7 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ

Αὐ­τός ὁ τρι­σευ­λο­γη­μέ­νος πα­τέ­ρας μας Θε­ο­δό­σιος, εἶ­χε γιά πα­τρί­δα τήν πε­ρί­φη­μη Ἀ­θή­να. Καί κα­θώς γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 862 με­τά Χρι­στόν ἀ­πό γο­νεῖς εὐ­γε­νεῖς καί θε­ο­σε­βεῖς, ἀ­να­τρά­φη­κε ἀ­πό αὐ­τούς μέ παι­δεί­α καί δι­δα­σκα­λί­α Κυ­ρί­ου καί δό­θη­κε σέ σχο­λεῖ­ο, γιά νά μά­θη τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α τά ἔ­μα­θε μέ­σα σέ λί­γον και­ρό, ἐ­πει­δή ἔ­τυ­χε νά δι­α­θέ­τη δε­ξιά φύ­σι. Εἶ­χε ἐ­πί­σης ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος καί πολ­λή εὐ­λά­βεια πρός τά θεῖ­α, καί συ­νέ­τρε­χε στίς ἱ­ε­ρές ἀ­κο­λου­θί­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί ἀ­κού­γον­τας τούς ἀ­γῶ­νες τῶν Ἁ­γί­ων, θαύ­μα­ζε τήν προ­θυ­μί­α καί τήν γεν­ναι­ο­ψυ­χί­α πού εἶ­χαν καί, ὅ­που εὕ­ρι­σκε τούς βί­ους τῶν Ὁ­σί­ων, τούς δι­ά­βα­ζε μέ με­γά­λη προ­σο­χή καί πο­θοῦ­σε πο­λύ νά τούς μι­μη­θῆ στούς ἀ­γῶ­νες τους καί νά κα­τορ­θώ­ση καί αὐ­τός τίς ἀ­ρε­τές, πού κα­τώρ­θω­σαν ἐ­κεῖ­νοι. Ὅ­πως καί ἔ­γι­νε. Δι­ό­τι. ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός, οἱ γο­νεῖς του πλή­ρω­σαν τό κοι­νό χρέ­ος καί βρί­σκον­τας εὐ­και­ρί­α ὁ Μα­κά­ριος Θε­ο­δό­σιος, γιά νά ἐκ­πλη­ρώ­ση τόν πό­θο του, χω­ρίς ἀ­να­βο­λή και­ροῦ, δι­α­μοί­ρα­σε στούς φτω­χούς ὅ­λα του τά ὑ­πάρ­χον­τα καί ἀ­φοῦ ἀρ­νή­θη­κε τόν Κό­σμο καί τά ἐγ­κό­σμια, ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν πα­τρί­δα του καί πῆ­γε σέ ἕ­ναν ἐ­νά­ρε­το πνευ­μα­τι­κό γέ­ρον­τα καί, ἀ­φοῦ δο­κι­μά­σθη­κε ἀ­πό αὐ­τόν, ἔ­λα­βε τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν καί δό­θη­κε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά στούς ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες καί τό­σο πο­λύ πρό­κο­ψε στήν σύμ­φω­νη πρός τόν Χρι­στό πο­λι­τεί­α, ὥ­στε σέ λί­γον και­ρό ἄ­να­ψε ὁ θεῖ­ος πό­θος στήν καρ­διά του καί πό­θη­σε νά ἡ­συ­χά­ση ὡς μο­να­χός, γιά νά συ­νο­μι­λῆ μό­νος μό­νο μέ τόν Θε­ό, μέ­σῳ τῆς νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς. Γι’ αὐ­τό καί, πε­ρι­φε­ρό­με­νος ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο καί ἀ­να­ζη­τῶν­τας ἕ­ναν τό­πο ἥ­συ­χο, κα­τέ­λη­ξε στόν Μο­ριά. Καί στά ὅ­ρια τῆς ἐ­παρ­χί­ας τοῦ Ἄρ­γους βρῆ­κε ἕ­ναν ἐ­ρη­μι­κό καί κα­τάλ­λη­λο γιά ἡ­συ­χί­α τό­πο καί ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ. Καί ἀ­μέ­σως ὁ κα­λός ἐ­κεῖ­νος ἐρ­γά­της, πρό­σθε­σε κό­πους ἐ­πά­νω στούς κό­πους καί ἀ­γῶ­νες ἐ­πά­νω στούς ἀ­γῶ­νες, πο­λι­τευ­ό­με­νος ζω­ή ἄυ­λη σχε­δόν καί ἀ­σώ­μα­τη. Δι­ό­τι με­τα­χει­ρι­ζό­ταν τήν πε­ρι­ε­κτι­κή ἐγ­κρά­τεια, τήν ἐ­κτε­τα­μέ­νη νη­στεί­α, τίς ὁ­λο­νύ­χτι­ες ἀ­γρυ­πνί­ες, γο­νυ­κλι­σί­ες, τόν ὕ­πνο κα­τά­χα­μα, τίς ἀ­στα­μά­τη­τες προ­σευ­χές, στίς ὁ­ποῖ­ες στε­κό­ταν σάν στῦ­λος ἀ­κλό­νη­τος, τό πέν­θος τό παν­το­τι­νό, τήν ὑ­πε­ράν­θρω­πη ἔλ­λει­ψι ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν, τήν τα­πεί­νω­σι, πού ἐ­ξυ­ψώ­νει, τήν πρα­ό­τη­τα, τήν κα­θα­ρό­τη­τα τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τος, τήν πί­στι τήν ἀ­κλό­νη­τη, τήν κρα­ται­ά ἐλ­πί­δα, τήν κο­ρω­νί­δα τῶν ἀ­ρε­τῶν τήν ἀ­γά­πη καί, μέ λί­γα λό­για, ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές. Καί ἦ­ταν ξέ­νος πρός τόν Κό­σμο αὐ­τό καί πρός τά ἐγ­κό­σμια καί κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά οὐ­ρά­νιος ἄν­θρω­πος καί ἐ­πί­γει­ος Ἄγ­γε­λος.    

Γι’ αὐ­τό καί ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά δῆ καί θεί­α ὀ­πτα­σί­α καί μί­α νύ­χτα ἐμ­φα­νί­στη­κε σ’ αὐ­τόν ὁ θεῖ­ος Πρό­δρο­μος καί, ἀ­φοῦ τόν ἀ­σπά­σθη­κε, τόν πα­ρα­θάρ­ρυ­νε στούς πνευ­μα­τι­κούς ἀ­γῶ­νες καί τοῦ εἶ­πε νά κτί­ση μί­α Ἐκ­κλη­σί­α στό ὄ­νο­μά του, ὑ­πο­σχό­με­νος σ’ αὐ­τόν, ὅ­τι θά εἶ­ναι βο­η­θός του καί παν­το­τι­νός συ­νο­δοι­πό­ρος σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή. Τό­τε ὁ Ὅ­σιος αἰ­σθα­νό­με­νος τόν ἑ­αυ­τό του ὁ­λό­κλη­ρο γε­μᾶ­το ἀ­πό πνευ­μα­τι­κή ἀ­γαλ­λί­α­σι, δό­ξα­σε μέ ὅ­λη του τήν ψυ­χή τόν Θε­ό καί εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν τί­μιο Πρό­δρο­μο καί ἔ­λα­βε με­γά­λο θάρ­ρος στόν προ­κεί­με­νό του ἀ­γῶ­να τῆς ἀ­σκή­σε­ως. Ἄρ­χι­σε λοι­πόν καί τό ἔρ­γο καί μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ ἔ­κτι­σε ἱ­ε­ρό, μι­κρό μο­να­στή­ρι στό ὄ­νο­μα τοῦ τι­μί­ου Προ­δρό­μου, τό ὁ­ποῖ­ο σώζεται ἕ­ως καί σή­με­ρα, μέ τήν θεί­α χά­ρι, σ’ ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πο, ἀ­πο­πνέ­ον­τας πνευ­μα­τι­κή εὐ­ω­δί­α καί γι­νό­με­νο αἰ­τί­α κα­τα­νύ­ξε­ως γιά ἐ­κεί­νους, πού πη­γαί­νουν σ’ αὐ­τό μέ πί­στι.

Καί κα­θώς σύ­στη­σε τό ἀ­σκη­τι­κό γυ­μνά­σιο, ἔ­κα­μνε τόν πό­λε­μο ὄ­χι ἐ­νάν­τια πρός τό αἷ­μα καί τήν σάρ­κα, δη­λα­δή ἐ­νάν­τια πρός τούς ὁ­μοι­ο­πα­θεῖς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λά ἐ­νάν­τια πρός τίς ἀρ­χές, πρός τίς ἐ­ξου­σί­ες, πρός τούς Κο­σμο­κρά­το­ρες τοῦ σκό­τους τοῦ αἰ­ῶ­νος αὐ­τοῦ, ὅ­πως λέ­ει ὁ θεῖ­ος Παῦ­λος, ἐ­νάν­τια πρός τούς πο­νη­ρούς, δη­λα­δή, δαί­μο­νες. Γι’ αὐ­τό μο­λο­νό­τι καί ἐ­γώ δέν ἐ­κτεί­νω τόν λό­γο γιά συν­το­μί­α, ὅ­μως εἶ­ναι εὔ­κο­λο γιά κά­θε ἕ­ναν νά κα­τα­λά­βη τί εἴ­δους ἀ­γῶ­νες καί πο­λέ­μους εἶ­χε ὁ γεν­ναι­ό­φρων Θε­ο­δό­σιος μέ τέ­τοι­ους φο­βε­ρούς καί πο­λυ­μή­χα­νους ἐ­χθρούς, καί μέ πό­ση τα­λαι­πω­ρί­α καί σκλη­ρα­γω­γί­α βα­σά­νι­ζε τόν ἑ­αυ­τό του σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή, γιά νά ὑ­πο­τά­ξη τό χει­ρό­τε­ρο στό κα­λύ­τε­ρο, δη­λα­δή τό σῶ­μα στήν ψυ­χή, καί νά ὑ­πο­δου­λώ­ση τήν σάρ­κα στό πνεῦ­μα. Καί πραγ­μα­τι­κά δέν ἀ­πέ­τυ­χε στόν σκο­πό του, ἀλ­λά μέ τήν θεί­α χά­ρι καί τούς δαί­μο­νες νί­κη­σε καί τό σῶ­μα ὑ­πέ­τα­ξε. Καί ἀ­φοῦ ἔγινε ὁ­λό­κλη­ρος πνευ­μα­τι­κός, ὁ­λό­κλη­ρος ἔν­θε­ος, ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά λά­βη πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πό τόν με­γα­λό­δω­ρο Θε­ό καί ἀρ­ρα­βῶ­να τῶν μελ­λόν­των ἀ­γα­θῶν, τήν χά­ρι τῶν θαυ­μά­των καί ἰ­α­μά­των, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α ἔ­λα­βε καί τήν ἐ­πω­νυ­μί­α καί ὠ­νο­μα­ζό­ταν θαυ­μα­τουρ­γός καί ἰ­α­μα­τι­κός. Δι­ό­τι ἡ ἐ­νά­ρε­τη πο­λι­τεί­α του ἔγινε γνωστή σέ ὅ­λα τά μέ­ρη καί ἡ φή­μη τῶν θαυ­μά­των του δι­α­δό­θη­κε παν­τοῦ, ἐ­πει­δή καί ὁ Θε­ός θέ­λη­σε νά φα­νε­ρώ­ση σέ ὅ­λους τόν δοῦ­λο του καί νά τόν δο­ξά­ση, ὅ­πως λέ­ει ὁ ἴ­διος· «Ζῶ ἐ­γώ, γιά νά δο­ξά­σω αὐ­τούς πού μέ δο­ξά­ζουν». Καί ὅ­σο ὁ Ἅ­γιος ἀ­πέ­φευ­γε τόν Κό­σμο καί τήν δό­ξα του, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ Θε­ός τόν ἀ­νέ­δει­χνε θαυ­μα­στό καί σε­βά­σμιο. Διότι ἀ­πό ὅ­λα τά μέ­ρη πρό­σ­τρε­χαν σ’ αὐ­τόν ἐ­κεῖ­νοι, πού βα­σα­νί­ζον­ταν ἀ­πό δι­ά­φο­ρες ἀ­σθέ­νει­ες καί λάμ­βα­ναν πο­λύ γρή­γο­ρα τήν θεραπεία. Καί ἄλ­λοι μέν ἀ­πό ἐ­κεί­νους, πού θεραπεύ­ον­ταν, ἀ­φοῦ ἄ­κου­γαν ἀ­πό τόν Ὅ­σιο καί πνευ­μα­τι­κή συμ­βου­λή, ἡ ὁ­ποί­α γι­α­τρεύ­ει τίς ἀ­σθέ­νει­ες τῆς ψυ­χῆς, δη­λα­δή τίς ἁ­μαρ­τί­ες, (ἀ­πό τίς ὁ­ποῖ­ες συμ­βαί­νουν τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές καί οἱ ἀ­σθέ­νει­ες τοῦ σώ­μα­τος), φρόν­τι­ζαν γιά νά θε­ρα­πεύ­σουν καί τίς ἀ­σθέ­νει­ες τῆς ψυ­χῆς τους, λαμ­βά­νον­τας δι­πλῆ τήν θε­ρα­πεί­α καί τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τος καί εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν θερ­μά τόν Θε­ό. Καί, ἀ­φοῦ ἐ­πέ­στρε­φαν στά σπί­τια τους, κή­ρυτ­ταν λαμ­πρά τήν θεί­α χά­ρι καί τήν παρ­ρη­σί­α, πού εἶ­χε ὁ Ἅ­γιος πρός τόν Θε­ό. Ἄλ­λοι πά­λι ἀ­πό ἐ­κεί­νους, πα­ρα­κι­νού­με­νοι ἀ­πό τίς συμ­βου­λές τοῦ Ἁ­γί­ου, μα­ζί μέ τήν σω­μα­τι­κή ἀ­σθέ­νεια, ἀ­πέ­βα­λαν καί τήν ἡ­δυ­πά­θεια τῆς σάρκας καί ἀρ­νού­με­νοι τόν Κό­σμο καί τά ἐγ­κό­σμια, γί­νον­ταν Μο­να­χοί καί, με­τα­χει­ρι­ζό­με­νοι τήν πο­λι­τεί­α τοῦ Ὁ­σί­ου ὡς πρό­τυ­πο, βάδιζαν πρό­θυ­μα τήν στε­νή καί θλιμ­μέ­νη ὁ­δό, ὑ­πα­κού­ον­τας στίς ψυ­χω­φε­λεῖς του συμ­βου­λές καί μι­μού­με­νοι τίς ἔν­θε­ές του ἀ­ρε­τές. Καί μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο, μέ­σῳ τῆς κα­θο­δή­γη­σης τοῦ Ἁ­γί­ου συ­στή­θη­κε ἐ­κεῖ, μέ τήν χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ, μάν­τρα λο­γι­κῶν προ­βά­των.

Ἀλ­λά ὁ ἀρ­χέ­κα­κος καί φθο­νε­ρός δι­ά­βο­λος, ὁ ἐ­χθρός τῆς σω­τη­ρί­ας μας, δέν ἄν­τε­χε νά τά βλέ­πη αὐ­τά καί με­τα­χει­ρι­ζό­με­νος ὡς ὄρ­γα­να τῆς κα­κί­ας του με­ρι­κούς ὑ­πο­κρι­τές, πού φαί­νον­ταν ὡς πρός τήν μορ­φή, πώς εἶ­ναι εὐ­λα­βεῖς καί κα­λό­γνω­μοι, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως ἦ­ταν φθο­νε­ροί καί κα­κό­τρο­ποι, τούς κα­τά­πει­σε καί πῆ­γαν στόν τό­τε ἀρ­χι­ε­ρέ­α τοῦ Ἄρ­γους (ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ὁ ἁ­γι­ώ­τα­τος Πέ­τρος ὁ ση­μει­ο­φό­ρος, αὐ­τός πού ἑ­ορ­τά­ζε­ται τήν τρί­τη ἡ­μέ­ρα τοῦ Μα­ΐ­ου), καί συ­κο­φάν­τη­σαν τόν ὅ­σιο Θε­ο­δό­σιο, πώς εἶ­ναι μά­γος καί λα­ο­πλά­νος καί μέ τίς μα­γεῖ­ες του ἐ­ξα­πα­τᾶ τούς ἀν­θρώ­πους καί τοῦ φέ­ρον­ται μέ εὐ­λά­βεια καί γί­νε­ται γιά πολ­λούς αἰ­τί­α ἀ­πω­λεί­ας. Καί μό­λις τά ἄ­κου­σε ὁ ἀρ­χι­ε­ρεύς αὐ­τά καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Ὁ­σί­ου καί ἐ­πει­δή πα­ρα­σύρ­θη­κε ἀ­πό τά ἀ­πα­τη­λά λό­για ἐ­κεί­νων τῶν φθο­νε­ρῶν, ἀ­πο­φά­σι­σε νά τόν δι­ώ­ξη ἀ­πό τήν ἐ­παρ­χί­α του. Ἀλ­λά τήν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο ἔ­λα­βε Πα­τρι­αρ­χι­κά γράμ­μα­τα ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, πού τόν προ­σκα­λοῦ­σαν νά πά­η τό γρη­γο­ρό­τε­ρο ἐ­κεῖ, για­τί ἔ­πρε­πε νά κά­νουν σύ­νο­δο, γιά μί­α ἀ­ναγ­καί­α Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ὑ­πό­θε­σι καί ἔ­τσι ἐμ­πο­δί­στη­κε τό­τε ἡ ἐ­ξο­ρί­α τοῦ Ὁ­σί­ου ἀ­πό θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α. Ἐ­πει­δή καί ὁ θεῖ­ος Πέ­τρος ξε­κί­νη­σε ἀ­μέ­σως γιά τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Εἶ­χε ὅ­μως ἀ­πο­φα­σί­σει­, ἀ­μέ­σως μό­λις ἐ­πι­στρέ­ψει στήν ἐ­παρ­χί­α του, νά ἐ­ξο­ρί­ση τόν Ὅ­σιο. Ἀλ­λά ὁ Θε­ός, ὅ­πως τό­τε τόν ἐμ­πό­δι­σε μέ­σῳ τῶν Πα­τρι­αρ­χι­κῶν γραμ­μά­των, μέ τόν ἴ­διο τρό­πο καί ὕ­στε­ρα, μέ­σῳ θεί­ας ὀ­πτα­σί­ας, ὄ­χι μό­νο ἐμ­πό­δι­σε τόν θεῖ­ο Πέ­τρο νά ἐ­ξο­ρί­ση τόν Ὅ­σιο, ἀλ­λά καί οἰ­κο­νό­μη­σε νά φα­νε­ρω­θῆ κα­λύ­τε­ρα ἡ ἀ­ρε­τή τοῦ δού­λου του Θε­ο­δο­σί­ου καί ἡ πρός αὐ­τόν παρ­ρη­σί­α του καί νά δο­ξα­σθῆ πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ πῆ­γε ὁ Μα­κά­ριος Πέ­τρος στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί δι­ευ­θέ­τη­σε μα­ζί μέ τόν Πα­τριά­ρχη καί τήν ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ἐ­κεί­νη ὑ­πό­θε­σι, τήν ὥ­ρα πού ἑ­τοι­μα­ζό­ταν, γιά νά ἐ­πι­στρέ­ψη στήν ἐ­παρ­χί­α του, ἐμ­φα­νί­σθη­κε στό ὅ­ρα­μά του ὁ ὅ­σιος Θε­ο­δό­σιος καί τοῦ εἶ­πε· « Για­τί Δέ­σπο­τα, κι­νή­θη­κες ἄ­δι­κα ἐ­ναν­τί­ον μου καί θέ­λεις νά μέ ἐ­ξο­ρί­σης ἀ­πό τήν ἐ­παρ­χί­α σου, χω­ρίς νά ἔ­χω κά­νει κα­νέ­να κα­κό, οὔ­τε στήν ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νη σου, οὔ­τε σέ κα­νέ­ναν ἄλ­λο; Γνώ­ρι­ζε ὅ­μως, ὅ­τι, ἐ­άν μέ ἐ­ξο­ρί­σης ἀ­πό τήν ἐ­παρ­χί­α σου, δέν θά κά­νης κα­νέ­να κα­κό σ’ ἐ­μέ­να, ἀλ­λά ἡ ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νη σου θά δι­α­πρά­ξη ἔγ­κλη­μα ἁ­μαρ­τί­ας καί στούς αἴ­τιους αὐ­τῆς τῆς ἐ­πι­βου­λῆς, θά προ­ξε­νή­σης ἀ­πώ­λεια καί σ’ ἐ­κεί­νους πού σῴ­ζον­ται, μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ, θά προ­ξε­νή­σης με­γά­λο κα­κό. Γι’ αὐ­τό στα­μά­τη­σε αὐ­τό τό πα­ρά­νο­μο ἐ­πι­χεί­ρη­μα. Δι­ό­τι οἱ φο­βε­ροί ἐ­κεῖ­νοι συ­κο­φάν­τες, πα­ρα­κι­νού­με­νοι ἀ­πό φθό­νο, δι­α­τύ­πω­σαν ἐ­ναν­τί­ον μου τήν ψεύ­τι­κη ἐ­κεί­νη κα­τη­γο­ρί­α. Ἐ­σύ ὅ­μως μήν κι­νη­θῆς ἔ­τσι ἄ­δι­κα ἐ­ναν­τί­ον μου. Δι­ό­τι καί ἐ­γώ εἶ­μαι δοῦ­λος τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καί αὐ­τόν μό­νο λα­τρεύ­ω καί σ’ αὐ­τόν ἔ­χω ἀ­πό παι­δί ὅ­λη τήν ἐλ­πί­δα τῆς σω­τη­ρί­ας μου. Καί ἐ­άν μέν πα­ραι­τη­θῆς στό ἑ­ξῆς ἀ­πό αὐ­τή τήν ἄ­το­πη ὁρ­μή, ἔ­χει κα­λῶς. Δι­α­φο­ρε­τι­κά, ἐ­άν δέν στα­μα­τή­σης, ὁ Κύ­ριός μου θά σέ ἐκ­δι­κη­θῆ». Τό­τε ὁ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά, τόν ρώ­τη­σε· «Ποι­ός εἶ­σαι ἐ­σύ πού συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι μέ τέ­τοι­ο τρό­πο σ’ ἐ­μέ­να;­». Καί ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­πε· «Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ Θε­ο­δό­σιος, πού κα­τοι­κῶ στά σύ­νο­ρα τῆς ἐ­παρ­χί­ας σου». Καί ἀ­φοῦ ξύ­πνη­σε ὁ Μα­κά­ριος Πέ­τρος ἔν­τρο­μος καί σκε­φτό­ταν ἐ­κεῖ­να, πού εἶ­δε στό ὅ­ρα­μά του, με­τα­νό­η­σε γιά τήν ἀ­πό­φα­σι πού πῆ­ρε, νά ἐ­ξο­ρί­ση τόν Ὅ­σιο. Καί τήν ὥ­ρα πού τά δι­α­λο­γι­ζό­ταν αὐ­τά, ἦλ­θε σ’ αὐ­τόν ἕ­νας ὑ­πη­ρέ­της τοῦ Πα­τριά­ρχη καί τόν προ­σκα­λοῦ­σε νά πά­η σ’ αὐ­τόν. Δι­ό­τι τήν ἴ­δια ὥ­ρα, πού ἔ­βλε­πε αὐ­τά ὁ θεῖ­ος Πέ­τρος στό ὅ­ρα­μά του, ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ Ὅ­σιος Θε­ο­δό­σιος καί στό ὅ­ρα­μα τοῦ Πα­τριά­ρχη καί τοῦ φα­νέ­ρω­σε ὅ­λη τήν ὑ­πό­θε­σι, λέ­γον­τάς του, νά τοῦ πα­ραγ­γεί­λη νά μήν κι­νῆ­ται ἔ­τσι ἄ­δι­κα ἐ­ναν­τί­ον του, γιά νά μήν ἐ­ξορ­γί­ση τόν Θε­ό καί γί­νη αἰ­τί­α κα­κοῦ γιά πολ­λούς Χρι­στια­νούς. Καί ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σε ὁ Πα­τριά­ρχης, ποι­ός εἶ­ναι; Τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι εἶ­ναι ὁ δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ Θε­ο­δό­σιος, πού βρί­σκε­ται στά σύ­νο­ρα τῆς ἐ­παρ­χί­ας τοῦ Ἄρ­γους. Καί μό­λις ξύ­πνη­σε ὁ Πα­τριά­ρχης, προ­σκά­λε­σε ἀ­μέ­σως τόν Πέ­τρο. Αὐτός, πῆ­γε στόν Πα­τριά­ρχη καί ἐ­κεῖ­νος τόν ρώ­τη­σε, ἐ­άν ὑ­πάρ­χη στήν ἐ­παρ­χί­α του κά­ποι­ος, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Θε­ο­δό­σιος καί ἐ­άν ἔ­δει­ξε σ’ αὐ­τόν κα­νέ­να λυ­πη­ρό, ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ναί, ἁ­γι­ώ­τα­τε Δέ­σπο­τα, στήν ἐ­παρ­χί­α μου εἶ­ναι ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ Θε­ο­δό­σιος»· καί στήν συ­νέ­χεια τοῦ δι­η­γή­θη­κε λε­πτο­με­ρῶς ὅ­λη τήν ὑ­πό­θε­σι, λέ­γον­τάς του ἀ­κό­μη καί ἐ­κεῖ­να, πού εἶ­δε πρίν ἀ­πό λί­γο στό ὅ­ρα­μά του. Τό­τε καί ὁ Πα­τριά­ρχης φα­νέ­ρω­σε στόν Πέ­τρο ἐ­κεῖ­να, πού εἶ­δε καί ἐ­κεῖ­νος στό ὅ­ρα­μά του. Καί ἔ­τσι πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν καί οἱ δύ­ο, ὅ­τι εἶ­ναι Ἅ­γιος ὁ Θε­ο­δό­σιος καί ὅ­τι ἔ­χει με­γά­λη παρ­ρη­σί­α πρός τόν Θε­ό καί δό­ξα­σαν τόν Θε­ό, αὐ­τόν πού ἐ­πά­ξια δο­ξά­ζει αὐ­τούς πού τόν δο­ξά­ζουν. Ἔ­πει­τα πα­ράγ­γει­λε ὁ Πα­τριά­ρχης στόν θεῖ­ο Πέ­τρο, ὅ­τι ὅ­πο­τε πά­ει στήν ἐ­παρ­χί­α του, νά προ­σφέ­ρη ἐκ μέ­ρους του εὐ­λα­βῶς με­τά­νοι­α στόν Ἅ­γιο. Καί νά τοῦ ζη­τή­ση νά πρε­σβεύ­η γιά χά­ρι του πρός τόν Κύ­ριο. Καί πά­λι τήν ἡ­μέ­ρα, πού θά ἀ­να­χω­ροῦ­σε ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι ὁ Μα­κά­ριος Πέ­τρος, τοῦ πα­ράγ­γει­λε γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά ὁ Πα­τριά­ρχης τά ἴ­δια.

Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ πῆ­γε ὁ θεῖ­ος Πέ­τρος στόν Μο­ριά, δέν θέ­λη­σε νά πά­η σέ ἄλ­λο μέ­ρος, προ­τοῦ νά πά­η στόν Ὅ­σιο Θε­ο­δό­σιο, καί γιά νά ἐκ­πλη­ρώ­ση τήν πα­ραγ­γε­λί­α τοῦ Πα­τριά­ρχη καί γιά νά ζη­τή­ση συγ­χώ­ρη­σι ἀ­πό τόν Ἅ­γιο, γιά τήν ἐ­ξο­ρί­α στήν ὁ­ποί­α σκό­πευ­ε νά τόν στεί­λη μέ ἀ­πά­τη. Ὁ Ἅ­γιος πρό­ε­βλε­ψε τόν ἐρ­χο­μό τοῦ ἀρ­χι­ε­ρέ­α (δι­ό­τι ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά λά­βη ἀ­πό τόν Θε­ό ἐ­πι­πλέ­ον καί προ­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα). Καί ἀ­φοῦ ἔ­βα­λε ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να στήν κου­κού­λα του καί ἀ­φοῦ πῆ­ρε θυ­μί­α­μα στό χέ­ρι του, πῆ­γε νά προ­ϋ­παν­τή­ση τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α καί, πλη­σι­ά­ζον­τας σ’ αὐ­τόν, ἔ­βα­λε τό θυ­μί­α­μα ἐ­πά­νω στά κάρ­βου­να καί βγῆ­κε εὐ­ω­δί­α ἀ­νεί­πω­τη καί ἡ κου­κού­λα, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, δέν κά­η­κε κα­θό­λου, ἀλ­λά μέ αὐ­τή θύ­μια­ζε τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α. Αὐτός μό­λις εἶ­δε τό πα­ρά­δο­ξο τοῦ θαύ­μα­τος καί θαύ­μα­σε, κα­τά­λα­βε, ὅ­τι εἶ­ναι ὁ Ὅ­σιος καί, ἀ­φοῦ κα­τέ­βη­κε ἀ­μέ­σως ἀ­πό τό ἄ­λο­γο, ἔ­τρε­ξε νά ἀ­σπα­σθῆ τόν Ὅ­σιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­φή­νον­τας τήν κου­κού­λα ἀ­πό τό χέ­ρι του, πρό­σπε­σε στόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α τοῦ Θε­οῦ καί τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε μέ εὐ­λά­βεια. Τό­τε ὁ θεῖ­ος Πέ­τρος δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό, ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρη­σι ἀ­πό τόν Ὅ­σιο γιά ὅ­σα προ­η­γή­θη­καν καί προ­σφέ­ρον­τας ἐκ μέ­ρους τοῦ Πα­τριά­ρχη με­τά­νοι­α σ’ αὐ­τόν, τοῦ ἀ­νάγ­γει­λε ἐ­κεῖ­να, πού τοῦ πα­ράγ­γει­λε ὁ Πα­τριά­ρχης. Ὁ δέ Ὅ­σιος ἀν­τα­πο­κρι­νό­με­νος σ’ αὐ­τόν μέ με­γά­λη τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί μέ τά λό­για, καί μέ τήν μορ­φή του, καί μέ τήν στά­σι του, ἄ­να­ψε πε­ρισ­σό­τε­ρο τήν σύμ­φω­νη πρός τόν Θε­ό ἀ­γά­πη τοῦ ἀρ­χι­ε­ρέα πρός αὐ­τόν. Γι’ αὐ­τό καί χω­ρίς ἀ­να­βο­λή και­ροῦ τόν χει­ρο­τό­νη­σε κα­τά τήν τά­ξι δι­ά­κο­νο καί ἔ­πει­τα ἱ­ε­ρέ­α, πα­ρ’ ὅ­λο πού ὁ Ὅ­σιος, ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἄ­κρας του τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, πα­ραι­τεῖ­το μέ εὐ­λά­βεια ἀ­πό τήν χει­ρο­το­νί­α. Καί ἀ­πό τό­τε καί στό ἑ­ξῆς ὁ σο­φός ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χι­ε­ρέ­ας εἶ­χε τόν Ὅ­σιο ὡς κα­νό­να καί τύ­πο ἀ­ρε­τῆς καί γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί γιά τούς ἀ­κο­λού­θους του, ἐ­πει­δή κα­τά­λα­βε πραγ­μα­τι­κά, πό­σο εἶ­ναι πι­στό­τε­ρα τά μά­τια ἀ­πό τήν ἀ­κο­ή.

Καί φυ­σι­κά καί ἡ φή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου δι­α­δό­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο στόν Κό­σμο, καί ἐ­πει­δή ἐ­κεῖ­νοι, πού θε­ρα­πεύ­ον­ταν ἀ­πό δι­ά­φο­ρες ἀ­σθέ­νει­ες κή­ρυτ­ταν παν­τοῦ τίς θε­ρα­πεῖ­ες καί ἐ­πει­δή ὁ θεῖ­ος Πέ­τρος καί ὁ ἴ­διος ἀ­κό­μη ὁ οἰ­κου­με­νι­κός Πα­τριά­ρχης ἐ­παι­νοῦ­σαν λαμ­πρά τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ Ὁ­σί­ου καί τήν πρός τόν Θε­ό παρ­ρη­σί­α του, γι’ αὐ­τό καί δέν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας ἀ­σθε­νής, πού νά μήν ἐ­πι­κα­λεῖ­το μέ πί­στι τόν Ὅ­σιο σέ βο­ή­θεια καί νά μήν λάμ­βα­νε πο­λύ γρή­γο­ρα τήν θε­ρα­πεί­α, μέ τέ­τοι­ον τρό­πο ὥ­στε, ἔ­γι­νε ὁ Ὅ­σιος φα­νε­ρός καί πο­θη­τός σέ ὅ­λους. Γι’ αὐ­τό καί ἐ­πει­δή στε­κό­ταν σέ ὅ­λους ἑ­τοι­μό­τα­τος βο­η­θός στίς ἀ­σθέ­νει­ες καί στίς ἀ­νάγ­κες τους, προ­ξε­νοῦ­σε σ’ αὐ­τούς καί ψυ­χι­κή σω­τη­ρί­α.

Ἀλ­λά κα­θώς ἔ­φθα­σε ὁ Ἅ­γιος σέ βα­θειά γη­ρα­τειά καί ἔ­πρε­πε καί αὐ­τός σάν ἄν­θρω­πος νά πλη­ρώ­ση τό κοι­νό χρέ­ος καί νά ἀ­πο­λαύ­ση τό ἀν­τάλ­λαγ­μα τῶν πολ­λῶν ἱ­δρώ­των καί ἀ­γώ­νων του, τρεῖς ἡ­μέ­ρες πρίν ἀ­πό τήν τε­λεί­ω­σί του, τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὁ Θε­ός τήν με­τά­στα­σί του. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τούς μα­θη­τές του, τούς ἔ­δω­σε πολ­λές συμ­βου­λές σχε­τι­κά μέ τήν σύμ­φω­νη πρός τόν Θε­ό πο­λι­τεί­α καί, ἀ­φοῦ τούς φα­νέ­ρω­σε τόν θά­να­τό του, τούς πα­ρη­γό­ρη­σε πο­λύ γιά τόν ἀ­πο­χω­ρι­σμό του, τά­ζον­τάς τους, ὅ­τι θά εἶ­ναι πάν­το­τε ἑ­νω­μέ­νος πνευ­μα­τι­κά μα­ζί τους. Ἐ­κεῖ­νοι βέ­βαι­α ἔ­κλαι­γαν καί ὠ­δύ­ρον­ταν πο­λύ γιά τήν στέ­ρη­σι τῆς ἀγ­γε­λι­κῆς του συ­νο­μι­λί­ας. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή εἶ­χε φθά­σει ἡ τρί­τη ἡ­μέ­ρα, ἀ­φοῦ τούς ἀ­σπά­στη­κε καί εὐ­χα­ρι­στῶν­τας καί δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό, ὕ­ψω­σε τέ­λος πάν­των, τά χέ­ρια του στόν Θε­ό καί λέ­γον­τας τό, «Κύ­ρι­ε στά χέ­ρια σου πα­ρα­δί­δω τό πνεῦ­μα μου», πα­ρέ­δω­σε τήν μα­κα­ρί­α του ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ, στίς ἑ­πτά τοῦ Αὐ­γού­στου.

 Καί μό­λις πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ὁ θεῖ­ος Πέ­τρος τόν θά­να­τό του, συ­νέ­τρε­ξε μα­ζί μέ ὅ­λους τούς κλη­ρι­κούς καί με­γά­λο πλῆ­θος λα­οῦ καί, ἀ­φοῦ ἑ­τοί­μα­σαν ὅ­λα τά ἀ­πα­ραί­τη­τα γιά τήν τα­φή, ἔ­θα­ψαν μέ εὐ­λά­βεια τό τρι­σά­γιό του λεί­ψα­νο, λί­γο μπρο­στά ἀ­πό τόν να­ό τοῦ τι­μί­ου Προ­δρό­μου· καί ὅ­σοι ἀ­σθε­νεῖς πρό­σ­τρε­χαν μέ εὐ­λά­βεια στόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου καί τόν ἐ­πι­κα­λοῦν­ταν μέ πί­στι σέ βο­ή­θεια, προ­σπέ­φτον­τας ἐ­πά­νω στόν τά­φο του, ση­κώ­νον­ταν ἀ­πό ἐ­κεῖ ὑ­γι­εῖς, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό καί εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Ἅ­γιο. Γι’ αὐ­τό καί ἔ­κτι­σαν ἐ­κεῖ θεῖ­ο Να­ό στό ὄ­νο­μά του. Καί ἀ­πό τό­τε ἕ­ως καί σή­με­ρα ὁ Να­ός εἶ­ναι παν­το­τι­νός πο­τα­μός θαυ­μά­των καί ἰ­α­μά­των, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α θέ­λω νά δι­η­γη­θῶ λί­γα πρός πνευ­μα­τι­κή εὐ­φρο­σύ­νη τῶν φι­λα­ρέ­των.

Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τός και­ρός, καί οἱ Μο­να­χοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἡ­σύ­χα­ζαν ἐ­κεῖ σι­γά - σι­γά λι­γό­στευ­αν, κα­θώς οἱ μα­θη­τές τοῦ Ὁ­σί­ου ἔ­φυ­γαν πρός τόν Κύ­ριο καί δέν πή­γαι­ναν νά κα­τοι­κή­σουν ἄλ­λοι ἐ­κεῖ, ἐ­πει­δή δέν ὑ­πῆρ­χαν σ’ ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πο τά ἀ­ναγ­καῖ­α γιά τό σῶ­μα, ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ­νος ὁ τό­πος ἔ­ρη­μος ἀ­πό Μο­να­χούς. Ὅ­μως οἱ Χρι­στια­νοί, πού κα­τοι­κοῦ­σαν ἐ­κεῖ κον­τά, καί κυ­ρί­ως οἱ Ἀ­να­πλι­ῶ­τες, κα­θώς εἶ­χαν με­γά­λο πό­θο γιά τόν Ἅ­γιο, δέν πα­ρέ­λει­παν νά προ­στρέ­χουν ἐ­κεῖ κά­θε ἡ­μέ­ρα, γιά νά δο­ξά­ζουν τόν Κύ­ριο καί τόν Ὅ­σιό του μέ ὕ­μνους καί ψαλ­μούς καί πνευ­μα­τι­κές ᾠ­δές καί νά ἐ­πι­τε­λοῦν τήν θεί­α ἱ­ε­ρουρ­γί­α.

Ἔ­τσι καί μί­α φο­ρά εὐ­λα­βεῖς Χρι­στια­νοί ἀ­πό τό Ἀ­νά­πλι, ἀ­φοῦ πῆ­ραν ἕ­ναν ἱ­ε­ρέ­α καί ὅ­λα τά ἀ­ναγ­καῖ­α, ξε­κί­νη­σαν πο­λύ πρω­ί, γιά νά πᾶ­νε στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου καί, ἀ­φοῦ μπῆ­καν στόν Να­ό, εἶ­δαν ἕ­ναν ἱ­ε­ρο­πρε­πῆ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο πού ἔ­στε­κε στήν πόρ­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας  καί  κρα­τοῦ­σε ἕ­να ρα­βδί στά  χέ­ρια του  καί  νό­μι­σαν,  ὅ­τι δι­ά­βα­ζε τήν ἀ­κο­λου­θί­α τῶν ὡ­ρῶν καί ἤ­θε­λε νά ἱ­ε­ρουρ­γή­ση καί λυ­πή­θη­καν, δι­ό­τι πρό­λα­βε αὐ­τός νά ἱ­ε­ρουρ­γή­ση καί ἐ­κεῖ­νοι δέν πέ­τυ­χαν τόν σκο­πό τους. Καί ἀ­φοῦ πῆ­γαν ἐ­κεῖ, δέν βρῆ­καν κα­νέ­ναν καί σκέ­φθη­καν, ὅ­τι ἦ­ταν θεί­α ὀ­πτα­σί­α, δι­ό­τι ὁ Να­ός ἦ­ταν γε­μᾶ­τος ἀ­πό ἀ­νεί­πω­τη εὐ­ω­δί­α. Γι’ αὐ­τό χά­ρη­καν πο­λύ εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Θε­ό καί τόν Ἅ­γιο. Ἀλ­λά, ὥ­σπου νά ἑ­τοι­μα­σθῆ ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, ἔ­φθα­σαν ἄλ­λοι Χρι­στια­νοί πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό τούς πρώ­τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἤ­θε­λαν νά ἱ­ε­ρουρ­γή­ση ὁ δι­κός τους ἱ­ε­ρέ­ας. Αὐ­τοί ὅ­μως πού εἶ­χαν ἔλ­θει πρῶ­τοι, πα­ρα­κι­νού­με­νοι ἀ­πό τόν ζῆ­λο τοῦ Ἁ­γί­ου καί κυ­ρί­ως φλε­γό­με­νοι ἀ­πό τήν ὀ­πτα­σί­α πού εἶ­δαν, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­καν σ’ αὐ­τούς, θέ­λον­τας νά ἱ­ε­ρουρ­γή­ση ὁ δι­κός τους ἱ­ε­ρέ­ας. Καί κα­θώς δι­α­φω­νοῦ­σαν γιά πολ­λή ὥ­ρα ἡ μί­α πλευ­ρά μέ τήν ἄλ­λη, ἔ­ξω στό προ­αύ­λιο τοῦ να­οῦ, δύ­ο νέ­οι ὁ ἕ­νας ἀ­πό τήν μί­α συ­νο­δεί­α καί ὁ ἄλ­λος ἀ­πό τήν ἄλ­λη, ἐ­νῷ φι­λο­νι­κοῦ­σαν ἐν­το­νό­τε­ρα, ἔ­βγα­λαν τά σπα­θιά τους καί κα­τε­βά­ζον­τάς τα μέ με­γά­λη ὁρ­μή, γιά νά σκο­τώ­ση ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ καί τήν χά­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου, πέ­τα­ξε ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι στό μέ­σο τῶν δύ­ο σπα­θι­ῶν, σάν νά τό ἔρ­ρι­ξε κά­ποι­ος ἐ­πί­τη­δες, καί δέ­χθη­κε τήν πλη­γή τῶν σπα­θι­ῶν καί ἔ­πε­σε σέ δύ­ο κομ­μά­τια ἀ­νά­με­σα στούς δύ­ο νέ­ους, χω­ρίς νά πά­θουν κα­νέ­να κα­κό οἱ νέ­οι. Αὐ­τοί βλέ­πον­τας τό θαῦ­μα καί συλ­λο­γι­ζό­με­νοι τήν ἐ­πί­σκε­ψι, πού τούς ἔ­κα­νε ὁ Ἅ­γιος, ἔρ­ρι­ξαν τά σπα­θιά κα­τα­γῆς καί, ἀ­φοῦ ἀγ­κά­λια­σαν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο, ἀ­σπά­σθη­καν ἀ­να­με­τα­ξύ τους, δο­ξά­ζον­τας τόν Ἅ­γιο πού τούς λύ­τρω­σε πα­ρα­δό­ξως ἀ­πό αὐ­τόν τόν κίν­δυ­νο. Τό ἴ­διο καί οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἀ­πό τίς δύ­ο πλευ­ρές ἱ­ε­ρεῖς καί λα­ϊ­κοί γε­μᾶ­τοι κα­τά­νυ­ξι καί μέ θερ­μά δά­κρυ­α εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Θε­ό, συμ­φώ­νη­σαν καί μέ κοι­νή ἀ­πό­φα­σι, ὁ μέν ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας λει­τούρ­γη­σε στόν Να­ό τοῦ Ὁ­σί­ου, ἐ­νῷ ὁ ἄλ­λος στόν Να­ό τοῦ Τι­μί­ου Προ­δό­μου. Καί ἔ­τσι μέ ὁ­μό­νοι­α καί ἀ­γά­πη καί κοι­νή πρός τόν Θε­ό εὐ­χα­ρι­στί­α ἐ­πέ­στρε­ψαν στά σπί­τια τους. Καί ἐ­πι­πλέ­ον τό πα­ρά­δο­ξο αὐ­τό θαῦ­μα, ἔ­γι­νε γιά τούς με­τέ­πει­τα τύ­πος καί, ἐ­άν πή­γαι­ναν στό ἑ­ξῆς δύ­ο συ­νο­δεῖ­ες μέ δύ­ο ἱ­ε­ρεῖς, δέν φι­λο­νι­κοῦ­σαν πλέ­ον με­τα­ξύ τους, ἀλ­λά ὁ ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας ἱ­ε­ρουρ­γοῦ­σε στόν ἕ­ναν Να­ό καί ὁ ἄλ­λος στόν ἄλ­λον μέ ἀ­γά­πη καί ὁ­μό­νοι­α.

     Ἕ­νας εὐ­γε­νής ἀ­πό τό Ἀ­νά­πλι, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Νι­κό­λα­ος, μί­α ἡ­μέ­ρα τό με­ση­μέ­ρι, ἐ­νῷ στε­κό­ταν στό μέ­σο του σπι­τιοῦ του, ξαφ­νι­κά ἔ­γι­νε ὁ μι­σός πα­ρά­λυ­τος καί τό μι­σό μέ­ρος τοῦ κε­φα­λιοῦ του μα­ζί μέ τό ἕ­να μά­τι καί τό ἕ­να αὐ­τί μέ τόν ἕ­ναν ὦ­μο καί τό χέ­ρι του καί μέ τό ἕ­να πλευ­ρό καί τό πό­δι του ἔ­μει­ναν ἐν­τε­λῶς ἀ­ναί­σθη­τα καί πα­ρά­λυ­τα καί ἔ­γι­νε θέ­α­μα ἐ­λε­ει­νό. Γι’ αὐ­τό ἡ γυ­ναί­κα του, ὁ ἀ­δελ­φός του καί οἱ ἄλ­λοι συγ­γε­νεῖς του συλ­λυ­πού­με­νοι καί συμ­πο­νῶν­τας τον, προ­σκά­λε­σαν τούς πι­ό ἐ­ξαί­ρε­τους για­τρούς καί ζη­τοῦ­σαν βο­ή­θεια. Ὅ­μως ὅ­σα καί ἄν ἔ­κα­μαν οἱ για­τροί, δέν μπό­ρε­σαν νά τοῦ κά­νουν κα­μί­α θε­ρα­πεί­α. Τέ­λος πάν­των, ἀ­φοῦ συ­ζή­τη­σαν μα­ζί μέ εὐ­λα­βεῖς καί ἐ­νά­ρε­τους ἄν­δρες, ἀ­πο­φά­σι­σαν νά προ­στρέ­ξουν στόν ἰ­α­μα­τι­κό Θε­ο­δό­σιο. Καί, ἀ­φοῦ ἑ­τοί­μα­σαν ἕ­να κρεβ­βά­τι, ἔ­βα­λαν ἐ­πά­νω τόν ἀ­σθε­νῆ καί πη­γαί­νον­τάς τον βα­στα­ζό­με­νο, τόν ἀ­πέ­θε­σαν στόν Να­ό τοῦ Ὁ­σί­ου καί ἀ­φοῦ τέ­λε­σαν ὁ­λο­νύ­χτια προ­σευ­χή καί δο­ξο­λο­γί­α καί τό πρω­ί τήν θεί­α Ἱ­ε­ρουρ­γί­α, ἐ­πι­κα­λέ­σθη­καν μέ πί­στι τόν Ἅ­γιο σέ βο­ή­θεια. Καί με­τά τό δει­λι­νό, ἀ­φοῦ τόν σή­κω­σαν μέ τό κρεβ­βά­τι, τόν με­τέ­φε­ραν μέ­χρι κον­τά στό κά­στρο τοῦ Ἀ­να­πλιοῦ καί τόν ἄ­φη­σαν ἐ­κεῖ, γιά νά ξε­κου­ρα­στοῦν λί­γο. Ἔ­πει­τα, ὅ­ταν θέ­λη­σαν νά τόν ση­κώ­σουν πά­λι, ἀ­μέ­σως ση­κώ­θη­κε ἐ­κεῖ­νος μό­νος του ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι καί λέ­γον­τας· «Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, Θε­ο­δό­σι­ε, βο­ή­θη­σέ με», καί ἀ­φοῦ στά­θη­κε στά πό­δια του ὄρ­θιος, ὤ θαῦ­μα!, κα­τά­λα­βε τόν ἑ­αυ­τό του τε­λεί­ως ὑ­γι­ῆ καί δέν εἶ­χε πλέ­ον κα­νέ­να ση­μά­δι ἀ­πό τό πά­θος ἐ­κεῖ­νο καί, ἔ­τσι περ­πα­τῶν­τας μέ τά πό­δια του, μπῆ­κε μέ­σα στό Ἀ­νά­πλι δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό καί τόν Ἅ­γιο. Καί ἔ­μει­νε ὑ­γι­ής μέ­χρι τό τέ­λος, κά­νον­τας πολ­λές ὁ­δοι­πο­ρί­ες καί μέ­σῳ ξη­ρᾶς καί μέ­σῳ θα­λάσ­σης σέ δι­α­φό­ρους τό­πους καί κη­ρύτ­τον­τας σέ ὅ­λους τό πα­ρά­δο­ξο θαῦ­μα, πού ἔ­κα­νε σ’ αὐ­τόν ὁ μέ­γας Θε­ο­δό­σιος (­…­).

Καί κά­ποι­ος ἄλ­λος Ἀ­να­πλι­ώ­της εὐ­σε­βής καί φι­λό­θε­ος, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Μι­χα­ήλ, μί­α τῶν ἡ­με­ρῶν, ἐ­νῷ κα­θό­ταν στήν τρά­πε­ζα μα­ζί μέ τήν γυ­ναῖ­κα του καί τά παι­διά του, ἐ­κεῖ ὅ­που ἔ­τρω­γαν, βλέ­πει τό μά­τι τῆς γυ­ναί­κας του ὅ­λο κοκ­κι­νι­σμέ­νο ἀ­πό μέ­σα καί τήν ἄ­νω βλε­φα­ρί­δα τοῦ μα­τιοῦ της πρη­σμέ­νη καί τῆς λέ­ει· «Τί ἔ­πα­θες;­». Καί ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Δέν ξέ­ρω τί μοῦ συ­νέ­βη ξαφ­νι­κά καί πο­νῶ ἔν­το­να». Καί λί­γο - λί­γο πρή­στη­κε πο­λύ τό ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο καί κρε­μά­σθη­κε ἔ­ξω ἀ­πό τό μά­τι της, σάν μιά με­γά­λη ρό­γα στα­φυ­λιοῦ κόκ­κι­νη καί ἐμ­πό­δι­σε τήν ὅ­ρα­σι τοῦ μα­τιοῦ της. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τούς πι­ό ἔμ­πει­ρους για­τρούς καί ἀ­πελ­πί­σθη­κε ἀ­πό αὐ­τούς, πρό­στρε­ξε στόν Να­ό τοῦ Ἰ­α­μα­τι­κοῦ Θε­ο­δο­σί­ου καί αὐ­τός μα­ζί μέ τήν γυ­ναῖ­κα του καί ἄλ­λους πολ­λούς ἱ­ε­ρεῖς καί λα­ϊ­κούς καί, ἀ­φοῦ τέ­λε­σαν ὁ­λο­νύ­χτια δέ­η­σι καί τήν θεί­α ἱ­ε­ρουρ­γί­α, ἐ­πέ­στρε­ψαν στό σπί­τι τους. Καί τήν νύ­χτα ἐ­κεί­νη, ἀ­φοῦ ἔ­πε­σαν στό κρε­βά­τι τους, γιά νά κοι­μη­θοῦν, ὁ μέν ἄν­δρας της ἀ­πό τήν λύ­πη του καί ἀ­πό τόν κό­πο τῆς ὁ­δοι­πο­ρί­ας, ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε ἀ­μέ­σως. Ἡ δέ γυ­ναῖ­κα, ἀ­φοῦ στρά­φη­κε, κοί­τα­ξε τήν εἰ­κό­να τοῦ Ὁ­σί­ου, πού ἦ­ταν ἀν­τί­κρυ της καί τόν ἐ­πι­κα­λέ­σθη­κε μέ ὅ­λη της τήν ψυ­χή νά τήν θε­ρα­πεύ­ση καί ἀ­μέ­σως ὁ τα­χύς σέ βο­ή­θεια καί θαυ­μα­τουρ­γός Θε­ο­δό­σιος ἐμ­φα­νί­στη­κε σ’ αὐ­τήν σάν νά βγῆ­κε ἀ­πό τήν εἰ­κό­να, κρα­τῶν­τας ρα­βδί στό χέ­ρι του καί πῆ­γε κον­τά σ’ αὐ­τήν, καί σφουγ­γί­ζον­τας μέ τήν ἄ­κρη τῆς κου­κού­λας του τό πά­θος τοῦ μα­τιοῦ της, εἶ­πε· «Γυ­ναῖ­κα, ἐ­σύ μέν μα­ζί μέ τόν ἄν­δρα σου ἤλ­θα­τε στόν Να­ό μου, πα­ρα­κα­λῶν­τας μέ πί­στι νά λά­βε­τε βο­ή­θεια, νά, λοι­πόν πού ἦλ­θα καί ἐ­γώ στό σπί­τι σας, γιά νά σοῦ δώ­σω τήν ὑ­γεί­α». Καί, ἀ­φοῦ τό εἶ­πε αὐ­τό, ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τος. Ἐ­κεί­νη τό­τε ἀ­μέ­σως αἰ­σθάν­θη­κε τό μά­τι της ἐ­λεύ­θε­ρο ἀ­πό τό πά­θος καί, ἀ­φοῦ ἔ­βα­λε τό χέ­ρι της σ’ αὐ­τό καί τό βρῆ­κε τε­λεί­ως γε­ρό, φώ­να­ξε τόν ἄν­δρα της. Καί ἐ­κεῖ­νος, ἀ­φοῦ ξύ­πνη­σε ξαφ­νι­κά καί τήν ρώ­τη­σε τί ἔ­πα­θε, τοῦ εἶ­πε· «Ὁ μέ­γας Θε­ο­δό­σιος ἐμ­φα­νί­σθη­κε τώ­ρα σ’ ἐ­μέ­να καί μέ γι­ά­τρε­ψε». Καί ἀ­φοῦ ἀ­να­πή­δη­σε ἐ­κεῖ­νος ἀ­μέ­σως ἀ­πό τό κρε­βά­τι καί ἄ­να­ψε τό φῶς καί εἶ­δε τό θαῦ­μα, πού ἔ­κα­νε ὁ Ἅ­γιος στήν γυ­ναῖ­κα του, τρέ­χον­τας πῆ­γε στόν ἐ­φη­μέ­ριο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τους καί, δι­η­γού­με­νος σ’ αὐ­τόν τό θαῦ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου, τοῦ εἶ­πε νά ἀ­νοί­ξη τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί, ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τόν πρω­το­πα­πᾶ μα­ζί μέ ἄλ­λους ἱ­ε­ρεῖς καί λα­ϊ­κούς καί ἔ­φε­ρε κε­ριά καί λά­δι καί μο­σχο­θυ­μι­ά­μα­τα, ἀ­πέ­δω­σαν στόν Ἅ­γιο ὁ­λο­νύ­χτια τήν εὐ­χα­ρι­στί­α· καί τό πρω­ί, ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ἡ θεί­α λει­τουρ­γί­α, πῆ­ρε τούς συγ­κεν­τρω­μέ­νους στό σπί­τι του καί τούς φί­λε­ψε πλου­σι­ο­πά­ρο­χα καί ἔ­δω­σε ἀρ­κε­τή ἐ­λε­η­μο­σύ­νη καί στούς φτω­χούς, κη­ρύτ­τον­τας σέ ὅ­λους τήν θαυ­μα­τουρ­γί­α τοῦ Ὁ­σί­ου καί δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό (­…­).

 Θά ἤ­θε­λα νά τε­λει­ώ­σω τόν λό­γο μου μέ­χρι ἐ­δῶ ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἐκτάσεως, ἀλ­λά τό χρέ­ος πού ἔ­χω πρός τόν Ἅ­γιο (λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρός Μα­λα­ξός), μέ ἀ­ναγ­κά­ζει νά δι­η­γη­θῶ ἐ­πι­πλέ­ον καί τά θαύ­μα­τα, πού ἔ­κα­νε ὁ θαυ­μα­τουρ­γός Θε­ο­δό­σιος σ’ ἐ­μέ­να, καί σέ ὅ­σους ἦ­ταν μα­ζί μέ ἐ­μέ­να.

 Εἶ­χα ἕ­να παι­δί, ἀ­γό­ρι, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἀν­δρό­νι­κος, τό ὁ­ποῖ­ο ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ρειά ἀ­πό ἀ­σθέ­νεια τοῦ λαι­μοῦ καί τό­σο πο­λύ πρή­στη­κε ὁ λά­ρυγ­γάς του, ὥ­στε λί­γο ἔ­λει­ψε νά τοῦ κο­πῆ ἡ ἀ­να­πνο­ή. Καί ἐ­πει­δή κα­μί­α θε­ρα­πεί­α δέν βρέ­θη­κε γι’ αὐ­τό, ἡ Μη­τέ­ρα του πρό­στρε­ξε μέ θερ­μή πί­στι στήν βο­ή­θεια τοῦ Ἁ­γί­ου καί, ἀ­φοῦ πῆ­ρε μέ εὐ­λά­βεια τήν εἰ­κό­να του, τήν ὁ­ποί­α εἴ­χα­με στό σπί­τι μας, τήν ἔ­βα­λε στό προ­σκέ­φα­λο τοῦ παι­διοῦ καί πα­ρα­κα­λῶν­τας τον μέ δά­κρυ­α, ἀ­φι­έ­ρω­σε τό παι­δί της στήν ἐ­πί­σκε­ψί του. Καί με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε τό παι­δί καί κα­λοῦ­σε τήν μη­τέ­ρα του καί, μό­λις ἄ­κου­σε ἐ­κεί­νη τήν φω­νή του, τό ρώ­τη­σε τί ἔ­χει; Καί ἐ­κεῖ­νο κλα­ψου­ρί­ζον­τας ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅ­τι ἦλ­θε σ’ ἐ­μέ­να ἕ­νας ἱ­ε­ρο­πρε­πής Μοναχός καί μέ χτύ­πη­σε μέ τό ρα­βδί του στόν λαι­μό καί ἔ­σκι­σε τό πά­θος καί μέ γέ­μι­σε μέ πύ­ο. Καί ἀ­μέ­σως ἀ­φοῦ ἄ­να­ψαν τά φῶ­τα, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, βρέ­θη­κε τό πά­θος σχι­σμέ­νο σάν μέ ξυ­ρά­φι καί τά ροῦ­χα τοῦ παι­διοῦ γε­μά­τα ἀ­πό πύ­ο ἀ­να­κα­τω­μέ­νο μέ αἷ­μα. Καί τό παι­δί, πού ἦ­ταν μέ­χρι πρίν ἄ­φω­νο, μι­λοῦ­σε κα­νο­νι­κά καί ἀ­νεμ­πό­δι­στα. Καί ἔ­τσι μέ τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τήν θα­να­τη­φό­ρα ἐ­κεί­νη ἀ­σθέ­νεια.

Μί­α φο­ρά πού ὑ­πῆρ­ξε ἀ­νάγ­κη, μπῆ­κα σέ ἕ­να κα­ρά­βι (λέ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας), γιά νά πά­ω στήν Βε­νε­τί­α καί, τα­ξι­δεύ­ον­τας στήν θά­λασ­σα, ἔ­γι­νε μί­α με­γά­λη φουρ­τού­να καί ὅ­σο περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα, τό­σο γι­γαν­τω­νό­ταν ἔ­τσι, ὥ­στε ἀ­πελ­πι­σθή­κα­με ὅ­λοι ἀ­πό κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη βο­ή­θεια καί μέ κλά­μα­τα καί ὀ­δυ­ρό­με­νοι ἐ­πι­κα­λού­μα­σταν σέ βο­ή­θεια τόν Θε­ό καί τήν Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο καί ὅ­λους τούς Ἁ­γί­ους. Ἐ­γώ ὅ­μως, ἀ­φοῦ πῆ­γα στό μέ­ρος, ὅ­που κοι­μό­μουν, δι­ά­βα­ζα μό­νος μου τόν πα­ρα­κλη­τι­κό Κα­νό­να τῆς Πα­να­γί­ας καί ἐ­πι­κα­λού­με­νος τούς Ἁ­γί­ους ἕ­ναν πρός ἕ­ναν, θυ­μή­θη­κα τά ἄ­πει­ρα θαύ­μα­τα τοῦ Ὁ­σί­ου Θε­ο­δο­σί­ου καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σα μέ θερ­μή πί­στι καί συν­τε­τριμ­μέ­νη καρ­διά, νά προ­φθά­ση σέ βο­ή­θειά μας καί νά δεί­ξη καί σέ ἐ­μᾶς τό θαῦ­μα του. Καί, πα­ρα­κα­λῶν­τας ἔ­τσι τόν Ὅ­σιο ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα καί εἶ­δα στό ὅ­ρα­μά μου, ὅ­τι βρέ­θη­κα μέ­σα σέ ἕ­ναν Να­ό ὡ­ραι­ό­τα­το μα­ζί μέ πολ­λούς ἄλ­λους ἱ­ε­ρεῖς καί κά­να­με δέ­η­σι στόν Θε­ό μέ εὐ­λά­βεια καί κα­τά­νυ­ξι. Καί ἐ­κεῖ εἶ­δα ἕ­να παι­δί μα­ζί μέ τήν μη­τέ­ρα του, πού που­λοῦ­σαν λά­δι γιά τά καν­τή­λια τοῦ Να­οῦ καί ἀ­φοῦ μέ πλη­σί­α­σε τό παι­δί, μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να δο­χεῖ­ο μέ λά­δι καί μοῦ εἶ­πε· «Βά­λε τό λά­δι αὐ­τό στό καν­τῆ­λι τοῦ Ὁ­σί­ου Θε­ο­δο­σί­ου καί ἡ πρε­σβεί­α του θά βο­η­θή­ση καί ἐ­σέ­να καί τούς συν­τρό­φους σου καί μέ­σῳ αὐ­τῆς θά στα­μα­τή­ση ἡ φουρ­τού­να τῆς θά­λασ­σας». Καί ἐ­γώ ξυ­πνῶν­τας ξαφ­νι­κά, εἶ­δα, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ὅ­τι ἡ με­γά­λη ἐ­κεί­νη φουρ­τού­να τῆς θά­λασ­σας με­τα­τρά­πη­κε ἀ­μέ­σως σέ ἀ­πό­λυ­τη γα­λή­νη. Καί, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό, εὐ­χα­ρι­στοῦ­σα τόν Ἅ­γιο, πού μᾶς λύ­τρω­σε πα­ρα­δό­ξως ἀ­πό τόν θα­να­τη­φό­ρο ἐ­κεῖ­νο κίν­δυ­νο.

Καί ἄλ­λο­τε πά­λι ἡ ὀ­ξύ­τα­τη ἀν­τί­λη­ψι τοῦ Ἁ­γί­ου λύ­τρω­σε ἀ­νέλ­πι­στα τόν πρω­τό­το­κο υἱ­ό μου τόν Σταυ­ρά­κιο ἀ­πό ἄ­δι­κο θά­να­το.

Αὐ­τά καί ἄλ­λα ἀ­να­ρίθ­μη­τα, πα­ρά­δο­ξα θαύ­μα­τα ἐ­νερ­γοῦ­σε καί ἐνερ­γεῖ μέ τήν θεί­α χά­ρι ὁ θαυ­μα­στός αὐ­τός καί μέ­γας Θε­ο­δό­σιος, γιά τά ὁ­ποῖ­α ἐ­πω­νο­μά­σθη­κε ἐ­πά­ξια ἀ­πό ὅ­λους τούς πι­στούς ἰ­α­μα­τι­κός καί θαυ­μα­τουρ­γός, πρός δό­ξα τοῦ Πα­τρός, τοῦ Υἱ­οῦ, καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τοῦ ἑ­νός, ἀ­νά­με­σα σέ ὅ­λους, Θε­οῦ. Στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα, καί τό κρά­τος στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης