Τῷ αὐτῷ μηνί ΣΤ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νικολάου Ἀρχιεπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας τοῦ Θαυματουργοῦ[1].
Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ καί τοῦ Μαξιμιανοῦ τῶν τυράννων, κατά τό ἔτος 300. Καί προηγουμένως ἔλαμψε στήν μοναδική πολιτεία. Ὕστερα δέ, γιά τήν ὑπερβάλλουσα ἀρετή του ἔγινε καί Ἀρχιερέας. Ἐπειδή ὅμως μέ ἐλεύθερη φωνή κήρυττε ὁ Ἅγιος τήν εὐσέβεια, γι’ αὐτό συνελήφθη ἀπό τούς ἄρχοντες τῆς πόλεως Λυκίας καί τιμωρήθηκε μέ δαρμούς καί στρεβλώσεις. Ἔπειτα ρίχθηκε στήν φυλακή μαζί μέ ἄλλους Χριστιανούς. Ὅταν ὅμως ὁ μέγας Κωνσταντῖνος ἔγινε βασιλιάς τῶν Χριστιανῶν μέ ἀπόφασι τοῦ Θεοῦ, τότε ἐλευθερώθηκαν ὅλοι οἱ Χριστιανοί, ὅσοι ἦταν δεμένοι στίς φυλακές. Μαζί δέ μέ αὐτούς ἐλευθερώ θηκε καί ὁ μέγας αὐτός Νικόλαος. Δέν πέρασε ὅμως καιρός πολύς καί συναθροίσθηκε στήν Νίκαια ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο ἡ ἁγία καί Οἰκουμενική Πρώτη Σύνοδος, κατά τό ἔτος 325, μέλος τῆς ὁποίας ἦταν καί ὁ θεῖος Νικόλαος.
Αὐτός ὁ ἐπώνυμος τῆς νίκης, ἔκανε πολλά θαύματα, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἀναλυτικός του Βίος. Ἐλευθέρωσε μάλιστα καί τρεῖς ἀνθρώπους ἀπό τόν θάνατο, πού ἄδικα συκοφαντήθηκαν, μέ τόν ἑξῆς τρόπο· Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἦταν κλεισμένοι στήν φυλακή στήν Κωνσταντινούπολι καί ἔμαθαν τήν θανατική τους ἀπόφασι, ὅτι δηλαδή αὔριον θά ἀποκεφαλισθοῦν. Τότε ἐπεκαλέσθησαν τόν Ἅγιο σέ βοήθειά τους, ὑπενθυμίζοντάς του, καί ὅτι στήν Λυκία γλύτωσε τούς τρεῖς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο ἄδικα νά θανατωθοῦν. Γι’ αὐτό ὁ Ἅγιος Νικόλαος εἰσακούοντας τήν προσευχή τους, φαίνεται στό ὄνειρο τοῦ βασιλιᾶ Κωνσταντίνου καί τοῦ ἐπάρχου Ἀβλαβίου. Καί τόν μέν ἔπαρχο ἔλεγξε, διότι ἄδικα διάβαλε τούς τρεῖς ἀθώους ἐκείνους στόν βασιλιά· τόν δέ βασιλιά δίδαξε, ὅτι ἦταν ἀνεύθυνοι αὐτοί, τούς ὁποίους καταδίκασε καί ὅτι ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου μόνο διαβάλθηκαν ὡς ἀποστάτες καί θανάτου ἄξιοι. Ἔτσι μέ τήν ὀπτασία αὐτή τούς ἐλευθέρωσε ὁ Ἅγιος ἀπό τήν καταδίκη τοῦ θανάτου.
Ὄχι δέ μόνον αὐτό, ἀλλά καί ἄλλα πολλά θαύματα ἔκανε ὁ θαυμαστός Νικόλαος. Ἔτσι καί «ἱερῶς καί ὁσίως» ἀφοῦ ποίμανε τό ὀρθόδοξο ποίμνιό του καί ἔφθασε σέ βαθύ γῆρας, πρός τόν Κύριο ἐξεδήμησε. Ἀλλά καί μετά τόν θάνατο δέν λησμόνησε τό ποίμνιό του ὁ ποιμένας ὁ καλός, ἀλλά σχεδόν κάθε μέρα καί κάθε ὥρα, χαρίζει σέ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη εὐεργεσίες καί χάριτες καί ἐλευθερώνει ἀπό κάθε κίνδυνο καί περίστασι ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται μέ πίστι. Ἐπειδή ὅμως οἱ εὐεργεσίες καί χάριτες τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρός εἶναι πολλές καί ἀναρίθμητες, γι’ αὐτό ἐγώ, θά ἀφήσω ὅλες τίς ἄλλες καί θά θυμηθῶ μία μόνο. Ἄς μή ἀπιστήση ὅμως κανείς ἀκούοντας τό θαῦμα πού ἔγινε στίς ἡμέρες μας, νομίζοντας, ὅτι αὐτό εἶναι ἀδύνατο. Διότι κανένα πρᾶγμα δέν ἀδυνατεῖ στόν Θεό.
Στήν Κωνσταντινούπολι ἦταν ἕνας Χριστιανός εὐλαβής καί πιστός, μέ ὑπερβολή ἀγαπῶντας τόν ὅσιο Πατέρα μας Νικόλαο, καί ἀμοιβαῖα ἀπό τόν Ἅγιο Νικόλαο ἀγαπώμενος. Αὐτός λοιπόν θέλοντας μία φορά νά ταξιδέψη σέ ἄλλον τόπο γιά κάποια ἀναγκαία ὑπόθεσί του, πῆγε πρῶτα στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί προσευχήθηκε ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ ἀποχαιρέτισε τούς συγγενεῖς καί φίλους του, μπῆκε στό καΐκι. Κατά δέ τήν ἐνάτη ὥρα τῆς νύκτας σηκώθηκαν οἱ ναῦτες νά γυρίσουν τά πανιά τοῦ καϊκίου, ἐπειδή γύρισε ἄλλος ἄνεμος. Σηκώθηκε λοιπόν καί ὁ εὐλαβέστατος ἐκεῖνος ἄνθρωπος γιά νά πάη «εἰς χρείαν ὕδατος». Καί ἐπειδή ὅλοι οἱ ναῦτες ἀσχολοῦνταν στό νά γυρίσουν τά πανιά, γι’ αὐτό, ἀφοῦ μπλέχθηκε ὁ Χριστιανός ἐκεῖνος καί πεδικλώθηκε (ὅπως συνήθως συμβαίνει σέ τέτοιες περιπτώσεις), ἔπεσε στήν θάλασσα. Οἱ ναῦτες δέν μπόρεσαν νά βροῦν καμμία μέθοδο γιά νά σύρουν ἀπό τήν θάλασσα τόν ἄνθρωπο· ἀφενός μέν διότι ἦταν σκοτάδι καί ἀφετέρου διότι ὁ ἄνεμος ἔπνεε δυνατώτερα καί ἐμπόδιζε τό πλοῖο γιά νά πηγαίνη μπροστά. Γι’ αὐτό κάθονταν καί θρηνοῦσαν καί ἔκλαιγαν γιά τόν πικρό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ δέ Χριστιανός ἐκεῖνος, μόλις ἔπεσε στήν θάλασσα, ὅπως ἦταν φορεμένος μέ ὅλα τά ροῦχα του, ὅπως καταποντιζόταν στόν βυθό τοῦ πελάγους, θυμήθηκε καί ἔλεγε μέ τόν νοῦ του· «Ἅγιε Νικόλαε βοήθει μοι». Φωνάζοντας δέ νοερά τήν φωνή αὐτή, ὤ τοῦ θαύματος! πολλά καί ἀκατανόητα εἶναι τά θαυμάσιά σου Κύριε! βρέθηκε στό μέσον του σπιτιοῦ του. Καί μή καταλαβαίνοντάς το αὐτό, νόμιζε ὅτι βρίσκεται ἀκόμη στόν βυθό τῆς θάλασσας. Ὁπότε καί ἐκεῖ φώναζε ὄχι πλέον νοερά, ἀλλά αἰσθητά, «Ἅγιε Νικόλαε, βοήθει μοι». Οἱ δέ γείτονες ἀκούοντας τίς φωνές του σηκώθηκαν. Παρόμοια καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ του, ἀφοῦ σκώθηκαν, ἄναψαν φῶς. Ἀλλά καί αὐτοί πού ἔμεναν ἀπό ἔξω, ὅταν ἄκουσαν τίς φωνές, ἔτρεξαν καί ἐκεῖνοι καί τόν βλέπουν στό μέσον τοῦ σπιτιοῦ του νά στέκεται καί νά φωνάζη. Βλέπουν ἀκόμη ὅτι καί τό νερό τῆς θάλασσας ἔτρεχε ἄφθονο ἀπό τά ροῦχα πού φοροῦσε. Ὁπότε ἀπό τόν θαυμασμό τους καί τήν ἔκστασι, ἔμειναν ἄφωνοι καί σιωπηλοί, μή ἔχοντας τί νά ποῦν. Ὁ δέ Χριστιανός ἐκεῖνος φώναζε· «Ἀδελφοί, τί εἶναι αὐτό πού βλέπω; Διότι ἐγώ ξέρω πάρα πολύ καλά, ὅτι ἐχθές κατά τήν ἐνάτη ὥρα ἀποχαιρέτισα ὅλους ἐσᾶς καί μπῆκα στό καΐκι. Καί ἐπειδή φύσηξε ἄνεμος κατάλληλος, περάσαμε ἀρκετό διάστημα τοῦ τόπου. Κατά τήν δεύτερη ὅμως ἤ καί τήν τρίτη νυκτερινή φυλακή (δηλαδή κατά τήν ἔνατη νυκτερινή ὥρα) πῆγα γιά «χρείαν ὕδατος», καί ἀφοῦ πεδικλώθηκα ἀπό τούς ναῦτες, ἔπεσα στήν θάλασσα, ὁπότε καλοῦσα γιά βοήθεια τόν Ἅγιο Νικόλαο. Ποῦ ὅμως εἶμαι τώρα δέν γνωρίζω, ὁπότε πέστε μου ἐσεῖς, διότι ἐγώ εἶμαι ἐκτός ἑαυτοῦ καί ἔγινα ἄλλος ἐξ ἄλλου.
Οἱ δέ Χριστιανοί πού συγκεντρώθηκαν ἀκούοντας αὐτά, βλέποντας ἀκόμη καί τό νερό τῆς θάλασσας πού ἔτρεχε ἀπό τά ροῦχα του, ἐξεπλάγησαν, ὅπως εἴπαμε, σκεπτόμενοι τό παράδοξο τοῦ θαύματος. Ὁπότε χαίρονταν καί ἔκλαιγαν μαζί μέ τόν ἀδελφό πού σώθηκε καί γιά πολλή ὥρα φώναζαν τό, Κύριε ἐλέησον. Ὁ δέ Χριστιανός ἐκεῖνος ἀφοῦ ἔβγαλε τά βρεγμένα φορέματα καί ντύθηκε ἄλλα, πῆγε στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί ἐκεῖ πέρασε τό ὑπόλοιπο διάστημα τῆς νύκτας, προσπίπτοντας μέ δάκρυα στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καί παρακαλῶντας καί ἐκπληρώ-νοντας τίς εὐχές του (τό τάμα του) μέ θαυμασμό καί ἔκπληξι. Ὅταν ἦλθε ὁ καιρός τοῦ ὄρθρου καί συγκεντρώθηκε ὁ λαός στόν Ναό τοῦ Ἁγίου, ὡς συνήθως, τότε ἔγινε σέ ὅλους φανερό τοῦ Ἁγίου τό θαῦμα. Τότε ἀφοῦ ὠσφράνθηκαν τά ἠδύπνοα καί εὐωδέστατα ἐκεῖνα ἀρώματα, πού ἔφερε στόν ἅγιο ὁ Χριστιανός ἐκεῖνος πού σώθηκε, βλέποντας ἀκόμη καί τήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου, πού ἦταν ὁλόφωτη, ρωτοῦσε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, γιά νά μάθουν τήν αἰτία τοῦ πράγματος. Καί ὅταν τήν ἔμαθαν, θαύμασαν ὅλοι, δοξάζοντας τόν Θεό καί εὐχαριστῶντας τόν μέγα Νικόλαο.
Αὐτό τό ἐξαίσιο καί ὑπερφυσικό ὄντως θαῦμα καί μεγαλεῖο τοῦ Ἁγίου, διαφημίσθηκε σέ ὅλη τήν Μεγαλόπολι τοῦ Κωνσταντίνου. Ἔφθασε ἀκόμη καί στά αὐτιά τόσο τοῦ τότε βασιλιᾶ, ὅσο καί τοῦ Πατριάρχη. Τότε αὐτοί κάλεσαν τόν Χριστιανό ἐκεῖνον πού σώθηκε σέ Σύνοδο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ παρουσιάσθηκε μπροστά σέ ὅλους, διηγήθηκε μέ θάρρος, πῶς, καί μέ ποιόν τρόπο καί πότε τοῦ συνέβη αὐτό τό φρικτό καί ἐξαίσιο τερατούργημα· αὐτό ὅταν τό ἄκουσαν ὅλοι, φώναξαν· «Μέγας εἶ Κύριε, καί θαυμαστά τά ἔργα σου, καί οὐδείς λόγος ἐξαρκέσει πρός ὕμνον τῶν θαυμασίων σου!». Τότε ἀφοῦ τό διέδωσαν παντοῦ, συγκεντρώθηκαν οἱ Χριστιανοί στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί ἔκαναν λιτανεία καί ἀγρυπνία, δοξάζοντας μέν καί εὐλογῶντας τόν Θεό, ἀπονέμοντας δέ καί τήν εὐχαριστία στόν πιστό του θεράποντα Νικόλαο[2].
* Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς μετά φιλανθρωπίας ἐπενεχθείσης ἡμῖν φοβερᾶς ἀπειλῆς τοῦ σεισμοῦ.
* Κἄν βλέμμα θεῖον ὑψόθεν θυμοῦ γέμον,
Ποιῇ τρέμειν γῆν, εὐμενές ταχύ βλέπει.
* Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Νικολάου τοῦ Καραμάνου, τοῦ ἐν Σμύρνῃ μαρτυρήσαντος κατά τό 1657 ἔτος.
+ Ἐμαρτύρησας ὥσπερ ἠρνήσω πάλαι,
Ὅθεν στέφανον Νικόλαε λαμβάνεις.
Καί αὐτός ὁ εὐλογημένος θανατωμένος νίκησε τό πολυκέφαλο θηρίο, καί ἡ ἀφορμή τοῦ θανάτου του ἔγινε ὡς ἑξῆς. Συνέβη μία φορά στήν Σμύρνη καί ἔγινε κάποιο σκάνδαλο, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου αὐτός ἐπάνω στόν θυμό του εἶπε νά γίνη Τοῦρκος. Καί ἦταν ἐκεῖ μερικοί Τοῦρκοι, καί μόλις ἄκουσαν αὐτόν τόν λόγο, τόν ἅρπαξαν ἀμέσως καί τόν πῆγαν στόν δικαστή, καί μαρτύρησαν, ὅτι εἶπε νά γίνη Τοῦρκος. Τόν ρώτησε ὁ δικαστής, ἄν ἔτσι ἔχουν τά πράγματα. Καί ὁ Νικόλαος, μέ δυνατή φωνή, φώναξε· «Δέν πρόκειται ποτέ ἐγώ νά ἀρνηθῶ τόν ποιητή καί σωτῆρα μου, τόν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό, ὁ ὁποῖος πρόκειται νά κρίνη ζωντανούς καί νεκρούς καί νά ἀποδώση στόν κάθε ἕνα σύμφωνα μέ τά ἔργα του». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ δικαστής, πρόσταξε καί τόν ἔδειραν πάρα πολύ λέγοντάς του νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Ἀλλά ὁ Μάρτυς δεχόταν καί ὑπέμενε τίς κακουχίες μέ μεγάλη ἀνδρεία, δεχόμενος τήν βοήθεια ἀπό ψηλά καί ἐπικαλούμενος τό σωτήριο ὄνομα τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό βλέποντάς τα αὐτά ὁ δικαστής καί συλλογιζόμενος τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης του, τόν ἔβαλε στήν φυλακή καί παρήγγειλε στούς φύλακες νά μή τοῦ δώσουν οὔτε ψωμί, οὔτε νερό, ἀλλά νά τόν δέρνουν δύο φορές τήν ἡμέρα. Καί ἔτσι τοῦ ἔκαμναν. Καί ὅταν εἶδαν πάλι τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης του, τόν πῆγαν στόν δικαστή, ὁ ὁποῖος προσπαθοῦσε μέ κάθε τρόπο νά τόν κάνη νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Καί πολλά τοῦ εἶπε, πότε μέ κολακεῖες, πότε μέ φοβέρες. Ἀλλά ὁ Μάρτυς ἔμενε ἀκλόνητος, καί δέν πρόσεχε καθόλου στά λόγια του. Τοῦτο μόνο ἔλεγε· «Ἀκόμη καί ἄν μέ ρίξετε στήν θάλασσα, ἀκόμη καί ἄν μέ κάψετε στήν φωτιά, ἀκόμη καί ἄν μέ κόψετε σέ λεπτά κομμάτια, ἐγώ τόν γλυκύτατό μου Ἰησοῦ Χριστό δέν τόν ἀρνοῦμαι». Τότε πρόσταξε ὁ δικαστής, εἴτε θέλει εἴτε δέν θέλει, νά τόν κομματιάσουν τυραννικά. Καί ἔτσι, ἀφοῦ τόν πῆραν, τόν ἔδεσαν σέ ἕναν στῦλο χειροπόδαρα καί τόν κομμάτιαζαν, ἐνῷ φώναζε, καί ἔλεγε· «Τί μέ κομματιάζετε; Ἐγώ Χριστιανός εἶμαι, τόν Χριστό μου πιστεύω ὡς Θεό ἀληθινό. Τοῦρκος δέν γίνομαι». Βλέποντας ὁ δικαστής, ὅτι καί μέ τό κομμάτιασμα τίποτε δέν κατώρθωσε, ὥρισε νά τόν βάλουν στήν φυλακή καί νά τόν βασανίσουν μέ διάφορα βασανιστήρια. Ἀλλά ὁ Μάρτυς τά ὑπέμενε ὅλα μέ χαρά, δοξάζοντας τόν Θεό πού τόν ἀξίωσε νά βασανισθῆ γιά τό ὄνομά του τό Ἅγιο, καί ἔστεκε σταθερός καί ἀσάλευτος στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Τότε οἱ δήμιοι πῆγαν στόν δικαστή καί τοῦ ἀνήγγειλαν τά πάντα. Ὁ δέ δικαστής ὥρισε καί τόν κρέμασαν καί ἔτσι ἔλαβε ὁ πανύμνητος τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου καί συμπεριλήφθηκε στόν χορό τῶν Μαρτύρων. Τό μαρτυρικό του καί σεβάσμιο λείψανο τό ἄφησαν τρεῖς ἡμέρες κρεμασμένο στό ξύλο. Ἔπειτα, ἀφοῦ τό κατέβασαν, τό ἔδεσαν ἀπό τά πόδια καί ἀγγαρεύοντας κάποιους Χριστιανούς, τούς ἀνάγκασαν καί τό ἔσυραν καί τό ἔρριξαν στήν θάλασσα. Καί οἱ Φράγκοι, πού βρίσκονταν ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔδωσαν χρήματα στούς ἄρχοντες, τό ἔβγαλαν ἀπό τήν θάλασσα μέ τό δίχτυ καί τό ἔστειλαν στήν Φραγκιά, καί ἐκεῖ τό τίμησαν ἐνδόξως πρός δόξα Χριστοῦ τοῦ ἀθλοθέτη καί Θεοῦ μας. Ἀμήν.
[1] Σημείωσε, ὅτι τό τροπάριο ἐκεῖνο τοῦ Ἁγίου Νικολάου πού λέει· «Ὤφθης Κωνσταντίνῳ βασιλεῖ», παράμελο ὄντας καί ὄχι σωστό, ἔτσι διορθώνεται στά χειρόγραφα Μηναῖα· «Ὤφθης Κωνσταντίνῳ βασιλεῖ σύν τῷ Ἀβλαβίῳ κατ’ ὄναρ, καί τούτους φόβῳ βαλών, οὕτως αὐτοῖς εἴρηκας. Λύσατε δή ἐν σπουδῇ, ἐν εἱρκτῇ οὕς κατέχετε, δεσμίους ἀδίκως. Ἀθῷοι γάρ πέλουσι, τῆς παρανόμου σφαγῆς. Ὅμως, ἐάν παρακούσῃς ἔντευξιν ποιήσομαι ἄναξ, κατά σοῦ πρός Κύριον δεόμενος».
[2] Σημείωσε, ὅτι τόν ἀναλυτικό Βίο τοῦ Ἁγίου, ἑλληνικά συνέγραψε ὁ Συμεών ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Σοφόν τι χρῶμα ζωγράφων χείρ». Ἁπλοϊκά τόν μετέφρασε ὁ Δαμασκηνός ὁ Μοναχός καί ὑποδιάκονος στόν Θησαυρό του, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε καί Ἀρχιερέας τῆς Ρενδίνης. Ἔχει δέ καί ὁ Κρήτης Ἀνδρέας ἐγκώμιο γλαφυρό στόν μέγα Νικόλαο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ καί πιστέ θεράπων». (Σώζεται στήν Λαύρα, στήν τοῦ Σταυρονικήτα, καί στήν τοῦ Διονυσίου). Καί ὁ Βασίλειος ὁ Λακεδαιμονίας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἡ τῶν ἀρετῶν τῇ μεγαλειότητι». (Σώζεται στόν ἕκτο Πανηγυρικό τῆς τοῦ Βατοπαιδίου). Καί ὁ Μακάριος στήν Σάλπιγγα. Σημείωσε, ὅτι ἡ προσωπική μου ἀδυναμία μετέφρασε στήν ἁπλῆ τό ἀναφερθέν ἐγκώμιο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Βλέπε καί στό βιβλίο τοῦ Χρυσάνθου Ἱεροσολύμων, στόν Ποιμενικό Αὐλό, στήν Σαγήνη καί στόν Μακάριο τόν Κωφό.


Login