Ὁ Ἅγιος νέος Ὁσιομάρτυς Παχώμιος[114], ὁ ἐν τῷ Οὐσάκι τῆς Φιλαδελφείας μαρτυρήσας κατά τό ἔτος 1730, ξίφει τελειοῦται.
+ Ποῦ πάχος ἐν σοί ὦ Παχώμι’ εὑρέθη,
Πόνοις ξίφει τε λεπτύναντι τό βρῖθον;
Αὐτός ὁ πανύμνητος ἦταν ἀπό τήν μικρή Ρωσσία, υἱός γονέων εὐσεβῶν[115]. Καί ὅταν ἦταν νέος σκλαβώθηκε ἀπό τούς Τατάρους, οἱ ὁποῖοι τόν πούλησαν σέ ἕναν Τοῦρκο βυρσοδέψη. Αὐτός, ἀφοῦ τόν πῆρε, τόν μετέφερε στήν πατρίδα του, ἡ ὁποία εἶναι τό σημερινό λεγόμενο Οὐσάκι, τό ὁποῖο βρίσκεται στήν ἐπαρχία τῆς Φιλαδέλφειας καί φρόντιζε νά διδάσκη στόν νέο ὄχι μόνο τήν τέχνη του, ἀλλά καί τήν θρησκεία του. Βλέποντάς τον ὅμως, ὅτι, τήν μέν τέχνη του τήν μάθαινε, ἐνῶ τήν θρησκεία του τήν μισοῦσε καί τήν ἀποστρεφόταν, παίδευε τόν Ἅγιο μέ ξυλιές, μέ ὕβρεις, μέ φοβέρες καί μέ στέρησι τροφῆς. Ὁ γενναῖος στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ ὅμως ὅλα αὐτά τά ὑπέμεινε μέ χαρά ἀπό εὐσέβεια γιά εἴκοσι ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια, πού ἦταν αἰχμάλωτος καί ὑπηρετοῦσε τόν ἀφέντη του μέ κάθε προθυμία καί ἐμπιστοσύνη, μέ τέτοιον τρόπο, ὥστε τόν παρακίνησε νά τόν ζητᾶ γιά γαμπρό στήν θυγατέρα του καί νά τόν κάνη κληρονόμο του μόνο, ἐάν ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Ἀλλά ὁ καλός νέος καί ἀκρότατος ἐραστής τῆς σωφροσύνης, τούς γάμους καί τά πλούτη τά θεωροῦσε σκουπίδια, καθώς ἀναλογιζόταν ἐκεῖνο τό ἀποστολικό ἀπόσπασμα× «Ποιός θά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Ἡ θλῖψις; Ἤ ἡ στενοχώρια; Ἤ ὁ λιμός; Ἤ ὁ διωγμός; Ἤ ἡ γυμνότητα; Ἤ ἡ μάχαιρα;». Τέλος πάντων, βλέποντας ὁ ἀφέντης του τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης του, τόν ἐλευθέρωσε καί τοῦ ἔδωσε ἄδεια νά πάη, ὅπου θέλει. Ἐπάνω ὅμως στήν ἑτοιμασία, πού ἔκαμνε ὁ Μάρτυρας γιά νά φύγη, ἀρρώστησε. Τότε οἱ Ἀγαρηνοί, πού πῆγαν γιά νά τόν ἰδοῦν, κατασκευάζουν ψευδῶς, ὅτι εἶπε πώς θά ἀρνηθῆ τόν Χριστό καί θά γίνη Τοῦρκος. Ἔτσι μετά τήν ἀσθένεια τοῦ φόρεσαν Τούρκικα ροῦχα, χωρίς ὅμως νά τοῦ κάνουν περιτομή. Ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ὅμως ἀποστρεφόμενος αὐτό, πού τοῦ ἔκαναν, ἀναχωρεῖ ἀπό ἐκεῖ καί ἔρχεται στήν Σμύρνη ὡς ἔμπορος καί ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔβγαλε τά Τούρκικα ροῦχα, πηγαίνει στό Ἅγιο Ὄρος. Καί ἐκεῖ βρίσκει στά μέρη τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παύλου ἕναν Ἱερομόναχο ἐνάρετο καί διακριτικό, πού ὠνομαζόταν Ἰωσήφ καί, ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκε σ’ αὐτόν τά ἀπόκρυφα τῆς καρδιᾶς του, τόν πείθει νά τόν δεχθῆ στήν ὑπακοή του καί νά τόν κάνη μοναχό· τό ὁποῖο καί ἔγινε. Καί ἔτσι ἔζησε μαζί του δώδεκα χρόνια, μιμούμενος αὐτόν σέ κάθε ἀρετή. Καί μετά ἀπό τά δώδεκα χρόνια, πληροφορούμενος τήν θαυμαστή πολιτεία τοῦ ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, μετακόμισε στό Καυσοκαλύβι καί ἐκεῖ πέρασε ἕξι χρόνια τρεφόμενος ἀπό τά ἴδια του τά χέρια καί συλλέγοντας, ὅπως μία φιλόπονη μέλισσα, κάθε ἄνθος καί εἶδος ἀρετῆς, ἔτσι ὥστε ἔγινε σέ ὅλους τούς ἐκεῖ πατέρες τύπος καί παράδειγμα τῆς μοναχικῆς πολιτείας· καί μάλιστα ἦταν τόσο γλυκός καί χαριτωμένος καί στήν ἐξωτερική ὄψι τοῦ προσώπου του, ὥστε γι’ αὐτό ἦταν ἀγαπητός σέ ὅλους. Ὡστόσο παρ’ ὅλες αὐτές τίς ἀρετές, δέν εὐχαριστιόταν ἡ καρδιά τοῦ Παχωμίου, ἀλλά ἐπιθυμοῦσε καί νά μαρτυρήση γιά τόν Χριστό, πρῶτον μέν, παρακινούμενος ἀπό τήν θεία ἀγάπη. Καί δεύτερον, διότι φοβόταν, μήπως τόν καιρό τῆς ἀσθενείας του, ἔτυχε ἀπό ἀπροσεξία, νά βγῆκε ἀπό τό στόμα του ὁ λόγος ἐκεῖνος τῆς ἀρνήσεως, γιά τόν ὁποῖο οἱ Τοῦρκοι τοῦ φόρεσαν τά πράσινα ροῦχα. Καί αὐτόν τόν πόθο τοῦ Μαρτυρίου τόν φανέρωσε στόν γέροντά του, ἀπό τόν ὁποῖο ἄκουσε πολλές ἐπιπλήξεις καί κατηγορίες, ἐπειδή πίστευε, ὅτι ἀπό ὑπερηφάνεια τοῦ ἦλθε ἕνας τέτοιος λογισμός. Ἀλλά ἐπειδή ἐπέμενε στόν Παχώμιο ὁ πόθος αὐτός, τόν δοκίμασε ὁ γέροντάς του γιά ἕναν χρόνο μέ διάφορους κανόνες καί παιδέματα καί, ἀφοῦ σέ ὅλα τόν βρῆκε πρόθυμο, παρακαλοῦν τόν Θεό καί οἱ δύο μέ νηστεῖες καί ἀγρυπνίες νά τούς δείξη, ἄν εἶναι αὐτό τό θέλημά του. Ἔπειτα δημοσιοποιοῦν τόν σκοπό αὐτό καί στούς πιό ἐνάρετους πατέρες τοῦ Ὄρους καί ὅλους τούς βρίσκουν σύμφωνους στόν πόθο τοῦ Παχωμίου. Ἔτσι μέ τίς εὐχές καί τίς συμβουλές αὐτῶν τῶν πατέρων καί κυρίως τοῦ ὁσίου Ἀκακίου, ἀναχωροῦν ἀπό τό Ὄρος ὁ Παχώμιος καί ὁ γέροντάς του Ἰωσήφ καί πηγαίνουν στό Οὐσάκι, τήν πατρίδα τοῦ ἀφέντη τοῦ Παχωμίου. Καί ὁ μέν Ἰωσήφ ἔμεινε στό κοινό κατάλυμα. Ὁ δέ Παχώμιος πηγαίνει τρεχᾶτος στό σπίτι τοῦ ἀφέντη του καί μετά ἀπό αὐτά πηγαίνει στό κοινό παζάρι, μέ σκοπό νά τόν ἀναγνωρίσουν. Βλέποντάς τον οἱ Ἀγαρηνοί, τόν ἀναγνώρισαν καί, ἀφοῦ τόν ἅρπαξαν, τόν πῆγαν στόν δικαστή καί εἶπαν, ὅτι αὐτός εἶναι ὁ δοῦλος τοῦ τάδε, ὁ ὁποῖος στήν ἀσθένειά του ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί μετά τήν ἀσθένεια τόν ντύσαμε μέ πράσινα ροῦχα καί τώρα δεῖτε πῶς εἶναι ντυμένος; Ὁ δικαστής ρώτησε τόν Παχώμιο, ἄν εἶναι αὐτά ἀληθινά. Τότε ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Παχώμιος μέ χαρούμενο πρόσωπο κηρύττει μέ παρρησία, ὅτι δέν ἀρνήθηκε ποτέ τόν Κύριό του Ἰησοῦ Χριστό, οὔτε μέ τά λόγια, οὔτε μέ τήν σκέψι καί ὅτι ὁμολογεῖ τόν Χριστό ὡς Θεό τέλειο καί τέλειο ἄνθρωπο καί ὅτι γιά τήν ὁμολογία αὐτή εἶναι ἕτοιμος νά ὑπομείνη μύρια βάσανα καί κάθε εἶδος θανάτου. Ὁ δικαστής, μόλις τά ἄκουσε αὐτά καί βλέποντας τήν μεγαλοψυχία τοῦ Ἁγίου, τόν φοβέρισε πολύ καί τόν ἔβρισε. Ἔπειτα τοῦ λέει· «Ἐπειδή ἔστω καί μία φορά ἔδωσες λόγο ἀρνήσεως, εἶναι πλέον ἀδύνατον νά ζῆς στό ἑξῆς μέ τά Χριστιανικά αὐτά ροῦχα. Ἀλλά ἕνα ἀπό τά δύο πρέπει νά διαλέξης· ἤ νά ἀρνηθῆς τόν Χριστό ἤ νά δοκιμάσης τόν πλέον σκληρότατο θάνατο». Τότε ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ἀποκρίθηκε· «Ἄς μή συμβῆ, Χριστέ, Βασιλιά, οὔτε μέ ψιλό νόημα νά ἀρνηθῶ ἐγώ τό πανάγιο ὄνομά σου. Ἀλλά εἶμαι ἕτοιμος γιά τήν ἀγάπη σου καί γιά φωτιά καί γιά θάνατο». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ δικαστής, πρόσταξε καί τόν ἔβαλαν στήν πιό σκοτεινή φυλακή, στήν ὁποία ἔμενε ὁ Παχώμιος, ὅπως μέσα σέ κάποιον ἄλλο παράδεισο, ἄσιτος, ἄγρυπνος, χωρίς καμία ἀνθρώπινη παρηγοριά, ἀλλά τρεφόμενος μόνο ἀπό τήν θεία ἐλπίδα. Καί τήν τρίτη ἡμέρα, ἀποφασίσθηκε νά θανατωθῆ ὁ Ἅγιος. Ἔτσι ὁ δεσμοφύλακας τοῦ φέρνει τό γλυκύτατο αὐτό μήνυμα τοῦ θανάτου του. Καί ὁ Μάρτυρας, ὅταν τό ἄκουσε αὐτό, χάρηκε ὑπερβολικά καί δόξασε τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Καί ὅλη ἐκείνη τήν νύχτα προσευχόταν. Τό πρωί βγάζουν τόν Μάρτυρα ἀπό τήν φυλακή καί τόν παρασταίνουν στόν δικαστή, ὁ ὁποῖος καί τοῦ λέει· «Ὁρίστε, γιά τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης σου πρόκειται νά πεθάνης καί πρόσεξε νά μή μετανοήσης ὕστερα χωρίς ὄφελος». Ὁ δέ ἱερός Παχώμιος ἀποκρίθηκε μέ τήν προηγούμενη παρρησία λέγοντας· «Ἐγώ δικαστά, οὐδέποτε ἀρνοῦμαι τόν Χριστό μου, ἀκόμη καί ἄν μέ παραδώσης σέ μύριους θανάτους, τούς πλέον σκληρούς, μόνο ἐκεῖνο, πού ἔχεις νά κάνης, κάνε το τό γρηγορότερο». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ δικαστής, ἐξέδωσε ἐναντίον του τήν τελική καταδικαστική ἀπόφασι. Οἱ παριστάμενοι λοιπόν Ἀγαρηνοί, ἀφοῦ ἔδεσαν τόν Μάρτυρα, τόν ἔσυραν στόν τόπο τῆς καταδίκης, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔξω ἀπό τήν πόλι ἐκεῖ, ὅπου ἔσφαζαν τά πρόβατα. Καί ἀκολουθοῦσαν καί πολλοί ἄλλοι Τοῦρκοι καί Χριστιανοί καί ἄλλοι μέν ἀπό τούς Τούρκους περιέπαιζαν τόν Ἅγιο, ἄλλοι δέ τόν ἔφτυναν καί ἄλλοι τόν παρακινοῦσαν νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Ἀλλά ὁ Μάρτυρας, πού εἶχε τήν προσοχή του στραμμένη μόνο στήν προσευχή, ἔτρεχε στήν ποθούμενη ὁδό τοῦ Μαρτυρίου. Καί ὅταν ἔφθασαν στόν προαναφερθέντα τόπο, ἔκλινε τά γόνατα. Καί ἐπειδή ὁ δήμιος φοβόταν νά τόν ἀποκεφαλίση καί παρακινοῦσε τόν Μάρτυρα νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό ψιθυρίζοντας στά αὐτιά του, ὁ γενναῖος ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ τόν ἐνθάρρυνε σ’ ἐκείνη τήν ὥρα καί μέ θάρρος τοῦ εἶπε· «Τελείωσε ἐκεῖνο, πού σέ πρόσταξαν καί μή χάνης μάταια τόν καιρό σου». Τότε ἐκεῖνος, ἀφοῦ πῆρε θάρρος, ἔκοψε τήν Ἁγία του κεφαλή καί ἔτσι ἔλαβε ὁ πανύμνητος τόν Στέφανο τοῦ Μαρτυρίου. Τό δέ τίμιό του λείψανο μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες τό πῆραν οἱ Χριστιανοί καί τό ἐνταφίασαν. Ὁ δέ δήμιος μετά ἀπό αὐτά, ἐπειδή δαιμονίσθηκε, φώναζε καί ἄφριζε, τριγυρίζοντας στήν πόλι, ὥσπου μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ξεψύχησε μέ κακό τρόπο. Ὁ δέ γέροντας τοῦ Ἁγίου, ἐκεῖ, ὅπου ἦταν κλεισμένος, ὅταν πληροφορήθηκε τόν ποθούμενο θάνατο τοῦ μαθητῆ του, μέ χαρά καί δάκρυα εὐχαρίστησε τόν Θεό καί, περνῶντας ἀπό τόν τόπο, ὅπου ἦταν τό σῶμα τοῦ Μάρτυρα καί βλέποντάς τον, τόν χαιρέτησε μέ δάκρυα καί τοῦ εἶπε· «Ἔχεις ἐκεῖνο, πού ἀπό παλιά ποθοῦσες, Παχώμιέ μου καί πρέσβευε γιά ἐμένα πρός τόν Κύριο καί γιά ὅλους ὅσοι σέ ἐπικαλοῦνται». Καί πράγματι αὐτό ἔγινε μετά ἀπό λίγες ἡμέρες. Διότι ὁ Ὁσιώτατος αὐτός Ἰωσήφ κατακυριεύθηκε ἀπό μεγάλο φόβο καί δειλία. Τότε, ὁ Μάρτυρας Παχώμιος ἐμφανίζεται λαμπρός καί ὅλο χάρι, ὅπως ἦταν στήν ὄψι τοῦ προσώπου του, στόν ὕπνο τοῦ γέροντα καί τοῦ λέει· «Μήν φοβᾶσαι γέροντα. Δέν παθαίνεις κακό». Καί ἀμέσως μέ τά λόγια αὐτά ἐξωρίσθηκε ἡ δειλία ἀπό τήν καρδιά τοῦ γέροντα. Ἀλλά καί μία Χριστιανή ἀπό ἐκεῖνα τά μέρη, βασανιζόμενη ἀπό τήν νεαρή της ἡλικία ἀπό ἀγιάτρευτο πόνο τοῦ ἡμικρανίου, ἐπικαλέσθηκε μέ πίστι τήν βοήθεια τοῦ Ὁσιομάρτυρα καί, ἀφοῦ ἔχρισε τήν κεφαλή της μέ τό αἷμα του, ἐλευθερώθηκε τελείως ἀπό τό πολύχρονο ἐκεῖνο πάθος. Καί σέ ἀνάμνησι τῆς εὐεργεσίας αὐτῆς καί τῆς θεραπείας ἔστειλε μήνυμα ἡ εὐλαβής ἐκείνη γυναίκα στό ὄρος τοῦ Ἄθωνα, πρός τούς πατέρες ἐκείνους, πού ἤξεραν τήν σωματική διάπλασι τοῦ Μάρτυρα, γιά νά τόν ἀπεικονίσουν καί, ἀφοῦ ἔλαβε, ὅπως ποθοῦσε τήν Ἁγία εἰκόνα του, τελοῦσε λαμπρά καί μέ μεγάλη εὐλάβεια κάθε χρόνο τήν ἑορτή τοῦ Ὁσιομάρτυρα Παχωμίου. Μέ τοῦ ὁποίου τίς πρεσβεῖες ἄς ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.
(Νέον Μαρτυρολόγιον, σελ. 115-118).
Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον ἡμᾶς.
[114] Τό Μαρτύριο αὐτό συλλέχθηκε ἀπό τό ἐγκώμιο πρός τόν ἴδιο τόν Ὁσιομάρτυρα Παχώμιο, πού βρίσκεται στήν Ἱερά Σάλπιγγα. Τοῦ ὁποίου τό Ἅγιο λείψανο βρίσκεται ἤδη στήν Πάτμο, στήν ἱερά Μονή τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.
[115] (Σ. σ. Σήμερα ἑορτάζεται τήν 7η Μαΐου)


Login