Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΔ΄, μνήμη τῆς Ὁσίας μητρός ἡμῶν Ξένης καί τῶν αὐτῆς δύο θεραπαινίδων.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΔ΄, μνήμη τῆς Ὁσίας μητρός ἡμῶν Ξένης καί τῶν αὐτῆς δύο θεραπαινίδων.

 Ἡ μα­κά­ρια αὐ­τή καί ἀ­εί­μνη­στη Ξέ­νη κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν με­γα­λό­δο­ξη πό­λι τῆς Ρώ­μης, προ­ερ­χό­με­νη ἀ­πό γέ­νος τί­μιο καί ἐ­παι­νε­τό. Ὅ­ταν οἱ γο­νεῖς τῆς Ἁ­γί­ας θέ­λη­σαν νά τήν παν­τρέ­ψουν καί ἤ­δη ὅ­λα τά τοῦ γά­μου ἦ­ταν ἕ­τοι­μα, τό­τε ἡ Ἁ­γί­α παίρ­νον­τας δύ­ο ὑ­πη­ρέ­τρι­ες βγῆ­κε ἀ­πό τόν νυ­φι­κό θά­λα­μο καί μπαί­νον­τας σέ κα­ΐ­κι ἀ­νε­χώ­ρη­σε καί, ἀ­φοῦ ἄλ­λα­ξε δι­ά­φο­ρους τό­πους, πῆ­γε στήν πό­λι Μύ­λασ­σα, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι κά­στρο σκλη­ρό, Μεσ­σί κοι­νῶς ὀ­νο­μα­ζό­με­νο καί βρί­σκε­ται στήν Κα­ρί­α τῆς Ἀ­σί­ας καί εἶ­ναι τι­μη­μέ­νη μέ Ἐ­πι­σκο­πι­κό θρό­νο ὑ­πό τήν ἐ­πι­τή­ρη­σι τοῦ Ἐ­πι­σκό­που Σταυ­ρου­πό­λε­ως. Μᾶλ­λον λοι­πόν στήν πό­λι αὐ­τή ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε ἡ Ὁ­σί­α ἀ­πό τόν θε­σπέ­σιο Παῦ­λο τόν Μο­να­χό καί Πρε­σβύ­τε­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τά τήν νῆ­σο Κῶ[86], ἀ­φοῦ τῆς ἐμ­φα­νί­σθη­κε μέ θε­ϊ­κή ἀ­πο­κά­λυ­ψι, τήν ὡ­δή­γη­σε στήν ἀ­νώ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­σι στήν κα­τά Χρι­στό ζω­ή.

Ἐ­κεῖ λοι­πόν στήν πό­λι Μύ­λασ­σα κα­τα­σκευ­ά­ζον­τας ἡ μα­κά­ρια ἕ­να μι­κρό να­ό στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρα, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε με­γά­λη ἄ­σκη­σι μα­ζί μέ τίς δύ­ο ὑ­πη­ρέ­τρι­ές της καί μέ με­ρι­κές ἄλ­λες παρ­θέ­νες, πού συγ­κεν­τρώ­θη­καν ἐ­κεῖ. Ἔ­τσι μέ τήν ἀ­πο­χή τῶν ἡ­δο­νῶν ὅ­λων τῶν αἰ­σθή­σε­ων ἀ­νέ­βα­σε τόν ἑ­αυ­τό της ἡ μα­κά­ρια σέ μί­α οὐ­ρά­νια πο­λι­τεί­α.

Ἀ­φοῦ πέρασε κα­λά τήν ζω­ή της, ὕ­στε­ρα, ἀ­φοῦ ἐ­κοι­μή­θη ὁ­σια­κά καί εἰ­ρη­νι­κά, ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό τήν ἀ­κό­λου­θη μαρ­τυ­ρί­α· Δι­ό­τι κα­τά τό με­ση­μέ­ρι τῆς ἡ­μέ­ρας, ἐ­νῷ ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε κα­θα­ρά, φά­νη­κε σταυ­ρός στόν οὐ­ρα­νό, ὁ ὁ­ποῖ­ος σχη­μα­τί­σθη­κε μέ­σα ἀπό τά ἀ­στέ­ρια. Ἐ­κεῖ­νον τόν σταυ­ρό μέ τά ἄ­στρα, πού ἐμ­φα­νί­σθη­κε, τόν ἔ­κλει­σε στήν μέ­ση ἕ­νας χο­ρός ἑ­πτά ἀ­στέ­ρων, πού ἦ­ταν τρι­γύ­ρω. Φαι­νό­ταν μά­λι­στα, ὅ­τι ὁ σταυ­ρός καί ὁ χο­ρός τῶν ἀ­στέ­ρων, συ­νώ­δευ­αν τό νε­κρο­κράβ­βα­το τῆς Ὁ­σί­ας. Δι­ό­τι ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος με­τα­φε­ρό­ταν, τό­τε μα­ζί μέ ἐ­κεῖ­νον με­τα­φέ­ρον­ταν καί αὐ­τά καί, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος στα­μα­τοῦ­σε, τό­τε στα­μα­τοῦ­σαν καί αὐ­τά σέ ση­μεῖ­ο πού νά φαί­νε­ται, ὅ­τι αὐ­τά ἦ­ταν ἕ­νας στέ­φα­νος τῆς μα­κα­ρί­ας Ξέ­νης, ὁ ὁ­ποῖ­ος τῆς δό­θη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό σέ ἀν­τάλ­λαγ­μα τῆς πο­λυ­χρό­νιας νη­στεί­ας, τῆς χα­μαι­κοι­τί­ας καί τῆς ἀ­γρυ­πνί­ας καί τῆς παρ­θε­νί­ας της. Καί αὐ­τό εἶ­ναι φα­νε­ρό. Δι­ό­τι ὅ­ταν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο τῆς Ὁ­σί­ας κρύ­φθη­κε στήν γῆ καί δέν φαι­νό­ταν, τό­τε καί ὁ σταυ­ρός ἐ­κεῖ­νος καί ὁ χο­ρός τῶν ἀ­στέ­ρων ἔ­γι­νε ἀ­φα­νής καί ἀ­ό­ρα­τος. Αὐ­τά πού ἔ­γι­ναν στήν Ὁ­σί­α φα­νε­ρώ­θη­καν ἀ­πό μί­α ὑ­πη­ρέ­τριά της, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­ταν πέ­θαι­νε ἡ Ὁ­σί­α, δι­η­γή­θη­κε ποι­ά ἦ­ταν καί ποι­ά πα­τρί­δα εἶ­χε καί ἀ­πό ποι­ό ἐ­πί­ση­μο γέ­νος κα­τα­γό­ταν καί ὅ­τι προ­η­γου­μέ­νως ἀ­πό τούς γο­νεῖς της ὠ­νο­μα­ζό­ταν Εὐ­σε­βί­α, ὕ­στε­ρα ὅ­μως αὐ­τή ὠ­νό­μα­σε τόν ἑ­αυ­τό της Ξέ­νη, θέ­λον­τας ἀ­πό τα­πεί­νω­σι νά κρυ­φθῆ ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο της βλέ­πε στό Ἐ­κλό­γιο[87]).

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Παύλου, Παυσιρίου καί Θεοδοτίωνος τῶν αὐταδέλφων.

Αὐ­τοί ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί Μα­ξι­μια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 290, καί στήν Κλε­ο­πά­τρι­δα, πού τώ­ρα ὀ­νο­μά­ζε­ται Σου­βέζ καί βρί­σκε­ται στήν Αἴ­γυ­πτο, ἄρ­χον­τας ἦ­ταν ὁ Ἀ­ρεια­νός. Ἦ­ταν καί οἱ τρεῖς ἀ­δελ­φοί κα­τά σάρ­κα. Καί ὁ μέν Παῦ­λος καί Παυ­σί­ριος, ἔ­γι­ναν Μο­να­χοί ἀ­πό νε­α­ρή ἡ­λι­κί­α, ἐ­νῷ ὁ Θε­ο­δο­τί­ων, ζοῦ­σε στά βου­νά μα­ζί μέ τούς κλέ­πτες. Συ­νε­λή­φθη­σαν ἀ­πό τόν ἡ­γε­μό­να, ὅ­ταν ὁ Παῦ­λος ἦ­ταν 37 ἐ­τῶν καί ὁ Παυ­σί­ριος 25 ἐ­τῶν, καί ὡ­μο­λό­γη­σαν μέ θάρ­ρος τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Τό­τε ὁ ἀ­δελ­φός τους Θε­ο­δο­τί­ων, μα­θαί­νον­τας ὅ­τι συ­νε­λή­φθη­σαν, ἄ­φη­σε τά βου­νά καί τούς κλέ­φτες καί πῆ­γε γιά νά τούς δῆ καί νά τούς ἀ­πο­χαι­ρε­τί­ση. Βλέ­πον­τάς τους ὅ­μως νά κρί­νων­ται ἀ­πό τόν ἡ­γε­μό­να, νά πλη­σιά­ση βέ­βαι­α κον­τά δέν τόλ­μη­σε. Πη­γαί­νον­τας ὅ­μως σέ ἕ­να πα­ρά­με­ρο τό­πο, συλ­λο­γι­ζό­ταν ἄ­ρα­γε ποι­ά κλη­ρο­νο­μί­α καί δό­ξα θά ἀ­πο­λαύ­σουν οἱ ἀ­δελ­φοί του. Τό­τε, ἀ­φοῦ θερ­μάν­θη­κε ἡ κα­ρι­δά του ἀ­πό τήν θεί­α χά­ρι, ἐ­πέ­στρε­ψε καί, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπροστά στόν ἡ­γε­μό­να, ὡ­μο­λό­γη­σε καί αὐ­τός τόν ἑ­αυ­τό του Χρι­στια­νό, καί ἀ­φοῦ ἐ­πι­τέ­θη­κε ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἡ­γε­μό­να, τόν ἔρ­ρι­ξε κά­τω ἀ­πό τόν θρό­νο του. Τό­τε ἀ­μέ­σως περ­νοῦν πυ­ρω­μέ­να καρ­φιά στά πλευ­ρά του καί στήν κοι­λιά του καί κα­τό­πιν τόν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν. Καί ἔ­τσι ὁ ἀ­οί­δι­μος δέ­χθη­κε τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο. Ὁ Παῦ­λος καί Παυ­σί­ριος, ἀ­φοῦ ρί­χθη­καν σέ πο­τα­μό, ἔ­λα­βαν τέ­λος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τους.

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Βαβύλα τοῦ ἐν Σικελίᾳ καί Ἀγαπίου καί Τιμοθέου τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.

 Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡ­μῶν Βα­βύ­λας κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ἀ­να­το­λή, γεν­νή­θη­κε ὅ­μως ἀ­πό εὐ­γε­νεῖς καί φι­λό­θε­ους γο­νεῖς στήν ἐ­πί­ση­μη Θε­ού­πο­λι[88]. Αὐ­τός λοι­πόν ἐκ­παι­δεύ­θηκε μέ παι­δεί­α καί νου­θε­σία Κυ­ρί­ου καί ἔ­μα­θε τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α ὁ­δη­γοῦν τόν ἄν­θρω­πο πιό γρή­γο­ρα στόν Θε­ό. Ἀ­φοῦ ἀ­γά­πη­σε τόν Θε­ό ἀ­πό τήν νε­α­ρή ἡ­λι­κί­α, μί­ση­σε τόν κό­σμο. Καί ὅ­ταν οἱ γο­νεῖς του πέ­θα­ναν, μοί­ρα­σε τόν πλοῦ­το τους σέ πτω­χούς καί χῆ­ρες καί ὀρ­φα­νά. Καί ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τόν ἑ­αυ­τό του ἀ­πό κά­θε τα­ρα­χή καί φρον­τί­δα βι­ω­τι­κή, ἀ­νέ­βη­κε στό βου­νό καί ἡ­σύ­χα­ζε, ἔ­χον­τας μα­ζί του καί δύ­ο μα­θη­τές, τόν Ἀ­γά­πιο καί τόν Τι­μό­θε­ο. Ἔ­γι­νε καί Ἱ­ε­ρέ­ας καί τί­μη­σε ἐ­πά­ξια τό τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης ἀ­ξί­ω­μα. Ὕ­στε­ρα ἀ­να­χω­ρῶν­τας πῆ­γε στήν Ρώ­μη.

 Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ ἐ­κεῖ αἱ­μο­βό­ροι εἰ­δω­λο­λά­τρες φρόν­τι­ζαν νά τόν προ­δώ­σουν στούς ἄρ­χον­τες. Ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τήν Ρώ­μη ὁ Ἅ­γιος, πῆ­γε στό νη­σί τῆς Σι­κε­λί­ας μα­ζί μέ τούς δύ­ο μα­θη­τές του, καί ἐ­κεῖ ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε και­ρό ἀρ­κε­τό, πολ­λούς ἀ­πί­στους ὡ­δή­γη­σε στήν θε­ο­γνω­σί­α μέ τήν χά­ρι τοῦ Πνεύ­μα­τος, πού κα­τοι­κοῦ­σε μέ­σα του. Ἐ­πει­δή ὅ­μως, σύμ­φω­να μέ τό λό­γιο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, δέν μπο­ρεῖ νά κρυ­φθῆ πό­λις «ἐ­πά­νω ὄ­ρους κει­μέ­νη», γι’  αὐ­τό οὔ­τε ὁ μα­κά­ριος Αὐ­τός μπό­ρε­σε νά κρυ­φθῆ ἀ­πό τόν ἄρ­χον­τα τῆς Σι­κε­λί­ας. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ὁ ἄρ­χον­τας συ­νέ­λα­βε αὐ­τόν καί τούς δύ­ο του μα­θη­τές, μό­λις εἶ­δε, ὅ­τι μέ παρ­ρη­σί­α ὡ­μο­λό­γη­σαν τόν Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό, ἀρ­χι­κά τούς ἔ­δει­ρε τό­σο πο­λύ, ὥ­στε κα­τα­κοκ­κί­νι­σαν τά σώ­μα­τά τους. Ἔ­πει­τα δι­έ­τα­ξε τούς στρα­τι­ῶ­τες, νά τούς πε­ρι­τρι­γυ­ρί­σουν στήν πό­λι καί μα­ζί νά τούς τι­μω­ρή­σουν ἀ­πάν­θρω­πα μέ δι­ά­φο­ρες τι­μω­ρί­ες μέ σκο­πό ἀρ­χι­κά μέ τίς τι­μω­ρί­ες νά φο­βε­ρί­ση τίς πό­λεις τῆς Σι­κε­λί­ας καί ἐ­πί πλέ­ον νά ἐκ­πλη­ρώ­ση τό πά­θος καί τόν θυ­μό, πού εἶ­χε κα­τά τῶν Ἁ­γί­ων. Οἱ Ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες ὅ­μως ἔ­παιρ­ναν δύ­να­μι ἀ­πό τά βα­σα­νι­στή­ρια, ἐλ­πί­ζον­τας ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά καί ἀ­πο­βλέ­πον­τας στά αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θά. Κα­τά τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα κα­τέ­σφα­ξε τούς Ἁ­γί­ους μέ μα­χαί­ρια καί τά σώ­μα­τά τους τά ἔρ­ρι­ξε στήν φω­τιά. Ἡ φω­τιά ὅ­μως δέν τά ἔ­βλα­ψε κα­θό­λου, ἀλ­λά τά δι­α­φύ­λα­ξε σῶ­α καί ἀ­βλα­βῆ. Τό­τε τά πῆ­ραν με­ρι­κοί Χρι­στια­νοί καί τά ἐν­τα­φί­α­σαν μέ τι­μές σ’ αὐ­τήν τήν νῆ­σο τῆς Σι­κε­λί­ας.

  Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μακεδόνιος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡ­μῶν Μα­κε­δό­νιος, ὡς στί­βο τῶν ἀ­σκη­τι­κῶν του ἀ­γώ­νων καί πα­λαί­στρα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τίς κο­ρυ­φές τῶν βου­νῶν. Ἐ­κεῖ εἶ­χε τό ἀ­σκη­τα­ριό καί κα­τοι­κί­α του, ἄλ­λο­τε ἡ­συ­χά­ζον­τας σέ ἕ­να τό­πο, ἄλ­λο­τε πά­λι σέ ἄλ­λον καί ἄλ­λο­τε με­τα­βαί­νον­τας σέ ἄλ­λον, στήν Φοι­νί­κη δη­λα­δή, καί στήν Συ­ρί­α καί στήν Κι­λι­κί­α. Ἔ­κα­μνε δέ τίς με­τα­βά­σεις αὐ­τές, γιά νά ἀ­πο­φεύ­γη τίς ἐ­νο­χλή­σεις, πού προ­ξε­νοῦ­σαν, ὅ­σοι πή­γαια­ναν νά τόν συ­ναν­τή­σουν. Πέ­ρα­σε λοι­πόν ὁ μα­κά­ριος σα­ραν­τα­πέν­τε χρό­νοι­α, χω­ρίς νά ἔ­χη ἐ­πά­νω ἀ­πό τό κε­φά­λι του τέν­τα ἤ κα­λύ­βη ἤ κά­ποι­α ἄλ­λη σκε­πή, ἀλ­λά στε­κό­ταν μέ­σα σέ ἕ­να λάκ­κο βα­θύ[89]. Μό­νον, ὅ­ταν γέ­ρα­σε, ὑ­πο­χώ­ρη­σε σέ ὅ­σους τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν καί κα­τε­σκεύ­α­σε μί­α κα­λύ­βα. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιά κα­τοι­κί­α κά­ποι­α κελ­λά­κια, ὄ­χι δι­κά του, ἀλ­λά ξέ­να. Ἐ­κεῖ ἔ­ζη­σε ἄλ­λα εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια, ὥ­στε ὅ­λα τά χρό­νια της ζω­ῆς του συγ­κεν­τρώ­νον­ται σέ ἑ­βδο­μῆν­τα. Ἐ­πει­δή ὅ­μως τρε­φό­ταν μέ μό­νο κρι­θά­ρι καί νε­ρό, γιά δι­ά­στη­μα σα­ράν­τα ἐ­τῶν, γι’  αὐ­τό ὁ ἀ­οί­δι­μος κα­τό­πιν ἀ­σθέ­νη­σε καί ζοῦ­σε μέ λί­γο κομ­μά­τι ψω­μιοῦ καί μέ πο­τό ἁ­πλοῦ νε­ροῦ. Μέ τέ­τοι­α θαυ­μά­σια ἄ­σκη­σι ζῶν­τας ἀ­ξι­ώ­θη­κε ἀ­πό τόν Κύ­ριο νά κά­νη θαύ­μα­τα, δη­λα­δή νά δι­ώ­χνη δαι­μό­νια ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους, νά ἰ­α­τρεύ­η δι­ά­φο­ρα πά­θη καί ἀ­σθέ­νει­ες καί νά ἐ­κτε­λῆ ἄλ­λα πολ­λά πα­ρά­δο­ξα.

Σ’  αὐ­τόν τόν Ὅ­σιο ἔ­φε­ραν κά­πο­τε μί­α γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πό ἐ­νέρ­γεια τοῦ Δι­α­βό­λου ἔ­τρω­γε ὑ­περ­βο­λι­κό φα­γη­τό. Δη­λα­δή ἔ­τρω­γε κα­θη­με­ρι­νά τριά­ντα κα­τοι­κή­σι­μες ὄρ­νι­θες καί πά­λι δέν χόρ­ται­νε, ἀλ­λ’ ἀ­κό­μη πει­νοῦ­σε. Τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν τόν Ὅ­σιο λοι­πόν οἱ συγ­γε­νεῖς τῆς γυ­ναί­κας νά τήν σπλαγ­χνι­σθῆ καί νά τήν θε­ρα­πεύ­ση, δι­ό­τι εἶ­χε ξο­δέ­ψει ὅ­λη τήν πε­ρι­ου­σί­α της στό φα­γη­τό. Τό­τε τήν σπλαγ­χνί­σθη­κε ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ καί προ­σευ­χή­θη­κε στόν Θε­ό. Κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ ἔ­βα­λε τό δε­ξί του χέ­ρι σέ νε­ρό καί τό σφρά­γι­σε μέ τήν σω­τή­ρια σφρα­γῖ­δα τοῦ Σταυ­ροῦ, πρό­στα­ξε τήν γυ­ναῖ­κα, πού ἔ­πα­σχε νά τό πι­ῆ καί ἔ­τσι τήν ἔ­κα­νε νά τρώ­η φυ­σι­ο­λο­γι­κά καί νά ἀρ­κῆ­ται μό­νο σέ μι­σή ὄρ­νι­θα. Ἀ­φοῦ λοι­πόν γνή­σια δού­λε­ψε τόν Θε­ό, σέ ἡ­λι­κί­α ἑ­βδο­μῆν­τα ἐ­τῶν ἀ­πῆλ­θε πρός Κύ­ριο[90].

  Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ γέγονεν ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀναστασίου τοῦ Πέρσου.

Ὅ­ταν ὁ Ἡ­γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­να­στα­σί­ου, πού βρί­σκε­ται στά Ἱ­ερ­σό­λυ­μα, ὁ καί γέ­ρον­τας τοῦ Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Ἀ­να­στα­σί­ου τοῦ Πέρ­σου, ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ πνευ­μα­τι­κός του υἱ­ός Ἀ­να­στά­σιος, ἐ­πι­θύ­μη­σε νά πά­θη γιά τόν Χρι­στό καί τήν εὐ­σέ­βεια, πα­ρε­κά­λε­σε ὅ­λη τήν ἀ­δελ­φό­τη­τα νά πα­ρα­κα­λέ­σουν τόν Θε­ό, γιά νά τε­λει­ώ­ση κα­λῶς τόν δρό­μο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Ἔ­γρα­ψε ἀ­κό­μη καί πρός τόν ἴ­διο Ἀ­να­στά­σιο γράμ­μα­τα μέ δύ­ο ἀ­δελ­φούς, ἐ­νι­σχύ­ον­τας μέ αὐ­τά τήν προ­θυ­μί­α του πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ὁ ἕ­νας δέ ἀ­πό τούς ἀ­δελ­φούς πῆ­γε καί μα­ζί μέ τόν Μάρ­τυ­ρα ἀ­πό τήν Και­σά­ρεια τῆς Πα­λαι­στί­νης στήν Περ­σί­α, ὅ­πως τοῦ εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λη ὁ Ἡ­γού­με­νος, γιά νά ὑ­πη­ρε­τῆ τόν Μάρ­τυ­ρα στά ἀ­πα­ραί­τη­τα καί νά πα­ρη­γο­ρῆ τήν ψυ­χή του, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό τό­ση κα­κο­πά­θεια. Καί ἐ­πί πλέ­ον, ὄν­τας μα­ζί μέ τόν Μάρ­τυ­ρα καί βλέ­πον­τας μέ τά ἴ­δια του τά μά­τια τά μαρ­τύ­ρια, νά μπο­ρῆ κα­τό­πιν νά τά δι­η­γη­θῆ μέ βε­βαι­ό­τη­τα στόν Ἡ­γού­με­νο καί στήν ἀ­δελ­φό­τη­τα. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ὁ μα­κά­ριος Ἀ­να­στά­σιος ­τε­λεί­ω­σε τόν με­γά­λο καί σκλη­ρό ἀ­γῶ­να τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, τό­τε πῆ­γε ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­δελ­φός ἐ­κεῖ­νος μα­ζί μέ ἄλ­λους φι­λό­θε­ους Χρι­στια­νούς, γιά νά συμ­μα­ζέ­ψουν μέ εὐ­λά­βεια καί ἱ­ε­ρό­τη­τα τό μαρ­τυ­ρι­κό ἐ­κεί­νου σῶ­μα. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! βρῆ­καν τούς σκύ­λους, πού ἔ­τρω­γαν τῶν ἄλ­λων τά σώ­μα­τα, αὐ­τοῦ ὅ­μως μό­νο τοῦ Μάρ­τυ­ρος Ἀ­να­στα­σί­ου τό λεί­ψα­νο δέν τό πλη­σί­α­σαν κα­θό­λου, ἀλ­λά, στε­κό­με­να, τό φύ­λα­γαν μέ εὐ­λά­βεια. Ἔ­τσι παίρ­νον­τάς το ὁ ἀ­δελ­φός καί, ἀ­φοῦ τό τί­μη­σε ὅ­σο ἐ­πέ­τρε­πε ὁ και­ρός, τό ἐν­τα­φί­α­σε στό ἐ­κεῖ Μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Σερ­γί­ου, κα­τά τόν 10ο χρό­νο τῆς βα­σι­λεί­ας Ἡ­ρα­κλεί­ου, κα­τά τήν 22α τοῦ πα­ρόν­τος Ἰ­α­νου­α­ρί­ου. Πα­ρέ­μει­νε δέ ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος Μο­να­χός στήν Περ­σί­α μέ­νον­τας κά­ποι­ο δι­ά­στη­μα χρο­νι­κό καί στο­χα­ζό­με­νος, πῶς νά ἐ­πι­στρέ­ψη στόν Ἡ­γού­με­νο χω­ρίς κίν­δυ­νο.

Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν δέ­κα ἡ­μέ­ρες, φο­νεύ­θη­κε ὁ δυσ­σε­βής Χοσ­ρό­ης. Καί λοι­πόν φθά­νει στήν Περ­σί­α ἄλ­λος βα­σι­λιάς, συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πό στρά­τευ­μα Ρω­μα­ϊ­κό, πο­λύ πρᾶ­ος καί ἥ­με­ρος καί ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τος μέ τόν Χοσ­ρό­η. Βλέ­πον­τας τό­τε ὁ Μο­να­χός τά ρω­μα­ϊ­κά στρα­τεύ­μα­τα στήν ξε­νι­τειά τῆς Περ­σί­ας σάν λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες μέ­σα στό σκο­τά­δι, χά­ρη­κε πο­λύ, ἐ­πει­δή ἐ­πί πλέ­ον ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τούς κιν­δύ­νους, πού σκε­πτό­ταν, ὅ­τι θά συμ­βοῦν στόν δρό­μο.

Τό­τε, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε γνω­στό τόν ἑ­αυ­τό του στά τῶν Ρω­μαί­ων στρα­τεύ­μα­τα, ὅ­τι δη­λα­δή εἶ­ναι Χρι­στια­νός καί Μο­να­χός, μέ χα­ρά δι­η­γή­θη­κε σέ χαί­ρον­τες, τά σχετικά μέ τόν μάρτυρα Ἀναστάσιο.

Γι’ αὐ­τό ἔ­γι­νε συγ­κοι­νω­νός τῆς τρα­πέ­ζης των καί συγ­κα­τοι­κί­ας καί μα­ζί μέ αὐ­τούς πέ­ρα­σε τήν χώ­ρα τῶν Ἀρ­με­νί­ων καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό ἕ­να χρό­νο ἔ­φθα­σε στό Μο­να­στή­ρι του, φέρ­νον­τας μα­ζί του καί τό μο­να­χι­κό κολόβιο τοῦ Μάρ­τυ­ρα Ἀ­να­στα­σί­ου, δη­λα­δή τόν μαν­δύ­α, τόν ὁ­ποῖ­ο φο­ροῦ­σε σχε­δόν μέ­χρι τό τέ­λος τοῦ θα­νά­του του, πού ἔ­λα­βε μέ τό μαρ­τύ­ριο.

Δι­η­γή­θη­κε λοι­πόν ὁ Μο­να­χός σέ ὅ­λη τήν ἀ­δελ­φό­τη­τα τούς γεν­ναί­ους ἀ­γῶ­νες τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Πρό­σθε­σε ἀ­κό­μη καί τό ἑ­ξῆς, ὅ­τι, δη­λα­δή, ἕ­νας δαι­μο­νι­σμέ­νος, μό­λις ντύ­θη­κε τόν ἀ­νω­τέ­ρω μαν­δύ­α τοῦ Μάρ­τυ­ρα, ἀ­μέ­σως γδύ­θηκε καί τό δαι­μό­νιο καί ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε. Ὅ­ταν ὁ βα­σι­λιάς Ἡ­ρά­κλει­ος, κα­τά τό εἰ­κο­στό ἔ­τος τῆς βα­σι­λεί­ας του, ἔ­φε­ρε στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ τά τί­μια ξύ­λα τοῦ Σταυ­ροῦ, τά ὁ­ποῖ­α αἰχ­μα­λώ­τευ­σε ὁ βα­σι­λιάς τῶν Περ­σῶν Χοσ­ρό­ης, τό­τε στάλ­θη­κε καί ἕ­νας Ἐ­πί­σκο­πος ἀ­πό τόν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο τῶν Ρω­μα­ϊ­κῶν με­ρῶν[91] στήν Περ­σί­α καί ἔ­φε­ρε στήν Και­σά­ρεια τῆς Πα­λαι­στί­νης τά λεί­ψα­να τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Ἀ­να­στα­σί­ου· καί ἔ­δω­σε μέν ἐ­κεῖ μι­κρή με­ρί­δα ἀ­πό τά ἅ­για λεί­ψα­να καί τά ὑ­πό­λοι­πα τά κρά­τη­σε. Ἡ δέ τι­μί­α κε­φα­λή τοῦ Μάρ­τυ­ρος καί ἡ ἁγία  του εἰκόνα προσκυνεῖται ἀπό τούς πιστούς στήν παλαιά Ρώμη.



[86] Στόν τυπωμένο Συναξαριστή καί στά Μηναῖα γράφεται, ὅτι φάνηκε ὁ Μοναχός Παῦλος στήν Ὁσία στήν Ἀλεξάνδρεια.

[87] Ὁ ἑλληνικός Βίος της βρίσκεται στήν Λαύρα, στήν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὁ καινός καί ξένος τῆς θαυμαστῆς Ξένης βίος».

 

[88] Θεούπολι φαίνεται ὅτι ὀνομάζει ἐδῶ ὁ τά Συναξάρια συνάξας, τήν πόλι τῆς Ἀντιοχείας. Διότι αὐτή Θεούπολις ὠνομάσθηκε κατ’ ἐξαίρεσιν. Διότι, ὅταν κάποτε ἔγιναν σεισμοί στήν Ἀντιόχεια κατά τόν τρίτο χρόνο τῆς βασιλείας Τιβερίου τοῦ Θρακός, κατά τό ἔτος 576, φοβοῦνταν οἱ πολῖτες καί ὑπέγραφε κάθε ἕνας στόν οἶκο του· «Χριστός μεθ’ ἡμῶν στήτω». Καί ἔτσι ἐλευθερώθηκαν ἀπό τήν κατάπτωσι τοῦ σεισμοῦ, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Νικηφόρος.

 

[89] Γι’ αὐτό λέει ὁ Θεοδώρητος, ὅτι ἀπό τόν λάκκο ἐκεῖνο, ὠνόμαζαν τόν Ὅσιο Γουβᾶ. Διότι γούβα, στήν συριακή γλῶσσα, θά πῆ λάκκος. Τόν βίο τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ τόν γράφει ὁ Θεοδώρητος, μέ ἀριθμό δέκα τρία στήν Φιλόθεο Ἱστορία, ὁ ὁποῖος λέει καί τό ἑξῆς, ὅτι δηλαδή ὁ Ἅγιος Αὐτός ὠνομαζόταν Κριθοφάγος, ἐπειδή ὡς τροφή του εἶχε τό κριθάρι, ὄχι ἐπεξεργασμένο ὡς ἄρτο, οὔτε βρασμένο, ἀλλά μόνο κοπανισμένο καί βρεγμένο μέ νερό.

[90] Προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη καί τά ἑ­ξῆς ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος. Ὅ­τι κά­πο­τε πῆ­γε ἕ­νας στρα­τη­γός στό βου­νό ἐ­κεῖ­νο, πού κα­τοι­κοῦ­σε ὁ Ὅ­σιος, γιά νά κυ­νη­γή­ση. Βλέ­πον­τας ἀ­πό μα­κριά τόν Ὅ­σιο καί μα­θαί­νον­τας ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους του, ποι­ός εἶ­ναι, ἀ­μέ­σως κα­τέ­βη­κε κά­τω ἀ­πό τό ἄ­λο­γο καί πῆ­γε κον­τά καί τόν χαι­ρέ­τι­σε. Κα­τό­πιν τόν ρώ­τη­σε, τί κά­νει ἐ­κεῖ στό βου­νό. Ὁ Ὅ­σιος τόν ἀν­τε­ρώ­τη­σε· «Καί σύ, τί ἀ­νέ­βη­κες ἐ­δῶ νά κά­νης;­». Ὁ στρα­τη­γός ἀ­πάν­τη­σε· «Ἦλ­θα, γιά νά κυ­νη­γή­σω». «Καί ἐ­γώ», ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε ὁ γέ­ρων, «καί ἐ­γώ κυ­νη­γῶ τόν δι­κό μου Θε­ό καί ἐ­πι­θυ­μῶ νά τόν λά­βω καί πο­θῶ νά τόν δῶ καί δέν θά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω αὐ­τό τό κα­λό κυ­νή­γι». Ἀ­κού­ον­τας αὐ­τά ὁ στρα­τη­γός, θαύ­μα­σε καί ἀ­νε­χώ­ρη­σε ὠ­φε­λη­μέ­νος. Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος ἔ­λεγ­ξε τούς στρα­τι­ῶ­τες, πού ἔ­στει­λε ὁ βα­σι­λιάς Θε­ο­δό­σιος, γιά νά θα­να­τώ­σουν τούς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους, πού γκρέ­μι­σαν τά ἀ­γάλ­μα­τα τῆς γυ­ναί­κας του στήν Ἀν­τι­ό­χεια. Δη­λα­δή, ἀ­φοῦ κα­τέ­βη­κε Αὐ­τός ἀ­πό τό βου­νό, συ­νέ­λα­βε τούς δύ­ο στρα­τη­γούς, πού στάλ­θη­καν γιά τόν λό­γο αὐ­τόν στήν ἀ­γο­ρά. Ἐ­κεῖ­νοι, μό­λις ἔ­μα­θαν ποι­ός εἶ­ναι, ἀ­μέ­σως κα­τέ­βη­καν ἀ­πό τά ἄ­λο­γα καί ἀ­σπά­ζον­ταν τά χέ­ρια καί τά γό­να­τά του. Καί εἶ­πε πρός αὐ­τούς νά ποῦν στόν βα­σι­λιά, ὅ­τι ἄν­θρω­πος ὄν­τας δέν πρέ­πει νά ὀρ­γί­ζε­ται ὑ­περ­βο­λι­κά κα­τά τῶν ὁ­μοί­ων του συ­ναν­θρώ­πων καί ἀν­τί τῶν δι­κῶν του ἄ­ψυ­χων εἰ­κό­νων νά πα­ρα­δί­δη σέ θά­να­το τίς εἰ­κό­νες τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή τούς ἀν­θρώ­πους. Καί, μο­λο­νό­τι ἐ­μεῖς μπο­ροῦ­με πά­λι εὔ­κο­λα νά ξα­να­φτι­ά­ξου­με τίς χάλ­κι­νες εἰ­κό­νες, ἐ­νῷ ὁ βα­σι­λιάς δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­πα­να­φέ­ρη τά σφα­γέν­τα σώ­μα­τα στήν ζω­ή. Καί τί λέ­ω σώ­μα­τα; Οὔ­τε μί­α τρί­χα δέν μπο­ρεῖ νά κα­τα­σκευά­ση.

Αὐ­τά εἶ­πε μέ συ­ρια­κή γλῶσ­σα. Οἱ στρα­τη­γοί, ἀ­φοῦ τά με­τέ­φρα­σαν στά ἑλ­λη­νι­κά, τά ἀ­νέ­φε­ραν στόν βα­σι­λιά.

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος Μα­κε­δό­νιος, μέ τήν προ­σευ­χή του ἔ­κα­νε τήν μη­τέ­ρα τοῦ ἰ­δί­ου Θε­ο­δω­ρή­του νά γεν­νή­ση υἱ­ό, αὐ­τόν ἐν­νο­ῶ τόν Θε­ο­δώ­ρη­το, πού γρά­φει αὐ­τά, δι­ό­τι προ­η­γου­μέ­νως ἦ­ταν στεί­ρα καί δέν γεν­νοῦ­σε. Γι’  αὐ­τό καί Θε­ο­δώ­ρη­τος ὠ­νο­μά­σθη­κε ὁ υἱ­ός της αὐ­τός, ὡς δῶ­ρο ἀ­πό τόν Θε­ό δω­ρη­μέ­νο. Καί ἐ­πει­δή ἡ μη­τέ­ρα του κιν­δύ­νευ­ε νά ἀ­πο­βά­λη, ὅ­ταν ἦ­ταν ἔγ­γυ­ος στόν Θε­ο­δώ­ρη­το, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν ὁ Ὅ­σιος ἔ­δω­σε νε­ρό εὐ­λο­γη­μέ­νο ἀ­πό τόν ἴ­διο καί ἤ­πι­ε ἡ μη­τέ­ρα του καί ἔ­τσι γλύ­τω­σε ἀ­πό τόν κίν­δυ­νο. Καί ὅ­ταν πέ­θα­νε, τό λεί­ψα­νό του το­πο­θε­τή­θη­κε μα­ζί μέ τά λεί­ψα­να τοῦ Ὁ­σί­ου Ἀ­φρα­ά­του καί Θε­ο­δο­σί­ου.

[91] Δηλαδή τόν τῆς παλαιᾶς Ρώμης Πάπα.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης