Ἐκ γειτόνων εἶ Γεώργιε κἀνθάδε,
Κἀκεῖθεν, οἶμαι, Χριστομύστῃ Παρθένῳ.
Αὐτός ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τήν γυναῖκα καί τά τέκνα καί τούς συγγενεῖς του, προτίμησε νά βαδίζη τήν στενή καί θλιμμένη ὁδό τοῦ Κυρίου. Ἀφοῦ λοιπόν ντύθηκε τό μοναχικό σχῆμα καί σήκωσε τόν ἐλαφρύ ζυγό τοῦ Κυρίου, βάδιζε σέ πόλεις καί χῶρες καί στίς ἐρήμους, «ὑστερούμενος, θλιβόμενος, κακουχούμενος». Τελικά, ἐπειδή τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό ὁ θάνατός του, γιά τόν λόγο αὐτόν πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι καί, στόν πάνσεπτο Ναό τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, πού βρίσκεται στό μέρος, πού λέγεται Διΐππειο, ἀφοῦ πέρασε ἑπτά ἡμέρες, ἐκεῖ ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ ὁ ἀοίδιμος. Καί ὅταν ἦλθαν νά τόν ἐνταφιάσουν μερικοί Χριστιανοί καί εἶδαν τά βαρύτατα σίδερα, πού φοροῦσε, καί ὅτι τό σῶμα του ὅλο ἦταν καρφωμένο στά σίδερα, ὅλοι μαζί φώναζαν τό, “Κύριε ἐλέησον”. Τότε, ἀφοῦ ἔκαναν μία θήκη ἀπό μάρμαρα, ἔβαλαν μέσα σ’ αὐτήν τό λείψανο τοῦ μακάριου καί ἔτσι τό ἐνταφίασαν στόν νάρθηκα τοῦ ἀναφερθέντος Ναοῦ τοῦ Ἀποστόλου Ἰωάννου, τό ὁποῖο ἀνέβλυζε θεραπεῖες διαφόρων ἀσθενειῶν σ’ ἐκείνους, πού μέ πίστι πρόστρεχαν σ’ αὐτό, ἀπό τούς ὁποίους μερικοί ζοῦν μέχρι σήμερα καί μαρτυροῦν μέ ζωντανή φωνή τά θαύματα, πού ἔγιναν σ’ αὐτούς ἀπό τόν Ὅσιο.


Login