9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

* Ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ὁ δί­και­ος καί μό­νος ἀ­λη­θι­νός Θε­ός μας, πού εἶ­ναι ἀ­ό­ρα­τος κα­τά τήν οὐ­σί­α τῆς Θε­ό­τη­τας καί ἀ­νί­κη­τος στήν ἐ­ξου­σί­α καί ὡς πρός τήν δύ­να­μι ἀ­νε­κλά­λη­τος· αὐ­τός, ­πού εἶ­ναι ἀ­πό τήν φύ­σι του φι­λάν­θρω­πος καί ἀ­γα­θός· ἡ ἀ­πα­ράλ­λα­κτη εἰ­κό­να τοῦ Πα­τρός· αὐ­τός πού δέν με­τα­νο­εῖ γιά τήν δύ­να­μι τῶν χα­ρι­σμά­των· αὐ­τός πού γεν­νή­θη­κε ἀ­πό τόν Πα­τέ­ρα πρό αἰ­ώ­νων ἀ­ο­ρά­τως καί τίς ἔ­σχα­τες ἡ­μέ­ρες γεννήθηκε «ἀ­σπό­ρως ἐκ μη­τρός Παρ­θέ­νου»· αὐ­τός καί πά­λι κα­τα­δέ­χθη­κε νά φα­νῆ σέ ἁ­γί­α εἰ­κό­να ἐξ αἰ­τί­ας τῆς δι­κῆς του ἀ­γα­θό­τη­τας καί τῆς ὑ­περ­βο­λι­κῆς του εὐ­σπλαγ­χνί­ας. Καί ἐ­κεῖ βέ­βαι­α στήν κα­τά σάρ­κα του Γέν­νη­σι, καί πα­ρου­σί­α, ὡ­δή­γη­σε τούς Μά­γους δι­ά μέ­σου ἀ­στέ­ρος. Ἐ­νῶ ἐ­δῶ στήν φα­νέ­ρω­σί του μέ εἰ­κό­να, εἵλ­κυ­σε τούς νή­πιους στόν νοῦ σέ τέ­λεια ἐ­πί­γνω­σι. Ὤ ἀ­φρά­στου φι­λαν­θρω­πί­ας! ὤ ἀ­μέ­τρη­της κη­δε­μο­νί­ας! ὤ ἀ­νεκ­δι­ή­γη­της δω­ρε­ᾶς! ὤ ἄ­φα­της ἀ­νε­ξι­κα­κί­ας! ὤ ἀ­κα­τα­λή­πτων μυ­στη­ρί­ων! Πράγ­μα­τι πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι τό πρᾶγ­μα αὐ­τό καί φο­βε­ρό, ἀ­δελ­φοί. Τό ὅ­τι, δη­λα­δή, ὁ Κτί­στης τῶν ἁ­πάν­των βλέ­πε­ται ἀ­πό ἐ­μᾶς τούς πή­λι­νους μέ χα­ρα­κτῆ­ρα παν­σέ­βα­στο καί, ἐ­κεῖ στήν ἔν­σαρ­κη ἐ­πι­δη­μί­α του, φά­νη­κε νέ­ος μέ τήν γέν­νη­σι. Ἐ­νῶ ἐ­δῶ ὁ ἴδιος κα­τα­δέ­χθη­κε σή­με­ρα νά προ­σκυ­νῆ­ται μέ εἰ­κό­να σω­μα­τι­κή. Ὤ θαῦ­μα μέ­γα! πά­λι ἔ­γι­νε συγ­κα­τά­βα­σι τοῦ Κυ­ρί­ου πρός τούς δού­λους.

Ἐ­λᾶ­τε λοι­πόν ἀ­δελ­φοί καί πα­τέ­ρες, ἀ­κοῦ­στε καί θά δι­η­γη­θῶ σέ ὅ­λους ἐ­σᾶς, πού σέ­βε­σθε τόν Κύ­ριο, πό­σα θαυ­μα­στά ἔ­γι­ναν στά Κα­μου­λια­νά, στήν νέ­α Βη­θλε­έμ, καί θά προ­θέ­σω μέ τόν λό­γο μπρο­στά στά μά­τια σας ἐ­γώ ὁ τα­πει­νός Γρη­γό­ριος, ἐ­κεῖ­να πού ἀ­φο­ροῦν τήν τί­μια καί μα­κά­ρια γυ­ναῖ­κα Βάσ­σα, πού με­τω­νο­μά­σθη­κε σέ Ἀ­κυ­λί­να, τά ὁ­ποῖ­α φα­νε­ρώ­θη­καν σέ ἐ­μέ­να τόν ἀ­νά­ξιο ἀ­πό τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα.

 Αὐ­τή ἡ μα­κά­ρια Ἀ­κυ­λί­να ἦ­ταν Ἑλ­λη­νί­δα, ἔ­χον­τας ἄν­δρα, πού λε­γό­ταν Κά­μου­λος, πού καί αὐ­τός ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας καί ἄ­πι­στος καί το­πάρ­χης τοῦ τό­που ἐ­κεί­νου, στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 289. Κα­τε­δί­ω­κε λοι­πόν καί πο­λε­μοῦ­σε ὁ Κά­μου­λος τούς Χρι­στια­νούς, σύμ­φω­να μέ τήν ἐν­το­λή, ­πού εἶ­χε ἀ­πό τόν Δι­ο­κλη­τια­νό. Ἡ δέ σύ­ζυ­γός του Ἀ­κυ­λί­να, ἐ­πει­δή φω­τί­σθη­κε ἀ­πό τήν θεί­α χά­ρι, γνώ­ρι­σε τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό. Ὁ­πό­τε προ­σπα­θοῦ­σε νά χω­ρι­σθῆ ἀ­πό τόν ἄν­δρα της καί ἀ­πό τήν ἐ­κεί­νου ἀ­σέ­βεια, φρόν­τι­ζε ὅ­μως, νά ἐ­πι­στρα­φῆ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά μό­νο στόν Θε­ό καί Βα­σι­λιά τοῦ παν­τός, πού γνώ­ρι­σε ἡ ἴ­δια. Τήν ἐ­πί­γνω­σι δέ αὐ­τή τοῦ Θε­οῦ φρόν­τι­ζε νά φυ­λά­γη κρυμ­μέ­νη στήν καρ­διά της ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ φό­βου τοῦ ἄ­πι­στου ἄν­δρα της. Πα­ρα­κα­λοῦ­σε ἀ­κό­μη καί πάν­το­τε τόν Κύ­ριο νά τήν ἀ­ξι­ώ­ση νά δε­χθῆ τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα, ἀ­σχο­λού­με­νη σέ ἀ­γρυ­πνί­ες, σέ νη­στεῖες, σέ προ­σευ­χές καί χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας κά­θε κα­θα­ρό­τη­τα τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τος καί φυ­λά­γον­τας παρ­θε­νί­α. Γι’ αὐ­τό λοι­πόν ἀ­ξι­ώ­θη­κε ἡ ἀ­οί­δι­μη νά δε­χθῆ τήν κα­τω­τέ­ρω ἀ­πο­κά­λυ­ψι ἀ­πό τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα.

Τόν και­ρό δη­λα­δή ­πού αὐ­τή ἡ τρι­σόλ­βια προ­σευ­χό­ταν στόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό μέ δά­κρυ­α καί τα­πει­νω­μέ­νη καρ­διά, τό­τε ὁ Κύ­ριος, πού ἐ­κτε­λεῖ τό θέ­λη­μα αὐ­τῶν πού τόν σέ­βον­ται, εἰ­σά­κου­σε τήν δέ­η­σί της γι­ά τήν θερ­μή πί­στι, ­πού εἶ­χε πρός αὐ­τόν καί τῆς λέ­ει· «Ἐ­πει­δή γι­ά τήν σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων κα­τέ­βη­κα ἀ­πό τούς Οὐ­ρα­νούς καί σαρ­κώ­θη­κα ἐκ Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου καί Μα­ρί­ας τῆς Ἀ­ει­παρ­θέ­νου, γι’ αὐ­τό καί τώ­ρα ἦλ­θα πρός ἐ­σέ­να, συμ­πο­νῶν­τας τά δά­κρυ­ά σου. Ἑ­τοί­μα­σε λοι­πόν τρά­πε­ζα κα­θα­ρή καί βά­λε ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τήν ἕ­να μαν­δύ­λι ἄ­σπρο καί ἕ­να δο­χεῖ­ο ἄγ­γι­χτο καί λαμ­πρό γε­μᾶ­το ἀ­πό νε­ρό. Ἑ­τοί­μα­σέ τα λοι­πόν αὐ­τά μέ­σα σέ τα­μεῖ­ο καί δω­μά­τιο στο­λι­σμέ­νο καί ρί­ξε τόν ἑ­αυ­τό σου στό ἔ­δα­φος τῆς γῆς ἔ­ξω ἀ­πό τό δω­μά­τιο καί θά σέ σκε­πά­ση τό δε­ξί μου χέ­ρι καί τό­τε θά φα­νε­ρω­θῶ σ’ ἐ­σέ­να, ὅ­πως ἐ­γώ θέ­λω».

Ἔ­κα­νε λοι­πόν ὅ­λα αὐ­τά ἡ Ἁ­γί­α Ἀ­κυ­λί­να, ὅ­πως τῆς εἶ­πε ἡ θεί­α φω­νή. Καί, ὤ τοῦ φρι­κτοῦ καί ξέ­νου μυ­στη­ρί­ου!, κα­τέ­βηκε πρός αὐ­τήν ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός, ὁ ὁ­ποῖ­ος πάν­το­τε καί παν­τοῦ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται καί πο­τέ δέν πα­ρα­βλέ­πει ὅ­σους ἐλ­πί­ζουν σ’ αὐ­τόν καί τόν ἐ­πι­κα­λοῦν­ται νο­ε­ρά καί τόν ἀ­γα­ποῦν μέ ὅ­λη τους τήν δι­ά­θε­σι. Μα­ζί μέ τόν Κύ­ριο, κα­τέ­βη­καν καί ὅ­λες οἱ δυ­νά­μεις τῶν Οὐ­ρα­νῶν, κα­τά τήν πέμ­πτη φυ­λα­κή[115] τῆς νυ­κτός, ψάλ­λον­τας καί λέ­γον­τας τόν ἐ­πι­νί­κιο ὕ­μνο, δη­λα­δή τό, Ἅ­γιος, Ἅ­γιος, Ἅ­γιος Κύ­ριος Σα­βα­ώθ. Καί ἐ­κεῖ­νος ὁ Δε­σπό­της, ­πού ἔ­νι­ψε προ­η­γου­μέ­νως τά πό­δια τῶν μα­θη­τῶν του καί τά σκού­πι­σε μέ τήν πο­διά, πού ἦ­ταν ζω­σμέ­νος, αὐ­τός, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, καί τό­τε ἔ­νι­ψε μέ τά ἀ­κή­ρα­τα χέ­ρια του τό ἅ­γιό του πρό­σω­πο μέ τό νε­ρό ἐ­κεῖ­νο, ­πού ἦ­ταν στό δο­χεῖ­ο. Ἀ­φοῦ λοι­πόν νί­φθη­κε, ἀ­πέ­μα­ξε, δη­λα­δή «ἐ­σπόγ­γι­σε» μέ τό κα­θα­ρό ἐ­κεῖ­νο μαν­δύ­λι τό ἄ­χραν­το καί θε­ό­μορ­φο πρό­σω­πό­ του. Καί ἀ­μέ­σως τυ­πώ­θη­κε στό μαν­δύ­λι ὁ τύ­πος καί ἡ εἰ­κό­να τῆς θε­αν­δρι­κῆς του μορ­φῆς καί ὁ Πα­νά­γιος καί ἀ­λη­θέ­στα­τος χα­ρα­κτή­ρας του, ὅ­πως σέ ὅ­λους δεί­χνε­ται μέ­χρι σή­με­ρα. Ἔ­τσι, ὅ­πως προ­η­γου­μέ­νως ὁ Κύ­ριος ἀ­πό φι­λαν­θρω­πί­α καί συγ­κα­τά­βα­σι, ἔ­δει­ξε τήν δι­κή του ἐ­ναν­θρώ­πη­σι, ἔ­τσι καί τώ­ρα τήν δεί­χνει στήν τί­μια καί εὐ­λα­βέ­στα­τη Ἀ­κυ­λί­να, ἡ ὁ­ποί­α βλέ­πον­τας αὐ­τά νά ἔ­χουν γί­νει γιά χά­ρι της, εὐ­χα­ρί­στη­σε πο­λύ τόν Κύ­ριο καί δέν μπο­ροῦ­σε νά χορ­τά­ση ἀ­πό εὐ­χα­ρι­στί­ες. Ἔ­κρυ­ψε λοι­πόν τόν ἅ­γιο χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου μέ­σα σέ μί­α γω­νί­α τοῦ σπι­τιοῦ της (δι­ό­τι ­φο­βόταν τόν ἄν­δρα της) καί τόν τι­μοῦ­σε μέ ὑ­περ­βο­λή. Προ­γνω­ρί­ζον­τας ὅ­μως τήν κοί­μη­σί της, φρόν­τι­σε γι­ά τήν ἁ­γί­α αὐ­τή καί ἀ­χει­ρο­ποί­η­τη καί ἀ­χρω­μά­τι­στη τοῦ Σω­τῆ­ρος εἰ­κό­να. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­ψε ὅ­λη τήν ὑ­πό­θε­σι γι’ αὐ­τή τήν εἰ­κό­να, πῆ­ρε τό ἔγ­γρα­φο ἐ­κεῖ­νο μα­ζί μέ τήν ἁ­γί­α εἰ­κό­να καί σφρά­γι­σε ἐ­πά­νω τόν τό­πο.

Ὅ­ταν λοι­πόν ἡ μα­κά­ρια Ἀ­κυ­λί­να πέ­θα­νε, ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό σ’ ἐ­μέ­να τόν ἀ­νά­ξιο Γρη­γό­ριο, ὅ­τι, δη­λα­δή, στά Κα­μου­λια­νά, στήν οἰ­κί­α τῆς Ἀ­κυ­λί­νας, στόν δεῖ­να τό­πο βρί­σκε­ται κρυμ­μέ­νη ἡ ἀ­χει­ρο­ποί­η­τη εἰ­κό­να τοῦ Κυ­ρί­ου. Ὁ­πό­τε πη­γαί­νον­τας στόν τό­πο, πού μοῦ δεί­χθη­κε καί, ἀ­φοῦ ἔ­σκα­ψα τόν τοῖ­χο, βρῆ­κα ξύ­λι­νο κιβ­βώ­τιο μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ὁ ἅ­γιος χα­ρα­κτή­ρας τοῦ Πα­τρι­κοῦ ἀ­παυ­γά­σμα­τος. Πα­ρό­μοι­α βρῆ­κα, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, καί τήν καν­δή­λα ἀ­ναμ­μέ­νη τήν ὁ­ποί­α εἶ­χε κρε­μά­σει ἐ­κεῖ, πρίν ἀ­πό ἑ­κα­τό χρό­νια καί πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἡ Ἁ­γί­α Ἀ­κυ­λί­


να. Βρῆ­κα ἀ­κό­μη καί θυ­μι­α­τή­ριο μι­κρό, τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­κό­μη ἔ­και­γε καί ἔ­δι­νε τήν εὐ­ω­δί­α τοῦ θυ­μι­ά­μα­τος. Αὐ­τό τό μέ­γι­στο θαῦ­μα τό εἶ­δα μέ τά ἴδια μου τά μάτια, ἐ­γώ ὁ ἐ­λά­χι­στος τῶν Ἐ­πι­σκό­πων καί γι’ αὐ­τό τό φα­νέ­ρω­σα σέ ὅ­λους. Ἀ­φοῦ λοι­πόν πῆ­ρα ἀ­πό ἐ­κεῖ τόν ἀ­χει­ρο­ποί­η­το ἐ­κεῖ­νο καί ἅ­γιο χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου, τόν το­πο­θέ­τη­σα στήν Μη­τρό­πο­λι τῆς Και­σά­ρειας. Μέ αὐ­τό πολ­λές θε­ρα­πεῖ­ες γί­νον­ται, ὅ­σες ἔ­γι­ναν καί κα­τά τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­σι τοῦ Κυ­ρί­ου. Δι­ό­τι ἀ­μέ­σως θεραπεύ­θη­καν τυ­φλοί, χω­λοί, πα­ρα­λυ­τι­κοί καί δαι­μο­νι­σμέ­νοι, γι­ά νά φα­νε­ρω­θῆ τό πλή­ρω­μα τῆς χά­ρι­τος καί τῆς δω­ρε­ᾶς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος· Ὅ­τι, δη­λα­δή, ὁ ἐ­ναν­θρω­πή­σας Λό­γος τοῦ Ἀ­νάρ­χου Πα­τρός, αὐ­τός καί τώ­ρα ζῆ καί κρα­ται­οῦ­ται, καί δι­α­μέ­νει καί βα­σι­λεύ­ει αἰ­ώ­νια. Αὐ­τά ἔ­γι­ναν στά Κα­μου­λια­νά. Καί ἡ μέν ἀ­πό­κρυ­ψι τῆς ἄ­χραν­της καί ἀ­χει­ρο­ποί­η­της εἰ­κό­νας τοῦ Κυ­ρί­ου ἔ­γι­νε στά χρόνια τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ ἀ­σε­βοῦς Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, ὅ­πως εἴ­πα­με πα­ρα­πά­νω, καί ἡ φα­νέ­ρω­σί της ἔ­γι­νε στά χρόνια τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ εὐ­σε­βοῦς Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Με­γά­λου, κα­τά τό ἔ­τος 392, «εἰς δό­ξαν τοῦ μο­νο­γε­νοῦς Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ καί Πα­τρός



[115] Ἡ πέμ­πτη φυ­λα­κή ἐδῶ γίνεται ἀντιληπτή, ὅταν διαιρεθῆ ἡ νύκτα σέ ἕξι φυ­λα­κές, ἀφοῦ ἀντιστοιχοῦν σέ κάθε φυλακή δύο ὧρες. Ἡ πέμ­πτη φυ­λα­κή λοι­πόν εἶ­ναι πε­ρίπου ἡ δέκα­τη ὥ­ρα τῆς νύκτας.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης