Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΔ΄, μνήμη τῆς Ὁσίας μητρός ἡμῶν Ξένης καί τῶν αὐτῆς δύο θεραπαινίδων.
Ἡ μακάρια αὐτή καί ἀείμνηστη Ξένη καταγόταν ἀπό τήν μεγαλόδοξη πόλι τῆς Ρώμης, προερχόμενη ἀπό γένος τίμιο καί ἐπαινετό. Ὅταν οἱ γονεῖς τῆς Ἁγίας θέλησαν νά τήν παντρέψουν καί ἤδη ὅλα τά τοῦ γάμου ἦταν ἕτοιμα, τότε ἡ Ἁγία παίρνοντας δύο ὑπηρέτριες βγῆκε ἀπό τόν νυφικό θάλαμο καί μπαίνοντας σέ καΐκι ἀνεχώρησε καί, ἀφοῦ ἄλλαξε διάφορους τόπους, πῆγε στήν πόλι Μύλασσα, ἡ ὁποία εἶναι κάστρο σκληρό, Μεσσί κοινῶς ὀνομαζόμενο καί βρίσκεται στήν Καρία τῆς Ἀσίας καί εἶναι τιμημένη μέ Ἐπισκοπικό θρόνο ὑπό τήν ἐπιτήρησι τοῦ Ἐπισκόπου Σταυρουπόλεως. Μᾶλλον λοιπόν στήν πόλι αὐτή ἐγκαταστάθηκε ἡ Ὁσία ἀπό τόν θεσπέσιο Παῦλο τόν Μοναχό καί Πρεσβύτερο, ὁ ὁποῖος κατά τήν νῆσο Κῶ[86], ἀφοῦ τῆς ἐμφανίσθηκε μέ θεϊκή ἀποκάλυψι, τήν ὡδήγησε στήν ἀνώτερη πνευματική κατάστασι στήν κατά Χριστό ζωή.
Ἐκεῖ λοιπόν στήν πόλι Μύλασσα κατασκευάζοντας ἡ μακάρια ἕνα μικρό ναό στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τοῦ Πρωτομάρτυρα, χρησιμοποιοῦσε μεγάλη ἄσκησι μαζί μέ τίς δύο ὑπηρέτριές της καί μέ μερικές ἄλλες παρθένες, πού συγκεντρώθηκαν ἐκεῖ. Ἔτσι μέ τήν ἀποχή τῶν ἡδονῶν ὅλων τῶν αἰσθήσεων ἀνέβασε τόν ἑαυτό της ἡ μακάρια σέ μία οὐράνια πολιτεία.
Ἀφοῦ πέρασε καλά τήν ζωή της, ὕστερα, ἀφοῦ ἐκοιμήθη ὁσιακά καί εἰρηνικά, ἔλαβε ἀπό τόν Θεό τήν ἀκόλουθη μαρτυρία· Διότι κατά τό μεσημέρι τῆς ἡμέρας, ἐνῷ ὁ ἥλιος ἔλαμπε καθαρά, φάνηκε σταυρός στόν οὐρανό, ὁ ὁποῖος σχηματίσθηκε μέσα ἀπό τά ἀστέρια. Ἐκεῖνον τόν σταυρό μέ τά ἄστρα, πού ἐμφανίσθηκε, τόν ἔκλεισε στήν μέση ἕνας χορός ἑπτά ἀστέρων, πού ἦταν τριγύρω. Φαινόταν μάλιστα, ὅτι ὁ σταυρός καί ὁ χορός τῶν ἀστέρων, συνώδευαν τό νεκροκράββατο τῆς Ὁσίας. Διότι ὅταν ἐκεῖνος μεταφερόταν, τότε μαζί μέ ἐκεῖνον μεταφέρονταν καί αὐτά καί, ὅταν ἐκεῖνος σταματοῦσε, τότε σταματοῦσαν καί αὐτά σέ σημεῖο πού νά φαίνεται, ὅτι αὐτά ἦταν ἕνας στέφανος τῆς μακαρίας Ξένης, ὁ ὁποῖος τῆς δόθηκε ἀπό τόν Θεό σέ ἀντάλλαγμα τῆς πολυχρόνιας νηστείας, τῆς χαμαικοιτίας καί τῆς ἀγρυπνίας καί τῆς παρθενίας της. Καί αὐτό εἶναι φανερό. Διότι ὅταν τό ἅγιο λείψανο τῆς Ὁσίας κρύφθηκε στήν γῆ καί δέν φαινόταν, τότε καί ὁ σταυρός ἐκεῖνος καί ὁ χορός τῶν ἀστέρων ἔγινε ἀφανής καί ἀόρατος. Αὐτά πού ἔγιναν στήν Ὁσία φανερώθηκαν ἀπό μία ὑπηρέτριά της, ἡ ὁποία, ὅταν πέθαινε ἡ Ὁσία, διηγήθηκε ποιά ἦταν καί ποιά πατρίδα εἶχε καί ἀπό ποιό ἐπίσημο γένος καταγόταν καί ὅτι προηγουμένως ἀπό τούς γονεῖς της ὠνομαζόταν Εὐσεβία, ὕστερα ὅμως αὐτή ὠνόμασε τόν ἑαυτό της Ξένη, θέλοντας ἀπό ταπείνωσι νά κρυφθῆ ἀπό τούς ἀνθρώπους. (Τόν ἐκτενῆ Βίο της βλέπε στό Ἐκλόγιο[87]).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Παύλου, Παυσιρίου καί Θεοδοτίωνος τῶν αὐταδέλφων.
Αὐτοί ἔζησαν στά χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ καί Μαξιμιανοῦ, κατά τό ἔτος 290, καί στήν Κλεοπάτριδα, πού τώρα ὀνομάζεται Σουβέζ καί βρίσκεται στήν Αἴγυπτο, ἄρχοντας ἦταν ὁ Ἀρειανός. Ἦταν καί οἱ τρεῖς ἀδελφοί κατά σάρκα. Καί ὁ μέν Παῦλος καί Παυσίριος, ἔγιναν Μοναχοί ἀπό νεαρή ἡλικία, ἐνῷ ὁ Θεοδοτίων, ζοῦσε στά βουνά μαζί μέ τούς κλέπτες. Συνελήφθησαν ἀπό τόν ἡγεμόνα, ὅταν ὁ Παῦλος ἦταν 37 ἐτῶν καί ὁ Παυσίριος 25 ἐτῶν, καί ὡμολόγησαν μέ θάρρος τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Τότε ὁ ἀδελφός τους Θεοδοτίων, μαθαίνοντας ὅτι συνελήφθησαν, ἄφησε τά βουνά καί τούς κλέφτες καί πῆγε γιά νά τούς δῆ καί νά τούς ἀποχαιρετίση. Βλέποντάς τους ὅμως νά κρίνωνται ἀπό τόν ἡγεμόνα, νά πλησιάση βέβαια κοντά δέν τόλμησε. Πηγαίνοντας ὅμως σέ ἕνα παράμερο τόπο, συλλογιζόταν ἄραγε ποιά κληρονομία καί δόξα θά ἀπολαύσουν οἱ ἀδελφοί του. Τότε, ἀφοῦ θερμάνθηκε ἡ καριδά του ἀπό τήν θεία χάρι, ἐπέστρεψε καί, ἀφοῦ παρουσιάσθηκε μπροστά στόν ἡγεμόνα, ὡμολόγησε καί αὐτός τόν ἑαυτό του Χριστιανό, καί ἀφοῦ ἐπιτέθηκε ἐναντίον τοῦ ἡγεμόνα, τόν ἔρριξε κάτω ἀπό τόν θρόνο του. Τότε ἀμέσως περνοῦν πυρωμένα καρφιά στά πλευρά του καί στήν κοιλιά του καί κατόπιν τόν ἀποκεφάλισαν. Καί ἔτσι ὁ ἀοίδιμος δέχθηκε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. Ὁ Παῦλος καί Παυσίριος, ἀφοῦ ρίχθηκαν σέ ποταμό, ἔλαβαν τέλος τοῦ μαρτυρίου τους.
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Βαβύλα τοῦ ἐν Σικελίᾳ καί Ἀγαπίου καί Τιμοθέου τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.
Αὐτός ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Βαβύλας καταγόταν ἀπό τήν Ἀνατολή, γεννήθηκε ὅμως ἀπό εὐγενεῖς καί φιλόθεους γονεῖς στήν ἐπίσημη Θεούπολι[88]. Αὐτός λοιπόν ἐκπαιδεύθηκε μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου καί ἔμαθε τά ἱερά γράμματα, τά ὁποῖα ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο πιό γρήγορα στόν Θεό. Ἀφοῦ ἀγάπησε τόν Θεό ἀπό τήν νεαρή ἡλικία, μίσησε τόν κόσμο. Καί ὅταν οἱ γονεῖς του πέθαναν, μοίρασε τόν πλοῦτο τους σέ πτωχούς καί χῆρες καί ὀρφανά. Καί ἔτσι, ἀφοῦ ἐλευθέρωσε τόν ἑαυτό του ἀπό κάθε ταραχή καί φροντίδα βιωτική, ἀνέβηκε στό βουνό καί ἡσύχαζε, ἔχοντας μαζί του καί δύο μαθητές, τόν Ἀγάπιο καί τόν Τιμόθεο. Ἔγινε καί Ἱερέας καί τίμησε ἐπάξια τό τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα. Ὕστερα ἀναχωρῶντας πῆγε στήν Ρώμη.
Ἐπειδή ὅμως οἱ ἐκεῖ αἱμοβόροι εἰδωλολάτρες φρόντιζαν νά τόν προδώσουν στούς ἄρχοντες. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, ἐγκαταλείποντας τήν Ρώμη ὁ Ἅγιος, πῆγε στό νησί τῆς Σικελίας μαζί μέ τούς δύο μαθητές του, καί ἐκεῖ ἀφοῦ πέρασε καιρό ἀρκετό, πολλούς ἀπίστους ὡδήγησε στήν θεογνωσία μέ τήν χάρι τοῦ Πνεύματος, πού κατοικοῦσε μέσα του. Ἐπειδή ὅμως, σύμφωνα μέ τό λόγιο τοῦ Εὐαγγελίου, δέν μπορεῖ νά κρυφθῆ πόλις «ἐπάνω ὄρους κειμένη», γι’ αὐτό οὔτε ὁ μακάριος Αὐτός μπόρεσε νά κρυφθῆ ἀπό τόν ἄρχοντα τῆς Σικελίας. Ἔτσι, ἀφοῦ ὁ ἄρχοντας συνέλαβε αὐτόν καί τούς δύο του μαθητές, μόλις εἶδε, ὅτι μέ παρρησία ὡμολόγησαν τόν Χριστό Θεό ἀληθινό, ἀρχικά τούς ἔδειρε τόσο πολύ, ὥστε κατακοκκίνισαν τά σώματά τους. Ἔπειτα διέταξε τούς στρατιῶτες, νά τούς περιτριγυρίσουν στήν πόλι καί μαζί νά τούς τιμωρήσουν ἀπάνθρωπα μέ διάφορες τιμωρίες μέ σκοπό ἀρχικά μέ τίς τιμωρίες νά φοβερίση τίς πόλεις τῆς Σικελίας καί ἐπί πλέον νά ἐκπληρώση τό πάθος καί τόν θυμό, πού εἶχε κατά τῶν Ἁγίων. Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ὅμως ἔπαιρναν δύναμι ἀπό τά βασανιστήρια, ἐλπίζοντας ὁλοκληρωτικά καί ἀποβλέποντας στά αἰώνια ἀγαθά. Κατά τήν ἑπόμενη ἡμέρα κατέσφαξε τούς Ἁγίους μέ μαχαίρια καί τά σώματά τους τά ἔρριξε στήν φωτιά. Ἡ φωτιά ὅμως δέν τά ἔβλαψε καθόλου, ἀλλά τά διαφύλαξε σῶα καί ἀβλαβῆ. Τότε τά πῆραν μερικοί Χριστιανοί καί τά ἐνταφίασαν μέ τιμές σ’ αὐτήν τήν νῆσο τῆς Σικελίας.
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μακεδόνιος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Αὐτός ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Μακεδόνιος, ὡς στίβο τῶν ἀσκητικῶν του ἀγώνων καί παλαίστρα χρησιμοποιοῦσε τίς κορυφές τῶν βουνῶν. Ἐκεῖ εἶχε τό ἀσκηταριό καί κατοικία του, ἄλλοτε ἡσυχάζοντας σέ ἕνα τόπο, ἄλλοτε πάλι σέ ἄλλον καί ἄλλοτε μεταβαίνοντας σέ ἄλλον, στήν Φοινίκη δηλαδή, καί στήν Συρία καί στήν Κιλικία. Ἔκαμνε δέ τίς μεταβάσεις αὐτές, γιά νά ἀποφεύγη τίς ἐνοχλήσεις, πού προξενοῦσαν, ὅσοι πήγαιαναν νά τόν συναντήσουν. Πέρασε λοιπόν ὁ μακάριος σαρανταπέντε χρόνοια, χωρίς νά ἔχη ἐπάνω ἀπό τό κεφάλι του τέντα ἤ καλύβη ἤ κάποια ἄλλη σκεπή, ἀλλά στεκόταν μέσα σέ ἕνα λάκκο βαθύ[89]. Μόνον, ὅταν γέρασε, ὑποχώρησε σέ ὅσους τόν παρακαλοῦσαν καί κατεσκεύασε μία καλύβα. Ὕστερα ὅμως χρησιμοποιοῦσε γιά κατοικία κάποια κελλάκια, ὄχι δικά του, ἀλλά ξένα. Ἐκεῖ ἔζησε ἄλλα εἴκοσι πέντε χρόνια, ὥστε ὅλα τά χρόνια της ζωῆς του συγκεντρώνονται σέ ἑβδομῆντα. Ἐπειδή ὅμως τρεφόταν μέ μόνο κριθάρι καί νερό, γιά διάστημα σαράντα ἐτῶν, γι’ αὐτό ὁ ἀοίδιμος κατόπιν ἀσθένησε καί ζοῦσε μέ λίγο κομμάτι ψωμιοῦ καί μέ ποτό ἁπλοῦ νεροῦ. Μέ τέτοια θαυμάσια ἄσκησι ζῶντας ἀξιώθηκε ἀπό τόν Κύριο νά κάνη θαύματα, δηλαδή νά διώχνη δαιμόνια ἀπό τούς ἀνθρώπους, νά ἰατρεύη διάφορα πάθη καί ἀσθένειες καί νά ἐκτελῆ ἄλλα πολλά παράδοξα.
Σ’ αὐτόν τόν Ὅσιο ἔφεραν κάποτε μία γυναίκα, ἡ ὁποία ἀπό ἐνέργεια τοῦ Διαβόλου ἔτρωγε ὑπερβολικό φαγητό. Δηλαδή ἔτρωγε καθημερινά τριάντα κατοικήσιμες ὄρνιθες καί πάλι δέν χόρταινε, ἀλλ’ ἀκόμη πεινοῦσε. Τόν παρακαλοῦσαν τόν Ὅσιο λοιπόν οἱ συγγενεῖς τῆς γυναίκας νά τήν σπλαγχνισθῆ καί νά τήν θεραπεύση, διότι εἶχε ξοδέψει ὅλη τήν περιουσία της στό φαγητό. Τότε τήν σπλαγχνίσθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί προσευχήθηκε στόν Θεό. Κατόπιν, ἀφοῦ ἔβαλε τό δεξί του χέρι σέ νερό καί τό σφράγισε μέ τήν σωτήρια σφραγῖδα τοῦ Σταυροῦ, πρόσταξε τήν γυναῖκα, πού ἔπασχε νά τό πιῆ καί ἔτσι τήν ἔκανε νά τρώη φυσιολογικά καί νά ἀρκῆται μόνο σέ μισή ὄρνιθα. Ἀφοῦ λοιπόν γνήσια δούλεψε τόν Θεό, σέ ἡλικία ἑβδομῆντα ἐτῶν ἀπῆλθε πρός Κύριο[90].
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ γέγονεν ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀναστασίου τοῦ Πέρσου.
Ὅταν ὁ Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου, πού βρίσκεται στά Ἱερσόλυμα, ὁ καί γέροντας τοῦ Ὁσιομάρτυρος Ἀναστασίου τοῦ Πέρσου, ἔμαθε ὅτι ὁ πνευματικός του υἱός Ἀναστάσιος, ἐπιθύμησε νά πάθη γιά τόν Χριστό καί τήν εὐσέβεια, παρεκάλεσε ὅλη τήν ἀδελφότητα νά παρακαλέσουν τόν Θεό, γιά νά τελειώση καλῶς τόν δρόμο τοῦ μαρτυρίου. Ἔγραψε ἀκόμη καί πρός τόν ἴδιο Ἀναστάσιο γράμματα μέ δύο ἀδελφούς, ἐνισχύοντας μέ αὐτά τήν προθυμία του περισσότερο. Ὁ ἕνας δέ ἀπό τούς ἀδελφούς πῆγε καί μαζί μέ τόν Μάρτυρα ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης στήν Περσία, ὅπως τοῦ εἶχε παραγγείλη ὁ Ἡγούμενος, γιά νά ὑπηρετῆ τόν Μάρτυρα στά ἀπαραίτητα καί νά παρηγορῆ τήν ψυχή του, ἡ ὁποία ὑπέφερε ἀπό τόση κακοπάθεια. Καί ἐπί πλέον, ὄντας μαζί μέ τόν Μάρτυρα καί βλέποντας μέ τά ἴδια του τά μάτια τά μαρτύρια, νά μπορῆ κατόπιν νά τά διηγηθῆ μέ βεβαιότητα στόν Ἡγούμενο καί στήν ἀδελφότητα. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ μακάριος Ἀναστάσιος τελείωσε τόν μεγάλο καί σκληρό ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου, τότε πῆγε ὁ ἀπεσταλμένος ἀδελφός ἐκεῖνος μαζί μέ ἄλλους φιλόθεους Χριστιανούς, γιά νά συμμαζέψουν μέ εὐλάβεια καί ἱερότητα τό μαρτυρικό ἐκείνου σῶμα. Καί, ὤ τοῦ θαύματος! βρῆκαν τούς σκύλους, πού ἔτρωγαν τῶν ἄλλων τά σώματα, αὐτοῦ ὅμως μόνο τοῦ Μάρτυρος Ἀναστασίου τό λείψανο δέν τό πλησίασαν καθόλου, ἀλλά, στεκόμενα, τό φύλαγαν μέ εὐλάβεια. Ἔτσι παίρνοντάς το ὁ ἀδελφός καί, ἀφοῦ τό τίμησε ὅσο ἐπέτρεπε ὁ καιρός, τό ἐνταφίασε στό ἐκεῖ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Σεργίου, κατά τόν 10ο χρόνο τῆς βασιλείας Ἡρακλείου, κατά τήν 22α τοῦ παρόντος Ἰανουαρίου. Παρέμεινε δέ ὁ ἀπεσταλμένος Μοναχός στήν Περσία μένοντας κάποιο διάστημα χρονικό καί στοχαζόμενος, πῶς νά ἐπιστρέψη στόν Ἡγούμενο χωρίς κίνδυνο.
Ἀφοῦ πέρασαν δέκα ἡμέρες, φονεύθηκε ὁ δυσσεβής Χοσρόης. Καί λοιπόν φθάνει στήν Περσία ἄλλος βασιλιάς, συνοδευόμενος ἀπό στράτευμα Ρωμαϊκό, πολύ πρᾶος καί ἥμερος καί ἐντελῶς ἀντίθετος μέ τόν Χοσρόη. Βλέποντας τότε ὁ Μοναχός τά ρωμαϊκά στρατεύματα στήν ξενιτειά τῆς Περσίας σάν λαμπάδες ἀναμμένες μέσα στό σκοτάδι, χάρηκε πολύ, ἐπειδή ἐπί πλέον ἐλευθερώθηκε ἀπό τούς κινδύνους, πού σκεπτόταν, ὅτι θά συμβοῦν στόν δρόμο.
Τότε, ἀφοῦ ἔκανε γνωστό τόν ἑαυτό του στά τῶν Ρωμαίων στρατεύματα, ὅτι δηλαδή εἶναι Χριστιανός καί Μοναχός, μέ χαρά διηγήθηκε σέ χαίροντες, τά σχετικά μέ τόν μάρτυρα Ἀναστάσιο.
Γι’ αὐτό ἔγινε συγκοινωνός τῆς τραπέζης των καί συγκατοικίας καί μαζί μέ αὐτούς πέρασε τήν χώρα τῶν Ἀρμενίων καί ὕστερα ἀπό ἕνα χρόνο ἔφθασε στό Μοναστήρι του, φέρνοντας μαζί του καί τό μοναχικό κολόβιο τοῦ Μάρτυρα Ἀναστασίου, δηλαδή τόν μανδύα, τόν ὁποῖο φοροῦσε σχεδόν μέχρι τό τέλος τοῦ θανάτου του, πού ἔλαβε μέ τό μαρτύριο.
Διηγήθηκε λοιπόν ὁ Μοναχός σέ ὅλη τήν ἀδελφότητα τούς γενναίους ἀγῶνες τοῦ Μάρτυρα. Πρόσθεσε ἀκόμη καί τό ἑξῆς, ὅτι, δηλαδή, ἕνας δαιμονισμένος, μόλις ντύθηκε τόν ἀνωτέρω μανδύα τοῦ Μάρτυρα, ἀμέσως γδύθηκε καί τό δαιμόνιο καί ἐλευθερώθηκε. Ὅταν ὁ βασιλιάς Ἡράκλειος, κατά τό εἰκοστό ἔτος τῆς βασιλείας του, ἔφερε στήν Ἱερουσαλήμ τά τίμια ξύλα τοῦ Σταυροῦ, τά ὁποῖα αἰχμαλώτευσε ὁ βασιλιάς τῶν Περσῶν Χοσρόης, τότε στάλθηκε καί ἕνας Ἐπίσκοπος ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο τῶν Ρωμαϊκῶν μερῶν[91] στήν Περσία καί ἔφερε στήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης τά λείψανα τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀναστασίου· καί ἔδωσε μέν ἐκεῖ μικρή μερίδα ἀπό τά ἅγια λείψανα καί τά ὑπόλοιπα τά κράτησε. Ἡ δέ τιμία κεφαλή τοῦ Μάρτυρος καί ἡ ἁγία του εἰκόνα προσκυνεῖται ἀπό τούς πιστούς στήν παλαιά Ρώμη.
[86] Στόν τυπωμένο Συναξαριστή καί στά Μηναῖα γράφεται, ὅτι φάνηκε ὁ Μοναχός Παῦλος στήν Ὁσία στήν Ἀλεξάνδρεια.
[87] Ὁ ἑλληνικός Βίος της βρίσκεται στήν Λαύρα, στήν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὁ καινός καί ξένος τῆς θαυμαστῆς Ξένης βίος».
[88] Θεούπολι φαίνεται ὅτι ὀνομάζει ἐδῶ ὁ τά Συναξάρια συνάξας, τήν πόλι τῆς Ἀντιοχείας. Διότι αὐτή Θεούπολις ὠνομάσθηκε κατ’ ἐξαίρεσιν. Διότι, ὅταν κάποτε ἔγιναν σεισμοί στήν Ἀντιόχεια κατά τόν τρίτο χρόνο τῆς βασιλείας Τιβερίου τοῦ Θρακός, κατά τό ἔτος 576, φοβοῦνταν οἱ πολῖτες καί ὑπέγραφε κάθε ἕνας στόν οἶκο του· «Χριστός μεθ’ ἡμῶν στήτω». Καί ἔτσι ἐλευθερώθηκαν ἀπό τήν κατάπτωσι τοῦ σεισμοῦ, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Νικηφόρος.
[89] Γι’ αὐτό λέει ὁ Θεοδώρητος, ὅτι ἀπό τόν λάκκο ἐκεῖνο, ὠνόμαζαν τόν Ὅσιο Γουβᾶ. Διότι γούβα, στήν συριακή γλῶσσα, θά πῆ λάκκος. Τόν βίο τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ τόν γράφει ὁ Θεοδώρητος, μέ ἀριθμό δέκα τρία στήν Φιλόθεο Ἱστορία, ὁ ὁποῖος λέει καί τό ἑξῆς, ὅτι δηλαδή ὁ Ἅγιος Αὐτός ὠνομαζόταν Κριθοφάγος, ἐπειδή ὡς τροφή του εἶχε τό κριθάρι, ὄχι ἐπεξεργασμένο ὡς ἄρτο, οὔτε βρασμένο, ἀλλά μόνο κοπανισμένο καί βρεγμένο μέ νερό.
[90] Προσθέτει ἀκόμη καί τά ἑξῆς ὁ Θεοδώρητος. Ὅτι κάποτε πῆγε ἕνας στρατηγός στό βουνό ἐκεῖνο, πού κατοικοῦσε ὁ Ὅσιος, γιά νά κυνηγήση. Βλέποντας ἀπό μακριά τόν Ὅσιο καί μαθαίνοντας ἀπό τούς ἀνθρώπους του, ποιός εἶναι, ἀμέσως κατέβηκε κάτω ἀπό τό ἄλογο καί πῆγε κοντά καί τόν χαιρέτισε. Κατόπιν τόν ρώτησε, τί κάνει ἐκεῖ στό βουνό. Ὁ Ὅσιος τόν ἀντερώτησε· «Καί σύ, τί ἀνέβηκες ἐδῶ νά κάνης;». Ὁ στρατηγός ἀπάντησε· «Ἦλθα, γιά νά κυνηγήσω». «Καί ἐγώ», ἀνταποκρίθηκε ὁ γέρων, «καί ἐγώ κυνηγῶ τόν δικό μου Θεό καί ἐπιθυμῶ νά τόν λάβω καί ποθῶ νά τόν δῶ καί δέν θά ἐγκαταλείψω αὐτό τό καλό κυνήγι». Ἀκούοντας αὐτά ὁ στρατηγός, θαύμασε καί ἀνεχώρησε ὠφελημένος. Αὐτός ὁ Ὅσιος ἔλεγξε τούς στρατιῶτες, πού ἔστειλε ὁ βασιλιάς Θεοδόσιος, γιά νά θανατώσουν τούς ἀνθρώπους ἐκείνους, πού γκρέμισαν τά ἀγάλματα τῆς γυναίκας του στήν Ἀντιόχεια. Δηλαδή, ἀφοῦ κατέβηκε Αὐτός ἀπό τό βουνό, συνέλαβε τούς δύο στρατηγούς, πού στάλθηκαν γιά τόν λόγο αὐτόν στήν ἀγορά. Ἐκεῖνοι, μόλις ἔμαθαν ποιός εἶναι, ἀμέσως κατέβηκαν ἀπό τά ἄλογα καί ἀσπάζονταν τά χέρια καί τά γόνατά του. Καί εἶπε πρός αὐτούς νά ποῦν στόν βασιλιά, ὅτι ἄνθρωπος ὄντας δέν πρέπει νά ὀργίζεται ὑπερβολικά κατά τῶν ὁμοίων του συνανθρώπων καί ἀντί τῶν δικῶν του ἄψυχων εἰκόνων νά παραδίδη σέ θάνατο τίς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τούς ἀνθρώπους. Καί, μολονότι ἐμεῖς μποροῦμε πάλι εὔκολα νά ξαναφτιάξουμε τίς χάλκινες εἰκόνες, ἐνῷ ὁ βασιλιάς δέν μπορεῖ νά ἐπαναφέρη τά σφαγέντα σώματα στήν ζωή. Καί τί λέω σώματα; Οὔτε μία τρίχα δέν μπορεῖ νά κατασκευάση.
Αὐτά εἶπε μέ συριακή γλῶσσα. Οἱ στρατηγοί, ἀφοῦ τά μετέφρασαν στά ἑλληνικά, τά ἀνέφεραν στόν βασιλιά.
Αὐτός ὁ Ὅσιος Μακεδόνιος, μέ τήν προσευχή του ἔκανε τήν μητέρα τοῦ ἰδίου Θεοδωρήτου νά γεννήση υἱό, αὐτόν ἐννοῶ τόν Θεοδώρητο, πού γράφει αὐτά, διότι προηγουμένως ἦταν στείρα καί δέν γεννοῦσε. Γι’ αὐτό καί Θεοδώρητος ὠνομάσθηκε ὁ υἱός της αὐτός, ὡς δῶρο ἀπό τόν Θεό δωρημένο. Καί ἐπειδή ἡ μητέρα του κινδύνευε νά ἀποβάλη, ὅταν ἦταν ἔγγυος στόν Θεοδώρητο, γιά τόν λόγο αὐτόν ὁ Ὅσιος ἔδωσε νερό εὐλογημένο ἀπό τόν ἴδιο καί ἤπιε ἡ μητέρα του καί ἔτσι γλύτωσε ἀπό τόν κίνδυνο. Καί ὅταν πέθανε, τό λείψανό του τοποθετήθηκε μαζί μέ τά λείψανα τοῦ Ὁσίου Ἀφραάτου καί Θεοδοσίου.
[91] Δηλαδή τόν τῆς παλαιᾶς Ρώμης Πάπα.


Login