Τῷ αὐτῷ μηνί KΓ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Πολυκάρπου Ἐπισκόπου Σμύρνης. Ἡ Ἁγία Γοργονία, ἡ ἀδελφή Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Αὐτός ὁ ἔνδοξος Ἱερομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Πολύκαρπος ἦταν γέννημα καί θρέμμα τῆς πόλεως Ἐφέσου. Οἱ γονεῖς τοῦ ἦταν πλούσιοι καί ἐλεήμονες. Ὁ πατέρας του ὠνομαζόταν Παγκράτιος καί ἡ μητέρα του Θεοδώρα, οἱ ὁποῖοι κατηγορήθηκαν στόν ἄρχοντα τῆς Ἐφέσου, πού ὠνομαζόταν Μαρκίωνας, πώς ἦταν Χριστιανοί καί ἔστειλε ἀμέσως στρατιῶτες καί τούς παρουσίασαν μπροστά του, (ἦταν δέ τότε ἡ Θεοδώρα ἔγκυος σ’ αὐτόν τόν Ἅγιο) πρός τούς ὁποίους εἶπε ὁ Μαρκίων «Γιατί δέν ὑπακούετε ἐσεῖς στά βασιλικά προστάγματα, ἀλλά περιφρονεῖτε τούς μεγάλους θεούς καί προσκυνεῖτε τόν Χριστό;».
Οἱ γονεῖς τοῦ Ἁγίου ἀποκρίθηκαν× «Ἐμεῖς, ἄρχοντά μου, διδαχθήκαμε νά πιστεύουμε καί νά προσκυνοῦμε τόν ἀληθινό Θεό, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, στοῦ ὁποίου τό ὄνομα βαπτισθήκαμε, τά δέ ἄψυχα καί ἀναίσθητα εἴδωλα, πού ἔχετε ἐσεῖς γιά θεούς, ἐμεῖς τά ἀποστρεφόμαστε. Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ὁ ἄρχοντας θύμωσε καί πρόσταξε τούς στρατιῶτες καί τούς ἔδειραν δυνατά. Ἔπειτα τούς ἔβαλαν στήν φυλακή καί ἔμειναν σ’ αὐτήν γιά πολύν καιρό ἀφρόντιστοι ἀπό κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια. Ὁ δέ πανάγαθος Θεός ἀπέστειλε τόν Ἄγγελό του στήν φυλακή καί πρῶτα θεράπευσε τούς γονεῖς τοῦ βρέφους ἀπό τίς πληγές πού εἶχαν ἀπό τούς ξυλοδαρμούς καί τούς δυνάμωσε, ἔπειτα πῆρε τό βρέφος καί τό πῆγε σέ μία γυναῖκα χήρα πολύ πλούσια καί Χριστιανή καί, ἀφοῦ τῆς παρήγγειλλε νά τό βαπτίση καί νά τό ἀναθρέψη μέ κάθε φροντίδα, ἔγινε ἄφαντος.
Ὁ δέ παράνομος Μαρκίων, καθώς ἀναζητοῦσε τό βρέφος καί δέν τό εὕρισκε, ἄναψε ὅλος ἀπό θυμό καί βασάνιζε σκληρά τους γονεῖς τοῦ Ἁγίου. Καί τέλος, βλέποντας τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης τους, τούς καταδίκασε σέ θάνατο καί πρόσταξε τούς στρατιῶτες καί τούς ἔβγαλαν ἔξω ἀπό τήν πόλι καί τούς ἀποκεφάλισαν, γιά νά τούς φᾶνε τά θηρία. Ἀλλά κανένα θηρίο δέν πλησίασε στά τίμια λείψανα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων. Γι’ αὐτό μετά ἀπό αὐτά πῆγαν κρυφά οἱ Χριστιανοί καί τά ἐνταφίασαν μέ εὐλάβεια, ὅπως ἔπρεπε.
Ἡ εὐσεβέστατη ἐκείνη χήρα βάπτισε τό βρέφος καί τό ὠνόμασε Παγκράτιο, στό ὄνομα τοῦ πατέρα του, καί τό ἀνέτρεφε σάν γνήσιό της παιδί καί τό ἔβαλε στό σχολεῖο καί σέ λίγο καιρό ἔμαθε ὅλη τήν Ἐκκλησιαστική Ἀκολουθία. Καί, καθώς εἶχε τήν φρόνησι ἑνός ἐνήλικα, συναναστρεφόταν μέ σοφούς καί ἐνάρετους ἄνδρες καί γινόταν ἀκροατής καί μιμητής ὅλων τῶν καλῶν καί ψυχωφελῶν μαθημάτων καί παραδειγμάτων, καί ὡς υἱός Μαρτύρων φρόντιζε μέ ὅλη τήν προθυμία νά τούς μιμηθῆ, κατά τό δυνατόν, στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί συνεπῶς σέ ὅλες τίς ἀρετές καί στήν ἐλεημοσύνη, καί ἐξ αἰτίας αὐτῆς ὀνομάσθηκε Πολύκαρπος καί ἀκοῦστε νά θαυμάσετε.
Ἡ θεοφιλής ἐκείνη γυναίκα, πού τόν ἀνέθρεψε ἦταν πολύ πλούσια, ὅπως εἴπαμε, καί εἶχε πολλές ἀποθῆκες γεμᾶτες ἀπό σιτάρι. Καί καθώς ὁ Μακάριος Παγκράτιος ἦταν ἐλεήμων ἔδινε πλουσιοπάροχα στούς φτωχούς κρυφά ἀπό τήν θετή του μητέρα ἔτσι, ὥστε ἄδειασε ὅλες τίς ἀποθῆκες. Μία τῶν ἡμερῶν λοιπόν πῆγε ἡ μητέρα του, γιά νά βγάλη σιτάρι καί, ὅταν βρῆκε τίς ἀποθῆκες ἄδειες, ἀπόρησε. Κατάλαβε ὅμως, ὅτι ὁ Παγκράτιος τίς ἄδειασε. Ὡστόσο τόν κοίταξε μέ ἄγριο βλέμμα. Αὐτός ὅμως μέ χαρωπό πρόσωπο τῆς εἶπε× «Ἄς πᾶμε, Κυρία, μαζί στίς ἀποθῆκες, γιά νά δοῦμε». Ἐκείνη ὅμως δέν θέλησε νά πάη, καθώς τίς εἶχε δῆ πρό λίγο ἄδειες. Τότε πῆγε μόνος ὁ Ἅγιος καί ἔκανε προσευχή στόν Θεό, καί ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως γέμισαν ὅλες οἱ ἀποθῆκες ἀπό ὅλους τούς καρπούς. Καί ἀφοῦ προσκάλεσε τήν μητέρα του τῆς εἶπε μέ χαρά× «Ἔλα, Κυρία μου, στίς ἀποθῆκες, γιά νά δῆς τήν δύναμι καί τήν χάρι τοῦ Θεοῦ». Καί μόλις πῆγε ἡ γυναῖκα καί εἶδε τίς ἀποθῆκες γεμᾶτες, δόξασε τόν πλουσιόδωρο Θεό καί καταφιλῶντας τόν εὐλογημένο Παγκράτιο τοῦ εἶπε× «Παιδί μου ἀγαπητό, ἀπό σήμερα δίνε, ὅσο θέλεις, στούς φτωχούς καί πιά δέν θά σέ ὀνομάζω Παγκράτιο, ἀλλά Πολύκαρπο». Καί ἔτσι ἐπικράτησε αὐτό τό ὄνομα στόν Ἅγιο.
Ἐκεῖνο τόν καιρό ἔγινε πεῖνα μεγάλη σ’ ἐκείνη τήν χώρα τῆς Ἐφέσου καί τότε ὁ ἀξιομακάριστος Πολύκαρπος ἔδειξε μεγάλη εὐσπλαγχνία καί συμπάθεια. Διότι πολλοί κινδύνευαν ἀπό τήν πεῖνα καί τούς ἔδινε ὁ Ἅγιος πλουσιοπάροχα. Καί γενικά ὅσοι εἶχαν στενοχώρια, ἔλεγαν ἄς πᾶμε στόν ἐλεήμονα Πολύκαρπο. Καί ἐκεῖνος ὅλους τούς δεχόταν μέ πολλή εὐσπλαγχνία καί τούς εὐεργετοῦσε.
Ὅταν ὁ Ἅγιος ἔγινε εἴκοσι πέντε ἐτῶν, ἄκουσε, ὅτι ὁ θεολόγος Ἰωάννης κήρυττε τό Εὐαγγέλιο στά ἄλλα μέρη τῆς Ἀσίας, καί ἐπειδή εἶχε πολύ πόθο νά τόν ἀπολαύση, ἔλαβε τήν ἄδεια καί τήν εὐχή τῆς μητέρας του καί πῆγε στόν Θεολόγο, μαζί μέ τόν ὁποῖο ἦταν καί ὁ θεοφόρος Ἰγνάτιος καί ὁ Μακάριος Βουκόλος, καί μαζί μέ αὐτούς ἀκολούθησε καί ὁ θεῖος Πολύκαρπος καί δοκίμαζε μεγάλες ταλαιπωρίες καί κάθε ἄλλη στενοχώρια, γιά νά κηρύττη τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ σάν ἄλλος Ἀπόστολος. Καί ἀφοῦ πέρασε ἀρκετός καιρός, ἦλθε διαταγή ἀπό τόν βασιλιά τῆς Ρώμης Δομιτιανό, γιά νά ἐξορισθῆ ὁ θεολόγος Ἰωάννης στό νησί τῆς Πάτμου. Καί ἐπειδή ἐπρόκειτο νά πάη στήν ἐξορία, χειροτόνησε τόν Μακάριο Βουκόλο Ἀρχιερέα τῆς Σμύρνης καί τοῦ ἔδωσε τόν Ἅγιο Πολύκαρπο νά τόν ἔχη συνοδεία. Καί ἔτσι, ἀφοῦ τούς ἀποχαιρέτησε ὁ Ἀπόστολος, πῆρε μαζί του τόν Πρόχορο καί πῆγε στήν Πάτμο.
Στήν Σμύρνη ὁ Ἅγιος Βουκόλος τόν θεῖο Πολύκαρπο τόν χειροτόνησε Ἱερέα, παρ’ ὅλο πού δέν ἤθελε μέ κανέναν τρόπο, τόν ἀνέβασε ἀκόμη καί στό ἀξίωμα τοῦ Ὀρφανοτρόφου. Καί τόσο ταπεινόφρονας ἦταν ὁ Μακάριος, πού δέν θέλησε ποτέ καμία ἐξαίρεσι, οὔτε στίς συγκεντρώσεις τῶν Ἱερέων καθόταν μπροστά σύμφωνα μέ τήν τάξι του, ἀλλά καθόταν κατώτερα ἀπό ὅλους, σάν ἕνας τιποτένιος ἄνθρωπος.
Ἀλλά ὁ Θεός, βλέποντας τήν πολλή του ταπείνωσι, τόν ὕψωσε καί τόν δόξασε. Ἐπειδή προέβλεψε ὁ θεῖος Βουκόλος τόν θάνατό του, συγκέντρωσε ὅλους τούς ἐπισκόπους τῆς ἐπαρχίας καί ὅλο τόν Κλῆρο καί τούς Χριστιανούς καί τούς φανέρωσε τόν θάνατό του καί ὅτι ψήφισε γιά διάδοχό του τόν Ἅγιο Πολύκαρπο. Καί ἔτσι χειροτονήθηκε μέ τήν βία Ἀρχιερέας τῆς Σμύρνης ὁ Ἱερός Πολύκαρπος. Ἀφοῦ ἔλαβε ὁ Ἅγιος τό μέγα αὐτό φορτίο τῆς Ἀρχιερωσύνης, ποίμαινε τά λογικά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ μέ πολλή φροντίδα, διδάσκοντας καθημερινά τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καί γινόμενος παράδειγμα κάθε ἀγαθοῦ. Δυνάμωνε τούς ἀδυνάτους, παρηγοροῦσε τούς θλιμμένους, θεράπευε τούς ἀσθενεῖς καί ὅλους τούς Χριστιανούς βοηθοῦσε ἀνάλογα μέ τήν ἀνάγκη, πού εἶχε ὁ καθένας. Ἰδιαιτέρως φρόντιζε, ὅπως μποροῦσε, τούς Μάρτυρες, πού βασάνιζαν ἐκεῖνο τόν καιρό οἱ τύραννοι, καί τούς στερέωνε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Καί, γιά νά μιλήσω μέ συντομία, ὀρθά ὀνομάσθηκε Πολύκαρπος, γιατί δέν ἔλειψε ποτέ ἀπό αὐτόν ὁ θεϊκός καρπός.
Θέλουμε νά διηγηθοῦμε κάποια λίγα πρός ἐπιβεβαίωσι τῶν πολλῶν.
Μία φορά ἔγινε μία μεγάλη καί φοβερή πυρκαγιά στήν Σμύρνη καί κράτησε ἑπτά ἡμερόνυκτα. Οἱ ἀνόητοι εἰδωλολάτρες ἐπικαλοῦνταν τήν βοήθεια τῶν θεῶν τους, ἀλλά μάταια. Γι’ αὐτό οἱ Χριστιανοί προσέτρεξαν στόν Ἅγιο, παρακαλῶντας τον νά κάνη προσευχή πρός τόν Κύριο, γιά νά σταματήση ἡ φωτιά. Καί ἐπειδή τούς σπλαγχνίσθηκε ὁ Ἅγιος, ἔκαμε δέησι στόν Θεό, σύμφωνα μέ τό αἴτημά τους. Ἔπειτα στράφηκε στήν πυρκαγιά καί λέει× «Στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖο ἐγώ ὁ ἀνάξιος λατρεύω καί προσκυνῶ, σέ προστάζω νά σταματήσης αὐτή τήν ὥρα καί νά σβήσης ὁλοκληρωτικά». Καί, ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος!, ἀμέσως ἔσβησε τελείως ἡ φοβερή ἐκείνη φωτιά καί ἐξαφανίσθηκε. Καί αὐτοί πού ἦταν παρόντες θαύμασαν καί φώναξαν μεγαλόφωνα. «Μέγας εἶναι ὁ Θεός τῶν Χριστιανῶν». Καί πολλοί εἰδωλολάτρες ἐπιστεψαν στόν Χριστό καί βαπτίσθηκαν.
Ἕνας δέ ἀπό τούς εἰδωλολάτρες, ἄρχοντας μεγάλος, πού ὠνομαζόταν Πετρώνιος, ἔλεγε λόγια βλάσφημα κατά τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν καί κατά τοῦ Ἁγίου καί ἀμέσως δαιμονίσθηκε. Καί ὅταν τόν εἶδαν μερικοί Χριστιανοί, τόν λυπήθηκαν καί παρακάλεσαν τόν Ἅγιο νά τόν γιατρέψη. Ὁ ὁποῖος, μιμούμενος τόν Δεσπότη Χριστό τόν γιάτρευσε μέ διπλῆ γιατρειά. Διότι, ἀφοῦ ἐπέπληξε τό πονηρό καί ἀκάθαρτο πνεῦμα, τό ἔδιωξε ἀπό τόν Πετρώνιο καί ἐκεῖνον τόν φώτισε στήν ψυχή καί ἀναγνώρισε τήν δύναμι πού ἔχουν οἱ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, καί βαπτίσθηκε μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ του.
Μετά ἀπό τέσσερα χρόνια, ἔπειτα ἀπό τήν πυρκαγιά, πού εἴπαμε, ἀκολούθησε μεγάλη ἀνομβρία σέ ὅλη τήν περιοχή τῆς Σμύρνης. Γι’ αὐτό οἱ Χριστιανοί προσέτρεξαν πάλι στόν Ἅγιο καί ἔκανε δέησι πρός τόν Κύριο καί ἔβρεξε τόση βροχή, πού δρόσισε ὅλους τούς καρπούς καί ἔλαβαν μεγάλη παρηγοριά οἱ ἄνθρωποι, δοξάζοντας τόν Θεό καί εὐχαριστῶντας τόν Ἅγιο.
Καί ἄς ἔλθουμε νά διηγηθοῦμε μέ συντομία καί τό ἔνδοξο Μαρτύριο.
Ὅταν βασίλευε στήν Ρώμη ὁ ὁ ἀσεβής Δέκιος[1] κατά τό ἔτος 143, ξεκίνησε μέγας διωγμός ἐναντίον τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ ἄρχοντας τῆς Σμύρνης ὅποιον Χριστιανό εὕρισκε, τόν τιμωροῦσε ἀπάνθρωπα, ἕως ὅτου τόν θανάτωνε. Ἀποφάσισε νά ζητήση καί τόν Ἅγιο Πολύκαρπο, ὡς Ἀρχιερέα τῶν Χριστιανῶν.
Ὅταν τό ἄκουσε ὁ θεῖος Πολύκαρπος, δέν ταράχθηκε καθόλου, ἀλλά ἤθελε νά μείνη στήν πόλι. Οἱ Χριστιανοί ὅμως, ἐπειδή δέν ἤθελαν νά στερηθοῦν ἕναν τέτοιο ἄξιο ποιμένα, τόν ἔπεισαν μέ διαφόρους τρόπους νά ἀναχωρήση ἀπό τήν πόλι. Καί ἔτσι ὁ Ἅγιος, μολονότι καί ποθοῦσε τό Μαρτύριο, ἀναχώρησε ἀπό τήν Σμύρνη καί πῆγε σέ ἕνα χωριό, ὄχι μακριά ἀπό τήν χώρα καί ἔμενε ἐκεῖ, χωρίς νά κάνη κάτι ἄλλο, παρά προσευχόμενος ἡμέρα καί νύχτα γιά ὅλους τούς Χριστιανούς.
Καί ἐνῷ λοιπόν προσευχόταν μία φορά, κοιμήθηκε μετά τήν προσευχή, καί εἶδε στό ὅραμά του, ὅτι τό προσκέφαλό του ἄναψε ἀπό τήν φωτιά καί κάηκε. Καί ὅταν ξύπνησε, εἶπε προφητικά σέ ἐκείνους, πού ἦταν μαζί του, ὅτι μέ φωτιά πρόκειται νά ἀνταλλάξη τήν ζωή γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καί ἐπειδή καί οἱ ὑπηρέτες τοῦ ἄρχοντα τόν ἀναζητοῦσαν μέ κάθε τρόπο, πιέσθηκε πάλι ἀπό τήν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν καί πῆγε σέ ἄλλο χωριό. Καί τήν ὥρα, πού ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ ὁ Ἅγιος, ἔφθασαν οἱ στρατιῶτες πού τόν ἀναζητοῦσαν καί ἐπειδή δέν τόν βρῆκαν ἐκεῖ, ἔπιασαν δύο μικρά παιδιά καί τά βασάνιζαν, γιά νά τόν φανερώσουν ποῦ βρισκόταν. Καί ἐπειδή δέν ἄντεξε τά βασανιστήρια τό ἕνα παιδάκι, τόν φανέρωσε. Λοιπόν, ἀφοῦ πῆραν οἱ στρατιῶτες τό παιδάκι ἐκεῖνο, πῆγαν τό βράδυ στό ἄλλο χωριό καί τόν βρῆκαν τήν ὥρα, πού ἔπεσε νά κοιμηθῆ ἐπάνω σέ ἕνα ἀνώγειο ψηλό. Καί ἀμέσως κατέβηκε ἀπό τό ἀνώγειο, καί δέχθηκε τούς στρατιῶτες μέ χαρούμενο πρόσωπο. Ὁ Ἅγιος ἐπρόσταξε νά ἑτοιμάσουν τράπεζα καί νά τούς βάλουν νά φᾶνε καί νά πιοῦν καί τούς ζήτησε νά τοῦ δώσουν χρόνο, γιά νά προσευχηθῆ. Καί ἀφοῦ πῆρε ἄδεια, προσευχήθηκε ἀρκετή ὥρα. Ἔπειτα ἀφοῦ ἔφεραν ἕνα γαϊδουράκι, τόν ἔβαλαν ἐπάνω καί τόν μετέφεραν στήν πόλι. Καί ὁ Ἅγιος πήγαινε μέ προθυμία στό δικαστήριο καί μόλις μπῆκε μέσα, ἦλθε ἀπό τόν οὐρανό ἡ ἑξῆς φωνή× «Ἔχε δύναμι Πολύκαρπε καί θάρρος». Τήν ὁποία πολλοί Χριστιανοί τήν ἄκουσαν.
Λοιπόν ἀφοῦ ὡμολόγησε ὁ Ἅγιος, ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Πολύκαρπος, τοῦ ἔλεγε ὁ τύραννος νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό καί νά τόν βλασφημήση. Ὁ δέ Ἅγιος εἶπε× «Ἔχω ὀγδόντα ἕξι χρόνια πού δουλεύω γι’ αὐτόν καί κανένα κακό δέν μοῦ ἔκανε καί πῶς μπορῶ νά βλασφημήσω τόν Βασιλιά μου, τόν Σωτῆρα καί λυτρωτή μου;». Ὁ τύραννος τόν πίεζε πάλι νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Τότε ὁ θεῖος Πολύκαρπος τοῦ λέει× «Ἐπειδή προσποιεῖσαι, πώς δέν μέ ξέρεις ποιός εἶμαι, ἄκουσε μέ θάρρος. Χριστιανός εἶμαι καί τόν Χριστό δέν ἀρνοῦμαι. Καί ἄν θέλης νά μάθης τόν λόγο τοῦ Χριστιανισμοῦ, δῶσε μου καιρό καί ἀκρόασι νά σοῦ τόν πῶ». Ὁ δέ κριτής τοῦ λέει× «Ἐάν δέν ἀρνηθῆς τόν Χριστό, θά σέ ρίξω στά θηρία». Ὁ Ἅγιος τοῦ λέει× «Μήν ἀργοπορῆς, γιατί ἐγώ δέν μετακινοῦμαι ἀπό τήν πίστι μου». Καί ὁ ἄρχοντας πάλι τοῦ λέει× «Ἐπειδή δέν λογαριάζεις τά θηρία, θά σέ κατακάψω μέ τήν φωτιά». Ὁ δέ μέγας Πολύκαρπος λέει× «Γιατί μέ φοβερίζεις μέ τήν φωτιά, πού καίγεται γιά λίγη ὥρα καί μετά ἀπό λίγο σβήνει; Κάνε ὅ,τι θέλεις». Αὐτά καί ἄλλα περισσότερα λέγοντας μέ μεγάλο θάρρος καί χαρά, ἔκανε τόν ἄρχοντα νά μείνη ἐκστατικός. Τότε ἔστειλε τόν κήρυκα στήν μέση τοῦ σταδίου καί κήρυξε τρεῖς φορές, ὅτι ὁ Πολύκαρπος ὡμολόγησε πώς εἶναι Χριστιανός. Αὐτό ὅταν τό ἄκουσε ὅλο το πλῆθος τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Ἑβραίων, φώναξαν μέ δυνατή φωνή καί μέ θυμό ἀσυγκράτητο× «Αὐτός εἶναι ὁ Πατέρας τῶν Χριστιανῶν, πού διδάσκει τούς ἀνθρώπους νά μήν προσκυνοῦν τούς θεούς καί πρέπει νά τόν κάψουμε μέ τήν φωτιά ζωντανό».
Ὅταν ἑτοιμάσθηκε ἡ πυρκαγιά, ἔβγαλε ὁ Ἅγιος τά ροῦχα του καί, ὄντας μέσα στήν φωτιά, ἔλυσε μόνος του τήν ζώνη του. Ὅμως ἐμποδίσθηκε λίγο ἀπό τούς Χριστιανούς, πού συνέτρεχαν ὅλοι μέ μεγάλη βιασύνη, ποιός νά πρωτοασπασθῆ τό Ἅγιο σῶμα του.
Ἔπειτα ἔτρεξαν οἱ στρατιῶτες, γιά νά τόν καρφώσουν νά μήν κουνηθῆ, ἐνῷ θά καιγόταν. Ὁ Ἅγιος ὅμως τούς εἶπε× «Ἀφῆστε με ἔτσι ἀκάρφωτο, καί ἐκεῖνος πού μοῦ δίνει δύναμι νά ὑπομείνω τήν φωτιά, θά μέ δυναμώση, γιά νά μήν κουνηθῶ καθόλου». Καί ἔτσι δέν τόν κάρφωσαν, ἀλλά τόν ἔδεσαν πίσω τά χέρια. Καί ἀφοῦ ὕψωσε τά μάτια του στόν οὐρανό, προσευχήθηκε μέ τόν ἑξῆς τρόπο. «Κύριε, ἐσύ ὁ Θεός ὁ παντοκράτωρ, σέ εὐχαριστῶ, διότι μέ ἀξίωσες τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα αὐτή, νά συναριθμηθῶ καί ἐγώ μαζί μέ τούς Μάρτυρές σου σέ ἀνάστασι ζωῆς αἰωνίου καί ψυχῆς καί σώματος καί μακάρι νά γίνω δεκτός μπροστά σου σήμερα ὡς εὐπρόσδεκτη θυσία, ὅπως τό προετοίμασες καί τό φανέρωσες ἀπό πρίν καί τό τελείωσες ὁ ἀληθινός Θεός. Γι’ αὐτό καί γιά ὅλα σέ εὐλογῶ, σέ δοξάζω μαζί μέ τόν ἀγαπητό σου Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα τώρα καί πάντα, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
Καί ἀφοῦ τελείωσε τήν προσευχή, μπῆκε μέσα στήν φωτιά, καί, ὤ τοῦ θαύματος ! ἡ φλόγα ἐκείνη ἔγινε ἕνα εἶδος καμάρας καί περικύκλωσε τό σῶμα τοῦ Μάρτυρα καί ἦταν στήν μέση της φωτιᾶς, ὄχι σάν σάρκα πού καιγόταν, ἀλλά σάν χρυσάφι πού πυρακτωνόταν μέσα σέ καμίνι χρυσοχόου καί ἔβγαινε μεγάλη εὐωδία, σάν νά καιγόταν λιβάνι, ἤ κάτι ἄλλο ἀπό τά τίμια ἀρώματα.
Τέλος πάντων, βλέποντας οἱ ἄνομοι, πώς δέν ἦταν δυνατόν νά καῆ τό σῶμα τοῦ Ἁγίου ἀπό τήν φωτιά, πρόσταξαν νά πλησιάση στόν Μάρτυρα ἕνας δήμιος καί νά τόν θανατώση μέ τό ξίφος καί, ἀφοῦ ἔγινε αὐτό, βγῆκε τόσο πλῆθος αἵματος, ὥστε ἔσβησε τελείως τήν φωτιά καί θαύμασε ὅλο τό πλῆθος μέ τά θαυμάσια του Θεοῦ.
Ὁ δέ φθονερός διάβολος, ἐπειδή ἤξερε ὅτι οἱ Χριστιανοί ἐπιθυμοῦσαν νά πάρουν τό Ἱερό λείψανο τοῦ Ἁγίου γιά ἁγιασμό, τί μηχανεύθηκε; Παρακίνησε ἕναν ἄρχοντα καί εἶπε στόν ἐξουσιαστή νά μήν δώση τό σῶμα τοῦ Ἱερομάρτυρα στούς Χριστιανούς, γιά νά μήν ἀφήσουν τόν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ καί ἀρχίσουν νά σέβωνται τόν Ἅγιο Πολύκαρπο. Τό ἴδιο ἔλεγαν καί οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι καί παραφύλαγαν, νά μήν τό πάρουν κρυφά οἱ Χριστιανοί. Λοιπόν ὁ ἑκατόνταρχος, ἀφοῦ ἔρριξε τό Ἅγιο Λείψανο στήν μέση της φωτιᾶς, τό ἔκαψε. Καί μετά ἀπό αὐτά οἱ Χριστιανοί, ἀφοῦ πῆραν ἐκεῖνα, πού ἀπέμειναν ἀπό τήν φωτιά, τά ἐνταφίασαν μέ εὐλάβεια καί τιμές σέ τόπο ἐπίσημο, πρός δόξα τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, στόν ὁποῖο ἁρμόζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνησις, στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί του στήν ἁγιώτατη Μεγάλη Ἐκκλησία. (Τόν ἐκτενῆ Βίο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, βλέπε στό Νέο Ἐκλόγιο[2].
Τόν δέ ἑλληνικό του Βίο συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ». Σῴζεται στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν Ἰωάννου, Μωυσέως, Ἀντιόχου, καί Ἀντωνίνου.
Ἀπό τούς τέσσερις αὐτούς Ὁσίους ὁ μέν Ἰωάννης ἔγινε μαθητής καί γνώριμος τοῦ Ὁσίου Λιμναίου, ὁ ὁποῖος ἀσκήτευσε στό βουνό, πού εἶναι κοντά στό χωριό Τάργαλα, καθώς προείπαμε στήν 22α τοῦ παρόντος μηνός. Αὐτός λοιπόν πηγαίνοντας σέ μία βουνοπλαγιά πολύ κρύα, (διότι βρίσκεται στό βόρειο μέρος), σέ ἐκείνη πέρασε εἰκοσιπέντε χρόνια ἀσκεπής καί χωρίς στέγη.
Ἡ τροφή του ἦταν ψωμί καί ἁλάτι. Φοροῦσε ἔνδυμα ὑφασμένο ἀπό τρίχες γιδίσιες. Εἶχε τό σῶμα του δεμένο μέ βαρύτατα σίδηρα, ἀπό τά ὁποῖα καταβαρυνόμενος καί ἀπό τίς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου καταφλεγόμενος, δέν θέλησε ποτέ νά λάβη ὁ γενναῖος ἀγωνιστής καμμία ἀνακούφισι καί παρηγοριά στίς κακοπάθειες αὐτές. Ἔτσι καί τήν ἀμυγδαλιά ἐκείνη, πού τήν φύτευσε ἕνας γνωστός του κοντά στήν κλίνη του, ἡ ὁποία μέ τόν καιρό ἔγινε δένδρο καί τοῦ ἔκαμνε ἴσκιο, καί αὐτήν, λέω, πρόσταξε καί τήν ἔκοψαν, γιά νά μήν ἀπολαμβάνη ἀπό τόν ἴσκιό της καμμία παρηγοριά. Μέ τέτοιον τρόπο λοιπόν ὁ Ὅσιος Αὐτός Ἰωάννης ἀγωνιζόμενος, πρός Κύριο ἐξεδήμησε.
Ὁ δέ μακάριος Μωυσῆς μιμούμενος τήν ζωή τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, πού ἀναφέρθηκε, πῆγε σέ μία κορυφή, ἡ ὁποία βρισκόταν ἐπάνω στό χωριό τό ὀνομαζόμενο Ραμά καί ἐκεῖ ἀγωνιζόταν μέ ἀγῶνες ἀσκητικούς. Ὁ δέ ἀοίδιμος Ἀντίοχος, μολονότι ἦταν γέροντας στήν ἡλικία, χρησιμοποιοῦσε ὅμως μεγάλη ἄσκησι.
Ἀλλά καί ὁ τρισόλβιος Ἀντωνῖνος, γέροντας ὄντας, ἔκτισε ἕνα περιτείχισμα σέ ἕναν ἐρημότατο τόπο, καί ἐκεῖ ἀγωνιζόταν παρόμοια μέ τούς νέους. Διότι τήν ἴδια τροφή τῶν νέων, δηλαδή τό ψωμί καί τό ἁλάτι, ἔτρωγαν καί οἱ δύο αὐτοί. Καί τό ἴδιο ποτό τῶν νέων ἔπιναν, δηλαδή τό νερό καί τό ἴδιο μέ ἐκείνους τρίχινο ἔνδυμα φοροῦσαν καί αὐτοί, καί τίς ἴδιες ἀγρυπνίες καί προσευχές μέ ἐκείνους ἔκαμναν καί οἱ δύο. Καί γιά νά πῶ γενικά, πάντοτε οἱ τέσσερις Αὐτοί Ὅσιοι βρίσκονταν σέ πόνους καί κόπους, τόσο ὅλη τήν ἡμέρα, ὅσο καί ὅλη τήν νύκτα καί οὔτε ἡ πολυκαιρία τῆς ἀσκήσεως, οὔτε τά γηρατειά, οὔτε ἡ ἀσθένεια τῆς φύσεως λιγόστεψε τήν ὑπομονή καί ἀνδρεία τους.
Διότι εἶχαν στήν καρδιά τους ἔνθεο ἔρωτα καί προθυμία, στό νά κοπιάζουν γιά τόν Θεό καί νά ἀγωνίζωνται. Ἔτσι μέ τέτοιους ἀγῶνες, ἀφοῦ πέρασαν τήν ζωή τους, μέ εἰρήνη παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ[3].
Μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν Πολυχρονίου, Μωσέως καί Δαμιανοῦ, τῶν μαθητῶν τοῦ Ζεβινᾶ.
Ἀπό αὐτούς τούς τέσσερις Ὁσίους ὁ μέν θεῖος Ζεβινᾶς ἐπάνω σέ ἕνα βουνό ἀφοῦ κατεσκεύασε κελλί ἀσκητικό, τό χρησιμοποιοῦσε γιά ἀσκητικούς ἀγῶνες μέχρι τά γηρατειά του. Ὑπερέβαλε δέ ὅλους τούς Ὁσίους τῆς ἐποχῆς του στήν ὑπομονή, πού εἶχε στήν ἁγία προσευχή. Ἐπειδή δηλαδή ἀπό τά γηρατειά δέν μποροῦσε νά στέκεται ὄρθιος στήν προσευχή, γι’ αὐτό ἀκουμπῶντας ἐπάνω στό ραβδί του, προσευχόταν καί δοξολογοῦσε τόν Θεό ὁ ἀοίδιμος. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε μέ θαυμάσια καί θεάρεστη ζωή, ἀναχώρησε ἀπό τόν παρόντα βίο καί ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο.
Ὁ θεῖος Πολυχρόνιος ἔγινε μαθητής τοῦ Ὁσίου Ζεβινᾶ καί τόσο πολύ μιμήθηκε τίς ἀρετές τοῦ διδασκάλου του καί ἐφάρμοσε στόν ἑαυτό του τούς τρόπους ἐκείνου, σέ σημεῖο πού δέν τυπώνεται τόσο καθαρά στό κερί τοῦ δακτυλιδίου ὁ τύπος. Διότι τήν ἴδια σταθερότητα καί τό ἀδιάλειπτο τῆς ἐκείνου προσευχῆς, χρησιμοποιοῦσε καί αὐτός. Σίδερα ὅμως δέν θέλησε νά φορέση, φοβούμενος, μήπως ἡ ψυχή του ὑπερηφανευθῆ γι’ αὐτό.
Ἀντί ὅμως γιά τά σίδερα, διέταξε καί τοῦ ἔφεραν μία ρίζα δένδρου βαρύτατη, τήν ὁποία σήκωνε τήν νύκτα ἐπάνω στούς ὤμους του καί ἔτσι φορτωμένος ὄντας, προσευχόταν. Ὅταν ὅμως ἤθελε νά ἔλθη κανείς καί νά κτυπήση στό κελλί του, ἔκρυβε τήν ρίζα σέ ἀπόκρυφο τόπο, γιά νά ἀποφύγη τήν δόξα καί τόν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων[4]. Ἀπό τούς παρόμοιους αὐτούς ἀγῶνες ἔλαβε χάρι τῶν θαυμάτων ἀπό τόν Θεό ὁ τρισόλβιος. Διότι μέ τήν προσευχή του κάποτε ἔλυσε ξηρασία καί κατέβασε βροχή καί ἕνα λαδικό, πού ἦταν ἄδειο, τό γέμισε ἀπό λάδι.
Αὐτά καί ἄλλα θαυμάσια ἀφοῦ ἔκανε, πρός Κύριον ἐξεδήμησε.
Οἱ ἄλλοι ἀνωτέρω δύο Ὅσιοι, ὁ Μωυσῆς, λέω, καί ὁ Δαμιανός, παρέμειναν καί αὐτοί μαθητές τοῦ ἴδιου θείου Ζεβινᾶ, ἀλλ’ ὁ μέν Μωυσῆς ἔμεινε μέχρι τέλος κοντά στόν Ζεβινᾶ, προσφέροντας σέ αὐτόν σάν σέ πατέρα καί κύριό του κάθε ὑπακοή καί ὑπηρεσία καί διαμορφώνοντας στόν ἑαυτό του σάν σέ καθρέπτη τήν ἀρετή, πού ἄστραπτε ἀπό τήν ἱερή ψυχή τοῦ μακάριου ἐκείνου γέροντα.
Ὁ δέ Δαμιανός ἔχοντας ὡς διδάσκαλο τῆς μοναδικῆς πολιτείας ἀρχικά τόν Ὅσιο Πολυχρόνιο, ὕστερα πῆγε σέ ἕνα χωριό, πού ἦταν ἐκεῖ κοντά, Νιαρά λεγόμενο, καί βρίσκοντας ἔξω ἀπό τό χωριό του ἕνα μικρό κελλάκι καί μπαίνοντας σέ αὐτό, χρησιμοποιοῦσε τόν ἴδιο τρόπο ζωῆς τοῦ διδασκάλου του Πολυχρονίου. Ὥστε, ὅποιος ἤξερε καλά καί τούς δύο, τόν Πολυχρόνιο καί τόν Δαμιανό, ἔπειτα ἔβλεπε μόνο τόν Δαμιανό, νόμιζε, ὅτι συγχρόνως βλέπει καί τόν Πολυχρόνιο καί βλέπει τήν ψυχή τοῦ Πολυχρονίου, ἑνωμένη μέ τό σῶμα τοῦ Δαμιανοῦ. Ἐπειδή καί στούς δύο ἔλαμπε ἡ ἴδια ἁπλότητα, ἡ ἴδια πραότητα, ἡ ἴδια μετριότητα, ἡ ἴδια γλυκύτητα τῆς ὁμιλίας, ἡ ἴδια νῆψις καί προσοχή τῆς ψυχῆς, ἡ ἴδια κατανόησις τοῦ Θεοῦ, ὁ ἴδιος κόπος καί ἡ ἀγρυπνία καί ἡ τροφή καί ἡ ἀκτημοσύνη. Διότι τό κελλί του, ἄλλο δέν εἶχε παρά φακή βρεγμένη. Τόση ὠφέλεια ἀπόκτησε ὁ Ὅσιος Δαμιανός ἀπό τήν συναναστροφή τοῦ θείου Πολυχρονίου[5].
Ἡ Ἁγία Γοργονία, ἡ ἀδελφή Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Τιμῶ τελευτήν σήν σιγῇ Γοργονία,
Γρηγορίου μέλψαντος αὐτήν ἐκ λόγων
.Αὐτή ἡ Μακαρία Γοργονία εἶχε πατρίδα μία πόλι τῆς Καισάρειας πού ὠνομαζόταν Ναζιανζό. Καί ὁ μέν πατέρας της ὠνομαζόταν Γρηγόριος, ἡ δέ Μητέρα τῆς Νόννα, ἡ ὁποία ἦταν Χριστιανή ἀπό παλιά ἀπό γονεῖς καί προγόνους. Ὁ πατέρας ὅμως ἦταν ἀπό γονεῖς εἰδωλολάτρες, ἀλλά ἡ εὐλογημένη Νόννα ἡ σύζυγός του, μεταχειρίσθηκε πολλούς τρόπους, ἕως ὅτου τόν ἔφερε στήν Χριστιανική εὐσέβεια. Καί μετά τό Βάπτισμα τόσο διέπρεψε στίς ἀρετές ὁ Γρηγόριος, ὥστε χειροτονήθηκε καί Ἐπίσκοπος τῆς Πατρίδας του Ναζιανζοῦ. Ἡ δέ ἀξιοθαύμαστη Νόννα, τόση προσοχή εἶχε στά θεία καί τόση εὐλάβεια, ὥστε, ὅπως λέει ὁ θεολόγος Γρηγόριος ὁ Υἱός της, ποτέ δέν γύρισε τήν πλάτη της ἀπό τό Ἀνατολικό μέρος τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα, ποτέ δέν ἔφτυσε κάτω στό ἔδαφος τοῦ Ναοῦ, ποτέ δέν μίλησε μέσα στήν Ἐκκλησία τήν ὥρα τῆς Ἀκολουθίας, ἤ σέ ἄλλη ὥρα, ἐκτός μόνο, ὅταν ἦταν μεγάλη ἀνάγκη νά μιλήση. Καί μέ τό παράδειγμα τῶν ἀρετῶν της καί μέ τίς προσευχές, πού ἔκαμνε πρός τόν Θεό, ἡμέρες καί νύχτες, μπόρεσε νά μεταβάλη τόν ἄνδρα της ἀπό τήν ἀσέβεια στήν εὐσέβεια.
Λοιπόν ἐφόσον ἀπό μία τέτοια Ἁγία Μητέρα γεννήθηκε καί ἀνατράφηκε ἡ Ἁγία Γοργονία. Τόσο ξεπέρασε ὅλες τίς ἄλλες γυναῖκες τῆς ἐποχῆς της στήν σωφροσύνη καί ἔδειξε σέ ὅλους, ὅτι οὔτε ἡ παρθενία ἑνώνει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, οὔτε πάλι ὁ γάμος τόν δεσμεύει μέ τόν Κόσμο καί τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Καί ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ὁ μέν γάμος νά εἶναι ἐντελῶς ἀποφευκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἡ δέ παρθενία νά εἶναι ὅλως διόλου ἐπαινετή. Αὐτή ἡ πανύμνητη δέν χωρίσθηκε ἀπό τόν Θεό, ἐπειδή παντρεύθηκε, οὔτε ἐπειδή εἶχε κεφαλή τόν ἄνδρα της, δέν ἦταν ἑνωμένη μέ τήν πρώτη κεφαλή, τόν Χριστό. Ἀλλά ὑπηρέτησε λίγο στόν Κόσμο, καί στήν φύσι, σύμφωνα μέ τόν νόμο τῆς σαρκός, τόν ὁποῖο ὁ Θεός ὤρισε, ὅλο ὅμως τόν ἑαυτό της τόν ἀφιέρωσε στόν Θεό. Καί ὄχι μόνο τόν ἄνδρα της, ἀλλά καί τόν καρπό τῆς κοιλιᾶς της, δηλαδή τά παιδιά της, καί τά παιδιά τῶν παιδιῶν της, τά ἔκανε καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Αὐτά πού λέει ὁ Σολομῶν, γιά νά ἐπαινέση τήν σώφρονα καί τίμια γυναῖκα, εἶναι μικρά καί εὐτελῆ γιά τόν ἔπαινο τῆς τιμιώτατης καί σωφρονέστατης Γοργονίας.
Ἡ ἀξιοθαύμαστη Γοργονία δέν στολιζόταν μέ χρυσᾶ στολίδια, δέν καλλώπιζε τήν τίμια κεφαλή της, δέν ἔντυνε τό σῶμα της μέ ἀκριβά καί πολυέξοδα φορέματα, οὔτε τό λάμπρυνε μέ μαργαριτάρια καί διαμάντια, οὔτε μέ κοκκινάδια καί φτιασίδια σκέπασε ποτέ τό πρόσωπό της. Ἀλλά μόνο ἤθελε νά στολίζη τήν ψυχή της μέ τά καλά καί Χριστιανικά ἤθη καί μέ ἀρετές. Μία κοκκινάδα τοῦ προσώπου ἀγαποῦσε, ἐκείνη πού ἀνθεῖ στά πρόσωπα τῶν σεμνῶν καί τίμιων γυναικῶν ἀπό τήν ντροπή καί τήν εὐλάβεια. Μία λευκότητα καί ἀσπράδα ἤθελε, ἐκείνη πού γίνεται ἀπό τήν ἐγκράτεια καί τήν νηστεία. Τό δέ βάψιμο τοῦ προσώπου καί τήν προσωρινή καί πλαστή ὀμορφιά τήν ἄφηνε σέ ἐκεῖνες πού δέν ἀγαποῦν τήν ὀμορφιά τῆς ψυχῆς, ἀλλά τοῦ σώματος.
Καί τέτοια ἦταν ἡ θεία Γοργονία σέ ὅλα αὐτά, τήν δέ φρόνησί της καί τήν γνῶσι καί τήν εὐσέβεια καί τήν πίστι πού εἶχε στόν Θεό, ποιός λόγος μπορεῖ νά τήν παραστήση ἐπάξια; Γιατί τόση ἦταν ἡ ὀξύτητα καί ἡ εὐστροφία τοῦ νοῦ της, ὥστε τήν εἶχαν ὅλοι κοινῶς σύμβουλο στίς ἀνάγκες τους, ὄχι μόνο οἱ συγγενεῖς καί οἱ συμπατριῶτες, ἀλλά καί οἱ ξένοι. Καί νόμο ἄλυτο καί ἀπαράβατο εἶχαν ὅλοι τίς φρόνιμες συμβουλές της. Καί ὡς πρός τήν εὐσέβεια καί τήν εὐλάβεια ἦταν θαυμαστή καί ἀσύγκριτη. Διότι ποιός ἄλλος στόλισε τόσο τούς ἱερούς ναούς μέ τά ἀφιερώματά του, ὅπως ἡ μακάρια Γοργονία; Ἤ καλύτερα νά πῶ, ποιός ἄλλος κατέστησε τόν ἑαυτό του ζωντανό ναό τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τόν θεῖο Ἀπόστολο, ὅπως αὐτή; Ποιός ἄλλος τίμησε τόσο πολύ τούς Ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ; Ποιός ἄλλος ἐπέδειξε πιό συμπονετική καί πιό σπλαγχνική ψυχή σ’ αὐτούς πού ἔπασχαν; Ποιός ἄλλος βοήθησε περισσότερο τούς φτωχούς μέ τίς ἐλεημοσύνες του; Γιά τήν Ἁγία ἁρμόζει νά πῆ κανείς ἐκεῖνα, πού ἔλεγε ὁ δίκαιος Ἰώβ γιά τόν ἴδιο. Τό σπίτι της ἦταν κοινό καταφύγιο γιά τούς φτωχούς. Τά ὑπάρχοντά της ἦταν κοινά σέ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη καί τά σκόρπισε, τά ἔδωσε στούς φτωχούς, γιά νά μένη ἡ δικαιοσύνη της στόν αἰῶνα καί μέ πολλές εὐεργεσίας δεξιώθηκε τόν Χριστό, μέσα ἀπό τούς πολλούς, πού ἔλαβαν τίς εὐεργεσίες της. Καί τό καλύτερο ἀπό ὅλα ἦταν, ὅτι δέν τά ἔκαμνε φανερά καί ἐπιδεικτικά, ἀλλά τά ἔκαμνε κρυφά. Ὅλα της τά πράγματα τά ἅρπαζε ἀπό τόν Κοσμοκράτορα διάβολο καί τά ἔφερνε στίς ἀσφαλεῖς ἀποθῆκες τοῦ οὐρανοῦ, μέσῳ τῆς ἐλεημοσύνης, πού ἔδινε στούς φτωχούς. Στήν γῆ δέν ἄφησε τίποτε ἄλλο, ἐκτός ἀπό τό σῶμα της. Ἕναν πλοῦτο ἄφησε στά παιδιά της τό καλό παράδειγμα στά καλά καί θεάρεστα.
Συνήθεια ἔχουν πολλοί ἄνθρωποι καί τήν ὥρα, πού κάνουν κανένα καλό, πέφτουν σέ ἄλλο κακό. Γιά παράδειγμα, ὅταν δίνουν ἐλεημοσύνες στούς φτωχούς, ξενοιάζουν πλέον καί ἐπιδίδονται στίς ἀκολασίες, σάν νά ἀγόρασαν κατά κάποιο τρόπο τίς ἀπολαύσεις μέ τήν ἐλεημοσύνη πού ἔδωσαν. Δέν ἔκαμνε ὅμως ἔτσι καί ἡ ἀξιομακάριστη Γοργονία, ἀλλά κοντά στήν ἐλεημοσύνη εἶχε καί τήν νηστεία. Κοντά στήν εὐσπλαγχνία καί τήν συμπόνια πρός τούς φτωχούς. Πάντοτε καταγινόταν στίς ἀναγνώσεις τῶν θείων Γραφῶν. Ἀγρυπνοῦσε στίς προσευχές, πότε μέν στεκόμενη ὄρθια, πότε δέ γονατίζοντας στήν γῆ καί μέ καρδιά συντετριμμένη καί ταπεινωμένη καί μέ θερμά δάκρυα ἀνύψωνε μαζί μέ τήν προσευχή καί τόν νοῦ της στόν Θεό καί ἐκεῖ τόν εἶχε ἀσάλευτο. Καί ξεπερνοῦσε σέ ὅλα αὐτά, ὄχι μόνο τίς γυναῖκες, ἀλλά καί τούς ἄνδρες καί φαινόταν ἀνώτερη ἀπό τούς ἄλλους. Καί ἄλλες ἀρετές πού εἶχαν ἄλλοι, τίς μιμοῦνταν καί αὐτή, καί τίς κατώρθωνε καί ἄλλων πάλι ἀρετῶν, ἦταν ἡ ἴδια μίμησις καί παράδειγμα. Καί τόσο κατώρθωσε ὅλες τίς ἀρετές μέ ἄκρα τελειότητα, ὅσο δέν κατώρθωσαν ἄλλοι μέτρια μία μόνο ἀρετή. Καί ποιό ἀπό τά κατορθώματα τῆς Ἁγίας, δέν εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ; Τό φόρεμα καί τό σῶμα της τό λερωμένο καί ἄπλυτο, πού ἔλαμπε μόνο μέ τήν ἀρετή. Ἡ ψυχή της πού συγκρατοῦσε τό σῶμα καί χωρίς τροφή σχεδόν, σάν ἄυλο. Καί γιά νά πῶ καλύτερα, τό σῶμα ἐκεῖνο, πού βιάσθηκε νά νεκρωθῆ καί πρίν ἀπό τόν χωρισμό, γιά νά λάβη ἐλευθερία ἡ ψυχή, καί νά μήν ἐμποδίζεται ἀπό τίς αἰσθήσεις; Ἤ οἱ ἄγρυπνες νύχτες καί ἡ ψαλμῳωδία καί ἡ στάσις πού ἄρχιζε ἀπό τήν ἡμέρα καί τελείωνε τήν ἄλλη ἡμέρα; Ὁ ὕπνος κατάχαμα πού σκλήραινε ὑπερβολικά τήν ἁπαλότητα τῶν μελῶν της; Οἱ πηγές τῶν δακρύων πού σπέρνονταν ἀπό θλίψι, γιά νά θερίσουν μέ ἀγαλλίασι τούς καρπούς; Ἡ νυχτερινή βοή πού διαπερνοῦσε τά σύννεφα καί ἔφθανε στόν οὐρανό; Ἡ θερμότης τοῦ πνεύματός της, πού δέν λογάριαζε καθόλου, οὔτε τούς σκύλους τούς νυχτερινούς, οὔτε τίς ψυχρότητες τοῦ ἀέρα, οὔτε τίς βροχές καί τίς βροντές καί τό χαλάζι, οὔτε τό παράκαιρο τῆς νύχτας, ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιθυμίας πού εἶχε γιά τήν προσευχή; Ἡ γυναικεία φύσις πού νίκησε τήν ἀνδρική, γιά νά ἀγωνισθῆ τόν κοινό ἀγῶνα τῆς σωτηρίας; Καί φανέρωσε πώς ἡ διαφορά πού ἔχουν οἱ ἄνδρες καί οἱ γυναῖκες εἶναι ὡς πρός τό σῶμα μόνο καί ὄχι ὡς πρός τήν ψυχή; Ἡ ἐγκράτεια τῆς Ἁγίας, πού νίκησε τήν πικρή γεῦσι τῆς προμήτορος Εὔας καί τήν ἁμαρτία καί τόν ἀπατηλό ὄφι τόν διάβολο καί τόν θάνατο; Ἡ ζωοποιός νέκρωσί της, πού τίμησε τήν ταπείνωσι τοῦ Χριστοῦ, πού ἔφθασε νά πάρη μέχρι καί μορφή δούλου καί τά πάθη του; Καί πῶς εἶναι δυνατό νά ἀπαριθμήση κανείς ὅλα τά κατορθώματα τῆς μακάριας Γοργονίας;
Ἀλλά καλό εἶναι νά προσθέσουμε στήν διήγησι τῶν ἀρετῶν της καί τίς ἀνταποδόσεις καί τούς μισθούς, πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό, τόν δίκαιο μισθαποδότη, ὅταν ἦταν ἀκόμη ζωντανή στήν παροῦσα ζωή. Καθόταν μία φορά ἡ Ἁγία ἐπάνω σε μία ἅμαξα, τήν ὁποία τήν ἔσερναν μουλάρια καί ὅπως ἐπήγαιναν στόν δρόμο, δέν ξέρω πῶς, ἐξαγριώθηκαν τά μουλάρια ξαφνικά καί ἔτρεξαν μέ τόση ὁρμή, ὥστε ἀναποδογύρισε ἡ ἅμαξα καί ἔπεσε ἡ Ἁγία.
Ὡστόσο δέν ἔμεινε στό μέρος πού ἔπεσε, ἀλλά περιπλέχθηκε στό ἁμάξι καί μαζί μέ αὐτό σερνόταν ἀπό τά μουλάρια σέ τόσο διάστημα, ὥστε κατακόπηκαν τά μέλη τοῦ σώματός της καί κατασυντρίφθηκαν τά κόκκαλά της. Καί αὐτό τό γεγονός προξένησε μεγάλο σκάνδαλο στούς ἄπιστους. Πῶς τάχα ἄφησε ὁ Θεός μία τέτοια Ἅγια γυναῖκα νά πάθη τόσο μεγάλο κακό; Αὐτή ὅμως παρ’ ὅλο πού εἶχε τόση ἀνάγκη ἀπό θεραπεία, δέν θέλησε νά προσκαλέση γιατρό νά τήν ἐπισκεφθῆ, γιά νά μήν δῆ ξένος ἄνδρας τό σῶμα της. Γι’ αὐτό καί σύμφωνα μέ τήν ἀγαθή ἐλπίδα πού εἶχε, ἔτσι ἀκολούθησε καί τό πρᾶγμα καί γιατρεύθηκε μέ τελειότητα, χωρίς γιατρό. Καί, κατά κάποιο τρόπο φάνηκε, ὅτι ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά πάθη ἡ Ἁγία σάν ἄνθρωπος καί νά γιατρευθῆ ὑπεράνθρωπα, γιά νά δοξασθῆ μέ αὐτό τό θαῦμα. Τό ὁποῖο καί ὅλους τούς ἔκανε νά θαυμάσουν καί κυρίως ἐκείνους, πού σκανδαλίσθηκαν πρωτύτερα, διότι σέ ὅλους διαδόθηκε καί ἀκούσθηκε τό θαῦμα αὐτό καί κηρύσσεται μαζί μέ τά ἄλλα θαυμάσια τοῦ Θεοῦ.
Ἄλλη φορά πάλι ἀρρώστησε ἡ Ἁγία καί ἡ ἀσθένειά της ἦταν ἀσυνήθιστη καί ἀλλόκοτη, διότι ἦταν ἕνα κάψιμο ξαφνικό ὅλου τοῦ σώματός της. Καί σάν ἕνας ἀναβρασμός καί ἕνα ἄναμμα τοῦ αἵματος. Ἔπειτα ἀκολούθησε πάγωμα καί ψύχρα τοῦ αἵματος καί παράλυσις τῶν μελῶν τοῦ σώματός της. Καί τό πάθος αὐτό συνέβαινε συχνά καί μερικές φορές πολύ συχνά καί οὔτε οἱ προσπάθειες τῶν γιατρῶν ἦταν ἀρκετές γιά τήν θεραπεία τοῦ πάθους, παρ’ ὅλο πού ἔβαλαν ὅλη τους τήν ἐπιμέλεια, οὔτε τά πολλά δάκρυα τῶν γονέων της, οὔτε οἱ κοινές δεήσεις πρός τόν Θεό καί παρακλήσεις ὅλου τοῦ πλήθους. Γιατί ὅλοι θεωροῦσαν δική τους ὠφέλεια, τήν ὑγεία τῆς Ἁγίας. Καί ἀντίθετα, κοινό πάθος καί βλάβη θεωροῦσαν τήν ἀσθένειά της.
Τί κάνει λοιπόν ἡ θεία Γοργονία; Ἀφοῦ πλέον ἀπελπίσθηκε ἀπό κάθε ἄλλη βοήθεια, κατέφυγε στόν Θεό, τόν κοινό Ἰατρό καί ἀφοῦ παραφύλαξε τήν ὥρα τῆς νύχτας, κατά τήν ὁποία δέν ὑπῆρχε κανείς νά τήν ἐμποδίση (ἐπειδή τήν εἶχε ἀφήση γιά λίγο τό πάθος), πῆγε καί προσέπεσε μέ πίστι στό Ἅγιο θυσιαστήριο καί ἐπεκαλεῖτο μεγαλόφωνα σέ βοήθεια τόν Θεό, ὁ ὁποῖος τιμᾶται ἐπάνω σ’ αὐτό καί τοῦ θύμισε τίς δυνάμεις καί τά θαύματα, πού ἔκανε σέ διάφορους καιρούς γιά τήν εὐεργεσία τῶν ἀνθρώπων. Τέλος πάντων μιμεῖται τήν γυναῖκα τοῦ Εὐαγγελίου πού αἱμορραγοῦσε.
Καί τί κάνει; Ἄγγιξε καί αὐτή τήν κεφαλή της στήν Ἁγία Τράπεζα καί μέ τήν ἴση φωνή καί τά ἴσα δάκρυα, μέ τά ὁποῖα ἔβρεξε ἡ πόρνη ἐκείνη τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, ἔβρεχε καί αὐτή τήν Ἁγία Τράπεζα, καί ἔλεγε, ὅτι δέν θά φύγη ἀπό ἐκεῖ, ἕως ὅτου νά λάβη τήν ὑγεία της.
Ἔπειτα, ἀφοῦ ἄλειψε μέ τά δάκρυά της ὅλο τό σῶμα της, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως ἔγινε καλά καί γύρισε στό σπίτι της, ξαλαφρωμένη καί ὡς πρός τό σῶμα καί ὡς πρός τήν ψυχή καί ὡς πρός τόν νοῦ, καθώς ἔλαβε τόν ἀναμενόμενο μισθό τῆς ἐλπίδος της καί μέ τήν δύναμι τῆς ψυχῆς ἐπέτυχε καί τήν ὑγεία τοῦ σώματος. Καί τέτοια ὑπῆρξε ἡ ζωή τῆς μακάριας Γοργονίας, τό τέλος της ὅμως ποιό ἦταν;
Ἐπιθυμοῦσε τόν θάνατο ἡ εὐλογημένη ἐξ αἰτίας τῆς πολλῆς παρρησίας καί τοῦ θάρρους, πού εἶχε στόν Χριστό καί ἀπό ὅλα τά γήινα προτιμοῦσε τό νά εἶναι μαζί μέ αὐτόν. Γι’ αὐτό καί δέν ἀπέτυχε σ’ αὐτή τήν ἔνθεη καί ὑψηλή ἐλπίδα της. Ἀλλά τί ἀκολουθεῖ; Ὕπνος γλυκύτατος τῆς ἔρχεται ὕστερα ἀπό τήν πολλή ἀγρυπνία πού ἔκανε, δεόμενη γι’ αὐτό στόν Κύριο καί ἐκεῖ στόν ὕπνο βλέπει μία ὀπτασία, ἡ ὁποία τῆς φανέρωνε πότε καί ποιά ἡμέρα, ἐπρόκειτο νά πεθάνη καί νά φύγη πρός τόν Κύριο. Καί αὐτό τό οἰκονόμησε ὁ Θεός, γιά νά ἑτοιμασθῆ καί νά μήν ταραχθῆ, ὅταν ἔλθη ὁ θάνατος ξαφνικά. Ὡστόσο δέν εἶχε ἀνάγκη ἡ Ἁγία ἀπό προετοιμασία, ἐπειδή τότε πρό ὀλίγου εἶχε λάβει τήν κάθαρσι καί τήν τελείωσι τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος. Ἤ καλύτερα, γιά νά ποῦμε τήν ἀλήθεια, ὅλη ἡ ζωή της ἦταν κάθαρσις καί τελείωσις. Καί τήν μέν ἀναγέννησι τήν εἶχε ἀπό τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσῳ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.
Τήν δέ ἀσφάλεια καί βεβαιότητα τῆς σωτηρίας της τήν εἶχε ἀπό τίς ἀρετές καί ἀπό τά καλά καί θεάρεστα ἔργα, πού ἕως τότε ἔπραξε, ἐπάνω στά ὁποῖα ἔβαλε τέλος πάντων σάν μία σφραγῖδα τό Ἅγιο Βάπτισμα. Ἕνα μόνο τῆς ἔλλειπε καί αὐτό εἶχε ἀνάγκη νά ἑτοιμάση. Νά βαπτίση καί τόν ἄνδρα της. Αὐτό προσευχόταν καί ζητοῦσε καί δέν ἀπέτυχε σ’ αὐτό τό ζήτημα. Τό ἔλαβε ἀπό τόν Θεό, πού κάνει τό θέλημα αὐτῶν, πού τόν φοβοῦνται.
Καί ἀφοῦ πλέον τά εἶχε ὅλα σύμφωνα μέ τόν σκοπό της καί κανένα δέν ἔλλειπε ἀπό ὅσα ποθοῦσε, πλησίασε δέ καί ἡ καθορισμένη ἡμέρα τοῦ θανάτου της, τότε ἑτοιμάσθηκε γιά τόν θάνατο καί γιά τήν ἀποδημία της πρός τόν Χριστό καί ἔπεσε ἄρρωστη στό κρεβάτι σύμφωνα μέ τούς νόμους τῆς φύσεως. Καί ἀφοῦ παρήγγειλε στόν ἄνδρα της καί στά παιδιά της καί στούς φίλους της, ὅσα παραγγέλματα εἶναι ἑπόμενο νά πῆ μία γυναῖκα, πού ἀγαπᾶ τόν ἄνδρα της καί τά παιδιά της καί τούς ἀδελφούς της καί, ἀφοῦ φιλοσόφησε καλά καί δίδαξε γιά τήν οὐράνια πολιτεία, καί ἔκανε σάν νά ἦταν ἡμέρα πανηγύρεως μέ τήν διδασκαλία της πρός ὅλους, τήν στερνή ἡμέρα τῆς ζωῆς της, τότε κοιμήθηκε καί ἀπῆλθε ἡ μακάρια ψυχή της στά οὐράνια, ὡς πρός τά χρόνια μέν τῆς ζωῆς ὄχι τόσο ἡλικιωμένη, διότι οὔτε τό ἤθελε νά ζήση καί νά βρίσκεται πολλά χρόνια στόν κόσμο. Ὡς πρός τά καλά ὅμως καί τίς ἀρετές περισσότερο πλούσια ἀπό πολλούς ἄλλους, πού ἔφθασαν σέ βαθειά γηρατειά.
Ἀλλά καλό εἶναι καί ὠφέλιμο νά προσθέσουμε καί ἐκεῖνο, πού συνέβη στό τέλος της. Βρισκόταν, ὅπως εἴπαμε, στό κρεβάτι, καί ἀνέπνεε τά τελευταῖα καί τριγύρω της ἦταν πολλοί συγγενεῖς καί ξένοι, λυπημένοι ὅλοι γιά τόν χωρισμό της. Καί ἄλλοι ἀπό αὐτούς ἐπιθυμοῦσαν νά ἀκούσουν ἀπό αὐτήν κάτι ἀξιόλογο, γιά νά τό διηγοῦνται ὕστερα. Ἄλλοι πάλι ἤθελαν νά ποῦν τίποτε κατάλληλο γιά ἐκείνη τήν ὥρα, ὅμως κανένας δέν τό ἀποτολμοῦσε, ἀλλά ἡ λύπη καί ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς τους ἦταν ἀθεράπευτα καί τά δάκρυά τους ἔτρεχαν, χωρίς νά ἀκουσθῆ φωνή. Γιατί δέν τούς φαινόταν σωστό νά τιμοῦν μέ θρήνους ἐκείνη, πού ἀποχωριζόταν τόν Κόσμο μέ τά σημάδια τῆς ἁγιότητας, ἀλλά στέκονταν ὅλοι μέ βαθειά σιωπή, σάν νά ἐτελεῖτο κανένα θεῖο μυστήριο. Ἡ δέ Ἁγία ἐκείτετο φαινομενικά, ἀκίνητη, ἄφωνη καί χωρίς πνοή. Τότε ὁ κοινός ποιμένας, δηλαδή ὁ πατέρας της, πού στεκόταν ἐκεῖ δίπλα καί τήν παρατηροῦσε, βλέποντας, ὅτι κουνοῦσε λίγο τά χείλη της, ἔβαλε ἐκεῖ τά αὐτιά του μέ τήν ἐλπίδα, ὅτι θά ἀκούση τίποτε ἀξιόλογο καί τήν ἄκουσε, πού ἔλεγε ἕναν στίχο ἀπό τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ, κατάλληλο γιά ἐκείνη τήν ὥρα καί ὁ στίχος ἦταν ὁ ἑξῆς. «Εἰρηνικά στό ἴδιο μέρος καί θά ξαπλώσω καί θά κοιμηθῶ». Καί αὐτό δέν ἦταν ἄλλο, παρά μία φανερή μαρτυρία καί ἀπόδειξι τῆς παρρησίας καί τῆς ἁγιότητας, μέ τήν ὁποία ἡ μακάρια Γοργονία ἀποδήμησε καί ἔφυγε πρός τόν Χριστό. Μέ τοῦ ὁποίου τό ἄπειρο ἔλεος καί τίς πρεσβεῖες τῆς Ἁγίας, ἄς ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί καί κατακριτέοι νά ἔχουμε ἕνα ἀγαθό καί σωτήριο τέλος, μέ μετάνοια καί ἐξομολόγησι, γιά νά δοξάζουμε μαζί μέ αὐτούς, πού ἔχουν σωθῆ τήν ἄκρα τοῦ ἀγαθότητα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
[1] Ὄχι ὁ Δέκιος, ἀλλ’ ὁ Ἀντωνῖνος εἶναι, αὐτός πού ὀνομάζεται καί Πῖος, δηλαδή εὐσεβής, ὅπως καί στό Ὡρολόγιο Ἀντωνῖνος γράφεται καί ὄχι Δέκιος. Διότι ὁ Ἀντωνῖνος βασίλευσε κατά τό ἔτος 139, ἐνῷ ὁ Δέκιος κατά τό ἔτος 250. Κατά τήν ἐποχή τοῦ ἴδιου Ἀντωνίονου, ὅταν Πάπας Ρώμης ἦταν ὁ Ἀνίκητος, , πῆγε ὁ Πολύκαρπος Αὐτός στήν Ρώμη καί ἔγινε συζήτησις γιά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα, ὅπως ἐξιστορεῖ ὁ Εἰρηναῖος (βιβλ. γ΄, κεφ. γ΄, Κατά αἱρέσεων). Μή συμφωννῶντας ὅμως μέ τόν Ρώμης γιά τό ζήτημα αὐτό, ἀναχώρησε ἀπό τήν Ρώμη, ὅπως ἀναφέρει ὁ Βαρώνιος καί ἄλλοι ἱστορικοί. (Βλέπε σελ. 199 τοῦ α΄ τόμ. τοῦ Μελετίου.)
[2] Ὁ ἀποστολικός Αὐτός ἀνήρ Πολύκαρπος, δεινοπαθῶντας καί λυπούμενος γιά τούς ἀσεβεῖς καί εἰδωλολάτρες, πού ζοῦσαν στήν ἐποχή του, ἔλεγε τό ἀξιομνημόνευτο αὐτό λόγιο· «Ὦ Θεέ μου, σέ ποιόν καιρό μέ διετήρησες!» Γι’ αὐτόν τόν Ἅγιο Πολύκαρπο, φώναζαν ἔτσι πλήθη τῶν Ἰουδαίων καί τῶν ἐθνῶν· «Αὐτός εἶναι ὁ τῆς Ἀσίας διδάσκαλος, ὁ πατέρας τῶν Χριστιανῶν». Αὐτόν ὁ Εὐσέβιος τόν ὀνομάζει ἀποστολικό καί προφητικό ἄνδρα καί χαρακτῆρα τῆς πίστεως καί τῆς ἀληθείας (Βιβλ. δ΄, κεφ. ιδ΄, ιε΄). Σημείωσε, ὅτι στό βιβλίο πού λέγεται Νέον Ἄνθος χαρίτων, καί τά ἑξῆς ἀξιόλογα γράφονται γιά τήν σταθερότητα τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ Πολυκάρπου. Δηλαδή, ὅτι Αὐτός παρουσιάσθηκε ἐνώπιον τοῦ ἀνθυπάτου, ὁ ὁποῖος, μολονότι ἤθελε νά τόν θανατώση ὡς ἔνοχο, βλέποντας ὅμως τήν γηραλέα καί σεβάσμια ἡλικία καί τήν πολιά του καί ἀκούοντας τήν καλή φήμη τῆς ἐνάρετης ζωῆς του, τόσο πολύ τόν ἀγάπησε, ὥστε ἐπιθυμοῦσε νά τόν ἐλευθερώση ἀπό τόν θάνατο καί νά τοῦ χαρίση τήν ζωή. Ὁπότε στό τέλος τοῦ εἶπε νά βλασφημήση τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μία μόνο φορά, ὄχι μέ τήν καρδιά, ἀλλά τουλάχιστον μόνο μέ τήν γλῶσσα. Καί ἄν τό κάνη αὐτό, ἀμέσως θά τόν στείλη στήν ἐπισκοπή του, ὄχι μόνο ἐλεύθερο ἀπό κάθε ὕβρι, ἀλλά καί γεμᾶτο ἀπό πολλά δῶρα. Σ’ αὐτόν τόν διαβολικό λόγο φοβήθηκε καί τρόμαξε ὁ σεβάσμιος γέρων. Ἔπειτα σηκώνοντας τά μάτιά του στόν Οὐρανό, εἶπε· «Ὀγδονταέξι χρόνια ἐγώ ὑπηρετῶ αὐτόν τόν καλό μου Κύριο, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος δέν μοῦ προξένησε καμμία λύπη στό τόσο διάστημα τῆς ζωῆς μου, ἀντίθετα μοῦ χάρισε ἀμέτρητες εὐεργεσίες. Καί λοιπόν, πῶς ἐσύ θέλεις τώρα νά βρίσω ἐγώ τέτοιον ἀγαθό καί εὐεργετικώτατό μου Κύριο; Ποτέ μου, ποτέ νά μη μοῦ συμβῆ αὐτό!». Καί ὄχι μόνο τά λόγιά του παρέμειναν ἔτσι σταθερά καί γενναῖα, ἀλλά καί τά ἔργα του στάθηκαν σύμφωνα μέ τά λόγια. Διότι, ὅταν ἄναψε ἡ πυρκαϊά καί ἀποφασίσθηκε νά ριχθῆ σέ αὐτήν, τότε ὁ γενναῖος τῆς εὐσεβείας ἀγωνιστής, ὅλος χαρά καί ἀγαλλίασι, μόνος ἔλυσε τά ὑποδήματά του, μόνος ἔβγαλε τό ἐπανωφόρι του καί μόνος, ἀναβαίνοντας ἐπάνω στήν πυρκαϊά, ξάπλωσε ἥσυχα, ὄχι σάν φταίχτης, γιά νά ἀφήση τήν ζωή, ἀλλά ὅπως ὁ θρυλλούμενος φοίνικας, γιά νά ἀλλάξη τά φτερά καί νά πετάξη στά Οὐράνια. Τά ἴδια γράφονται καί στόν λεχθέντα Βίο του μέ λίγη παραλλαγή.
[3] Καί αὐτῶν τῶν τεσσάρων Ὁσίων γράφει τούς Βίους ὁ Θεοδώρητος στόν ἀριθμό 23 τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας, ἀπό τούς ὁποίους ἔγινε καί τό παρόν Συναξάρι.
[4] Παρόμοια καί αὐτῶν τῶν τεσσάρων Ὁσίων τούς Βίους γράφει ὁ Θεοδώρητος στό εἴκοσι τέσσερα κεφάλαιο τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας, ἀπό ὅπου καί ἔγινε τό παρόν Συναξάρι. Προσθέτει ἀκόμη ὁ Θεοδώρητος, ὅτι αὐτός γνωστός ὄντας αὐτοῦ τοῦ Ὁσίου Πολυχρονίου, θέλησε νά πάρη τήν ρίζα ἐκείνη ἀπό τό κελλί του, γιά νά τόν ἐλαφρώση ἀπό τόν κόπο, ἀλλ’ ὁ Ὅσιος δέν τόν ἄφησε. Ἦταν μάλιστα ἡ ρίζα τόσο βαρειά, πού μόλις μποροῦσε νά σηκωθῆ ἀπό τήν γῆ μέ τά δύο χέρια.
[5] Προσθέτει ἀκόμη ὁ Θεοδώρητος γιά τόν Πολυχρόνιο καί αὐτό, ὅτι ἦταν τόσο πολύ ταπεινός, ὥστε φιλοῦσε τά πόδια ἐκείνων πού τόν πλησίαζαν καί βάζοντας τό μέτωπό του κάτω στήν γῆ, ζητοῦσε νά προσεύχωνται γι’ αὐτόν, εἴτε στρατιῶτες ἦταν, εἴτε χειροτέχνες, εἴτε ἀγροῖκοι. Ἔτσι πῆγε μία φορά σέ αὐτόν καί ἕνας ἡγεμόνας, τῆς δικαιοσύνης διαφενδευτής καί ἐξουσιαστής τῶν εὐσεβῶν. Ὁ Ὅσιος, ὅταν ἔμαθε, ὅτι εἶναι τέτοιος, ἐἔπίασε μέ τά χέρια του τά δύο πόδια ἐκείνου λέγοντας, ὅτι τοῦ ζητεῖ μία χάρι. Ὁ ἡγεμόνας ὑποσχέθηκε νά τοῦ κάνη, ὅ,τι ἤθελε. Διότι νόμισε, ὅτι θά τόν παρακαλέση γιά κάποιον ὑπήκοό του. Καί ὁ Ὅσιος τοῦ εἶπε· «Ἐπειδή καί μοῦ ὑπεσχέθηκες βεβαίως, σέ παρακαλῶ νά προσφέρης στόν Θεό προσευχές γιά μένα». Ὁ ἡγεμόνας κτυπῶντας τό δικό του μέτωπο, πάσχοντας ἔλεγε, ὅτι δέν εἶναι ἄξιος νά παρακαλέση τόν Θεό οὔτε γιά τόν ἑαυτό του. Ὁπότε δίκαια προσθέτει ὁ Θεοδώρητος γιά τόν Ὅσιο αὐτόν αὐτά τά ἀξιοσημείωτα· «Αὐτόν, πού εἶχε φθάσει σέ τέτοιο ὕψος φιλοσοφίας καί εἶχε τόσο ταπεινό φρόνημα, ποιός λόγος θά μποροῦσε νά τόν ὑμνήση ἐπάξια;»


Login