Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΖ΄, ἡ ἀνακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου.
Αὐτός ὁ μακάριος καί θεῖος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐπειδή δέν παραθεωροῦσε τό δίκαιο κατά φιλοπροσωπία, ἀλλά ἔλεγχε τήν βασίλισσα Εὐδοξία γιά τίς παρανομίες καί ἀδικίες, πού ἔκαμνε καί μάλιστα ἐπειδή μέ βίαιο τρόπο πῆρε τόν ἀγρό μιᾶς χήρας, πού ὠνομαζόταν Καλλιτρόπη, γιά τόν λόγο αὐτό, ἐξωρίσθηκε μέν δύο φορές καί πάλι ἀνακλήθηκε ἀπό τήν ἐξορία. Τήν τρίτη ὅμως καί τελευταία φορά στάλθηκε στήν Κουκουσό, ἡ ὁποία, κατ’ ἄλλους εἶναι μέρος κοντά στήν Τοκάτη καί λέγεται τώρα τουρκιστί Κέκζ, κατ’ ἄλλους πάλι εἶναι ἡ λεγομένη Κόκουσις καί Κόκουσα καί βρίσκεται στό σύνορο τῆς Καππαδοκίας καί τῆς μικρότερης Ἀρμενίας καί τιμᾶται μέ θρόνο Ἐπισκόπου (εἶναι ἕδρα ἐπισκοπῆς). Ἀπό τήν Κουκουσό ἐξωρίσθηκε στήν Ἀραβισσό, ἡ ὁποία τώρα ὀνομάζεται Ἀραπισσός, ὅπως λένε μερικοί. Ἀπό τόν Ἀραπισσό, ἐξωρίσθηκε στήν Πιτυούντα, ἡ ὁποία καί τώρα ἔτσι ὀνομάζεται, πού καί αὐτή εἶναι κοντά στήν Τοκάτη καί λέγεται κατά ἄλλους Μπίζερε. Αὐτοί οἱ τρεῖς τόποι ἦταν ὄχι μόνον ἔρημοι καί δέν εἶχαν οὔτε τά ἀπαραίτητα, ἀλλά καί πολεμοῦνταν ἀπό τούς Ἰσαύρους, πού ἔμεναν ἐκεῖ κοντά.
Ἐκεῖ λοιπόν εὑρισκόμενος ἐξόριστος ὁ μέγας Αὐτός Πατήρ καί ἔνσαρκος Ἄγγελος, κλήθηκε στούς Οὐρανούς ἀπό τόν Κύριο τῶν ἁπάντων, διά μέσου Πέτρου καί Ἰωάννου τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων καί ἔτσι μετέβη ἀπό τήν γῆ στίς οὐράνιες καί αἰώνιες σκηνές. Τό ἅγιό του λείψανο ἀποθησαυρίζεται στά Κόμανα τῆς Καππαδοκίας μαζί μέ τά ἅγια λείψανα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Βασιλίσκου καί Λουκιανοῦ, ὅπως ἀπό αὐτούς τούς ἴδιους καθώς τοῦ ἀποκαλύφθηκε μέ ὀπτασία νυκτερινή. Ὅταν ὅμως πέθανε ὁ βασιλιάς Ἀρκάδιος καί ἡ γυναίκα του Εὐδοξία καί διαδέχθηκε τήν βασιλεία ὁ υἱός τους Θεοδόσιος ὁ μικρός, κατά τό ἔτος 408, τότε ὁ Ἅγιος Πρόκλος, πού ἦταν μαθητής καί Διάκονος τοῦ θείου Χρυσοστόμου, μέ κοινή ψῆφο ἔγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Τότε λοιπόν κατά τόν τέταρτο χρόνο τῆς πατριαρχείας του, δηλαδή κατά τό ἔτος 435, ἔπεισε τόν βασιλιά καί ἔστειλε ἀνθρώπους, γιά νά φέρουν στήν Κωνσταντινούπολι τό λείψανο τοῦ θείου Πατρός. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἅγιος δέν ἔδωσε τόν ἑαυτό του, ἀλλά παρέμεινε ἀκίνητος (καί αὐτό τό ἔκανε, ἐπειδή μέ αὐθεντία καί ὑπερηφάνεια ἤθελε νά πάρη τό λείψανό του ὁ βασιλιάς, στόν ὁποῖο ἤθελε νά διδάξη ὁ Ἅγιος ταπεινοφροσύνη καί μετριότητα). Ἐπειδή, λέω, ὁ Ἅγιος παρέμενε ἀκίνητος, γιά τόν λόγο αὐτόν τόν παρακαλεῖ ὁ βασιλιάς μέ τήν παρακάτω ἐπιστολή, ἡ ὁποία περιεῖχε τά ἑξῆς:
Ἐπιστολή τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου.
«Στόν οἰκουμενικό Πατριάρχη καί Διδάσκαλο καί πνευματικό Πατέρα Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, τήν προσκύνησι προσφέρω ἐγώ ὁ βασιλιάς Θεοδόσιος.
Ἐμεῖς, Πάτερ τίμιε, νομίζοντας, πώς εἶναι τό σῶμα σου νεκρό, ὅπως εἶναι καί τά ἄλλα σώματα τῶν νεκρῶν, θελήσαμε νά τό μεταφέρουμε ἁπλῶς σέ μᾶς. Γι’ αὐτό στερηθήκαμε δίκαια αὐτό πού ποθούσαμε. Ἀλλά σύ, Πάτερ τιμιώτατε, συγχώρησε ἐμᾶς, πού μετανοοῦμε. Διότι ἐσύ δίδαξες σέ ὅλους τήν μετάνοια. Καί δῶσε τόν ἑαυτό σου, ὅπως ἕνας πατέρας πού ἀγαπᾶ τά παιδιά του, ἐμᾶς τούς φιλοπάτορες υἱούς σου, καί ἐκείνους, πού σέ ποθοῦν, χαροποίησέ τους μέ τήν παρουσία σου».
Ὅταν λοιπόν στάλθηκε ἡ ἐπιστολή αὐτή καί τοποθετήθηκε ἐπάνω στό στῆθος τοῦ Ἁγίου, τότε ἔδωσε τόν ἑαυτό του ὁ θεῖος Πατήρ καί τό σεντοῦκι, πού εἶχε τό ἅγιο λείψανο, εὔκολα καί χωρίς κόπο μεταφερόταν. Ὅταν ἔφθασε τό ἅγιο λείψανο ἀπέναντι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι, βγῆκε ὁ βασιλιάς καί ὅλη ἡ σύγκλητος, γιά νά τό προϋπαντήσουν, ἐνῷ τό σεντοῦκι, πού εἶχε τό ἅγιο λείψανο, τοποθετήθηκε μέσα σέ πλοῖο βασιλικό. Ὅταν ὅμως ἔγινε φουρτοῦνα, τά ἄλλα καΐκια διασκορπίσθηκαν σέ ἕνα καί σέ ἄλλο μέρος, ἐνῷ τό καράβι, πού εἶχε τό ἅγιο λείψανο, ἄραξε στόν ἀγρό τῆς χήρας Καλλιτρόπης, τήν ὁποία ἡ Εὐδοξία ἀδίκησε, ὅπως ἀναφέραμε προηγουμένως. Καί, ἀφοῦ ἐπιστράφηκε ὁ ἀγρός στήν χήρα, τότε ἔγινε καί στήν θάλασσα γαλήνη. Ἀρχικά λοιπόν μεταφέρθηκε τό ἅγιο λείψανο στόν Ναό τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, τόν ὀνομαζόμενο τοῦ Ἀμαντίου, ὅπου ἦταν παρών καί ὁ βασιλιάς καί σκέπαζε μέ τήν βασιλική του χλαμύδα τήν θεία σορό τοῦ λειψάνου καί μαζί παρακαλοῦσε τόν Ἅγιο νά σταματήση τόν κλόνο (ταρακούνημα) τοῦ τάφου τῆς μητέρας του, ὁ ὁποῖος ἐσείετο καί ἔτρεμε ἤδη εἰκοσιπέντε χρόνια. Καί ἐπέτυχε τῆς αἰτήσεως. Διότι μέ παράξενο τρόπο ἔπαυσε νά σείεται ὁ κινούμενος τάφος ἐκείνης.
Κατόπιν μεταφέρθηκε στόν Ναό τῆς Ἁγίας Εἰρήνης. Ἐκεῖ τοποθέτησαν τό ἅγιο λείψανο ἐπάνω στό ἱερό σύνθρονο καί φώναξαν ὅλοι μαζί· «Ἀπόλαβε τόν θρόνο σου, Ἅγιε». Μετά ἀπό αὐτά τοποθέτησαν τό σεντούκι τοῦ λειψάνου ἐπάνω σέ βασιλική ἅμαξα καί τό μετέφεραν στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ἐκεῖ λοιπόν τοποθέτησαν τό ἅγιο λείψανο ἐπάνω στήν ἱερή καθέδρα, καί, ὤ τοῦ θαύματος! ἐπιφώνησε στόν λαό τό, «Εἰρήνη πᾶσι». Καί ὕστερα τοποθετήθηκε κάτω ἀπό τήν γῆ, ὅπου καί τώρα βρίσκεται.
Ὅταν ἡ ἱερά Λειτουργία τελεῖτο, γίνονταν θαύματα μεγάλα, ἀπό τά ὁποῖα ἕνα εἶναι καί τό παρακάτω· Ἕνας ἄνθρωπος πάσχοντας ἀπό ἀσθένεια, πού λέγεται ἀρθρίτιδα, ἐπειδή προξενεῖ πόνους καί ὀδύνες στά ἄρθρα καί τίς κλειδώσεις τῶν μελῶν τοῦ σώματος, αὐτός, λέω, παράλυτος ὄντας καί σχεδόν ἀκίνητος, ἔπιασε τό ἱερό στεντούκι, πού εἶχε τό τοῦ Ἁγίου λείψανο. Καί, ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως ἐλευθερώθηκε τελείως ἀπό τό πάθος. Ἔτσι γνωρίζει νά δοξάζη ὁ Θεός ἐκείνους, πού τόν δοξάζουν μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς τους.
Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί του στόν πάνσεπτο Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου καί τό ἱερό του σῶμα βρίσκεται κάτω ἀπό τό θυσιαστήριο[1]. Ὅσον ἀφορᾶ δέ τήν ἐξορία τοῦ Ἁγίου, καί πῶς μέ μεγάλη γενναιότητα ὑπέφερε ὁ Χρυσορρήμων τά λυπηρά, θά χρησιμοποιήσουμε τά δικά του λόγια, τά ὁποῖα ἔγραψε σέ εἶδος ἐπιστολῆς στόν Ἐπίσκοπο Κυριακό, ὄντα καί αὐτόν ἐξόριστο. Ἔχουν δέ ὡς ἑξῆς:
Ἐπιστολή τοῦ Χρυσοστόμου.
«Ἔλα, ὦ ἀδελφέ Κυριακέ, νά μαλακώσω τήν πληγή τῆς δικῆς σου λύπης καί νά διασκεδάσω τοῦ λογισμοῦ σου τό σύννεφο. Τί πρᾶγμα εἶναι, πού σέ κάνει, ἀδελφέ, νά λυπᾶσαι καί νά ἀγωνιᾶς; διότι ὁ χειμῶνας εἶναι μεγάλος καί ἡ φουρτοῦνα αὐτή, πού πλάκωσε τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, εἶναι πικρή καί βαρειά; ναί, καί ἐγώ τό γνωρίζω καί κανένας σέ αὐτό δέν ἀντιλέγει. Ἀλλά, ἐάν ἐπιθυμῆς, ἐγώ νά σοῦ παρουσιάσω μία παρομοίωσι τῶν τωρινῶν ταραχῶν. Πολλές φορές βλέπουμε τήν αἰσθητή θάλασσα, πού ἀναταράσσεται ὅλη κάτω ἀπό τήν ἄβυσσο. Βλέπουμε ἀκόμη καί τούς ναῦτες, οἱ ὁποῖοι, μή ἔχοντας τί νά κάνουν ἀπό τήν ὑπερβολή τῆς φουρτούνας, δένουν τά χέρια στά γόνατά τους καί κάθονται μέ ἀπορία, ἐπειδή δέν βλέπουν οὔτε οὐρανό, οὔτε πέλαγος, οὔτε γῆ, ἀλλά βρίσκονται ἐπάνω στό κατάστρωμα τοῦ καϊκιοῦ καί ἐκεῖ κλαῖνε καί ὀδύρονται. Ὅπως λοιπόν παρόμοια φουρτούνα γίνεται στήν ὁρατή θάλασσα, ἔτσι καί τώρα στήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ συμβαίνει χειρότερη φουρτοῦνα καί περισσότερα κύματα.
Γι’ αὐτό παρακάλει, ἀδελφέ, τόν Δεσπότη καί Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος δέν καταπραΰνει τήν φουρτούνα αὐτή μέ τέχνη καί δυσκολία, ἀλλά μέ μόνο τό νεῦμα καί τήν θέλησί του διαλύει τήν ταραχή. Καί ἄν πολλές φορές παρακάλεσες τόν Κύριο καί δέν εἰσακούσθηκες, μήν λιποψυχήσης. Διότι ἔτσι συνηθίζει ὁ φιλάνθρωπος Θεός, νά μήν εἰσακούη ἀμέσως φροντίζοντας γιά τήν σωτηρία μας. Διότι μήπως δέν μποροῦσε νά λυτρώση τούς τρεῖς Ἁγίους Παῖδας ἐκείνους, γιά νά μή ριχθοῦν στήν κάμινο; Ναι, μποροῦσε. Ἀλλ’ ὅμως δέν τούς ἐλευθέρωσε νωρίτερα. Ὅταν ὅμως ἐκεῖνοι ἔγιναν σκλάβοι στήν Βαβυλῶνα καί ὅταν ρίχθηκαν στήν χώρα τῶν βαρβάρων καί ἐξωρίσθηκαν ἀπό τήν πατρική τους κληρονομία· καί ἀφοῦ ρίχθηκαν στήν κάμινο καί ἀπελπίσθηκαν ἀπό ὅλους, ὥστε δέν τούς ἀπέμεινε καμμία βοήθεια· τότε, λοιπόν, τότε ὁ ἀληθινός Θεός ἔκανε ξαφνικά το θαῦμα του καί διασκόρπισε τήν φωτιά, πού ἦταν στήν κάμινο τῶν Χαλδαίων. Καί ἔτσι ἡ κάμινος ἔγινε Ἐκκλησία στούς Παῖδας, πού ἦταν μέσα σ’ αὐτήν. Γι’ αὐτό καί καλοῦσαν ὅλα τά κτίσματα, ἀγγέλους, δυνάμεις, στοιχεῖα καί ἔτσι ὅλα συγκεντρώνοντας ἔλεγαν· «Εὐλογεῖτε πάντα τά ἔργα Κυρίου τόν Κύριον». Βλέπεις, ἀδελφέ, ὅτι ἡ ὑπομονή τῶν δικαίων μετέβαλε τήν φωτιά σέ δρόσο; Καί ὅτι αὐτή ἔπεισε τόν τύραννο Ναβουχοδονόσορ νά στέλνη γράμματα σέ ὅλη τήν βασιλεία του καί νά λέη· «Μέγας εἶναι ὁ Θεός Σεδράχ, Μισάχ καί Αὐδεναγώ»; Καί βλέπε πόσο ἀπότομο καί φοβερό ὁρισμό ἔκανε× «Ὅποιος», λέει, «θά πῆ λόγο ἐναντίον τῶν Τριῶν Παίδων, αὐτοῦ τό σπίτι νά διαρπάζεται καί τά ὑπάρχοντά του νά γίνωνται κρατικά».
Λοιπόν μή λυπᾶσαι, ἀδελφέ Κυριακέ, διότι καί ἐγώ, ὅταν ἐξωρίσθηκα ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι, δέν φρόντιζα γιά κανένα πρᾶγμα, ἀλλά ἔλεγα τά ἑξῆς στόν ἑαυτό μου· «Ἄν θέλη ἡ βασίλισσα νά μέ ἐξορίση, ἄς μέ ἐξορίση. «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλ. 231). Ἄν θέλη νά μέ πριονίση, ἄς μέ πριονίση. Ἔχω σ’ αὐτό παράδειγμα τόν Προφήτη Ἠσαΐα. Ἄν θέλη νά μέ ρίξη στό πέλαγος, θυμᾶμαι τόν Προφήτη Ἰωνᾶ, πού αὐτό ἔπαθε. Ἄν θέλη νά μέ βάλη μέσα σέ λάκκο, ἔχω παράδειγμα τόν Προφήτη Δανιήλ, πού ρίχθηκε στόν λάκκο τῶν λεόντων. Ἐάν θέλη νά μέ λιθοβολήση, ἔχω τόν Πρωτομάρτυρα Στέφανο, πού δοκίμασε αὐτό. Ἄν θέλη νά μέ ἀποκεφαλίση, ἔχω ὑπόδειγμα τόν Βαπτιστή Ἰωάννη. Ἄν θέλη νά πάρη τά ὑπάρχοντά μου, ἐάν ἔχω, ἄς τά πάρη. «Γυμνός ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός καί ἀπελεύσομαι» (Ἰώβ 1, 21).
Σ’ ἐμένα παραγγέλλει καί ὁ Ἀπόστολος λέγοντας· «Ὁ Θεός δέν ἀποβλέπει σέ πρόσωπο ἀνθρώπου» (Γαλ. 2,6) καί, «Ἐάν ἐπεδίωκα νά ἀρέσω στούς ἀνθρώπους, δοῦλος τοῦ Χριστοῦ δέν θά μποροῦσα νά εἶμαι» (Γαλ. 1,10). Μέ ἐξοπλίζει ἀκόμη καί ὁ Δαβίδ λέγοντας· «Μιλοῦ-σα γιά τίς ἐντολές σου ἐνώπιον τῶν βασιλέων καί δέν ντρεπόμουν» (Ψαλ. 118,46). Πολλά κατεσκεύασαν ἐναντίον μου οἱ μισοῦντες με. Ἀλλά ὅλα τά ἔκαναν ἀπό τόν φθόνο καί τήν κακία τους. Γνωρίζω, βέβαια, ὅτι λυπᾶσαι, ἀδελφέ, ἐπειδή ἐκεῖνοι πού μέ ἐξώρισαν, ὑπερήφανα βαδίζουν στίς ἀγορές καί τούς συνοδεύει πλῆθος δορυφόρων καί δούλων. Ἀλλ’ ὅμως θυμήσου πάλι τόν πλούσιο καί τόν Λάζαρο, ποιός θλίβηκε στήν παροῦσα ζωή καί ποιός τήν ἀπόλαυσε. Διότι, σέ τί ἔβλαψε τόν Λάζαρο ἡ ἐδῶ πτωχεία; δέν ὡδηγήθηκε ἐκεῖνος στούς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ μέ δόξα σάν ἀθλητής καί τροπαιοῦχος; Τί πάλι ὠφέλησε τόν πλούσιο ὁ πλοῦτος, τόν ντυμένο μέ πορφύρα καί βύσσο[2]; Τίποτε βέβαια. Διότι, ποῦ εἶναι τώρα οἱ ραβδοῦχοι του; ποῦ οἱ δορυφόροι του; ποῦ εἶναι τά χρυσοχάλινα ἄλογά του; ποῦ εἶναι οἱ κόλακες καί ἡ βασιλική του τράπεζα; Δέν ὡδηγήθηκε στόν τάφο ὁ ἄθλιος, δεμένος σάν ληστής, ἔχοντας τήν ψυχή του γυμνή ἀπό τόν κόσμο αὐτό καί φωνάζοντας μέ εὔκερη καί ἀνώφελη φωνή· «Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησέ με καί στεῖλε τόν Λάζαρο νά βάψη τήν ἄκρη ἀπό τό δάκτυλό του στό νερό, καί μέ αὐτό νά δροσίση τήν γλῶσσα μου, ἡ ὁποία τηγανίζεται πικρά στήν φλόγα αὐτή»; (Λουκ. 16,24).
Ἄθλιε πλούσιε, γιατί πατέρα ὀνομάζεις τόν Ἀβραάμ, τήν ζωή τοῦ ὁποίου δέν μιμήθηκες; Ὁ Ἀβραάμ κάθε ἄνθρωπο φιλοξενοῦσε στήν οἰκία του, ἐσύ ὅμως δέν φρόντισες νά θρέψης οὔτε ἕναν φτωχό. Δέν πρέπει νά πενθήση κανείς καί νά κλάψη, πού ὁ δυστυχής πλούσιος, πού εἶχε τόσο πλοῦτο, ἔγινε πτωχός μόνο ἀπό μία σταγόνα νεροῦ; Καί γιατί αὐτό; Ἐπειδή στόν χειμῶνα τῆς παρούσης ζωῆς δέν ἔσπειρε, γι’ αὐτό ἦλθε τό θέρος τῆς ἄλλης ζωῆς καί δέν θέρισε. Καί αὐτό γίνεται κατ’ οἰκονομίαν τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων Θεοῦ. Δηλαδή τό νά εἶναι ἡ κόλασις τῶν ἀσεβῶν καί ἁμαρτωλῶν καί ἡ ἀνάπαυσις τῶν εὐσεβῶν καί δικαίων ἀπέναντι ἡ μία στήν ἄλλη. Γιατί; γιά νά βλέπουν ἕνας τόν ἄλλον οἱ ἀσεβεῖς καί εὐσεβεῖς καί οἱ ἁμαρτωλοί καί οἱ δίκαιοι καί ἔτσι νά γνωρίζουν ἕνας τόν ἄλλο. Διότι τότε κάθε Μάρτυρας θά γνωρίση τόν τύραννο, πού τόν βασάνισε. Καί ἀντίστροφα, κάθε τύραννος θά γνωρίση τόν Μάρτυρα, πού τιμώρησε.
Καί ὅτι αὐτά πού λέω δέν εἶναι δικά μου λόγια, ἄκουσε τήν σοφία τοῦ Σολομῶντος, πού λέει· «Τήν ἡμέρα ἐκείνη ὁ δίκαιος θά σταθῆ μέ πο-λύ θάρρος ἐνώπιον ἐκείνων, πού τόν ἔθλιψαν» (Σοφ. Σολ. 5,1). Διότι ὅπως ὁ ὁδοιπόρος, πού βαδίζει στό καῦμα τοῦ ἥλιου, ἄν τύχη νά βρῆ κάποια βρύσι μέ καθαρό νερό, κατακαίεται ἀπό τήν δίψα, ἐμποδίζεται ὅμως νά πιῆ νερό· ἤ ὅπως ἕνας, πού πεινᾶ πολύ καί κάθεται βέβαια κοντά σέ κάποια τράπεζα, πού ἔχει διάφορα φαγητά, ἐμποδίζεται ὅμως ἀπό κανέναν δυνατώτερο νά μή φάη· ὅπως, λέω, οἱ παρόμοιοι, καί ὁ διψασμένος δηλαδή καί ὁ πεινασμένος πολύ πόνο καί τιμωρία δοκιμάζουν, διότι καί ὁ διψασμένος δέν μπορεῖ νά σβήση τήν δίψα του μέ τό νερό καί ὁ πεινασμένος δέν μπορεῖ νά παρηγορήση τήν πεῖνα του μέ τό φαγητό· ἔτσι θά συμβῆ καί κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Δηλαδή, θά βλέπουν βέβαια οἱ ἀσεβεῖς καί ἁμαρτωλοί τούς Ἁγίους νά εὐφραίνωνται, δέν θά μποροῦν ὅμως νά ἀπολαύσουν καί αὐτοί κάτι ἀπό τήν βασιλική τράπεζα τῶν δικαίων.
Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός, θέλοντας νά τιμωρήση τόν Ἀδάμ, τόν ἔκανε νά κάθεται ἀπέναντι ἀπό τόν Παράδεισο καί νά ἐργάζεται τήν γῆ, ὥστε, κάθε μέρα βλέποντας μέν, τόν ἐπιθυμητό ἐκεῖνο τόπο τοῦ Παραδείσου, ἀπό τόν ὁποῖο βγῆκε, μή μπορῶντας ὅμως νά τόν ἀπολαύση, νά ἔχη πάντοτε πόνο ἀφόρητο καί θλῖψι στήν ψυχή του.
Ἄν τυχόν ὅμως, ἀδελφέ Κυριακέ, δέν ἀνταμώσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον στήν παροῦσα ζωή, ἀλλ’ ὅμως ἐκεῖ στήν ἄλλη, κανένας δέν θά μᾶς ἐμποδίση ἀπό τό νά συναντηθοῦμε καί νά συζοῦμε ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο. Τότε θά δοῦμε καί ἐκείνους πού μᾶς ἐξώρισαν, ὅπως καί ὁ Λάζαρος εἶδε τόν πλούσιο καί οἱ Μάρτυρες θά δοῦν τούς τυράννους, πού τούς μαρτύρησαν. Γι’ αὐτό λοιπόν μή λυπᾶσαι, ἀγαπητέ ἀδελφέ, ἀλλά νά θυμᾶσαι τόν Προφήτη Ἠσαΐα πού λέει· «Μή φοβῆσθε τόν ὀνειδισμό τῶν ἀνθρώπων καί ἀπό τόν ἐξευτιλισμό, πού σᾶς κάνουν, μή κάμπτεσθε. Διότι, ὅπως τό ἱμάτιο θά καταφαγωθῆ ἀπό τόν χρόνο καί, ὅπως τά μαλλιά θά καταφαγωθοῦν ἀπό τόν σκῶρο» (Ἡσ. 51,7). Σκέψου ἀκόμη καί τόν Δεσπότη μας Χριστό, ὅτι διωχνόταν μέσα ἀπό τά σπάργανα καί στήν βάρβαρη γῆ τῶν Αἰγυπτίων ἀπορριπτόταν. Ποιός; Ἐκεῖνος πού κρατεῖ τόν κόσμο στά χέρια του. Καί γιατί; γιά νά γίνη τύπος σέ μᾶς καί παράδειγμα, γιά νά μή παραπονούμαστε καί νά γογγύζουμε στούς πειρασμούς. Θυμήσου γιά χάρι δική μου καί τό πάθος τοῦ Σωτῆρος καί πόσες ὕβρεις ὁ Δεσπότης τῶν ἁπάντων ὑπέμεινε γιά χάρι μας. Διότι ἄλλοι ἀπό τούς Ἰουδαίους τόν ὠνόμαζαν Σαμαρείτη καί οἰνοπότη. Ἄλλοι πάλι δαιμονισμένο καί ψευδοπροφήτη× «Ἔλεγαν, νά, ἄνθρωπος φάγος καί οἰνοπότης» (Λουκ. 7,34), καί «στό ὄνομα τοῦ ἄρχοντα τῶν δαιμονίων βγάζει τά δαιμόνια» (Ματθ. 9,34).
Τί νά σοῦ λέω ἀκόμη, ὅτι πῆγαν, ὤ τοῦ θαύματος!, νά τόν γκρεμίσουν; Καί ὅτι στό πρόσωπό του ἔφτυναν; Καί ραπίσματα τοῦ ἔδιναν; Τί νά σοῦ λέω, ὅτι τόν πότιζαν χολή καί μέ τόν κάλαμο χτυποῦσαν τήν παναγία του κεφαλή; Καί τόν ἔντυναν μέ περιπαικτική χλαμύδα; Τί νά σοῦ λέω, ὅτι μέ ἀγκάθια στεφάνωναν αὐτόν καί γονάτιζαν μπροστά του περιπαίζοντας καί κάθε εἶδος περιγελάσματος προσφέροντάς του; Τί νά σοῦ λέω, ὅτι τόν ὡδήγησαν στό πάθος καί στόν σταυρό γυμνό καί κατάκριτο, οἱ αἱμοβόροι ἐκεῖνοι σκύλοι; Καί ὅτι ὅλοι οἱ Μαθητές του τόν ἐγκατέλειψαν; Διότι ὁ Πέτρος τόν ἀρνήθηκε, ὁ Ἰούδας, τόν πρόδωσε, οἱ δέ ὑπόλοιποι ἔφυγαν καί μόνος λοιπόν στεκόταν γυμνός στήν μέση τῶν ὄχλων ἐκείνων. (Διότι τότε ἦταν ἑορτή τοῦ Πάσχα, ἡ ὁποία συγκέντρωνε ὅλους τούς Ἰουδαίους στά Ἱεροσόλυμα γιά νά ἑορτάσουν). Ἤ τί νά σοῦ λέω, ὅτι τόν σταύρωσαν ὡς πονηρό ἀνάμεσα σέ δύο κλέφτες; Τί ἀκόμη νά σοῦ διηγοῦμαι, ὅτι ὁ Κύριος ἔμενε ἄταφος, ὅταν τόν κατέβασαν ἀπό τόν σταυρό, ἕως ὅτου ἦλθε Ἰωσήφ ὁ Ἀριμαθαῖος καί τόν ζήτησε γιά νά τόν θάψη[3]; Καί ὅτι τόν συκοφάντησαν, ὅτι δέν ἀναστήθηκε, ἀλλά οἱ μαθητές του τόν ἔκλεψαν;
Θυμήσου πάλι τούς Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου, ὅτι στήν ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου διώκονταν ἀπό κάθε τόπο καί ὅτι κρύβονταν στίς πόλεις. Καί ὁ μέν Παῦλος ἦταν κρυμμένος στήν πορφυροπώλιδα γυναῖκα. Ὁ Πέτρος στόν Σίμωνα τόν ταμβάκη. Καί ὅτι δέν εἶχαν θάρρος μπροστά στούς πλουσίους. Ὕστερα ὅμως ὅλα ἔγιναν εὔκολα γι’ αὐτούς. Ἔτσι καί σύ, ἀδελφέ, μή λυπᾶσαι, ἄν τώρα συμβαίνουν τά λυπηρά. Διότι ἀργότερα θά ἀκολουθήσουν τά χαροποιά. Ἄκουσα ἀκόμη καί γιά τόν φλύαρο ἐκεῖνο Ἀρσάκιο, τόν ὁποῖο ἐνθρόνισε ἡ βασίλισσα ὡς Πατριάρχη στόν θρόνο μου, ὅτι πολύ λύπησε τούς ἀδελφούς καί τίς παρθένες, πού μέ ἀκολουθοῦσαν, καί δέν θέλησαν νά ἐπικοινωνήσουν μέ αὐτόν[4], ἀπό τούς ὁποίους πολλοί καί πέθαναν στήν φυλακή γιά τήν δική μου ἀγάπη. Ἐκεῖνος, λέω, ὁ προβατόσχημος λύκος, ὁ ὁποῖος, ἔχει μέν σχῆμα Ἐπισκόπου, εἶναι ὅμως στήν πραγματικότητα μοιχός. Διότι ὅπως ἡ γυναίκα ὀνομάζεται μοιχαλίδα, ὅταν, ἐνῶ ζῆ ὁ ἄνδρας της, πάρη ἄλλον ἄνδρα, ἔτσι καί αὐτός εἶναι μοιχός ὄχι κατά σάρκα, ἀλλά κατά πνεῦμα. Ἐπειδή ζῶντος ἐμοῦ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, αὐτός ἅρπαξε τόν θρόνο μου.
Αὐτά σοῦ γράφουμε, ἀδελφέ Κυριακέ, ἀπό τήν Κουκουσό, ὅπου ἡ βασίλισσα πρόσταξε καί ἐξωρισθήκαμε. Πολλές θλίψεις καί πειρασμοί μέ βρῆκαν στόν δρόμο, ἀλλ’ ὅμως γι’ αὐτά δέν φρόντισα. Ὅταν ἤλθαμε στήν χώρα τῶν Καππαδοκῶν καί στήν Ταυροκιλικία, χοροί Ἁγίων Πατέρων μᾶς προϋπαντοῦσαν. Ἀλλά καί πλῆθος Μοναχῶν καί Παρθένων, πού ἔχυναν βρύσεις δακρύων ἀπό τούς ὀφθαλμούς τους καί ἔκλαιγαν ἀπαρηγόρητα, βλέποντας ἐμᾶς νά πηγαίνουμε στήν ἐξορία καί ἔλεγαν ὁ ἕνας στόν ἄλλον· «Προτιμότερο ἦταν γιά τόν κόσμο νά σβήση ὁ ἥλιος, παρά νά σιωπήση τό στόμα τοῦ Ἰωάννου». Αὐτά τά λόγια μέ τάραξαν καί μέ λύπησαν, ἀδελφέ, περισσότερο ἀπό ὅλα τά δεινά πού ἔπαθα, ἐπειδή ἔβλεπα ὅλους νά κλαῖνε. Ὅσον ἀφορᾶ πάλι τά ἄλλα, πού μοῦ συνέβηκαν, δέν ἔκανα καμμία φροντίδα. Πολύ μᾶς φιλοξένησε καί ὁ Ἐπίσκοπος αὐτῆς τῆς πόλεως καί μᾶς ἔδειξε πολλή ἀγάπη, σέ σημεῖο πού, ἄν δέν φυλάγαμε τούς ὅρους καί τούς κανόνες, πού δέν ἐπιτρέπουν νά γίνωνται μεταθέσεις Ἐπισκόπων καί νά μήν εἶναι δύο Ἐπίσκοποι συγχρόνως σέ μία Ἐπισκοπή, σίγουρα θά μᾶς ἔδινε καί τόν θρόνο του. Παρακαλῶ λοιπόν καί ἀντιβολῶ, διῶξε, ἀδελφέ, τήν λύπη καί τήν ἀθυμία ἀπό τήν ψυχή σου καί νά θυμᾶσαι καί ἐμᾶς στίς προσευχές σου πρός τόν Θεό». (Τόν ἐκτενῆ Βίο τοῦ βλέπε στόν Νέο Παραδεισο[5]).
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος[7], ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας κατά τό 1784 ἔτος, ξίφει τελειοῦται.
Αὐτός ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος βρισκόταν στόν Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως στήν τοποθεσία πού ὠνομαζόταν Καράκιοϊ, ἔχοντας τήν ἐπιστασία τοῦ τεζιακίου μιᾶς ταβέρνας τοῦ χατζῆ Παναγιώτου, εἴκοσι πέντε ἐτῶν νέος, ὄμορφος στήν ὄψι, δυνατός στό σῶμα καί σεμνός στά ἤθη. Γι’ αὐτό καί ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν φυσικῶν ἀρετῶν του καί τῶν χαρίτων ἐφθονεῖτο πάντοτε ἀπό τούς λαζούς Τούρκους, πού συχνά πήγαιναν στήν ταβέρνα ἐκείνη· αὐτοί πάσχισαν πολλές φορές μέ διαφόρους τρόπους νά τόν μεταστρέψουν ἀπό τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί νά τόν τουρκέψουν, ἀλλά δέν τό κατάφεραν.
Μία τῶν ἡμερῶν λοιπόν πῆγαν κατά τήν συνήθειά τους οἱ ἴδιοι λαζοί στήν ταβέρνα καί ἀφοῦ ἤπιαν καί μέθυσαν, μάλωσαν ἀναμεταξύ τους τόσο, πού μαχαιρώθηκε καί ἕνας ἀπ’ αὐτούς. Ὁ δέ εὐλογημένος Δημήτριος βλέποντάς τους πῆγε μαζί μέ τούς συντρόφους του καί μπῆκε στή μέση αὐτῶν, γιά νά τούς χωρίση καί νά τούς εἰρηνεύση, σύμφωνα μέ τήν ἄδεια πού ἔχουν ὅλοι οἱ ταβερνιάρηδες ἀπό τήν βασιλεία, νά εἰρηνεύουν ἐκείνους πού μαλώνουν ἀναμεταξύ τους στό καπηλιό. Καί ἔτσι, ἀφοῦ τούς διαχώρισαν, τούς ἔδιωξαν ἀπό τήν ταβέρνα.
Τήν ἑπομένη ἡμέρα, ἐπειδή εἶχαν φθόνο οἱ μιαροί ἐκεῖνοι πρός τόν Δημήτριο, ὅπως εἴπαμε, πῆραν τόν χτυπημένο Τοῦρκο καί τόν πῆγαν στόν Βεζύρη καταμαρτυρῶντας ψευδῶς, ὅτι ὁ Δημήτριος τόν μαχαίρωσε καί πρέπει σύμφωνα μέ τούς νόμους, ἤ νά δώση αἷμα ἀντί αἵματος καί νά θανατωθῆ ἤ νά γίνη Τοῦρκος. Γι’ αὐτό πρόσταξε ὁ Βεζύρης καί ἔφεραν τόν Μάρτυρα στό δικαστήριο, καί τοῦ λέει· «Νά, αὐτοί τί μαρτυροῦν ἐναντίον σου. Ἐσύ λοιπόν τί ἀπολογεῖσαι σ’ αὐτά»; Τότε ὁ νέος, χωρίς νά δειλιάση, ἄρχισε καί διηγήθηκε λεπτομερῶς ὅλη τήν ὑπόθεσι, ὅπως συνέβη. Ὁ δέ Βεζύρης τοῦ λέει· «Ἕνα ἀπό τά δύο πρέπει νά διαλέξης· ἤ νά γίνης Τοῦρκος, ἤ πρόκειται νά θανατωθῆς». Ὁ Μάρτυς ἀποκρίθηκε μέ τόλμη καί γενναιότητα· «Ἐγώ οὔτε Τοῦρκο χτύπησα, οὔτε Τοῦρκος γίνομαι. Νά μή μέ ἀξιώση ὁ Θεός. Ἀλλά Χριστιανός γεννήθηκα, καί Χριστιανός πάλι θέλω νά πεθάνω».
Τότε ὁ Βεζύρης βλέποντας τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης του, ἐξέδωσε τήν ἐναντίον του ἀπόφασι, γιά νά τόν ἀποκεφαλίσουν, καί ἔτσι, παίρνοντας οἱ δήμιοι τόν Ἅγιο, τόν ἔφεραν κοντά στόν τόπο τῆς καταδίκης. Καί νά, πάλι ἦλθε προσταγή ἀπό τόν Βεζύρη καί τόν γύρισαν πίσω, καί ἄρχισε νά κολακεύη τόν Μάρτυρα μέ γλυκά λόγια, τάζοντας νά τοῦ δώση ἀξιώματα καί χρήματα πολλά, ἀρκεῖ νά τουρκέψη καί νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Ὁ γενναῖος ὅμως Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ δέν δελεάσθηκε ἀπό τά κολακευτικά αὐτά λόγια, ἀλλά μέ παρρησία καί ἐλευθεροστομία μεγάλη, κατηγόρησε τήν θρησκεία τους. Καί ἔτσι τόν παρέδωσε ὁ Βεζύρης στά χέρια τῶν κατηγόρων του. Καί αὐτοί ἀφοῦ τόν πῆραν, τόν πῆγαν στόν καφενέ, καί ἐκεῖ συγκεντρώθηκε μεγάλο πλῆθος Τούρκων καί καθένας ἀπό αὐτούς τόν κολάκευε καί τόν παρακινοῦσε νά γίνη Τοῦρκος, μέ ὅ,τι τρόπο μποροῦσαν. Ἀλλά ὁ Μάρτυς ἔστεκε σταθερός καί κατηγοροῦσε αὐτούς καί τήν πίστι τους. Ὁ Βεζύρης πάλι πρόσταξε καί παρουσίασαν μπροστά του τόν Ἅγιο καί πάλι ἄρχισε νά τόν παρακινῆ νά δεχθῆ τήν θρησκεία τους, πότε μέ κολακεῖες καί πότε μέ φοβέρες καί μή μπορῶντας νά τόν μεταπείση, τόν ἄφησε καί γιά τρίτη ἐξέτασι.
Ἀφοῦ δέ καί τρίτη φορά ἔφερε τόν Μάρτυρα μπροστά του· καί ἐπειδή εἶπε τά ἴδια καί περισσότερα, καί ἐπειδή, μολονότι τόν φοβέρισε, δέν μπόρεσε νά ἀλλάξη τήν γνώμη του, πρόσταξε καί τόν ἀποκεφάλισαν μπροστά στήν ταβέρνα του, καί ἔτσι ἔλαβε ὁ πανύμνητος αὐτός, πού τρεῖς φορές ἀρίστευσε γιά τόν Χριστό, τόν ἀμάραντο στέφανο τοῦ Μαρτυρίου. Καί γιά τρεῖς ὁλόκληρες νύχτες φῶς οὐράνιο ἔλαμπε ἐπάνω στό μαρτυρικό του λείψανο. Ἕνας ἀπό τούς Χριστιανούς πῆγε τήν νύχτα νά πάρη τό Ἅγιο λείψανο, ἀλλά οἱ φύλακες τόν κατάλαβαν καί ἀφοῦ τόν συνέλαβαν, τόν τιμώρησαν μέ πρόστιμο ἀρκετῶν χρημάτων. Καί μετά ἀπό τρεῖς μῆνες οἱ λαζοί ἐκεῖνοι φόνευσαν καί τόν εὐλογημένο Παναγιώτη, τόν νοικοκύρη τῆς ταβέρνας, τό πρωί καθώς ἔβγαινε ἀπό τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του, ἐξ αἰτίας τοῦ μίσους πού εἶχαν πρός τόν Μάρτυρα Δημήτριο. Μέ τοῦ ὁποίου τίς πρεσβεῖες, ἄς ἀξιωθοῦμε ὅλοι τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.
[1] Σημείωσε, ὅτι Κοσμᾶς ὁ Βεστίτωρ ἔχει δύο ἐγκώμια στήν ἐπάνοδο τοῦ λειψάνου τοῦ θείου Χρυσοστόμου, ἀπό τά ὁποῖα τοῦ ἑνός ἡ ἀρχή εἶναι ἡ ἑξῆς· «Ἦκεν ἠμίν ἡ λαμπρά καί χαρμόσυνος», ἐνῷ τοῦ ἄλλου αὐτή· «Ἀλλά πῶς ἄν τις αἰτίας καί μώμων». (Σῴζονται στήν Μεγίστη Λαύρα, στό Κοινόβιο τοῦ Διονυσίου καί στήν Μονή τῶν Ἰβήρων.) Στήν Μεγίστη Λαύρα μάλιστα σῴζονται ἀκόμη καί ἄλλοι δύο λόγοι στήν ἴδια ἑορτή, ἀπό τούς ὁποίους ἡ ἀρχή τοῦ ἑνός εἶναι ἡ ἑξῆς· «Δεῦτε ἀκούσατε καί διηγήσομαι ὑμῖν», ἐνῷ τοῦ ἄλλου αὐτή· «Ἤκουσται πάντως ὑμῖν, ὦ φιλόχριστος πανήγυρις».
[2] Βύσσος εἶναι λινάρι λευκότατο καί λεπτότατο, ἀπό τό ὁποῖο ὑφαίνονται τά λεπτότατα καί λευκότατα ἱμάτια, τά ὁποῖα φοροῦν οἱ πλούσιοι τόν καιρό τοῦ θέρους.
[3] Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι ὁ μέν Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔκανε γνωστό, γιά ποιόν σκοπό ζήτησαν οἱ Ἰουδαῖοι νά σπάσουν τά σκέλη τόσο τοῦ Κυρίου, ὅσο καί τῶν ληστῶν. Δηλαδή, γιά νά πεθάνουν πιό γρήγορα καί τούς κατεβάσουν ἀπό τούς σταυρούς καί νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τήν μέση μέ τόν ἐνταφιασμό, γιά νά μή μένουν ἐπάνω στόν σταυρό σέ τέτοια μεγάλη ἑορτή τοῦ Πάσχα. Διότι τί εἶπε; «Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι ἵνα μή μείνη ἐπί τοῦ σταυροῦ τά σώματα ἐν τῷ Σαββάτῳ, ἐπεί Παρασκευή ἦν× (ἦν γάρ μεγάλη ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Σαββάτου), ἠρώτησαν τόν Πιλᾶτον, ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τά σκέλη καί ἀρθῶσιν. Ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καί τοῦ μέν πρώτου κατέαξαν τά σκέλη, καί τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ» (εἶναι φανερό ὅτι καί τούς κατέβασαν ἀπό τούς σταυρούς καί ἐνταφίασαν) (Ἰω. 19, 31). Ὁ θεῖος Χρυσόστομος λοιπόν ἀκολουθῶντας στόν σκοπό αὐτό τῶν Ἰουδαίων, νόμιζε ὅτι, ὅπως οἱ στρατιῶτες κατέβασαν τῶν ληστῶν τά σώματα ἀπό τούς σταυρούς, ἔτσι κατέβασαν καί τό σῶμα τοῦ Κυρίου ἀπό τόν σταυρό. Καί γι’ αὐτό λέει ἐδῶ, ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι αὐτοί κατέβασαν τόν Κύριο ἀπό τόν σταυρό. Ἐπειδή, ὅμως, ρητά τό ἀναφέρει αὐτό ὁ Εὐαγγελιστής δέν τό δήλωσε, μάλιστα λέει παρακάτω ὅτι· «Μετά ἀπό αὐτά παρεκάλεσε τόν Πιλᾶτο ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας ἵνα … ἄρη (πού σημαίνει νά σηκώση ἀπό τήν μέση, ὅπως ἑρμηνεύθυηκε παραπάνω καί τό, ἀρθῶσι) τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καί ἐπέτρεψε ὁ Πιλᾶτος» (κεφ. 19, 38), καί ἴσως μέχρι πού νά τρυπήση τήν πλευρά του ὁ στρατιώτης καί νά τρέξη τό αἷμα καί τό ὕδωρ, ξοδεύθηκε ἐν τῷ μεταξύ κάποιος καιρός, μετά ἀπό τόν ὁποῖο πῆγε ὁ Ἰωσήφ καί ζήτησε νά κατεβάση ἀπό τόν σταυρό τό σῶμα τοῦ θανατωμένου Σωτῆρος. Τό μαρτυροῦν μάλιστα αὐτό ἀπό κοινοῦ καί οἱ δύο Εὐαγγελιστές, καί ὁ Μᾶρκος δηλαδή καί ὁ Λουκᾶς. Διότι ὁ μέν Μᾶρκος λέει γιά τόν Ἰωσήφ· «Καί ἀφοῦ ἀγόρασε ἀγοράσας σινδόνα καί τόν κατέβασε ἀπό τόν σταυρό, τόν τύλιξε μέ τήν σινδόνα» (Μάρκ. 15,46), ἐνῷ ὁ Λουκᾶς· «Καί ἀφοῦ τό κατέβασε τό τύλιξε στήν σινδόνα» (Λουκ. 23,53).
[4] Βλέπε γι’ αὐτόν τόν Ἀρσάκιο στήν 11η τοῦ Ὀκτωβρίου.
[5] Στήν ἀνακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ θείου αὐτοῦ Χρυσοστόμου ἐγκώμιο φιλοπόνησε ἡ προσωπική μου ἀδυναμία. Ἀλλά καί παρακλητικό Κανόνα συνέθεσα σέ αὐτόν. Καί ὅποιος θέλει, ἄς τά ἀναζητήση.
[6] Αὐτός ὁ Ὅσιος Πέτρος, ἴσως εἶναι αὐτός, πού ἀναφέρεται στόν Παράδεισο τῶν Πατέρων, ὁ μαθητής τοῦ Ἀββᾶ Λώτ. Αὐτόν τόν Πέτρο ρώτησε ἕνας ἀδελφός λέγοντας· «Ὅταν εἶμαι στό κελλί μου, ἡ ψυχή μου βρίσκεται σέ εἰρήνη. Ὅταν ὅμως μέ πλησιάση κάποιος καί μοῦ πῆ λόγια τῶν ἀνθρώπων ἀπό ἔξω, τότε ἡ ψυχή μου ταράσσεται». Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἀββᾶς Πέτρος, ὅτι ἔλεγε ὁ Ἀββᾶς Λώτ ὁ γέροντάς του· «Τό κλειδί σου ἀνοίγει τήν πόρτα». Λέει πάλι ὁ ἀδελφός· «Τί σημαίνει ὁ λόγος αὐτός Ἀββᾶ;». Ὁ Πέτρος εἶπε· «Ἐάν ἔλθη κοντά σου κάποιος ἀδελφός, ἐσύ τόν ρωτᾶς. Πῶς εἶσαι; Ἀπό ποῦ ἦλθες; Τί κάνουν οἱ ἀδελφοί, σέ δέχθηκαν μέ περιποίησι ἤ ὄχι; Καί ἔτσι μέ τά λόγια αὐτά ἀνοίγεις ἐσύ πρῶτος τήν πόρτα, γιά νά σοῦ μιλήση ὁ ἀδελφός, πού σέ συνάντησε καί ἔτσι ἀκοῦς ἐκεῖνα, πού δέν θέλεις καί ταράσσεται ἡ ψυχή σου». Τοῦ ἀπάντησε ὁ ἀδελφός· «Ἔτσι ἔχει ἡ ἀλήθεια. Τί πρέπει λοιπόν νά κάνη ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τύχη νά τόν ἐπισκεφθῆ κάποιος ἀδελφός;». Καί τοῦ εἶπε ὁ Πέτρος· «Ὅταν ἔχη κάποιος τό πένθος, τότε αὐτό γίνεται διδασκαλία στόν ἄνθρωπο καί τόν διδάσκει τί πρέπει νά κάνη. Ὅταν ὅμως δέν ἔχη πένθος, δέν εἶναι δυνατό νά φυλαχθῆ». Ἀπάντησε ὁ ἀδελφός· «Ὅταν βρίσκωμαι στό κελλί μου, τότε εἶναι καί τό πένθος μαζί μου. Ὅταν ὅμως βγῶ ἔξω ἀπό τό κελλί μου, τότε καί τό πένθος ἀναχωρεῖ ἀπό μέσα μου». Ὁ δέ γέρων τοῦ εἶπε· «Ὅπως ὁ γνήσιος υἱός δέν ἀφίνει τόν πατέρα του, ἔτσι καί τό πένθος, ὅταν γίνη ἕξις στόν ἄνθρωπο καί ἐγκατασταθῆ σάν υἱός του γνήσιος, δέν ἀναχωρεῖ πλέον ἀπό αὐτόν, ἀλλά ὅποια ὥρα τό ζητήσει ὁ ἄνθρωπος, τό βρίσκει». Αὐτός ρωτήθηκε κάποτε, ποιός εἶναι δοῦλος Θεοῦ; Καί ἀπάντησε· «Ὅσο δουλεύει κάποιος σέ ὁποιοδήποτε πάθος, δέν λογίζεται δοῦλος Θεοῦ. Ἀλλά εἶναι δοῦλος ἐκείνου τοῦ πάθους, ἀπό τό ὁποῖο κυριεύεται. Καί ὅσο αὐτός κυριεύεται, δέν μπορεῖ νά διδάξη τούς ἄλλους, πού κυριεύονται ἀπό τά ἴδια πάθη, ἐπειδή εἶναι ντροπή νά τόν διδάξη, πρίν αὐτός ἐλευθερωθῆ ἀπό τό πάθος ἐκεῖνο, γιά τό ὁποῖο διδάσκει».
[7] Ἄλλοι λένε, ὅτι κατά τό ἔτος 1785 μαρτύρησε ὁ Ἅγιος.


Login