Ὁ Ἅ­γι­ος νέ­ος Ὁ­σι­ο­μάρ­τυς Πα­χώ­μι­ος[114], ὁ ἐν τῷ Οὐ­σά­κι τῆς Φι­λα­δελ­φεί­ας μαρ­τυ­ρή­σας κα­τά τό ἔ­τος 1730, ξί­φει τε­λει­οῦται.

Ὁ Ἅ­γι­ος νέ­ος Ὁ­σι­ο­μάρ­τυς Πα­χώ­μι­ος[114], ὁ ἐν τῷ Οὐ­σά­κι τῆς Φι­λα­δελ­φεί­ας μαρ­τυ­ρή­σας κα­τά τό ἔ­τος 1730, ξί­φει τε­λει­οῦται.

 + Ποῦ πά­χος ἐν σοί ὦ Πα­χώ­μι’ εὑ­ρέ­θη,

Πό­νοις ξί­φει τε λε­πτύ­ναν­τι τό βρῖ­θον;

 

Αὐ­τός ὁ πα­νύ­μνη­τος ἦ­ταν ἀ­πό τήν μι­κρή Ρωσ­σί­α, υἱ­ός γο­νέ­ων εὐ­σε­βῶν[115]. Καί ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος σκλα­βώ­θη­κε ἀ­πό τούς Τα­τά­ρους, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν πού­λη­σαν σέ ἕ­ναν Τοῦρ­κο βυρ­σο­δέ­ψη. Αὐτός, ἀ­φοῦ τόν πῆ­ρε, τόν με­τέ­φε­ρε στήν πα­τρί­δα του, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι τό ση­με­ρι­νό λε­γό­με­νο Οὐ­σά­κι, τό ὁ­ποῖ­ο β­ρί­σκε­ται στήν ἐ­παρ­χί­α τῆς Φι­λα­δέλ­φει­ας καί φρόν­τι­ζε νά δι­δά­σκη στόν νέ­ο ὄ­χι μό­νο τήν τέ­χνη του, ἀλ­λά καί τήν θρη­σκεί­α του. Βλέ­πον­τάς τον ὅ­μως, ὅτι, τήν μέν τέ­χνη του τήν μά­θαι­νε, ἐ­νῶ τήν θρη­σκεί­α του τήν μι­σοῦ­σε καί τήν ἀ­πο­στρε­φό­ταν, παί­δευ­ε τόν Ἅ­γι­ο μέ ξυ­λιές, μέ ὕ­βρεις, μέ φο­βέ­ρες καί μέ στέ­ρη­σι τρο­φῆς. Ὁ γεν­ναῖ­ος στρα­τι­ώτης τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­μως ὅ­λα αὐ­τά τά ὑ­πέ­μει­νε μέ χα­ρά ἀ­πό εὐ­σέ­βει­α γιά εἴ­κο­σι ἑ­πτά ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νι­α, πού ἦ­ταν αἰχ­μά­λω­τος καί ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε τόν ἀ­φέν­τη του μέ κά­θε προ­θυ­μί­α καί ἐμ­πι­στο­σύ­νη, μέ τέ­τοιον τρό­πο, ὥ­στε τόν πα­ρα­κί­νη­σε νά τόν ζη­τᾶ γιά γαμ­πρό στήν θυ­γα­τέ­ρα του καί νά τόν κά­νη κλη­ρο­νό­μο του μό­νο, ἐ­άν ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό. Ἀλ­λά ὁ κα­λός νέ­ος καί ἀ­κρό­τα­τος ἐ­ρα­στής τῆς σω­φρο­σύ­νης, τούς γά­μους καί τά πλού­τη τά θε­ω­ροῦ­σε σκου­πί­δια, κα­θώς ἀ­να­λο­γι­ζό­ταν ἐ­κεῖ­νο τό ἀ­πο­στο­λι­κό ἀ­πό­σπα­σμα× «Ποιός θά μᾶς χω­ρί­σει ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ; Ἡ θλῖ­ψις; Ἤ ἡ στε­νο­χώ­ρια; Ἤ ὁ λι­μός; Ἤ ὁ διωγ­μός; Ἤ ἡ γυ­μνό­τη­τα; Ἤ ἡ μά­χαι­ρα;». Τέ­λος πάν­των, βλέ­πον­τας ὁ ἀ­φέν­της του τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης του, τόν ἐ­λευ­θέ­ρω­σε καί τοῦ ἔ­δω­σε ἄ­δει­α νά πά­η, ὅ­που θέ­λει. Ἐ­πά­νω ὅ­μως στήν ἑ­τοι­μα­σί­α, πού ἔ­κα­μνε ὁ Μάρ­τυρας γιά νά φύ­γη, ἀρ­ρώ­στη­σε. Τό­τε οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί, πού ­πῆ­γαν γιά νά τόν ἰ­δοῦν, κα­τα­σκευ­ά­ζουν ψευ­δῶς, ὅ­τι εἶ­πε πώς θά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό καί θά γί­νη Τοῦρ­κος. Ἔ­τσι με­τά τήν ἀ­σθέ­νει­α τοῦ φό­ρε­σαν Τούρ­κι­κα ροῦ­χα, χω­ρίς ὅ­μως νά τοῦ κά­νουν πε­ρι­το­μή. Ὁ Μάρ­τυρας τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­μως ἀ­πο­στρε­φό­με­νος αὐ­τό, πού τοῦ ἔ­κα­ναν, ἀ­να­χω­ρεῖ ἀ­πό ἐ­κεῖ καί ἔρ­χε­ται στήν Σμύρ­νη ὡς ἔμ­πο­ρος καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ ἔ­βγα­λε τά Τούρ­κι­κα ροῦ­χα, πη­γαί­νει στό Ἅ­γι­ο Ὄ­ρος. Καί ἐ­κεῖ β­ρί­σκει στά μέ­ρη τῆς Μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Παύ­λου ἕ­ναν Ἱ­ε­ρο­μό­να­χο ἐ­νά­ρε­το καί δι­α­κρι­τι­κό, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἰ­ω­σήφ καί, ἀ­φοῦ ἐ­ξωμο­λο­γή­θη­κε σ’ αὐ­τόν τά ἀ­πό­κρυ­φα τῆς καρ­διᾶς του, τόν πεί­θει νά τόν δε­χθῆ στήν ὑ­πα­κο­ή του καί νά τόν κά­νη μο­να­χό· τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­γι­νε. Καί ἔ­τσι ἔ­ζη­σε μα­ζί του δώ­δε­κα χρό­νι­α, μι­μού­με­νος αὐ­τόν σέ κά­θε ἀ­ρε­τή. Καί με­τά ἀ­πό τά δώ­δε­κα χρό­νι­α, πλη­ρο­φο­ρού­με­νος τήν θαυ­μα­στή πο­λι­τεί­α τοῦ ὁ­σί­ου Ἀ­κα­κί­ου τοῦ Καυ­σο­κα­λυ­βί­του, με­τα­κό­μι­σε στό Καυ­σο­κα­λύ­βι καί ἐ­κεῖ πέ­ρα­σε ἕ­ξι χρό­νι­α τρε­φό­με­νος ἀ­πό τά ἴ­δια του τά χέ­ρια καί συλ­λέ­γον­τας, ὅ­πως μί­α φι­λό­πο­νη μέ­λισ­σα, κά­θε ἄν­θος καί εἶ­δος ἀ­ρε­τῆς, ἔ­τσι ὥ­στε ἔ­γι­νε σέ ὅ­λους τούς ἐ­κεῖ πα­τέ­ρες τύ­πος καί πα­ρά­δειγ­μα τῆς μο­να­χι­κῆς πο­λι­τεί­ας· καί μά­λι­στα ἦ­ταν τό­σο γλυ­κός καί χα­ρι­τω­μέ­νος καί στήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή ὄ­ψι τοῦ προ­σώ­που του, ὥ­στε γι’ αὐ­τό ἦ­ταν ἀ­γα­πη­τός σέ ὅ­λους. Ὡ­στό­σο παρ’ ὅ­λες αὐ­τές τίς ἀ­ρε­τές, δέν εὐ­χα­ρι­στι­ό­ταν ἡ καρ­διά τοῦ Πα­χω­μί­ου, ἀλ­λά ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε καί νά μαρ­τυ­ρή­ση γιά τόν Χρι­στό, πρῶ­τον μέν, πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πό τήν θεί­α ἀ­γά­πη. Καί δεύ­τε­ρον, διότι φο­βό­ταν, μή­πως τόν και­ρό τῆς ἀ­σθε­νεί­ας του, ἔ­τυ­χε ἀ­πό ἀ­προ­σε­ξί­α, νά βγῆ­κε ἀ­πό τό στό­μα του ὁ λό­γος ἐ­κεῖ­νος τῆς ἀρ­νή­σε­ως, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο οἱ Τοῦρ­κοι τοῦ φό­ρε­σαν τά πρά­σι­να ροῦ­χα. Καί αὐ­τόν τόν πό­θο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου τόν φα­νέ­ρω­σε στόν γέ­ρον­τά του, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἄ­κου­σε πολ­λές ἐ­πι­πλή­ξεις καί κα­τη­γο­ρί­ες, ἐ­πει­δή πί­στευ­ε, ὅ­τι ἀ­πό ὑ­πε­ρη­φά­νεια τοῦ ἦλ­θε ἕ­νας τέ­τοιος λο­γι­σμός. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή ἐ­πέ­με­νε στόν Πα­χώ­μι­ο ὁ πό­θος αὐ­τός, τόν δο­κί­μα­σε ὁ γέ­ρον­τάς του γιά ἕ­ναν χρό­νο  μέ  δι­ά­φορους  κα­νό­νες καί  παι­δέ­μα­τα καί,  ἀ­φοῦ σέ  ὅ­λα  τόν  βρῆ­κε  πρό­θυ­μο, πα­ρα­κα­λοῦν τόν Θε­ό καί οἱ δύ­ο μέ νη­στεῖ­ες καί ἀ­γρυ­πνί­ες νά τούς δεί­ξη, ἄν εἶ­ναι αὐ­τό τό θέ­λη­μά του. Ἔ­πει­τα δη­μο­σι­ο­ποι­οῦν τόν σκο­πό αὐ­τό καί στούς πι­ό ἐ­νά­ρε­τους πα­τέ­ρες τοῦ Ὄ­ρους καί ὅ­λους τούς β­ρί­σκουν σύμ­φω­νους στόν πό­θο τοῦ Πα­χω­μί­ου. Ἔ­τσι μέ τίς εὐ­χές καί τίς συμ­βου­λές αὐ­τῶν τῶν πα­τέ­ρων καί κυ­ρί­ως τοῦ ὁ­σί­ου Ἀ­κα­κί­ου, ἀ­να­χω­ροῦν ἀ­πό τό Ὄ­ρος ὁ Πα­χώ­μι­ος καί ὁ γέ­ρον­τάς του Ἰ­ω­σήφ καί πη­γαί­νουν στό Οὐ­σά­κι, τήν πα­τρί­δα τοῦ ἀ­φέν­τη τοῦ Πα­χω­μί­ου. Καί ὁ μέν Ἰ­ω­σήφ ἔ­μει­νε στό κοι­νό κα­τά­λυ­μα. Ὁ δέ Πα­χώ­μι­ος πη­γαί­νει τρε­χᾶ­τος στό σπί­τι τοῦ ἀ­φέν­τη του καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά πη­γαί­νει στό κοι­νό πα­ζά­ρι, μέ σκο­πό νά τόν ἀ­να­γνω­ρί­σουν. Βλέ­πον­τάς τον οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί, τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σαν καί, ἀ­φοῦ τόν ἅρ­πα­ξαν, τόν ­πῆ­γαν στόν δι­κα­στή καί εἶ­παν, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ δοῦ­λος τοῦ τά­δε, ὁ ὁ­ποῖ­ος στήν ἀ­σθέ­νει­ά του ἀρ­νή­θη­κε τόν Χρι­στό καί με­τά τήν ἀ­σθέ­νει­α τόν ντύ­σα­με μέ πρά­σι­να ροῦ­χα καί τώ­ρα δεῖ­τε πῶς εἶ­ναι ντυ­μέ­νος; Ὁ δι­κα­στής ­ρώ­τη­σε τόν Πα­χώ­μι­ο, ἄν εἶ­ναι αὐ­τά ἀ­λη­θι­νά. Τό­τε ὁ Μάρ­τυρας τοῦ Χρι­στοῦ Πα­χώ­μι­ος μέ χα­ρού­με­νο πρό­σω­πο κη­ρύτ­τει μέ παρ­ρη­σί­α, ὅ­τι δέν ἀρ­νή­θη­κε πο­τέ τόν Κύ­ρι­ό του Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, οὔ­τε μέ τά λό­για, οὔ­τε μέ τήν σκέ­ψι καί ὅ­τι ὁ­μο­λο­γεῖ τόν Χρι­στό ὡς Θε­ό τέ­λει­ο καί τέ­λει­ο ἄν­θρω­πο καί ὅ­τι γιά τήν ὁ­μο­λο­γί­α αὐ­τή εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νά ὑ­πο­μεί­νη μύ­ρι­α βά­σα­να καί κά­θε εἶ­δος θα­νά­του. Ὁ δι­κα­στής, μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά καί βλέ­πον­τας τήν με­γα­λο­ψυ­χί­α τοῦ Ἁ­γί­ου, τόν φο­βέ­ρι­σε πο­λύ καί τόν ἔ­βρι­σε. Ἔ­πει­τα τοῦ λέ­ει· «Ἐ­πει­δή ἔστω καί μί­α φο­ρά ἔ­δω­σες λό­γο ἀρ­νή­σε­ως, εἶ­ναι πλέ­ον ἀ­δύ­να­τον νά ζῆς στό ἑ­ξῆς μέ τά Χρι­στια­νι­κά αὐ­τά ροῦ­χα. Ἀλ­λά ἕ­να ἀ­πό τά δύ­ο πρέ­πει νά δι­α­λέ­ξης· ἤ νά ἀρ­νη­θῆς τόν Χρι­στό ἤ νά δο­κι­μά­σης τόν πλέ­ον σκλη­ρό­τα­το θά­να­το». Τό­τε ὁ Μάρ­τυρας τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἄς μή συμ­βῆ, Χρι­στέ, Βα­σι­λιά, οὔ­τε μέ ψι­λό νό­η­μα νά ἀρ­νη­θῶ ἐ­γώ τό πα­νά­γι­ο ὄ­νο­μά σου. Ἀλ­λά εἶ­μαι ἕ­τοι­μος γιά τήν ἀ­γά­πη σου καί γιά φω­τιά καί γιά θά­να­το». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ δι­κα­στής, πρό­στα­ξε καί τόν ἔ­βα­λαν στήν πι­ό σκο­τει­νή φυ­λα­κή, στήν ὁ­ποί­α ἔ­με­νε ὁ Πα­χώ­μιος, ὅ­πως μέ­σα σέ κά­ποι­ον ἄλ­λο πα­ρά­δει­σο, ἄ­σι­τος, ἄ­γρυ­πνος, χω­ρίς κα­μί­α ἀν­θρώ­πι­νη πα­ρη­γο­ριά, ἀλ­λά τρε­φό­με­νος μό­νο ἀ­πό τήν θεί­α ἐλ­πί­δα. Καί τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα, ἀ­πο­φα­σί­σθη­κε νά θα­να­τω­θῆ ὁ Ἅ­γιος. Ἔ­τσι ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ φέρ­νει τό γλυ­κύ­τα­το αὐ­τό μή­νυ­μα τοῦ θα­νά­του του. Καί ὁ Μάρ­τυ­ρας, ὅ­ταν τό ἄ­κου­σε αὐ­τό, χά­ρη­κε ὑ­περ­βο­λι­κά καί δό­ξα­σε τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Καί ὅ­λη ἐ­κεί­νη τήν νύ­χτα προ­σευ­χό­ταν. Τό πρω­ί βγά­ζουν τόν Μάρ­τυ­ρα ἀ­πό τήν φυ­λα­κή καί τόν πα­ρα­σταί­νουν στόν δι­κα­στή, ὁ ὁ­ποῖ­ος καί τοῦ λέ­ει· «Ὁ­ρί­στε, γιά τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης σου πρό­κει­ται νά πε­θά­νης καί πρόσεξε νά μή με­τα­νο­ή­σης ὕ­στε­ρα χω­ρίς ὄ­φε­λος». Ὁ δέ ἱ­ε­ρός Πα­χώ­μι­ος ἀ­πο­κρί­θη­κε μέ τήν προηγούμενη παρ­ρη­σί­α λέ­γον­τας· «Ἐ­γώ δι­κα­στά, οὐ­δέ­πο­τε ἀρ­νοῦ­μαι τόν Χρι­στό μου, ἀ­κό­μη καί ἄν μέ πα­ρα­δώ­σης σέ μύ­ρι­ους θα­νά­τους, τούς πλέ­ον σκλη­ρούς, μό­νο ἐ­κεῖ­νο, πού ἔ­χεις νά κά­νης, κάνε το τό γρη­γο­ρό­τε­ρο». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ δι­κα­στής, ἐ­ξέ­δω­σε ἐ­ναν­τί­ον του τήν τε­λι­κή κα­τα­δι­κα­στι­κή ἀ­πό­φα­σι. Οἱ πα­ρι­στά­με­νοι λοι­πόν Ἀ­γα­ρη­νοί, ἀ­φοῦ ἔ­δε­σαν τόν Μάρ­τυ­ρα, τόν ἔ­συ­ραν στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι ἐ­κεῖ, ὅ­που ἔ­σφα­ζαν τά πρό­βα­τα. Καί ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν καί πολ­λοί ἄλ­λοι Τοῦρ­κοι καί Χρι­στια­νοί καί ἄλ­λοι μέν ἀ­πό τούς Τούρ­κους πε­ρι­έ­παι­ζαν τόν Ἅ­γι­ο, ἄλ­λοι δέ τόν ἔ­φτυ­ναν καί ἄλ­λοι τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σαν νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό. Ἀλ­λά ὁ Μάρ­τυρας, πού εἶ­χε τήν προ­σο­χή του στραμ­μέ­νη μό­νο στήν προ­σευ­χή, ἔ­τρε­χε στήν πο­θού­με­νη ὁ­δό τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στόν προ­α­να­φερ­θέν­τα τό­πο, ἔ­κλι­νε τά γό­να­τα. Καί ἐ­πει­δή ὁ δή­μι­ος φο­βό­ταν νά τόν ἀ­πο­κε­φα­λί­ση καί πα­ρα­κι­νοῦ­σε τόν Μάρ­τυ­ρα νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό ψι­θυ­ρί­ζον­τας στά αὐ­τιά του, ὁ γεν­ναῖ­ος ἀ­θλη­τής τοῦ Χρι­στοῦ τόν ἐν­θάρ­ρυ­νε σ’ ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα καί μέ θάρ­ρος τοῦ εἶ­πε· «Τε­λεί­ω­σε ἐ­κεῖ­νο, πού σέ πρό­στα­ξαν καί μή χά­νης μά­ται­α τόν και­ρό σου». Τό­τε ἐ­κεῖ­νος, ἀ­φοῦ ­πῆ­ρε θάρ­ρος, ἔ­κο­ψε τήν Ἁ­γί­α του κε­φα­λή καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ πα­νύ­μνη­τος τόν Στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Τό δέ τί­μι­ό του λεί­ψα­νο με­τά ἀ­πό τρεῖς ἡ­μέ­ρες τό πῆ­ραν οἱ Χρι­στια­νοί καί τό ἐν­τα­φί­α­σαν. Ὁ δέ δή­μι­ος με­τά ἀ­πό αὐ­τά, ἐ­πει­δή δαι­μο­νί­σθη­κε, φώ­να­ζε καί ἄ­φρι­ζε, τρι­γυ­ρί­ζον­τας στήν πό­λι, ὥ­σπου με­τά ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες ξε­ψύ­χη­σε μέ κακό τρόπο. Ὁ δέ γέ­ρον­τας τοῦ Ἁ­γί­ου, ἐ­κεῖ, ὅ­που ἦ­ταν κλει­σμέ­νος, ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε τόν πο­θού­με­νο θά­να­το τοῦ μα­θη­τῆ του, μέ χα­ρά καί δά­κρυ­α εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Θε­ό καί, περ­νῶν­τας ἀ­πό τόν τό­πο, ὅ­που ἦταν  τό σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί βλέ­πον­τάς τον, τόν χαι­ρέ­τη­σε μέ δά­κρυ­α καί τοῦ εἶ­πε· «Ἔ­χεις ἐ­κεῖ­νο, πού ἀ­πό πα­λιά πο­θοῦ­σες, Πα­χώ­μι­έ μου καί πρέ­σβευ­ε γιά ἐμένα πρός τόν Κύ­ρι­ο καί γιά ὅ­λους ὅ­σοι σέ ἐ­πι­κα­λοῦν­ται». Καί πράγματι αὐτό ἔ­γι­νε με­τά ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες. Δι­ό­τι ὁ Ὁ­σι­ώ­τα­τος αὐ­τός Ἰ­ω­σήφ κα­τα­κυ­ρι­εύ­θη­κε ἀ­πό με­γά­λο φό­βο καί δει­λί­α. Τό­τε, ὁ Μάρ­τυρας Πα­χώ­μι­ος ἐμ­φα­νί­ζε­ται λαμ­πρός καί ὅ­λο χά­ρι, ὅ­πως ἦ­ταν στήν ὄ­ψι τοῦ προ­σώ­που του, στόν ὕ­πνο τοῦ γέ­ρον­τα καί τοῦ λέ­ει· «Μήν φο­βᾶ­σαι γέ­ρον­τα. Δέν πα­θαί­νεις κα­κό». Καί ἀ­μέ­σως μέ τά λό­για αὐ­τά ἐ­ξω­ρί­σθη­κε ἡ δει­λί­α ἀ­πό τήν καρ­διά τοῦ γέ­ρον­τα. Ἀλ­λά καί μί­α Χρι­στια­νή ἀ­πό ἐ­κεῖ­να τά μέ­ρη, βα­σα­νι­ζό­με­νη ἀ­πό τήν νε­α­ρή της ἡ­λι­κί­α ἀ­πό ἀ­γιά­τρευ­το πό­νο τοῦ ἡ­μι­κρα­νί­ου, ἐ­πι­κα­λέ­σθη­κε μέ πί­στι τήν βο­ή­θει­α τοῦ Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρα καί, ἀ­φοῦ ἔ­χρι­σε τήν κε­φα­λή της μέ τό αἷ­μα του, ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε τελείως ἀ­πό τό πο­λύ­χρο­νο ἐ­κεῖ­νο πά­θος. Καί σέ ἀ­νά­μνη­σι τῆς εὐ­ερ­γε­σί­ας αὐ­τῆς καί τῆς θεραπείας ἔ­στει­λε μή­νυ­μα ἡ εὐ­λα­βής ἐ­κεί­νη γυ­ναί­κα στό ὄ­ρος τοῦ Ἄ­θω­να, πρός τούς πα­τέ­ρες ἐ­κεί­νους, πού ἤ­ξε­ραν τήν σω­μα­τι­κή δι­ά­πλα­σι τοῦ Μάρτυρα, γιά νά τόν ἀ­πει­κο­νί­σουν καί, ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε, ὅ­πως πο­θοῦ­σε τήν Ἁ­γί­α εἰ­κό­να του, τε­λοῦ­σε λαμ­πρά καί μέ με­γά­λη εὐ­λά­βει­α κά­θε χρό­νο τήν ἑ­ορ­τή τοῦ Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρα Πα­χω­μί­ου. Μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τίς πρε­σβεῖ­ες ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με καί ἐ­μεῖς τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἀ­μήν.

 

(Νέ­ον Μαρ­τυ­ρο­λό­γι­ον, σελ. 115-118).

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον ἡμᾶς.



[114] Τό Μαρ­τύ­ρι­ο αὐ­τό συλ­λέ­χθη­κε ἀ­πό τό ἐγ­κώ­μι­ο πρός τόν ἴ­διο τόν Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρα Πα­χώ­μι­ο, πού β­ρί­σκε­ται στήν Ἱ­ε­ρά Σάλ­πιγ­γα. Τοῦ ὁ­ποί­ου τό Ἅ­γι­ο λεί­ψα­νο β­ρί­σκε­ται ἤ­δη στήν Πά­τμο, στήν ἱ­ε­ρά Μο­νή  τοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου.

[115]      (Σ. σ. Σήμερα ἑορτάζεται τήν 7η Μαΐου)

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης