+ Οὐ Μάρτυς ἁπλοῦς, ἀλλά καί θείων λόγων,
Ρήτωρ ἐδείχθης, ὦ Μιχαήλ παμμάκαρ.
Αὐτός ὁ νεοφανής καί μέγας Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπό κάποια μικρή περιοχή, πού ὠνομαζόταν Γρανίτζα, ἀνάμεσα στά σύνορα τῆς δεύτερης Θεσσαλίας, αὐτά πού τώρα λέγονται Ἄγραφα. Οἱ δέ γονεῖς του ὠνομάζονταν Δημήτριος καί Στατῆρα. Καί οἱ δύο θεοσεβεῖς καί δίκαιοι, φιλόπτωχοι καί ἀπό αὐτούς, πού συντρέχουν στίς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀνέτρεφαν τόν υἱό τους μέ κάθε σεμνότητα καί ταπεινοφροσύνη, καθώς ἦταν χαρισμένος σ’ αὐτούς ἀπό τόν Θεό. Συμβουλεύοντας τόν δίδασκαν νά φυλᾶ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή καί ἀπό τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, φανερώνεται ἡ ἀγάπη πού ἔχει κανείς σ’ αὐτόν, ὅπως αὐτός τό ὁρίζει στό Εὐαγγέλιο∙ «Ὅποιος μέ ἀγαπᾶ, αὐτός τηρεῖ τίς ἐντολές μου καί αὐτός θά ἀγαπηθῆ ἀπό τόν οὐράνιό μου πατέρα». Ἀπό αὐτά τά εὐαγγελικά ρητά ἔβαλε καλή ἀρχή νά γίνη ἐκπληρωτής τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου. Καί σέ λίγο καιρό πέθανε ὁ πατέρας του καί ἀναπαύθηκε στίς αἰώνιες μονές. Ἡ δέ μητέρα του, ὅσο μποροῦσε, μέ κάθε προθυμία ἀνέτρεφε τόν υἱό της. Τόν ὁποῖο, ἀφοῦ ἔφθασε σέ νόμιμη ἡλικία, τόν πάντρεψε μέ νόμιμη γυναῖκα. Ἔπειτα, αὐτός σηκώθηκε καί πῆγε στήν Θεσσαλονίκη καί γνωρίσθηκε μέ τούς πολῖτες ἐκεῖ καί πότε μέν ἔκανε συντροφιά μέ αὐτούς, πού πουλοῦσαν ψωμί, πότε δέ πάλι καθόταν σέ ξεχωριστό ἐργαστήριο καί πουλοῦσε ψωμί καί αὐτός καί μέ τόν ἴδιο του τόν κόπο ἔτρωγε τό ψωμί του. Ἔδινε καί στούς φτωχούς ἐλεημοσύνη καί στίς Ἐκκλησίες ὅ,τι μποροῦσε. Συνέτρεχε στίς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας καί μέ προσοχή ἄκουγε τά θεῖα λόγια. Σύχναζε δέ καί σέ ἐμᾶς[25] γιά νά ἀκούη μόνο τά ἱερά λόγια.
Καί ἔτσι ἔκαμνε πάντοτε. Καί καθώς ἤθελε νά γίνη μοναχός, τόν ἐμπόδιζαν πολλοί, λέγοντάς του, ὅτι δέν ἐπιτρέπεται νά μονάση παρά τήν γνώμη τῆς γυναίκας του. Ἀφοῦ δέ ἔφθασε ἡ τρίτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, πρόλαβε ἐκεῖνος καί πῆγε ἀπό τά μεσάνυχτα στήν Ἐκκλησία ἀκούγοντας μέ προσοχή ὅλη τήν Ἀκολουθία καί τά ἱερά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτά ἐμφυτεύοντάς τα σάν ἕναν θεῖο σπόρο στό βάθος τῆς καρδιᾶς του, ὕστερα ἀπό τρεῖς ἡμέρες, τά ἔκανε καί πρᾶξι μέ τήν δύναμι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τήν Δευτέρα τῆς μεσονηστίμου, ὕστερα ἀπό τήν ἑσπερινή Ἀκολουθία, ἀφοῦ ἔλαβε εὐλογία, ἀναχώρησε βιαστικά, κάνοντας κάτι ἔξω ἀπό τήν συνήθειά του (διότι ἐμεῖς συνηθίζαμε[26] ὕστερα ἀπό τήν ἀπόλυσι τῆς Ἀκολουθίας, νά κάνουμε ἀνάγνωσι, γιά τήν ὠφέλεια τῶν ἀκροατῶν). Τότε δέ οἱ μέν ἄλλοι πρόσμεναν τήν συμπλήρωσι τῆς ἀναγνώσεως, ἐκεῖνος ὅμως, σάν νά τόν πίεζε κανείς ἤ καί νά τόν ὡδηγοῦσε, βγῆκε πρόωρα καί, πηγαίνοντας στό ἐργαστήριό του, κάθισε γιά λίγο. Καί νά ἕνα παιδί τῶν Ἀγαρηνῶν γειτόνων του, τόν πλησίασε, καθώς τόν γνώριζε ἀπό πρίν καί ζητοῦσε νά ἀγοράση ψωμί. Ὁ δέ Μάρτυρας ρωτοῦσε τό παιδί, ποῦ πηγαίνει καί τί πιστεύει καί, ἄν καταλαβαίνη ἐκεῖνο, πού λέγει. (Αὐτό τό ἔκανε καί ἄλλες πολλές φορές ὁ Μάρτυς), τότε ὅμως μέ σκληρότερο τρόπο συζητοῦσε μέ τό παιδί. Ἔτυχε δέ ἕνας ἀπό τούς νομοδιδασκάλους τῶν Ὀθωμανῶν νά περνᾶ τότε ἀπό ἐκεῖ, τόν ὁποῖο χαιρέτησε τό παιδί καί τοῦ λέει× «Ἀκοῦς, διδάσκαλε, τί μοῦ λέει αὐτός ὁ ἄπιστος;». Καί ἐκεῖνος ἀμέσως λέγει στόν Μάρτυρα× «Τί εἶναι αὐτά πού λές, ἄπιστε ἄνθρωπε καί βλασφημεῖς τήν πίστι μας, ἡ ὁποία εἶναι ἔνδοξη καί τιμημένη, ὅπως καί ἡ στολή μας εἶναι ἔνδοξη καί πολύτιμη;». Καί ὁ Ἅγιος τοῦ λέει× «Ἐγώ εἶμαι πιστός καί εὐσεβής ἀληθινός, μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ μου τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ξέρω τί λέω καί τί πιστεύω, σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε εἶμαι καί ἕτοιμος νά πεθάνω, γιά τήν γνωστοποίησι τῆς πίστεώς μου. Ἐσεῖς ὅμως ταλαίπωροι, οὔτε τί λέτε ξέρετε, οὔτε τί κάνετε. Παρά εἶστε πλανεμένοι καί περπατᾶτε στό σκοτάδι, καθώς ἔχετε μία θρησκεία γεμάτη ἀπό μύθους καί πλάσματα». Καί ἀφοῦ τά εἶπε αὐτά, μέσα σέ λίγη ὥρα συναθροίζονται ἐκεῖ πλῆθος Ἀγαρηνῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ συνέλαβαν τόν Ἅγιο, τόν μετέφεραν στόν δικαστή τῆς πόλεως, λέγοντας× «Ἀκούσαμε αὐτόν τόν ἄνθρωπο, πού βλασφημοῦσε τόν Μωάμεθ καί τόν Θεό». Καί ὁ δικαστής παίρνοντας στά χέρια του χαρτί, ἄρχισε νά ρωτᾶ κατά μέρος τόν Ἅγιο καί νά σημειώνη ἐγγράφως τίς ἀπαντήσεις του. Καί πρῶτα τόν ρώτησε, τί πιστεύεις; Καί πῶς ὀνομάζεσαι; Καί ποιά εἶναι ἡ Πατρίδα σου; Ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε× «Χριστιανός εἶμαι, ἀπό τήν ἐπαρχία τοῦ Φαναρίου, ἀπό Χριστιανούς γονεῖς γεννήθηκα καί ὀνομάζομαι Μιχαήλ». Καί ὁ Κατής ρώτησε× «Ξέρεις γράμματα;». Ὁ Μάρτυρας εἶπε× «Ὄχι». Καί ὁ δικαστής τότε εἶπε× «Καί ἄν τυχόν γράμματα δέν ξέρης, πῶς ἐσύ τόν Χριστό πού ἦταν ἄνθρωπος, τόν κηρύττεις μπροστά στό δικαστήριό μου Θεό ἀληθινό καί Δημιουργό τοῦ παντός; Καί κυρίως πού λέτε ἐσεῖς, πώς ὑπέμεινε καί πάθη καί σταυρώθηκε καί τάφηκε;». Καί ὁ Μάρτυρας εἶπε× «Ἄν ἤθελες, δικαστά, νά ἀκούσης μέ προσοχή τό μέγα Μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ, δέν θά μοῦ ἐναντιωνόσουνα σέ ὅλα, μήτε θά ἔλεγες, πώς ὁ Χριστός δέν εἶναι Θεός. Ὅμως σ’ ἐκεῖνα πού μέ ρώτησες, σοῦ ἀποκρίνομαι× Δύο εἶναι τά πρῶτα καί τά πιό ἀναγκαῖα Κεφάλαια, πού σᾶς βγάζουν ἀπό τήν ἀλήθεια καί ἡ αἰτία εἶναι, ὅτι δέν τά πιστεύετε σωστά.
Τό πρῶτο εἶναι, ὅτι πιστεύοντας στόν ἕναν Θεό, δέν ὁμολογεῖτε τά τρία πρόσωπα στόν Θεό. Καί δεύτερον, ὅτι δέν πιστεύετε στόν ἐνυπόστατο Λόγο, πού πρίν ἀπό τούς αἰῶνες μέν γεννήθηκε ἀπό τόν Θεό καί Πατέρα, ἐνῷ στούς ὕστερους χρόνους ἔγινε ἄνθρωπος τέλειος γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ δέ τρόπος τῆς ἐνανθρωπήσεώς του εἶναι ἀνεκδιήγητος, ὅμως ὅσο μπορεῖ νά τό συλλάβη ἀνθρώπινη δύναμι, σοῦ λέω, ἀρχίζοντας ἀπό τό πρῶτο κεφάλαιο, ὅτι ὁ Θεός εἶναι τρισυπόστατος. Ἄκουσε λοιπόν× Μόνο ὁ Θεός εἶναι παντοτινός, αἰώνιος, χωρίς ἀρχή, χωρίς τέλος, ἄτμητος, ἄκτιστος, ἀσύγχυτος, ἀμετάβλητος. Τά δέ κτίσματα εἶναι μεταβλητά, γι’ αὐτό καί φθαρτά. Αὐτός λοιπόν ὁ ἕνας καί μόνος Θεός, δέν εἶναι μήτε χωρίς λόγο, μήτε χωρίς σοφία. Ὥστε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ἴδιος εἶναι καί σοφία τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδή ἡ σοφία, ἀναγκαστικά μέ λόγο εἶναι καί εἶναι ἀδύνατο νά εἶναι χωρίς λόγο. Ἄν λοιπόν ἦταν κάποτε ὁ Θεός καί δέν ἦταν ὁ Λόγος καί ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, ἀναγκαστικά ἦταν ὁ Θεός καί ἄλογος καί ἄσοφος (τό ὁποῖο εἶναι ἀσέβεια μεγάλη, ἀκόμη καί ἀδύνατο). Ὥστε εἶναι χωρίς ἀρχή καί ὁ Λόγος καί ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή εἶναι ἀχώριστος ἀπό τόν Θεό. Ἀλλά μήτε λόγος βρίσκεται χωρίς πνεῦμα, τό ὁποῖο τό ὁμολογεῖτε καί ἐσεῖς. Ἐπειδή λέγοντας γιά τόν Χριστό, πώς εἶναι Λόγος τοῦ Θεοῦ, τόν λέτε πώς εἶναι καί πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Χωρίς φρόνησι ὅμως καί μέ πολλή ἀμάθεια. Διότι δέν χωρίζετε τά πρόσωπα τοῦ λόγου καί τοῦ πνεύματος. Ἀλλά τά ὑπερφυσικά καί ἀμετάβλητα, τά νομίζετε συγκεχυμένα, θεωρῶντας τα μεταβλητά καί ἀνθρωποπρεπῆ. Ἕνας Θεός εἶναι λοιπόν τρία πρόσωπα καί τά τρία πρόσωπα πάλι εἶναι ἕνας Θεός. Ἔχει λοιπόν ὁ Θεός λόγο καί πνεῦμα, μά δέν τά ἔχει ἀνυπόστατα, ὅπως τά ἔχουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά τά ἔχει ἐνυπόστατα καί τέλεια, ὅπως ἁρμόζει στόν Θεό. Γιά παράδειγμα, ὅπως ἡ λάμψις τοῦ ἡλίου γεννιέται ἀπό αὐτόν καί πάλι ἡ ἀκτίνα τοῦ ἡλίου ἐκπορεύεται ἀπό αὐτόν καί κατεβαίνει ἕως ἐμᾶς καί οὔτε ἡ λάμψις τοῦ ἡλίου, οὔτε ἡ ἀκτίνα του χωρίζεται ποτέ ἀπό τόν δίσκο τοῦ ἡλίου. Ὡστόσο λέγοντας ἐμεῖς λάμψις καί ἀκτίνα, δέν ἐννοοῦμε ἄλλον ἥλιο, παρά τόν ἕνα. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, λέγοντάς τον Θεό, ἀκόμη καί τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τό Ἅγιο, δέν ἐννοοῦμε ἄλλον Θεό, παρά τόν ἕνα. Ἐκεῖνον, δηλαδή, πού χωρίς ἀρχή καί αἰωνίως θεωρεῖται μέ τόν συνάναρχο Λόγο του καί τό Ἅγιο Πνεῦμα του καί αὐτό, τό νά πιστεύουμε ἐμεῖς ἔτσι, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς τό δίδαξε. Καί ἔτσι πιστεύουμε καί ὁμολογοῦμε καί μέ αὐτή τήν πίστι πρόκειται νά πεθάνουμε. Καί αὐτά μέν ἀρκοῦν στό πρῶτο κεφάλαιο.
Ἄς μεταβοῦμε καί στό δεύτερο. Ἐμεῖς γιά τόν Χριστό λέμε πώς εἶναι ἀληθινός καί τέλειος Θεός καί ἀληθινός καί τέλειος ἄνθρωπος. Καί πώς εἶναι ὄχι μόνο παντοκράτωρ καί παντοδύναμος, ἀλλά καί δίκαιος. Ὅπως καί ἡ ἀκτίνα τοῦ ἡλίου, διπλῆ ἐνέργεια κάνει καί ὄχι μόνο φωτίζει τά πάντα, ἀλλά καί τά ζωογονεῖ καί τά θερμαίνει. Ἔπλασε λοιπόν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο καί τόν πρόσταξε νά τηρῆ τίς θεῖες του ἐντολές. Ἐπειδή ὅμως καί ὁ ἄνθρωπος ὑπάκουσε στόν διάβολο μέ τήν θέλησί του καί ἁμάρτησε, παραβαίνοντας τήν θεία ἐντολή καί καταδικάσθηκε γι’ αὐτό δίκαια σέ θάνατο, δέν ἦταν χαρακτηριστικό τοῦ δίκαιου Θεοῦ, μέ τήν βία νά ἐλευθερώση τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν διάβολο. Ἐπειδή καί μέ αὐτόν τόν τρόπο θά ἀδικοῦσε τόν διάβολο, ἁρπάζοντας δηλαδή μέ τήν βία ἀπό τά χέρια του τόν ἄνθρωπο, τόν ὁποῖο δέν τόν ἔλαβε ἐκεῖνος μέ τήν βία. Ἀλλά καί ἐπί πλέον θά ἀναιρεῖτο καί τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, ἄν ὁ Θεός μέ τήν βία καί μέ τό ζόρι τόν ἐλευθέρωνε, πού αὐτό δέν ἦταν χαρακτηριστικό τοῦ Θεοῦ, τό νά ἀφανίζη δηλαδή τό δικό του ἔργο. Ἦταν λοιπόν ἀναγκαῖο νά ὑπάρξη ἕνας ἄνθρωπος ἀναμάρτητος καί νά ζήση ἀναμάρτητα. Καί μέ αὐτόν τόν τρόπο νά βοηθήση τόν ἄνθρωπο, πού ἁμάρτησε μέ τήν θέλησί του. Ἐπειδή ὅμως δέν βρίσκεται κανένας ἄνθρωπος ἀναμάρτητος οὔτε ἄν εἶναι μία ἡμέρα ἡ ζωή του, (ὅπως τό ὁρίζει ἡ θεία Γραφή) γι’ αὐτό ὁ μόνος ἀναμάρτητος Λόγος τοῦ Θεοῦ, γίνεται υἱός ἀνθρώπου καί γεννιέται ἀπό παρθένο καί μαρτυρεῖται μέ φωνή πατρική ἀπό τούς οὐρανούς καί μέ τήν θέλησί του πειράζεται ἀπό τόν διάβολο καί πολεμεῖται ὡς ἄνθρωπος καί νικᾶ αὐτόν, πού τόν πειράζει. Καί μέ ἔργα καί μέ μεγάλα θαύματα φανερώνει καί βεβαιώνει τήν θεότητά του καί τήν πίστι σ’ αὐτόν καί μέ αὐτόν τόν τρόπο, καθώς ὁ ἴδιος ἔζησε χωρίς ἁμαρτία, ἀναλαμβάνει ἐπάνω του τά πάθη τά δικά μας, πού εἴμαστε κατάδικοι, ἀκόμη καί τόν ἴδιο τόν θάνατο. Καί ἔτσι κατεβαίνει στόν Ἅδη, γιά νά σώση καί ἐκεῖ αὐτούς, πού πίστεψαν. Καί, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τόν τάφο μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες καί ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς, τίμησε τόν ἄνθρωπο, κάνοντάς τον συγκάθεδρο μέ τόν Θεό καί Πατέρα, καί ἀφοῦ κάθισε στά δεξιά τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης στούς οὐρανούς, ἀπό ἐκεῖ ἔστειλε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο στούς Ἁγίους του μαθητές καί Ἀποστόλους καί τούς φώτισε. Καί ἐκεῖνοι πάλι φώτισαν ὅλο τόν κόσμο στήν ἀληθινή θεογνωσία, μέ τήν βοήθεια τοῦ Κυρίου, πού ἐπιβεβαίωνε τό κήρυγμά τους μέ τά θαύματα πού ἀκολουθοῦσαν». Καί ὁ δικαστής ρώτησε× «Ἀλλά τήν Μαριάμ, πού γέννησε τόν Ἰησοῦ, πῶς τήν ἀποκαλεῖτε;». Καί ὁ Ἅγιος ἀπάντησε× «Ἐπειδή γέννησε Θεό τέλειο καί ἄνθρωπο τέλειο, μέ τό μεγαλύτερο ὄνομα τήν ἀποκαλοῦμε, κηρύττοντάς την ὡς ἀληθινή Θεοτόκο». Καί ὁ δικαστής ρωτᾶ∙ «Καί εἶναι δυνατόν νά χωρέση ὁ Θεός σέ κοιλιά καί νά γεννηθῆ;». Καί ὁ Μάρτυρας εἶπε∙ «Ὅλα τά ἀδύνατα καί δύσκολα γιά τούς ἀνθρώπους, γιά τόν Θεό εἶναι δυνατά καί εὔκολα. Καί ὅπου νά θελήση ὁ Θεός, οἱ τάξεις τῆς φύσεως νικοῦνται. Γι’ αὐτό πιστεύουμε, ὅτι καί χώρεσε ὁ ἀχώρητος καί γεννήθηκε χρονικῶς, ὡς ἄνθρωπος, ὅπως αὐτός ξέρει». Καί ὁ δικαστής ρώτησε× «Ἀλλά τόν προφήτη μας, πῶς τόν ὑπολογίζετε;».
Ὁ Μάρτυρας ἀπάντησε× «Ἀπό τόν καιρό τοῦ Χριστοῦ καί ἕως καί σήμερα, κανείς προφήτης δέν εἶναι, ὅπως τό ὁρίζει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Διότι οἱ προφῆτες ἕως τόν Βαπτιστή Ἰωάννη προφήτευσαν∙ ὥστε ὁ δικός σας δέν εἶναι προφήτης, ἐπειδή ἦταν ὕστερα ἀπό τόν Χριστό καί καμμία προφητεία δέν εἶπε, καί πῶς νά τόν ὀνομάσουμε προφήτη;». Καί ὁ δικαστής, ὅλα αὐτά τά ἔγραψε σέ χαρτί× ἔπειτα γυρίζοντας μέ ἄγριο βλέμμα πρός τόν Ἅγιο, τοῦ λέει× «Βλέπεις ὅτι ἔγινες κατηγορούμενος ἀπό τά δικά σου λόγια καί ὑπόδικος στούς νόμους; Γι’ αὐτό πρόκειται νά παραδοθῆς στήν φωτιά, ἄν δέν μετανοήσης καί δέν ἀρνηθῆς ἐκεῖνα πού εἶπες, γιά νά βρῆς ἔλεος». Καί ὁ Μάρτυρας φώναξε μέ μεγάλη φωνή καί εἶπε× «Πιστεύω στόν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι Θεός ἀληθινός καί δημιουργός καί πλάστης μου καί εἶμαι ἕτοιμος, ἄν εἶναι δυνατόν, νά ὑπομείνω μύρια βασανιστήρια γιά τήν ἀγάπη του. Γι’ αὐτό καί ἀπό τά χρήματα πού ἔχω, πᾶρτε καί ἀγοράστε ξύλα γιά νά μέ κατακάψετε, διότι δέν θέλω ἀπό τά δικά σας νά προσφερθῶ θυσία στόν Θεό μου».
Καί, ἀμέσως, μόλις εἶπε αὐτά τά λόγια, ἔφτυσε αὐτόν καί τό χαρτί του. Ὁ δέ δικαστής, ἀμέσως, ἀφοῦ τόν ἔρριξε κάτω, τόν ξυλοκόπησε ἔντονα, ἔπειτα τόν φυλάκισε. Καί ἦταν κοντά στίς ἐννιά ἡ ὥρα τῆς ἡμέρας καί ἀπό ἐκεῖ ᾖλθαν κάποιοι πιστοί καί μᾶς ἀνήγγειλαν ὅλα ὅσα ἔγιναν. Ἐμεῖς τότε ἀμέσως μόλις τά ἀκούσαμε, πλημμυρίσαμε ἀπό φόβο καί χαρά× ἀπό φόβο μέν, συλλογιζόμενοι τήν ἀσθένεια τῆς φύσεως, ἀπό χαρά δέ, ἐλπίζοντας. ὅτι ὁ Θεός, πού τοῦ ἔδωσε τέτοια γνῶσι καί τολμηρότητα λόγου, στό νά κηρύξη μέ παρρησία τό ὄνομά του μπροστά στούς ἀλλόπιστους, ὁ ἴδιος ἕως τέλους θά ἐνδυναμώση καί τήν ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἔτσι, ἀφοῦ παραγγείλαμε πολλά στούς εὐσεβεῖς ἐκείνους ἀνθρώπους γιά τήν στήριξι τοῦ Μάρτυρα, τούς στείλαμε γιά παρηγοριά του στήν φυλακή καί, ἐκεῖνοι, ἀφοῦ πῆγαν, καθώς ἦταν γνωστοί μέ τόν δεσμοφύλακα, βρῆκαν τόν Ἅγιο στήν φυλακή δεμένο μέ δύο ἁλυσίδες, πού ἔστεκε καί προσκυνοῦσε. Καί μόλις τόν εἶδαν, πού δέν εἶχε καμία ταραχή ἤ φόβο στήν ψυχή, ἀλλά ἦταν περιχαρής καί ἀλλαγμένος στήν ὄψι ἀπό τήν θεία χαρά γιά ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔπαθε καί ὑπέμεινε, κάθισαν μαζί του καί τοῦ εἶπαν ὅσα ἐγώ τούς παρήγγειλα. Καί ἐκεῖνος τούς ἀνταπάντησε λέγοντάς τους× «Ἄς ἔχη θάρρος, διότι δέν θά μέ ἐγκαταλείψη ποτέ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι μαζί μου, ἀλλά καί τήν ἀσέβεια θά ἀποδιώξω καί γιά τόν Χριστό θά μαρτυρήσω».
Καί καθώς συνωμίλησαν γιά πολλή ὥρα, ἀφοῦ νύχτωσε, ἀναχώρησαν. Καί τήν ἑπόμενη ἡμέρα πάλι, ὕστερα ἀπό τόν ὄρθρο, ἔστειλα τούς ἴδιους σ’ αὐτόν νά τοῦ ποῦν τά ἀναγκαῖα καί νά τόν παρακινήσουν στό Μαρτύριο. Καί ἐκεῖνος, μόλις τούς εἶδε, πού ἦλθαν καί ἄκουσε ἐκεῖνα, πού τοῦ ἔλεγαν, τούς εἶπε× «Ἀδελφοί, ὁ Κύριός μου, αὐτή τήν νύχτα, πού προσευχόμουν, μοῦ ἐμφανίσθηκε καί δυνάμωσε τήν ἀδυναμία μου καί ἐνθάρρυνε τήν ψυχή μου, λέγοντάς μου× Μιχαήλ, δικέ μου ἀθλητά, χαῖρε, καί ὅπως ἐγώ γιά ἐσένα καί γιά ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων ἔβαλα τήν ψυχή μου καί ὑπέμεινα σταυρικό θάνατο, μέ τόν ἴδιο τρόπο εἶναι ἀνάγκη καί ἐσύ νά πεθάνης γιά τήν ἀγάπη μου, γιά νά ζήσης καί νά βασιλεύσης μέ ἐμένα. Κοίτα λοιπόν μήν φοβηθῆς τήν φωτιά, διότι ἡ ὄψι της μόνο ἔχει τόν φόβο, ἡ δοκιμή της ὅμως εἶναι εὐκαταφρόνητη. Καί αὐτά θά τά ὑπομείνης παίρνοντας δύναμι ἀπό τήν ἀνίκητή μου δύναμι». Καί ἀφοῦ μοῦ εἶπε αὐτά ὁ Κύριος, μέ εὐλόγησε καί ἔφυγε ἀπό μπροστά μου. Ἐμένα τότε μέ περιέλαβε ὑπερβολική ἀγάπη καί χαρά ἀνείπωτη σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε δέν μποροῦσα νά κρατήσω τόν ἑαυτό μου καί μόνο πρόσμενα πότε νά ἔλθη ἐκείνη ἡ εὐλογημένη ὥρα νά χωρισθῶ ἀπό αὐτόν τόν κόσμο καί νά ἑνωθῶ μέ τόν Χριστό μου».
Κατά τίς τρεῖς ἡ ὥρα τῆς ἡμέρας συγκεντρώθηκαν αὐτοί, πού πουλοῦσαν ψωμί στόν δικαστή καί τοῦ εἶπαν× «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος χρωστᾶ σέ ἐμᾶς, ἄλλοι πάλι χρωστοῦν σ’ αὐτόν, γι’ αὐτό δῶστον σέ μᾶς, γιά νά λογαριασθῆ μέ ὅλους γιά ἐκεῖνα πού χρωστᾶ καί τοῦ χρωστοῦν». Τόν παρέδωσε λοιπόν δεμένο στόν ἔπαρχο τῆς πόλεως καί ἦλθαν μαζί ἕως στό ἐργαστήριό του. Καί ἐκεῖ πού κοιτοῦσαν τούς λογαριασμούς του, ὅσα αὐτός εἶχε καί ποιοί τοῦ χρωστοῦσαν καί πόσα, δίψασε ὁ Ἅγιος καί ὥρκισε ἕναν ἀπό τούς φίλους του ἐκεῖ νά τοῦ φέρη κρασί νά πιῆ καί ἐκεῖνος ἔτρεξε βιαστικά καί τοῦ ἔφερε καί ἤπιε. Μόλις ὅμως εἶδαν οἱ φονιάδες αὐτόν, πού ἔφερε τό κρασί, λίγο ἔλειψε νά τόν φονεύσουν ἀπό τίς πληγές. Τότε ὁ Μάρτυρας, ἐπειδή συμπόνεσε τόν φίλο του, φώναξε στόν ἔπαρχο× «Ἄδικε καί ἄνομε, τί πειράζεις τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ; Ἐγώ εἶμαι ὁ αἴτιος καί σ’ ἐμένα ἁρμόζει τό παίδεμα, ἀλλά ὄχι στόν ἀναίτιο».
Καί ὁ ἔπαρχος, ἐπειδή δέν ἄντεξε τόν ἔλεγχο τοῦ Ἁγίου, τόν χτύπησε μέ τό ξύλο στήν κεφαλή τόσο, ὥστε, ἀφοῦ ἔπεσε καταγῆς, μετά βίας σηκώθηκε. Καί ἀφοῦ ἔφυγαν ἀπό ἐκεῖ, τόν ἔβαλαν πάλι στήν φυλακή, παραγγέλνοντας στόν δεσμοφύλακα νά τόν φυλάη μέ προσοχή. Διότι πρόσμεναν τόν μεγαλύτερο δικαστή νά δώση τήν ἀπόφασι τοῦ θανάτου του. Ὁ ὁποῖος ἦλθε τήν Τετάρτη τῆς μεσονηστίμου ἑβδομάδος καί τήν Πέμπτη κάθισε στόν δικαστικό θρόνο. Καί ἔφεραν τόν μάρτυρα στό δικαστήριο ὅλο χαρούμενο καί ἀπαστράπτοντα μέ τίς ἀκτῖνες τῆς θείας χάριτος.
Καί ἦταν κοντά στίς ἕξι ἡ ὥρα τῆς ἡμέρας καί ἀφοῦ πῆρε ὁ δικαστής στά χέρια του τό χαρτί, ὅπου ἦταν καταγεγραμμένη ἡ ὁμολογία τοῦ Μάρτυρα, ἄρχισε καί αὐτός νά τόν ρωτᾶ γιά τά καταγραμμένα ἄν ἀληθεύουν καί ἄν, ὅπως ἔχουν, τά ὡμολόγησε καί ἀπό ποῦ τά ἔμαθε καί ποιός τοῦ τά δίδαξε× καί ὁ Μάρτυρας ἀπάντησε× «Μήν ρωτᾶς δικαστά, ἄν ἀληθεύουν αὐτά, διότι εἶναι πιό φανερά καί ἀπό τόν ἥλιο καί ἐγώ εἶμαι πού τά ὡμολόγησα τότε αὐτά καί τώρα πάλι τά ὁμολογῶ καί τά κηρύττω ὡς ἀληθινά, ὡς πιστά καί ὡς βέβαια καί τά διδάχθηκα πατροπαράδοτα ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Πρῶτος δέ διδάσκαλός μου σ’ αὐτά ὅλα ἄλλος κανείς δέν εἶναι, παρά ὁ Ἰησοῦς μου Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Θεός ἀληθινός». Καί ὁ δικαστής εἶπε× «Ἄφησέ τα ἄθλιε αὐτά καί μετανόησε γιά νά ἐλεηθῆς ἀπό τόν Θεό στούς οὐρανούς καί ἀπό τόν προφήτη μας καί γιά νά σέ δοξάσουμε καί ἐμεῖς στήν γῆ καί ἐπάνω ἀπ’ ὅλα γιά νά ἀποφύγης καί τόν πικρό θάνατο τῆς φωτιᾶς». Καί ὁ Μάρτυρας ἀποκρίθηκε× «Δέν ἀρνοῦμαι τόν Θεό μου, δέν προτιμῶ τό σκοτάδι ἀπό τό φῶς, οὔτε τό ψέμα ἀπό τήν ἀλήθεια, ἀλλά θέλω νά πεθάνω γιά τόν Χριστό μου, γιά νά ζήσω μέ αὐτόν. Μήν μέ φοβερίζης δικαστά, διότι δέν θά μέ μεταπείσης, διότι ἐγώ πρόσμενα τήν ἡμέρα αὐτή σάν λαμπρή πανήγυρι καί σάν ἡμέρα ἐλευθερίας, τῆς ὁποίας ὅλος ὁ κόσμος δέν εἶναι ἄξιος. Τί μέ ὠφελοῦν τά κέρδη τῶν χρημάτων, πού μοῦ ὑπόσχεσθε; Τό ἀργύριό σας νά χαθῆ μαζί μέ ἐσᾶς, διότι ὑπονοεῖτε νά ἀλλάξω τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν μέ χρήματα καί δόξα προσωρινή. Λοιπόν μήν χάνης καιρό, ἀλλά παράδωσέ με στόν Θεό, μία ὥρα πρωτύτερα, διότι θέλω καί ἐπιθυμῶ νά γίνω θυσία τοῦ Κυρίου μου, νά ψηθῶ σάν γλυκός ἄρτος, νά βαλθῶ στήν Τράπεζα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί νά προσφερθῶ σάν εὐωδιαστό θυμίαμα σ’ αὐτήν. Κάνε τό συντομότερο ἐκεῖνο πού θέλεις, δέν λογαριάζω τίς πρόσκαιρες κολάσεις. Δέν ἀρνοῦμαι τήν ἀγάπη τοῦ γλυκυτάτου μου Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι καί ἔρωτας καί ἀγάπη καί ἐπιθυμία καί ζωή καί ἀνάστασις καί Βασιλεία οὐρανῶν».
Μέ αὐτά τά λόγια ἐξέπληξε τόν δικαστή τόσο πολύ, ὥστε αὐτός παίρνοντας τό μαντήλι του καί γιά πολλή ὥρα ἀκουμπῶντας τήν κεφαλή του ἐπάνω σ’ αὐτό, γέμισε ὅλος ἀπό δάκρυα× ἔπειτα, σάν νά ξύπνησε ἀπό τόν ὕπνο, ἔδωσε τήν ἑξῆς ἔγγραφη ἀπόφασι κατά τοῦ Μάρτυρα× «Ἐπειδή ὁ Μιχαήλ ἀπό Χριστιανούς γονεῖς παρακινήθηκε μέ τήν θέλησί του καί ᾖλθε ἐνώπιον πολλῶν ἀρχόντων, οἱ ὁποῖοι βρέθηκαν μπροστά στό δικαστήριό μου καί ὡμολόγησε μέ παρρησία, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἀληθινός καί ὅτι οἱ προφῆτες γι’ αὐτόν προφήτευσαν καί ὅτι ἡ Παρθένος Μαριάμ, πού γέννησε τόν Ἰησοῦ Χριστό, εἶναι πρώτιστα καί ἀληθινά Θεοτόκος, προσθέτοντας καί τό ἑξῆς, ὅτι ἕως τόν καιρό τοῦ Χριστοῦ ἦταν οἱ προφῆτες, ἀλλά οἱ μετέπειτα εἶναι ψεῦτες καί πλάνοι, ὁ ὁποῖος καί τόν δικό μας προφήτη τόν Μωάμεθ φανερά τόν εἶπε ψεύτη καί πλάνο καί μέ ἄλλες ὕβρεις τόν ξευτέλισε× γι’ αὐτό, ἐπειδή δέν θέλησε νά μετανοήση γιά ἐκεῖνα πού εἶπε, ἀποφάσισε ὁ νόμος νά παραδοθῆ στήν φωτιά, στίς 21 τοῦ Μαρτίου, ἡμέρα Πέμπτη της ἑβδομάδας καί ὥρα ἐννέα».
Αὐτή τήν ἀπόφασι, ἀφοῦ ἔλαβε ὁ ἔπαρχος, βγῆκε ἀπό τό δικαστήριο ἔχοντας καί τόν Ἅγιο δεμένο, ὁ ὁποῖος μιμούμενος καί σ’ αὐτό τόν Κύριο, ἔτρεχε ἀπό πίσω σάν ἀρνί ἄκακο στήν σφαγή, χωρίς νά ἐναντιώνεται ἤ νά φωνάζη. Παρά μόνο μέ εὐχαρίστησι καί μέ ταπεινοφροσύνη συγκέντρωνε ὅλο τόν νοῦ του στά οὐράνια, ἐκεῖ ὅπου κάθεται ὁ Δεσπότης Χριστός. Ἡ δέ πόλις ὅλη συγκεντρώθηκε γιά νά δῆ τό μαρτύριό του σάν ἀπό κοινή συμφωνία καί οἱ μέν Χριστιανοί στέκονταν ἀπό μακριά διωκόμενοι, ἐνῶ τά πλήθη τῶν Ἀγαρηνῶν ἦταν κοντά γεμᾶτα ἀπό θυμό, φοβερίζοντας, βρίζοντας, θορυβῶντας σάν θηρία ἀνήμερα. Καί ἦταν νά τό βλέπη κανείς ἐκεῖ πάνδημο θέατρο× ὅλον τόν τόπο ἀσφυκτικά γεμᾶτο ἀπό τό πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, οἱ στέγες τῶν σπιτιῶν ἦταν γεμᾶτες, οἱ ὄροφοι τῶν ναῶν τό ἴδιο, τά δένδρα, τά τείχη× διότι ὅλοι σάν ἕνα σύννεφο μελισσῶν μαζεύτηκαν γιά νά βλέπουν τόν ἀγῶνα τοῦ Μάρτυρα, πῶς ἀγωνιζόταν, πῶς νίκησε τούς ὁρατούς καί τούς ἀόρατους ἐχθρούς.
Ὑποθέτω, ὅτι δέν ἔλειπαν ἀπό τό στάδιο οὔτε ἄγγελοι, οὔτε ψυχές μαρτύρων, προσμένοντας νά ἐγκωμιάσουν τόν νικητή. Καί ἀφοῦ ἔφθασαν στόν τόπο, ἐκεῖ ὅπου ἐπρόκειτο νά τελειωθῆ, θέλοντας οἱ δήμιοι νά τόν ἐκφοβίσουν, τόν ἔστησαν μπροστά στήν φωτιά καί ἀφοῦ ἔμπηξαν δύο πασσάλους στήν γῆ, ἔδεσαν τήν ἁλυσίδα, πού φοροῦσε ὁ Μάρτυρας. Ἔπειτα, ἀφοῦ τόν
ἔγδυσαν, τόν ἄφησαν μόνο μέ τό πανωφόρι καί ἄρχισε πάλι ὁ ἔπαρχος νά τόν κολακεύη συμπονῶντας τον τάχα καί λογαριάζοντας νά μαλακώση τήν ἀδαμάντινή του ψυχή. Καί ὁ Μάρτυρας τοῦ λέει× «Δέν ντρέπεσαι, ταλαίπωρε, νά διαστρέφης τήν ὀρθή πίστι τοῦ Κυρίου; Γιατί δέν τελειώνεις σύντομα τήν ἀπόφασι τοῦ θανάτου μου; Ἐγώ πιστεύω καί ὁμολογῶ, ὅπως σᾶς προεῖπα, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Θεός, ὁ ὁποῖος ἦλθε στόν κόσμο νά σώση τούς ἁμαρτωλούς, ἀπό τούς ὁποίους ἐγώ εἶμαι ὁ ἔσχατος καί τελευταῖος× δέν θά μέ μεταπείσης, ἄθλιε, ἀκόμη καί ἄν μοῦ δώσης χιλιάδες βασιλεῖες. Ἄλλη βασιλεία μέ προσμένει, ἄφθαρτη καί αἰώνια». Τότε προστάζει ὁ ἔπαρχος νά ἀλειφθῆ πρῶτα μέ θειάφι καί, ἀφοῦ τόν ἄλειψαν, ἀνάβουν ἀπό κάτω του φωτιά καί ἀμέσως σάν κερί ὅλος ἄναψε καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἔστεκε καιόμενος γιά πολλή ὥρα, ὑμνῶντας σιγανά τόν Θεό. Ἔπειτα, ἀφοῦ γύρισε στά δεξιά καί στά ἀριστερά, συλλογίσθηκε καί ἐκεῖ ὅπου ἦταν ἡ περισσότερη φωτιά, ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔγειρε ὁ μακάριος, τό μέν σῶμα του τό παρέδωσε στήν φωτιά, τήν δέ ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Ὤ, τί ἀνδρεία ἐπέδειξες, Μιχαήλ ἀξιοθαύμαστε! Ὤ, τί στερεά καί ἀδαμάντινη ψυχή! Πῶς δέν φοβήθηκες τήν ἄγρια ὁρμή τῶν ἀλλόπιστων, ἀλλά σάν βέλη νηπίων λογάριαζες ὅλα τους τά τεχνάσματα; Πῶς δέν φοβήθηκες τήν τρομερή ἐκείνη πυρκαγιά; Γι’ αὐτό ἄγγελοι θαύμασαν τήν ἀνδρεία τῆς ψυχῆς σου, δαίμονες ξευτελίσθηκαν, οἱ πιστοί εὐχαριστήθηκαν, οἱ ἀλλόπιστοι καταντροπιάσθηκαν, ὅλο τό σύστημα τῶν εὐσεβῶν σέ ἐπαίνεσε ἐπάνω στήν γῆ καί κάθε χρόνο ὡς χρέος πανηγυρίζει τήν μνήμη σου καί οἱ ἅγιοι στούς οὐρανούς σέ ὑποδέχθηκαν μέ φωνή ἀγαλλιάσεως καί μέ ἦχο ἑορταζόντων, δοξάζοντας καί εὐλογῶντας τόν Χριστό, τόν νικοποιό Θεό, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος στούς ἀπέραντους αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Login