Τῷ αὐτῷ μηνί KΓ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Πολυκάρπου Ἐπισκόπου Σμύρνης. Ἡ Ἁγία Γοργονία, ἡ ἀδελφή Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Τῷ αὐτῷ μηνί KΓ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Πολυκάρπου Ἐπισκόπου Σμύρνης.  Ἡ Ἁγία Γοργονία, ἡ ἀδελφή Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου,  ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

      Αὐ­τός ὁ ἔν­δο­ξος Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ Πο­λύ­καρ­πος ἦ­ταν γέν­νη­μα καί θρέμ­μα τῆς πό­λε­ως Ἐ­φέ­σου. Οἱ γο­νεῖς τοῦ ἦ­ταν πλού­σιοι καί ἐ­λε­ή­μο­νες.  Ὁ πα­τέ­ρας του ὠ­νο­μα­ζό­ταν Παγ­κρά­τιος καί ἡ μη­τέ­ρα του Θε­ο­δώ­ρα, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­τη­γο­ρή­θη­καν στόν ἄρ­χον­τα τῆς Ἐ­φέ­σου, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Μαρ­κί­ω­νας, πώς ἦ­ταν Χρι­στια­νοί καί ἔ­στει­λε ἀ­μέ­σως στρα­τι­ῶ­τες καί τούς πα­ρου­σί­α­σαν μπρο­στά του, (ἦ­ταν δέ τό­τε ἡ Θε­ο­δώ­ρα ἔγ­κυ­ος σ’ αὐτόν τόν Ἅ­γιο) πρός τούς ὁ­ποί­ους εἶ­πε ὁ Μαρ­κί­ων «Για­τί δέν ὑ­πα­κού­ε­τε ἐ­σεῖς στά βα­σι­λι­κά προ­στάγ­μα­τα, ἀλ­λά πε­ριφρο­νεῖ­τε τούς  με­γά­λους θε­ούς καί προ­σκυ­νεῖ­τε τόν Χρι­στό;».

Οἱ γο­νεῖς τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­πο­κρί­θη­καν× «Ἐ­μεῖς,  ἄρ­χον­τά μου, δι­δα­χθή­κα­με νά πι­στεύ­ου­με καί νά προ­σκυ­νοῦ­με τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό, τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, στοῦ ὁ­ποί­ου τό ὄ­νο­μα βα­πτι­σθή­κα­με, τά δέ ἄ­ψυ­χα καί ἀ­ναί­σθη­τα εἴ­δω­λα, πού ἔ­χε­τε ἐ­σεῖς γιά θε­ούς, ἐ­μεῖς τά ἀ­πο­στρε­φό­μα­στε. Ὅ­ταν τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ ἄρ­χον­τας θύ­μω­σε καί πρό­στα­ξε τούς στρα­τι­ῶ­τες καί τούς ἔ­δει­ραν δυ­να­τά. Ἔ­πει­τα τούς ἔ­βα­λαν στήν φυ­λα­κή καί ἔ­μει­ναν σ’ ­αὐ­τήν γιά πο­λύν και­ρό ἀ­φρόν­τι­στοι ἀ­πό κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη βο­ή­θεια. Ὁ δέ πα­νά­γα­θος Θε­ός ἀ­πέ­στει­λε τόν Ἄγ­γε­λό του στήν φυ­λα­κή καί πρῶ­τα θε­ρά­πευ­σε τούς γο­νεῖς τοῦ βρέ­φους ἀ­πό τίς πλη­γές πού εἶ­χαν ἀ­πό τούς ξυ­λο­δαρ­μούς καί τούς ­δυ­νά­μω­σε, ἔπει­τα πῆ­ρε τό βρέ­φος καί τό ­πῆ­γε σέ μί­α γυ­ναῖ­κα χή­ρα πο­λύ πλού­σια καί Χρι­στια­νή καί, ἀ­φοῦ τῆς πα­ρήγ­γειλ­λε νά τό βα­πτί­ση καί νά τό ἀ­να­θρέ­ψη μέ κά­θε φρον­τί­δα, ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τος.

 Ὁ δέ πα­ρά­νο­μος Μαρ­κί­ων, κα­θώς ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τό βρέ­φος καί δέν τό εὕ­ρι­σκε, ἄ­να­ψε ὅ­λος ἀ­πό θυ­μό καί ­βα­σά­νι­ζε σκλη­ρά τους γο­νεῖς τοῦ Ἁ­γί­ου. Καί τέ­λος, βλέ­πον­τας τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης τους, τούς κα­τα­δί­κα­σε σέ θά­να­το καί ­πρό­στα­ξε τούς στρα­τι­ῶ­τες καί τούς ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι καί τούς ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν, γιά νά τούς φᾶ­νε τά θη­ρί­α. Ἀλ­λά κα­νέ­να θη­ρί­ο δέν ­πλη­σί­α­σε στά τί­μια λεί­ψα­να τῶν Ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων. Γι­’­ αὐ­τό με­τά ἀ­πό αὐ­τά ­πῆ­γαν κρυ­φά οἱ Χρι­στια­νοί καί τά ἐν­τα­φί­α­σαν μέ εὐ­λά­βεια, ὅ­πως ἔ­πρε­πε.

Ἡ εὐ­σε­βέ­στα­τη ἐ­κεί­νη χή­ρα ­βά­πτι­σε τό βρέ­φος καί τό ὠ­νό­μα­σε Παγ­κρά­τιο, στό ὄ­νο­μα τοῦ πα­τέρα του, καί τό ἀ­νέ­τρε­φε σάν γνή­σιό της παι­δί καί τό ἔ­βα­λε στό σχο­λεῖ­ο καί σέ λί­γο και­ρό ἔ­μα­θε ὅ­λη τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Ἀ­κο­λου­θί­α. Καί, κα­θώς εἶ­χε τήν φρό­νη­σι ἑ­νός ἐ­νή­λι­κα, συ­να­να­στρε­φό­ταν μέ σο­φούς καί ἐ­νά­ρε­τους ἄν­δρες καί γι­νό­ταν ἀ­κρο­α­τής καί μι­μη­τής ὅ­λων τῶν κα­λῶν καί ψυ­χω­φε­λῶν μα­θη­μά­των καί πα­ρα­δειγ­μά­των, καί ὡς υἱ­ός Μαρ­τύ­ρων ­φρόν­τι­ζε μέ ὅ­λη τήν προ­θυ­μί­α νά τούς μι­μη­θῆ, κα­τά τό δυ­να­τόν, στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καί συ­νε­πῶς σέ ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές καί στήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, καί ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τῆς ὀ­νο­μά­σθη­κε Πο­λύ­καρ­πος καί ἀ­κοῦ­στε νά θαυ­μά­σε­τε.

 Ἡ θε­ο­φι­λής ἐ­κεί­νη γυ­ναίκα, πού τόν ἀ­νέ­θρε­ψε ἦ­ταν πο­λύ πλού­σια, ὅ­πως εἴ­πα­με, καί εἶ­χε πολ­λές ἀ­πο­θῆ­κες γε­μᾶτες ἀ­πό σι­τά­ρι. Καί κα­θώς ὁ Μα­κά­ριος Παγ­κρά­τιος ἦ­ταν ἐ­λε­ή­μων ἔ­δινε πλου­σι­ο­πά­ρο­χα στούς φτω­χούς κρυ­φά ἀ­πό τήν θε­τή του μη­τέ­ρα ἔ­τσι, ὥ­στε ἄ­δεια­σε ὅ­λες τίς ἀ­πο­θῆ­κες. Μί­α τῶν ἡ­με­ρῶν λοι­πόν πῆ­γε ἡ μη­τέ­ρα του, γιά νά βγά­λη σι­τά­ρι καί, ὅ­ταν βρῆ­κε τίς ἀ­πο­θῆ­κες ἄ­δει­ες, ἀ­πό­ρη­σε. Κα­τά­λα­βε ὅ­μως, ὅ­τι ὁ Παγ­κρά­τιος τίς ἄ­δεια­σε. Ὡ­στό­σο τόν κοί­τα­ξε μέ ἄ­γριο βλέμ­μα. Αὐ­τός ὅ­μως μέ χα­ρω­πό πρό­σω­πο τῆς εἶ­πε× «Ἄς πᾶ­με, Κυ­ρί­α, μα­ζί στίς ἀ­πο­θῆ­κες, γιά νά δοῦ­με». Ἐ­κεί­νη ὅ­μως δέν θέ­λη­σε νά πά­η, κα­θώς τίς εἶ­χε δῆ πρό λί­γο ἄ­δει­ες. Τό­τε πῆ­γε μό­νος ὁ Ἅ­γιος καί ἔ­κα­νε προ­σευ­χή στόν Θε­ό, καί ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως γέ­μι­σαν ὅ­λες οἱ ἀ­πο­θῆ­κες ἀ­πό ὅ­λους τούς καρ­πούς. Καί ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τήν μη­τέ­ρα του τῆς εἶ­πε μέ χα­ρά× «Ἔ­λα, Κυ­ρί­α μου, στίς ἀ­πο­θῆ­κες, γιά νά δῆς τήν δύ­να­μι καί τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ». Καί μό­λις πῆ­γε ἡ γυ­ναῖ­κα καί εἶ­δε τίς ἀ­πο­θῆ­κες γε­μᾶ­τες, δό­ξα­σε τόν πλου­σι­ό­δω­ρο Θε­ό καί κα­τα­φι­λῶν­τας τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο Παγ­κρά­τιο τοῦ εἶ­πε× «Παι­δί μου ἀ­γα­πη­τό, ἀ­πό σή­με­ρα δί­νε, ὅ­σο θέ­λεις, στούς φτω­χούς καί πιά δέν θά σέ ὀ­νο­μά­ζω Παγ­κρά­τιο, ἀλ­λά Πο­λύ­καρ­πο». Καί ἔ­τσι ἐ­πι­κρά­τη­σε αὐ­τό τό ὄ­νο­μα στόν Ἅ­γιο.

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἔ­γι­νε πεῖ­να με­γά­λη σ’­ ἐ­κεί­νη τήν χώ­ρα τῆς Ἐ­φέ­σου καί τό­τε ὁ ἀ­ξι­ο­μα­κά­ρι­στος Πο­λύ­καρ­πος ἔ­δει­ξε με­γά­λη εὐ­σπλαγ­χνί­α καί συμ­πά­θεια. Δι­ό­τι πολ­λοί κιν­δύ­νευ­αν ἀ­πό τήν πεῖ­να καί τούς ἔ­δι­νε ὁ Ἅ­γιος πλου­σι­ο­πά­ρο­χα. Καί γενικά ὅ­σοι εἶ­χαν στε­νο­χώ­ρια, ἔ­λε­γαν ἄς πᾶ­με στόν ἐ­λε­ή­μο­να Πο­λύ­καρ­πο. Καί ἐκεῖνος ὅ­λους τούς δε­χό­ταν μέ πολ­λή εὐ­σπλαγ­χνί­α καί τούς εὐ­ερ­γε­τοῦ­σε.

Ὅ­ταν ὁ Ἅ­γιος ἔ­γι­νε εἴ­κο­σι πέν­τε ἐτῶν, ἄ­κου­σε, ὅ­τι ὁ θε­ο­λό­γος Ἰ­ω­άν­νης ­κή­ρυτ­τε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο στά ἄλ­λα μέ­ρη τῆς Ἀ­σί­ας, καί ἐ­πει­δή εἶ­χε πο­λύ πό­θο νά τόν ἀ­πο­λαύ­ση, ἔ­λα­βε τήν ἄ­δεια καί τήν εὐ­χή τῆς μη­τέρας του καί ­πῆ­γε στόν Θε­ο­λό­γο, μα­ζί μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν καί ὁ θε­ο­φό­ρος Ἰ­γνά­τιος καί ὁ Μα­κά­ριος Βου­κό­λος, καί μα­ζί μέ αὐ­τούς ἀ­κο­λού­θη­σε καί ὁ θεῖ­ος Πο­λύ­καρ­πος καί ­δο­κί­μα­ζε με­γά­λες τα­λαι­πω­ρί­ες καί κά­θε ἄλ­λη στε­νο­χώ­ρια, γιά νά κη­ρύτ­τη τόν λό­γο τοῦ Χρι­στοῦ σάν ἄλ­λος Ἀ­πό­στο­λος. Καί ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τός και­ρός, ἦλ­θε δι­α­τα­γή ἀ­πό τόν βα­σι­λιά τῆς Ρώ­μης Δο­μι­τια­νό, γιά νά ἐ­ξο­ρι­σθῆ ὁ θε­ο­λό­γος Ἰ­ω­άν­νης στό νη­σί τῆς Πά­τμου. Καί ἐ­πει­δή ἐ­πρό­κει­το νά πά­η στήν ἐ­ξο­ρί­α, ­χει­ρο­τό­νη­σε τόν Μα­κά­ριο Βου­κό­λο Ἀρ­χι­ε­ρέ­α τῆς Σμύρ­νης καί τοῦ ἔ­δω­σε τόν Ἅ­γιο Πο­λύ­καρ­πο νά τόν ἔ­χη συ­νο­δεί­α. Καί ἔ­τσι, ἀ­φοῦ τούς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ­πῆ­ρε μα­ζί του τόν Πρό­χο­ρο  καί ­πῆ­γε στήν Πά­τμο.

Στήν Σμύρ­νη ὁ Ἅ­γιος Βου­κό­λος τόν θεῖ­ο Πο­λύ­καρ­πο τόν ­χει­ρο­τό­νη­σε Ἱ­ε­ρέ­α, πα­ρ’ ­ὅ­λο πού δέν ἤ­θε­λε μέ κα­νέ­ναν τρό­πο, τόν ἀ­νέ­βα­σε ἀ­κό­μη καί στό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ Ὀρ­φα­νο­τρό­φου. Καί τό­σο τα­πει­νό­φρονας ἦ­ταν ὁ Μα­κά­ριος, πού δέν θέ­λη­σε πο­τέ κα­μί­α ἐ­ξαί­ρε­σι, οὔ­τε στίς συγ­κεν­τρώ­σεις τῶν Ἱ­ε­ρέ­ων κα­θό­ταν μπρο­στά σύμ­φω­να μέ τήν τά­ξι του, ἀλ­λά κα­θό­ταν κα­τώ­τε­ρα ἀ­πό ὅ­λους, σάν ἕ­νας τι­πο­τέ­νιος ἄν­θρω­πος.

Ἀλ­λά ὁ Θε­ός, βλέ­πον­τας τήν πολ­λή του τα­πεί­νωσ­ι, τόν ὕ­ψω­σε καί τόν δό­ξα­σε. Ἐ­πει­δή προ­έ­βλε­ψε ὁ θεῖ­ος Βου­κό­λος τόν θά­να­τό του, συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λους τούς ἐ­πι­σκό­πους τῆς ἐ­παρ­χί­ας καί ὅ­λο τόν Κλῆ­ρο καί τούς Χρι­στια­νούς καί τούς ­φα­νέ­ρω­σε τόν θά­να­τό του καί ὅ­τι ­ψή­φι­σε γιά δι­ά­δο­χό του τόν Ἅ­γιο Πο­λύ­καρ­πο. Καί ἔ­τσι ­χει­ρο­το­νή­θη­κε μέ τήν βία Ἀρ­χι­ε­ρέας τῆς Σμύρ­νης ὁ Ἱ­ε­ρός Πο­λύ­καρ­πος. Ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε ὁ Ἅ­γιος τό μέ­γα αὐ­τό φορ­τί­ο τῆς Ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νης, ­ποί­μαι­νε τά λο­γι­κά πρό­βα­τα τοῦ Χρι­στοῦ μέ πολ­λή φρον­τί­δα, δι­δά­σκον­τας κα­θη­με­ρι­νά τόν λό­γο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί γι­νό­με­νος πα­ρά­δειγ­μα κά­θε ἀ­γα­θοῦ. Δυ­νά­μω­νε τούς ἀ­δυ­νά­τους, πα­ρη­γο­ροῦ­σε τούς θλιμ­μέ­νους, θε­ρά­πευ­ε τούς ἀ­σθε­νεῖς καί ὅ­λους τούς Χρι­στια­νούς βο­η­θοῦ­σε ἀ­νά­λο­γα μέ τήν ἀ­νάγ­κη, πού εἶ­χε ὁ κα­θέ­νας. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως φρόν­τι­ζε, ὅ­πως μπο­ροῦ­σε, τούς Μάρ­τυ­ρες, πού ­βα­σά­νι­ζαν ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό οἱ τύ­ραν­νοι, καί τούς στε­ρέ­ω­νε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Καί, γιά νά μι­λή­σω μέ συν­το­μί­α, ὀρ­θά ὀ­νο­μά­σθη­κε Πο­λύ­καρ­πος, για­τί δέν ἔ­λει­ψε πο­τέ ἀ­πό αὐ­τόν ὁ θε­ϊ­κός καρ­πός.

Θέ­λου­με νά δι­η­γη­θοῦ­με κά­ποι­α λί­γα πρός ἐ­πι­βε­βαί­ω­σι τῶν πολ­λῶν.

Μί­α φο­ρά ἔ­γι­νε μί­α με­γά­λη καί φο­βε­ρή πυρ­κα­γιά στήν Σμύρ­νη καί κρά­τη­σε ἑ­πτά ἡ­με­ρό­νυ­κτα. Οἱ ἀ­νό­η­τοι εἰ­δω­λο­λά­τρες ἐ­πι­κα­λοῦν­ταν τήν βο­ή­θεια τῶν θε­ῶν τους, ἀλ­λά μά­ται­α. Γι­’ ­αὐ­τό οἱ Χρι­στια­νοί προ­σέ­τρε­ξαν στόν Ἅ­γιο, πα­ρα­κα­λῶν­τας τον νά κά­νη προ­σευ­χή πρός τόν Κύ­ριο, γιά νά στα­μα­τή­ση ἡ φω­τιά. Καί ἐ­πει­δή τούς σπλαγ­χνί­σθη­κε ὁ Ἅ­γιος, ἔ­κα­με δέ­η­σι στόν Θε­ό, σύμ­φω­να μέ τό αἴ­τη­μά τους. Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε στήν πυρ­κα­γιά καί λέ­ει× «Στό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­γώ ὁ ἀ­νά­ξιος λα­τρεύ­ω καί προ­σκυ­νῶ, σέ προ­στά­ζω νά στα­μα­τή­σης αὐ­τή τήν ὥ­ρα καί νά σβή­σης ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά». Καί, ὤ τοῦ πα­ρα­δό­ξου θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως ἔ­σβη­σε τε­λεί­ως ἡ φο­βε­ρή ἐ­κεί­νη φω­τιά καί ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε. Καί αὐ­τοί πού ἦ­ταν πα­ρόν­τες ­θαύ­μα­σαν καί φώ­να­ξαν με­γα­λό­φω­να. «Μέ­γας εἶ­ναι ὁ Θε­ός τῶν Χρι­στια­νῶν». Καί πολ­λοί εἰ­δω­λο­λά­τρες ἐ­πι­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί ­βα­πτί­σθη­καν.

Ἕ­νας δέ ἀ­πό τούς εἰ­δω­λο­λά­τρες, ἄρ­χοντας με­γά­λος, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Πε­τρώ­νιος, ἔ­λε­γε λό­για βλά­σφη­μα κα­τά τῆς πί­στε­ως τῶν Χρι­στια­νῶν καί κα­τά τοῦ Ἁ­γί­ου καί ἀ­μέ­σως δαι­μο­νί­σθη­κε. Καί ὅ­ταν τόν εἶ­δαν με­ρι­κοί Χρι­στια­νοί, τόν λυ­πή­θη­καν καί πα­ρα­κά­λε­σαν τόν Ἅ­γιο νά τόν γι­α­τρέ­ψη. Ὁ ὁ­ποῖ­ος, μι­μού­με­νος τόν Δε­σπό­τη Χρι­στό τόν γι­ά­τρευ­σε μέ δι­πλῆ για­τρειά. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ ἐ­πέ­πλη­ξε τό πο­νη­ρό καί ἀ­κά­θαρ­το πνεῦ­μα, τό ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πό τόν Πε­τρώ­νιο καί ἐ­κεῖ­νον τόν ­φώ­τι­σε στήν ψυ­χή καί ἀ­να­γνώ­ρι­σε τήν δύ­να­μι πού ἔ­χουν οἱ δοῦ­λοι τοῦ Χρι­στοῦ, καί βα­πτί­σθη­κε μέ ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους τοῦ σπι­τιοῦ του.

Με­τά ἀ­πό τέσ­σε­ρα χρό­νια, ἔ­πει­τα ἀ­πό τήν πυρ­κα­γιά, πού εἴ­πα­με, ἀ­κο­λού­θη­σε με­γά­λη ἀ­νομ­βρί­α σέ ὅ­λη τήν πε­ρι­ο­χή τῆς Σμύρ­νης. Γι­’­ αὐ­τό οἱ Χρι­στια­νοί προ­σέ­τρε­ξαν πά­λι στόν Ἅ­γιο καί ἔ­κα­νε δέ­η­σι πρός τόν Κύ­ριο καί ἔ­βρε­ξε τό­ση βρο­χή, πού ­δρό­σι­σε ὅ­λους τούς καρ­πούς καί ἔ­λα­βαν με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά οἱ ἄν­θρω­ποι, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό καί εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Ἅ­γιο.

Καί ἄς ἔλ­θου­με νά δι­η­γη­θοῦ­με μέ συν­το­μί­α καί τό ἔν­δο­ξο Μαρ­τύ­ριο.

Ὅ­ταν ­βα­σί­λευ­ε στήν Ρώ­μη ὁ ὁ ἀσεβής Δέκιος[1] κατά τό ἔτος 143, ξε­κί­νη­σε μέ­γας δι­ωγ­μός ἐ­ναν­τί­ον τῆς πί­στε­ως τοῦ Χρι­στοῦ. Γι­’­ αὐ­τό καί ὁ ἄρ­χοντας τῆς Σμύρ­νης ὅ­ποι­ον Χρι­στια­νό εὕ­ρι­σκε, τόν τι­μω­ροῦ­σε ἀ­πάν­θρω­πα, ἕ­ως ὅ­του τόν ­θα­νά­τω­νε. Ἀ­πο­φά­σι­σε νά ζη­τή­ση καί τόν Ἅ­γιο Πο­λύ­καρ­πο, ὡς Ἀρ­χι­ε­ρέ­α τῶν Χρι­στια­νῶν.

Ὅ­ταν τό ἄ­κου­σε ὁ θεῖ­ος Πο­λύ­καρ­πος, δέν τα­ρά­χθη­κε κα­θό­λου, ἀλ­λά ἤ­θε­λε νά μεί­νη στήν πό­λι. Οἱ Χρι­στια­νοί ὅ­μως, ἐ­πει­δή δέν ἤ­θε­λαν νά στε­ρη­θοῦν ἕ­ναν τέ­τοι­ο ἄ­ξιο ποι­μέ­να, τόν ἔ­πει­σαν μέ δι­α­φό­ρους τρό­πους νά ἀ­να­χω­ρή­ση ἀ­πό τήν πό­λι. Καί ἔ­τσι ὁ Ἅ­γιος, μο­λο­νό­τι καί πο­θοῦ­σε τό Μαρ­τύ­ριο, ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν Σμύρ­νη καί πῆ­γε σέ ἕ­να χω­ριό, ὄ­χι μα­κριά ἀ­πό τήν χώ­ρα καί ἔ­με­νε ἐ­κεῖ, χω­ρίς νά κά­νη κά­τι ἄλ­λο, πα­ρά προ­σευ­χό­με­νος ἡ­μέ­ρα καί νύ­χτα γιά ὅ­λους τούς Χρι­στια­νούς.

 Καί ἐ­νῷ λοι­πόν προ­σευ­χό­ταν μί­α φο­ρά, κοι­μή­θη­κε με­τά τήν προ­σευ­χή, καί εἶ­δε στό ὅ­ρα­μά του, ὅ­τι τό προ­σκέ­φα­λό του ἄ­να­ψε ἀ­πό τήν φω­τιά καί κά­η­κε. Καί ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, εἶ­πε προ­φη­τι­κά σέ ἐ­κεί­νους, πού ἦ­ταν μα­ζί του, ὅ­τι μέ φω­τιά πρό­κει­ται νά ἀν­ταλ­λά­ξη τήν ζω­ή γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. Καί ἐ­πει­δή καί οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τοῦ ἄρ­χον­τα τόν ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν μέ κά­θε τρό­πο, ­πι­έ­σθη­κε πά­λι ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τῶν ἀ­δελ­φῶν καί πῆ­γε σέ ἄλ­λο χω­ριό. Καί τήν ὥ­ρα, πού ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ ὁ Ἅ­γιος, ἔ­φθα­σαν οἱ στρα­τι­ῶ­τες πού τόν ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν καί ἐ­πει­δή δέν τόν βρῆ­καν ἐ­κεῖ, ἔπια­σαν δύ­ο μι­κρά παι­διά καί τά ­βα­σά­νι­ζαν, γιά νά τόν φα­νε­ρώ­σουν ποῦ β­ρι­σκό­ταν. Καί ἐ­πει­δή δέν ἄν­τε­ξε τά βα­σα­νι­στή­ρια τό ἕ­να παι­δά­κι, τόν ­φα­νέ­ρω­σε. Λοι­πόν, ἀ­φοῦ ­πῆ­ραν οἱ στρα­τι­ῶ­τες τό παι­δά­κι ἐ­κεῖ­νο, ­πῆ­γαν τό βρά­δυ στό ἄλ­λο χω­ριό καί τόν βρῆ­καν τήν ὥ­ρα, πού ἔ­πε­σε νά κοι­μη­θῆ ἐ­πά­νω σέ ἕ­να ἀ­νώ­γει­ο ψη­λό. Καί ἀ­μέ­σως κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τό ἀ­νώ­γει­ο, καί δέ­χθη­κε τούς στρα­τι­ῶ­τες μέ χα­ρού­με­νο πρό­σω­πο. Ὁ  Ἅ­γιος ἐ­πρό­στα­ξε νά ἑ­τοι­μά­σουν τρά­πε­ζα καί νά τούς βά­λουν νά φᾶ­νε καί νά πιοῦν καί τούς ζή­τη­σε νά τοῦ δώ­σουν χρό­νο, γιά νά προ­σευ­χη­θῆ. Καί ἀ­φοῦ ­πῆ­ρε ἄ­δεια, προ­σευ­χή­θη­κε ἀρ­κε­τή ὥ­ρα. Ἔ­πει­τα ἀ­φοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι, τόν ἔ­βα­λαν ἐ­πά­νω καί τόν με­τέ­φε­ραν στήν πό­λι. Καί ὁ Ἅ­γιος πή­γαι­νε μέ προ­θυ­μί­α στό δι­κα­στή­ριο καί μό­λις μπῆ­κε μέ­σα, ἦλ­θε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό ἡ ἑ­ξῆς φω­νή× «Ἔ­χε δύ­να­μι Πο­λύ­καρ­πε καί θάρ­ρος». Τήν ὁ­ποί­α πολ­λοί Χρι­στια­νοί τήν ἄ­κου­σαν.

Λοι­πόν ἀ­φοῦ ὡμο­λό­γη­σε ὁ Ἅ­γιος, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Πολύκαρπος, τοῦ ἔλεγε ὁ τύραννος νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό καί νά τόν βλα­σφη­μή­ση. Ὁ δέ Ἅ­γιος εἶ­πε× «Ἔ­χω ὀ­γδόν­τα ἕ­ξι χρό­νια πού δου­λεύ­ω γι’ αὐ­τόν καί κα­νέ­να κα­κό δέν μοῦ ἔ­κα­νε καί πῶς μπο­ρῶ νά βλα­σφη­μή­σω τόν Βα­σι­λιά μου, τόν Σω­τῆ­ρα καί λυ­τρω­τή μου;». Ὁ τύ­ραν­νος τόν ­πί­ε­ζε πά­λι νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό. Τό­τε ὁ θεῖ­ος Πο­λύ­καρ­πος τοῦ λέ­ει× «Ἐ­πει­δή προ­σποι­εῖ­σαι, πώς δέν μέ ξέ­ρεις ποι­ός εἶ­μαι, ἄ­κου­σε μέ θάρ­ρος. Χρι­στια­νός εἶ­μαι καί τόν Χρι­στό δέν ἀρ­νοῦ­μαι. Καί ἄν θέ­λης νά μά­θης τόν λό­γο τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, δῶ­σε μου και­ρό καί ἀ­κρό­α­σι νά σοῦ τόν πῶ». Ὁ δέ κρι­τής τοῦ λέ­ει× «Ἐ­άν δέν ἀρ­νη­θῆς τόν Χρι­στό, θά σέ ρί­ξω στά θη­ρί­α». Ὁ Ἅ­γιος τοῦ λέ­ει× «Μήν ἀρ­γο­πο­ρῆς, για­τί ἐ­γώ δέν με­τα­κι­νοῦ­μαι ἀ­πό τήν πί­στι μου». Καί ὁ ἄρ­χοντας πά­λι τοῦ λέ­ει× «Ἐ­πει­δή δέν λο­γα­ριά­ζεις τά θη­ρί­α, θά σέ κα­τα­κά­ψω μέ τήν φω­τιά». Ὁ δέ μέ­γας Πο­λύ­καρ­πος λέ­ει× «Για­τί μέ φο­βε­ρί­ζεις μέ τήν φω­τιά, πού καί­γε­ται γιά λί­γη ὥ­ρα καί με­τά ἀ­πό λί­γο σβή­νει; Κά­νε ὅ,τι θέ­λεις». Αὐ­τά καί ἄλ­λα πε­ρισ­σό­τε­ρα λέ­γον­τας μέ με­γά­λο θάρ­ρος καί χα­ρά, ἔ­κα­νε τόν ἄρ­χον­τα νά μεί­νη ἐκ­στα­τι­κός. Τότε ἔ­στει­λε τόν κή­ρυ­κα στήν μέ­ση τοῦ στα­δί­ου καί ­κή­ρυ­ξε τρεῖς φο­ρές, ὅ­τι ὁ Πο­λύ­καρ­πος ὡμο­λό­γη­σε πώς εἶ­ναι Χρι­στια­νός. Αὐτό ὅ­ταν τό ἄ­κου­σε ὅ­λο το πλῆ­θος τῶν Ἑλ­λή­νων καί τῶν Ἑ­βραί­ων, ­φώ­να­ξαν μέ δυ­να­τή φω­νή καί μέ θυ­μό ἀ­συγ­κρά­τη­το× «Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Πα­τέ­ρας τῶν Χρι­στια­νῶν, πού δι­δά­σκει τούς ἀν­θρώ­πους νά μήν προ­σκυ­νοῦν τούς θε­ούς καί πρέ­πει νά τόν κά­ψου­με μέ τήν φω­τιά ζων­τα­νό».

Ὅ­ταν ἑ­τοι­μά­σθη­κε ἡ πυρ­κα­γιά, ἔ­βγα­λε ὁ Ἅ­γιος τά ροῦ­χα του καί, ὄντας μέσα στήν φωτιά, ἔλυσε μό­νος του τήν ζώνη του. Ὅ­μως ἐμ­πο­δί­σθη­κε λί­γο ἀ­πό τούς Χρι­στια­νούς, πού συ­νέ­τρε­χαν ὅ­λοι μέ με­γά­λη βι­α­σύ­νη, ποι­ός νά πρω­το­α­σπα­σθῆ τό Ἅ­γιο σῶ­μα του.

Ἔ­πει­τα ἔ­τρε­ξαν οἱ στρα­τι­ῶ­τες, γιά νά τόν καρ­φώ­σουν νά μήν κου­νη­θῆ, ἐ­νῷ θά και­γό­ταν. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως τούς εἶ­πε× «Ἀ­φῆ­στε με ἔ­τσι ἀ­κάρ­φω­το, καί ἐ­κεῖ­νος πού μοῦ δί­νει δύ­να­μι νά ὑ­πο­μεί­νω τήν φω­τιά, θά μέ δυ­να­μώ­ση, γιά νά μήν κου­νη­θῶ κα­θό­λου». Καί ἔ­τσι δέν τόν κάρ­φω­σαν, ἀλ­λά τόν ἔ­δε­σαν πί­σω τά χέ­ρια. Καί ἀ­φοῦ ὕ­ψω­σε τά μά­τια του στόν οὐ­ρα­νό, προ­σευ­χή­θη­κε μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο. «Κύ­ρι­ε, ἐ­σύ ὁ Θε­ός ὁ παν­το­κρά­τωρ, σέ  εὐ­χα­ρι­στῶ, δι­ό­τι μέ ἀ­ξί­ω­σες τήν ἡ­μέ­ρα καί τήν ὥ­ρα αὐ­τή, νά συ­να­ριθ­μη­θῶ καί ἐ­γώ μα­ζί μέ τούς Μάρ­τυ­ρές σου σέ ἀ­νά­στα­σι ζω­ῆς αἰ­ω­νί­ου καί ψυ­χῆς καί σώ­μα­τος καί μα­κά­ρι νά γί­νω δε­κτός μπρο­στά σου σή­με­ρα ὡς εὐ­πρόσ­δε­κτη θυ­σί­α, ὅ­πως τό προ­ε­τοί­μα­σες καί τό ­φα­νέ­ρω­σες ἀ­πό πρίν καί τό ­τε­λεί­ω­σες ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ός. Γι’ αὐ­τό καί γιά ὅ­λα σέ εὐ­λο­γῶ, σέ δο­ξά­ζω μα­ζί μέ τόν ἀ­γα­πη­τό σου Υἱ­ό καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα τώ­ρα καί πάν­τα, καί στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν».

 Καί ἀ­φοῦ ­τε­λεί­ω­σε τήν προ­σευ­χή, μπῆ­κε μέ­σα στήν φω­τιά, καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος ! ἡ φλό­γα ἐ­κεί­νη ἔ­γι­νε ἕ­να εἶ­δος κα­μά­ρας καί πε­ρι­κύ­κλω­σε τό σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί ἦ­ταν στήν μέ­ση της φω­τιᾶς, ὄ­χι σάν σάρ­κα πού και­γό­ταν, ἀλ­λά σάν χρυ­σά­φι πού πυ­ρα­κτω­νό­ταν μέ­σα σέ κα­μί­νι χρυ­σο­χό­ου καί ἔ­βγαι­νε με­γά­λη εὐ­ω­δί­α, σάν νά και­γό­ταν λι­βά­νι, ἤ κά­τι ἄλ­λο ἀ­πό τά τί­μια ἀ­ρώ­μα­τα.

Τέ­λος πάν­των, βλέ­πον­τας οἱ ἄ­νο­μοι, πώς δέν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά κα­ῆ τό σῶ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­πό τήν φω­τιά, ­πρό­στα­ξαν νά πλη­σιά­ση στόν Μάρ­τυ­ρα ἕ­νας δή­μιος καί νά τόν θα­να­τώ­ση μέ τό ξί­φος καί, ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε αὐ­τό, βγῆ­κε τό­σο πλῆ­θος αἵ­μα­τος, ὥ­στε ἔ­σβη­σε τε­λεί­ως τήν φω­τιά καί ­θαύ­μα­σε ὅ­λο τό πλῆ­θος μέ τά θαυ­μά­σια του Θε­οῦ.

Ὁ δέ φθο­νε­ρός δι­ά­βο­λος, ἐ­πει­δή ἤ­ξε­ρε ὅ­τι οἱ Χρι­στια­νοί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν νά πά­ρουν τό Ἱ­ε­ρό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου γιά ἁ­για­σμό, τί μη­χα­νεύ­θη­κε; Πα­ρα­κί­νη­σε ἕ­ναν ἄρ­χον­τα καί εἶ­πε στόν ἐ­ξου­σια­στή νά μήν δώ­ση τό σῶ­μα τοῦ Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρα στούς Χρι­στια­νούς, γιά νά μήν ἀ­φή­σουν τόν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο Ἰ­η­σοῦ καί ἀρ­χί­σουν νά σέ­βων­ται τόν Ἅ­γιο Πο­λύ­καρ­πο. Τό ἴ­διο ἔ­λε­γαν καί οἱ Ἑ­βραῖ­οι, οἱ ὁ­ποῖ­οι καί πα­ρα­φύ­λα­γαν, νά μήν τό πά­ρουν κρυ­φά οἱ Χρι­στια­νοί. Λοι­πόν ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος, ἀ­φοῦ ἔ­ρρι­ξε τό Ἅ­γιο Λεί­ψα­νο στήν μέ­ση της φω­τιᾶς, τό ἔ­κα­ψε. Καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά οἱ Χρι­στια­νοί, ἀ­φοῦ ­πῆ­ραν ἐ­κεῖ­να, πού ἀ­πέ­μει­ναν ἀ­πό τήν φω­τιά, τά ἐν­τα­φί­α­σαν μέ εὐ­λά­βεια καί τι­μές σέ τό­πο ἐ­πί­ση­μο, πρός δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ τοῦ Θε­οῦ μας, στόν ὁ­ποῖ­ο ἁρ­μό­ζει κά­θε δό­ξα, τι­μή καί προ­σκύ­νη­σις, στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί του στήν ἁ­γι­ώ­τα­τη Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ, βλέ­πε στό Νέ­ο Ἐ­κλό­γιο[2].

Τόν δέ ἑλ­λη­νι­κό του Βί­ο συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ». Σῴ­ζε­ται στήν Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες).

  Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν Ἰωάννου, Μωυσέως, Ἀντιόχου, καί Ἀντωνίνου.

Ἀ­πό τούς τέσ­σε­ρις αὐ­τούς Ὁ­σί­ους ὁ μέν Ἰ­ω­άν­νης ἔ­γι­νε μα­θη­τής καί γνώ­ρι­μος τοῦ Ὁ­σί­ου Λι­μναί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­σκή­τευ­σε στό βου­νό, πού εἶ­ναι κον­τά στό χω­ριό Τάρ­γα­λα, κα­θώς προ­εί­πα­με στήν 22α τοῦ πα­ρόν­τος μη­νός. Αὐ­τός λοι­πόν πη­γαί­νον­τας σέ μί­α βου­νο­πλα­γιά πο­λύ κρύ­α, (δι­ό­τι βρί­σκε­ται στό βό­ρει­ο μέ­ρος), σέ ἐ­κεί­νη πέ­ρα­σε εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια ἀ­σκε­πής καί χω­ρίς στέ­γη.

Ἡ τρο­φή του ἦ­ταν ψω­μί καί ἁ­λά­τι. Φο­ροῦ­σε ἔν­δυ­μα ὑ­φα­σμέ­νο ἀ­πό τρί­χες γιδί­σι­ες. Εἶ­χε τό σῶ­μα του δε­μέ­νο μέ βα­ρύ­τα­τα σί­δη­ρα, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α κα­τα­βα­ρυ­νό­με­νος καί ἀ­πό τίς ἀ­κτῖ­νες τοῦ ἡ­λί­ου κα­τα­φλε­γό­με­νος, δέν θέ­λη­σε πο­τέ νά λά­βη ὁ γεν­ναῖ­ος ἀ­γω­νι­στής καμ­μί­α ἀ­να­κού­φι­σι καί πα­ρη­γο­ριά στίς κα­κο­πά­θει­ες αὐ­τές. Ἔ­τσι καί τήν ἀ­μυ­γδα­λιά ἐ­κεί­νη, πού τήν φύ­τευ­σε ἕ­νας γνω­στός του κον­τά στήν κλί­νη του, ἡ ὁ­ποί­α μέ τόν και­ρό ἔ­γι­νε δέν­δρο καί τοῦ ἔ­κα­μνε ἴ­σκιο, καί αὐ­τήν, λέ­ω, πρό­στα­ξε καί τήν ἔ­κο­ψαν, γιά νά μήν ἀ­πο­λαμ­βά­νη ἀ­πό τόν ἴ­σκιό της καμ­μί­α πα­ρη­γο­ριά. Μέ τέ­τοι­ον τρό­πο λοι­πόν ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός Ἰ­ω­άν­νης ἀ­γω­νι­ζό­με­νος, πρός Κύ­ριο ἐ­ξε­δή­μη­σε.

Ὁ δέ μα­κά­ριος Μω­υ­σῆς μι­μού­με­νος τήν ζω­ή τοῦ Ὁ­σί­ου Ἰ­ω­άν­νου, πού ἀ­να­φέρ­θη­κε, πῆ­γε σέ μί­α κο­ρυ­φή, ἡ ὁ­ποί­α βρι­σκό­ταν ἐ­πά­νω στό χω­ριό τό ὀ­νο­μα­ζό­με­νο Ρα­μά καί ἐ­κεῖ ἀ­γω­νι­ζό­ταν μέ ἀ­γῶ­νες ἀ­σκη­τι­κούς. Ὁ δέ ἀ­οί­δι­μος Ἀν­τί­ο­χος, μο­λο­νό­τι ἦ­ταν γέ­ρον­τας στήν ἡ­λι­κί­α, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὅ­μως με­γά­λη ἄ­σκη­σι.

 Ἀλ­λά καί ὁ τρι­σόλ­βιος Ἀν­τω­νῖ­νος, γέ­ρον­τας ὄν­τας, ἔ­κτι­σε ἕ­να πε­ρι­τεί­χι­σμα σέ ἕ­ναν ἐ­ρη­μό­τα­το τό­πο, καί ἐ­κεῖ ἀ­γω­νι­ζό­ταν πα­ρό­μοι­α μέ τούς νέ­ους. Δι­ό­τι τήν ἴ­δια τρο­φή τῶν νέ­ων, δη­λα­δή τό ψω­μί καί τό ἁ­λά­τι, ἔ­τρω­γαν καί οἱ δύ­ο αὐ­τοί. Καί τό ἴ­διο πο­τό τῶν νέ­ων ἔ­πι­ναν, δη­λα­δή τό νε­ρό καί τό ἴ­διο μέ ἐ­κεί­νους τρί­χι­νο ἔν­δυ­μα φο­ροῦ­σαν καί αὐ­τοί, καί τίς ἴ­δι­ες ἀ­γρυ­πνί­ες καί προ­σευ­χές μέ ἐ­κεί­νους ἔ­κα­μναν καί οἱ δύ­ο. Καί γιά νά πῶ γε­νι­κά, πάν­το­τε οἱ τέσ­σε­ρις Αὐ­τοί Ὅ­σιοι βρί­σκον­ταν σέ πό­νους καί κό­πους, τό­σο ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα, ὅ­σο καί ὅ­λη τήν νύ­κτα καί οὔ­τε ἡ πο­λυ­και­ρί­α τῆς ἀ­σκή­σε­ως, οὔ­τε τά γη­ρα­τειά, οὔ­τε ἡ ἀ­σθέ­νεια τῆς φύ­σε­ως λι­γό­στε­ψε τήν ὑ­πο­μο­νή καί ἀν­δρεί­α τους.

Δι­ό­τι εἶ­χαν στήν καρ­διά τους ἔν­θε­ο ἔ­ρω­τα καί προ­θυ­μί­α, στό νά κο­πιά­ζουν γιά τόν Θε­ό καί νά ἀ­γω­νί­ζων­ται. Ἔ­τσι μέ τέ­τοι­ους ἀ­γῶ­νες, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν τήν ζω­ή τους, μέ εἰ­ρή­νη πα­ρέ­δω­σαν τίς ψυ­χές τους στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ[3].

    Μνή­μη τῶν Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν Πο­λυ­χρο­νί­ου, Μω­σέ­ως   καί Δα­μια­νοῦ, τῶν μα­θη­τῶν τοῦ Ζε­βι­νᾶ.

 Ἀ­πό αὐ­τούς τούς τέσ­σε­ρις Ὁ­σί­ους ὁ μέν θεῖ­ος Ζε­βι­νᾶς ἐ­πά­νω σέ ἕ­να βου­νό ἀ­φοῦ κα­τε­σκεύ­α­σε κελ­λί ἀ­σκη­τι­κό, τό χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιά ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες μέ­χρι τά γη­ρα­τειά του. Ὑ­πε­ρέ­βα­λε δέ ὅ­λους τούς Ὁ­σί­ους τῆς ἐ­πο­χῆς του στήν ὑ­πο­μο­νή, πού εἶ­χε στήν ἁ­γί­α προ­σευ­χή. Ἐ­πει­δή δη­λα­δή ἀ­πό τά γη­ρα­τειά δέν μπο­ροῦ­σε νά στέ­κε­ται ὄρ­θιος στήν προ­σευ­χή, γι’ αὐ­τό ἀ­κουμ­πῶν­τας ἐ­πά­νω στό ρα­βδί του, προ­σευ­χό­ταν καί δο­ξο­λο­γοῦ­σε τόν Θε­ό ὁ ἀ­οί­δι­μος. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε μέ θαυ­μά­σια καί θε­ά­ρε­στη ζω­ή, ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τόν πα­ρόν­τα βί­ο καί ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο.

Ὁ θεῖ­ος Πο­λυ­χρό­νιος ἔ­γι­νε μα­θη­τής τοῦ Ὁ­σί­ου Ζε­βι­νᾶ καί τό­σο πο­λύ μι­μή­θη­κε τίς ἀ­ρε­τές τοῦ δι­δα­σκά­λου του καί ἐ­φάρ­μο­σε στόν ἑ­αυ­τό του τούς τρό­πους ἐ­κεί­νου, σέ ση­μεῖ­ο πού δέν τυ­πώ­νε­ται τό­σο κα­θα­ρά στό κε­ρί τοῦ δα­κτυ­λι­δί­ου ὁ τύ­πος. Δι­ό­τι τήν ἴ­δια στα­θε­ρό­τη­τα καί τό ἀ­δι­ά­λει­πτο τῆς ἐ­κεί­νου προ­σευ­χῆς, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε καί αὐ­τός. Σί­δε­ρα ὅ­μως δέν θέ­λη­σε νά φο­ρέ­ση, φο­βού­με­νος, μή­πως ἡ ψυ­χή του ὑ­πε­ρη­φα­νευ­θῆ γι’ αὐ­τό.

Ἀν­τί ὅ­μως γιά τά σί­δε­ρα, δι­έ­τα­ξε καί τοῦ ἔ­φε­ραν μί­α ρί­ζα δέν­δρου βα­ρύ­τα­τη, τήν ὁ­ποί­α σή­κω­νε τήν νύ­κτα ἐ­πά­νω στούς ὤ­μους του καί ἔ­τσι φορ­τω­μέ­νος ὄν­τας, προ­σευ­χό­ταν. Ὅ­ταν ὅ­μως ἤ­θε­λε νά ἔλ­θη κα­νείς καί νά κτυ­πή­ση στό κελ­λί του, ἔ­κρυ­βε τήν ρί­ζα σέ ἀ­πό­κρυ­φο τό­πο, γιά νά ἀ­πο­φύ­γη τήν δό­ξα καί τόν ἔ­παι­νο τῶν ἀν­θρώ­πων[4]. Ἀ­πό τούς πα­ρό­μοι­ους αὐ­τούς ἀ­γῶ­νες ἔ­λα­βε χά­ρι τῶν θαυ­μά­των ἀ­πό τόν Θε­ό ὁ τρι­σόλ­βιος. Δι­ό­τι μέ τήν προ­σευ­χή του κά­πο­τε ἔ­λυ­σε ξη­ρα­σί­α καί κα­τέ­βα­σε βρο­χή καί ἕ­να λα­δι­κό, πού ἦ­ταν ἄ­δει­ο, τό γέ­μι­σε ἀ­πό λά­δι.

Αὐ­τά καί ἄλ­λα θαυ­μά­σια ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε, πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε.

Οἱ ἄλ­λοι ἀ­νω­τέ­ρω δύ­ο Ὅ­σιοι, ὁ Μω­υ­σῆς, λέ­ω, καί ὁ Δα­μια­νός, πα­ρέ­μει­ναν καί αὐ­τοί μα­θη­τές τοῦ ἴ­διου θεί­ου Ζε­βι­νᾶ, ἀλ­λ’ ὁ μέν Μω­υ­σῆς ἔ­μει­νε μέ­χρι τέ­λος κον­τά στόν Ζε­βι­νᾶ, προ­σφέ­ρον­τας σέ αὐ­τόν σάν σέ πα­τέ­ρα καί κύ­ριό του κά­θε ὑ­πα­κο­ή καί ὑ­πη­ρε­σί­α καί δι­α­μορ­φώ­νον­τας στόν ἑ­αυ­τό του σάν σέ κα­θρέ­πτη τήν ἀ­ρε­τή, πού ἄ­στρα­πτε ἀ­πό τήν ἱ­ε­ρή ψυ­χή τοῦ μα­κά­ρι­ου ἐ­κεί­νου γέ­ρον­τα.

Ὁ δέ Δα­μια­νός ἔ­χον­τας ὡς δι­δά­σκα­λο τῆς μο­να­δι­κῆς πο­λι­τεί­ας ἀρ­χι­κά τόν Ὅ­σιο Πο­λυ­χρό­νιο, ὕ­στε­ρα πῆ­γε σέ ἕ­να χω­ριό, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, Νια­ρά λε­γό­με­νο, καί βρί­σκον­τας ἔ­ξω ἀ­πό τό χω­ριό του ἕ­να μι­κρό κελ­λά­κι καί μπαί­νον­τας σέ αὐ­τό, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τόν ἴ­διο τρό­πο ζω­ῆς τοῦ δι­δα­σκά­λου του Πο­λυ­χρο­νί­ου. Ὥ­στε, ὅ­ποι­ος ἤ­ξε­ρε κα­λά καί τούς δύ­ο, τόν Πο­λυ­χρό­νιο καί τόν Δα­μια­νό, ἔ­πει­τα ἔ­βλε­πε μό­νο τόν Δα­μια­νό, νό­μι­ζε, ὅ­τι συγ­χρό­νως βλέ­πει καί τόν Πο­λυ­χρό­νιο καί βλέ­πει τήν ψυ­χή τοῦ Πο­λυ­χρο­νί­ου, ἑ­νω­μέ­νη μέ τό σῶ­μα τοῦ Δα­μια­νοῦ. Ἐ­πει­δή καί στούς δύ­ο ἔ­λαμ­πε ἡ ἴ­δια ἁ­πλότ­ητα, ἡ ἴ­δια πρα­ό­τη­τα, ἡ ἴ­δια με­τρι­ό­τη­τα, ἡ ἴ­δια γλυ­κύ­τη­τα τῆς ὁ­μι­λί­ας, ἡ ἴ­δια νῆ­ψις καί προ­σο­χή τῆς ψυ­χῆς, ἡ ἴ­δια κα­τα­νό­η­σις τοῦ Θε­οῦ, ὁ ἴ­διος κό­πος καί ἡ ἀ­γρυ­πνί­α καί ἡ τρο­φή καί ἡ ἀ­κτη­μο­σύ­νη. Δι­ό­τι τό κελ­λί του, ἄλ­λο δέν εἶ­χε πα­ρά φα­κή βρεγ­μέ­νη. Τό­ση ὠ­φέ­λεια ἀ­πό­κτη­σε ὁ Ὅ­σιος Δα­μια­νός ἀ­πό τήν συ­να­να­στρο­φή τοῦ θεί­ου Πο­λυ­χρο­νί­ου[5].

  Ἡ Ἁγία Γοργονία, ἡ ἀδελφή Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου,  ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 Τιμῶ τελευτήν σήν σιγῇ Γοργονία,

Γρηγορίου μέλψαντος αὐτήν ἐκ λόγων

 

.Αὐ­τή ἡ Μα­κα­ρί­α Γορ­γο­νί­α εἶ­χε πα­τρί­δα μί­α πό­λι τῆς Και­σά­ρει­ας πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Να­ζια­νζό. Καί ὁ μέν πα­τέ­ρας της ὠ­νο­μα­ζό­ταν Γρη­γό­ριος, ἡ δέ Μη­τέ­ρα τῆς Νόν­να, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν Χρι­στια­νή ἀ­πό πα­λιά ἀ­πό γο­νεῖς καί προ­γό­νους. Ὁ πα­τέ­ρας ὅ­μως ἦ­ταν ἀ­πό γο­νεῖς εἰ­δω­λο­λά­τρες, ἀλ­λά ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη Νόν­να ἡ σύ­ζυ­γός του, με­τα­χει­ρί­σθη­κε πολ­λούς τρό­πους, ἕ­ως ὅ­του τόν ἔ­φε­ρε στήν Χρι­στι­α­νι­κή εὐ­σέ­βεια. Καί με­τά τό Βά­πτι­σμα τό­σο δι­έ­πρε­ψε στίς ἀ­ρε­τές ὁ Γρη­γό­ριος, ὥ­στε χει­ρο­το­νή­θη­κε καί Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Πα­τρί­δας του Να­ζια­νζοῦ. Ἡ δέ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη Νόν­να, τό­ση προ­σο­χή εἶ­χε στά θεί­α καί τό­ση εὐ­λά­βεια, ὥ­στε, ὅ­πως λέ­ει ὁ θε­ο­λό­γος Γρη­γό­ριος ὁ Υἱ­ός της, πο­τέ δέν γύ­ρι­σε τήν πλά­τη της ἀ­πό τό Ἀ­να­το­λι­κό μέ­ρος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού εἶ­ναι ἡ Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, πο­τέ δέν ἔ­φτυ­σε κά­τω στό ἔ­δα­φος τοῦ Να­οῦ, πο­τέ δέν μί­λη­σε μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α τήν ὥ­ρα τῆς Ἀ­κο­λου­θί­ας, ἤ σέ ἄλ­λη ὥ­ρα, ἐ­κτός μό­νο, ὅ­ταν ἦ­ταν με­γά­λη ἀ­νάγ­κη νά μι­λή­ση. Καί μέ τό πα­ρά­δειγ­μα τῶν ἀ­ρε­τῶν της καί μέ τίς προ­σευ­χές, πού ἔ­κα­μνε πρός τόν Θε­ό, ἡ­μέ­ρες καί νύ­χτες, μπό­ρε­σε νά με­τα­βά­λη τόν ἄν­δρα της ἀ­πό τήν ἀ­σέ­βεια στήν εὐ­σέ­βεια.

Λοι­πόν ἐ­φό­σον ἀ­πό μί­α τέ­τοι­α Ἁ­γί­α Μη­τέ­ρα γεν­νή­θη­κε καί ἀ­να­τρά­φη­κε ἡ Ἁ­γί­α Γορ­γο­νί­α. Τό­σο ξε­πέ­ρα­σε ὅ­λες τίς ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες τῆς ἐ­πο­χῆς της στήν σω­φρο­σύ­νη καί ἔ­δει­ξε σέ ὅ­λους, ὅ­τι οὔ­τε ἡ παρ­θε­νί­α ἑ­νώ­νει τόν ἄν­θρω­πο μέ τόν Θε­ό, οὔ­τε πά­λι ὁ γά­μος τόν δε­σμεύ­ει μέ τόν Κό­σμο καί τόν χω­ρί­ζει ἀ­πό τόν Θε­ό. Καί ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ ὁ μέν γά­μος νά εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­πο­φευ­κτός ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους, ἡ δέ παρ­θε­νί­α νά εἶ­ναι ὅ­λως δι­ό­λου ἐ­παι­νε­τή. Αὐ­τή ἡ πα­νύ­μνη­τη δέν χω­ρί­σθη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό, ἐ­πει­δή παν­τρεύ­θη­κε, οὔ­τε ἐ­πει­δή εἶ­χε κε­φα­λή τόν ἄν­δρα της, δέν ἦ­ταν ἑ­νω­μέ­νη μέ τήν πρώ­τη κε­φα­λή, τόν Χρι­στό. Ἀλ­λά ὑ­πη­ρέ­τη­σε λί­γο στόν Κό­σμο, καί στήν φύ­σι, σύμ­φω­να μέ τόν νό­μο τῆς σαρ­κός, τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Θε­ός ὤ­ρι­σε, ὅ­λο ὅ­μως τόν ἑ­αυ­τό της τόν ἀ­φι­έ­ρω­σε στόν Θε­ό. Καί ὄ­χι μό­νο τόν ἄν­δρα της, ἀλ­λά καί τόν καρ­πό τῆς κοι­λιᾶς της, δη­λα­δή τά παι­διά της, καί τά παι­διά τῶν παι­δι­ῶν της, τά ἔ­κα­νε καρ­πό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

    Αὐ­τά πού λέ­ει ὁ Σο­λο­μῶν, γιά νά ἐ­παι­νέ­ση τήν σώ­φρο­να καί τί­μια γυ­ναῖ­κα, εἶ­ναι μι­κρά καί εὐ­τε­λῆ γιά τόν ἔ­παι­νο τῆς τι­μι­ώ­τα­της καί σω­φρο­νέ­στα­της Γορ­γο­νί­ας.

     Ἡ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη Γορ­γο­νί­α δέν στο­λι­ζό­ταν μέ χρυ­σᾶ στο­λί­δια, δέν καλ­λώ­πι­ζε τήν τί­μια κε­φα­λή της, δέν ἔν­τυ­νε τό σῶ­μα της μέ ἀ­κρι­βά καί πο­λυ­έ­ξο­δα φο­ρέ­μα­τα, οὔ­τε τό λάμ­πρυ­νε μέ μαρ­γα­ρι­τά­ρια καί δι­α­μάν­τια, οὔ­τε μέ κοκ­κι­νά­δια καί φτι­α­σί­δια σκέ­πα­σε πο­τέ τό πρό­σω­πό της. Ἀλ­λά μό­νο ἤ­θε­λε νά στο­λί­ζη τήν ψυ­χή της μέ τά κα­λά καί Χρι­στι­α­νι­κά ἤ­θη καί μέ ἀ­ρε­τές. Μί­α κοκ­κι­νά­δα τοῦ προ­σώ­που ἀ­γα­ποῦ­σε, ἐ­κεί­νη πού ἀν­θεῖ στά πρό­σω­πα τῶν σε­μνῶν καί τί­μι­ων γυ­ναι­κῶν ἀ­πό τήν ντρο­πή καί τήν εὐ­λά­βεια. Μί­α λευ­κό­τη­τα καί ἀ­σπρά­δα ἤ­θε­λε, ἐ­κεί­νη πού γί­νε­ται ἀ­πό τήν ἐγ­κρά­τεια καί τήν νη­στεί­α. Τό δέ βά­ψι­μο τοῦ προ­σώ­που καί τήν προ­σω­ρι­νή καί πλα­στή ὀ­μορ­φιά τήν ἄ­φη­νε σέ ἐ­κεῖ­νες πού δέν ἀ­γα­ποῦν τήν ὀ­μορ­φιά τῆς ψυ­χῆς, ἀλ­λά τοῦ σώ­μα­τος.

Καί τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ θεί­α Γορ­γο­νί­α σέ ὅ­λα αὐ­τά, τήν δέ φρό­νη­σί της καί τήν γνῶ­σι καί τήν εὐ­σέ­βεια καί τήν πί­στι πού εἶ­χε στόν Θε­ό, ποι­ός λό­γος μπο­ρεῖ νά τήν πα­ρα­στή­ση ἐ­πά­ξια; Για­τί τό­ση ἦ­ταν ἡ ὀ­ξύ­τητα καί ἡ εὐ­στρο­φί­α τοῦ νοῦ της, ὥ­στε τήν εἶ­χαν ὅ­λοι κοι­νῶς σύμ­βου­λο στίς ἀ­νάγ­κες τους, ὄ­χι μό­νο οἱ συγ­γε­νεῖς καί οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες, ἀλ­λά καί οἱ ξέ­νοι. Καί νό­μο ἄ­λυ­το καί ἀ­πα­ρά­βα­το εἶ­χαν ὅ­λοι τίς φρό­νι­μες συμ­βου­λές της. Καί ὡς πρός τήν εὐ­σέ­βεια καί τήν εὐ­λά­βεια ἦ­ταν θαυ­μα­στή καί ἀ­σύγ­κρι­τη. Δι­ό­τι ποι­ός ἄλ­λος στό­λι­σε τό­σο τούς ἱ­ε­ρούς να­ούς μέ τά ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τά του, ὅ­πως ἡ μα­κά­ρι­α Γορ­γο­νί­α; Ἤ κα­λύ­τε­ρα νά πῶ, ποι­ός ἄλ­λος κα­τέ­στη­σε τόν ἑ­αυ­τό του ζων­τα­νό να­ό τοῦ Θε­οῦ, σύμ­φω­να μέ τόν θεῖ­ο Ἀ­πό­στο­λο, ὅ­πως αὐ­τή; Ποι­ός ἄλ­λος τί­μη­σε τό­σο πο­λύ τούς Ἱ­ε­ρεῖς τοῦ Θε­οῦ; Ποι­ός ἄλ­λος ἐ­πέ­δει­ξε πιό συμ­πο­νε­τι­κή καί πιό σπλαγ­χνι­κή ψυ­χή σ’ αὐ­τούς πού ἔ­πα­σχαν; Ποι­ός ἄλ­λος βο­ή­θη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τούς φτω­χούς μέ τίς ἐ­λε­η­μο­σύ­νες του; Γιά τήν Ἁ­γί­α ἁρ­μό­ζει νά πῆ κα­νείς ἐ­κεῖ­να, πού ἔ­λε­γε ὁ δί­και­ος Ἰ­ώβ γιά τόν ἴ­διο. Τό σπί­τι της ἦ­ταν κοι­νό κα­τα­φύ­γιο γιά τούς φτω­χούς. Τά ὑ­πάρ­χον­τά της ἦ­ταν κοι­νά σέ ὅ­σους εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη καί τά σκόρ­πι­σε, τά ἔ­δω­σε στούς φτω­χούς, γιά νά μέ­νη ἡ δι­και­ο­σύ­νη της στόν αἰ­ῶ­να καί μέ πολ­λές εὐ­ερ­γε­σί­ας δε­ξι­ώ­θη­κε τόν Χρι­στό, μέ­σα ἀ­πό τούς πολ­λούς, πού ἔ­λα­βαν τίς εὐ­ερ­γε­σί­ες της. Καί τό κα­λύ­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λα ἦ­ταν, ὅ­τι δέν τά ἔ­κα­μνε φα­νε­ρά καί ἐ­πι­δει­κτι­κά, ἀλ­λά τά ἔ­κα­μνε κρυ­φά. Ὅ­λα της τά πράγ­μα­τα τά ἅρ­πα­ζε ἀ­πό τόν Κο­σμο­κρά­το­ρα δι­ά­βο­λο καί τά ἔ­φερ­νε στίς ἀ­σφα­λεῖς ἀ­πο­θῆ­κες τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, μέ­σῳ τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, πού ἔ­δι­νε στούς φτω­χούς. Στήν γῆ δέν ἄ­φη­σε τί­πο­τε ἄλ­λο, ἐ­κτός ἀ­πό τό σῶ­μα της. Ἕ­ναν πλοῦ­το ἄ­φη­σε στά παι­διά της τό κα­λό πα­ρά­δειγ­μα στά κα­λά καί θε­ά­ρε­στα.

Συ­νή­θεια ἔ­χουν πολ­λοί ἄν­θρω­ποι καί τήν ὥ­ρα, πού κά­νουν κα­νέ­να κα­λό, πέ­φτουν σέ ἄλ­λο κα­κό. Γιά πα­ρά­δειγ­μα, ὅ­ταν δί­νουν ἐ­λε­η­μο­σύ­νες στούς φτω­χούς, ξε­νοιά­ζουν πλέ­ον καί ἐ­πι­δί­δον­ται στίς ἀ­κο­λα­σί­ες, σάν νά ἀ­γό­ρα­σαν κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο τίς ἀ­πο­λαύ­σεις μέ τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη πού ἔ­δω­σαν. Δέν ἔ­κα­μνε ὅ­μως ἔ­τσι καί ἡ ἀ­ξι­ο­μα­κά­ρι­στη Γορ­γο­νί­α, ἀλ­λά κον­τά στήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη εἶ­χε καί τήν νη­στεί­α. Κον­τά στήν εὐ­σπλαγ­χνί­α καί τήν συμ­πό­νια πρός τούς φτω­χούς. Πάν­το­τε κα­τα­γι­νό­ταν στίς ἀ­να­γνώ­σεις τῶν θεί­ων Γρα­φῶν. Ἀ­γρυ­πνοῦ­σε στίς προ­σευ­χές, πό­τε μέν στε­κό­με­νη ὄρ­θια, πό­τε δέ γο­να­τί­ζον­τας στήν γῆ καί μέ καρ­διά συν­τε­τριμ­μέ­νη καί τα­πει­νω­μέ­νη καί μέ θερ­μά δά­κρυ­α ἀ­νύ­ψω­νε μα­ζί μέ τήν προ­σευ­χή καί τόν νοῦ της στόν Θε­ό καί ἐ­κεῖ τόν εἶ­χε ἀ­σά­λευ­το. Καί ξε­περ­νοῦ­σε σέ ὅ­λα αὐ­τά, ὄ­χι μό­νο τίς γυ­ναῖ­κες, ἀλ­λά καί τούς ἄν­δρες καί φαι­νό­ταν ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πό τούς ἄλ­λους. Καί ἄλ­λες ἀ­ρε­τές πού εἶ­χαν ἄλ­λοι, τίς μι­μοῦν­ταν καί αὐ­τή, καί τίς κα­τώρ­θω­νε καί ἄλ­λων πά­λι ἀ­ρε­τῶν, ἦ­ταν ἡ ἴ­δια μί­μη­σις καί πα­ρά­δειγ­μα. Καί τό­σο κα­τώρ­θω­σε ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές μέ ἄ­κρα τε­λει­ό­τη­τα, ὅ­σο δέν κα­τώρ­θω­σαν ἄλ­λοι μέτρια μί­α μό­νο ἀ­ρε­τή. Καί ποι­ό ἀ­πό τά κα­τορ­θώ­μα­τα τῆς Ἁ­γί­ας, δέν εἶ­ναι ἄ­ξιο θαυ­μα­σμοῦ; Τό φό­ρε­μα καί τό σῶ­μα της τό λε­ρω­μέ­νο καί ἄ­πλυ­το, πού ἔ­λαμ­πε μό­νο μέ τήν ἀ­ρε­τή. Ἡ ψυ­χή της πού συγ­κρα­τοῦ­σε τό σῶ­μα καί χω­ρίς τρο­φή σχε­δόν, σάν ἄυ­λο. Καί γιά νά ­πῶ κα­λύ­τε­ρα, τό σῶ­μα ἐ­κεῖ­νο, πού βι­ά­σθη­κε νά νε­κρω­θῆ καί πρίν ἀ­πό τόν χω­ρι­σμό, γιά νά λά­βη ἐ­λευ­θε­ρί­α ἡ ψυ­χή, καί νά μήν ἐμ­πο­δί­ζε­ται ἀ­πό τίς αἰ­σθή­σεις; Ἤ οἱ ἄ­γρυ­πνες νύ­χτες καί ἡ ψαλ­μῳωδί­α καί ἡ στά­σις πού ἄρ­χι­ζε ἀ­πό τήν ἡ­μέ­ρα καί τε­λεί­ω­νε τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα; Ὁ ὕ­πνος κα­τά­χα­μα πού σκλή­ραι­νε ὑ­περ­βο­λι­κά τήν ἁ­πα­λό­τη­τα τῶν με­λῶν της; Οἱ πη­γές τῶν δα­κρύ­ων πού σπέρ­νον­ταν ἀ­πό θλί­ψι, γιά νά θε­ρί­σουν μέ ἀ­γαλ­λί­α­σι τούς καρ­πούς; Ἡ νυ­χτε­ρι­νή βο­ή πού δι­α­περ­νοῦ­σε τά σύν­νε­φα καί ἔ­φθα­νε στόν οὐ­ρα­νό; Ἡ θερ­μό­της τοῦ πνεύ­μα­τός της, πού δέν λο­γά­ρια­ζε κα­θό­λου, οὔ­τε τούς σκύ­λους τούς νυ­χτε­ρι­νούς, οὔ­τε τίς ψυ­χρό­τη­τες τοῦ ἀ­έ­ρα, οὔ­τε τίς βρο­χές καί τίς βρον­τές καί τό χα­λά­ζι, οὔ­τε τό πα­ρά­και­ρο τῆς νύχτας, ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας πού εἶ­χε γιά τήν προ­σευ­χή; Ἡ γυ­ναι­κεί­α φύ­σις πού νί­κη­σε τήν ἀν­δρι­κή, γιά νά ἀ­γω­νι­σθῆ τόν κοι­νό ἀ­γῶ­να τῆς σω­τη­ρί­ας; Καί ­φα­νέ­ρω­σε πώς ἡ δι­α­φο­ρά πού ἔ­χουν οἱ ἄν­δρες καί οἱ γυ­ναῖ­κες εἶ­ναι ὡς πρός τό σῶ­μα μό­νο καί ὄ­χι ὡς πρός τήν ψυ­χή; Ἡ ἐγ­κρά­τεια τῆς Ἁ­γί­ας, πού ­νί­κη­σε τήν πι­κρή γεῦσι τῆς προ­μή­το­ρος Εὔας καί τήν ἁ­μαρ­τί­α καί τόν ἀ­πα­τη­λό ὄ­φι τόν δι­ά­βο­λο καί τόν θά­να­το; Ἡ ζω­ο­ποι­ός νέ­κρω­σί της, πού τί­μη­σε τήν τα­πεί­νω­σι τοῦ Χρι­στοῦ, πού ἔ­φθα­σε νά πά­ρη μέ­χρι καί μορ­φή δού­λου καί τά πά­θη του; Καί πῶς εἶ­ναι δυ­να­τό νά ἀ­πα­ριθ­μή­ση κα­νείς ὅ­λα τά κα­τορ­θώ­μα­τα τῆς μα­κά­ρι­ας Γορ­γο­νί­ας;

     Ἀλ­λά κα­λό εἶ­ναι νά προ­σθέ­σου­με στήν δι­ή­γη­σι τῶν ἀ­ρε­τῶν της καί τίς ἀν­τα­πο­δό­σεις καί τούς μι­σθούς, πού ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό, τόν δί­και­ο μι­σθα­πο­δό­τη, ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­κό­μη ζων­τα­νή στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Κα­θό­ταν μί­α φο­ρά ἡ Ἁ­γί­α ἐ­πά­νω σε μί­α ἅ­μα­ξα, τήν ὁ­ποί­α τήν ἔ­σερ­ναν μου­λά­ρια καί ὅ­πως ἐ­πή­γαι­ναν στόν δρό­μο, δέν ξέ­ρω πῶς, ἐ­ξα­γρι­ώ­θη­καν τά μου­λά­ρια ξαφ­νι­κά καί ἔ­τρε­ξαν μέ τό­ση ὁρ­μή, ὥ­στε ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­σε ἡ ἅ­μα­ξα καί ἔ­πε­σε ἡ Ἁ­γί­α.

Ὡ­στό­σο δέν ἔ­μει­νε στό μέ­ρος πού ἔ­πε­σε, ἀλ­λά πε­ρι­πλέ­χθη­κε στό ἁ­μά­ξι καί μα­ζί μέ αὐ­τό σερ­νό­ταν ἀ­πό τά μου­λά­ρια σέ τό­σο δι­ά­στη­μα, ὥ­στε κα­τα­κό­πη­καν τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός της καί κα­τα­συν­τρί­φθη­καν τά κόκ­κα­λά της. Καί αὐ­τό τό γε­γο­νός ­προ­ξέ­νη­σε με­γά­λο σκάν­δα­λο στούς ἄ­πι­στους. Πῶς τά­χα ἄ­φη­σε ὁ Θε­ός μί­α τέ­τοι­α Ἅ­για γυ­ναῖ­κα νά πά­θη τό­σο με­γά­λο κα­κό; Αὐ­τή ὅ­μως πα­ρ’ ὅ­λο πού εἶ­χε τό­ση ἀ­νάγ­κη ἀ­πό θε­ρα­πεί­α, δέν θέ­λη­σε νά προ­σκα­λέ­ση για­τρό νά τήν ἐ­πι­σκε­φθῆ, γιά νά μήν δῆ ξέ­νος ἄν­δρας τό σῶ­μα της. Γι’ αὐ­τό καί σύμ­φω­να μέ τήν ἀ­γα­θή ἐλ­πί­δα πού εἶ­χε, ἔ­τσι ἀ­κο­λού­θη­σε καί τό πρᾶγ­μα καί γι­α­τρεύ­θη­κε μέ τε­λει­ό­τη­τα, χω­ρίς για­τρό. Καί, κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο φά­νη­κε, ὅ­τι ὁ Θε­ός ἐ­πέτρεψε νά πά­θη ἡ Ἁ­γί­α σάν ἄν­θρω­πος καί νά γι­α­τρευ­θῆ ὑ­πε­ράν­θρω­πα, γιά νά δο­ξα­σθῆ μέ αὐ­τό τό θαῦ­μα. Τό ὁ­ποῖ­ο καί ὅ­λους τούς ἔ­κα­νε νά θαυ­μά­σουν καί κυ­ρί­ως ἐ­κεί­νους, πού σκαν­δα­λί­σθη­καν πρω­τύ­τε­ρα, δι­ό­τι σέ ὅ­λους δι­α­δό­θη­κε καί ἀ­κού­σθη­κε τό θαῦ­μα αὐ­τό καί κη­ρύσσε­ται μα­ζί μέ τά ἄλ­λα θαυ­μά­σια τοῦ Θε­οῦ.

 Ἄλ­λη φο­ρά πά­λι ἀρ­ρώ­στη­σε ἡ Ἁ­γί­α καί ἡ ἀ­σθέ­νειά της ἦ­ταν ἀ­συ­νή­θι­στη καί ἀλ­λό­κο­τη, δι­ό­τι ἦ­ταν ἕ­να κά­ψι­μο ξαφ­νι­κό ὅ­λου τοῦ σώ­μα­τός της. Καί σάν ἕ­νας ἀ­να­βρα­σμός καί ἕ­να ἄ­ναμ­μα τοῦ αἵ­μα­τος. Ἔ­πει­τα ἀ­κο­λού­θη­σε πά­γω­μα καί ψύ­χρα τοῦ αἵ­μα­τος καί πα­ρά­λυ­σις τῶν με­λῶν τοῦ σώ­μα­τός της. Καί τό πά­θος αὐ­τό συ­νέ­βαι­νε συ­χνά καί με­ρι­κές φο­ρές πο­λύ συ­χνά καί οὔ­τε οἱ προ­σπά­θει­ες τῶν για­τρῶν ἦ­ταν ἀρ­κε­τές γιά τήν  θε­ρα­πεί­α τοῦ πά­θους, πα­ρ’ ὅ­λο πού ἔ­βα­λαν ὅ­λη τους τήν ἐ­πι­μέ­λεια, οὔ­τε τά πολ­λά δά­κρυ­α τῶν γο­νέ­ων της, οὔ­τε οἱ κοι­νές δε­ή­σεις πρός τόν Θε­ό καί πα­ρα­κλή­σεις ὅ­λου τοῦ πλή­θους. Για­τί ὅ­λοι θε­ω­ροῦ­σαν δι­κή τους ὠ­φέ­λεια, τήν ὑ­γεί­α τῆς Ἁ­γί­ας. Καί ἀν­τί­θε­τα, κοι­νό πά­θος καί βλά­βη θε­ω­ροῦ­σαν τήν ἀ­σθέ­νειά της.

Τί κά­νει λοι­πόν ἡ θεί­α Γορ­γο­νί­α; Ἀ­φοῦ πλέ­ον ἀ­πελ­πί­σθη­κε ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη βο­ή­θεια, κα­τέ­φυ­γε στόν Θε­ό, τόν κοι­νό Ἰ­α­τρό καί ἀ­φοῦ πα­ρα­φύ­λα­ξε τήν ὥ­ρα τῆς νύχτας, κα­τά τήν ὁ­ποί­α δέν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς νά τήν ἐμ­πο­δί­ση (ἐ­πει­δή τήν εἶ­χε ἀ­φή­ση γιά λί­γο τό πά­θος), ­πῆ­γε καί προ­σέ­πε­σε μέ πί­στι στό Ἅ­γιο θυ­σι­α­στή­ριο καί ἐ­πε­κα­λεῖτο με­γα­λό­φω­να σέ βο­ή­θεια τόν Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος τι­μᾶ­ται ἐ­πά­νω σ’­ αὐ­τό καί τοῦ θύ­μι­σε τίς δυ­νά­μεις καί τά θαύ­μα­τα, πού ἔ­κα­νε σέ δι­ά­φο­ρους και­ρούς γιά τήν εὐ­ερ­γε­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Τέ­λος πάν­των μι­μεῖ­ται τήν γυ­ναῖ­κα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου πού αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε.

Καί τί κά­νει; Ἄγ­γι­ξε καί αὐ­τή τήν κε­φα­λή της στήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα καί μέ τήν ἴ­ση φω­νή καί τά ἴ­σα δά­κρυ­α, μέ τά ὁ­ποῖ­α ἔ­βρε­ξε ἡ πόρ­νη ἐ­κεί­νη τά πό­δια τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­βρε­χε καί αὐ­τή τήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, καί ἔ­λε­γε, ὅ­τι δέν θά φύ­γη ἀ­πό ἐ­κεῖ, ἕ­ως ὅ­του νά λά­βη τήν ὑ­γεί­α της.

Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ ἄ­λει­ψε μέ τά δά­κρυ­ά της ὅ­λο τό σῶ­μα της, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως ἔ­γι­νε κα­λά καί ­γύ­ρι­σε στό σπί­τι της, ξα­λα­φρω­μέ­νη καί ὡς πρός τό σῶ­μα καί ὡς πρός τήν ψυ­χή καί ὡς πρός τόν νοῦ, κα­θώς ἔ­λα­βε τόν ἀ­να­με­νό­με­νο μι­σθό τῆς ἐλ­πί­δος της καί μέ τήν δύ­να­μι τῆς ψυ­χῆς ἐ­πέ­τυ­χε καί τήν ὑ­γεί­α τοῦ σώ­μα­τος. Καί τέ­τοι­α ὑ­πῆρ­ξε ἡ ζω­ή τῆς μα­κά­ρι­ας Γορ­γο­νί­ας, τό τέ­λος της ὅ­μως ποι­ό ἦ­ταν;

Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε τόν θά­να­το ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη ἐ­ξ αἰτί­ας τῆς πολ­λῆς παρ­ρη­σί­ας καί τοῦ θάρ­ρους, πού εἶ­χε στόν Χρι­στό καί ἀ­πό ὅ­λα τά γή­ι­να προ­τι­μοῦ­σε τό νά εἶ­ναι μα­ζί μέ αὐ­τόν. Γι’ αὐ­τό καί δέν ἀ­πέ­τυ­χε σ’ αὐ­τή τήν ἔν­θε­η καί ὑ­ψη­λή ἐλ­πί­δα της. Ἀλ­λά τί ἀ­κο­λου­θεῖ; Ὕ­πνος γλυ­κύ­τα­τος τῆς ἔρ­χε­ται ὕ­στε­ρα ἀ­πό τήν πολ­λή ἀ­γρυ­πνί­α πού ἔ­κα­νε, δε­ό­με­νη γι’ αὐ­τό στόν Κύ­ριο καί ἐ­κεῖ στόν ὕ­πνο βλέ­πει μί­α ὀ­πτα­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α τῆς φα­νέ­ρω­νε πό­τε καί ποι­ά ἡ­μέ­ρα, ἐ­πρό­κει­το νά πε­θά­νη καί νά φύ­γη πρός τόν Κύ­ριο. Καί αὐ­τό τό οἰ­κο­νό­μη­σε ὁ Θε­ός, γιά νά ἑ­τοι­μα­σθῆ καί νά μήν τα­ρα­χθῆ, ὅ­ταν ἔλ­θη ὁ θά­να­τος ξαφ­νι­κά. Ὡ­στό­σο δέν εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἡ Ἁ­γί­α ἀ­πό προ­ε­τοι­μα­σί­α, ἐ­πει­δή τό­τε πρό ὀ­λί­γου εἶ­χε λά­βει τήν κά­θαρ­σι καί τήν τε­λεί­ω­σι τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος. Ἤ κα­λύ­τε­ρα, γιά νά ποῦ­με τήν ἀ­λή­θεια, ὅ­λη ἡ ζω­ή της ἦ­ταν κά­θαρ­σις καί τε­λεί­ω­σις. Καί τήν μέν ἀ­να­γέν­νη­σι τήν εἶ­χε ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μέ­σῳ τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος.

Τήν δέ ἀ­σφά­λεια καί βε­βαι­ό­τη­τα τῆς σω­τη­ρί­ας της τήν εἶ­χε ἀ­πό τίς ἀ­ρε­τές καί ἀ­πό τά κα­λά καί θε­ά­ρε­στα ἔρ­γα, πού ἕ­ως τό­τε ἔ­πρα­ξε, ἐ­πά­νω στά ὁ­ποῖ­α ἔ­βα­λε τέ­λος πάν­των σάν μί­α σφρα­γῖ­δα τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα. Ἕ­να μό­νο τῆς ἔλ­λει­πε καί αὐ­τό εἶ­χε ἀ­νάγ­κη νά ἑ­τοι­μά­ση. Νά βα­πτί­ση καί τόν ἄν­δρα της. Αὐ­τό προ­σευ­χό­ταν καί ζη­τοῦ­σε καί δέν ἀ­πέ­τυ­χε σ’ αὐ­τό τό ζή­τη­μα. Τό ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό, πού κά­νει τό θέ­λη­μα αὐ­τῶν, πού τόν φο­βοῦν­ται.

 Καί ἀ­φοῦ πλέ­ον τά εἶ­χε ὅ­λα σύμ­φω­να μέ τόν σκο­πό της καί κα­νέ­να δέν ἔλ­λει­πε ἀ­πό ὅ­σα πο­θοῦ­σε, ­πλη­σί­α­σε δέ καί ἡ κα­θο­ρι­σμέ­νη ἡ­μέ­ρα τοῦ θα­νά­του της, τό­τε ἑ­τοι­μά­σθη­κε γιά τόν θά­να­το καί γιά τήν ἀ­πο­δη­μί­α της πρός τόν Χρι­στό καί ἔ­πε­σε ἄρ­ρω­στη στό κρε­βά­τι σύμ­φω­να μέ τούς νό­μους τῆς φύ­σε­ως. Καί ἀ­φοῦ πα­ρήγ­γει­λε στόν ἄν­δρα της καί στά παι­διά της καί στούς φί­λους της, ὅ­σα πα­ραγ­γέλ­μα­τα εἶ­ναι ἑ­πό­με­νο νά πῆ μί­α γυ­ναῖ­κα, πού ἀ­γα­πᾶ τόν ἄν­δρα της καί τά παι­διά της καί τούς ἀ­δελ­φούς της καί, ἀ­φοῦ φι­λο­σό­φη­σε κα­λά καί δί­δα­ξε γιά τήν οὐ­ρά­νια πο­λι­τεί­α, καί ἔ­κα­νε σάν νά ἦ­ταν ἡ­μέ­ρα πα­νη­γύ­ρε­ως μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α της πρός ὅ­λους, τήν στερ­νή ἡ­μέ­ρα τῆς ζω­ῆς της, τό­τε ­κοι­μή­θη­κε καί ἀ­πῆλ­θε ἡ μα­κά­ρι­α ψυ­χή της στά οὐ­ρά­νια, ὡς πρός τά χρό­νια μέν τῆς ζω­ῆς ὄ­χι τό­σο ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη, δι­ό­τι οὔ­τε τό ἤ­θε­λε νά ζή­ση καί νά β­ρί­σκε­ται πολ­λά χρό­νια στόν κό­σμο. Ὡς πρός τά κα­λά ὅ­μως καί τίς ἀ­ρε­τές πε­ρισ­σό­τε­ρο πλού­σια ἀ­πό πολ­λούς ἄλ­λους, πού ἔ­φθα­σαν σέ βα­θειά γη­ρα­τειά.

Ἀλ­λά κα­λό εἶ­ναι καί ὠ­φέ­λι­μο νά προ­σθέ­σου­με καί ἐ­κεῖ­νο, πού συ­νέ­βη στό τέ­λος της. Βρι­σκό­ταν, ὅ­πως εἴ­πα­με, στό κρε­βά­τι, καί ἀ­νέ­πνε­ε τά τε­λευ­ταῖ­α καί τρι­γύ­ρω της ἦ­ταν πολ­λοί συγ­γε­νεῖς καί ξέ­νοι, λυ­πη­μέ­νοι ὅ­λοι γιά τόν χω­ρι­σμό της. Καί ἄλ­λοι ἀ­πό αὐ­τούς ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν νά ἀ­κού­σουν ἀ­πό αὐ­τήν κάτι ἀ­ξι­ό­λο­γο, γιά νά τό δι­η­γοῦν­ται ὕ­στε­ρα. Ἄλ­λοι πά­λι ἤ­θε­λαν νά ­ποῦν τί­πο­τε κα­τάλ­λη­λο γιά ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα, ὅ­μως κα­νέ­νας δέν τό ἀ­πο­τολ­μοῦ­σε, ἀλ­λά ἡ λύ­πη καί ὁ πό­νος τῆς καρ­διᾶς τους ἦ­ταν ἀ­θε­ρά­πευ­τα καί τά δά­κρυ­ά τους ἔ­τρε­χαν, χω­ρίς νά ἀ­κου­σθῆ φω­νή. Για­τί δέν τούς φαι­νό­ταν σω­στό νά τι­μοῦν μέ θρή­νους ἐ­κεί­νη, πού ἀ­πο­χω­ρι­ζό­ταν τόν Κό­σμο μέ τά ση­μά­δια τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας, ἀλ­λά στέ­κονταν ὅ­λοι μέ βα­θειά σι­ω­πή, σάν νά ἐτε­λεῖτο κα­νέ­να θεῖ­ο μυ­στή­ριο. Ἡ δέ Ἁ­γί­α ἐκεί­τετο φαι­νο­με­νι­κά, ἀ­κί­νη­τη, ἄ­φω­νη καί χω­ρίς πνο­ή. Τό­τε ὁ κοι­νός ποι­μένας, δη­λα­δή ὁ πα­τέ­ρας της, πού στε­κό­ταν ἐ­κεῖ δί­πλα καί τήν πα­ρα­τη­ροῦ­σε, βλέ­πον­τας, ὅ­τι κου­νοῦ­σε λί­γο τά χεί­λη της, ἔ­βα­λε ἐ­κεῖ τά αὐ­τιά του μέ τήν ἐλ­πί­δα, ὅ­τι θά ἀ­κού­ση τί­πο­τε ἀ­ξι­ό­λο­γο καί τήν ἄ­κου­σε, πού ἔ­λε­γε ἕ­ναν στί­χο ἀ­πό τούς ψαλ­μούς τοῦ Δα­βίδ, κα­τάλ­λη­λο γιά ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα καί ὁ στί­χος ἦ­ταν ὁ ἑ­ξῆς. «Εἰ­ρη­νι­κά στό ἴ­διο μέ­ρος καί θά ξα­πλώ­σω καί θά κοι­μη­θῶ». Καί αὐ­τό δέν ἦ­ταν ἄλ­λο, πα­ρά μί­α φα­νε­ρή μαρ­τυ­ρί­α καί ἀ­πό­δει­ξι τῆς παρ­ρη­σί­ας καί τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας, μέ τήν ὁ­ποί­α ἡ μα­κά­ρι­α Γορ­γο­νί­α ἀ­πο­δή­μη­σε καί ἔ­φυ­γε πρός τόν Χρι­στό. Μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τό ἄ­πει­ρο ἔ­λε­ος καί τίς πρε­σβεῖ­ες τῆς Ἁ­γί­ας, ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με καί ἐ­μεῖς οἱ ἁ­μαρ­τω­λοί καί κα­τα­κρι­τέ­οι νά ἔ­χου­με ἕ­να ἀ­γα­θό καί σω­τή­ριο τέ­λος, μέ με­τά­νοι­α καί ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι, γιά νά δο­ξά­ζου­με μα­ζί μέ αὐ­τούς, πού ἔ­χουν σω­θῆ τήν ἄ­κρα τοῦ ἀ­γα­θό­τη­τα στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.



[1]    Ὄχι ὁ Δέκιος, ἀλλ’ ὁ Ἀντωνῖνος εἶναι, αὐτός πού ὀνομάζεται καί Πῖος, δηλαδή εὐσεβής, ὅπως καί στό Ὡρολόγιο Ἀντωνῖνος γράφεται καί ὄχι Δέκιος. Διότι ὁ Ἀντωνῖνος βασίλευσε κατά τό ἔτος 139, ἐνῷ ὁ Δέκιος κατά τό ἔτος 250. Κατά τήν ἐποχή τοῦ ἴδιου Ἀντωνίονου, ὅταν Πάπας Ρώμης ἦταν ὁ Ἀνίκητος, , πῆγε ὁ Πολύκαρπος Αὐτός στήν Ρώμη καί ἔγινε συζήτησις γιά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα, ὅπως ἐξιστορεῖ ὁ Εἰρηναῖος (βιβλ. γ΄, κεφ. γ΄, Κατά αἱρέσεων). Μή συμφωννῶντας ὅμως μέ τόν Ρώμης γιά τό ζήτημα αὐτό, ἀναχώρησε ἀπό τήν Ρώμη, ὅπως ἀναφέρει ὁ Βαρώνιος καί ἄλλοι ἱστορικοί. (Βλέπε σελ. 199 τοῦ α΄ τόμ. τοῦ Μελετίου.)

[2] Ὁ ἀ­πο­στο­λι­κός Αὐ­τός ἀ­νήρ Πο­λύ­καρ­πος, δει­νο­πα­θῶν­τας καί λυ­πού­με­νος γιά τούς ἀ­σε­βεῖς καί εἰ­δω­λο­λά­τρες, πού ζοῦ­σαν στήν ἐ­πο­χή του, ἔ­λε­γε τό ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το αὐ­τό λό­γιο· «Ὦ Θε­έ μου, σέ ποι­όν και­ρό μέ δι­ε­τή­ρη­σες!» Γι’ αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο Πο­λύ­καρ­πο, φώ­να­ζαν ἔ­τσι πλή­θη τῶν Ἰ­ου­δαί­ων καί τῶν ἐ­θνῶν· «Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ τῆς Ἀ­σί­ας δι­δά­σκα­λος, ὁ πα­τέ­ρας τῶν Χρι­στια­νῶν». Αὐ­τόν ὁ Εὐ­σέ­βιος τόν ὀ­νο­μά­ζει ἀ­πο­στο­λι­κό καί προ­φη­τι­κό ἄν­δρα καί χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς πί­στε­ως καί τῆς ἀ­λη­θεί­ας (Βι­βλ. δ΄, κεφ. ιδ΄, ιε΄­). Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στό βι­βλί­ο πού λέ­γε­ται Νέ­ον Ἄν­θος χα­ρί­των, καί τά ἑ­ξῆς ἀ­ξι­ό­λο­γα γρά­φον­ται γιά τήν στα­θε­ρό­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ Πο­λυ­κάρ­που. Δη­λα­δή, ὅ­τι Αὐ­τός πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ἐ­νώ­πιον τοῦ ἀν­θυ­πά­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος, μο­λο­νό­τι ἤ­θε­λε νά τόν θα­να­τώ­ση ὡς ἔ­νο­χο, βλέ­πον­τας ὅ­μως τήν γη­ρα­λέ­α καί σε­βά­σμια ἡ­λι­κί­α καί τήν πο­λιά του καί ἀ­κού­ον­τας τήν κα­λή φή­μη τῆς ἐ­νά­ρε­της ζω­ῆς του, τό­σο πο­λύ τόν ἀ­γά­πη­σε, ὥ­στε ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­ση ἀ­πό τόν θά­να­το καί νά τοῦ χα­ρί­ση τήν ζω­ή. Ὁ­πό­τε στό τέ­λος τοῦ εἶ­πε νά βλα­σφη­μή­ση τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ μί­α μό­νο φο­ρά, ὄ­χι μέ τήν καρ­διά, ἀλ­λά του­λά­χι­στον μό­νο μέ τήν γλῶσ­σα. Καί ἄν τό κά­νη αὐ­τό, ἀ­μέ­σως θά τόν στεί­λη στήν ἐ­πι­σκο­πή του, ὄ­χι μό­νο ἐ­λεύ­θε­ρο ἀ­πό κά­θε ὕ­βρι, ἀλ­λά καί γε­μᾶ­το ἀ­πό πολ­λά δῶ­ρα. Σ’ αὐ­τόν τόν δι­α­βο­λι­κό λό­γο φο­βή­θη­κε καί τρό­μα­ξε ὁ σε­βά­σμιος γέ­ρων. Ἔ­πει­τα ση­κώ­νον­τας τά μά­τιά του στόν Οὐ­ρα­νό, εἶ­πε· «Ὀ­γδον­τα­έ­ξι χρό­νια ἐ­γώ ὑ­πη­ρε­τῶ αὐ­τόν τόν κα­λό μου Κύ­ριο, τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν μοῦ προ­ξέ­νη­σε καμ­μί­α λύ­πη στό τό­σο δι­ά­στη­μα τῆς ζω­ῆς μου, ἀν­τί­θε­τα μοῦ χά­ρι­σε ἀ­μέ­τρη­τες εὐ­ερ­γε­σί­ες. Καί λοι­πόν, πῶς ἐ­σύ θέ­λεις τώ­ρα νά βρί­σω ἐ­γώ τέ­τοι­ον ἀ­γα­θό καί εὐ­ερ­γε­τι­κώ­τα­τό μου Κύ­ριο; Πο­τέ μου, πο­τέ νά μη μοῦ συμ­βῆ αὐ­τό!­». Καί ὄ­χι μό­νο τά λό­γιά του πα­ρέ­μει­ναν ἔ­τσι στα­θε­ρά καί γεν­ναῖ­α, ἀλ­λά καί τά ἔρ­γα του στά­θη­καν σύμ­φω­να μέ τά λό­για. Δι­ό­τι, ὅ­ταν ἄ­να­ψε ἡ πυρ­κα­ϊ­ά καί ἀ­πο­φα­σί­σθη­κε νά ρι­χθῆ σέ αὐ­τήν, τό­τε ὁ γεν­ναῖ­ος τῆς εὐ­σε­βεί­ας ἀ­γω­νι­στής, ὅ­λος χα­ρά καί ἀ­γαλ­λί­α­σι, μό­νος ἔ­λυ­σε τά ὑ­πο­δή­μα­τά του, μό­νος ἔ­βγα­λε τό ἐ­πα­νω­φό­ρι του καί μό­νος, ἀ­να­βαί­νον­τας ἐ­πά­νω στήν πυρ­κα­ϊ­ά, ξά­πλω­σε ἥ­συ­χα, ὄ­χι σάν φταί­χτης, γιά νά ἀ­φή­ση τήν ζω­ή, ἀλ­λά ὅ­πως ὁ θρυλ­λού­με­νος φοί­νι­κας, γιά νά ἀλ­λά­ξη τά φτε­ρά καί νά πε­τά­ξη στά Οὐ­ρά­νια. Τά ἴ­δια γρά­φον­ται καί στόν λε­χθέν­τα Βί­ο του μέ λίγη παραλλαγή.

 [3]    Καί αὐτῶν τῶν τεσσάρων Ὁσίων γράφει τούς Βίους ὁ Θεοδώρητος στόν ἀριθμό 23 τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας, ἀπό τούς ὁποίους ἔγινε καί τό παρόν Συναξάρι.

[4]    Παρόμοια καί αὐτῶν τῶν τεσσάρων Ὁσίων τούς Βίους γράφει ὁ Θεοδώρητος στό εἴκοσι τέσσερα κεφάλαιο τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας, ἀπό ὅπου καί ἔγινε τό παρόν Συναξάρι. Προσθέτει ἀκόμη ὁ Θεοδώρητος, ὅτι αὐτός γνωστός ὄντας αὐτοῦ τοῦ Ὁσίου Πολυχρονίου, θέλησε νά πάρη τήν ρίζα ἐκείνη ἀπό τό κελλί του, γιά νά τόν ἐλαφρώση ἀπό τόν κόπο, ἀλλ’ ὁ Ὅσιος δέν τόν ἄφησε. Ἦταν μάλιστα ἡ ρίζα τόσο βαρειά, πού μόλις μποροῦσε νά σηκωθῆ ἀπό τήν γῆ μέ τά δύο χέρια.

[5]    Προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος γιά τόν Πο­λυ­χρό­νιο καί αὐ­τό, ὅ­τι ἦ­ταν τό­σο πο­λύ τα­πει­νός, ὥ­στε φι­λοῦ­σε τά πό­δια ἐ­κεί­νων πού τόν πλη­σί­α­ζαν καί βά­ζον­τας τό μέ­τω­πό του κά­τω στήν γῆ, ζη­τοῦ­σε νά προ­σεύ­χων­ται γι’ αὐ­τόν, εἴ­τε στρα­τι­ῶ­τες ἦ­ταν, εἴ­τε χει­ρο­τέ­χνες, εἴ­τε ἀ­γροῖ­κοι. Ἔ­τσι πῆ­γε μί­α φο­ρά σέ αὐ­τόν καί ἕ­νας ἡ­γε­μό­νας, τῆς δι­και­ο­σύ­νης δι­α­φεν­δευ­τής καί ἐ­ξου­σια­στής τῶν εὐ­σε­βῶν. Ὁ Ὅ­σιος, ὅ­ταν ἔ­μα­θε, ὅ­τι εἶ­ναι τέ­τοι­ος, ἐ­ἔ­πί­α­σε μέ τά χέ­ρια του τά δύ­ο πό­δια ἐ­κεί­νου λέ­γον­τας, ὅ­τι τοῦ ζη­τεῖ μί­α χά­ρι. Ὁ ἡ­γε­μό­νας ὑ­πο­σχέ­θη­κε νά τοῦ κά­νη, ὅ,τι ἤ­θε­λε. Δι­ό­τι νό­μι­σε, ὅ­τι θά τόν πα­ρα­κα­λέ­ση γιά κά­ποι­ον ὑ­πή­κο­ό του. Καί ὁ Ὅ­σιος τοῦ εἶ­πε· «Ἐ­πει­δή καί μοῦ ὑ­πε­σχέ­θη­κες βε­βαί­ως, σέ πα­ρα­κα­λῶ νά προ­σφέ­ρης στόν Θε­ό προ­σευ­χές γιά μέ­να». Ὁ ἡ­γε­μό­νας κτυ­πῶν­τας τό δι­κό του μέ­τω­πο, πά­σχον­τας ἔ­λε­γε, ὅ­τι δέν εἶ­ναι ἄ­ξιος νά πα­ρα­κα­λέ­ση τόν Θε­ό οὔ­τε γιά τόν ἑ­αυ­τό του. Ὁ­πό­τε δί­και­α προ­σθέ­τει ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος γιά τόν Ὅ­σιο αὐ­τόν αὐ­τά τά ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τα· «Αὐ­τόν, πού εἶ­χε φθά­σει σέ τέ­τοι­ο ὕ­ψος φι­λο­σο­φί­ας καί εἶ­χε τό­σο τα­πει­νό φρό­νη­μα, ποι­ός λό­γος θά μπο­ροῦ­σε νά τόν ὑ­μνή­ση ἐ­πά­ξια;»

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης