Τῷ αὐτῷ μηνί K΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου.
Αὐτός ὁ Ἅγιος γεννήθηκε ἀπό γονεῖς, πού λέγονταν Σέργιος καί Μαρία, κατά τό ἔτος 837. Ὅταν δέ ἔγινε ὀκτώ ἐτῶν, ἐπιδόθηκε στήν μελέτη τῶν ἱερῶν γραμμάτων. Ὅταν ἄρχισε νά ἐνηλικιώνεται, ἑτοιμαζόταν ἀπό τούς γονεῖς του νά νυμφευθῆ. Ὁ Ἅγιος ὅμως φεύγοντας κρυφά, καί μάλιστα ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τῶν Εἰκονομάχων, πού ἐπικρατοῦσαν, βάδιζε ἀπό τόπο σέ τόπο, κατασπαζόμενος αὐτούς πού μαρτυροῦσαν γιά τίς ἅγιες εἰκόνες καί ἀποθησαυρίζοντας στόν ἐαυτό του τήν ὠφέλεια πού προερχόταν ἀπό αὐτούς. Ἔπειτα βάζοντας τόν ἑαυτό του κάτω ἀπό ἀπόλυτη ἐγκράτεια καί σκληραγωγία, πάλαιψε μέ πολλούς πειρασμούς, καί ἰδιαίτερα αὐτούς πού προέρχονται ἀπό τούς δαίμονες, ἀπό ὅπου καί φάνηκε μέγας θαυματουργός. Αὐτός πῆγε καί στήν Ἀσία καί στό Βυζάντιο, ἐπιθυμῶντας νά ὁμολογήση γιά τίς ἅγιες εἰκόνες. Ἀπό ἐκεῖ πῆγε στήν Ρώμη, καί βαδίζοντας ὅλη τήν Δύσι, ἐξέπληξε πολλούς μέ τά σημεῖα καί τά θαύματα πού ἔκαμνε. Ἀπό τήν Δύσι γύρισε πάλι στό Βυζάντιο. Καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε στό βουνό τοῦ Ὀλύμπου. Ἐκεῖ ἀνεβαίνοντας καί ἀφοῦ ἀδυνάτισε πολύ, προσβλήθηκε ἀπό νεφροπάθεια, ὥστε ἀπό μόνη τήν φωνή γνωριζόταν σ’ἐκείνους πού τόν ἤξεραν. Ὁπότε κατέβηκε ἀπό τό βουνό καί πῆγε στήν Θεσσαλονίκη καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε πάλι στό Βυζάντιο καί βρῆκε κλεισμένο στήν φυλακή γιά τίς ἅγιες εἰκόνες τόν Συμεών τόν ὁμολογητή καί θεοφόρο. Ἀφοῦ τόν προσκύνησε, πολύ τόν παρεκάλεσε, νά εὔχεται γι’ αὐτόν.Ἐκεῖ ἐνῶ βρισκόταν, «ἐν εἰρήνῃ ἐκοιμήθη», ἀφοῦ ἔδιωξε ἀπό τούςπάσχοντες πολλές καί διάφορες ἀσθένειες.
Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Εὐσταθίου, Θεσπεσίου καί Ἀνατολίου.
Αὐτοί ἔζησαν στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ κατά τό ἔτος 300, πατρίδα μέν ἔχοντας τήν ἐπαρχία τῶν Γαλατῶν, δηλαδή τήν Γαλλογραικία ὀνομαζόμενη καί πού στήν τουρκική γλῶσσα λέγεται Γελᾶς. Πόλι δέ, τήν Γάγγρα, πού στήν τουρκική λέγεται Τζάγγαρι καί Τζάγγρι. Ἦταν παιδιά γονέων Ἑλλήνων, πού λέγονταν Φιλόθεος καίΕὐσεβία, ἀπό τούς ὁποίους ὁ μέν πατέρας τους καταγόταν ἀπό τήν χώρα τῶν Γαλατῶν, ἡ δέ μητέρα τους ἦταν ἀπό τήν Νικομήδεια. Ὁ μέν Εὐστάθιος λοιπόν ἀσχολεῖτο μέ τήν φροντίδα τῶν γραμμάτων, ὁ δέ Θεσπέσιος καί ὁ Ἀνατόλιος ἀσκοῦσαν τήν τέχνη τοῦ πατέρα τους, ὁ ὁποῖος ἦταν βεστιπράτης, δηλαδή πωλητής ἐνδυμάτων. Διότι βέστα στά λατινικά σημαίνει ἔνδυμα. Ὁ πατέρας τους Φιλόθεος, ἐρχόμενος μία φορά ἀπό τήνἈνατολή στήν Νικομήδεια μαζί μέ τόν υἱό του Ἀνατόλιο, διδάχθηκε τήν πίστι στόν Χριστό ἀπό τόν συνοδοιποροῦντα μαζί τους Λουκιανό, τόν Πρεσβύτερο καί διδάσκαλο. Τότε ἀφοῦ πείσθηκαν καί αὐτός καί ὁ υἱός του στίς διδασκαλίες ἐκείνου, πίστεψαν στόν Χριστό καί βαπτίσθηκαν. Ὁ δέ Εὐστάθιος καί ὁ Θεσπέσιος πηγαίνοντας στήν Νικομήδεια, συνάντησαν τόν μακάριο Ἐπίσκοπο τῆς Νικομηδείας Ἄνθιμο. Καί ἀ-φοῦ διδάχθηκαν ἀπό αὐτόν τήν πίστι στόν Χριστό, βαπτίσθηκαν καί αὐτοί. Ἔπειτα ὁ μέν πατέρας τους Φιλόθεος, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος, ὁ δέ Εὐστάθιος χειροτονήθηκε Διάκονος. Δέν πέρασε πολύς καιρός στό μεταξύ καί πέθαναν οἱ γονεῖς αὐτῶν τῶν Ἁγίων. Τότε συκοφαντοῦνται στόν Μαξιμιανό, ὅτι εἶναι Χριστιανοί. Καί δέρνονται μέ βάκλα, δηλαδή μέ τά ξύλα πού κτυποῦν τά τύμπανα. Καί στήν φυλακή κλείνονται, στήν ὁποία ἐρχόμενος θεῖος Ἄγγελος ἔλυσε τούς Μάρτυρες ἀπό τά δεσμά, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ λύθηκαν, ἔφαγαν καί ἤπιαν. Τήν ἐρχόμενη ἡμέρα παραδόθηκαν στά θηρία. Καί ἀφοῦ πάλαιψαν μέ αὐτά, παρέμειναν ἀβλαβεῖς. Τότε παίρνοντάς τους ὁ Ἀντώνιος ὁ κόμης καί πηγαίνοντας στήν Νίκαια, μέ πολλές τιμωρίες τούς βασάνισε. Διότι τούς κρέμασε σέ ξύλο καί μέ σιδηρένια νύχια τόσο πολύ τούς καταξέσχισε ὁ ἀπάνθρπος, ὥστε ὅλη ἡ ἐκεῖ γῆ κοκκίνησε ἀπό τό αἷμα. Ἔπειτα τούς ἔρριξε στήν φυλακή. Ἀφοῦ ὅμως πάλι ἐμφανίσθηκε θεῖος Ἄγγελος, τούς ἐλευθέρωσε ἀπό τούς πόνους τῶν πληγῶν καί κατέστησε τά σώματά τους ὑγιῆ. Αὐτά τά παράδοξα βλέποντας ὁ αἱμοβόρος ἐκεῖνος, διέταξε νά ἀποκεφαλίσουν τούς Μάρτυρες. Ἐρχόμενοι δέ οἱ Ἅγιοι στόν τόπο τῆς τελειώσεως, ξαφνικά παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί ἔλαβαν τούςστεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Οἱ δέ δήμιοι, ἐπειδή φοβήθηκαν, μήπως τούς κακοποιήση ὁ τύραννος, ἐπειδή δέν ἐκπλήρωσαν τήν προσταγή του, γι’αὐτό τόν λόγο, καί μολονότι ἦταν τά σώματα τῶν Ἁγίων νεκρά, ἀπέκοψαν ὅμως τίς τίμες κεφαλές τους.


Login