+ Ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Ἀγαθόνικος ἦταν στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιμιανοῦ, κατά τό ἔτος 298. Συνελήφθη ὅμως ἀπό τόν κόμητα, πού ὠνομαζόταν Εὐτόλμιος, ὁ ὁποῖος στάλθηκε ἀπό τόν βασιλιά ἀπό τήν Νικομήδεια, στά μέρη τῆς Μαύρης Θάλασσας, γιά νά θανατώση τούς Χριστιανούς, πού βρίσκονταν ἐκεῖ. Καί ἀφοῦ ταξίδεψε μέ καΐκι, πῆγε στό ἐμπόριο, τό ὁποῖο λεγόταν Κάρπη καί ἐκεῖ βρῆκε τόν Ἅγιο Ζωτικό μέ τούς μαθητές του, νά ὁμολογοῦν τόν Χριστό. Γι’ αὐτό τόν καταδίκασε νά πεθάνη μέ τόν θάνατο τοῦ σταυροῦ. Ἔπειτα γύρισε στήν Νικομήδεια καί μόλις ἔμαθε, ὅτι ὁ λεγόμενος Πρίγκιψ πίστεψε στόν Χριστό, μέσω ἑνός Ἀγαθόνικου, ὁ ὁποῖος ἀπομάκρυνε τούς Ἕλληνες ἀπό τά εἴδωλα καί τούς πρόσφερε στόν Χριστό, αὐτό, λέω, μόλις τό ἔμαθε, ἔστειλε καί συνέλαβαν καί τούς δύο. Καί τόν μέν Ἀγαθόνικο, τόν ἔδειρε δυνατά, τόν δέ Πρίγκιπα, τό ἴδιο καί ἄλλους Χριστιανούς, πού ἦταν δεμένοι, τούς πῆρε μαζί του καί τούς πῆγε στήν Θράκη, ὅπου ἦταν ὁ βασιλιάς, γιά νά κριθοῦν ἀπό τόν βασιλιά.
Ἐρχόμενος σέ ἕνα χωριό, πού ὠνομαζόταν Ποταμός, ἐκεῖ θανάτωσε μέ τό μηχανικό ὄργανο τοῦ καταπέλτη (τό ὁποῖο ἦταν ὅμοιο μέ κοντάρι) τόν Ἅγιο Ζήνωνα καί τόν Θεοπρέπιο καί τόν Ἀκίνδυνο, ἐπειδή δέν μποροῦσαν πλέον οἱ μακάριοι νά περπατοῦν, ἐξ αἰτίας τῶν πληγῶν, πού εἶχαν ἀπό πρίν καί τῶν ξυλοδαρμῶν πού δέχθηκαν. Ἔπειτα, ἀφοῦ πῆγε κοντά στήν Χαλκηδόνα, θανάτωσε μέ σπαθί τόν Ἅγιο Σεβηριανό, ἐπειδή κήρυττε μέ τόλμη τόν Χριστό. Ὅταν πῆγε στό Βυζάντιο, τότε παρουσιάσθηκαν μπροστά του ὁ Ἅγιος Ἀγαθόνικος, τόν ὁποῖο τόν εἶχε δείρει πρίν, μαζί μέ τόν Πρίγκιπα καί τούς δεσμίους, πού εἶχε μαζί του ὁ κόμης. Τότε ἔβγαλε τόν Μάρτυρα Ἀγαθόνικο ἔξω ἀπό τό Βυζάντιο καί τόν ἔδειρε πάλι δυνατά. Ἔπειτα τόν πῆρε μαζί του καί, ὅταν ἔφθασε στήν Σηλυβρία, στόν τόπο πού λεγόταν Ἄμμους, ὅπου βρισκόταν ὁ βασιλιάς, ἐκεῖ ἀποκεφάλισε τόν Μάρτυρα Ἀγαθόνικο καί τόν Πρίγκιπα καί τούς ὑπόλοιπους Χριστιανούς, ὅσους πῆρε μαζί του ὁ κόμης ἀπό τήν Νικομήδεια, καί ἔτσι ἔλαβαν ὅλοι τούς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί τους καί ἡ ἑορτή στόν Ἅγιο Ναό τους, πού βρίσκεται στήν Καινούπολη, καί στόν Ναό τῆς Ἁγίας Θεοδώρας καί στό Μοναστήρι τοῦ Ξηροκέρκου. (Σημείωσε, ὅτι τό ἑλληνικό του Μαρτύριο σώζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι ἡ ἑξῆς· «Μαξιμιανός ὁ βασιλεύς ἐκ Νικομηδείας ἀπάρας»).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀνθούσης,
καί Ἀθανασίου τοῦ βαπτίσαντος αὐτήν, καί τῶν δύω
οἰκετῶν αὐτῆς Χαρισίμου καί Νεοφύτου.
Εἰς τήν Ἀνθοῦσαν.
Ἀνθῆσαν ἐκ γῆς τῆς Σελευκείας ῥόδον,
Ἀνθοῦσαν ἐδρέψαντο χεῖρες Ἀγγέλων.
Εἰς τόν Ἀθανάσιον.
Ἀθανάσιος κἄν τεθνήξωμαι ξίφει,
Τοῖς ζῶσι Χριστοῦ ζῶν τετάξομαι φίλοις.
Εἰς τούς οἰκέτας.
Δοῦλοι δύω τμηθέντες εὗρον οἱ δύω,
Τήν εὐγένειαν, ἥν ἀπώλεσαν πάλαι.
Αὐτή ἡ Ἁγία Ἀνθοῦσα ἦταν στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Οὐαλλεριανοῦ, κατά τό ἔτος 254· καταγόταν ἀπό τήν πόλι τῆς Σελεύκειας, πού βρισκόταν στήν Συρία, καί ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἀντωνίου καί τῆς Μαρίας, οἱ ὁποῖοι ἦταν πολύ πλούσιοι, προσκολλημένοι ὅμως στήν θρησκεία τῶν εἰδώλων. Αὐτή λοιπόν ἐπειδή πίστευε κρυφά στόν Χριστό, ἤθελε νά λάβη τό Ἅγιο Βάπτισμα καί ἐπιθυμοῦσε νά ἰδῆ τόν Ἐπίσκοπο Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος κήρυττε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ στήν Ταρσό τῆς Κιλικίας. Γι’ αὐτό ἔπεισε τήν μητέρα της καί τῆς ἔδωσε δύο ὑποζύγια καί, ἀφοῦ καβαλίκεψε τό ἕνα ἡ Ὁσία, πῆρε μαζί της καί τούς δύο της εὐνούχους καί δούλους, τόν Χαρίσιμο καί τόν Νεόφυτο, καί προφασίσθηκε, ὅτι πρόκειται νά πάη στήν παραμάνα της. Τήν ὥρα λοιπόν πού πήγαινε στόν δρόμο, γίνεται θαῦμα φοβερό· διότι ὁ Ἀθανάσιος πού εἰδοποιήθηκε καί ξεσηκώθηκε ἀπό Ἁγίους Ἀγγέλους, ἔφθασε στόν δρόμο καί στάθηκε μπροστά στήν Ἀνθοῦσα. Μόλις λοιπόν τόν εἶδε ἡ Ἁγία καί ἔμαθε, ὅτι εἶναι ὁ ζητούμενος Ἀθανάσιος, ἔπεσε στά πόδια του καί τόν παρακαλοῦσε νά τήν τελειώση μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα. Καί ἐπειδή νερό ἐκεῖ δέν ὑπῆρχε, γι’ αὐτό προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος καί ἀμέσως ἀναδύθηκε βρύση κάτω ἀπό τήν γῆ· καί στήν βρύση ἐμφανίσθηκαν δύο Ἄγγελοι μέ τήν μορφή στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδιναν στήν Ἁγία δύο φορέματα λευκά. Ἔτσι βαπτίσθηκε αὐτή καί οἱ δύο δοῦλοι της.
Ἔπειτα ἔδωσε στόν Ἐπίσκοπο, τό πολύτιμο καί χρυσοΰφαντο φόρεμα πού φοροῦσε, γιά νά τό πουλήση καί τήν τιμή του νά τήν μοιράση στούς φτωχούς. Καί αὐτή ἡ τρισευλογημένη, ἀφοῦ φόρεσε ἕνα ταπεινό καί εὐτελές φόρεμα, πῆγε ἔτσι στήν παραμάνα της. Ἡ παραμάνα της ὅμως τήν ἔδιωξε, κατηγορῶντας την καί ἐπιπλήττοντάς την, ἐπειδή πίστεψε στόν Χριστό καί ἐπειδή φοροῦσε ἕνα τέτοιο εὐτελές φόρεμα. Καί ὅταν πῆγε καί στήν μητέρα της, τήν βρῆκε καί ἐκείνη λυπημένη, διότι αὐτή ἡ θυγατέρα της, βαπτίσθηκε στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
Γι’ αὐτό ἡ Ἁγία ἀφήνοντας καί μητέρα καί παραμάνα, πῆγε στόν προαναφερθέντα Ἅγιο Ἀθανάσιο καί ἀπό ἐκεῖνον ἔγινε Μοναχή καί ντύθηκε μέ τρίχινο φόρεμα, δηλαδή ὑφασμένο ἀπό γιδίσιες τρίχες, καί ἔτσι, ἀφοῦ σήκωσε στόν ὦμο της τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, πῆγε στήν ἔρημο, ὅπου συγκατοικοῦσε γιά εἴκοσι χρόνια μέ τά θηρία, ἀπό τά ὁποῖα ἔπαιρνε τροφή ἀπό θεία Πρόνοια. Καί ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλούς πειρασμούς ἀπό τούς δαίμονες, εἰρηνικά παρέδωσε τήν ψυχή της στά χέρια τοῦ Θεοῦ, διαμορφώνοντας νεκροπρεπῶς τόν ἑαυτό της ἐπάνω στήν πέτρα, ὅπου συνήθιζε νά κοιμᾶται. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος, συνελήφθη ἀπό τούς Ἕλληνες καί, ἀφοῦ μεταφέρθηκε μπροστά στόν βασιλιά Οὐαλλεριανό, ἔλαβε πολλές τιμωρίες μέ ραβδιά καί τελευταῖα ἀποκεφαλίσθηκε.
Τό ἴδιο καί οἱ προαναφερθέντες δύο πρῶτοι δοῦλοι τῆς μακαρίας Ἀνθούσης, ὁ Χαρίσιμος, λέω, καί ὁ Νεόφυτος, ἀφοῦ ἡ κυρία τους ἀναχώρησε στήν ἔρημο καί, ἀφοῦ ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος μαρτύρησε, τότε, λέω, καί αὐτοί πῆγαν στόν Οὐαλλεριανό καί ὡμολόγησαν, ὅτι ἦταν Χριστιανοί, ἀναθεματίζοντας τά εἴδωλα καί ἐκείνους πού τά προσκυνοῦν. Τότε ὁ βασιλιάς τούς ἔστειλε στόν δούκα Ἀπελλιανό. Ἔτσι ὡμολόγησαν καί μπροστά σ’ ἐκεῖνον τόν Χριστό, γι’ αὐτό τούς κρέμασαν καί ξέσχισαν ὅλο τό σῶμα τους σέ τρεῖς ὁλόκληρες ὧρες. Ἔπειτα τούς ἔδειραν μέ ραβδιά καί τελευταῖα ἔκοψαν τίς τίμιές τους κεφαλές καί ἔτσι ἔφυγαν στεφανωμένοι στά Οὐράνια. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί τους καί ἡ ἑορτή στόν τόπο πού ἀποκαλεῖται Ἱπτόιχνα.


Login