Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΖ΄, ἡ ἀνακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος , ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας κατά τό 1784 ἔτος, ξίφει τελειοῦται.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΖ΄, ἡ ἀνακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου.

 Αὐ­τός ὁ μα­κά­ριος καί θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος, ἐ­πει­δή δέν πα­ρα­θε­ω­ροῦ­σε τό δί­και­ο κα­τά φι­λο­προ­σω­πί­α, ἀλ­λά ἔ­λεγ­χε τήν βα­σί­λισ­σα Εὐ­δο­ξί­α γιά τίς πα­ρα­νο­μί­ες καί ἀ­δι­κί­ες, πού ἔ­κα­μνε καί μά­λι­στα ἐ­πει­δή μέ βί­αι­ο τρό­πο πῆ­ρε τόν ἀ­γρό μιᾶς χή­ρας, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Καλ­λι­τρό­πη, γιά τόν λό­γο αὐ­τό, ἐ­ξω­ρί­σθη­κε μέν δύ­ο φο­ρές καί πά­λι ἀ­να­κλή­θη­κε ἀ­πό τήν ἐ­ξο­ρί­α. Τήν τρί­τη ὅ­μως καί τε­λευ­ταί­α φο­ρά στάλ­θη­κε στήν Κου­κου­σό, ἡ ὁ­ποί­α, κα­τ’ ἄλ­λους εἶ­ναι μέ­ρος κον­τά στήν Το­κά­τη καί λέ­γε­ται τώ­ρα τουρ­κι­στί Κέκζ, κα­τ’ ἄλ­λους πά­λι εἶ­ναι ἡ λε­γο­μέ­νη Κό­κου­σις καί Κό­κου­σα καί βρί­σκε­ται στό σύ­νο­ρο τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας καί τῆς μι­κρό­τε­ρης Ἀρ­με­νί­ας καί τι­μᾶ­ται μέ θρό­νο Ἐ­πι­σκό­που (εἶ­ναι ἕ­δρα ἐ­πι­σκο­πῆς). Ἀ­πό τήν Κου­κου­σό ἐ­ξω­ρί­σθη­κε στήν Ἀ­ρα­βισ­σό,  ἡ ὁ­ποί­α τώ­ρα ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἀ­ρα­πισ­σός, ὅ­πως λέ­νε με­ρι­κοί. Ἀ­πό τόν Ἀ­ρα­πισ­σό, ἐ­ξω­ρί­σθη­κε στήν Πι­τυ­ούν­τα, ἡ ὁ­ποί­α καί τώ­ρα ἔ­τσι ὀ­νο­μά­ζε­ται, πού καί αὐ­τή εἶ­ναι κον­τά στήν Το­κά­τη καί λέ­γε­ται κα­τά ἄλ­λους Μπί­ζε­ρε. Αὐ­τοί οἱ τρεῖς τό­ποι ἦ­ταν ὄ­χι μό­νον ἔ­ρη­μοι καί δέν εἶ­χαν οὔ­τε τά ἀ­πα­ραί­τη­τα, ἀλ­λά καί πο­λε­μοῦν­ταν ἀ­πό τούς Ἰ­σαύ­ρους, πού ἔ­με­ναν ἐ­κεῖ κον­τά.

Ἐ­κεῖ λοι­πόν εὑ­ρι­σκό­με­νος ἐ­ξό­ρι­στος ὁ μέ­γας Αὐ­τός Πα­τήρ καί ἔν­σαρ­κος Ἄγ­γε­λος, ­κλή­θηκε στούς Οὐ­ρα­νούς ἀ­πό τόν Κύ­ριο τῶν ἁ­πάν­των, διά μέ­σου Πέ­τρου καί Ἰ­ω­άν­νου τῶν ἱ­ε­ρῶν Ἀ­πο­στό­λων καί ἔ­τσι με­τέ­βη  ἀ­πό τήν γῆ στίς οὐ­ρά­νι­ες καί αἰ­ώ­νι­ες σκη­νές. Τό ἅ­γιό του λεί­ψα­νο ἀ­πο­θη­σαυ­ρί­ζε­ται στά Κό­μα­να τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας μα­ζί μέ τά ἅ­για λεί­ψα­να τῶν Ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων Βα­σι­λί­σκου καί Λου­κια­νοῦ, ὅ­πως ἀ­πό αὐ­τούς τούς ἴ­διους κα­θώς τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε μέ ὀ­πτα­σί­α νυ­κτε­ρι­νή. Ὅ­ταν ὅ­μως πέ­θα­νε ὁ βα­σι­λιάς Ἀρ­κά­διος καί ἡ γυ­ναί­κα του Εὐ­δο­ξί­α καί δι­α­δέ­χθη­κε τήν βα­σι­λεί­α ὁ υἱ­ός τους  Θε­ο­δό­σιος ὁ μι­κρός, κα­τά τό ἔ­τος 408, τό­τε ὁ Ἅ­γιος Πρό­κλος, πού ἦ­ταν μα­θη­τής καί Δι­ά­κο­νος τοῦ θεί­ου Χρυ­σο­στό­μου, μέ κοι­νή ψῆ­φο ἔ­γι­νε Πα­τριά­ρχης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Τό­τε λοι­πόν κα­τά τόν τέ­ταρ­το χρό­νο τῆς πα­τρι­αρ­χεί­ας του, δη­λα­δή κα­τά τό ἔ­τος 435, ἔ­πει­σε τόν βα­σι­λιά καί ἔ­στει­λε ἀν­θρώ­πους, γιά νά φέ­ρουν στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι τό λεί­ψα­νο τοῦ θεί­ου Πα­τρός. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος δέν ἔ­δω­σε τόν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λά πα­ρέ­μει­νε ἀ­κί­νη­τος (καί αὐ­τό τό ἔ­κα­νε, ἐ­πει­δή μέ αὐ­θεν­τί­α καί ὑ­πε­ρη­φά­νεια ἤ­θε­λε νά πά­ρη τό λεί­ψα­νό του ὁ βα­σι­λιάς, στόν ὁ­ποῖ­ο ἤ­θε­λε νά δι­δά­ξη ὁ Ἅ­γιος τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί με­τρι­ό­τη­τα). Ἐ­πει­δή, λέ­ω, ὁ Ἅ­γιος πα­ρέ­με­νε ἀ­κί­νη­τος, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν τόν πα­ρα­κα­λεῖ ὁ βα­σι­λιάς μέ τήν πα­ρα­κά­τω ἐ­πι­στο­λή, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­εῖ­χε τά ἑ­ξῆς:

  Ἐπιστολή τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου.

«Στόν οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη καί Δι­δά­σκα­λο καί πνευ­μα­τι­κό Πα­τέ­ρα Ἰ­ω­άν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο, τήν προ­σκύ­νη­σι προ­σφέ­ρω ἐ­γώ ὁ βα­σι­λιάς Θε­ο­δό­σιος.

Ἐ­μεῖς, Πά­τερ τί­μι­ε, νο­μί­ζον­τας, πώς εἶ­ναι τό σῶ­μα σου νε­κρό, ὅ­πως εἶ­ναι καί τά ἄλ­λα σώ­μα­τα τῶν νε­κρῶν, θε­λή­σα­με νά τό με­τα­φέ­ρου­με ἁ­πλῶς σέ μᾶς. Γι’  αὐ­τό στε­ρη­θή­κα­με δί­και­α αὐ­τό πού πο­θού­σα­με. Ἀλ­λά σύ, Πά­τερ τι­μι­ώ­τα­τε, συγ­χώ­ρη­σε ἐ­μᾶς, πού με­τα­νο­οῦ­με. Δι­ό­τι ἐ­σύ δί­δα­ξες σέ ὅ­λους τήν με­τά­νοι­α. Καί δῶ­σε τόν ἑ­αυ­τό σου, ὅ­πως ἕ­νας πα­τέ­ρας πού ἀ­γα­πᾶ τά παι­διά του, ἐ­μᾶς τούς φι­λο­πά­το­ρες υἱ­ούς σου, καί ἐ­κεί­νους, πού σέ πο­θοῦν, χα­ρο­ποί­η­σέ τους μέ τήν πα­ρου­σί­α σου».

 Ὅ­ταν λοι­πόν στάλ­θη­κε ἡ ἐ­πι­στο­λή αὐ­τή καί το­πο­θε­τή­θη­κε ἐ­πά­νω στό στῆ­θος τοῦ Ἁ­γί­ου, τό­τε ἔ­δω­σε τόν ἑ­αυ­τό του ὁ θεῖ­ος Πα­τήρ καί τό σεν­τοῦ­κι, πού εἶ­χε τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο, εὔ­κο­λα καί χω­ρίς κό­πο με­τα­φε­ρό­ταν. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, βγῆ­κε ὁ βα­σι­λιάς καί ὅ­λη ἡ σύγ­κλη­τος, γιά νά τό προ­ϋ­παν­τή­σουν, ἐ­νῷ τό σεν­τοῦ­κι, πού εἶ­χε τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο, το­πο­θε­τή­θη­κε μέ­σα σέ πλοῖ­ο βα­σι­λι­κό. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­γι­νε φουρ­τοῦ­να, τά ἄλ­λα κα­ΐ­κια δι­α­σκορ­πί­σθη­καν σέ ἕ­να καί σέ ἄλ­λο μέ­ρος, ἐ­νῷ τό κα­ρά­βι, πού εἶ­χε τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο, ἄ­ρα­ξε στόν ἀ­γρό τῆς χή­ρας Καλ­λι­τρό­πης, τήν ὁ­ποί­α ἡ Εὐ­δο­ξί­α ἀ­δί­κη­σε, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­με προ­η­γου­μέ­νως. Καί, ἀ­φοῦ ἐ­πι­στρά­φη­κε ὁ ἀ­γρός στήν χή­ρα, τό­τε ἔ­γι­νε καί στήν θά­λασ­σα γα­λή­νη. Ἀρ­χι­κά λοι­πόν με­τα­φέρ­θη­κε τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο στόν Να­ό τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Θω­μᾶ, τόν ὀ­νο­μα­ζό­με­νο τοῦ Ἀ­μαν­τί­ου, ὅ­που ἦ­ταν πα­ρών καί ὁ βα­σι­λιάς καί σκέ­πα­ζε μέ τήν βα­σι­λι­κή του χλα­μύ­δα τήν θεί­α σο­ρό τοῦ λει­ψά­νου καί μα­ζί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Ἅ­γιο νά στα­μα­τή­ση τόν κλό­νο (τα­ρα­κού­νη­μα) τοῦ τά­φου τῆς μη­τέ­ρας του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­σεί­ε­το καί ἔ­τρε­με ἤ­δη εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια. Καί ἐ­πέ­τυ­χε τῆς αἰ­τή­σε­ως. Δι­ό­τι μέ πα­ρά­ξε­νο τρό­πο ἔ­παυ­σε νά σεί­ε­ται ὁ κι­νού­με­νος τά­φος ἐ­κεί­νης.

Κα­τό­πιν μετα­φέρ­θη­κε στόν Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης. Ἐ­κεῖ το­πο­θέ­τη­σαν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο ἐ­πά­νω στό ἱ­ε­ρό σύν­θρο­νο καί φώ­να­ξαν ὅ­λοι μα­ζί· «Ἀ­πό­λα­βε τόν θρό­νο σου, Ἅ­γι­ε». Με­τά ἀ­πό αὐ­τά το­πο­θέ­τη­σαν τό σεν­τού­κι τοῦ λει­ψά­νου ἐ­πά­νω σέ βα­σι­λι­κή ἅ­μα­ξα καί τό με­τέ­φε­ραν στόν Να­ό τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων. Ἐ­κεῖ λοι­πόν το­πο­θέ­τη­σαν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο ἐ­πά­νω στήν ἱ­ε­ρή κα­θέ­δρα, καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἐ­πι­φώ­νη­σε στόν λα­ό τό, «Εἰ­ρή­νη πᾶ­σι». Καί ὕ­στε­ρα το­πο­θε­τή­θη­κε κά­τω ἀ­πό τήν γῆ, ὅ­που καί τώ­ρα βρί­σκε­ται.

 Ὅ­ταν ἡ ἱ­ε­ρά Λει­τουρ­γί­α ­τε­λεῖ­το, γί­νον­ταν θαύ­μα­τα με­γά­λα, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α ἕ­να εἶ­ναι καί τό πα­ρα­κά­τω· Ἕ­νας ἄν­θρω­πος πά­σχον­τας ἀ­πό ἀ­σθέ­νεια, πού λέ­γε­ται ἀρ­θρί­τι­δα, ἐ­πει­δή προ­ξε­νεῖ πό­νους καί ὀ­δύ­νες στά ἄρ­θρα καί τίς κλει­δώ­σεις τῶν με­λῶν τοῦ σώ­μα­τος, αὐ­τός, λέ­ω, πα­ρά­λυ­τος ὄν­τας καί σχε­δόν ἀ­κί­νη­τος, ἔ­πια­σε τό ἱ­ε­ρό στεν­τού­κι, πού εἶ­χε τό τοῦ Ἁ­γί­ου λεί­ψα­νο. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­μέ­σως ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε τε­λεί­ως ἀ­πό τό πά­θος. Ἔ­τσι γνω­ρί­ζει νά δο­ξά­ζη ὁ Θε­ός ἐ­κεί­νους, πού τόν δο­ξά­ζουν μέ τόν τρό­πο τῆς ζω­ῆς τους.

 Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί του στόν πάν­σε­πτο Να­ό τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων, ὅ­που καί τό ἱ­ε­ρό του σῶ­μα βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πό τό θυ­σι­α­στή­ριο[1]. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ δέ τήν ἐ­ξο­ρί­α τοῦ Ἁ­γί­ου, καί πῶς μέ με­γά­λη γεν­ναι­ό­τη­τα ὑ­πέ­φε­ρε ὁ Χρυ­σορ­ρή­μων τά λυ­πη­ρά, θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τά δι­κά του λό­για, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­γρα­ψε σέ εἶ­δος ἐ­πι­στο­λῆς στόν Ἐ­πί­σκο­πο Κυ­ρια­κό, ὄν­τα καί αὐ­τόν ἐ­ξό­ρι­στο. Ἔ­χουν δέ ὡς ἑ­ξῆς:

 Ἐ­πι­στο­λή τοῦ Χρυ­σο­στό­μου.

«Ἔ­λα, ὦ ἀ­δελ­φέ Κυ­ρια­κέ, νά μα­λα­κώ­σω τήν πλη­γή τῆς δι­κῆς σου λύ­πης καί νά δι­α­σκε­δά­σω τοῦ λο­γι­σμοῦ σου τό σύν­νε­φο. Τί πρᾶγ­μα εἶ­ναι, πού σέ κά­νει, ἀ­δελ­φέ, νά λυ­πᾶ­σαι καί νά ἀ­γω­νιᾶς; δι­ό­τι ὁ χει­μῶ­νας εἶ­ναι με­γά­λος καί ἡ φουρ­τοῦ­να αὐ­τή, πού πλά­κω­σε τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι πι­κρή καί βα­ρειά; ναί, καί ἐ­γώ τό γνω­ρί­ζω καί κα­νέ­νας σέ αὐ­τό δέν ἀν­τι­λέ­γει. Ἀλ­λά, ἐ­άν ἐ­πι­θυ­μῆς, ἐ­γώ νά σοῦ πα­ρου­σιά­σω μί­α πα­ρο­μοί­ω­σι τῶν τω­ρι­νῶν τα­ρα­χῶν. Πολ­λές φο­ρές βλέ­που­με τήν αἰ­σθη­τή θά­λασ­σα, πού ἀ­να­τα­ράσ­σε­ται ὅ­λη κά­τω ἀ­πό τήν ἄ­βυσ­σο. Βλέ­που­με ἀ­κό­μη καί τούς ναῦ­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι, μή ἔ­χον­τας τί νά κά­νουν ἀ­πό τήν ὑ­περ­βο­λή τῆς φουρ­τού­νας, δέ­νουν τά χέ­ρια στά γό­να­τά τους καί κά­θον­ται μέ ἀ­πο­ρί­α, ἐ­πει­δή δέν βλέ­πουν οὔ­τε οὐ­ρα­νό, οὔ­τε πέ­λα­γος, οὔ­τε γῆ, ἀλ­λά βρί­σκον­ται ἐ­πά­νω στό κα­τά­στρω­μα τοῦ κα­ϊ­κιοῦ καί ἐ­κεῖ κλαῖ­νε καί ὀ­δύ­ρον­ται. Ὅ­πως λοι­πόν πα­ρό­μοι­α φουρ­τού­να γί­νε­ται στήν ὁ­ρα­τή θά­λασ­σα, ἔ­τσι καί τώ­ρα στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ συμ­βαί­νει χει­ρό­τε­ρη φουρ­τοῦ­να καί πε­ρισ­σό­τε­ρα κύ­μα­τα.

     Γι’ αὐ­τό πα­ρα­κά­λει, ἀ­δελ­φέ, τόν Δε­σπό­τη καί Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν κα­τα­πρα­ΰ­νει τήν φουρ­τού­να αὐ­τή μέ τέ­χνη καί δυ­σκο­λί­α, ἀλ­λά μέ μό­νο τό νεῦ­μα καί τήν θέ­λη­σί του δι­α­λύ­ει τήν τα­ρα­χή. Καί ἄν πολ­λές φο­ρές πα­ρα­κά­λε­σες τόν Κύ­ριο καί δέν εἰ­σα­κού­σθη­κες, μήν λι­πο­ψυ­χή­σης. Δι­ό­τι ἔ­τσι συ­νη­θί­ζει ὁ φι­λάν­θρω­πος Θε­ός, νά μήν εἰ­σα­κού­η ἀ­μέ­σως φρον­τί­ζον­τας γιά τήν σω­τη­ρί­α μας. Δι­ό­τι μή­πως δέν μπο­ροῦ­σε νά λυ­τρώ­ση τούς τρεῖς Ἁ­γί­ους Παῖ­δας ἐ­κεί­νους, γιά νά μή ρι­χθοῦν στήν κά­μι­νο; Ναι, μπο­ροῦ­σε. Ἀλ­λ’ ὅ­μως δέν τούς ἐ­λευ­θέ­ρω­σε νω­ρί­τε­ρα. Ὅ­ταν ὅ­μως ἐ­κεῖ­νοι ἔ­γι­ναν σκλά­βοι στήν Βα­βυ­λῶ­να καί ὅ­ταν ρί­χθη­καν στήν χώ­ρα τῶν βαρ­βά­ρων καί ἐ­ξω­ρί­σθη­καν ἀ­πό τήν πα­τρι­κή τους κλη­ρο­νο­μί­α· καί ἀ­φοῦ ρί­χθη­καν στήν κά­μι­νο καί ἀ­πελ­πί­σθη­καν ἀ­πό ὅ­λους, ὥ­στε δέν τούς ἀ­πέ­μει­νε καμ­μί­α βο­ή­θεια· τό­τε, λοι­πόν, τό­τε ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός ἔ­κα­νε ξαφ­νι­κά το θαῦ­μα του καί δι­α­σκόρ­πι­σε τήν φω­τιά, πού ἦ­ταν στήν κά­μι­νο τῶν Χαλ­δαί­ων. Καί ἔ­τσι ἡ κά­μι­νος ἔ­γι­νε Ἐκ­κλη­σί­α στούς Παῖ­δας, πού ἦ­ταν μέ­σα σ’ αὐ­τήν. Γι’ αὐ­τό καί κα­λοῦ­σαν ὅ­λα τά κτί­σμα­τα, ἀγ­γέ­λους, δυ­νά­μεις, στοι­χεῖ­α καί ἔ­τσι ὅ­λα συ­γκεν­τρώ­νον­τας ἔ­λε­γαν· «Εὐ­λο­γεῖ­τε πάν­τα τά ἔρ­γα Κυ­ρί­ου τόν Κύ­ριον». Βλέ­πεις, ἀ­δελ­φέ, ὅ­τι ἡ ὑ­πο­μο­νή τῶν δι­καί­ων με­τέ­βα­λε τήν φω­τιά σέ δρό­σο; Καί ὅ­τι αὐ­τή ἔ­πει­σε τόν τύ­ραν­νο Να­βου­χο­δο­νό­σορ νά στέλνη γράμ­μα­τα σέ ὅ­λη τήν βα­σι­λεί­α του καί νά λέ­η· «Μέ­γας εἶ­ναι ὁ Θε­ός Σε­δράχ, Μι­σάχ καί Αὐ­δε­να­γώ»; Καί βλέ­πε πό­σο ἀ­πό­το­μο καί φο­βε­ρό ὁ­ρι­σμό ἔ­κα­νε× «Ὅ­ποι­ος», λέ­ει, «θά πῆ λό­γο ἐ­ναν­τί­ον τῶν Τρι­ῶν Παί­δων, αὐ­τοῦ τό σπί­τι νά δι­αρ­πά­ζε­ται καί τά ὑ­πάρ­χον­τά του νά γί­νων­ται κρα­τι­κά».

Λοι­πόν μή λυ­πᾶ­σαι, ἀ­δελ­φέ Κυ­ρια­κέ, δι­ό­τι καί ἐ­γώ, ὅ­ταν ἐ­ξω­ρί­σθη­κα ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, δέν φρόν­τι­ζα γιά κα­νέ­να πρᾶγ­μα, ἀλ­λά ἔ­λε­γα τά ἑ­ξῆς στόν ἑ­αυ­τό μου· «Ἄν θέ­λη ἡ βα­σί­λισ­σα νά μέ ἐ­ξο­ρί­ση, ἄς μέ ἐ­ξο­ρί­ση. «Τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ γῆ καί τό πλή­ρω­μα αὐ­τῆς» (Ψαλ. 231). Ἄν θέ­λη νά μέ πρι­ο­νί­ση, ἄς μέ πρι­ο­νί­ση. Ἔ­χω σ’ αὐ­τό πα­ρά­δειγ­μα τόν Προ­φή­τη Ἠ­σα­ΐ­α. Ἄν θέ­λη νά μέ ρί­ξη στό πέ­λα­γος, θυ­μᾶ­μαι τόν Προ­φή­τη Ἰ­ω­νᾶ, πού αὐ­τό ἔ­πα­θε. Ἄν θέ­λη νά μέ βά­λη μέ­σα σέ λάκ­κο, ἔ­χω πα­ρά­δειγ­μα τόν Προ­φή­τη Δα­νι­ήλ, πού ρί­χθη­κε στόν λάκ­κο τῶν λε­όν­των. Ἐ­άν θέ­λη νά μέ λι­θο­βο­λή­ση, ἔ­χω τόν Πρω­το­μάρ­τυ­ρα Στέ­φα­νο, πού δο­κί­μα­σε αὐ­τό. Ἄν θέ­λη νά μέ ἀ­πο­κε­φα­λί­ση, ἔ­χω ὑ­πό­δειγ­μα τόν Βα­πτι­στή Ἰ­ω­άν­νη. Ἄν θέ­λη νά πά­ρη τά ὑ­πάρ­χον­τά μου, ἐ­άν ἔ­χω, ἄς τά πά­ρη. «Γυ­μνός ἐ­ξῆλ­θον ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός μου, γυ­μνός καί ἀ­πε­λεύ­σο­μαι» (Ἰ­ώβ 1, 21).

Σ’ ἐ­μέ­να πα­ραγ­γέλ­λει καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος λέ­γον­τας· «Ὁ Θεός δέν ἀποβλέπει σέ πρόσωπο ἀνθρώπου» (Γαλ. 2,6) καί, «Ἐάν ἐπεδίωκα νά ἀρέσω στούς ἀν­θρώ­πους, δοῦλος τοῦ Χρι­στοῦ δέν θά μποροῦσα νά εἶμαι» (Γαλ. 1,10). Μέ ἐ­ξο­πλί­ζει ἀ­κό­μη καί ὁ Δα­βίδ λέ­γον­τας· «Μιλοῦ-σα γιά τίς ἐντολές σου ἐνώπιον τῶν βα­σι­λέ­ων καί δέν ντρεπόμουν» (Ψαλ. 118,46). Πολ­λά κα­τε­σκεύ­α­σαν ἐ­ναν­τί­ον μου οἱ μι­σοῦν­τες με. Ἀλ­λά ὅ­λα τά ἔ­κα­ναν ἀ­πό τόν φθό­νο καί τήν κα­κί­α τους. Γνω­ρί­ζω, βέ­βαι­α, ὅ­τι λυ­πᾶ­σαι, ἀ­δελ­φέ, ἐ­πει­δή ἐ­κεῖ­νοι πού μέ ἐ­ξώ­ρι­σαν, ὑ­πε­ρή­φα­να βα­δί­ζουν στίς ἀ­γο­ρές καί τούς συ­νο­δεύ­ει πλῆ­θος δο­ρυ­φό­ρων καί δού­λων. Ἀλ­λ’ ὅ­μως θυ­μή­σου πά­λι τόν πλού­σιο καί τόν Λά­ζα­ρο, ποι­ός θλί­βη­κε στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή καί ποι­ός τήν ἀ­πό­λαυ­σε. Δι­ό­τι, σέ τί ἔ­βλα­ψε τόν Λά­ζα­ρο ἡ ἐ­δῶ πτω­χεί­α; δέν ὡ­δη­γή­θη­κε ἐ­κεῖ­νος στούς κόλ­πους τοῦ Ἀ­βρα­άμ μέ δό­ξα σάν ἀ­θλη­τής καί τρο­παι­οῦ­χος; Τί πά­λι ὠ­φέ­λη­σε τόν πλού­σιο ὁ πλοῦ­τος, τόν ντυ­μέ­νο μέ πορ­φύ­ρα καί βύσ­σο[2]; Τί­πο­τε βέ­βαι­α. Δι­ό­τι, ποῦ εἶ­ναι τώ­ρα οἱ ρα­βδοῦ­χοι του; ποῦ οἱ δο­ρυ­φό­ροι του; ποῦ εἶ­ναι τά χρυ­σο­χά­λι­να ἄ­λο­γά του; ποῦ εἶ­ναι οἱ κό­λα­κες καί ἡ βα­σι­λι­κή του τρά­πε­ζα; Δέν ὡ­δη­γή­θη­κε στόν τά­φο ὁ ἄ­θλιος, δε­μέ­νος σάν λη­στής, ἔ­χον­τας τήν ψυ­χή του γυ­μνή ἀ­πό τόν κό­σμο αὐ­τό καί φω­νά­ζον­τας μέ εὔ­κε­ρη καί ἀ­νώ­φε­λη φω­νή· «Πά­τερ Ἀ­βρα­άμ, ἐ­λέ­η­σέ με καί στεῖλε τόν Λά­ζα­ρο νά βά­ψη τήν ἄ­κρη ἀπό τό δάκτυλό του στό νε­ρό, καί μέ αὐ­τό νά δρο­σί­ση τήν γλῶσ­σα μου, ἡ ὁ­ποί­α τη­γα­νί­ζε­ται πι­κρά στήν φλό­γα αὐ­τή»; (Λουκ. 16,24).

Ἄ­θλι­ε πλού­σι­ε, για­τί πα­τέ­ρα ὀ­νο­μά­ζεις τόν Ἀ­βρα­άμ, τήν ζω­ή τοῦ ὁ­ποί­ου δέν μι­μή­θη­κες; Ὁ Ἀ­βρα­άμ κά­θε ἄν­θρω­πο φι­λο­ξε­νοῦ­σε στήν οἰ­κί­α του, ἐ­σύ ὅ­μως δέν φρόν­τι­σες νά θρέ­ψης οὔ­τε ἕ­ναν φτω­χό. Δέν πρέ­πει νά πεν­θή­ση κα­νείς καί νά κλά­ψη, πού ὁ δυ­στυ­χής πλού­σιος, πού εἶ­χε τό­σο πλοῦ­το, ἔ­γι­νε πτω­χός μό­νο ἀ­πό μί­α στα­γό­να νε­ροῦ; Καί για­τί αὐτό; Ἐ­πει­δή στόν χει­μῶ­να τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς δέν ἔ­σπει­ρε, γι’ αὐ­τό ἦλ­θε τό θέ­ρος τῆς ἄλ­λης ζω­ῆς καί δέν θέ­ρι­σε. Καί αὐ­τό γί­νε­ται κα­τ’ οἰ­κο­νο­μί­αν τοῦ Δε­σπό­του τῶν ὅ­λων Θε­οῦ. Δη­λα­δή τό νά εἶ­ναι ἡ κό­λα­σις τῶν ἀ­σε­βῶν καί ἁ­μαρ­τω­λῶν καί ἡ ἀ­νά­παυ­σις τῶν εὐ­σε­βῶν καί δι­καί­ων ἀ­πέ­ναν­τι ἡ μί­α στήν ἄλ­λη. Για­τί; γιά νά βλέ­πουν ἕ­νας τόν ἄλ­λον οἱ ἀ­σε­βεῖς καί εὐ­σε­βεῖς καί οἱ ἁ­μαρ­τω­λοί καί οἱ δί­και­οι καί ἔ­τσι νά γνω­ρί­ζουν ἕ­νας τόν ἄλ­λο. Δι­ό­τι τό­τε κά­θε Μάρ­τυ­ρας θά γνω­ρί­ση τόν τύ­ραν­νο, πού τόν βα­σά­νι­σε. Καί ἀν­τί­στρο­φα, κά­θε τύ­ραν­νος θά γνω­ρί­ση τόν Μάρ­τυ­ρα, πού τι­μώ­ρη­σε.

Καί ὅ­τι αὐ­τά πού λέ­ω δέν εἶ­ναι δι­κά μου λό­για, ἄ­κου­σε τήν σο­φί­α τοῦ Σο­λο­μῶν­τος, πού λέ­ει· «Τήν ἡμέρα ἐκείνη ὁ δίκαιος θά σταθῆ μέ πο-λύ θάρρος ἐνώπιον ἐκείνων, πού τόν ἔθλιψαν» (Σοφ. Σολ. 5,1). Δι­ό­τι ὅ­πως ὁ ὁ­δοι­πό­ρος, πού βα­δί­ζει στό καῦ­μα τοῦ ἥλιου, ἄν τύ­χη νά βρῆ κά­ποι­α βρύ­σι μέ κα­θα­ρό νε­ρό, κα­τα­καί­ε­ται ἀ­πό τήν δί­ψα, ἐμ­πο­δί­ζε­ται ὅ­μως νά πι­ῆ νε­ρό· ἤ ὅ­πως ἕ­νας, πού πει­νᾶ πο­λύ καί κά­θε­ται βέ­βαι­α κον­τά σέ κά­ποι­α τρά­πε­ζα, πού ἔ­χει δι­ά­φο­ρα φα­γη­τά, ἐμ­πο­δί­ζε­ται ὅ­μως ἀ­πό κα­νέ­ναν δυ­να­τώ­τε­ρο νά μή φά­η· ὅ­πως, λέ­ω, οἱ πα­ρό­μοι­οι, καί ὁ δι­ψα­σμέ­νος δη­λα­δή καί ὁ πει­να­σμέ­νος πο­λύ πό­νο καί τι­μω­ρί­α δο­κι­μά­ζουν, δι­ό­τι καί ὁ δι­ψα­σμέ­νος δέν μπο­ρεῖ νά σβή­ση τήν δί­ψα του μέ τό νε­ρό καί ὁ πει­να­σμέ­νος δέν μπο­ρεῖ νά πα­ρη­γο­ρή­ση τήν πεῖ­να του μέ τό φα­γη­τό· ἔ­τσι θά συμ­βῆ καί κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα τῆς κρί­σε­ως. Δη­λα­δή, θά βλέ­πουν βέ­βαι­α οἱ ἀ­σε­βεῖς καί ἁ­μαρ­τω­λοί τούς Ἁ­γί­ους νά εὐ­φραί­νων­ται, δέν θά μπο­ροῦν ὅ­μως νά ἀ­πο­λαύ­σουν καί αὐ­τοί κά­τι ἀ­πό τήν βα­σι­λι­κή τρά­πε­ζα τῶν δι­καί­ων.

Γι’ αὐ­τό καί ὁ Θε­ός, θέ­λον­τας νά τι­μω­ρή­ση τόν Ἀ­δάμ, τόν ἔ­κα­νε νά κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τόν Πα­ρά­δει­σο καί νά ἐρ­γά­ζε­ται τήν γῆ, ὥ­στε, κά­θε μέ­ρα βλέ­πον­τας μέν, τόν ἐ­πι­θυ­μη­τό ἐ­κεῖ­νο τό­πο τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο βγῆ­κε, μή μπο­ρῶν­τας ὅ­μως νά τόν ἀ­πο­λαύ­ση, νά ἔ­χη πάν­το­τε πό­νο ἀ­φό­ρη­το καί θλῖ­ψι στήν ψυ­χή του.

Ἄν τυ­χόν ὅ­μως, ἀ­δελ­φέ Κυ­ρια­κέ, δέν ἀν­τα­μώ­σου­με ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή, ἀλ­λ’ ὅ­μως ἐ­κεῖ στήν ἄλ­λη, κα­νέ­νας δέν θά μᾶς ἐμ­πο­δί­ση ἀ­πό τό νά συ­ναν­τη­θοῦ­με καί νά συ­ζοῦ­με ὁ ἕ­νας μέ τόν ἄλ­λο. Τό­τε θά δοῦ­με καί ἐ­κεί­νους πού μᾶς ἐ­ξώ­ρι­σαν, ὅ­πως καί ὁ Λά­ζα­ρος εἶ­δε τόν πλού­σιο καί οἱ Μάρ­τυ­ρες θά δοῦν τούς τυ­ράν­νους, πού τούς μαρ­τύ­ρη­σαν. Γι’ αὐ­τό λοι­πόν μή λυ­πᾶ­σαι, ἀ­γα­πη­τέ ἀ­δελ­φέ, ἀλ­λά νά θυ­μᾶ­σαι τόν Προ­φή­τη Ἠ­σα­ΐ­α πού λέ­ει· «Μή φο­βῆ­σθε τόν ὀ­νει­δι­σμό τῶν ἀν­θρώ­πων καί ἀ­πό τόν ἐ­ξευ­τι­λι­σμό, πού σᾶς κά­νουν, μή κάμ­πτε­σθε. Δι­ό­τι, ὅ­πως τό ἱ­μά­τιο θά κα­τα­φα­γω­θῆ ἀ­πό τόν χρό­νο καί, ὅ­πως τά μαλ­λιά θά κα­τα­φα­γω­θοῦν ἀ­πό τόν σκῶ­ρο» (Ἡσ. 51,7). Σκέ­ψου ἀ­κό­μη καί τόν Δε­σπό­τη μας Χρι­στό, ὅ­τι δι­ω­χνό­ταν μέ­σα ἀ­πό τά σπάρ­γα­να καί στήν βάρ­βα­ρη γῆ τῶν Αἰ­γυ­πτί­ων ἀ­πορ­ρι­πτό­ταν. Ποι­ός; Ἐ­κεῖ­νος πού κρα­τεῖ τόν κό­σμο στά χέ­ρια του. Καί για­τί; γιά νά γί­νη τύ­πος σέ μᾶς καί πα­ρά­δειγ­μα, γιά νά μή πα­ρα­πο­νού­μα­στε καί νά γογ­γύ­ζου­με στούς πει­ρα­σμούς. Θυ­μή­σου γιά χά­ρι δι­κή μου καί τό πά­θος τοῦ Σω­τῆ­ρος καί πό­σες ὕ­βρεις ὁ Δε­σπό­της τῶν ἁ­πάν­των ὑ­πέ­μει­νε γιά χά­ρι μας. Δι­ό­τι ἄλ­λοι ἀ­πό τούς Ἰ­ου­δαί­ους τόν ὠ­νό­μα­ζαν Σα­μα­ρεί­τη καί οἰ­νο­πό­τη. Ἄλ­λοι πά­λι δαι­μο­νι­σμέ­νο καί ψευ­δο­προ­φή­τη× «Ἔ­λε­γαν, νά, ἄν­θρω­πος φά­γος καί οἰ­νο­πό­της» (Λουκ. 7,34), καί «στό ὄ­νο­μα τοῦ ἄρ­χον­τα τῶν δαι­μο­νί­ων βγάζει τά δαι­μό­νια» (Ματθ. 9,34).

Τί νά σοῦ λέ­ω ἀ­κό­μη, ὅ­τι πῆ­γαν, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, νά τόν γκρε­μί­σουν; Καί ὅ­τι στό πρό­σω­πό του ἔ­φτυ­ναν; Καί ρα­πί­σμα­τα τοῦ ἔ­δι­ναν; Τί νά σοῦ λέ­ω, ὅ­τι τόν πό­τι­ζαν χο­λή καί μέ τόν κά­λα­μο χτυ­ποῦ­σαν τήν πα­να­γί­α του κε­φα­λή; Καί τόν ἔν­τυ­ναν μέ πε­ρι­παι­κτι­κή χλα­μύ­δα; Τί νά σοῦ λέ­ω, ὅ­τι μέ ἀγ­κά­θια στε­φά­νω­ναν αὐ­τόν καί γο­νά­τι­ζαν μπρο­στά του πε­ρι­παί­ζον­τας καί κά­θε εἶ­δος πε­ρι­γε­λά­σμα­τος προ­σφέ­ρον­τάς του; Τί νά σοῦ λέ­ω, ὅ­τι τόν ὡ­δή­γη­σαν στό πά­θος καί στόν σταυ­ρό γυ­μνό καί κα­τά­κρι­το, οἱ αἱ­μο­βό­ροι ἐ­κεῖ­νοι σκύ­λοι; Καί ὅ­τι ὅ­λοι οἱ Μα­θη­τές του τόν ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν; Δι­ό­τι ὁ Πέ­τρος τόν ἀρ­νή­θη­κε, ὁ Ἰ­ού­δας, τόν πρό­δω­σε, οἱ δέ ὑ­πό­λοι­ποι ἔ­φυ­γαν καί μό­νος λοι­πόν στε­κό­ταν γυ­μνός στήν μέ­ση τῶν ὄ­χλων ἐ­κεί­νων. (Δι­ό­τι τό­τε ἦ­ταν ἑ­ορ­τή τοῦ Πά­σχα, ἡ ὁ­ποί­α συγ­κέν­τρω­νε ὅ­λους τούς Ἰ­ου­δαί­ους στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα γιά νά ἑ­ορ­τά­σουν). Ἤ τί νά σοῦ λέ­ω, ὅ­τι τόν σταύ­ρω­σαν ὡς πο­νη­ρό ἀ­νά­με­σα σέ δύ­ο κλέ­φτες; Τί ἀ­κό­μη νά σοῦ δι­η­γοῦ­μαι, ὅ­τι ὁ Κύ­ριος ἔ­με­νε ἄ­τα­φος, ὅ­ταν τόν κα­τέ­βα­σαν ἀ­πό τόν σταυ­ρό, ἕ­ως ὅ­του ἦλ­θε Ἰ­ω­σήφ ὁ Ἀ­ρι­μα­θαῖ­ος καί τόν ζή­τη­σε γιά νά τόν θά­ψη[3]; Καί ὅ­τι τόν συ­κο­φάν­τη­σαν, ὅ­τι δέν ἀ­να­στή­θη­κε, ἀλ­λά οἱ μα­θη­τές του τόν ἔ­κλε­ψαν;

Θυ­μή­σου πά­λι τούς Ἀ­πο­στό­λους τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅτι στήν ἀρ­χή τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου δι­ώ­κον­ταν ἀ­πό κά­θε τό­πο καί ὅ­τι κρύ­βον­ταν στίς πό­λεις. Καί ὁ μέν Παῦ­λος ἦ­ταν κρυμ­μέ­νος στήν πορ­φυ­ρο­πώ­λι­δα γυ­ναῖ­κα. Ὁ Πέ­τρος στόν Σί­μω­να τόν ταμ­βά­κη. Καί ὅ­τι δέν εἶ­χαν θάρ­ρος μπρο­στά στούς πλου­σί­ους. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ὅ­λα ἔ­γι­ναν εὔ­κο­λα γι’ αὐ­τούς. Ἔ­τσι καί σύ, ἀ­δελ­φέ, μή λυ­πᾶ­σαι, ἄν τώ­ρα συμ­βαί­νουν τά λυ­πη­ρά. Δι­ό­τι ἀρ­γό­τε­ρα θά ἀ­κο­λου­θή­σουν τά χα­ρο­ποι­ά. Ἄ­κου­σα ἀ­κό­μη καί γιά τόν φλύ­α­ρο ἐ­κεῖ­νο Ἀρ­σά­κιο, τόν ὁ­ποῖ­ο ἐν­θρό­νι­σε ἡ βα­σί­λισ­σα ὡς Πα­τριά­ρχη στόν θρό­νο μου, ὅ­τι πο­λύ λύ­πη­σε τούς ἀ­δελ­φούς καί τίς παρ­θέ­νες, πού μέ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν, καί δέν θέ­λη­σαν νά ἐ­πι­κοι­νω­νή­σουν μέ αὐ­τόν[4], ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους πολ­λοί καί πέ­θα­ναν στήν φυ­λα­κή γιά τήν δι­κή μου ἀ­γά­πη. Ἐ­κεῖ­νος, λέ­ω, ὁ προ­βα­τό­σχη­μος λύ­κος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἔ­χει μέν σχῆ­μα Ἐ­πι­σκό­που, εἶ­ναι ὅ­μως στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοι­χός. Δι­ό­τι ὅ­πως ἡ γυ­ναίκα ὀ­νο­μά­ζε­ται μοι­χα­λί­δα, ὅ­ταν, ἐνῶ ζῆ ὁ ἄνδρας της, πά­ρη ἄλ­λον ἄν­δρα, ἔ­τσι καί αὐ­τός εἶ­ναι μοι­χός ὄ­χι κα­τά σάρ­κα, ἀλ­λά κα­τά πνεῦ­μα. Ἐ­πει­δή ζῶν­τος ἐ­μοῦ τοῦ Ἐ­πι­σκό­που τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, αὐ­τός ἅρ­πα­ξε τόν θρό­νο μου.

Αὐ­τά σοῦ γρά­φου­με, ἀ­δελ­φέ Κυ­ρια­κέ, ἀ­πό τήν Κου­κου­σό, ὅ­που ἡ βα­σί­λισ­σα πρό­στα­ξε καί ἐ­ξω­ρι­σθή­κα­με. Πολ­λές θλί­ψεις καί πει­ρα­σμοί μέ βρῆ­καν στόν δρό­μο, ἀλ­λ’ ὅ­μως γι’ αὐ­τά δέν φρόν­τι­σα. Ὅ­ταν ἤλ­θα­με στήν χώ­ρα τῶν Καπ­πα­δο­κῶν καί στήν Ταυ­ρο­κι­λι­κί­α, χο­ροί Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων μᾶς προ­ϋ­παν­τοῦ­σαν. Ἀλ­λά καί πλῆ­θος Μο­να­χῶν καί Παρ­θέ­νων, πού ἔ­χυ­ναν βρύ­σεις δα­κρύ­ων ἀ­πό τούς ὀ­φθαλ­μούς τους καί ἔ­κλαι­γαν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα, βλέ­πον­τας ἐ­μᾶς νά πη­γαί­νου­με στήν ἐ­ξο­ρί­α καί ἔ­λε­γαν ὁ ἕ­νας στόν ἄλ­λον· «Προ­τι­μό­τε­ρο ἦ­ταν γιά τόν κό­σμο νά σβή­ση ὁ ἥ­λιος, πα­ρά νά σι­ω­πή­ση τό στό­μα τοῦ Ἰ­ω­άν­νου». Αὐ­τά τά λό­για μέ τά­ρα­ξαν καί μέ λύ­πη­σαν, ἀ­δελ­φέ, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λα τά δει­νά πού ἔ­πα­θα, ἐ­πει­δή ἔ­βλε­πα ὅ­λους νά κλαῖ­νε. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ πά­λι τά ἄλ­λα, πού μοῦ συ­νέ­βη­καν, δέν ἔ­κα­να καμ­μί­α φρον­τί­δα. Πο­λύ μᾶς φι­λο­ξέ­νη­σε καί ὁ Ἐ­πί­σκο­πος αὐ­τῆς τῆς πό­λε­ως καί μᾶς ἔ­δει­ξε πολ­λή ἀ­γά­πη, σέ ση­μεῖ­ο πού, ἄν δέν φυ­λά­γα­με τούς ὅ­ρους καί τούς κα­νό­νες, πού δέν ἐ­πι­τρέ­πουν νά γί­νων­ται με­τα­θέ­σεις Ἐ­πι­σκό­πων καί νά μήν εἶ­ναι δύ­ο Ἐ­πί­σκο­ποι συγ­χρό­νως σέ μί­α Ἐ­πι­σκο­πή, σί­γου­ρα θά μᾶς ἔ­δι­νε καί τόν θρό­νο του. Πα­ρα­κα­λῶ λοι­πόν καί ἀν­τι­βο­λῶ, δι­ῶ­ξε, ἀ­δελ­φέ, τήν λύ­πη καί τήν ἀ­θυ­μί­α ἀ­πό τήν ψυ­χή σου καί νά θυ­μᾶ­σαι καί ἐ­μᾶς στίς προ­σευ­χές σου πρός τόν Θε­ό». (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο τοῦ βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρα­δει­σο[5]).

     Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος[7], ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας κατά τό 1784 ἔτος, ξίφει τελειοῦται.

Αὐ­τός ὁ Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ Δη­μή­τριος βρι­σκό­ταν στόν Γα­λα­τᾶ τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως στήν το­πο­θε­σί­α πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Κα­ρά­κι­ο­ϊ, ἔ­χον­τας τήν ἐ­πι­στα­σί­α τοῦ τε­ζι­α­κί­ου μιᾶς τα­βέρ­νας τοῦ χα­τζῆ Πα­να­γι­ώ­του, εἴ­κο­σι πέν­τε ἐ­τῶν νέ­ος, ὄ­μορ­φος στήν ὄ­ψι, δυ­να­τός στό σῶ­μα καί σε­μνός στά ἤ­θη. Γι’ αὐτό καί ἐξ αἰτίας αὐ­τῶν τῶν φυ­σι­κῶν ἀ­ρε­τῶν του καί τῶν χα­ρί­των ἐφθο­νεῖτο πάν­το­τε ἀ­πό τούς λα­ζούς Τούρ­κους, πού συ­χνά πή­γαι­ναν στήν τα­βέρ­να ἐ­κεί­νη· αὐ­τοί πά­σχι­σαν πολ­λές φο­ρές μέ δι­α­φό­ρους τρό­πους νά τόν με­τα­στρέ­ψουν ἀ­πό τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί νά τόν τουρ­κέ­ψουν, ἀλ­λά δέν τό κα­τά­φε­ραν.

 Μί­α τῶν ἡ­με­ρῶν λοι­πόν πῆ­γαν κα­τά τήν συ­νή­θειά τους οἱ ἴ­διοι λα­ζοί στήν τα­βέρ­να καί ἀ­φοῦ ἤ­πιαν καί μέ­θυ­σαν, μά­λω­σαν ἀ­να­με­τα­ξύ τους τό­σο, πού μα­χαι­ρώ­θη­κε καί ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς. Ὁ δέ εὐλο­γη­μέ­νος Δη­μή­τριος βλέ­πον­τάς τους πῆ­γε μα­ζί μέ τούς συν­τρό­φους του καί μπῆ­κε στή μέ­ση αὐ­τῶν, γιά νά τούς χω­ρί­ση καί νά τούς εἰ­ρη­νεύ­ση, σύμ­φω­να μέ τήν ἄ­δεια πού ἔ­χουν ὅ­λοι οἱ τα­βερ­νι­ά­ρη­δες ἀ­πό τήν βα­σι­λεί­α, νά εἰ­ρη­νεύ­ουν ἐ­κεί­νους πού μα­λώ­νουν ἀ­να­με­τα­ξύ τους στό κα­πη­λιό. Καί ἔ­τσι,  ἀ­φοῦ τούς δι­α­χώ­ρι­σαν, τούς ἔ­δι­ω­ξαν ἀ­πό τήν τα­βέρ­να.

Τήν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα, ἐ­πει­δή εἶ­χαν φθό­νο οἱ μια­ροί ἐ­κεῖ­νοι πρός τόν Δη­μή­τριο, ὅ­πως εἴ­πα­με, πῆ­ραν τόν χτυ­πη­μέ­νο Τοῦρ­κο καί τόν πῆ­γαν στόν Βε­ζύ­ρη κα­τα­μαρ­τυ­ρῶν­τας ψευ­δῶς, ὅ­τι ὁ Δη­μή­τριος τόν μα­χαί­ρω­σε καί πρέ­πει σύμ­φω­να μέ τούς νό­μους, ἤ νά δώ­ση αἷ­μα ἀν­τί αἵ­μα­τος καί νά θα­να­τω­θῆ ἤ νά γί­νη Τοῦρ­κος. Γι’ αὐ­τό πρό­στα­ξε ὁ Βε­ζύ­ρης καί ἔ­φε­ραν τόν Μάρ­τυ­ρα στό δι­κα­στή­ριο, καί τοῦ λέ­ει· «Νά, αὐ­τοί τί μαρ­τυ­ροῦν ἐ­ναν­τί­ον σου. Ἐ­σύ λοι­πόν τί ἀ­πο­λο­γεῖ­σαι σ’­ αὐ­τά»; Τό­τε ὁ νέ­ος, χω­ρίς νά δει­λιά­ση, ἄρ­χι­σε καί δι­η­γή­θη­κε λε­πτο­με­ρῶς ὅ­λη τήν ὑ­πό­θε­σι, ὅ­πως συ­νέ­βη. Ὁ δέ Βε­ζύ­ρης τοῦ λέ­ει· «Ἕ­να ἀ­πό τά δύ­ο πρέ­πει νά δι­α­λέ­ξης· ἤ νά γί­νης Τοῦρ­κος, ἤ πρό­κει­ται νά θα­να­τω­θῆς». Ὁ Μάρ­τυς ἀ­πο­κρί­θη­κε μέ τόλ­μη καί γεν­ναι­ό­τη­τα· «Ἐ­γώ οὔ­τε Τοῦρ­κο χτύ­πη­σα, οὔ­τε Τοῦρ­κος γί­νο­μαι. Νά μή μέ ἀ­ξι­ώ­ση ὁ Θε­ός. Ἀλ­λά Χρι­στια­νός γεν­νή­θη­κα, καί Χρι­στια­νός πά­λι θέ­λω νά πε­θά­νω».

Τό­τε ὁ Βε­ζύ­ρης βλέ­πον­τας τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης του, ἐ­ξέ­δω­σε τήν ἐ­ναν­τί­ον του ἀ­πό­φα­σι, γιά νά τόν ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν, καί ἔ­τσι, παίρ­νον­τας οἱ δή­μιοι τόν Ἅ­γιο, τόν ἔ­φε­ραν κον­τά στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης. Καί νά, πά­λι ἦλ­θε προ­στα­γή ἀ­πό τόν Βε­ζύ­ρη καί τόν γύ­ρι­σαν πί­σω, καί ἄρ­χι­σε νά κο­λα­κεύ­η τόν Μάρ­τυ­ρα μέ γλυ­κά λό­για, τά­ζον­τας νά τοῦ δώ­ση ἀ­ξι­ώ­μα­τα καί χρή­μα­τα πολ­λά, ἀρ­κεῖ νά τουρ­κέ­ψη καί νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό. Ὁ  γεν­ναῖ­ος ὅ­μως Μάρ­τυρας τοῦ Χρι­στοῦ δέν δε­λε­ά­σθη­κε ἀ­πό τά κο­λα­κευ­τι­κά αὐ­τά λό­για, ἀλ­λά μέ παρ­ρη­σί­α καί ἐ­λευ­θε­ρο­στο­μί­α με­γά­λη, κατηγόρησε τήν θρη­σκεί­α τους. Καί ἔ­τσι τόν πα­ρέ­δω­σε ὁ Βε­ζύ­ρης στά χέ­ρια τῶν κα­τη­γό­ρων του. Καί αὐ­τοί ἀ­φοῦ τόν πῆ­ραν, τόν πῆ­γαν στόν κα­φε­νέ, καί ἐ­κεῖ συγ­κεν­τρώ­θη­κε με­γά­λο πλῆ­θος Τούρ­κων καί κα­θέ­νας ἀ­πό αὐ­τούς τόν κο­λά­κευ­ε καί τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σε νά γί­νη Τοῦρ­κος, μέ ὅ,τι τρό­πο μπο­ροῦ­σαν. Ἀλ­λά ὁ Μάρ­τυς ἔ­στε­κε στα­θε­ρός καί κα­τη­γο­ροῦ­σε αὐ­τούς καί τήν πί­στι τους. Ὁ Βε­ζύ­ρης πά­λι πρό­στα­ξε καί πα­ρου­σί­α­σαν μπρο­στά του τόν Ἅ­γιο καί πά­λι ἄρ­χι­σε νά τόν πα­ρα­κι­νῆ νά δε­χθῆ τήν θρησκεί­α τους, πό­τε μέ κο­λα­κεῖ­ες καί πό­τε μέ φο­βέ­ρες καί μή μπο­ρῶν­τας νά τόν με­τα­πεί­ση, τόν ἄ­φη­σε καί γιά τρί­τη ἐ­ξέ­τα­σι.

Ἀ­φοῦ δέ καί τρί­τη φο­ρά ἔ­φε­ρε τόν Μάρ­τυ­ρα μπρο­στά του· καί ἐ­πει­δή εἶ­πε τά ἴ­δια καί περισ­σό­τε­ρα, καί ἐ­πει­δή, μο­λο­νό­τι τόν φο­βέ­ρι­σε, δέν μπό­ρε­σε νά ἀλ­λά­ξη τήν γνώ­μη του, πρό­στα­ξε καί τόν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν μπρο­στά στήν τα­βέρ­να του, καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ πα­νύ­μνη­τος αὐ­τός, πού τρεῖς φο­ρές ἀ­ρί­στευ­σε γιά τόν Χρι­στό, τόν ἀ­μά­ραν­το στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Καί γιά τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρες νύ­χτες φῶς οὐ­ρά­νιο ἔ­λαμ­πε ἐ­πά­νω στό μαρ­τυ­ρι­κό του λεί­ψα­νο. Ἕ­νας ἀ­πό τούς Χρι­στια­νούς πῆ­γε τήν νύ­χτα νά πά­ρη τό Ἅ­γιο λεί­ψα­νο, ἀλ­λά οἱ φύ­λα­κες τόν κα­τά­λα­βαν καί ἀ­φοῦ τόν συ­νέ­λα­βαν, τόν τι­μώ­ρη­σαν μέ πρό­στι­μο ἀρ­κε­τῶν χρη­μά­των. Καί με­τά ἀ­πό τρεῖς μῆ­νες οἱ λα­ζοί ἐ­κεῖ­νοι φό­νευ­σαν καί τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο Πα­να­γι­ώ­τη, τόν νοι­κο­κύ­ρη τῆς τα­βέρ­νας, τό πρω­ί κα­θώς ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τήν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του, ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ μί­σους πού εἶ­χαν πρός τόν Μάρ­τυ­ρα Δη­μή­τριο. Μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τίς πρε­σβεῖ­ες, ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με ὅ­λοι τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἀ­μήν.



[1]      Σημείωσε, ὅτι Κοσμᾶς ὁ Βεστίτωρ ἔχει δύο ἐγκώμια στήν ἐπάνοδο τοῦ λειψάνου τοῦ θείου Χρυσοστόμου, ἀπό τά ὁποῖα τοῦ ἑνός ἡ ἀρχή εἶναι ἡ ἑξῆς· «Ἦκεν ἠμίν ἡ λαμπρά καί χαρμόσυνος», ἐνῷ τοῦ ἄλλου αὐτή· «Ἀλλά πῶς ἄν τις αἰτίας καί μώμων». (Σῴζονται στήν Μεγίστη Λαύρα, στό Κοινόβιο τοῦ Διονυσίου καί στήν Μονή τῶν Ἰβήρων.) Στήν Μεγίστη Λαύρα μάλιστα σῴζονται ἀκόμη καί ἄλλοι δύο λόγοι στήν ἴδια ἑορτή, ἀπό τούς ὁποίους ἡ ἀρχή τοῦ ἑνός εἶναι ἡ ἑξῆς· «Δεῦτε ἀκούσατε καί διηγήσομαι ὑμῖν», ἐνῷ τοῦ ἄλλου αὐτή· «Ἤκουσται πάντως ὑμῖν, ὦ φιλόχριστος πανήγυρις».

 [2] Βύσ­σος εἶ­ναι λι­νά­ρι λευ­κό­τα­το καί λε­πτό­τα­το, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο ὑ­φαί­νον­ται τά λε­πτό­τα­τα καί λευ­κό­τα­τα ἱ­μά­τια, τά ὁ­ποῖ­α φο­ροῦν οἱ πλού­σιοι τόν και­ρό τοῦ θέ­ρους.

 [3] Ση­μει­ώ­νου­με ἐ­δῶ, ὅ­τι ὁ μέν Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης ἔ­κα­νε γνω­στό, γιά ποι­όν σκο­πό ζή­τη­σαν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι νά σπά­σουν τά σκέ­λη τό­σο τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­σο καί τῶν λη­στῶν. Δη­λα­δή, γιά νά πε­θά­νουν πιό γρή­γο­ρα καί τούς κα­τε­βά­σουν ἀ­πό τούς σταυ­ρούς καί νά ἀπομακρυνθοῦν ἀ­πό τήν μέ­ση μέ τόν ἐν­τα­φια­σμό, γιά νά μή μέ­νουν ἐ­πά­νω στόν σταυ­ρό σέ τέ­τοι­α με­γά­λη ἑ­ορ­τή τοῦ Πά­σχα. Δι­ό­τι τί εἶ­πε; «Οἱ οὖν Ἰ­ου­δαῖ­οι ἵ­να μή μεί­νη ἐ­πί τοῦ σταυ­ροῦ τά σώ­μα­τα ἐν τῷ Σαβ­βά­τῳ, ἐ­πεί Πα­ρα­σκευ­ή ἦν× (ἦν γάρ με­γά­λη ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη τοῦ Σαβ­βά­του), ἠ­ρώ­τη­σαν τόν Πι­λᾶ­τον, ἵ­να κα­τε­α­γῶ­σιν αὐ­τῶν τά σκέ­λη καί ἀρ­θῶ­σιν. Ἦλ­θον οὖν οἱ στρα­τι­ῶ­ται, καί τοῦ μέν πρώ­του κα­τέ­α­ξαν τά σκέ­λη, καί τοῦ ἄλ­λου τοῦ συ­σταυ­ρω­θέν­τος αὐ­τῷ» (εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅ­τι καί τούς κα­τέ­βα­σαν ἀ­πό τούς σταυ­ρούς καί ἐν­τα­φί­α­σαν) (Ἰ­ω. 19, 31). Ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος λοι­πόν ἀ­κο­λου­θῶν­τας στόν σκο­πό αὐ­τό τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, νό­μι­ζε ὅ­τι, ὅ­πως οἱ στρα­τι­ῶ­τες κα­τέ­βα­σαν τῶν λη­στῶν τά σώ­μα­τα ἀ­πό τούς σταυ­ρούς, ἔ­τσι κα­τέ­βα­σαν καί τό σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­πό τόν σταυ­ρό. Καί γι’ αὐ­τό λέ­ει ἐ­δῶ, ὅ­τι οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι αὐ­τοί κα­τέ­βα­σαν τόν Κύ­ριο ἀ­πό τόν σταυ­ρό. Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ρη­τά τό ἀ­να­φέ­ρει αὐ­τό ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής δέν τό δή­λω­σε, μά­λι­στα λέ­ει πα­ρα­κά­τω ὅ­τι· «Με­τά ἀπό αὐ­τά παρεκάλεσε τόν Πι­λᾶ­το ὁ Ἰ­ω­σήφ ὁ ἀ­πό Ἀ­ρι­μα­θαί­ας ἵ­να … ἄ­ρη (πού ση­μαί­νει νά ση­κώ­ση ἀ­πό τήν μέ­ση, ὅ­πως ἑρ­μη­νεύ­θυ­η­κε πα­ρα­πά­νω καί τό, ἀρ­θῶ­σι) τό σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ, καί ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Πι­λᾶ­τος» (κεφ. 19, 38), καί ἴ­σως μέ­χρι πού νά τρυπήση τήν πλευ­ρά του ὁ στρα­τι­ώ­της καί νά τρέξη τό αἷ­μα καί τό ὕ­δωρ, ξο­δεύ­θη­κε ἐν τῷ με­τα­ξύ κά­ποι­ος και­ρός, με­τά ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο πῆ­γε ὁ Ἰ­ω­σήφ καί ζή­τη­σε νά κα­τε­βά­ση ἀ­πό τόν σταυ­ρό τό σῶ­μα τοῦ θα­να­τω­μέ­νου Σω­τῆ­ρος. Τό μαρ­τυ­ροῦν μά­λι­στα αὐ­τό ἀ­πό κοι­νοῦ καί οἱ δύ­ο Εὐ­αγ­γε­λι­στές, καί ὁ Μᾶρ­κος δη­λα­δή καί ὁ Λου­κᾶς. Δι­ό­τι ὁ μέν Μᾶρ­κος λέ­ει γιά τόν Ἰ­ω­σήφ· «Καί ἀφοῦ ἀγόρασε ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να καί τόν κατέβασε ἀπό τόν σταυρό, τόν τύλιξε μέ τήν σινδόνα» (Μάρκ. 15,46), ἐ­νῷ ὁ Λου­κᾶς· «Καί ἀφοῦ τό κατέβασε τό τύλιξε στήν σινδόνα» (Λουκ. 23,53).

[4] Βλέπε γι’ αὐτόν τόν Ἀρσάκιο στήν 11η τοῦ Ὀκτωβρίου.

[5] Στήν ἀνακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ θείου αὐτοῦ Χρυσοστόμου ἐγκώμιο φιλοπόνησε ἡ προσωπική μου ἀδυναμία. Ἀλλά καί παρακλητικό Κανόνα συνέθεσα σέ αὐτόν. Καί ὅποιος θέλει, ἄς τά ἀναζητήση.

[6] Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος Πέ­τρος, ἴ­σως εἶ­ναι αὐ­τός, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν Πα­ρά­δει­σο τῶν Πα­τέ­ρων, ὁ μα­θη­τής τοῦ Ἀβ­βᾶ Λώτ. Αὐ­τόν τόν Πέ­τρο ρώ­τη­σε ἕ­νας ἀ­δελ­φός λέ­γον­τας· «Ὅ­ταν εἶ­μαι στό κελ­λί μου, ἡ ψυ­χή μου βρί­σκε­ται σέ εἰ­ρή­νη. Ὅ­ταν ὅ­μως μέ πλη­σιά­ση κά­ποι­ος καί μοῦ πῆ λό­για τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πό ἔ­ξω, τό­τε ἡ ψυ­χή μου τα­ράσ­σε­ται». Τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Ἀβ­βᾶς Πέ­τρος, ὅ­τι ἔ­λε­γε ὁ Ἀβ­βᾶς Λώτ ὁ γέ­ρον­τάς του· «Τό κλει­δί σου ἀ­νοί­γει τήν πόρ­τα». Λέ­ει πά­λι ὁ ἀ­δελ­φός· «Τί ση­μαί­νει ὁ λό­γος αὐ­τός Ἀβ­βᾶ;­». Ὁ Πέ­τρος εἶ­πε· «Ἐ­άν ἔλ­θη κον­τά σου κά­ποι­ος ἀ­δελ­φός, ἐ­σύ τόν ρω­τᾶς. Πῶς εἶ­σαι; Ἀ­πό ποῦ ἦλ­θες; Τί κά­νουν οἱ ἀ­δελ­φοί, σέ δέ­χθη­καν μέ πε­ρι­ποί­η­σι ἤ ὄ­χι; Καί ἔ­τσι μέ τά λό­για αὐ­τά ἀ­νοί­γεις ἐ­σύ πρῶ­τος τήν πόρ­τα, γιά νά σοῦ μι­λή­ση ὁ ἀ­δελ­φός, πού σέ συ­νάν­τη­σε καί ἔ­τσι ἀ­κοῦς ἐ­κεῖ­να, πού δέν θέ­λεις καί τα­ράσ­σε­ται ἡ ψυ­χή σου». Τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἀ­δελ­φός· «Ἔ­τσι ἔ­χει ἡ ἀ­λή­θεια. Τί πρέ­πει λοι­πόν νά κά­νη ὁ ἄν­θρω­πος, ὅ­ταν τύ­χη νά τόν ἐ­πι­σκε­φθῆ κά­ποι­ος ἀ­δελ­φός;­». Καί τοῦ εἶ­πε ὁ Πέ­τρος· «Ὅ­ταν ἔ­χη κά­ποι­ος τό πέν­θος, τό­τε αὐ­τό γί­νε­ται δι­δα­σκα­λί­α στόν ἄν­θρω­πο καί τόν δι­δά­σκει τί πρέ­πει νά κά­νη. Ὅ­ταν ὅ­μως δέν ἔ­χη πέν­θος, δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά φυ­λα­χθῆ». Ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἀ­δελ­φός· «Ὅ­ταν βρί­σκω­μαι στό κελ­λί μου, τό­τε εἶ­ναι καί τό πέν­θος μα­ζί μου. Ὅ­ταν ὅ­μως βγῶ ἔ­ξω ἀ­πό τό κελ­λί μου, τό­τε καί τό πέν­θος ἀ­να­χω­ρεῖ ἀ­πό μέ­σα μου». Ὁ δέ γέ­ρων τοῦ εἶ­πε· «Ὅ­πως ὁ γνή­σιος υἱ­ός δέν ἀ­φί­νει τόν πα­τέ­ρα του, ἔ­τσι καί τό πέν­θος, ὅ­ταν γί­νη ἕ­ξις στόν ἄν­θρω­πο καί ἐγ­κα­τα­στα­θῆ σάν υἱ­ός του γνή­σιος, δέν ἀ­να­χω­ρεῖ πλέ­ον ἀ­πό αὐ­τόν, ἀλ­λά ὅ­ποι­α ὥ­ρα τό ζη­τή­σει ὁ ἄν­θρω­πος, τό βρί­σκει». Αὐ­τός ρω­τή­θη­κε κά­πο­τε, ποι­ός εἶ­ναι δοῦ­λος Θε­οῦ; Καί ἀ­πάν­τη­σε· «Ὅ­σο δου­λεύ­ει κά­ποι­ος σέ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πά­θος, δέν λο­γί­ζε­ται δοῦ­λος Θε­οῦ. Ἀλ­λά εἶ­ναι δοῦ­λος ἐ­κεί­νου τοῦ πά­θους, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο κυ­ρι­εύ­ε­ται. Καί ὅ­σο αὐ­τός κυ­ρι­εύ­ε­ται, δέν μπο­ρεῖ νά δι­δά­ξη τούς ἄλ­λους, πού κυ­ρι­εύ­ον­ται ἀ­πό τά ἴ­δια πά­θη, ἐ­πει­δή εἶ­ναι ντρο­πή νά τόν δι­δά­ξη, πρίν αὐ­τός ἐ­λευ­θε­ρω­θῆ ἀ­πό τό πά­θος ἐ­κεῖ­νο, γιά τό ὁποῖο διδάσκει».

[7] Ἄλλοι λένε, ὅτι κατά τό ἔτος  1785  μαρτύρησε ὁ Ἅγιος.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης