῆς τόν Χριστό». Καί αὐτή παρομοίως μέ δάκρυα ἀποκρίθηκε. «Μή φοβᾶσαι μητέρα μου καί ἐγώ τόν ἴδιο σκοπό ἔχω, καί ὁ Θεός ἄς εἶναι βοηθός μου καί νά προσεύχεσαι γιά χάρι μου». Καί ἔτσι ἀποχαιρετίσθηκαν ἀναμεταξύ τους μέ θρήνους καί δάκρυα.
Οἱ δέ ὑπηρέτες, ἀφοῦ ἔδεσαν τήν Μάρτυρα, τήν πῆγαν στό δικαστήριο. Ἀκολούθησε κατόπιν καί ἡ φιλόστοργη μητέρα τήν πολυαγαπημένη θυγατέρα, ὅπως ἀκολουθεῖ ἡ προβατίνα τό θηλυκό παιδί της, ὅταν τήν σέρνουν στόν τόπο τῆς σφαγῆς, ἐπειδή τά μητρικά σπλάγχνα δέν τήν ἄφηναν νά χωρισθῆ. Ἀλλά οἱ ὑπηρέτες τήν μέν μητέρα της τήν κλείδωσαν ἔξω ἀπό τό προαύλιο, τήν δέ Ἀκυλίνα τήν πῆγαν μέσα καί τήν παρουσίασαν μπροστά στόν δικαστή, ὁ ὁποῖος τῆς λέει· «Μωρή γίνεσαι Τουρκάλα’; Ἡ Ἁγία ἀποκρίθηκε, ‘ὄχι, δέν γίνομαι. Νά μή συμβῆ ποτέ νά ἀρνηθῶ τήν πίστι μου καί τόν Δεσπότη μου Χριστο». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ δικαστής θύμωσε καί προστάζει νά γδύσουν τήν Ἁγία καί νά τήν ἀφήσουν μόνο μέ τό πουκάμισο καί ἔτσι νά τήν δέσουν σέ ἕναν στῦλο καί νά τήν δέρνουν μέ ραβδιά, πρᾶγμα πού ἔγινε, καί δύο ὑπηρέτες τήν ξυλοκόπησαν ὥρα πολλή. Ἀλλά ἡ Μάρτυς ὑπέμεινε μέ πολλή ἀνδρεία αὐτό τό βασανιστήριο. Μετά ἀπό αὐτά ὁ δικαστής καί ἄλλοι Τοῦρκοι, φέρνοντας τήν Μάρτυρα μπροστά τους, ἄρχισαν νά τήν κολακεύουν καί νά τῆς ὑποσχωνται ταξίματα πολλά καί δῶρα, μόνο νά ἀρνηθῆ τήν πίστι της. Ἀλλά ἡ νύμφη τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή εἶχε βαθιά μέσα στήν καρδιά τόν ἔρωτα πρός τόν νοητό νυμφίο της Χριστό, τίποτε ἀπό αὐτά δέν λογάριαζε. Καί ἐπειδή ἕνας μεγάλος καί πλούσιος ἀπό αὐτούς τῆς εἶπε κάτι θρασύτερο ἀπό τούς ἄλλους· «Τούρκεψε Ἀκυλίνα καί ἐγώ θά σέ πάρω νύμφη στόν υἱό μου», ἡ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ μέ τόλμη ἀνείπωτη τοῦ ἀποκρίθηκε· «Ὁ διάβολος, νά πάρη καί ἐσένα καί τόν υἱό σου». Μόλις τό ἄκουσαν αὐτό ἐκεῖνοι ἄναψαν ἀπό τόν θυμό καί γδύνοντας πάλι τήν Ἁγία, ὅπως καί πρῶτα, τήν ξυλοκόπησαν ὥρα πολλή. Ἔπειτα, ἀφοῦ τήν ἔλυσαν, πάλι τήν ἐξετάζουν γιά τρίτη φορά. Καί τῆς λέει ὁ δικαστής. «Δέν ντρέπεσαι μωρή νά δέρνεσαι γυμνή μπροστά σε τόσους ἀνθρώπους; (διότι σχίσθηκε τό πουκάμισό της ἀπό τίς πολλές ξυλιές, καί ἔμεινε γυμνή) ἤ τούρκεψε ἤ θά συντρίψω τά κόκκαλά σου ἕνα πρός ἕνα». Καί αὐτή δέ ἀποκρινόμενη τοῦ λέγει· «καί τί λαχτάρησα ἀπό τήν πίστι σας, γιά νά ἀρνηθῶ ἐγώ τόν Χριστό μου ἤ ἀπό ποιά θαύματα τῆς πίστεώς σας νά πιστέψω, οἱ ὁποῖοι βρωμᾶτε ἀκόμη ζωντανοί»!. Ὤ τόλμη μαρτυρική! Ὤ μεγαλοψυχία ἄξια οὐρανίων ἐπαίνων! Ὤ ἀπάντησι, ὄχι ἑνός τρυφεροῦ κοριτσιοῦ, ἀλλά ἑνός γίγαντα ἀνδρειωμένου!
Μόλις λοιπόν τά ἄκουσαν αὐτά, κατακοκκίνησαν ὅλοι ἀπό τήν ντροπή. Διότι τί ἄλλο μποροῦσαν νά κάνουν, ἀναγκαζόμενοι ἀπό τήν φανερή ἀλήθεια τῶν λόγων; Καθώς ὅμως ἄναψαν ἀπό τόν θυμό, τήν ξυλοκόπησαν γιά τρίτη φορά τήν Ἁγία καί τόσο ἄσπλαγχνα, ὥσπου τήν ἄφησαν σάν νεκρή καί ἡ γῆ κοκκίνισε ἀπό τά αἵματα καί οἱ σάρκες της ἔπεφταν στήν γῆ. Ὕστερα, ἀφοῦ ἔλυσαν τήν Μάρτυρα, τήν φόρτωσαν σέ ἕναν Χριστιανό, πού ἦταν ἐκεῖ παρών, καί τήν πῆγαν στό σπίτι τῆς μητέρας της, ἡ ὁποία ἀγκαλιάζοντας τήν θυγατέρα της, πού ἦταν στά τελευταῖα της, λέει, «τί ἔκανες παιδί μου»; Καί ἡ Μάρτυς ἀφοῦ μόλις καί μετά βίας συνῆλθε καί ἄνοιξε τά μάτια της καί εἶδε τήν μητέρα της, τῆς εἶπε· «καί τί ἄλλο θά μποροῦσα νά κάμω, μητέρα μου, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνο πού μου παρήγγειλες; Νά, σύμφωνα μέ τήν συμφωνία πού εἴπαμε φύλαξα τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς μου»· καί ἡ μητέρα της, ἀφοῦ σήκωσε τά χέρια καί τά μάτια της στόν οὐρανό, δόξασε τόν Θεό. Καί, καθώς συνομιλοῦσε ἡ Μάρτυς μέ τήν μητέρα της, παρέδωσε τήν ψυχή της στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί ἔλαβε τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου. Τό δέ πάντιμό της καί Ἅγιο λείψανο, ὤ τοῦ θαύματος!, εὐωδίασε ἀμέσως μέ μία εὐωδία θαυμάσια, καί τόση πολλή, ὥστε καί ὅλος ὁ δρόμος ἀπό ὅπου περνοῦσαν μέ τό Μαρτυρικό λείψανο, πού πήγαιναν νά τό ἐνταφιάσουν, εὐωδίαζε. Καί τήν νύχτα ἐκείνη κατέβηκε φῶς ἀπό τόν οὐρανό καί ἔλαμπε ἐπάνω στόν τάφο τῆς Μάρτυρος, σάν ἄστρο λαμπρότατο. Καί ὅσοι Χριστιανοί τό εἶδαν δόξασαν τόν Θεό, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Login