Τό Άγιον Όρος Σήμερα

                       ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

Στο Άγιον Όρος τη στιγμή αυτή υπάρχουν και λειτουργούν 20 συνολικά μονές, που κατά τη σειρά ιεραρχίας τους είναι οι εξής: 1. Μεγίστης Λαύρα 2. Βατοπεδίου, 3. Ιβήρων, 4. Χελανδαρίου, 5. Διονυσίου, 6. Κουτλουμουσίου 7. Παντοκράτορος, 8. Ξηροποτάμου, 9. Ζωγράφου, 10. Δοχειαρίου. Καρακάλου, 12. Φιλοθέου, 13. Σίμωνος Πέτρας, 14. Αγίου Παύλου, Σταυρονικήτα, 16. Ξενοφώντος, 17. Γρηγορίου, 18. Εσφιγμένου, 19. Αγίου Παντελεήμονος, και 20. Κωνσταμονίτου. Ο αριθμός αυτός είναι σταθερός · σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους απαγορεύεται η ίδρυση εικοστής πρώτης μονής. Σε περίπτωση που οι μοναχοί αυξηθούν τόσο πολύ, ώστε να δημιουργηθεί αδιαχώρητο μέσα σ' αυτές, τότε κατοικούν σε σκήτες, κελλιά κτλ.

Οι μονές είναι κυρίαρχες σε όλο το Άγιον Όρος, που το έδαφος του έχει διαιρεθεί αντίστοιχα σε είκοσι περιοχές. Στις 20 μονές ανήκουν όλοι οι άλλοι μοναστικοί οικισμοί που βρίσκονται πάνω σ' αυτό, μόνο οι Καρυές, όπου μένουν οι αρχές της αγιορειτικής πολιτείας, διατηρούν την ανεξαρτησία τους. Οι μονές ακόμη χαρακτηρίζονται αυτοδιοίκητες, γιατί δεν υπάγονται άμεσα σε κάποια άλλη εκκλησιαστική αρχή, εκτός από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, από το οποίο συνεχίζεται η πνευματική μόνο εξάρτηση.

  Όλες οι αθωνικές μονές ονομάζονται βασιλικές, πατριαρχικές και σταυροπηγιακές. Βασιλικές λέγονται είτε γιατί η ίδρυσή τους οφείλεται σε εντολή και συνδρομή των Βυζαντινών αυτοκρατόρων ή απλώς γιατί αυτή επικυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο. Πατριαρχικές ονομάστηκαν αργότερα με την έκδοση των σχετικών σιγιλλίων, όταν συνδέθηκαν κάπως με πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που ανέλαβε και την, πνευματική περρισότερο, εποπτεία τους. Και, τέλος, σταυροπηγιακές από το σταυρό που τοποθετούσε ο πατριάρχης ή ένας επίσκοπος στα θεμέλια πριν από την ιδρυσή τους.

   Ώς πρός τον τρόπο της μοναχικής διαβίωσης οι μονές είναι όλες κοινόβιες, ενώ μέχρι πρόσφατα (1992) υπήρχαν και ιδιόρρυθμες. Η διαφορά ανάμεσα τους ήταν ότι, στις κοινόβιες, όπως δηλώνει και η ίδια η λέξη, όλα είναι κοινα δηλαδή η στέγη, η εργασία, το φαγητό και η προσευχή, ενώ στις ιδιόρρυθμες. εκτός από τη στέγη και την προσευχή, που ήταν επίσης κοινά για όλους, n εργασία και το φαγητό ρυθμίζονταν σε γενικές γραμμές από τους ίδιους τους μοναχούς.

Από αρχιτεκτονική άποψη τα μοναστήρια εμφανίζονται τα ίδια και στις  δυο κατηγορίες και τούτο γιατί όλα είχαν ιδρυθεί εξαρχής ως κοινόβια και λειτούργησαν έτσι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατόπιν, όταν εφαρμοστηκε η ιδιορρυθμία στο Όρος, έγινε ο διαχωρισμός τους, αλλά πολλές επίσημες ημέρες του έτους, τα ιδιόρρυθμα μοναστήρια λειτουργούσαν ως κοινόβια.

Στις μονές, που, όπως σημειώσαμε, είναι όλες κοινόβιες, τη νομοθετική εξουσία ασκεί η Γερόντια, που αποτελείται από ένα αριθμό μοναχών, ενώ την εκτελεστική ο ηγούμενος, που θεωρείται και ο πνευματικός πατέρας της μονής και εκλέγεται ισόβια από όλους τους μοναχούς, που έχουν συμπληρώσει έξι χρόνια από την ημέρα της μοναχικής τους κουράς. Τον ηγούμενο βοηθάει στο έργο του μια επιτροπή τό Ηγουμενοσυμβούλιο, ωρισμένα που εκλέγονται από την ίδια τη γερόντια για ένα χρόνο. Η ζωή στα κοινόβια μοναστήρια είναι περισσότερο οργανωμένη, οι νηστείες τηρούνται αυστηρά και οι μοναχοί-αδελφοί εργάζονται κανονικά στα διάφορα διακονήματα (υπηρεσίες), που τους αναθέτει στην αρχή κάθε έτους η μονή, χωρίς να διαθέτουν την παραμική ατομική περιουσία. Για τις ανάγκες των μοναχών φροντίζουν οι ίδιες οι μονές.

Στις έως τώρα ιδιόρρυθμες μονές, να αναφέρουμε για την ιστορία του θεσμού, ότι τη νομοθετική εξουσία ασκούσε το συμβούλιο - η σύναξη - των προϊσταμένων, που ήταν ισόβιοι, και την εκτελεστική δύο ή τρεις από αυτούς, που εκλέγονταν για ένα χρόνο. Οι διάφορες εργασίες, ιδίως τα διακονήματα που αφορούσαν στη λειτουργία των μοναστηριών αυτών ορίζονταν από την επιτροπή, αλλά οι μοναχοί ασχολούνταν και με άλλες εργασίες για να συπληρώσουν κάπως τον πενιχρό μισθό, που έπαιρναν από τη μονή για τις παραπάνω υπηρεσίες. Ετσι ο κάθε μοναχός κανόνιζε τη ζωή του μόνος του μέσα στο πλαίσιο, βέβαια, των γενικών περιορισμών του αγιορειτικού μοναχισμού.

Άλλα μοναστικά καθιδρύματα πάνω στον Άθω, που υπάγονται οπωσδήποτε στις διάφορες μονές και λειτουργούν ως εξαρτήματά τους, είναι σκήτες, τα κελλιά, οι καλύβες, τα καθίσματα και τα ησυχαστήρια.

Σκήτες. Είναι συνολικά 12 κατασπαρμένες σε ολόκληρη την αθωνική χερσόνησο και διακρίνονται και αυτές, όπως παλαιότερα τα μοναστήρια, κοινόβιες και ιδιόρρυθμες. Οι ασκητές τους ασχολούνται με διάφορες αγροτικές εργασίες καθώς επίσης με την αγιογραφία, την ξυλογλυπτική, τη μουσικη κτλ.

Οι κοινόβιες είναι τέσσερις: του Προφήτη Ηλία (ρωσική) που υπάγεται στη μονή Παντοκράτορος, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (ρουμανικη) Μεγίστη Λαύρα, του Αγίου Ανδρέα ή Σεράι (ρωσική) στη μονή Βατοπεδιου και της Θεοτόκου ή Βογορόδιτσα (βουλγαρική) στη μονή Αγίου Παντελεήμονος. Εξωτερικά δίνουν περισσότερο την εντύπωση μοναστηριών με τα μεγάλα οικοδομήματα και τον κεντρικό ναό, το κυριακό, στη μέση της αυλής. Διοικούνται από τον δικαίο, που είναι ισόβιος και αντιστοιχεί προς τον ηγούμενων των κοινοβιακών μονών, με τις οποίες ακολουθούν τον ίδιο τρόπο ζωής

Οι ιδιόρρυθμες ή αρχέτυπες σκήτες είναι οι υπόλοιπες 8, όλες ελληνικές αντίθετα προς τις προηγούμενες ξένες: του Ευαγγελισμού της Θεοτοκού η Ξενοφωντική σκήτη (μονή Ξενοφώντος), η Νέα Σκήτη ή σκήτη του Πυργου και του Αγίου Δημητρίου ή Λακκοσκήτη (Αγίου Παύλου), της Αγίας Αννάς καί των Καυσοκαλυβίων (Μεγίστη Λαύρα), του Αγίου Ιωάννου του Προδρομου (Ιβήρων), του Αγίου Παντελεήμονος (Κουτλουμουσίου) και του Αγίου Δημητρίου (Βατοπεδίου). Πρόκειται για οργανωμένες κοινότητες που αποτελούνται από πολλές καλύβες. Στο μέσο βρίσκεται και εδώ το κυριακό, που ειναι ο κοινός ναός για όλους, και γύρω γύρω από αυτό είναι κτισμένες οι καλυβες. Τη διοίκηση σ' αυτές ασκεί πάλι ο δίκαιος, που εκλέγεται όμως κάθε χρονο (8 Μαΐου) από τους γέροντες, με τη βοήθεια δύο ή τεσσάρων συμβούλων.

Κελλιά. Είναι ευρύχωρα μοναστικά οικοδομήματα, σαν αγροτικά σπίτια, με ναό ενσωματωμένο σ' αυτά και κάπως μεγάλη εδαφική περιοχή ανάλογα με την ιστορία και τη συγκρότησή τους. Παραχωρούνται από τις μονές σε μια ομάδα από τρεις ή και περισσότερους μοναχούς, που ασχολούνται κυριως με τη γεωργία αλλά και με άλλες εργασίες.

Καλύβες. Οικοδομές γενικά μικρότερες από τα κελλιά με ναό επίσης ενσωματωμένο σ' αυτές, αλλά χωρίς γεωργική έκταση. Οι μοναχοί εδώ ζουν οικογενειακά, όπως δηλαδή στις σκήτες και τα κελλιά, και ασχολούνται με τις τέχνες και τα εργόχειρα. Πολλές καλύβες μαζί δίνουν την εντύπωση ενός συνοικισμού, χωρίς όμως καμιά οργάνωση και σχέση μεταξύ τους. Οι κυριότερες από αυτές βρίσκονται στην περιοχή της Καψάλας κοντά στις Καρυές, και στη νοτιοδυτική άκρη της αθωνικής χερσονήσου, δηλαδή στη Μικρή Αγία Άννα, στα Κατουνάκια και στον Άγιο Βασίλειο. Οι καλύβες αυτές είναι κατά κανόνα μικρότερες από εκείνες που συγκροτούν τις σκήτες για τις οποίες μιλήσαμε παραπάνω.

Καθίσματα. Πρόκειται και εδώ για μικρά κτίσματα, σαν τις καλύβες που βρίσκονται κοντά στη μονή, στην οποία ανήκουν. Σ' αυτά μένει μόνο ένας μοναχός, που παίρνει τα τρόφιμά του από τη μονή.

Ησυχαστήρια. Τα ησυχαστήρια ή ασκητήρια ή ασκηταριά βρίσκονται σε ερημικούς και απόκρημνους τόπους, κυρίως στο νότιο μέρος της χερσονήσου και εμφανίζονται σαν μικρές καλύβες ή σπηλιές λίγο διαρρυθμισμένες, που θα μπορούσε να τα παρομοιάσει κανείς με απομονωμένες αετοφωλιές. Εδώ έρχονται οι μοναχοί που επιθυμούν αυστηρότερη και χωρίς εμπόδια άσκηση.

Τέτοια ασκητήρια συγκροτούν τον περίφημο οικισμό Καρούλια, πάνω σε μιαν απόκρημνη περιοχή, μετά από τη σκήτη της Αγίας Αννας, πηγαίνοντας για τη Λαύρα. Οι καλύβες χωρίζονται η μια από την άλλη με βράχια και χαράδρες και ενώνονται μόνο με στενά μονοπάτια, σκάλες και αλυσίδες.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης