Τῷ αὐτῷ μηνί KΖ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Ὁμολογητοῦ Προκοπίου τοῦ Δεκαπολίτου.
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἔζησε στά χρόνια τοῦ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου καί εἰκονομάχου, κατά τό ἔτος 740. Ἀρχικά βέβαια ἔγινε Μοναχός, καί ἀφοῦ πέρασε κάθε ἄσκησι μέ ἀκρίβεια, καθάρισε τελείως τόν ἑαυτό του. Κατόπιν μέ ἀνδρεία ἔλεγξε τούς αἱρετικούς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀθετοῦσαν τήν σάρκωσι τοῦ Θεοῦ Λόγου καί δέν προσκυνοῦσαν τήν τοῦ Χριστοῦ ἔνσωμη Εἰκόνα, καί στερέωσε τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ὄχι μόνο μέ λόγια, ἀλλά καί μέ πολλές θλίψεις καί κακοπάθειες. Ἔτσι ἀπό αὐτό φάνηκε μέγας Ὁμολογητής καί, ἀφοῦ ἔκανε πολλά θαύματα, πρός Κύριον ἐξεδήμησε.
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Θαλλέλαιος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται[1].
Αὐτός καταγόταν ἀπό τήν Κιλικία καί, ἐπειδή ἀγάπησε τήν ἀσκητική ζωή, πῆγε στήν πόλι τῶν Γαβάλων, ἡ ὁποία τώρα ὀνομάζεται Γιβέλ καί βρίσκεται στήν Συρία καί ἀπέχει ἀπό τήν Λαοδίκεια μίλια δεκαοχτώ πρός τόν νότο. Μακριά λοιπόν ἀπό τήν πόλι αὐτή, μέχρι εἴκοσι στάδια, δηλαδή μέχρι δυόμισυ μίλια, βρῆκε ὁ Ὅσιος Αὐτός ἕνα μέρος ὑψηλό, στόν ὁποῖο ἦταν ἕνας ναός ἀφιερωμένος στούς δαίμονες, καί ἐτιμᾶτο μέ πολλές θυσίες ἀπό τούς εἰδωλολάτρες, καί ἐκεῖ ἔκτισε μία μικρή καλύβη. Βλέποντας ὅμως οἱ δαίμονες, ὅτι πῆγε ἐκεῖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος Θαλλέλαιος, προσπαθοῦσαν, βέβαια, νά τόν θανατώσουν, ἀλλ’ ὅμως δέν μποροῦσαν, ἐπειδή ἀφ’ ἑνός τόν φύλαγε ἡ ἀδίστακτη πίστι του πρός τόν Θεό καί ἀφ ἑτέρου, διότι τόν βοηθοῦσε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Μή μπορῶντας λοιπόν οἱ δαίμονες νά βλάψουν τόν Ὅσιο, γέμισαν ἀπό θυμό καί κινήθηκαν ἐναντίον τῶν δένδρων, πού ἦταν φυτευμένα ἐκεῖ καί ξαφνικά ξερρίζωσαν περισσότερα ἀπό πεντακόσια δένδρα. Ἐπειδή ὅμως καί μέ αὐτό δέν μπόρεσαν νά φοβήσουν τόν τοῦ Χριστοῦ ἀγωνιστή, βρῆκαν οἱ ἀλιτήριοι ἄλλα σχέδια. Ἀφοῦ συγκετρώθηκαν τήν νύκτα, χρησιμοποιοῦσαν θρήνους καί κραυγές. Κατόπιν, δείχνοντας λαμπάδες ἀναμμένες, φρόντιζαν νά βάλουν φόβο στήν καρδιά τοῦ Ὁσίου. Ἐπειδή ὅμως ὅλα τά σχέδιά τους ὁ Ὅσιος κατεφρόνησε, γιά τόν λόγο αὐτόν, τόν ἐγκατέλειψαν οἱ δαίμονες καί ἀναχώρησαν. Ὁ Ὅσιος κατόπιν κατασκεύασε δύο τροχούς, ἀπό τούς ὁποίους ὁ κάθε ἕνας ἦταν μεγάλος δύο πήχεις καί τούς συνάρμοσε καί τούς δύο μέ σανίδια, ὄχι πυκνά, ἀλλά ἀραιά. Ἔπειτα, ἀφοῦ κάθισε στό μέσο τῶν τροχῶν, κάρφωσε μέ καρφιά τά ἀραιά ἐκεῖνα σανίδια καί κρέμασε τόν διπλό ἐκεῖνο τροχό σέ μέρος ἀσκέπαστο καί ἔτσι καθήμενος μέσα σέ αὐτόν, μᾶλλον ὅμως κρεμασμένος, πέρασε δέκα χρόνια. Ἐπειδή ὅμως εἶχε σῶμα μεγάλο, γι’ αὐτό, ὅταν καθόταν δέν μποροῦσε νά σηκώση ἐπάνω τόν λαιμό του, ἀλλά πάντοτε καθόταν σκυφτός καί εἶχε τό πρόσωπο ἀκουμπισμένο στά γόνατά του.
Πρός αὐτόν τόν Ὅσιο πῆγε μία φορά ὁ Κύρου Θεοδώρητος, ὁ ὁποῖος γράφει καί τόν Βίο του στόν 28ο ἀριθμό τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας καί τόν ρώτησε, γιά ποιά αἰτία χρησιμοποιοῦσε ἐκεῖνο τόν νέον τρόπο τῆς ἀσκήσεως, ὁ Ὅσιος τοῦ ἀποκρίθηκε· «Ἐγώ ἐπειδή καί εἶμαι ὑπεύθυνος γιά πολλές ἁμαρτίες καί πιστεύοντας, ὅτι εἶναι ἀληθινές οἱ τιμωρίες ἐκεῖνες, μέ τίς ὁποῖες ἀπειλεῖ ὁ Θεός τούς ἁμαρτωλούς, γι’ αὐτό βρῆκα αὐτόν τόν καινούργιο τρόπο τῆς ζωῆς, ταλαιπωρῶντας τό σῶμα μου μέ κάποιες μέτριες τιμωρίες στήν παροῦσα ζωή, γιά νά ξαλαφρώσω τό βάρος τῶν ἐλπιζομένων ἐκείνων τιμωριῶν τῆς μελλούσης κολάσεως. Καί εἶναι χειρότερες οἱ τιμωρίες ἐκεῖνες, ὄχι μόνο κατά τήν ποσότητα, ἀλλά καί κατά τήν ποιότητα, ἐπειδή εἶναι στανικές καί ἀκούσιες. Καί κάθε πρᾶγμα, πού εἶναι στανικό καί χωρίς τήν θέλησι τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό εἶναι πολύ λυπηρό. Ἐνῷ ἀντίθετα, ἐκεῖνο, πού εἶναι θεληματικό καί ἑκούσιο, κι ἄν ἀκόμη εἶναι κοπιαστικό καί λυπηρό, αὐτό ὅμως εἶναι κατώτερο κακό. Διότι ὁ κόπος ἐκείνου, εἶναι θεληματικός καί ὄχι βίαιος καί δυναστικός. Ἄν λοιπόν μέ τίς μικρές αὐτές θλίψεις μετριάσω τίς μέλλουσες μεγάλες τιμωρίες, σίγουρα ἀποκτῶ ἕνα μεγάλο κέρδος».
Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ὁ Θεοδώρητος, θαύμασε πολύ τήν εὐστροφία τοῦ Ὁσίου, διότι ὄχι μόνο ἀγωνιζόταν περισσότερο ἀπό τούς καθωρισμένους καί συνήθεις ἀγῶνες στούς ἀσκητές καί ἐφεύρισκε μόνος του ἄλλους ἀγῶνες μεγαλύτερους, ἀλλά ἐπί πλέον γνώριζε καί τίς αἰτίες τους καί τούς δίκασκε στούς ἄλλους. Ἔλεγαν ἀκόμη, ὅσοι κατοικοῦσαν ἐκεῖ κοντά, ὅτι ὁ Ὅσιος αὐτός ἔκανε πολλά θαύματα μέ τήν προσευχή του, ὄχι μόνο σέ ἀνθρώπους, ἀλλά καί σέ ζῷα, διότι καί ἄνθρωποι καί ζῷα δέχθηκαν διά μέσου αὐτοῦ τήν θεραπεία σέ πολλά πάθη.
Ἀπό αὐτόν τόν Ὅσιο παρακινούμενοι οἱ εἰδωλολάτρες, πού κατοικοῦσαν τό μέρος ἐκεῖνο, ἐγκατέλειψαν τήν πατρική ἀσέβεια καί τό σκοτάδι, πού εἶχαν καί δέχθηκαν τό φῶς τῆς θεογνωσίας καί τῆς πίστεως. Χρησιμοποιῶντας αὐτούς ὁ Ὅσιος ὡς βοηθούς καί συνεργούς, γκρέμισε τόν ἐκεῖ βρισκόμενο ναό τῶν δαιμόνων καί ἔκτισε ἱερό Ναό στό ὄνομα τῶν καλλινίκων Μαρτύρων.
Μέ τέτοιο λοιπόν τρόπο, ἀφοῦ ἀγνωνίσθηκε, πρός Κύριον ἐξεδήμησε, γιά νά λάβη ἀπό αὐτόν τόν στέφανο τῆς ἀσκήσεως.


Login