Τῇ 23ῃ τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Νε­ο­μάρ­τυ­ρος Λα­ζά­ρου τοῦ ἐκ Βουλ­γα­ρί­ας (†1802).

Ὁ Ἅ­γιος Νε­ο­μάρ­τυρας Λά­ζα­ρος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι Κάμ­προ­βα τῆς Βουλ­γα­ρί­ας καί γεν­νή­θη­κε ἀ­πό γο­νεῖς εὐ­σε­βεῖς καί φι­λό­θε­ους. Ἀ­φοῦ ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν Βουλ­γα­ρί­α, ἦλ­θε στήν πό­λι Σῶ­μα, κον­τά στήν Πέρ­γα­μο, καί ἔ­γι­νε βο­σκός. Κά­ποι­α ­ἡμέρα, πού ὁ Ἅ­γιος ἔ­βο­σκε τό ποί­μνιό του, ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε. Κα­τά τύ­χη δέ τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη περ­νοῦ­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ μί­α ὀ­θω­μα­νί­δα, κα­τά τῆς ὁ­ποί­ας ἐ­πι­τέ­θη­κε τό σκυ­λί τῆς ποί­μνης καί ἔ­σκι­σε λί­γο τά ἐν­δύ­μα­τά της. Ἡ γυ­ναί­κα, μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε στό σπί­τι της, ἔ­δει­­ξε τά σκι­σμέ­να ἐν­δύ­μα­τά της στόν σύ­ζυ­γό της, συ­κο­φαν­τῶντας τόν Λά­ζα­ρο, ὅ­τι δῆ­θεν ἦ­ταν αὐ­τός, πού τήν βί­α­σε. Ὁ Τοῦρ­κος ὠρ­γί­σθη­κε καί ἔ­τρε­ξε ἀ­μέ­σως νά βρῆ τόν Λά­ζα­ρο. Ἀν­τί αὐ­τοῦ, βρῆ­κε ἕ­ναν φί­λο τοῦ Ἁ­γί­ου, τόν ὁ­ποῖ­ο τραυ­μά­τι­σε. Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ὁ Τοῦρ­κος, ὅ­τι ὁ τραυ­μα­τι­σθείς δέν ἦ­ταν ὁ Λά­ζα­ρος, ζή­τη­σε ἀ­πό τόν ἀγᾶ τήν τι­μω­ρί­α τοῦ Λα­ζά­ρου.

Ἔ­τσι ὁ Ἅ­γιος συ­νε­λή­φθη στίς 7 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 1802 καί κλεί­σθη­κε στήν φυ­λα­κή. Ἡ ἀ­θῳ­ό­τη­τά του ἀ­πο­δεί­χθη­κε, ἀλ­λά οἱ συγ­γε­νεῖς τῆς πιό πά­νω γυ­ναί­κας ὑ­πο­σχέ­θη­καν στόν ἀγᾶ χί­λια γρό­σια στήν πε­ρί­πτω­σι, πού θά ­πε­τύ­χαι­νε τόν ἐ­ξισ­λα­μι­σμό ἤ τόν θά­να­το τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Ἡ φι­λαρ­γυ­ρί­α ὡδή-γη­σε τόν ἄρ­χον­τα στό νά ὑ­πο­βάλ­λη τόν Νε­ο­μάρ­τυ­ρα Λά­ζα­ρο σέ φρι­κτά βα­σα­νι­στή­ρια. Ἀ­φοῦ δέν κα­τώρ­θω­σαν τί­πο­τε, τήν νύ­κτα τῆς 22ας Ἀ­πρι­λί­ου χρη­σι­μο­ποί­η­σαν τά σκλη­ρό­τε­ρα βα­σα­νι­στή­ρια.

Οἱ δή­μιοι πύ­ρω­σαν σι­δε­ρέ­νια ρα­βδιά, μέ τά ὁποῖα κα­τέ­κα­ψαν ἕ­να πρός ἕ­να ὅ­λα τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός του, ἐ­νῷ τόν βί­α­ζαν νά ὁ­μο­λο­γή­ση πί­στι στόν Μω­ά­μεθ. Ἀ­φοῦ κα­τέ­κα­ψαν τέ­λος καί τήν γλῶσ­σα τοῦ Ἁ­γί­ου Λα­ζά­ρου, τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σαν - ἄ­φω­νο πιά - νά ὑ­πο­δεί­ξη μέ νεύ­μα­τα ἤ μέ κί­νη­σι τῆς κε­φα­λῆς τήν συγ­κα­τά­θε­σί του στήν ἐ­πι­θυ­μί­α τους νά ἀλ­λα­ξο­πι­στή­ση. Ἀλ­λά οὔ­τε τά φρι­κώ­δη βα­σα­νι­στή­ρια, οὔ­τε οἱ βα­ρει­ές πέ­τρες, πού τέ­θη­καν στό στῆ­θος του, οὔ­τε οἱ ρα­βδι­σμοί στά­θη­καν ἱ­κα­νά, γιά νά με­τα­πεί­σουν τόν Μάρ­τυ­ρα. Ἔ­τσι δέ­χθη­κε γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ τόν δι’ ἀγ­χό­νης θά­να­το, σέ ἡ­λι­κί­α εἴ­κο­σι ὀ­κτώ ἐ­τῶν.

Οἱ Χρι­στια­νοί πα­ρα­τή­ρη­σαν ὅ­τι τρεῖς φο­ρές ἀ­νέ­βη­κε καί κα­τέ­βη­κε τό Ἅ­γιο λεί­ψα­νο μέ τό σχοι­νί, χω­ρίς ἀν­θρώ­πι­νο χέ­ρι, σάν νά ἀ­νε­βοκα­τε­βά­ση κα­νείς κά­ποι­α καν­δή­λα.

Στήν συ­νέ­χεια κρε­μα­σμέ­νο πα­ρέ­μει­νε ἀ­κί­νη­το καί μέ­χρι τό βρά­δυ τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν στραμ­μέ­νο πρός τήν δύ­σι, ἐ­νῷ τό πρω­ί πρός τήν ἀ­να­το­λή καί μέ τήν ἀ­να­το­λή τοῦ ἡ­λί­ου πά­λι ἦ­ταν στραμ­μέ­νο πρός τήν ἀ­να­το­λή, πρᾶγ­μα πού δέν ἦ­ταν ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το οὔ­τε ἀ­πό τούς Ἀ­γα­ρη­νούς.

Ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρα αὐ­τοῦ συ­νέ­τα­ξε ὁ Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Νι­κη­φό­ρος ὁ Χῖος.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης