* Ἡ Ἁ¬γί¬α Νε¬ο¬μάρ¬τυς Ἀ¬κυ¬λί¬να, ρά¬βδοις συν¬θλα¬σθεῖ¬σα, τελειοῦται.

Τῷ αὐτῷ μηνί KΖ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Καλλιστράτου καί τῶν σύν αὐτῷ τεσσαράκοντα ἐννέα Μαρτύρων.

Αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν χώ­ρα τῶν Καρ­χη­δο­νί­ων, πού βρί­σκε­ται στήν Ἀ­φρι­κή, συ­να­ριθ­μού­με­νος στό στρα­τι­ω­τι­κό τάγ­μα, τό κα­λού­με­νο τῶν Κα­λαν­δῶν, κα­τά τό ἔ­τος 288. Πη­γαί­νον­τας στήν Ρώ­μη μέ ὅ­λο τό

στρα­τι­ω­τι­κό τάγ­μα, μό­νος αὐ­τός ἔ­λαμ­πε ἀ­νά­με­σα στούς ἄλ­λους ἄ­πι­στους στρα­τι­ῶ­τες, μέ τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­πως καί ὁ ἀ­στέ­ρας λάμ­πει ἀ­νά­με­σα στήν σκο­τει­νή καί ἀ­σέ­λη­νη νύ­κτα, δι­ό­τι κά­ποι­ος ἀ­πό τους προ­γό­νους του ἦ­ταν φω­τι­σμέ­νος ὁ μα­κά­ριος μέ τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Δη­λα­δή ὁ ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα του παπ­ποῦς του, πη­γαί­νον­τας στά  Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ὅ­ταν ἦ­ταν ἐ­πί γῆς ὁ Κύ­ριος, καί βλέ­πον­τας μέ τά ἴ­δια του τά μά­τια τά θαυ­μά­σια πού ἔ­κα­μνε, πί­στευ­σε. Τό­τε ἐ­πι­στρέ­φον­τας στήν οἰ­κί­α του, ἔ­δω­σε σέ ὅ­λους τούς συγ­γε­νεῖς του αὐ­τήν τήν κα­λή πραγ­μα­τεί­α καί τόν φω­τι­σμό τῆς θε­ο­γνω­σί­ας. Ἐ­πει­δή λοι­πόν ὁ μάρ­τυ­ρας τοῦ Χρι­στοῦ Καλ­λί­στρα­τος φα­νε­ρώ­θη­κε στούς συ­στρα­τι­ῶ­τες του, ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νός, δι­α­βάλ­λε­ται πρός τόν Περ­σεν­τῖ­νο τόν στρα­τη­λά­τη, ὅ­ταν ὁ Δι­ο­κλη­τια­νός καί Μα­ξι­μια­νός, οἱ βα­σι­λεῖς, συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ταν ἐ­χθρι­κά κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπροστά στόν Περ­σεν­τῖ­νο καί ρω­τή­θη­κε σχε­τι­κά, ὁ­μο­λο­γεῖ μέ θάρ­ρος τήν πί­στι στόν Χρι­στό. Τό­τε τόν ἐ­ξά­πλω­σαν στήν γῆ καί τό­σο ἀ­νε­λέ­η­τα ­δά­ρθηκε ὁ τρι­σόλ­βιος, ὥ­στε ἔ­τρε­χε τό αἷ­μα σάν πο­τά­μι. Ἔ­πει­τα σύ­ρε­ται ἀ­νά­σκε­λα ἐ­πά­νω σέ λε­πτά κομ­μά­τια τού­βλων καί κα­τα­ξε­σχί­ζε­ται στίς σάρ­κες πού προ­η­γου­μέ­νως κα­τα­πλη­γώ­θη­καν. Κα­τό­πιν πο­τί­ζε­ται μέ χω­νί τό νε­ρό μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης λε­κά­νης, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο πρή­σθη­κε σάν ἀ­σκός. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά το­ποπ­ε­τεῖ­ται μέ­σα σέ ἕ­ναν σάκ­κο καί ρί­χνε­ται στή μέ­ση τῆς θάλασ­σας, ἐ­νῷ πα­ράλ­λη­λα τόν πα­ρα­τη­ροῦ­σε καί ὁ στρα­τη­λά­της. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ σάκ­κος σχί­σθη­κε μέ θεί­α δύ­να­μι, γι’ αὐ­τό ὁ Ἅ­γιος ὡδηγή­θη­κε ἀ­πό δύ­ο δελ­φί­νια ἔ­ξω στήν ἀ­κτή. Τό­τε οἱ στρα­τι­ῶ­τες πού  ἦ­ταν μα­ζί του, σα­ράν­τα ἐν­νέ­α στόν ἀ­ριθ­μό, βλέ­πον­τας αὐ­τό τό θαυ­μά­σιο, πί­στε­ψαν καί ὡδηγή­θη­καν στόν Χρι­στό διά μέ­σου τοῦ Ἁ­γί­ου. Τό­τε ὅ­λοι αὐ­τοί δέρ­νον­ται καί τσα­κί­ζον­ται στά μέ­λη. Ἔ­πει­τα ρί­χνον­ται στήν φυ­λα­κή καί ἐ­κεῖ μέ­σα δι­δά­σκον­ται ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Καλ­λί­στρα­το τά δόγ­μα­τα τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ Χρι­στοῦ καί τά πε­ρί κρί­σε­ως καί ἀν­τα­πο­δό­σε­ως καί ὅ­λα τά ἄλ­λα πού ἔ­πρε­πε νά τά μά­θουν. Καί ἐ­πί πλέ­ον πα­ρα­κι­νοῦν­ται ἀ­πό αὐ­τόν νά ὑ­πο­μεί­νουν μέ ἀν­δρεί­α τό μαρ­τύ­ριο.

Τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σι­ά­σθη­καν στόν στρα­τη­λά­τη καί, ἀ­φοῦ ἀ­πο­δεί­χθη­καν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­φο­βοι ἀ­πό τήν πρώ­τη φο­ρά, δέρ­νον­ται πά­λι. Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ δέ­θη­καν ἀ­πό τά χέ­ρια καί τά πό­δια, ρί­χνον­ται μέ­σα στήν κο­λυμ­βή­θρα, πού βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ, ἡ ὁ­ποί­α ὠ­νο­μα­ζό­ταν ὠ­κε­α­νός. O Ἅ­γιος Καλ­λί­στρα­τος προ­σευ­χή­θη­κε νά τούς χρη­σι­μεύ­ση ἐ­κεί­νη ὡς κο­λυμ­βή­θρα τοῦ ἁ­γί­ου βα­πτί­σμα­τος. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­μέ­σως λύ­θη­καν τά δε­σμά καί βγῆ­καν οἱ Ἅ­γιοι ἀ­πό τό νε­ρό τῆς κο­λυμ­βή­θρας, ντυ­μέ­νοι μέ στο­λές λαμ­πρές. Ὁ δέ Μάρ­τυς Καλ­λί­στρα­τος φά­νη­κε νά φο­ρᾶ στήν κε­φα­λή του ἕ­ναν εὐ­πρε­πέ­στα­το στέ­φα­νο. Ἄ­κου­σε ἀ­κό­μη καί θεί­α φω­νή, ἡ ὁ­ποί­α τόν ἐ­νθάρ­ρυ­νε. Ἀ­πό τήν φω­νή μά­λι­στα αὐ­τή τό εἴ­δω­λο, πού βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, κα­τέ­πε­σε καί δι­α­λύ­θη­κε σέ σκό­νι. Ἀ­πό τό θαῦ­μα αὐ­τό πι­στεύ­ουν στόν Χρι­στό ἄλ­λοι ἑ­κα­τόν τρι­αν­τα­πέν­τε στρα­τι­ῶ­τες. Φυ­λα­κί­σθη­καν ὅ­μως πά­λι οἱ σα­ραν­τα­εν­νέ­α στρα­τι­ῶ­τες μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο Καλ­λί­στρα­το. Φο­βή­θη­κε ὅ­μως ὁ στρα­τη­λά­της, μή­πως κά­νουν καί ἄλ­λα θαυ­μά­σια καί πι­στέ­ψουν στόν Χρι­στό καί ἄλ­λοι πολ­λοί, γι’ αὐ­τό ἔ­στει­λε τήν νύ­κτα καί κα­τέ­κο­ψε σέ λε­πτά κομ­μά­τια τά σώ­μα­τα τῶν Ἁ­γί­ων. Αὐ­τῶν τά ἱ­ε­ρά λεί­ψα­να ἀ­φοῦ ­κή­δευ­σαν μέ τι­μή καί εὐ­λά­βεια οἱ ἑ­κα­τόν τρι­αν­τα­πέν­τε στρα­τι­ῶ­τες, πού πί­στε­ψαν, τούς ἔ­κτι­σαν καί να­ό ὡ­ραι­ό­τα­το

* Ἡ Ἁ­γί­α Νε­ο­μάρ­τυς Ἀ­κυ­λί­να, ρά­βδοις συν­θλα­σθεῖ­σα, τελειοῦται.

Αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α κό­ρη καί παρ­θε­νο­μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ Ἀ­κυ­λί­να ἦ­ταν ἀ­πό τά μέ­ρη τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ἀ­πό ἕ­να χω­ριό πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Ζαγ­κλι­βέ­ρι καί βρί­σκε­ται στήν ἐ­πι­σκο­πή τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­δα­με­ρί­ου, γεν­νή­θη­κε δέ ἀ­πό γο­νεῖς εὐ­σε­βεῖς. Τό δέ Μαρ­τύ­ριό της συ­νέ­βη με­τά ἀ­πό τήν ἑ­ξῆς πε­ρί­στα­σι. Μί­α τῶν ἡ­με­ρῶν ὁ πα­τέ­ρας τῆς Ἁ­γί­ας ἔ­τυ­χε νά μα­λώ­ση μέ ἕ­ναν Τοῦρ­κο γεί­το­νά του, (ἐ­πει­δή στό χω­ριό ἐ­κεῖ­νο κα­τοι­κοῦν καί Χρι­στια­νοί καί Τοῦρ­κοι) καί κτυ­πῶντας τον μέ τήν πα­ρέμ­βα­σι τοῦ δι­α­βό­λου τόν φό­νευ­σε.  Γι’ αὐ­τό τόν ἔ­πι­α­σαν οἱ ἐ­ξου­σια­στές τοῦ τό­που καί τόν πῆ­γαν στόν πασ­σά τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, γιά νά τόν θα­να­τώ­ση. Αὐ­τός ὅ­μως, ἐ­πει­δή φο­βή­θη­κε τόν θά­να­το καί θέ­λον­τας νά γλυ­τώ­ση, ἀλ­λοί­μο­νο!, τόν θά­να­το, τούρ­κε­ψε καί δέν τόν θανάτωσαν. Ἦ­ταν ἀκόμη τό­τε ἡ Ἁ­γί­α Ἀ­κυ­λί­να βρέ­φος  κά­τω ἀ­πό τό στῆ­θος τῆς μη­τέ­ρας της. Ἀ­φοῦ δέ πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τός και­ρός, οἱ Τοῦρ­κοι ἔ­λε­γαν στόν πα­τέ­ρα της νά τουρ­κέψη καί τήν θυ­γα­τέ­ρα του. Καί αὐ­τός ἀ­πο­κρι­νό­ταν σ’ αὐ­τούς· «Μή σᾶς μέ­λη γιά τήν θυ­γα­τέ­ρα μου. Αὐ­τή εἶ­ναι στό δι­κό μου χέ­ρι καί ὅ­πο­τε θε­λή­σω τήν τουρ­κεύω». Ἡ μη­τέ­ρα ὅ­μως τῆς Ἁ­γί­ας, κα­θώς πα­ρέ­μει­νε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, δέν πα­ρέ­λει­πε κα­θη­με­ρι­νά νά δι­δά­σκη στήν κό­ρη της νά στέ­κε­ται στα­θε­ρή στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί νά μήν ἀρ­νη­θῆ τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ἡ κό­ρη σέ ἡ­λι­κί­α δε­κα­ο­κτώ ἐτῶν, πά­λι οἱ Τοῦρ­κοι τοῦ ἔ­λε­γαν τά ἴ­δια. Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας της φω­νά­ζον­τας τήν Ἀ­κυ­λί­να τῆς λέ­ει· «Νά παι­δί μου, οἱ ἄλ­λοι Τοῦρ­κοι μοῦ λένε κα­θη­με­ρι­νά νά τουρ­κέψης. Γι’ αὐ­τό ἀργά ἤ γρήγορα καί θά τουρ­κέψης· μό­νο κά­νε το μί­α ἡ­μέ­ρα πρω­τύ­τε­ρα, γιά νά μήν ἐ­νο­χλοῦν κα­θη­με­ρι­νά καί ἐ­μέ­να οἱ Τοῦρ­κοι».

Ἡ Ἁ­γί­α ὅ­μως φλε­γό­με­νη ἀ­πό τόν δι­ά­πυ­ρο ἔ­ρω­τα τοῦ Χρι­στοῦ μέ με­γά­λη γεν­ναι­ό­τη­τα τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Μή­πως εἶ­μαι ἐ­γώ ὀ­λι­γό­πι­στη σάν καί ἐ­σέ­να, νά ἀρ­νη­θῶ τόν ποι­η­τή καί πλά­στη μου, τόν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πέ­μει­νε γιά μᾶς σταυ­ρό καί θά­να­το; Ἄς μή μοῦ συμ­βῆ τοῦ­το πο­τέ. Ἐ­γώ εἶ­μαι ἕ­τοι­μη νά ὑ­πο­μεί­νω κά­θε βα­σα­νι­στή­ριο, ἀ­κό­μη καί θά­να­το γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ μου». Ὤ λό­για ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα, ὄ­χι θυ­γα­τέ­ρας ἑ­νός τέ­τοι­ου τρι­σά­θλιου πα­τέ­ρα, ἀλ­λά θυ­γα­τέ­ρας ἀ­λη­θι­νά τοῦ ἐ­που­ρά­νι­ου βα­σι­λιᾶ Χρι­στοῦ!

Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας της βλέ­πον­τας τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης της πῆ­γε στούς Τούρ­κους, καί τούς λέ­ει. ‘Ἐ­γώ μέν δέν κα­τά­φε­ρα νά με­τα­πεί­σω τήν θυ­γα­τέ­ρα μου νά τουρ­κέ­ψη. Ἐ­σεῖς δέ ὅ,τι θέ­λε­τε κά­νε­τε σ’ αὐ­την’. Μό­λις τό ἄ­κου­σαν αὐ­τό ἐ­κεῖ­νοι τα­ρά­χθη­καν καί ἀ­μέ­σως στέλ­νουν ἀν­θρώ­πους δι­κα­στι­κούς, γιά νά φέ­ρουν τήν Μάρ­τυ­ρα. Ἡ δέ εὐ­λο­γη­μέ­νη μη­τέ­ρα τῆς Ἁ­γί­ας, ὅ­ταν εἶ­δε τούς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους ὑ­πη­ρέ­τες, ἀ­φοῦ πῆ­ρε τήν κό­ρη της, λέ­γει σ’ αὐ­τή τήν ὁ­λο­στερ­νή αὐ­τή πα­ραγ­γε­λί­α: «Νά παι­δί μου πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νο καί γλυ­κυ­τά­τη θυ­γα­τέ­ρα Ἀ­κυ­λί­να. Νά σπλάγ­χνο μου, ἔ­φθα­σε ἡ ὥ­ρα ἐ­κεί­νη, γιά τήν ὁ­ποί­α κά­θε ἡ­μέ­ρα σέ συμ­βού­λευ­α. Νά φερθῆς  λοι­πόν σάν παι­δί ὑ­πά­κου­ο καί νά ὑ­πακούης στίς συμ­βου­λές μου καί νά μείνης ἀν­δρεί­α στά βα­σα­νι­στή­ρια πού πρό­κει­ται νά πά­θης καί νὰ μήν ἀρ­νη­θῆς τόν Χρι­στό». Καί αὐ­τή πα­ρο­μοί­ως μέ δά­κρυ­α ἀ­πο­κρί­θη­κε. «Μή φο­βᾶ­σαι μη­τέ­ρα μου καί ἐ­γώ τόν ἴ­διο σκο­πό ἔ­χω, καί ὁ Θε­ός ἄς εἶ­ναι βο­η­θός μου καί νά προ­σεύ­χε­σαι γιά χά­ρι μου». Καί ἔ­τσι ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σθη­καν ἀ­να­με­τα­ξύ τους μέ θρή­νους καί δά­κρυ­α.

Οἱ δέ ὑ­πη­ρέ­τες, ἀ­φοῦ ἔ­δε­σαν τήν Μάρ­τυ­ρα, τήν πῆ­γαν στό δι­κα­στή­ριο. Ἀ­κο­λού­θη­σε κα­τό­πιν καί ἡ φι­λό­στορ­γη μη­τέ­ρα τήν πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη θυ­γα­τέ­ρα, ὅ­πως ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ προ­βα­τί­να τό θη­λυ­κό παι­δί της, ὅ­ταν τήν σέρ­νουν στόν τό­πο τῆς σφα­γῆς, ἐ­πει­δή τά μη­τρι­κά σπλάγ­χνα δέν τήν ἄ­φη­ναν νά χω­ρι­σθῆ. Ἀλ­λά οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τήν μέν μη­τέ­ρα της τήν κλεί­δω­σαν ἔ­ξω ἀ­πό τό προ­αύ­λιο, τήν δέ Ἀ­κυ­λί­να τήν πῆ­γαν μέ­σα καί τήν πα­ρου­σί­α­σαν μπρο­στά στόν δι­κα­στή, ὁ ὁ­ποῖ­ος τῆς λέ­ει· «Μω­ρή γί­νε­σαι Τουρ­κά­λα’; Ἡ Ἁ­γί­α ἀ­πο­κρί­θη­κε, ‘ὄ­χι, δέν γί­νο­μαι. Νά μή συμ­βῆ πο­τέ νά ἀρ­νη­θῶ τήν πί­στι μου καί τόν Δε­σπό­τη μου Χρι­στο». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ δι­κα­στής θύ­μω­σε καί προ­στά­ζει νά γδύ­σουν τήν Ἁ­γί­α καί νά τήν ἀ­φή­σουν μό­νο μέ τό που­κά­μι­σο καί ἔ­τσι νά τήν δέ­σουν σέ ἕ­ναν στῦ­λο καί νά τήν δέρ­νουν μέ ρα­βδιά, πρᾶγ­μα πού ἔ­γι­νε, καί δύ­ο ὑ­πη­ρέ­τες τήν ξυ­λο­κό­πη­σαν ὥ­ρα πολ­λή. Ἀλ­λά ἡ Μάρ­τυς ὑ­πέ­μει­νε μέ πολ­λή ἀν­δρεί­α αὐ­τό τό βα­σα­νι­στή­ριο. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ὁ δι­κα­στής καί ἄλ­λοι Τοῦρ­κοι, φέρ­νον­τας τήν Μάρ­τυ­ρα μπρο­στά τους, ἄρ­χι­σαν νά τήν κο­λα­κεύ­ουν καί νά τῆς ὑ­πο­σχων­ται τα­ξί­μα­τα πολ­λά καί δῶ­ρα, μό­νο νά ἀρ­νη­θῆ τήν πί­στι της. Ἀλ­λά ἡ νύμ­φη τοῦ Χρι­στοῦ, ἐ­πει­δή εἶ­χε βα­θιά μέσα στήν καρ­διά τόν ἔ­ρω­τα πρός τόν νο­η­τό νυμ­φί­ο της Χρι­στό, τί­πο­τε ἀ­πό αὐ­τά δέν λο­γά­ρια­ζε. Καί ἐ­πει­δή ἕ­νας με­γά­λος καί πλού­σιος ἀ­πό αὐ­τούς τῆς εἶ­πε κά­τι θρα­σύ­τε­ρο ἀ­πό τούς ἄλ­λους· «Τούρ­κε­ψε Ἀ­κυ­λί­να καί ἐ­γώ θά σέ πά­ρω νύμ­φη στόν υἱ­ό μου», ἡ Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ μέ τόλ­μη ἀ­νεί­πω­τη τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ὁ δι­ά­βο­λος, νά πά­ρη καί ἐ­σέ­να καί τόν υἱό  σου». Μό­λις τό ἄ­κου­σαν αὐ­τό ἐ­κεῖ­νοι ἄ­να­ψαν ἀ­πό τόν θυ­μό καί γδύ­νον­τας πά­λι τήν Ἁ­γί­α, ὅ­πως καί  πρῶ­τα, τήν ξυ­λο­κό­πη­σαν ὥ­ρα πολ­λή. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τήν ἔ­λυ­σαν, πά­λι τήν ἐ­ξε­τά­ζουν γιά τρί­τη φο­ρά. Καί τῆς λέ­ει ὁ δι­κα­στής. «Δέν ντρέ­πε­σαι μω­ρή νά δέρ­νε­σαι γυ­μνή μπρο­στά σε τό­σους ἀν­θρώ­πους; (δι­ό­τι σχί­σθη­κε τό που­κά­μι­σό της ἀ­πό τίς πολ­λές ξυ­λι­ές, καί ἔ­μει­νε γυ­μνή) ἤ τούρ­κε­ψε ἤ θά συν­τρί­ψω τά κόκ­κα­λά σου ἕ­να πρός ἕ­να». Καί αὐ­τή δέ ἀ­πο­κρι­νό­με­νη τοῦ λέ­γει· «καί τί λα­χτά­ρη­σα ἀ­πό τήν πί­στι σας, γιά νά ἀρ­νη­θῶ ἐ­γώ τόν Χρι­στό μου ἤ ἀ­πό ποι­ά θαύ­μα­τα τῆς πί­στε­ώς σας νά πι­στέ­ψω, οἱ ὁ­ποῖ­οι βρω­μᾶ­τε ἀ­κό­μη ζων­τα­νοί»!. Ὤ τόλ­μη μαρ­τυ­ρι­κή! Ὤ με­γα­λο­ψυ­χί­α ἄ­ξια οὐ­ρα­νί­ων ἐ­παί­νων! Ὤ ἀ­πάν­τη­σι, ὄ­χι ἑ­νός τρυ­φε­ροῦ κο­ρι­τσιοῦ, ἀλ­λά ἑ­νός γί­γαν­τα ἀν­δρει­ω­μέ­νου!

Μό­λις λοι­πόν τά ἄ­κου­σαν αὐ­τά, κα­τα­κοκ­κί­νη­σαν ὅ­λοι ἀ­πό τήν ντρο­πή. Δι­ό­τι τί ἄλ­λο μπο­ροῦ­σαν νά κά­νουν, ἀ­ναγ­κα­ζό­με­νοι ἀ­πό τήν φα­νε­ρή ἀ­λή­θεια τῶν λό­γων; Κα­θώς ὅ­μως ἄ­να­ψαν ἀ­πό τόν θυ­μό, τήν ξυ­λο­κό­πη­σαν γιά τρί­τη φο­ρά τήν Ἁ­γί­α καί τό­σο ἄ­σπλαγ­χνα, ὥ­σπου τήν ἄ­φη­σαν σάν νε­κρή καί ἡ γῆ κοκ­κί­νι­σε ἀ­πό τά αἵ­μα­τα καί οἱ σάρ­κες της ἔ­πε­φταν στήν γῆ. Ὕ­στε­ρα, ἀ­φοῦ ἔ­λυ­σαν τήν Μάρ­τυ­ρα, τήν φόρ­τω­σαν σέ ἕ­ναν Χρι­στια­νό, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ πα­ρών, καί τήν πῆ­γαν στό σπί­τι τῆς μη­τέ­ρας της, ἡ ὁ­ποί­α ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τήν θυ­γα­τέ­ρα της, πού ἦ­ταν στά τε­λευ­ταῖ­α της, λέ­ει, «τί ἔ­κα­νες παι­δί μου»; Καί ἡ Μάρ­τυς ἀ­φοῦ μό­λις καί με­τά βί­ας συ­νῆλ­θε καί ἄ­νοι­ξε τά μά­τια της καί εἶ­δε τήν μη­τέ­ρα της, τῆς εἶ­πε· «καί τί ἄλ­λο θά μπο­ροῦ­σα νά κά­μω, μη­τέ­ρα μου, ἐ­κτός ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο πού μου πα­ρήγ­γει­λες; Νά, σύμ­φω­να μέ τήν συμ­φω­νί­α πού εἴ­πα­με φύ­λα­ξα τήν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στε­ώς μου»· καί ἡ μη­τέ­ρα της, ἀ­φοῦ σή­κω­σε τά χέ­ρια καί τά μά­τια της στόν οὐ­ρα­νό, δό­ξα­σε τόν Θε­ό. Καί, κα­θώς συ­νο­μι­λοῦ­σε ἡ Μάρ­τυς μέ τήν μη­τέ­ρα της, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ καί ἔ­λα­βε τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Τό δέ πάν­τι­μό της καί Ἅ­γιο λεί­ψα­νο, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, εὐ­ω­δί­α­σε ἀ­μέ­σως μέ μί­α εὐ­ω­δί­α θαυ­μά­σια, καί τό­ση πολ­λή, ὥ­στε καί ὅ­λος ὁ δρό­μος ἀ­πό ὅ­που περ­νοῦ­σαν μέ τό Μαρ­τυ­ρι­κό λεί­ψα­νο, πού πή­γαι­ναν νά τό ἐν­τα­φιά­σουν, εὐ­ω­δί­α­ζε. Καί τήν νύ­χτα ἐ­κεί­νη κα­τέ­βη­κε φῶς ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί ἔ­λαμ­πε ἐ­πά­νω στόν τά­φο τῆς Μάρ­τυ­ρος, σάν ἄ­στρο λαμ­πρό­τα­το. Καί ὅ­σοι Χρι­στια­νοί τό εἶ­δαν δό­ξα­σαν τόν Θε­ό, στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καί τό κρά­τος στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης