Τῷ αὐτῷ μηνί KB΄ , μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀγαθονίκου, καί τῶν σύν αὐτῷ Ζωτικοῦ, Ζήνωνος, Θεοπρεπίου, Ἀκινδύνου, καί Σεβηριανοῦ.

+ Ὁ Μάρ­τυρας τοῦ Χρι­στοῦ Ἀ­γα­θό­νι­κος ἦ­ταν στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Μα­ξι­μια­νοῦ, κατά τό ἔ­τος 298. Συνελήφθη ὅμως ἀ­πό τόν κό­μη­τα, πού ὠνομαζό­ταν Εὐ­τόλ­μιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος στάλ­θη­κε ἀ­πό τόν βα­σι­λιά ἀ­πό τήν Νι­κο­μή­δεια, στά μέ­ρη τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας, γιά νά θα­να­τώ­ση τούς Χρι­στια­νούς, πού βρίσκονταν ἐ­κεῖ. Καί ἀ­φοῦ τα­ξί­δε­ψε μέ κα­ΐ­κι, πῆ­γε στό ἐμ­πό­ριο, τό ὁ­ποῖ­ο λε­γό­ταν Κάρ­πη καί ἐ­κεῖ βρῆ­κε τόν Ἅ­γιο Ζω­τι­κό μέ τούς μα­θη­τές του, νά ὁ­μο­λο­γοῦν τόν Χρι­στό. Γι’ αὐ­τό τόν κα­τα­δί­κα­σε νά πε­θά­νη μέ τόν θά­να­το τοῦ σταυ­ροῦ. Ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε στήν Νι­κο­μή­δεια καί μό­λις ἔ­μα­θε, ὅ­τι ὁ λε­γό­με­νος Πρίγ­κιψ πί­στε­ψε στόν Χρι­στό, μέ­σω ἑ­νός Ἀ­γα­θό­νι­κου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­μά­κρυ­νε τούς Ἕλ­λη­νες ἀ­πό τά εἴ­δω­λα καί τούς πρόσ­φε­ρε στόν Χρι­στό, αὐ­τό, λέω, μό­λις τό ἔ­μα­θε, ἔ­στει­λε καί συνέλαβαν καί τούς δύ­ο. Καί τόν μέν Ἀ­γα­θό­νι­κο, τόν ἔ­δει­ρε δυ­να­τά, τόν δέ Πρίγ­κι­πα, τό ἴ­διο καί ἄλ­λους Χρι­στια­νούς, πού ἦ­ταν δε­μέ­νοι, τούς πῆ­ρε μα­ζί του καί τούς πῆ­γε στήν Θρά­κη, ὅ­που ἦ­ταν ὁ βα­σι­λιάς, γιά νά κρι­θοῦν ἀ­πό τόν βα­σι­λιά.

Ἐρχόμενος σέ ἕ­να χω­ριό, πού ὠνομαζό­ταν Πο­τα­μός, ἐ­κεῖ θα­νά­τω­σε μέ τό μη­χα­νι­κό ὄρ­γα­νο τοῦ κα­τα­πέλ­τη (τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ὅ­μοι­ο μέ κον­τά­ρι) τόν Ἅ­γιο Ζή­νω­να καί τόν Θε­ο­πρέ­πιο καί τόν Ἀ­κίν­δυ­νο, ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σαν πλέ­ον οἱ μα­κά­ριοι νά περ­πα­τοῦν, ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῶν πλη­γῶν, πού εἶ­χαν ἀ­πό πρίν καί τῶν ξυ­λο­δαρ­μῶν πού δέ­χθη­καν. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ πῆ­γε κον­τά στήν Χαλ­κη­δό­να, θα­νά­τω­σε μέ σπα­θί τόν Ἅ­γιο Σε­βη­ρια­νό, ἐπειδή κή­ρυτ­τε μέ τόλ­μη τόν Χρι­στό. Ὅ­ταν πῆ­γε στό Βυ­ζάν­τιο, τό­τε πα­ρου­σι­ά­σθη­καν μπρο­στά του ὁ Ἅ­γιος Ἀ­γα­θό­νι­κος, τόν ὁ­ποῖ­ο τόν εἶ­χε δεί­ρει πρίν, μα­ζί μέ τόν Πρίγ­κι­πα καί τούς δε­σμί­ους, πού εἶ­χε μα­ζί του ὁ κό­μης. Τό­τε ἔ­βγα­λε τόν Μάρ­τυ­ρα Ἀ­γα­θό­νι­κο ἔ­ξω ἀ­πό τό Βυ­ζάν­τιο καί τόν ἔ­δει­ρε πά­λι δυ­να­τά. Ἔ­πει­τα τόν πῆ­ρε μα­ζί του καί, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν Ση­λυ­βρί­α, στόν τό­πο πού λε­γό­ταν Ἄμ­μους, ὅ­που βρι­σκό­ταν ὁ βα­σι­λιάς, ἐ­κεῖ ἀ­πο­κε­φά­λι­σε τόν Μάρ­τυ­ρα Ἀ­γα­θό­νι­κο καί τόν Πρίγ­κι­πα καί τούς ὑ­πό­λοι­πους Χρι­στια­νούς, ὅ­σους πῆ­ρε μα­ζί του ὁ κό­μης ἀ­πό τήν Νι­κο­μή­δεια, καί ἔ­τσι ἔ­λα­βαν ὅ­λοι τούς στε­φά­νους τῆς ἀ­θλή­σε­ως. Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί τους καί ἡ ἑ­ορ­τή στόν Ἅ­γιο Να­ό τους, πού βρί­σκε­ται στήν Και­νού­πο­λη, καί στόν Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Θε­ο­δώ­ρας καί στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ξη­ρο­κέρ­κου. (Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τό ἑλ­λη­νι­κό του Μαρ­τύ­ριο σώ­ζε­ται στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς· «Μα­ξι­μια­νός ὁ βα­σι­λεύς ἐκ Νι­κο­μη­δεί­ας ἀ­πά­ρας»­).

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τῆς Ἁ­γί­ας Μάρ­τυ­ρος Ἀν­θού­σης,
καί Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ βα­πτί­σαν­τος αὐ­τήν, καί τῶν δύ­ω
οἰ­κε­τῶν αὐ­τῆς Χα­ρι­σί­μου καί Νε­ο­φύ­του.

                      Εἰς τήν Ἀν­θοῦ­σαν.

 Ἀν­θῆ­σαν ἐκ γῆς τῆς Σε­λευ­κεί­ας ῥό­δον,

Ἀν­θοῦ­σαν ἐ­δρέ­ψαν­το χεῖ­ρες Ἀγ­γέ­λων.

                       Εἰς τόν Ἀ­θα­νά­σιον.

 Ἀ­θα­νά­σιος κἄν τε­θνή­ξω­μαι ξί­φει,

Τοῖς ζῶ­σι Χρι­στοῦ ζῶν τε­τά­ξο­μαι φί­λοις.

                       Εἰς τούς οἰ­κέ­τας.

 Δοῦ­λοι δύ­ω τμη­θέν­τες εὗ­ρον οἱ δύ­ω,

Τήν εὐ­γέ­νειαν, ἥν ἀ­πώ­λε­σαν πά­λαι.

 

Αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α Ἀν­θοῦ­σα ἦ­ταν στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Οὐ­αλ­λε­ρια­νοῦ, κατά τό ἔ­τος 254· κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι τῆς Σε­λεύ­κει­ας, πού βρι­σκό­ταν στήν Συ­ρί­α, καί ἦ­ταν θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Ἀν­τω­νί­ου καί τῆς Μα­ρί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦ­ταν πο­λύ πλού­σιοι, προ­σκολ­λη­μέ­νοι ὅ­μως στήν θρη­σκεί­α τῶν εἰ­δώ­λων. Αὐ­τή λοι­πόν ἐ­πει­δή πί­στευ­ε κρυ­φά στόν Χρι­στό, ἤ­θε­λε νά λά­βη τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα καί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά ἰ­δῆ τόν Ἐ­πί­σκο­πο Ἀ­θα­νά­σιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος κή­ρυτ­τε τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ στήν Ταρ­σό τῆς Κι­λι­κί­ας. Γι’ αὐ­τό ἔ­πει­σε τήν μη­τέ­ρα της καί τῆς ἔ­δω­σε δύ­ο ὑποζύγια καί, ἀ­φοῦ κα­βα­λί­κε­ψε τό ἕ­να ἡ Ὁ­σί­α, πῆ­ρε μα­ζί της καί τούς δύ­ο της εὐ­νού­χους καί δού­λους, τόν Χα­ρί­σι­μο καί τόν Νε­ό­φυ­το, καί προ­φα­σί­σθη­κε, ὅ­τι πρό­κει­ται νά πά­η στήν πα­ρα­μά­να της. Τήν ὥ­ρα λοι­πόν πού πή­γαι­νε στόν δρό­μο, γί­νε­ται θαῦ­μα φο­βε­ρό· δι­ό­τι ὁ Ἀ­θα­νά­σιος πού εἰ­δο­ποι­ή­θη­κε καί ξε­ση­κώ­θη­κε ἀ­πό Ἁ­γί­ους Ἀγ­γέ­λους, ἔ­φθα­σε στόν δρό­μο καί στά­θη­κε μπρο­στά στήν Ἀν­θοῦ­σα. Μό­λις λοιπόν τόν εἶ­δε ἡ Ἁ­γί­α καί ἔ­μα­θε, ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ζη­τού­με­νος Ἀ­θα­νά­σιος, ἔ­πε­σε στά πό­δια του καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τήν τε­λει­ώ­ση μέ τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα. Καί ἐ­πει­δή νε­ρό ἐ­κεῖ δέν ὑ­πῆρ­χε, γι’ αὐ­τό προ­σευ­χή­θη­κε ὁ Ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος καί ἀ­μέ­σως ἀ­να­δύ­θη­κε βρύ­ση κά­τω ἀ­πό τήν γῆ· καί στήν βρύ­ση ἐμ­φα­νί­σθη­καν δύ­ο Ἄγ­γε­λοι μέ τήν μορ­φή στρα­τι­ω­τῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­δι­ναν στήν Ἁ­γί­α δύ­ο φο­ρέ­μα­τα λευκά. Ἔ­τσι βα­πτί­σθη­κε αὐ­τή καί οἱ δύ­ο δοῦ­λοι της.

Ἔ­πει­τα ἔ­δω­σε στόν Ἐ­πί­σκο­πο, τό πο­λύ­τι­μο καί χρυ­σο­ΰ­φαν­το φό­ρε­μα πού φο­ροῦ­σε, γιά νά τό που­λή­ση καί τήν τι­μή του νά τήν μοι­ρά­ση στούς φτω­χούς. Καί αὐ­τή ἡ τρι­σευ­λο­γη­μέ­νη, ἀ­φοῦ φό­ρε­σε ἕ­να τα­πει­νό καί εὐ­τε­λές φό­ρε­μα, πῆ­γε ἔ­τσι στήν πα­ρα­μά­να της. Ἡ πα­ρα­μά­να της ὅ­μως τήν ἔ­δι­ω­ξε, κα­τη­γο­ρῶντας την καί ἐ­πι­πλήτ­τον­τάς την, ἐπειδή πί­στε­ψε στόν Χρι­στό καί ἐπειδή φο­ροῦ­σε ἕ­να τέ­τοι­ο εὐ­τε­λές φό­ρε­μα. Καί ὅ­ταν πῆ­γε καί στήν μη­τέ­ρα της, τήν βρῆ­κε καί ἐ­κεί­νη λυ­πη­μέ­νη, διότι αὐτή ἡ θυ­γα­τέ­ρα της, βα­πτί­σθη­κε στό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ.

Γι’ αὐ­τό ἡ Ἁ­γί­α ἀ­φή­νον­τας καί μη­τέ­ρα καί πα­ρα­μά­να, πῆ­γε στόν προ­α­να­φερ­θέν­τα Ἅ­γιο Ἀ­θα­νά­σιο καί ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον ἔ­γι­νε Μο­να­χή καί ντύ­θη­κε μέ τρί­χι­νο φό­ρε­μα, δη­λα­δή ὑ­φα­σμέ­νο ἀ­πό γι­δί­σι­ες τρί­χες, καί ἔ­τσι, ἀ­φοῦ σή­κω­σε στόν ὦ­μο της τόν Σταυ­ρό τοῦ Κυ­ρί­ου, πῆ­γε στήν ἔ­ρη­μο, ὅ­που συγ­κα­τοι­κοῦ­σε γιά εἴ­κο­σι χρό­νια μέ τά θη­ρί­α, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α ἔ­παιρ­νε τρο­φή ἀ­πό θεί­α Πρό­νοι­α. Καί ἀ­φοῦ ὑ­πέ­μει­νε πολ­λούς πει­ρα­σμούς ἀ­πό τούς δαί­μο­νες, εἰ­ρη­νι­κά πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ, δι­α­μορ­φώ­νον­τας νε­κρο­πρε­πῶς τόν ἑ­αυ­τό της ἐ­πά­νω στήν πέ­τρα, ὅ­που συ­νή­θι­ζε νά κοι­μᾶ­ται. Ὁ Ἐ­πί­σκο­πος Ἀ­θα­νά­σιος, συ­νε­λή­φθη­ ἀ­πό τούς Ἕλ­λη­νες καί, ἀ­φοῦ με­τα­φέρ­θη­κε μπρο­στά στόν βα­σι­λιά Οὐ­αλ­λε­ρια­νό, ἔ­λα­βε πολ­λές τι­μω­ρί­ες μέ ρα­βδιά καί τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε.

Τό ἴ­διο καί οἱ προ­α­να­φερ­θέν­τες δύ­ο πρῶ­τοι δοῦ­λοι τῆς μα­κα­ρί­ας Ἀν­θού­σης, ὁ Χα­ρί­σι­μος, λέ­ω, καί ὁ Νε­ό­φυ­τος, ἀ­φοῦ ἡ κυ­ρί­α τους ἀ­να­χώ­ρη­σε στήν ἔ­ρη­μο καί, ἀ­φοῦ ὁ Ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος μαρ­τύ­ρη­σε, τό­τε, λέ­ω, καί αὐ­τοί πῆ­γαν στόν Οὐ­αλ­λε­ρια­νό καί ὡ­μο­λό­γη­σαν, ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νοί, ἀ­να­θε­μα­τί­ζον­τας τά εἴ­δω­λα καί ἐ­κεί­νους πού τά προ­σκυ­νοῦν. Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς τούς ἔ­στει­λε στόν δού­κα Ἀ­πελ­λια­νό. Ἔ­τσι ὡ­μο­λό­γη­σαν καί μπρο­στά σ’ ἐ­κεῖ­νον τόν Χρι­στό, γι’ αὐ­τό τούς κρέ­μα­σαν καί ξέ­σχι­σαν ὅ­λο τό σῶ­μα τους σέ τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρες ὧ­ρες. Ἔ­πει­τα τούς ἔ­δει­ραν μέ ρα­βδιά καί τε­λευ­ταῖ­α ἔ­κο­ψαν τίς τί­μι­ές τους κε­φα­λές καί ἔ­τσι ἔ­φυ­γαν στε­φα­νω­μέ­νοι στά Οὐ­ρά­νια. Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί τους καί ἡ ἑ­ορ­τή στόν τό­πο πού ἀ­πο­κα­λεῖ­ται Ἱπτό­ι­χνα.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης