Αὐτός ὁ τρισευλογημένος πατέρας μας Θεοδόσιος, εἶχε γιά πατρίδα τήν περίφημη Ἀθήνα. Καί καθώς γεννήθηκε τό ἔτος 862 μετά Χριστόν ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς καί θεοσεβεῖς, ἀνατράφηκε ἀπό αὐτούς μέ παιδεία καί διδασκαλία Κυρίου καί δόθηκε σέ σχολεῖο, γιά νά μάθη τά ἱερά γράμματα, τά ὁποῖα τά ἔμαθε μέσα σέ λίγον καιρό, ἐπειδή ἔτυχε νά διαθέτη δεξιά φύσι. Εἶχε ἐπίσης ὁ εὐλογημένος καί πολλή εὐλάβεια πρός τά θεῖα, καί συνέτρεχε στίς ἱερές ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, καί ἀκούγοντας τούς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων, θαύμαζε τήν προθυμία καί τήν γενναιοψυχία πού εἶχαν καί, ὅπου εὕρισκε τούς βίους τῶν Ὁσίων, τούς διάβαζε μέ μεγάλη προσοχή καί ποθοῦσε πολύ νά τούς μιμηθῆ στούς ἀγῶνες τους καί νά κατορθώση καί αὐτός τίς ἀρετές, πού κατώρθωσαν ἐκεῖνοι. Ὅπως καί ἔγινε. Διότι. ἀφοῦ πέρασε λίγος καιρός, οἱ γονεῖς του πλήρωσαν τό κοινό χρέος καί βρίσκοντας εὐκαιρία ὁ Μακάριος Θεοδόσιος, γιά νά ἐκπληρώση τόν πόθο του, χωρίς ἀναβολή καιροῦ, διαμοίρασε στούς φτωχούς ὅλα του τά ὑπάρχοντα καί ἀφοῦ ἀρνήθηκε τόν Κόσμο καί τά ἐγκόσμια, ἀναχώρησε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε σέ ἕναν ἐνάρετο πνευματικό γέροντα καί, ἀφοῦ δοκιμάσθηκε ἀπό αὐτόν, ἔλαβε τό ἀγγελικό σχῆμα τῶν Μοναχῶν καί δόθηκε ὁλοκληρωτικά στούς ἀσκητικούς ἀγῶνες καί τόσο πολύ πρόκοψε στήν σύμφωνη πρός τόν Χριστό πολιτεία, ὥστε σέ λίγον καιρό ἄναψε ὁ θεῖος πόθος στήν καρδιά του καί πόθησε νά ἡσυχάση ὡς μοναχός, γιά νά συνομιλῆ μόνος μόνο μέ τόν Θεό, μέσῳ τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Γι’ αὐτό καί, περιφερόμενος ἀπό τόπο σέ τόπο καί ἀναζητῶντας ἕναν τόπο ἥσυχο, κατέληξε στόν Μοριά. Καί στά ὅρια τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ἄργους βρῆκε ἕναν ἐρημικό καί κατάλληλο γιά ἡσυχία τόπο καί ἔμεινε ἐκεῖ. Καί ἀμέσως ὁ καλός ἐκεῖνος ἐργάτης, πρόσθεσε κόπους ἐπάνω στούς κόπους καί ἀγῶνες ἐπάνω στούς ἀγῶνες, πολιτευόμενος ζωή ἄυλη σχεδόν καί ἀσώματη. Διότι μεταχειριζόταν τήν περιεκτική ἐγκράτεια, τήν ἐκτεταμένη νηστεία, τίς ὁλονύχτιες ἀγρυπνίες, γονυκλισίες, τόν ὕπνο κατάχαμα, τίς ἀσταμάτητες προσευχές, στίς ὁποῖες στεκόταν σάν στῦλος ἀκλόνητος, τό πένθος τό παντοτινό, τήν ὑπεράνθρωπη ἔλλειψι ὑλικῶν ἀγαθῶν, τήν ταπείνωσι, πού ἐξυψώνει, τήν πραότητα, τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, τήν πίστι τήν ἀκλόνητη, τήν κραταιά ἐλπίδα, τήν κορωνίδα τῶν ἀρετῶν τήν ἀγάπη καί, μέ λίγα λόγια, ὅλες τίς ἀρετές. Καί ἦταν ξένος πρός τόν Κόσμο αὐτό καί πρός τά ἐγκόσμια καί κυριολεκτικά οὐράνιος ἄνθρωπος καί ἐπίγειος Ἄγγελος.
Γι’ αὐτό καί ἀξιώθηκε νά δῆ καί θεία ὀπτασία καί μία νύχτα ἐμφανίστηκε σ’ αὐτόν ὁ θεῖος Πρόδρομος καί, ἀφοῦ τόν ἀσπάσθηκε, τόν παραθάρρυνε στούς πνευματικούς ἀγῶνες καί τοῦ εἶπε νά κτίση μία Ἐκκλησία στό ὄνομά του, ὑποσχόμενος σ’ αὐτόν, ὅτι θά εἶναι βοηθός του καί παντοτινός συνοδοιπόρος σέ ὅλη του τήν ζωή. Τότε ὁ Ὅσιος αἰσθανόμενος τόν ἑαυτό του ὁλόκληρο γεμᾶτο ἀπό πνευματική ἀγαλλίασι, δόξασε μέ ὅλη του τήν ψυχή τόν Θεό καί εὐχαρίστησε τόν τίμιο Πρόδρομο καί ἔλαβε μεγάλο θάρρος στόν προκείμενό του ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως. Ἄρχισε λοιπόν καί τό ἔργο καί μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἔκτισε ἱερό, μικρό μοναστήρι στό ὄνομα τοῦ τιμίου Προδρόμου, τό ὁποῖο σώζεται ἕως καί σήμερα, μέ τήν θεία χάρι, σ’ ἐκεῖνον τόν τόπο, ἀποπνέοντας πνευματική εὐωδία καί γινόμενο αἰτία κατανύξεως γιά ἐκείνους, πού πηγαίνουν σ’ αὐτό μέ πίστι.
Καί καθώς σύστησε τό ἀσκητικό γυμνάσιο, ἔκαμνε τόν πόλεμο ὄχι ἐνάντια πρός τό αἷμα καί τήν σάρκα, δηλαδή ἐνάντια πρός τούς ὁμοιοπαθεῖς ἀνθρώπους, ἀλλά ἐνάντια πρός τίς ἀρχές, πρός τίς ἐξουσίες, πρός τούς Κοσμοκράτορες τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος αὐτοῦ, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος, ἐνάντια πρός τούς πονηρούς, δηλαδή, δαίμονες. Γι’ αὐτό μολονότι καί ἐγώ δέν ἐκτείνω τόν λόγο γιά συντομία, ὅμως εἶναι εὔκολο γιά κάθε ἕναν νά καταλάβη τί εἴδους ἀγῶνες καί πολέμους εἶχε ὁ γενναιόφρων Θεοδόσιος μέ τέτοιους φοβερούς καί πολυμήχανους ἐχθρούς, καί μέ πόση ταλαιπωρία καί σκληραγωγία βασάνιζε τόν ἑαυτό του σέ ὅλη του τήν ζωή, γιά νά ὑποτάξη τό χειρότερο στό καλύτερο, δηλαδή τό σῶμα στήν ψυχή, καί νά ὑποδουλώση τήν σάρκα στό πνεῦμα. Καί πραγματικά δέν ἀπέτυχε στόν σκοπό του, ἀλλά μέ τήν θεία χάρι καί τούς δαίμονες νίκησε καί τό σῶμα ὑπέταξε. Καί ἀφοῦ ἔγινε ὁλόκληρος πνευματικός, ὁλόκληρος ἔνθεος, ἀξιώθηκε νά λάβη πλουσιοπάροχα ἀπό τόν μεγαλόδωρο Θεό καί ἀρραβῶνα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, τήν χάρι τῶν θαυμάτων καί ἰαμάτων, ἀπό τά ὁποῖα ἔλαβε καί τήν ἐπωνυμία καί ὠνομαζόταν θαυματουργός καί ἰαματικός. Διότι ἡ ἐνάρετη πολιτεία του ἔγινε γνωστή σέ ὅλα τά μέρη καί ἡ φήμη τῶν θαυμάτων του διαδόθηκε παντοῦ, ἐπειδή καί ὁ Θεός θέλησε νά φανερώση σέ ὅλους τόν δοῦλο του καί νά τόν δοξάση, ὅπως λέει ὁ ἴδιος· «Ζῶ ἐγώ, γιά νά δοξάσω αὐτούς πού μέ δοξάζουν». Καί ὅσο ὁ Ἅγιος ἀπέφευγε τόν Κόσμο καί τήν δόξα του, τόσο περισσότερο ὁ Θεός τόν ἀνέδειχνε θαυμαστό καί σεβάσμιο. Διότι ἀπό ὅλα τά μέρη πρόστρεχαν σ’ αὐτόν ἐκεῖνοι, πού βασανίζονταν ἀπό διάφορες ἀσθένειες καί λάμβαναν πολύ γρήγορα τήν θεραπεία. Καί ἄλλοι μέν ἀπό ἐκείνους, πού θεραπεύονταν, ἀφοῦ ἄκουγαν ἀπό τόν Ὅσιο καί πνευματική συμβουλή, ἡ ὁποία γιατρεύει τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς, δηλαδή τίς ἁμαρτίες, (ἀπό τίς ὁποῖες συμβαίνουν τίς περισσότερες φορές καί οἱ ἀσθένειες τοῦ σώματος), φρόντιζαν γιά νά θεραπεύσουν καί τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς τους, λαμβάνοντας διπλῆ τήν θεραπεία καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί εὐχαριστοῦσαν θερμά τόν Θεό. Καί, ἀφοῦ ἐπέστρεφαν στά σπίτια τους, κήρυτταν λαμπρά τήν θεία χάρι καί τήν παρρησία, πού εἶχε ὁ Ἅγιος πρός τόν Θεό. Ἄλλοι πάλι ἀπό ἐκείνους, παρακινούμενοι ἀπό τίς συμβουλές τοῦ Ἁγίου, μαζί μέ τήν σωματική ἀσθένεια, ἀπέβαλαν καί τήν ἡδυπάθεια τῆς σάρκας καί ἀρνούμενοι τόν Κόσμο καί τά ἐγκόσμια, γίνονταν Μοναχοί καί, μεταχειριζόμενοι τήν πολιτεία τοῦ Ὁσίου ὡς πρότυπο, βάδιζαν πρόθυμα τήν στενή καί θλιμμένη ὁδό, ὑπακούοντας στίς ψυχωφελεῖς του συμβουλές καί μιμούμενοι τίς ἔνθεές του ἀρετές. Καί μέ αὐτόν τόν τρόπο, μέσῳ τῆς καθοδήγησης τοῦ Ἁγίου συστήθηκε ἐκεῖ, μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ, μάντρα λογικῶν προβάτων.
Ἀλλά ὁ ἀρχέκακος καί φθονερός διάβολος, ὁ ἐχθρός τῆς σωτηρίας μας, δέν ἄντεχε νά τά βλέπη αὐτά καί μεταχειριζόμενος ὡς ὄργανα τῆς κακίας του μερικούς ὑποκριτές, πού φαίνονταν ὡς πρός τήν μορφή, πώς εἶναι εὐλαβεῖς καί καλόγνωμοι, στήν πραγματικότητα ὅμως ἦταν φθονεροί καί κακότροποι, τούς κατάπεισε καί πῆγαν στόν τότε ἀρχιερέα τοῦ Ἄργους (ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ ἁγιώτατος Πέτρος ὁ σημειοφόρος, αὐτός πού ἑορτάζεται τήν τρίτη ἡμέρα τοῦ Μαΐου), καί συκοφάντησαν τόν ὅσιο Θεοδόσιο, πώς εἶναι μάγος καί λαοπλάνος καί μέ τίς μαγεῖες του ἐξαπατᾶ τούς ἀνθρώπους καί τοῦ φέρονται μέ εὐλάβεια καί γίνεται γιά πολλούς αἰτία ἀπωλείας. Καί μόλις τά ἄκουσε ὁ ἀρχιερεύς αὐτά καί ἄλλα παρόμοια ἐναντίον τοῦ Ὁσίου καί ἐπειδή παρασύρθηκε ἀπό τά ἀπατηλά λόγια ἐκείνων τῶν φθονερῶν, ἀποφάσισε νά τόν διώξη ἀπό τήν ἐπαρχία του. Ἀλλά τήν ἴδια περίοδο ἔλαβε Πατριαρχικά γράμματα ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι, πού τόν προσκαλοῦσαν νά πάη τό γρηγορότερο ἐκεῖ, γιατί ἔπρεπε νά κάνουν σύνοδο, γιά μία ἀναγκαία Ἐκκλησιαστική ὑπόθεσι καί ἔτσι ἐμποδίστηκε τότε ἡ ἐξορία τοῦ Ὁσίου ἀπό θεία οἰκονομία. Ἐπειδή καί ὁ θεῖος Πέτρος ξεκίνησε ἀμέσως γιά τήν Κωνσταντινούπολι. Εἶχε ὅμως ἀποφασίσει, ἀμέσως μόλις ἐπιστρέψει στήν ἐπαρχία του, νά ἐξορίση τόν Ὅσιο. Ἀλλά ὁ Θεός, ὅπως τότε τόν ἐμπόδισε μέσῳ τῶν Πατριαρχικῶν γραμμάτων, μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὕστερα, μέσῳ θείας ὀπτασίας, ὄχι μόνο ἐμπόδισε τόν θεῖο Πέτρο νά ἐξορίση τόν Ὅσιο, ἀλλά καί οἰκονόμησε νά φανερωθῆ καλύτερα ἡ ἀρετή τοῦ δούλου του Θεοδοσίου καί ἡ πρός αὐτόν παρρησία του καί νά δοξασθῆ περισσότερο.
Διότι, ἀφοῦ πῆγε ὁ Μακάριος Πέτρος στήν Κωνσταντινούπολι καί διευθέτησε μαζί μέ τόν Πατριάρχη καί τήν ἱερά Σύνοδο τήν Ἐκκλησιαστική ἐκείνη ὑπόθεσι, τήν ὥρα πού ἑτοιμαζόταν, γιά νά ἐπιστρέψη στήν ἐπαρχία του, ἐμφανίσθηκε στό ὅραμά του ὁ ὅσιος Θεοδόσιος καί τοῦ εἶπε· « Γιατί Δέσποτα, κινήθηκες ἄδικα ἐναντίον μου καί θέλεις νά μέ ἐξορίσης ἀπό τήν ἐπαρχία σου, χωρίς νά ἔχω κάνει κανένα κακό, οὔτε στήν ἀρχιερωσύνη σου, οὔτε σέ κανέναν ἄλλο; Γνώριζε ὅμως, ὅτι, ἐάν μέ ἐξορίσης ἀπό τήν ἐπαρχία σου, δέν θά κάνης κανένα κακό σ’ ἐμένα, ἀλλά ἡ ἀρχιερωσύνη σου θά διαπράξη ἔγκλημα ἁμαρτίας καί στούς αἴτιους αὐτῆς τῆς ἐπιβουλῆς, θά προξενήσης ἀπώλεια καί σ’ ἐκείνους πού σῴζονται, μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, θά προξενήσης μεγάλο κακό. Γι’ αὐτό σταμάτησε αὐτό τό παράνομο ἐπιχείρημα. Διότι οἱ φοβεροί ἐκεῖνοι συκοφάντες, παρακινούμενοι ἀπό φθόνο, διατύπωσαν ἐναντίον μου τήν ψεύτικη ἐκείνη κατηγορία. Ἐσύ ὅμως μήν κινηθῆς ἔτσι ἄδικα ἐναντίον μου. Διότι καί ἐγώ εἶμαι δοῦλος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί αὐτόν μόνο λατρεύω καί σ’ αὐτόν ἔχω ἀπό παιδί ὅλη τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου. Καί ἐάν μέν παραιτηθῆς στό ἑξῆς ἀπό αὐτή τήν ἄτοπη ὁρμή, ἔχει καλῶς. Διαφορετικά, ἐάν δέν σταματήσης, ὁ Κύριός μου θά σέ ἐκδικηθῆ». Τότε ὁ ἀρχιερέας μόλις τά ἄκουσε αὐτά, τόν ρώτησε· «Ποιός εἶσαι ἐσύ πού συμπεριφέρεσαι μέ τέτοιο τρόπο σ’ ἐμένα;». Καί ἐκεῖνος τοῦ εἶπε· «Ἐγώ εἶμαι ὁ δοῦλος τοῦ Χριστοῦ Θεοδόσιος, πού κατοικῶ στά σύνορα τῆς ἐπαρχίας σου». Καί ἀφοῦ ξύπνησε ὁ Μακάριος Πέτρος ἔντρομος καί σκεφτόταν ἐκεῖνα, πού εἶδε στό ὅραμά του, μετανόησε γιά τήν ἀπόφασι πού πῆρε, νά ἐξορίση τόν Ὅσιο. Καί τήν ὥρα πού τά διαλογιζόταν αὐτά, ἦλθε σ’ αὐτόν ἕνας ὑπηρέτης τοῦ Πατριάρχη καί τόν προσκαλοῦσε νά πάη σ’ αὐτόν. Διότι τήν ἴδια ὥρα, πού ἔβλεπε αὐτά ὁ θεῖος Πέτρος στό ὅραμά του, ἐμφανίσθηκε ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καί στό ὅραμα τοῦ Πατριάρχη καί τοῦ φανέρωσε ὅλη τήν ὑπόθεσι, λέγοντάς του, νά τοῦ παραγγείλη νά μήν κινῆται ἔτσι ἄδικα ἐναντίον του, γιά νά μήν ἐξοργίση τόν Θεό καί γίνη αἰτία κακοῦ γιά πολλούς Χριστιανούς. Καί ὅταν τόν ρώτησε ὁ Πατριάρχης, ποιός εἶναι; Τοῦ εἶπε, ὅτι εἶναι ὁ δοῦλος τοῦ Χριστοῦ Θεοδόσιος, πού βρίσκεται στά σύνορα τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ἄργους. Καί μόλις ξύπνησε ὁ Πατριάρχης, προσκάλεσε ἀμέσως τόν Πέτρο. Αὐτός, πῆγε στόν Πατριάρχη καί ἐκεῖνος τόν ρώτησε, ἐάν ὑπάρχη στήν ἐπαρχία του κάποιος, πού ὀνομάζεται Θεοδόσιος καί ἐάν ἔδειξε σ’ αὐτόν κανένα λυπηρό, ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε· «Ναί, ἁγιώτατε Δέσποτα, στήν ἐπαρχία μου εἶναι ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Θεοδόσιος»· καί στήν συνέχεια τοῦ διηγήθηκε λεπτομερῶς ὅλη τήν ὑπόθεσι, λέγοντάς του ἀκόμη καί ἐκεῖνα, πού εἶδε πρίν ἀπό λίγο στό ὅραμά του. Τότε καί ὁ Πατριάρχης φανέρωσε στόν Πέτρο ἐκεῖνα, πού εἶδε καί ἐκεῖνος στό ὅραμά του. Καί ἔτσι πληροφορήθηκαν καί οἱ δύο, ὅτι εἶναι Ἅγιος ὁ Θεοδόσιος καί ὅτι ἔχει μεγάλη παρρησία πρός τόν Θεό καί δόξασαν τόν Θεό, αὐτόν πού ἐπάξια δοξάζει αὐτούς πού τόν δοξάζουν. Ἔπειτα παράγγειλε ὁ Πατριάρχης στόν θεῖο Πέτρο, ὅτι ὅποτε πάει στήν ἐπαρχία του, νά προσφέρη ἐκ μέρους του εὐλαβῶς μετάνοια στόν Ἅγιο. Καί νά τοῦ ζητήση νά πρεσβεύη γιά χάρι του πρός τόν Κύριο. Καί πάλι τήν ἡμέρα, πού θά ἀναχωροῦσε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι ὁ Μακάριος Πέτρος, τοῦ παράγγειλε γιά δεύτερη φορά ὁ Πατριάρχης τά ἴδια.
Ἔτσι, ἀφοῦ πῆγε ὁ θεῖος Πέτρος στόν Μοριά, δέν θέλησε νά πάη σέ ἄλλο μέρος, προτοῦ νά πάη στόν Ὅσιο Θεοδόσιο, καί γιά νά ἐκπληρώση τήν παραγγελία τοῦ Πατριάρχη καί γιά νά ζητήση συγχώρησι ἀπό τόν Ἅγιο, γιά τήν ἐξορία στήν ὁποία σκόπευε νά τόν στείλη μέ ἀπάτη. Ὁ Ἅγιος πρόεβλεψε τόν ἐρχομό τοῦ ἀρχιερέα (διότι ἀξιώθηκε νά λάβη ἀπό τόν Θεό ἐπιπλέον καί προορατικό χάρισμα). Καί ἀφοῦ ἔβαλε ἀναμμένα κάρβουνα στήν κουκούλα του καί ἀφοῦ πῆρε θυμίαμα στό χέρι του, πῆγε νά προϋπαντήση τόν ἀρχιερέα καί, πλησιάζοντας σ’ αὐτόν, ἔβαλε τό θυμίαμα ἐπάνω στά κάρβουνα καί βγῆκε εὐωδία ἀνείπωτη καί ἡ κουκούλα, ὤ τοῦ θαύματος!, δέν κάηκε καθόλου, ἀλλά μέ αὐτή θύμιαζε τόν ἀρχιερέα. Αὐτός μόλις εἶδε τό παράδοξο τοῦ θαύματος καί θαύμασε, κατάλαβε, ὅτι εἶναι ὁ Ὅσιος καί, ἀφοῦ κατέβηκε ἀμέσως ἀπό τό ἄλογο, ἔτρεξε νά ἀσπασθῆ τόν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος ἀφήνοντας τήν κουκούλα ἀπό τό χέρι του, πρόσπεσε στόν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ καί τόν ὑποδέχθηκε μέ εὐλάβεια. Τότε ὁ θεῖος Πέτρος δοξάζοντας τόν Θεό, ζητοῦσε συγχώρησι ἀπό τόν Ὅσιο γιά ὅσα προηγήθηκαν καί προσφέροντας ἐκ μέρους τοῦ Πατριάρχη μετάνοια σ’ αὐτόν, τοῦ ἀνάγγειλε ἐκεῖνα, πού τοῦ παράγγειλε ὁ Πατριάρχης. Ὁ δέ Ὅσιος ἀνταποκρινόμενος σ’ αὐτόν μέ μεγάλη ταπεινοφροσύνη καί μέ τά λόγια, καί μέ τήν μορφή του, καί μέ τήν στάσι του, ἄναψε περισσότερο τήν σύμφωνη πρός τόν Θεό ἀγάπη τοῦ ἀρχιερέα πρός αὐτόν. Γι’ αὐτό καί χωρίς ἀναβολή καιροῦ τόν χειροτόνησε κατά τήν τάξι διάκονο καί ἔπειτα ἱερέα, παρ’ ὅλο πού ὁ Ὅσιος, ἐξ αἰτίας τῆς ἄκρας του ταπεινοφροσύνης, παραιτεῖτο μέ εὐλάβεια ἀπό τήν χειροτονία. Καί ἀπό τότε καί στό ἑξῆς ὁ σοφός ἐκεῖνος ἀρχιερέας εἶχε τόν Ὅσιο ὡς κανόνα καί τύπο ἀρετῆς καί γιά τόν ἑαυτό του καί γιά τούς ἀκολούθους του, ἐπειδή κατάλαβε πραγματικά, πόσο εἶναι πιστότερα τά μάτια ἀπό τήν ἀκοή.
Καί φυσικά καί ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου διαδόθηκε περισσότερο στόν Κόσμο, καί ἐπειδή ἐκεῖνοι, πού θεραπεύονταν ἀπό διάφορες ἀσθένειες κήρυτταν παντοῦ τίς θεραπεῖες καί ἐπειδή ὁ θεῖος Πέτρος καί ὁ ἴδιος ἀκόμη ὁ οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐπαινοῦσαν λαμπρά τήν ἁγιότητα τοῦ Ὁσίου καί τήν πρός τόν Θεό παρρησία του, γι’ αὐτό καί δέν ὑπῆρχε κανένας ἀσθενής, πού νά μήν ἐπικαλεῖτο μέ πίστι τόν Ὅσιο σέ βοήθεια καί νά μήν λάμβανε πολύ γρήγορα τήν θεραπεία, μέ τέτοιον τρόπο ὥστε, ἔγινε ὁ Ὅσιος φανερός καί ποθητός σέ ὅλους. Γι’ αὐτό καί ἐπειδή στεκόταν σέ ὅλους ἑτοιμότατος βοηθός στίς ἀσθένειες καί στίς ἀνάγκες τους, προξενοῦσε σ’ αὐτούς καί ψυχική σωτηρία.
Ἀλλά καθώς ἔφθασε ὁ Ἅγιος σέ βαθειά γηρατειά καί ἔπρεπε καί αὐτός σάν ἄνθρωπος νά πληρώση τό κοινό χρέος καί νά ἀπολαύση τό ἀντάλλαγμα τῶν πολλῶν ἱδρώτων καί ἀγώνων του, τρεῖς ἡμέρες πρίν ἀπό τήν τελείωσί του, τοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Θεός τήν μετάστασί του. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ προσκάλεσε τούς μαθητές του, τούς ἔδωσε πολλές συμβουλές σχετικά μέ τήν σύμφωνη πρός τόν Θεό πολιτεία καί, ἀφοῦ τούς φανέρωσε τόν θάνατό του, τούς παρηγόρησε πολύ γιά τόν ἀποχωρισμό του, τάζοντάς τους, ὅτι θά εἶναι πάντοτε ἑνωμένος πνευματικά μαζί τους. Ἐκεῖνοι βέβαια ἔκλαιγαν καί ὠδύρονταν πολύ γιά τήν στέρησι τῆς ἀγγελικῆς του συνομιλίας. Ἀλλά ἐπειδή εἶχε φθάσει ἡ τρίτη ἡμέρα, ἀφοῦ τούς ἀσπάστηκε καί εὐχαριστῶντας καί δοξάζοντας τόν Θεό, ὕψωσε τέλος πάντων, τά χέρια του στόν Θεό καί λέγοντας τό, «Κύριε στά χέρια σου παραδίδω τό πνεῦμα μου», παρέδωσε τήν μακαρία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ, στίς ἑπτά τοῦ Αὐγούστου.
Καί μόλις πληροφορήθηκε ὁ θεῖος Πέτρος τόν θάνατό του, συνέτρεξε μαζί μέ ὅλους τούς κληρικούς καί μεγάλο πλῆθος λαοῦ καί, ἀφοῦ ἑτοίμασαν ὅλα τά ἀπαραίτητα γιά τήν ταφή, ἔθαψαν μέ εὐλάβεια τό τρισάγιό του λείψανο, λίγο μπροστά ἀπό τόν ναό τοῦ τιμίου Προδρόμου· καί ὅσοι ἀσθενεῖς πρόστρεχαν μέ εὐλάβεια στόν τάφο τοῦ Ἁγίου καί τόν ἐπικαλοῦνταν μέ πίστι σέ βοήθεια, προσπέφτοντας ἐπάνω στόν τάφο του, σηκώνονταν ἀπό ἐκεῖ ὑγιεῖς, δοξάζοντας τόν Θεό καί εὐχαριστῶντας τόν Ἅγιο. Γι’ αὐτό καί ἔκτισαν ἐκεῖ θεῖο Ναό στό ὄνομά του. Καί ἀπό τότε ἕως καί σήμερα ὁ Ναός εἶναι παντοτινός ποταμός θαυμάτων καί ἰαμάτων, ἀπό τά ὁποῖα θέλω νά διηγηθῶ λίγα πρός πνευματική εὐφροσύνη τῶν φιλαρέτων.
Ἀφοῦ πέρασε ἀρκετός καιρός, καί οἱ Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ἡσύχαζαν ἐκεῖ σιγά - σιγά λιγόστευαν, καθώς οἱ μαθητές τοῦ Ὁσίου ἔφυγαν πρός τόν Κύριο καί δέν πήγαιναν νά κατοικήσουν ἄλλοι ἐκεῖ, ἐπειδή δέν ὑπῆρχαν σ’ ἐκεῖνον τόν τόπο τά ἀναγκαῖα γιά τό σῶμα, ἔμεινε ἐκεῖνος ὁ τόπος ἔρημος ἀπό Μοναχούς. Ὅμως οἱ Χριστιανοί, πού κατοικοῦσαν ἐκεῖ κοντά, καί κυρίως οἱ Ἀναπλιῶτες, καθώς εἶχαν μεγάλο πόθο γιά τόν Ἅγιο, δέν παρέλειπαν νά προστρέχουν ἐκεῖ κάθε ἡμέρα, γιά νά δοξάζουν τόν Κύριο καί τόν Ὅσιό του μέ ὕμνους καί ψαλμούς καί πνευματικές ᾠδές καί νά ἐπιτελοῦν τήν θεία ἱερουργία.
Ἔτσι καί μία φορά εὐλαβεῖς Χριστιανοί ἀπό τό Ἀνάπλι, ἀφοῦ πῆραν ἕναν ἱερέα καί ὅλα τά ἀναγκαῖα, ξεκίνησαν πολύ πρωί, γιά νά πᾶνε στόν Ναό τοῦ Ἁγίου καί, ἀφοῦ μπῆκαν στόν Ναό, εἶδαν ἕναν ἱεροπρεπῆ ἡλικιωμένο πού ἔστεκε στήν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας καί κρατοῦσε ἕνα ραβδί στά χέρια του καί νόμισαν, ὅτι διάβαζε τήν ἀκολουθία τῶν ὡρῶν καί ἤθελε νά ἱερουργήση καί λυπήθηκαν, διότι πρόλαβε αὐτός νά ἱερουργήση καί ἐκεῖνοι δέν πέτυχαν τόν σκοπό τους. Καί ἀφοῦ πῆγαν ἐκεῖ, δέν βρῆκαν κανέναν καί σκέφθηκαν, ὅτι ἦταν θεία ὀπτασία, διότι ὁ Ναός ἦταν γεμᾶτος ἀπό ἀνείπωτη εὐωδία. Γι’ αὐτό χάρηκαν πολύ εὐχαριστῶντας τόν Θεό καί τόν Ἅγιο. Ἀλλά, ὥσπου νά ἑτοιμασθῆ ὁ ἱερέας, ἔφθασαν ἄλλοι Χριστιανοί περισσότεροι ἀπό τούς πρώτους, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νά ἱερουργήση ὁ δικός τους ἱερέας. Αὐτοί ὅμως πού εἶχαν ἔλθει πρῶτοι, παρακινούμενοι ἀπό τόν ζῆλο τοῦ Ἁγίου καί κυρίως φλεγόμενοι ἀπό τήν ὀπτασία πού εἶδαν, ἐναντιώθηκαν σ’ αὐτούς, θέλοντας νά ἱερουργήση ὁ δικός τους ἱερέας. Καί καθώς διαφωνοῦσαν γιά πολλή ὥρα ἡ μία πλευρά μέ τήν ἄλλη, ἔξω στό προαύλιο τοῦ ναοῦ, δύο νέοι ὁ ἕνας ἀπό τήν μία συνοδεία καί ὁ ἄλλος ἀπό τήν ἄλλη, ἐνῷ φιλονικοῦσαν ἐντονότερα, ἔβγαλαν τά σπαθιά τους καί κατεβάζοντάς τα μέ μεγάλη ὁρμή, γιά νά σκοτώση ὁ ἕνας τόν ἄλλο, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τήν χάρι τοῦ Ὁσίου, πέταξε ἕνα περιστέρι στό μέσο τῶν δύο σπαθιῶν, σάν νά τό ἔρριξε κάποιος ἐπίτηδες, καί δέχθηκε τήν πληγή τῶν σπαθιῶν καί ἔπεσε σέ δύο κομμάτια ἀνάμεσα στούς δύο νέους, χωρίς νά πάθουν κανένα κακό οἱ νέοι. Αὐτοί βλέποντας τό θαῦμα καί συλλογιζόμενοι τήν ἐπίσκεψι, πού τούς ἔκανε ὁ Ἅγιος, ἔρριξαν τά σπαθιά καταγῆς καί, ἀφοῦ ἀγκάλιασαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἀσπάσθηκαν ἀναμεταξύ τους, δοξάζοντας τόν Ἅγιο πού τούς λύτρωσε παραδόξως ἀπό αὐτόν τόν κίνδυνο. Τό ἴδιο καί οἱ ὑπόλοιποι ἀπό τίς δύο πλευρές ἱερεῖς καί λαϊκοί γεμᾶτοι κατάνυξι καί μέ θερμά δάκρυα εὐχαριστῶντας τόν Θεό, συμφώνησαν καί μέ κοινή ἀπόφασι, ὁ μέν ἕνας ἱερέας λειτούργησε στόν Ναό τοῦ Ὁσίου, ἐνῷ ὁ ἄλλος στόν Ναό τοῦ Τιμίου Προδόμου. Καί ἔτσι μέ ὁμόνοια καί ἀγάπη καί κοινή πρός τόν Θεό εὐχαριστία ἐπέστρεψαν στά σπίτια τους. Καί ἐπιπλέον τό παράδοξο αὐτό θαῦμα, ἔγινε γιά τούς μετέπειτα τύπος καί, ἐάν πήγαιναν στό ἑξῆς δύο συνοδεῖες μέ δύο ἱερεῖς, δέν φιλονικοῦσαν πλέον μεταξύ τους, ἀλλά ὁ ἕνας ἱερέας ἱερουργοῦσε στόν ἕναν Ναό καί ὁ ἄλλος στόν ἄλλον μέ ἀγάπη καί ὁμόνοια.
Ἕνας εὐγενής ἀπό τό Ἀνάπλι, πού ὠνομαζόταν Νικόλαος, μία ἡμέρα τό μεσημέρι, ἐνῷ στεκόταν στό μέσο του σπιτιοῦ του, ξαφνικά ἔγινε ὁ μισός παράλυτος καί τό μισό μέρος τοῦ κεφαλιοῦ του μαζί μέ τό ἕνα μάτι καί τό ἕνα αὐτί μέ τόν ἕναν ὦμο καί τό χέρι του καί μέ τό ἕνα πλευρό καί τό πόδι του ἔμειναν ἐντελῶς ἀναίσθητα καί παράλυτα καί ἔγινε θέαμα ἐλεεινό. Γι’ αὐτό ἡ γυναίκα του, ὁ ἀδελφός του καί οἱ ἄλλοι συγγενεῖς του συλλυπούμενοι καί συμπονῶντας τον, προσκάλεσαν τούς πιό ἐξαίρετους γιατρούς καί ζητοῦσαν βοήθεια. Ὅμως ὅσα καί ἄν ἔκαμαν οἱ γιατροί, δέν μπόρεσαν νά τοῦ κάνουν καμία θεραπεία. Τέλος πάντων, ἀφοῦ συζήτησαν μαζί μέ εὐλαβεῖς καί ἐνάρετους ἄνδρες, ἀποφάσισαν νά προστρέξουν στόν ἰαματικό Θεοδόσιο. Καί, ἀφοῦ ἑτοίμασαν ἕνα κρεββάτι, ἔβαλαν ἐπάνω τόν ἀσθενῆ καί πηγαίνοντάς τον βασταζόμενο, τόν ἀπέθεσαν στόν Ναό τοῦ Ὁσίου καί ἀφοῦ τέλεσαν ὁλονύχτια προσευχή καί δοξολογία καί τό πρωί τήν θεία Ἱερουργία, ἐπικαλέσθηκαν μέ πίστι τόν Ἅγιο σέ βοήθεια. Καί μετά τό δειλινό, ἀφοῦ τόν σήκωσαν μέ τό κρεββάτι, τόν μετέφεραν μέχρι κοντά στό κάστρο τοῦ Ἀναπλιοῦ καί τόν ἄφησαν ἐκεῖ, γιά νά ξεκουραστοῦν λίγο. Ἔπειτα, ὅταν θέλησαν νά τόν σηκώσουν πάλι, ἀμέσως σηκώθηκε ἐκεῖνος μόνος του ἀπό τό κρεββάτι καί λέγοντας· «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, Θεοδόσιε, βοήθησέ με», καί ἀφοῦ στάθηκε στά πόδια του ὄρθιος, ὤ θαῦμα!, κατάλαβε τόν ἑαυτό του τελείως ὑγιῆ καί δέν εἶχε πλέον κανένα σημάδι ἀπό τό πάθος ἐκεῖνο καί, ἔτσι περπατῶντας μέ τά πόδια του, μπῆκε μέσα στό Ἀνάπλι δοξάζοντας τόν Θεό καί τόν Ἅγιο. Καί ἔμεινε ὑγιής μέχρι τό τέλος, κάνοντας πολλές ὁδοιπορίες καί μέσῳ ξηρᾶς καί μέσῳ θαλάσσης σέ διαφόρους τόπους καί κηρύττοντας σέ ὅλους τό παράδοξο θαῦμα, πού ἔκανε σ’ αὐτόν ὁ μέγας Θεοδόσιος (…).
Καί κάποιος ἄλλος Ἀναπλιώτης εὐσεβής καί φιλόθεος, πού ὠνομαζόταν Μιχαήλ, μία τῶν ἡμερῶν, ἐνῷ καθόταν στήν τράπεζα μαζί μέ τήν γυναῖκα του καί τά παιδιά του, ἐκεῖ ὅπου ἔτρωγαν, βλέπει τό μάτι τῆς γυναίκας του ὅλο κοκκινισμένο ἀπό μέσα καί τήν ἄνω βλεφαρίδα τοῦ ματιοῦ της πρησμένη καί τῆς λέει· «Τί ἔπαθες;». Καί ἐκείνη τοῦ ἀποκρίθηκε· «Δέν ξέρω τί μοῦ συνέβη ξαφνικά καί πονῶ ἔντονα». Καί λίγο - λίγο πρήστηκε πολύ τό σημεῖο ἐκεῖνο καί κρεμάσθηκε ἔξω ἀπό τό μάτι της, σάν μιά μεγάλη ρόγα σταφυλιοῦ κόκκινη καί ἐμπόδισε τήν ὅρασι τοῦ ματιοῦ της. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ προσκάλεσε τούς πιό ἔμπειρους γιατρούς καί ἀπελπίσθηκε ἀπό αὐτούς, πρόστρεξε στόν Ναό τοῦ Ἰαματικοῦ Θεοδοσίου καί αὐτός μαζί μέ τήν γυναῖκα του καί ἄλλους πολλούς ἱερεῖς καί λαϊκούς καί, ἀφοῦ τέλεσαν ὁλονύχτια δέησι καί τήν θεία ἱερουργία, ἐπέστρεψαν στό σπίτι τους. Καί τήν νύχτα ἐκείνη, ἀφοῦ ἔπεσαν στό κρεβάτι τους, γιά νά κοιμηθοῦν, ὁ μέν ἄνδρας της ἀπό τήν λύπη του καί ἀπό τόν κόπο τῆς ὁδοιπορίας, ἀποκοιμήθηκε ἀμέσως. Ἡ δέ γυναῖκα, ἀφοῦ στράφηκε, κοίταξε τήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου, πού ἦταν ἀντίκρυ της καί τόν ἐπικαλέσθηκε μέ ὅλη της τήν ψυχή νά τήν θεραπεύση καί ἀμέσως ὁ ταχύς σέ βοήθεια καί θαυματουργός Θεοδόσιος ἐμφανίστηκε σ’ αὐτήν σάν νά βγῆκε ἀπό τήν εἰκόνα, κρατῶντας ραβδί στό χέρι του καί πῆγε κοντά σ’ αὐτήν, καί σφουγγίζοντας μέ τήν ἄκρη τῆς κουκούλας του τό πάθος τοῦ ματιοῦ της, εἶπε· «Γυναῖκα, ἐσύ μέν μαζί μέ τόν ἄνδρα σου ἤλθατε στόν Ναό μου, παρακαλῶντας μέ πίστι νά λάβετε βοήθεια, νά, λοιπόν πού ἦλθα καί ἐγώ στό σπίτι σας, γιά νά σοῦ δώσω τήν ὑγεία». Καί, ἀφοῦ τό εἶπε αὐτό, ἔγινε ἄφαντος. Ἐκείνη τότε ἀμέσως αἰσθάνθηκε τό μάτι της ἐλεύθερο ἀπό τό πάθος καί, ἀφοῦ ἔβαλε τό χέρι της σ’ αὐτό καί τό βρῆκε τελείως γερό, φώναξε τόν ἄνδρα της. Καί ἐκεῖνος, ἀφοῦ ξύπνησε ξαφνικά καί τήν ρώτησε τί ἔπαθε, τοῦ εἶπε· «Ὁ μέγας Θεοδόσιος ἐμφανίσθηκε τώρα σ’ ἐμένα καί μέ γιάτρεψε». Καί ἀφοῦ ἀναπήδησε ἐκεῖνος ἀμέσως ἀπό τό κρεβάτι καί ἄναψε τό φῶς καί εἶδε τό θαῦμα, πού ἔκανε ὁ Ἅγιος στήν γυναῖκα του, τρέχοντας πῆγε στόν ἐφημέριο τῆς Ἐκκλησίας τους καί, διηγούμενος σ’ αὐτόν τό θαῦμα τοῦ Ἁγίου, τοῦ εἶπε νά ἀνοίξη τήν Ἐκκλησία καί, ἀφοῦ προσκάλεσε τόν πρωτοπαπᾶ μαζί μέ ἄλλους ἱερεῖς καί λαϊκούς καί ἔφερε κεριά καί λάδι καί μοσχοθυμιάματα, ἀπέδωσαν στόν Ἅγιο ὁλονύχτια τήν εὐχαριστία· καί τό πρωί, ἀφοῦ τελείωσε ἡ θεία λειτουργία, πῆρε τούς συγκεντρωμένους στό σπίτι του καί τούς φίλεψε πλουσιοπάροχα καί ἔδωσε ἀρκετή ἐλεημοσύνη καί στούς φτωχούς, κηρύττοντας σέ ὅλους τήν θαυματουργία τοῦ Ὁσίου καί δοξάζοντας τόν Θεό (…).
Θά ἤθελα νά τελειώσω τόν λόγο μου μέχρι ἐδῶ ἐξ αἰτίας τῆς ἐκτάσεως, ἀλλά τό χρέος πού ἔχω πρός τόν Ἅγιο (λέει ὁ ἱερός Μαλαξός), μέ ἀναγκάζει νά διηγηθῶ ἐπιπλέον καί τά θαύματα, πού ἔκανε ὁ θαυματουργός Θεοδόσιος σ’ ἐμένα, καί σέ ὅσους ἦταν μαζί μέ ἐμένα.
Εἶχα ἕνα παιδί, ἀγόρι, πού ὠνομαζόταν Ἀνδρόνικος, τό ὁποῖο ἀρρώστησε βαρειά ἀπό ἀσθένεια τοῦ λαιμοῦ καί τόσο πολύ πρήστηκε ὁ λάρυγγάς του, ὥστε λίγο ἔλειψε νά τοῦ κοπῆ ἡ ἀναπνοή. Καί ἐπειδή καμία θεραπεία δέν βρέθηκε γι’ αὐτό, ἡ Μητέρα του πρόστρεξε μέ θερμή πίστι στήν βοήθεια τοῦ Ἁγίου καί, ἀφοῦ πῆρε μέ εὐλάβεια τήν εἰκόνα του, τήν ὁποία εἴχαμε στό σπίτι μας, τήν ἔβαλε στό προσκέφαλο τοῦ παιδιοῦ καί παρακαλῶντας τον μέ δάκρυα, ἀφιέρωσε τό παιδί της στήν ἐπίσκεψί του. Καί μετά ἀπό λίγη ὥρα ἐξαφανίσθηκε τό παιδί καί καλοῦσε τήν μητέρα του καί, μόλις ἄκουσε ἐκείνη τήν φωνή του, τό ρώτησε τί ἔχει; Καί ἐκεῖνο κλαψουρίζοντας ἀποκρίθηκε, ὅτι ἦλθε σ’ ἐμένα ἕνας ἱεροπρεπής Μοναχός καί μέ χτύπησε μέ τό ραβδί του στόν λαιμό καί ἔσκισε τό πάθος καί μέ γέμισε μέ πύο. Καί ἀμέσως ἀφοῦ ἄναψαν τά φῶτα, ὤ τοῦ θαύματος!, βρέθηκε τό πάθος σχισμένο σάν μέ ξυράφι καί τά ροῦχα τοῦ παιδιοῦ γεμάτα ἀπό πύο ἀνακατωμένο μέ αἷμα. Καί τό παιδί, πού ἦταν μέχρι πρίν ἄφωνο, μιλοῦσε κανονικά καί ἀνεμπόδιστα. Καί ἔτσι μέ τήν χάρι τοῦ Ἁγίου ἐλευθερώθηκε ἀπό τήν θανατηφόρα ἐκείνη ἀσθένεια.
Μία φορά πού ὑπῆρξε ἀνάγκη, μπῆκα σέ ἕνα καράβι (λέει ὁ συγγραφέας), γιά νά πάω στήν Βενετία καί, ταξιδεύοντας στήν θάλασσα, ἔγινε μία μεγάλη φουρτούνα καί ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα, τόσο γιγαντωνόταν ἔτσι, ὥστε ἀπελπισθήκαμε ὅλοι ἀπό κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια καί μέ κλάματα καί ὀδυρόμενοι ἐπικαλούμασταν σέ βοήθεια τόν Θεό καί τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί ὅλους τούς Ἁγίους. Ἐγώ ὅμως, ἀφοῦ πῆγα στό μέρος, ὅπου κοιμόμουν, διάβαζα μόνος μου τόν παρακλητικό Κανόνα τῆς Παναγίας καί ἐπικαλούμενος τούς Ἁγίους ἕναν πρός ἕναν, θυμήθηκα τά ἄπειρα θαύματα τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου καί τόν παρακαλοῦσα μέ θερμή πίστι καί συντετριμμένη καρδιά, νά προφθάση σέ βοήθειά μας καί νά δείξη καί σέ ἐμᾶς τό θαῦμα του. Καί, παρακαλῶντας ἔτσι τόν Ὅσιο ἀποκοιμήθηκα καί εἶδα στό ὅραμά μου, ὅτι βρέθηκα μέσα σέ ἕναν Ναό ὡραιότατο μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἱερεῖς καί κάναμε δέησι στόν Θεό μέ εὐλάβεια καί κατάνυξι. Καί ἐκεῖ εἶδα ἕνα παιδί μαζί μέ τήν μητέρα του, πού πουλοῦσαν λάδι γιά τά καντήλια τοῦ Ναοῦ καί ἀφοῦ μέ πλησίασε τό παιδί, μοῦ ἔδωσε ἕνα δοχεῖο μέ λάδι καί μοῦ εἶπε· «Βάλε τό λάδι αὐτό στό καντῆλι τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου καί ἡ πρεσβεία του θά βοηθήση καί ἐσένα καί τούς συντρόφους σου καί μέσῳ αὐτῆς θά σταματήση ἡ φουρτούνα τῆς θάλασσας». Καί ἐγώ ξυπνῶντας ξαφνικά, εἶδα, ὤ τοῦ θαύματος!, ὅτι ἡ μεγάλη ἐκείνη φουρτούνα τῆς θάλασσας μετατράπηκε ἀμέσως σέ ἀπόλυτη γαλήνη. Καί, δοξάζοντας τόν Θεό, εὐχαριστοῦσα τόν Ἅγιο, πού μᾶς λύτρωσε παραδόξως ἀπό τόν θανατηφόρο ἐκεῖνο κίνδυνο.
Καί ἄλλοτε πάλι ἡ ὀξύτατη ἀντίληψι τοῦ Ἁγίου λύτρωσε ἀνέλπιστα τόν πρωτότοκο υἱό μου τόν Σταυράκιο ἀπό ἄδικο θάνατο.
Αὐτά καί ἄλλα ἀναρίθμητα, παράδοξα θαύματα ἐνεργοῦσε καί ἐνεργεῖ μέ τήν θεία χάρι ὁ θαυμαστός αὐτός καί μέγας Θεοδόσιος, γιά τά ὁποῖα ἐπωνομάσθηκε ἐπάξια ἀπό ὅλους τούς πιστούς ἰαματικός καί θαυματουργός, πρός δόξα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ, καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ἑνός, ἀνάμεσα σέ ὅλους, Θεοῦ. Στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα, καί τό κράτος στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Login