Τῷ αὐτῷ μηνί ΣΤ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νικολάου Ἀρχιεπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας τοῦ Θαυματουργοῦ * Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Νικολάου τοῦ Καραμάνου, τοῦ ἐν Σμύρνῃ μαρτυρήσαντος κατά τό 1657 ἔτος.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΣΤ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νικολάου Ἀρχιεπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας τοῦ Θαυματουργοῦ[1].

Αὐτός ἔζησε στά χρό­νια τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί τοῦ Μα­ξι­μια­νοῦ τῶν τυ­ράν­νων, κατά τό ἔτος 300. Καί προηγουμένως ἔ­λαμ­ψε στήν μο­να­δι­κή πο­λι­τεί­α. Ὕ­στε­ρα δέ, γιά τήν ὑ­περ­βάλ­λου­σα ἀ­ρε­τή του ἔ­γι­νε καί Ἀρ­χι­ε­ρέας. Ἐ­πει­δή ὅμως μέ ἐ­λεύθερη φω­νή ­κή­ρυτ­τε ὁ Ἅ­γιος τήν εὐ­σέ­βεια, γι’ αὐτό συνελήφθη ἀ­πό τούς ἄρ­χον­τες τῆς πό­λε­ως Λυ­κί­ας καί τι­μω­ρή­θηκε μέ δαρ­μούς καί στρε­βλώ­σεις. Ἔ­πει­τα ρ­ί­χθηκε στήν φυ­λα­κή μαζί μέ ἄλ­λους Χρι­στια­νούς. Ὅταν ὅμως ὁ μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος ἔ­γι­νε βα­σι­λιάς τῶν Χρι­στια­νῶν μέ ἀπόφασι τοῦ Θε­οῦ, τό­τε ἐ­λευ­θε­ρώ­θηκαν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί, ὅ­σοι ἦ­ταν ­δε­μέ­νοι στίς φυ­λα­κές. Μα­ζί δέ μέ αὐ­τούς ἐ­λευ­θε­ρώ­ θηκε καί ὁ μέ­γας αὐ­τός Νι­κό­λα­ος. Δέν ­πέ­ρα­σε ὅμως και­ρός πο­λύς καί ­συ­να­θροί­σθηκε στήν Νί­και­α ἀ­πό τόν Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο ἡ ἁ­γί­α καί Οἰ­κου­με­νι­κή Πρώ­τη Σύ­νο­δος, κατά τό ἔτος 325, μέλος τῆς ὁ­ποί­ας ἦ­ταν καί ὁ θεῖ­ος Νι­κό­λα­ος.

Αὐ­τός ὁ ἐ­πώ­νυ­μος τῆς νί­κης, ἔ­κα­νε πολ­λά θαύ­μα­τα, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἀ­να­λυ­τι­κός του Βί­ος. Ἐ­λευ­θέ­ρω­σε μά­λι­στα καί τρεῖς ἀν­θρώ­πους ἀ­πό τόν θά­να­το, πού ἄ­δι­κα συ­κο­φαν­τή­θη­καν, μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο· Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί ἦ­ταν κλει­σμέ­νοι στήν φυ­λα­κή στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί ἔ­μα­θαν τήν θα­να­τι­κή τους ἀ­πό­φα­σι, ὅ­τι δη­λα­δή αὔ­ριον θά ἀ­πο­κε­φα­λι­σθοῦν. Τό­τε ἐ­πε­κα­λέ­σθη­σαν τόν Ἅ­γιο σέ βο­ή­θειά τους, ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς του, καί ὅ­τι στήν Λυ­κί­α γλύ­τω­σε τούς τρεῖς ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­πρό­κει­το ἄ­δι­κα νά θα­να­τω­θοῦν. Γι’ αὐ­τό ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος εἰ­σα­κού­ον­τας τήν προ­σευ­χή τους, φαί­νε­ται στό ὄ­νει­ρο τοῦ βα­σι­λιᾶ Κων­σταν­τί­νου καί τοῦ ἐ­πάρ­χου Ἀ­βλα­βί­ου. Καί τόν μέν ἔ­παρ­χο ἔ­λεγ­ξε, δι­ό­τι ἄ­δι­κα δι­ά­βα­λε τούς τρεῖς ἀ­θώ­ους ἐ­κεί­νους στόν βα­σι­λιά· τόν δέ βα­σι­λιά δί­δα­ξε, ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­νεύ­θυ­νοι αὐ­τοί, τούς ὁ­ποί­ους κα­τα­δί­κα­σε καί ὅ­τι ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ φθό­νου μό­νο δι­α­βάλ­θη­καν ὡς ἀ­πο­στά­τες καί θα­νά­του ἄ­ξιοι. Ἔ­τσι μέ τήν ὀ­πτα­σί­α αὐ­τή τούς ἐ­λευ­θέ­ρω­σε ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό τήν κα­τα­δί­κη τοῦ θα­νά­του.

Ὄχι δέ μό­νον αὐτό, ἀλ­λά καί ἄλ­λα πολ­λά θαύ­μα­τα ἔκανε ὁ θαυ­μα­στός Νι­κό­λα­ος. Ἔτσι καί «ἱ­ε­ρῶς καί ὁ­σί­ως» ἀφοῦ ποίμανε τό ὀρ­θό­δο­ξο ποί­μνιό του καί ἔφθασε σέ βα­θύ γῆ­ρας, πρός τόν Κύ­ριο ἐ­ξε­δή­μη­σε. Ἀλλά καί μετά τόν θά­να­το δέν ­λη­σμό­νη­σε τό ποί­μνιό του ὁ ποι­μένας ὁ κα­λός, ἀλ­λά σχεδόν κάθε μέρα καί κάθε ὥρα, χα­ρί­ζει σέ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη  εὐ­ερ­γε­σί­ες καί χά­ρι­τες καί ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό κά­θε κίν­δυ­νο καί πε­ρί­στα­σι ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται μέ πίστι. Ἐ­πει­δή ὅμως οἱ εὐ­ερ­γε­σίες καί χά­ρι­τες τοῦ με­γά­λου αὐτοῦ Πα­τρός εἶ­ναι πολ­λές καί ἀ­να­ρίθ­μη­τες, γι’ αὐτό ἐγώ, θά ἀ­φή­σω ὅ­λες τίς ἄλ­λες καί θά θυμηθῶ μία μόνο. Ἄς μή ἀ­πι­στή­ση ὅμως κανείς ἀ­κού­οντας τό θαῦ­μα ­πού ἔγινε στίς ἡμέρες μας, νο­μί­ζον­τας, ὅτι αὐτό εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το. Δι­ό­τι κα­νέ­να πρᾶγ­μα δέν ἀ­δυ­να­τεῖ στόν Θε­ό.

Στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι ἦ­ταν ἕ­νας Χρι­στια­νός εὐ­λα­βής καί πι­στός, μέ ὑ­περ­βο­λή ἀ­γα­πῶντας τόν ὅ­σιο Πα­τέ­ρα μας Νι­κό­λα­ο, καί ἀ­μοι­βαῖα ἀπό τόν Ἅγιο Νικόλαο ἀ­γα­πώ­με­νος. Αὐτός λοι­πόν θέ­λον­τας μί­α φο­ρά νά τα­ξι­δέψη σέ ἄλ­λον τό­πο γιά κά­ποι­α ἀ­ναγ­καί­α ὑ­πό­θε­σί του, πῆ­γε πρῶτα στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί προ­σευ­χή­θηκε ἀ­πό τό βά­θος τῆς καρ­διᾶς. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ ἀ­πο­χαι­ρέτισε τούς συγ­γε­νεῖς καί φί­λους του, μ­πῆ­κε στό κα­ΐ­κι. Κα­τά δέ τήν ἐ­νά­τη ὥ­ρα τῆς νύκτας ­ση­κώ­θη­καν οἱ ναῦτες νά γυ­ρί­σουν τά πα­νιά τοῦ κα­ϊ­κί­ου, ἐ­πει­δή ­γύ­ρι­σε ἄλ­λος ἄ­νε­μος. Σηκώθηκε λοιπόν καί ὁ εὐ­λα­βέ­στα­τος ἐ­κεῖ­νος ἄν­θρω­πος γιά νά πά­η «εἰς χρεί­αν ὕ­δα­τος». Καί ἐ­πει­δή ὅ­λοι οἱ ναῦτες ἀσχολοῦνταν στό νά γυ­ρί­σουν τά πα­νιά, γι’ αὐτό, ἀφοῦ μπλέχθηκε ὁ Χρι­στια­νός ἐ­κεῖ­νος καί πεδικλώθηκε (ὅπως συνήθως συμβαίνει σέ τέτοιες περιπτώσεις), ἔπεσε στήν θά­λασ­σα. Οἱ ναῦ­τες δέν μπόρεσαν νά βροῦν καμ­μί­α μέ­θο­δο γιά νά σύρουν ἀπό τήν θάλασσα τόν ἄν­θρω­πο· ἀφενός μέν διότι ἦ­ταν σκοτάδι καί ἀφετέρου διότι ὁ ἄ­νε­μος ἔ­πνε­ε δυ­να­τώ­τε­ρα καί ­ἐμπόδιζε τό πλοῖ­ο γιά νά πη­γαί­νη μ­προ­στά. Γι’ αὐτό κάθονταν καί θρηνοῦσαν καί ἔ­κλαι­γαν γιά τόν πικρό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ δέ Χρι­στια­νός ἐ­κεῖ­νος, μόλις ἔπεσε στήν θά­λασ­σα, ὅπως ἦ­ταν φο­ρε­μέ­νος μέ ὅ­λα τά ροῦ­χα του, ὅπως καταποντιζόταν στόν βυ­θό τοῦ πε­λά­γους, ­θυ­μή­θηκε καί ἔ­λε­γε μέ τόν νοῦ του· «Ἅ­γι­ε Νι­κό­λα­ε βο­ή­θει μοι». Φω­νά­ζον­τας δέ νο­ε­ρά τήν φω­νή αὐτή, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! πολ­λά καί ἀ­κα­τα­νό­η­τα εἶ­ναι τά θαυ­μά­σιά σου Κύ­ρι­ε! β­ρέ­θηκε στό μέ­σον του ­σπιτιοῦ  του. Καί μή καταλαβαίνοντάς το αὐτό, ­νό­μι­ζε ὅ­τι β­ρί­σκε­ται ἀ­κό­μη στόν βυ­θό τῆς θά­λασ­σας. Ὁπότε καί ἐ­κεῖ φώ­να­ζε ὄ­χι πλέ­ον νο­ε­ρά, ἀλ­λά αἰ­σθη­τά, «Ἅ­γι­ε Νι­κό­λα­ε, βο­ή­θει μοι». Οἱ δέ γεί­το­νες ἀ­κού­ον­τας τίς φω­νές του ­ση­κώ­θη­καν. Παρόμοια καί οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ ­σπι­τιοῦ του, ἀφοῦ σκώθηκαν, ἄ­να­ψαν φῶς. Ἀλ­λά καί αὐτοί πού ἔμεναν ἀ­πό ἔ­ξω, ὅταν ἄκουσαν τίς φωνές, ἔ­τρε­ξαν καί ἐ­κεῖ­νοι καί τόν βλέ­πουν στό μέ­σον τοῦ σπιτιοῦ του νά στέκεται καί νά φωνάζη. Βλέ­πουν ἀκόμη ὅτι καί τό νερό τῆς θάλασσας ἔτρεχε ἄφθονο ἀπό τά ροῦ­χα ­πού φοροῦσε. Ὁπότε ἀ­πό τόν θαυ­μα­σμό τους καί τήν ἔκ­στα­σι, ἔ­μει­ναν ἄ­φω­νοι καί σι­ω­πη­λοί, μή ἔχοντας τί νά ­ποῦν. Ὁ δέ Χρι­στια­νός ἐ­κεῖ­νος φώ­να­ζε· «Ἀ­δελ­φοί, τί εἶ­ναι αὐ­τό ­πού βλέ­πω; Διότι ἐ­γώ ­ξέρω πάρα πολύ καλά, ὅ­τι ἐ­χθές κα­τά τήν ἐ­νά­τη ὥ­ρα ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σα ὅ­λους ἐ­σᾶς καί μ­πῆ­κα στό κα­ΐ­κι. Καί ἐ­πει­δή ­φύ­ση­ξε ἄ­νε­μος κατάλληλος, ­πε­ρά­σα­με ἀρ­κε­τό δι­ά­στη­μα τοῦ τό­που. Κατά τήν δεύτερη ὅμως ἤ καί τήν τρί­τη νυκτερινή φυ­λα­κή (δηλαδή κα­τά τήν ἔνατη νυκτερινή ὥρα) ­πῆ­γα γιά «χρεί­αν ὕ­δα­τος», καί ἀφοῦ πεδικλώθηκα ἀ­πό τούς ναῦτες, ἔπεσα στήν θά­λασ­σα, ὁπότε καλοῦσα γιά βοήθεια τόν Ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο. Ποῦ ὅμως εἶμαι τώ­ρα δέν ­γνωρίζω, ὁπότε πέστε μου ἐσεῖς, διότι ἐγώ εἶμαι ἐκτός ἑαυτοῦ καί ἔγινα ἄλ­λος ἐξ ἄλ­λου.

Οἱ δέ Χριστιανοί πού συγκεντρώθηκαν ἀκούοντας αὐτά, βλέ­πον­τας ἀκόμη καί τό νε­ρό τῆς θά­λασ­σας ­πού ἔ­τρε­χε ἀ­πό τά ροῦ­χα του, ἐ­ξε­πλά­γη­σαν, ὅπως εἴ­πα­με, σκεπτόμενοι τό πα­ρά­δο­ξο τοῦ θαύ­μα­τος. Ὁπότε χαίρονταν καί ἔκλαιγαν μαζί μέ τόν ἀδελφό πού σώθηκε καί γιά πολ­λή ὥ­ρα φώναζαν τό, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον. Ὁ δέ Χρι­στια­νός ἐ­κεῖ­νος ἀφοῦ ἔβγαλε τά βρεγ­μέ­να φο­ρέ­μα­τα καί ντύθηκε ἄλ­λα, ­πῆ­γε στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί ἐ­κεῖ ­πέ­ρα­σε τό ὑ­πό­λοι­πο δι­ά­στη­μα τῆς νύκτας, προ­σπί­πτοντας μέ δάκρυα στήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου καί πα­ρα­κα­λῶντας καί ἐκπληρώ-νοντας τίς εὐχές του (τό τάμα του) μέ θαυ­μα­σμό καί ἔκ­πλη­ξι. Ὅ­ταν ἦλ­θε ὁ και­ρός τοῦ ὄρ­θρου καί ­συγκεντρώθηκε ὁ λα­ός στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου, ὡς συνήθως, τό­τε ἔ­γι­νε σέ ὅ­λους φα­νε­ρό τοῦ Ἁ­γί­ου τό θαῦ­μα. Τότε ἀφοῦ ὠσφράνθηκαν τά ἠ­δύ­πνο­α καί εὐ­ω­δέ­στα­τα ἐ­κεῖ­να ἀ­ρώ­μα­τα, ­πού ἔ­φε­ρε στόν ἅγιο ὁ Χρι­στια­νός ἐκεῖνος πού σώθηκε, βλέ­πον­τας ἀκόμη καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου, ­πού ἦ­ταν ὁ­λό­φω­τη, ρωτοῦσε ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο, γιά νά μά­θουν τήν αἰ­τί­α τοῦ πράγ­μα­τος. Καί ὅταν τήν ἔμαθαν, θαύμασαν ὅλοι, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό καί εὐ­χα­ρι­στῶντας τόν μέ­γα Νι­κό­λα­ο.

Αὐτό τό ἐ­ξαί­σιο καί ὑ­περ­φυσικό ὄντως θαῦ­μα καί με­γα­λεῖ­ο τοῦ Ἁ­γί­ου, δι­α­φη­μί­σθηκε σέ ὅ­λη τήν Με­γα­λό­πο­λι τοῦ Κων­σταν­τί­νου. Ἔ­φθα­σε ἀκόμη καί στά αὐτιά τό­σο τοῦ τό­τε βα­σι­λιᾶ, ὅ­σο καί τοῦ Πα­τριά­ρχη. Τότε αὐ­τοί ­κά­λε­σαν τόν Χριστιανό ἐκεῖνον πού σώθηκε σέ Σύνοδο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ παρουσιάσθηκε μπροστά σέ ὅλους, δι­η­γή­θηκε μέ θάρρος, πῶς, καί μέ ποιόν τρό­πο καί πό­τε τοῦ συνέβη αὐ­τό τό φρι­κτό καί ἐ­ξαί­σιο τε­ρα­τούρ­γη­μα· αὐτό ὅταν τό ἄκουσαν ὅ­λοι, φώναξαν· «Μέ­γας εἶ Κύ­ρι­ε, καί θαυ­μα­στά τά ἔρ­γα σου, καί οὐ­δείς λό­γος ἐ­ξαρ­κέ­σει πρός ὕ­μνον τῶν θαυ­μα­σί­ων σου!­». Τό­τε ἀ­φοῦ τό δι­έ­δω­σαν παν­τοῦ, συγ­κεν­τρώ­θη­καν οἱ Χρι­στια­νοί στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί ἔ­κα­ναν λι­τα­νεί­α καί ἀ­γρυ­πνί­α, δο­ξά­ζον­τας μέν καί εὐ­λο­γῶν­τας τόν Θε­ό, ἀ­πο­νέ­μον­τας δέ καί τήν εὐ­χα­ρι­στί­α στόν πι­στό του θε­ρά­πον­τα Νι­κό­λα­ο­[2].

  * Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς μετά φιλανθρωπίας ἐπενεχθείσης ἡμῖν φοβερᾶς ἀπειλῆς τοῦ σεισμοῦ.

 * Κἄν βλέμμα θεῖον ὑψόθεν θυμοῦ γέμον,

Ποιῇ τρέμειν γῆν, εὐμενές ταχύ βλέπει.

 * Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Νικολάου τοῦ Καραμάνου, τοῦ ἐν Σμύρνῃ μαρτυρήσαντος κατά τό 1657 ἔτος.

 + Ἐμαρτύρησας ὥσπερ ἠρνήσω πάλαι,

Ὅθεν στέφανον Νικόλαε λαμβάνεις.

 

Καί αὐ­τός ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος θα­να­τω­μέ­νος νί­κη­σε τό πο­λυ­κέφα­λο θη­ρί­ο, καί ἡ ἀ­φορ­μή τοῦ θα­νά­του του ἔ­γι­νε ὡς ἑ­ξῆς. Συνέ­βη μί­α φο­ρά στήν Σμύρ­νη καί ἔ­γι­νε κά­ποι­ο σκάν­δα­λο, ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου αὐ­τός ἐ­πά­νω στόν θυ­μό του εἶ­πε νά γί­νη Τοῦρ­κος. Καί ἦ­ταν ἐ­κεῖ με­ρι­κοί Τοῦρ­κοι, καί μό­λις ἄ­κου­σαν αὐ­τόν τόν λό­γο, τόν ἅρ­πα­ξαν ἀ­μέ­σως καί τόν πῆ­γαν στόν δικα­στή, καί μαρ­τύ­ρη­σαν, ὅ­τι εἶ­πε νά γί­νη Τοῦρ­κος. Τόν ρώτη­σε ὁ δι­κα­στής, ἄν ἔ­τσι ἔ­χουν τά πράγ­μα­τα. Καί ὁ Νι­κό­λα­ος, μέ δυ­να­τή φω­νή, ­φώ­να­ξε· «Δέν πρό­κει­ται πο­τέ ἐ­γώ νά ἀρ­νη­θῶ τόν ποι­η­τή καί σω­τῆ­ρα μου, τόν Κύ­ριό μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρό­κει­ται νά κρί­νη ζων­τα­νούς καί νε­κρούς καί νά ἀ­πο­δώ­ση στόν κά­θε ἕ­να σύμ­φω­να μέ τά ἔρ­γα του». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ δι­κα­στής, πρό­στα­ξε καί τόν ἔ­δει­ραν πά­ρα πο­λύ λέ­γον­τάς του νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό. Ἀλ­λά ὁ Μάρ­τυς δε­χό­ταν καί ὑ­πέ­με­νε τίς κα­κου­χί­ες μέ με­γά­λη ἀν­δρεί­α, δε­χό­με­νος τήν  βο­ή­θεια ἀ­πό ψη­λά καί ἐ­πι­κα­λού­με­νος τό σω­τή­ριο ὄ­νο­μα τοῦ γλυ­κυ­τά­του Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό βλέ­πον­τάς τα αὐ­τά ὁ δι­κα­στής καί συλ­λο­γι­ζό­με­νος τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης του, τόν ἔ­βα­λε στήν φυ­λα­κή καί πα­ρήγ­γει­λε στούς φύ­λα­κες νά μή τοῦ δώ­σουν οὔ­τε ψω­μί, οὔ­τε νε­ρό, ἀλ­λά νά τόν δέρ­νουν δύ­ο φο­ρές τήν ἡ­μέ­ρα. Καί ἔ­τσι τοῦ ἔ­κα­μναν. Καί ὅ­ταν εἶ­δαν πά­λι τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης του, τόν πῆ­γαν στόν δι­κα­στή, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σπα­θοῦ­σε μέ κά­θε τρό­πο νά τόν κά­νη νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό. Καί πολ­λά τοῦ εἶ­πε, πό­τε μέ κο­λα­κεῖ­ες, πό­τε μέ φο­βέ­ρες. Ἀλ­λά ὁ Μάρ­τυς ἔ­με­νε ἀ­κλό­νη­τος, καί δέν πρό­σε­χε κα­θό­λου στά  λό­για του. Τοῦ­το μό­νο ἔ­λε­γε· «Ἀ­κό­μη καί ἄν  μέ ρί­ξε­τε στήν θά­λασ­σα,  ἀ­κό­μη καί  ἄν  μέ  κά­ψε­τε στήν φω­τιά, ἀ­κό­μη καί ἄν μέ κό­ψε­τε σέ λε­πτά κομ­μά­τια, ἐ­γώ τόν γλυ­κύ­τα­τό μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό δέν τόν ἀρ­νοῦ­μαι». Τό­τε πρό­στα­ξε ὁ δι­κα­στής, εἴ­τε θέ­λει εἴ­τε δέν θέ­λει, νά τόν κομ­μα­τιά­σουν τυ­ραν­νι­κά. Καί ἔ­τσι, ἀ­φοῦ τόν πῆ­ραν, τόν ἔ­δε­σαν σέ ἕ­ναν στῦ­λο χει­ρο­πό­δα­ρα καί τόν κομ­μά­τια­ζαν, ἐ­νῷ φώ­να­ζε, καί ἔ­λε­γε· «Τί μέ κομ­μα­τι­ά­ζε­τε; Ἐ­γώ Χρι­στια­νός εἶ­μαι, τόν Χρι­στό μου πι­στεύ­ω ὡς Θε­ό ἀ­λη­θι­νό. Τοῦρ­κος δέν γί­νο­μαι». Βλέ­πον­τας ὁ δι­κα­στής, ὅ­τι καί μέ τό κομ­μά­τια­σμα τί­πο­τε δέν κα­τώρ­θω­σε, ὥ­ρι­σε νά τόν βά­λουν στήν φυ­λα­κή καί νά τόν βα­σα­νί­σουν μέ δι­ά­φο­ρα βα­σα­νι­στή­ρια. Ἀλ­λά ὁ Μάρ­τυς τά ὑ­πέ­με­νε ὅ­λα μέ χα­ρά, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό πού τόν ἀ­ξί­ω­σε νά βα­σα­νι­σθῆ γιά τό ὄ­νο­μά του τό Ἅ­γιο, καί ἔ­στε­κε στα­θε­ρός καί ἀ­σά­λευ­τος στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Τό­τε οἱ δή­μιοι πῆ­γαν στόν δι­κα­στή καί τοῦ ἀ­νήγ­γει­λαν τά πάν­τα. Ὁ δέ δι­κα­στής ὥ­ρι­σε καί τόν κρέ­μα­σαν καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ πα­νύ­μνη­τος τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου καί συμ­πε­ρι­λή­φθη­κε στόν χο­ρό τῶν Μαρ­τύ­ρων. Τό μαρ­τυ­ρι­κό του καί σε­βά­σμιο λεί­ψα­νο τό ἄ­φη­σαν τρεῖς ἡ­μέ­ρες κρε­μα­σμέ­νο στό ξύ­λο. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τό κα­τέ­βα­σαν, τό ἔ­δε­σαν ἀ­πό τά πό­δια καί ἀγ­γα­ρεύ­ον­τας κά­ποι­ους Χρι­στια­νούς, τούς ἀ­νάγ­κα­σαν καί τό ἔ­συ­ραν καί τό ἔ­ρρι­ξαν στήν θά­λασ­σα. Καί οἱ Φράγ­κοι, πού βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ ἔ­δω­σαν χρή­μα­τα στούς ἄρ­χον­τες, τό ἔ­βγα­λαν ἀ­πό τήν θά­λασ­σα μέ τό δί­χτυ καί τό ἔ­στει­λαν στήν Φραγ­κιά, καί ἐ­κεῖ τό τί­μη­σαν ἐν­δό­ξως πρός δό­ξα Χρι­στοῦ τοῦ ἀ­θλο­θέ­τη­ καί Θε­οῦ μας. Ἀ­μήν.



[1]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τό τρο­πά­ριο ἐ­κεῖ­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου πού λέει· «Ὤ­φθης Κων­σταν­τί­νῳ βα­σι­λεῖ», πα­ράμελο ὄντας καί ὄχι σωστό, ἔ­τσι δι­ορ­θώνεται στά χει­ρό­γρα­φα Μη­ναῖα· «Ὤ­φθης Κων­σταν­τί­νῳ βα­σι­λεῖ σύν τῷ Ἀ­βλα­βί­ῳ κα­τ’ ὄ­ναρ, καί τού­τους φό­βῳ βα­λών, οὕ­τως αὐ­τοῖς εἴ­ρη­κας. Λύ­σα­τε δή ἐν σπου­δῇ, ἐν εἱρ­κτῇ οὕς κα­τέ­χε­τε, δε­σμί­ους ἀ­δί­κως. Ἀ­θῷ­οι γάρ πέ­λου­σι, τῆς πα­ρα­νό­μου σφα­γῆς. Ὅ­μως, ἐ­άν πα­ρα­κού­σῃς ἔν­τευ­ξιν ποι­ή­σο­μαι ἄ­ναξ, κα­τά σοῦ πρός Κύ­ριον δε­ό­με­νος».

[2]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τόν ἀναλυτικό Βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου, ἑλ­λη­νι­κά  συ­νέ­γρα­ψε ὁ Συ­με­ών ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Σο­φόν τι χρῶ­μα ζω­γρά­φων χείρ». Ἁ­πλο­ϊ­κά τόν με­τέ­φρα­σε ὁ Δα­μα­σκη­νός ὁ Μο­να­χός καί ὑ­πο­δι­ά­κο­νος στόν Θη­σαυ­ρό του, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε καί Ἀρ­χι­ε­ρέας τῆς Ρεν­δί­νης. Ἔ­χει δέ καί ὁ Κρή­της Ἀν­δρέ­ας ἐγ­κώ­μιο γλα­φυ­ρό στόν μέ­γα Νι­κό­λα­ο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἄν­θρω­πε τοῦ Θε­οῦ καί πι­στέ θε­ρά­πων». (Σώ­ζε­ται στήν Λαύ­ρα, στήν τοῦ Σταυ­ρο­νι­κή­τα, καί στήν τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου). Καί ὁ Βα­σί­λει­ος ὁ Λα­κε­δαι­μο­νί­ας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἡ τῶν ἀ­ρε­τῶν τῇ με­γα­λει­ό­τη­τι». (Σώ­ζε­ται στόν ἕ­κτο Πα­νη­γυ­ρι­κό τῆς τοῦ Βα­το­παι­δί­ου). Καί ὁ Μα­κά­ριος στήν Σάλ­πιγ­γα. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ἡ προσωπική μου ἀ­δυ­να­μί­α με­τέ­φρα­σε στήν ἁπλῆ τό ἀναφερθέν ἐγ­κώ­μιο τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­δρέ­α. Βλέπε καί στό βι­βλί­ο τοῦ Χρυ­σάν­θου Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, στόν Ποι­με­νι­κό Αὐ­λό, στήν Σα­γή­νη καί στόν Μα­κά­ριο τόν Κω­φό.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης