Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τῆς Ὁ­σί­ας μη­τρός ἡμῶν Ἀ­να­στα­σί­ας τῆς Πα­τρι­κί­ας.


 + Ἡ Πα­τρι­κί­α πάν­τα λι­ποῦ­σα τά­δε,

Πάν­των κα­τέ­στη κυ­ρί­α ἐν τῷ πό­λῳ.

 

Στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ἰ­ου­στι­νι­α­νοῦ τοῦ με­γά­λου, κατά τό ἔτος 530, ἦταν μί­α γυ­ναί­κα στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι εὐ­λα­βής καί φο­βού­με­νη τόν Θε­ό, Ἀ­να­στα­σί­α ὀ­νό­μα­τι, κα­τα­γό­με­νη ἀ­πό γο­νεῖς πλού­σι­ους καί εὐ­γε­νεῖς. Αὐτή δέ ἦ­ταν πρώ­τη πα­τρι­κί­α τοῦ βα­σι­λιᾶ, ἡ ὁ­ποί­α, ἔ­χοντας τόν φό­βο τοῦ Θε­οῦ στήν καρ­διά της, φύ­λαγε τίς ἐν­το­λές του. Εἶ­χε δέ φυ­σι­κή ἀν­δρεία καί μεγάλη πρα­ό­τη­τα, ὥ­στε ὅ­λοι οἱ φι­λό­θε­οι Χρι­στια­νοί ­χαίρονταν μέ τίς ἀ­ρε­τές της, ἀλλά καί αὐ­τός ὁ ἴ­διος αὐτοκράτορας Ἰ­ου­στι­νι­α­νός. Ἐ­πει­δή ὅμως ὁ τῶν ζι­ζα­νί­ων σπο­ρέας Διά­βο­λος, συ­νη­θί­ζει νά φθο­νῆ πάν­το­τε καί νά κα­τη­γο­ρῆ τό κα­λό καί τήν ἀ­ρε­τή καί δέν ἀ­φί­νει νά ἔ­χουν ἀ­νά­παυ­σι καί εἰ­ρή­νη αὐ­τοί πού ἐ­ξα­σκοῦν τήν ἀ­ρε­τή, γι’ αὐ­τό καί ἡ μα­κά­ρια αὐ­τή Πα­τρι­κί­α φθο­νή­θη­κε ἀ­πό τήν βα­σί­λισ­σα γι­ά τίς ἀ­ρε­τές της. Ἔ­τσι μα­θαί­νον­τας τόν φθό­νο, ­πού εἶ­χε ἡ βα­σί­λισ­σα ἐ­ναν­τί­ον της, εἶ­πε στόν ἑ­αυ­τό της ἡ ὄν­τως φρό­νι­μη κα­τά Θε­όν∙ «Ἀ­να­στα­σί­α, ἐ­πει­δή τώ­ρα βρῆ­κες εὔ­λο­γη καί ἀ­λη­θι­νή ἀ­φορ­μή, σῴ­ζον­τας σῷ­ζε τήν δι­κή σου ψυ­χή καί ἔ­τσι, τήν μέν βα­σί­λισ­σα θά ἐ­λευ­θε­ρώ­σης ἀ­πό τόν πα­ρά­λο­γο φθό­νο, ἀλλά στόν ἑ­αυ­τό σου θά προ­ξε­νή­σης τήν βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν».

Ἀ­φοῦ λοι­πόν σκέ­φθη­κε αὐ­τά ἡ μα­κά­ρια, ναύ­λω­σε κα­ρά­βι καί, παίρ­νον­τας κά­ποι­ο μέ­ρος ἀ­πό τόν πλοῦ­το καί ὑ­πάρ­χον­τά της καί ἀ­φή­νον­τας τά ὑ­πό­λοι­πα, πῆ­γε στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια. Ἐ­κεῖ λοι­πόν ἀ­φοῦ ἔ­κτι­σε Μο­να­στή­ρι σέ ἕ­να μέ­ρος, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Πέμ­πτο, ἡ­σύ­χα­ζε σ’ αὐ­τό, ἀ­σχο­λούμε­νη μέ τήν ἱ­ε­ρο­ρρα­πτι­κή καί φρον­τί­ζον­τας, πῶς νά ἀ­ρέ­ση στόν Θε­ό. Στόν τό­πο δέ ἐ­κεῖ­νο μέ­χρι τώ­ρα ὑ­πάρ­χει τό Μο­να­στή­ρι της, τό ὁ­ποῖ­ο λέ­γε­ται τῆς Πα­τρι­κί­ας. Καί ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν με­ρι­κά χρό­νια, πέ­θα­νε ἡ βα­σί­λισ­σα. Τό­τε θυ­μή­θη­κε ὁ βα­σι­λιάς τήν κα­λή Πα­τρι­κί­α. Ὁ­πό­τε ἔ­στει­λε παν­τοῦ ἀν­θρώ­πους, γιά νά ψά­ξουν κα­λά καί νά τήν βροῦν. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε αὐ­τό ἡ ὄν­τως ἀ­μνάς τοῦ Θε­οῦ, ἄ­φη­σε τό Μο­να­στή­ρι της καί νύ­κτα πῆ­γε στήν Σκῆ­τι πρός τόν Ἀβ­βᾶ Δα­νι­ήλ καί τοῦ ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε ὅ­λη τήν ὑ­πό­θε­σί της. Ὁ δέ Ὅ­σιος, ἀ­φοῦ τήν ἔν­τυ­σε ἀν­δρι­κά φο­ρέ­μα­τα, τήν με­τω­νό­μα­σε Ἀ­να­στά­σιο. Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ τήν ἔ­βα­λε μέ­σα σέ ἕ­να σπή­λαι­ο, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν μα­κριά ἀ­πό τήν Σκῆ­τι, τήν ἔ­κλει­σε ἐ­κεῖ, δί­νον­τάς της κα­νό­να καί ἐν­το­λή, οὔ­τε αὐ­τή νά βγῆ ἔ­ξω ἀ­πό τό σπή­λαι­ο, οὔ­τε ἄλ­λον ἐντελῶς νά ἀ­φή­ση νά μπῆ πο­τέ μέ­σα σ’ αὐ­τό. Ὥ­ρι­σε ἀ­κό­μη καί ἕ­ναν ἀ­δελ­φό νά τῆς πη­γαί­νη ἕ­να στα­μνί νε­ρό, τό ὁ­ποῖ­ο νά το­πο­θε­τῆ ἔ­ξω ἀ­πό τό σπή­λαι­ο καί, παίρ­νον­τας εὐ­χή, νά ἀ­να­χω­ρῆ.  Ἔ­με­νε λοι­πόν ἐ­κεῖ κλει­σμέ­νη ἡ ὄν­τως ἀ­δα­μάν­τι­νη καί ἀν­δρεί­α ψυ­χή, χω­ρίς νά βγῆ ἔ­ξω, εἴ­κο­σι ὀ­κτώ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, φυ­λά­γον­τας ἀ­πα­ρα­σά­λευ­τα τόν κα­νό­να τοῦ γέ­ρον­τα. Ὁ­πό­τε ποι­ός νοῦς μπο­ρεῖ νά ἐν­νο­ή­ση ἤ ποι­ά γλῶσ­σα μπο­ρεῖ νά ­πῆ τίς ἀ­ρε­τές, ­πού κα­τώρ­θω­σε ἡ ἀ­οί­δι­μη, στό δι­ά­στη­μα ἐ­κεῖ­νο τῶν εἴ­κο­σι ὀ­κτώ ἐ­τῶν; ἤ ποι­ό χέ­ρι μπο­ρεῖ νά πε­ρι­γρά­ψη τά δά­κρυ­α, ­πού κα­θη­με­ρι­νά πρό­σφε­ρε ἡ τρι­σόλ­βια, ­σάν θυ­σί­α στόν Κύ­ριο; ἤ τούς ἀ­να­στε­ναγ­μούς ἐ­κεί­νης καί ὀ­δυρ­μούς; ἤ τίς ἀ­γρυ­πνί­ες καί ψαλ­μω­δί­ες; ἤ τίς προ­σευ­χές καί ἀ­να­γνώ­σεις; ἤ τήν ὀρ­θο­στα­σί­α καί τίς γο­νυ­κλι­σί­ες; ἤ τίς χα­μαι­κοι­τί­ες καί τίς νη­στεῖ­ες; καί πρίν ἀ­πό αὐ­τά, ποι­ός μπο­ρεῖ νά πα­ρου­σιά­ση τούς πο­λέ­μους τῶν δαι­μό­νων καί τάς ἐ­πα­να­στά­σεις, ­πού ἐ­κεῖ δο­κί­μα­σε ἡ μα­κά­ρια; ἤ τίς πο­νη­ρές ἐν­θυ­μή­σεις τῶν σαρ­κι­κῶν ἡ­δο­νῶν καί τά πα­ρό­μοι­α μέ αὐ­τά; Τό νά εἶ­ναι πά­λι ἔγ­κλει­στη καί ἐν­τε­λῶς ἀ­νέ­βγαλ­τη ὅ­λες τίς ἡ­μέ­ρες τῶν εἴ­κο­σι ὀ­κτώ ἐ­τῶν μί­α γυ­ναί­κα συγ­κλη­τι­κή, ­πού ἦ­ταν ἀ­να­θρεμ­μέ­νη στά βα­σί­λεια καί συ­νη­θι­σμέ­νη νά συ­να­να­στρέ­φε­ται πάν­το­τε μέ πλῆ­θος ἀν­δρῶν καί γυ­ναι­κῶν, αὐτό πράγ-ματι, αὐτό ἐκ­πλήτ­τει κά­θε νοῦ καί δι­ά­νοι­α. Μέ αὐτούς λοι­πόν καί τούς τέτοιους ἀ­γῶ­νες, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκε, ἔ­γι­νε σκεῦ­ος καί κα­τοι­κη­τή­ρι­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Προ­γνω­ρί­ζοντας ὅμως τόν θά­να­το καί τήν ἐκδημία της πρός τόν Κύ­ρι­ο, ἔ­γρα­ψε ἐ­πά­νω σέ κε­ρα­μί­δι πρός τόν γέ­ρον­τα Δα­νι­ήλ, λέ­γοντας∙ «Πά­ρε μα­ζί σου τόν ἀ­δελ­φό, πού μοῦ ἔ­φερ­νε τό νε­ρό καί τά ἐρ­γα­λεῖ­α, ὅ­σα εἶ­ναι ἀπαραίτητα γιά νά κα­τα­σκευ­α­σθῆ τά­φος, καί ἔλα γρήγορα νά ἐν­τα­φι­ά­σης τό τέ­κνο σου, Ἀ­να­στά­σι­ο τόν εὐ­νοῦ­χο». Ἀφοῦ ἔγραψε αὐτά, τά ἔ­βα­λε ἔ­ξω ἀπό τήν πόρ­τα τοῦ σπη­λαί­ου.

Στόν Ὅ­σιο ὅ­μως Δα­νι­ήλ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν αὐ­τά ἀ­πό τόν Θε­ό μέ νυ­κτε­ρι­νή ὀ­πτα­σί­α καί λέ­ει πρός τόν μα­θη­τή του «Φρόν­τι­σε, ἀ­δελ­φέ, νά πᾶς στό σπή­λαι­ο, ὅ­που κα­τοι­κεῖ ὁ ἀ­δελ­φός μας Ἀ­να­στά­σιος ὁ εὐ­νοῦ­χος, καί προ­σέ­χον­τας ἔ­ξω ἀ­πό τό σπή­λαι­ό του θά βρῆς γραμ­μέ­νο κε­ρα­μί­δι, τό ὁ­ποῖ­ο παίρ­νον­τας, μέ πολ­λή φρον­τί­δα καί τα­χύ­τη­τα νά ἐ­πι­στρέ­ψης πρός ἐ­μᾶς». Ὅ­ταν ὁ ἀ­δελ­φός ἔ­φε­ρε τό κε­ρα­μί­δι, δι­ά­βα­σε τά γράμ­μα­τα ὁ γέ­ρον­τας καί δά­κρυ­σε. Κα­τό­πιν, παίρ­νον­τας τόν ἀ­δελ­φό καί τά κα­τάλ­λη­λα ἐρ­γα­λεῖ­α, πῆ­γε γρή­γο­ρα. Καί, ἀ­νοί­γον­τας τό σπή­λαι­ο, βρῆ­καν τόν μα­κά­ριο Ἀ­να­στά­σιο μέ πυ­ρε­τό. Καί, ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε ἐ­πά­νω του ὁ γέ­ρον­τας, ἔ­κλα­ψε λέ­γον­τας∙ «Μα­κά­ριος εἶ­σαι, ἀ­δελ­φέ Ἀ­να­στά­σι­ε, δι­ό­τι, φρον­τί­ζον­τας καί ἐν­θυ­μού­με­νος τήν ὥ­ρα αὐ­τή τοῦ θα­νά­του, κα­τε­φρό­νη­σες βα­σι­λεί­α ἐ­πί­γεια. Νά εὐχηθῆς λοι­πόν γιά μᾶς πρός τόν Κύ­ριο». Ὁ δέ Ἀ­να­στά­σιος εἶ­πε∙∙ «Ἐ­γώ, πά­τερ, ἐ­γώ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­νάγ­κη ἔ­χω ἀ­πό πολ­λές προ­σευ­χές αὐ­τή τήν ὥ­ρα». Ὁ γέ­ρον­τας ἀ­πάν­τη­σε∙ «Ἄν ἐ­γώ πέ­θαι­να νω­ρί­τε­ρα, βέ­βαι­α θά πα­ρα­κα­λοῦ­σα τό Θε­ό γιά σέ­να». Καί ἀ­φοῦ ση­κώ­θη­κε καί κά­θι­σε ἐ­πά­νω στό ψα­θί, προ­σευ­χό­με­νη κα­τα­φί­λη­σε τήν κε­φα­λή τοῦ γέ­ρον­τα[1]. Καί ἀ­φοῦ πῆ­ρε ὁ γέ­ρον­τας τόν μα­θη­τή του, τόν ἔρ­ρι­ξε στά πό­δια της λέ­γον­τας∙ «Εὐ­λό­γη­σε τό τέ­κνο σου, τόν μα­θη­τή μου». Καί ἡ Ἁ­γί­α, ἀ­φοῦ τόν κα­τα­φί­λη­σε, εἶ­πε∙ «Θε­έ τῶν Πα­τέ­ρων μου, πού βρί­σκε­σαι κον­τά μου τήν ὥ­ρα αὐ­τή, γιά νά μέ χω­ρί­σης ἀ­πό τό σῶ­μα τοῦ­το. Ἐ­σύ, Κύ­ρι­ε, ­πού γνω­ρί­ζεις ὅ­λα τά δι­α­βή­μα­τα καί τούς δρό­μους, πού ἔ­κα­νε ὁ ἀ­δελ­φός αὐ­τός, πη­γαί­νον­τας καί ἐρ­χό­με­νος στό σπή­λαι­ο αὐ­τό γι­ά τό ὄ­νο­μά σου καί γιά τήν δι­κή μου ἀ­σθέ­νεια καί τα­λαι­πω­ρί­α, ἐ­σύ ἀ­νά­παυ­σε τό πνεῦ­μα τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων σ’ αὐ­τόν, ὅ­πως ἀ­νέ­παυ­σες καί τό πνεῦ­μα τοῦ Ἠ­λιοῦ στόν Ἐ­λισ­σαῖ­ο». Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε πρός τόν γέ­ρον­τα, λέ­ει∙ «Γι­ά τόν Κύ­ριο, πά­τερ, μή βγά­λε­τε τά φο­ρέ­μα­τα, πού εἶ­μαι ντυ­μέ­νος, οὔ­τε κα­νέ­νας ἄλ­λος ἄς γνω­ρί­ζη τά ὅ­σα ἀ­φο­ροῦν ἐ­μέ­να». Ἀ­φοῦ δέ κοι­νώ­νη­σε τά θεῖ­α Μυ­στή­ρια, λέ­ει∙ «Δῶ­στε μου τήν ἐν Χρι­στῷ ἀ­γά­πη καί εὐ­χη­θῆ­τε γιά μέ­να». Βλέ­πον­τας δέ στά δε­ξιά μέ­ρη, λέ­ει∙ «Κα­λῶς ἤλ­θα­τε» (ἔ­λε­γε αὐ­τό στούς Ἁ­γί­ους Ἀγ­γέ­λους) καί νά, ἔ­λαμ­ψε τό πρό­σω­πό της­ σάν φω­τιά. Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τό ση­μεῖ­ο τοῦ Τί­μιου Σταυ­ροῦ στό στό­μα της, εἶ­πε∙ «Κύ­ρι­ε εἰς χεῖ­ρας σου πα­ρα­τί­θη­μι τό πνεῦ­μα μου». Καί ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τό, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ἔ­κλα­ψε δέ ὁ γέ­ρον­τας καί ὁ μα­θη­τής του καί ἔ­σκα­ψαν τά­φο μπρο­στά στό σπή­λαι­ο. Κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ ἔ­βγα­λε ὁ γέ­ρον­τας τό ροῦ­χο πού φο­ροῦ­σε, λέ­ει στόν μα­θη­τή του∙ «Βά­λε, τέ­κνο, στόν ἀ­δελ­φό τό ροῦ­χο αὐ­τό, ἐ­πά­νω ἀ­πό τά ροῦ­χα, πού φο­ρεῖ» (ἦ­ταν μά­λι­στα αὐ­τά χον­δρά καί τι­πο­τέ­νια). Ὅ­ταν ἔν­τυ­νε ὁ ἀ­δελ­φός τήν μα­κά­ρια, φά­νη­καν σ’ αὐ­τόν τά στή­θη της, ­σάν φύλ­λα κα­τα­ξη­ραμ­μέ­να, ἀλ­λά δέν εἶ­πε τί­πο­τε στόν γέ­ρον­τα γι’ αὐ­τό. Ἀ­φοῦ τήν ἐν­τα­φί­α­σα­ν[2] καί γύ­ρι­ζαν στήν Σκῆ­τι, λέ­ει ὁ μα­θη­τής στόν γέ­ρον­τα∙ «Γνω­ρί­ζεις, πά­τερ, ὅ­τι ὁ εὐ­νοῦ­χος Ἀ­να­στά­σιος ἦ­ταν γυ­ναῖ­κα;­».  Ὁ γέ­ρον­τας ἀ­πάν­τη­σε∙ «Τό ξέ­ρω καί ἐ­γώ, τέ­κνον, ἀλ­λά γιά νά μή φα­νε­ρω­θῆ τό πρᾶγ­μα παν­τοῦ, γι’ αὐ­τό τήν ἔν­τυ­σα μέ ἀν­δρι­κή στο­λή καί, γιά νά εἶ­ναι ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη, Ἀ­να­στά­σιο ­τήν ὠ­νό­μα­σα. Δι­ό­τι πο­λύ τήν ἀ­να­ζή­τη­σε ὁ βα­σι­λιάς Ἰ­ου­στι­νια­νός σέ κά­θε πό­λι καί χώ­ρα, καί μά­λι­στα σ’ αὐ­τά τά μέ­ρη, ἀλ­λά νά, πού δι­α­φυ­λα­χθη­κε ἀ­πό ἐ­μᾶς, μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ, ἀ­φα­νής. Καί τό­τε ἄρ­χι­σε ὁ γέ­ρον­τας καί δι­η­γή­θη­κε μέ λε­πτο­μέ­ρεια ὅ­λον τόν βί­ο της.



[1] Στόν Πα­ρά­δει­σο τῶν Πα­τέ­ρων γρά­φον­ται καί τά ἑ­ξῆς λό­για, πού τοῦ εἶ­πε ἡ Ὁ­σί­α× «Ὁ Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ ὡ­δή­γη­σε σ’ αὐ­τόν τόν τό­πο, αὐ­τός νά εἶ­ναι μα­ζί σου μέ­χρι μέ τά βα­θειά γη­ρα­τειά, ὅ­πως μέ ­τόν Ἀ­βρα­άμ. Μα­κά­ριος εἶ­σαι, ἐ­σύ, νέ­ε Ἀ­βρα­άμ καί ξε­νο­δό­χε τοῦ Χρι­στοῦ, δι­ό­τι πολ­λούς καρ­πούς δέ­χε­ται ὁ Κύ­ριος ἀ­πό τά χέ­ρια σου­»

[2] Στόν Πα­ρά­δει­σο πά­λι τῶν Πα­τέ­ρων γρά­φον­ται καί τά ἑ­ξῆς× δη­λα­δή, ὅ­τι ἀ­φοῦ τήν ἐν­τα­φί­α­σαν, εἶ­πε ὁ γέ­ρον­τας στόν μα­θη­τή του× «Ἄς κα­τα­λύ­σου­με σή­με­ρα τήν νη­στεί­α καί ἄς κά­νου­με ἀ­γά­πη ἐ­πά­νω ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα». Καί, ἀ­φοῦ κοι­νώ­νη­σαν, τόν βρῆ­καν νά ἔ­χη λί­γα πα­ξι­μά­δια καί λί­γα βρεγ­μέ­να ὄ­σπρια, καί ἔ­φα­γαν. Καί παίρ­νον­τας τήν σει­ρά καί τό ζιμ­πύ­λι, ­πού ἐρ­γα­ζό­ταν, ἀ­νε­χώ­ρη­σαν, εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Θε­ό.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης