Τῇ 14ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου
Μάρτυρος Ἰωάννου, τοῦ χρυσοχόου (†14 Μαΐου 1802).
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἦταν Βούλγαρος στήν ἐθνικότητα καί καταγόταν ἀπό μία πόλι τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στό συναξάριο μέ τό ὄνομα Σούμνα. Τό ὄνομά του στήν βουλγαρική γλῶσσα εἶναι Ράικος, μεταφράζεται δέ στά ἑλληνικά Ἰωάννης. Στό ἐπάγγελμα ὁ ἅγιος ἦταν χρυσοχόος στήν ἡλικία δεκαοκτώ ἐτῶν, πολύ ὄμορφος στήν ὄψι, ἀλλά ὀμορφότερος στήν ψυχή. Ἦταν δέ Χριστιανός μέ θερμή πίστι καί πολλές ἀρετές. Ἀπέναντι ἀπό τό ἐργαστήριό του ἦταν τούρκικο σπίτι, τοῦ ὁποίου ὁ νοικοκύρης εἶχε μία κόρη ἀνύπαντρη. Ἡ κοπέλα, βλέποντας καί παρατηρῶντας κάθε ἡμέρα τόν Ἰωάννη, τόν ἐρωτεύθηκε μέ σαρκικό ἔρωτα καί, μή μπορῶντας νά πετύχη τόν σκοπό της, μηχανεύθηκε τό ἑξῆς: Κάποια ἡμέρα κατέβηκε κάτω στήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της καί φώναξε τόν Ἰωάννη νά τῆς πάρη μέτρο στό δάχτυλο, γιά νά τῆς φτιάξη ἕνα χρυσό δαχτυλίδι. Ὅταν πῆγε ὁ ἅγιος νά τῆς πάρη μέτρο, ἐκείνη τοῦ ἅρπαξε τό χέρι καί τόν τράβηξε μέ ὅση δύναμι εἶχε μέσα στό σπίτι. Τράβηξε τότε τό χέρι του καί ἐκεῖνος μέ δύναμι, γιά νά ἀπαλλαγῆ, μέ ἀποτέλεσμα ἡ κοπέλα νά πέση μέ τήν πλάτη κάτω. Ἐπειδή δέν κατώρθωσε νά πετύχη τόν σκοπό της, ἄρχισε νά φωνάζη μέ ὅλη της τή δύναμι, συκοφαντῶντας τόν ἅγιο, ὅτι ἀποπειράθηκε νά τήν βιάση. Οἱ Τοῦρκοι, πού προσέτρεξαν στίς φωνές της, τόν ἅρπαξαν καί τόν ὡδήγησαν στόν κριτή.
Ὁ δικαστής, μέ τήν σύμφωνη γνώμη τοῦ πατέρα τῆς κοπέλας, ἀποφάσισε γιά τόν Ἰωάννη ἤ ὅτι ἔπρεπε νά τουρκέψη καί νά τήν παντρευτῆ ἤ νά τόν δέρνουν μέχρι νά πεθάνη. Ὁ ἅγιος προτίμησε τό δεύτερο. Παρά τίς δελεαστικές προτάσεις τοῦ δικαστῆ, τῶν παρευρισκομένων καί τοῦ πατέρα, ὁ ὁποῖος τόν συγχωροῦσε, τόν δεχόταν γιά γαμπρό του καί κληρονόμο τῆς μεγάλης του περιουσίας, ὁ ἅγιος ἔμενε σταθερός στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Ἔλεγε: «Χριστιανός εἶμαι καί Χριστιανός θά πεθάνω».
Ἔτσι ἄρχισε ὁ ξυλοδαρμός. Τόν ἔδειραν τόσο πολύ, ὥστε ἔπεσαν τά νύχια τῶν ποδιῶν του. Σταμάτησαν κάποτε μήπως καί εἶχε ἀλλάξει γνώμη ἤ μήπως κατάφερναν νά τόν μεταπείσουν. Βλέποντας τήν σταθερότητά του τόν κρέμασαν μέ σκοινιά ἀπό τίς μασχάλες ψηλά, ὥσπου πέρασε ἡ ἡμέρα. Τό βράδυ τόν κατέβασαν καί προσπαθοῦσαν μέ κολακεῖες καί ἀπειλές νά ἐπιτύχουν τήν ἐξωμοσία του. Μάταια ὅμως.
Μή ἔχοντας τί νά κάνουν, τόν ἔκλεισαν στήν φυλακή δίνοντάς του δύο ἡμέρες διορία. Μετά τίς δύο ἡμέρες, ἐπειδή ὁ ἅγιος δέν δεχόταν τίς προτάσεις τους, τόν κρέμασαν μέ τόν ἴδιο τρόπο. Τό βράδυ πάλι φυλακή. Τήν ἄλλη ἡμέρα πάλι θέλγητρα καί φόβητρα καί ὁ ἅγιος νά ἐπαναλαμβάνη «Χριστιανός εἶμαι καί Χριστιανός θά πεθάνω». Κρέμασμα ἀπό τίς μασχάλες καί πάλι. Αὐτή τήν φορά ὅμως στήθηκε καί τό μάγγανο, ἕνα βασανιστήριο ὄργανο, τό ὁποῖο τραυμάτιζε καί κατέκοπτε σιγά σιγά τό σῶμα του. Σταμάτησαν ὅμως, καί πάλι ψυχολογικές πιέσεις, ἔφεραν μάλιστα καί ἕνα γιατρό. «Μή φοβᾶσαι», τοῦ λέει, «δέν πεθαίνεις, οἱ πληγές σου γιατρεύονται. Τούρκεψε καί θά σέ κάνουμε μεγάλον ἀγᾶ».
Ὅσο ὁ ἅγιος ἔμενε σταθερός στήν πίστι του καί ἐπαναλάμβανε «Χριστιανός εἶμαι, Χριστιανός πεθαίνω», τόσο ἐκεῖνοι σκλήραιναν τήν στάσι τους. Ἄρχισαν νά τόν γδέρνουν ζωντανό. Τοῦ ἔβγαλαν μία λουρίδα δέρμα ἀπό τό στῆθος καί ἀπό τήν πλάτη. Γιά νά τοῦ κάνουν ὀδυνηρότερο τό μαρτύριο, πάστωναν κυριολεκτικά τίς πληγές μέ ἁλάτι καί τόν ἔκαιγαν μέ κεριά ἀναμμένα. Κατόπιν χρησιμοποίησαν ἕνα ἄλλο βασανιστήριο ὄργανο μέ τό ὁποῖο τοῦ ἕσφιγγαν τό κεφάλι. Τελικά ὁ μουφτής ἔδωσε διαταγή νά ἀποκεφαλισθῆ.
Ἔτσι ὁ νέος Ἰωσήφ ὁ Πάγκαλος παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε, ὅσο τίποτα ἄλλο, καί συνεχῶς ὠμολογοῦσε. Ἀγνοοῦμε τί ἀπέγινε τό πολύαθλο σῶμα του.
Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου συνέγραψε ὁ Ἱερομόναχος Νικηφόρος ὁ Χίος.
Πηγές: Συναξαριστής Νεομαρτύρων, σελ. 525-529.
www. vatopaidi.wordpress.com
www.elekklesia.blogspot.com


Login