Τῷ αὐτῷ μηνί KH΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Ὁμολογητοῦ Χαρίτωνος.
Τῆς γῆς πατήσας τάς τρυφάς ὁ Χαρίτων,
Κατατρυφᾷ νῦν Οὐρανοῦ τῶν χαρίτων.
Εἰκάδι ὀγδοάτῃ Χαρίτων θάνε γήραϊ μακρῷ.
Αὐτός ὁ Ἅγιος γεννήθηκε καί ἀνατράφηκε στό Ἰκόνιο στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Αὐρηλιανοῦ. Καί ἐπειδή ἦταν περιβόητος στήν εὐσέβεια καί στήν ἀρετή, γι’ αὐτό συνελήφθη ἀπό τούς στρατιῶτες καί ὡδηγήθηκε μπροστά στό βασιλικό κριτήριο. Ἀφοῦ παρουσιάσθηκε στόν ὑπατικό, δηλαδή στόν δεύτερο στήν τάξι μετά ἀπό τόν αὐτο
κράτορα, στηλιτεύει καί ἐλέγχει μέ μεγάλο θάρρος τήν πλάνη τῶν εἰδώλων. Τότε τοῦ ἀφαίρεσαν τά ροῦχα καί τόν ξάπλωσαν ἀπό τά τέσσαρα μέρη τοῦ σώματος καί τόν ἔδειραν τόσο ἀνελέητα μέ τά βούνευρα, ὥστε πέρασε ὁ δαρμός ἕως καί σ’ αὐτά τά ἐσωτερικά σπλάγχνα του. Κατόπιν, ἀφοῦ κρατήθηκε ἀπό ἄλλους, ρίχθηκε στήν φυλακή.
Στήν συνέχεια πάλι ὁδηγεῖται στό κριτήριο. Καί ἐπειδή φάνηκε γενναῖος καί ἄφοβος, γι’ αὐτό πάλι τοποθετεῖται σιδεροδέσμιος στήν φυλακή. Ὅταν ὅμως ὁ Αὐρηλιανός, μετά ἀπό λίγον καιρό, μαζί μέ τήν βασιλεία στερήθηκε καί τήν ζωή, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ὁ μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Χαρίτων, μέ βασιλικό διάταγμα ἐλευθερώθηκε ἀπό τήν φυλακή.
Ὅταν λοιπόν ἐλευθερώθηκε ἀπό αὐτήν, ἀμέσως ἔζησε μία ζωή στενή καί ἀσκητικώτατη. Ἔπεσε ὅμως σέ διάφορους πειρασμούς. Διότι ὅταν πήγαινε στήν ἁγία πόλι τῶν Ἱεροσολύμων, συνάντησε κλέφτες στόν δρόμο, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τόν συνέλαβαν, τόν ὡδήγησαν στό σπήλαιό τους. Ἐπειδή ὅμως μετά ἀπό λίγο οἱ κλέφτες μέ θεία δίκη πέθαναν, διότι μία ὀχιά φαρμάκωσε τό κρασί πού εἶχαν, καί πίνοντας ἐκεῖνοι ἀπό αὐτό δηλητηριάσθηκαν, μέ τόν τρόπο αὐτόν ὁ μέγας Χαρίτων, ἀφοῦ λύθηκε ἀπό τά δεσμά μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἔγινε κληρονόμος τῆς περιουσίας τῶν κλεφτῶν.
Ἔτσι ἐκεῖνα πού οἱ κλέφτες μέ κακόν τρόπο τά συγκέντρωσαν, αὐτός τά χρησιμοποιεῖ σωστά, ξοδεύοντάς τα σέ φτωχούς καί σέ ἀνοικοδόμησι ἱερῶν ναῶν. Συνέστησε ἀκόμη ἐκεῖ καί Λαύρα εὐαγέστατη, ἡ ὁποία ὠνομάσθηκε Φάρος.
Στό σπήλαιο ἐκεῖνο ἠσυχάζοντας ὁ Ἅγιος πολλούς ἄπιστους ἔφερε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί πολλούς ἀκόμη ὡδήγησε καί στήν μοναδική πολιτεία. Ἀλλ’ ἐπειδή ἀπό αὐτά ἐμποδιζόταν ὁ Ὅσιος ἀπό τήν ἀγαπημένη του ἡσυχία, καί μέ σύμφωνη γνώμη ὅλης της ἀδελφότητας, ὤρισε ἡγούμενο τόν πιό ἐνάρετο καί ἔμπειρο σέ ὅλα, ἑτοιμαζόταν νά ἀναχωρήση. Οἱ δέ ἀδελφοί ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά ὑποφέρουν τήν στέρησί του, ἐλυποῦντο πάρα πολύ καί τόν παρακαλοῦσαν μέ θερμά δάκρυα, νά μήν φύγη ἀπό αὐτούς. Ἀλλά δέν τούς ὑπάκουσε, διότι ἀπέβλεπε μόνο στό συμφέρον τῆς ψυχῆς του καί τό δικό τους, ἀλλά, παρηγορῶντας τους, εἶπε. «Μή λυπᾶσθε, παιδιά μου γιά τόν ἀποχωρισμό μου. Διότι, ἐάν ἐγώ ἀναχωρήσω ἀπό ἐδῶ, δέν θά ἔρχεται πλέον κανένας νά μέ ζητᾶ καί νά ἐνοχλῆ καί ἐσᾶς καί ἡ ἀναχώρησί μου θά ὠφελήση καί ἐμένα καί ἐσᾶς. Διότι τόσο ἐγώ, ὅσο καί ἐσεῖς, πρέπει νά ἡσυχάσουμε πλέον στά κελλιά μας καί ἔτσι θά τρυγήσουμε, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τό μέλι τῆς ἀρετῆς. Λοιπόν, ἀφοῦ τούς ἀσπάσθηκε καί ἀφοῦ τούς παρέδωσε στόν Δεσπότη Χριστό, ἀνεχώρησε. Καί περπατῶντας μιᾶς ἡμέρας δρόμο, βρῆκε κατά τά μέρη τῆς Ἱεριχοῦ ἕνα σπήλαιο ἔρημο καί πολύ κατάλληλο γιά ἡσυχία καί ἔμεινε ἐκεῖ κρυμμένος πολύν καιρό καί ἐντελῶς ἄγνωστος, καί γιά τήν διατροφή του χρησιμοποιοῦσε τά χόρτα τῆς γῆς πού ὑπῆρχαν, καί ζοῦσε μόνος νά συνομιλῆ μόνο μέ τόν Θεό.
Ἀλλά ὁ Θεός ὁ Σωτῆρας τοῦ Κόσμου δέν ἄφησε κρυμμένο τόν θησαυρό, ἀλλά φανέρωσε στόν κόσμο τόν δοῦλο του, μέσα ἀπό τά θαύματα πού θαυματουργοῦσε μέσῳ αὐτοῦ, ἔτσι ὥστε γιατρεύονταν μέ αὐτόν διάφορα πάθη σωματικά καί ψυχικά. Ἐπειδή ὅμως καί πολλοί ἀπό ἐκείνους πού θεραπεύθηκαν, βλέποντας τήν σύμφωνη πρός τόν Θεό ζωή του καί ἀκούοντας τίς ψυχωφελεῖς του συμβουλές, θέλησαν νά ἀρνηθοῦν τόν Κόσμο καί τά ἐγκόσμια, ἀφοῦ ἔγιναν Μοναχοί, ἔμειναν μαζί του.
Γι’ αὐτό ἵδρυσε καί ἐκεῖ δεύτερη Λαύρα, τήν ὁποία διεύρυνε ἀργότερα ὁ Ἐλπίδιος, ὁ ὁποῖος πρόκοψε πολύ στά ἀσκητικά κατορθώματα καί ὠνομάσθηκε ὁ ἴδιος καί Δούκας. Διότι κάποιος Δοῦκας ὑπερασπιζόταν αὐτή τήν ἱερ΄΄η Λαύρα καί ἐμπόδιζε τίς ἐπιδρομές, πού ἔκαναν ἐναντίον της οἱ τότε γείτονες Ἑβραῖοι, πού κατοικοῦσαν στό χωριό, πού ὀνομαζόταν Νοερό, οἱ ὁποῖοι, ὑποκινούμενοι ἀπό φθόνο, ζητοῦσαν νά καταστρέψουν τό Μοναστήρι.
Ἀλλά μέ τό νά συντρέχουν καί ἐκεῖ καθημερινά πολλοί, οὔτε ὁ Ἅγιος οὔτε οἱ ἀδελφοί εἶχαν ἡσυχία. Γι’ αὐτό παραγγέλλοντάς τους πῶς πρέπει νά διάγουν τήν ζωή τους καί ἀφοῦ διώρισε καί ἄξιο ἐπιστάτη, γιά νά τούς καθοδηγῆ μετά ἀπό αὐτόν, ἀνεχώρησε καί ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε σέ ἄλλο μέρος τῆς ἐρήμου, πού ὀνομαζόταν Θεκῶο. Διότι ὁ Κύριός μας πού ζητεῖ τήν σωτηρία ὅλων, ἔτσι οἰκονομοῦσε, ὥστε νά ἀλλάζη ὁ Ἅγιος τίς κατοικίες. Πρῶτον μέν, γιά νά τόν κάνη πιό γνωστό σέ ὅλους γιά τήν ἀρετή του. Ἄλλο δέ, γιά νά πηγαίνουν σέ αὐτόν καί νά ὠφελοῦνται καί ἄλλοι πολλοί, ἰδιαιτέρως εἰδωλολάτρες, ἀπό τούς ὁποίους ἄλλοι μέν πίστευαν στόν Χριστό καί βαπτίζονταν, ἄλλοι ὡδηγοῦνταν στήν ζωή, πού εἶναι σύμφωνη μέ τόν Θεό καί ἀφήνοντας τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου καί τίς κοσμικές φροντίδες, γίνονταν Μοναχοί, φροντίζοντας νά πολιτεύωνται σωστά μιμούμενοι τόν Ὅσιο.
Φεύγοντας καί ἀπό ἐκεῖ γιά τήν σύγχυσι τῶν πολλῶν ἀνθρώπων, πῆγε σέ ἄλλο μέρος τῆς ἐρήμου. Ἀλλ’ ἐπειδή συγκεντρώθηκαν πολλοί ἀδελφοί καί πολλοί εἰδωλολάτρες πίστεψαν στόν Χριστό μέ τήν διδασκαλία του, κτίζει καί ἐκεῖ τρίτη Λαύρα, ἡ ὁποία στήν γλῶσσα τῶν Σύρων λέγεται Σουκᾶς. Ἀργότερα, ὅταν βρῆκε ἕνα σπήλαιο πού βρισκόταν σέ ὑψηλό μέρος, ἀνέβαινε ἐπάνω σέ αὐτό μέ σκάλα καί ἐκεῖ ἡσύχαζε γιά πολύ καιρό. Ἐκεῖ μέ τήν προσευχή του ἀνέβλυσε καί νερό.
Ὁ ἅγιος μέ θεία ἀποκάλυψι γνώρισε ἐκ τῶν προτέρων τήν κοίμησί του. Ἔτσι κατέβηκε ἀπό τό σπήλαιο στήν Ἱερή Λαύρα Σουκάν καί μαζί μέ τόν ἡγούμενο καί τούς ἀδελφούς πῆγε στό ἄλλο μοναστῆρι τοῦ Ἐλπιδίου καί συνοδευόμενος ἀπό τούς ποιμένες μαζί καί τά ποίμνια τῶν δύο μονῶν, πῆγε στήν Ἱερή Λαύρα Φαράν. Καί ἐκεῖ πού ἔχυσε πρῶτα τούς ἱδρῶτες τῶν ἀσκητικῶν του ἀγωνισμάτων, ἐκεῖ θέλησε νά κάνη ἀργότερα καί τήν Διαθήκη του καί νά τήν ἀφήση σάν κληρονομιά σέ ὅλους τούς μαθητές του, διατάσσοντάς τους μέ αὐτόν τόν τρόπο:
«Ἐπειδή καί ἔφθασε ὁ καιρός τῆς δικῆς μου ἀναλύσεως, ἐγώ μέν πηγαίνω πρός τόν Θεό. Ἐσεῖς δέ, παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, φροντίστε μέ κάθε ἐπιμέλεια, νά ἑτοιμασθῆτε καλά, τώρα πού ἔχετε καιρό, καθώς γνωρίζετε, ὅτι μετά τόν θάνατο δέν ὠφελεῖ καθόλου ἡ μετάνοια. Διότι στήν μέλλουσα ζωή εἶναι ὁ καιρός τῆς ἀνταποδόσεως, ἐνῷ στήν παροῦσα εἶναι ὁ καιρός τῆς μετανοίας καί τῶν ἀγώνων γιά τήν ἀπόκτησι τῆς ἀρετῆς. Ὅμως ὅλα τά λυπηρά καί ἐπίπονα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, σύντομα ἐξαφανίζονται. Παρόμοια καί ὅλα του τά χαροποιά καί ἡδονικά γρήγορα φθείρονται καί αὐτά καί ἐξαφανίζονται. Ἡ κληρονομιά ὅμως τῶν μελλόντων, τόσο ἡ ἀπόλαυσις τῶν ἀγαθῶν, ὅσο καί τά βάσανα τῆς κολάσεως, εἶναι αἰώνια καί παντοτινά.
Γι’ αὐτό σᾶς παραγγέλλω, πρό πάντων νά φυλάσσετε μέ ἀκρίβεια τήν θεοπαράδοτη πίστι, χωρίς νά κλονίζεται καθόλου ἤ νά σαλεύη ἀπό καμμία περίστασι καιροῦ ἤ ἀπό κανέναν κίνδυνο. Διότι μετά ἀπό λίγο καιρό, ὅπως μοῦ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος, πρόκειται νά γίνη μεγάλη ἀναταραχή στίς Ἁγίες Ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά διαστρέψουν πολλούς στά αἱρετικά τους φρονήματα. Ἐσεῖς, ὅμως, νά στέκεσθε σταθεροί στά ὀρθά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καί μέχρις αἵματος, ἄν τό ἀπαιτήση ἡ περίστασις.
Ἔπειτα νά φυλάσσετε τήν ζωή σας μακριά ἀπό κατηγορίες καί ἀμέτοχη ἀπό κάθε κακία καί ἄν δέν φθάσετε ἀκόμη σ’ αὐτό, νά τήν καθαρίζετε μέ μεγάλη προθυμία κάθε ἡμέρα. Τήν δέ παρθενία καί τόν ἁγιασμό τοῦ σώματος νά τά φυλάσσετε τόσο πολύ, ὥστε νά γίνεσθε Ναοί ἀμόλυντοι, γιά νά ἐπιθυμήση ὁ καθαρώτατος Θεός νά κατοίκηση σέ ἐσᾶς καί νά γεμίση τίς ψυχές σας ἀπό τόν Ἁγιασμό του καί τήν ἀνείπωτη εὐωδία του.
Ὁ θυμός καί ἡ ὀργή εἶναι πολύ μεγάλο κακό καί κανένα ἄλλο πάθος δέν μπορεῖ νά βλάψη τόσο τήν ἀδελφική ἀγάπη, ὅσο αὐτό. Ἐσεῖς ὅμως, γνήσια σπλάγχνα μου, νά φυλάσσετε μέ πολλή ἐπιμέλεια τήν ὁμόνοια, τήν εἰρήνη, τήν χριστομίμητη πραότητα καί τήν φιλανθρωπία. Ἄν ἴσως ὅμως καί ἀπό πειρασμό αὐτοῦ, πού μισεῖ τό καλό συμβῆ καμμία φορά ἀνάμεσά σας σκάνδαλο, νά φροντίζετε, ὅσο μπορεῖτε, γιά νά ἀνακαλέσετε τό γρηγορότερο τό παντιμο καλό τῆς ἀγάπης καί τῆς φιλαδελφίας…
Ἐάν δέ καί ὁ διάβολος, ὁ ψυχοφθόρος σπορέας, θελήση νά σπείρη στίς ψυχές σας σκέψι κακῆς ἐπιθυμίας, νά φροντίζετε μέ πολλή ἐπιμέλεια νά τήν ξεριζώνετε ἀμέσως καί νά τήν βγάλετε ἀπό μέσα σας. Διότι, ἐάν προφθάσετε γρήγορα, θά τόν ἀποδιώξετε μέ εὐκολία. Ἐαν, ὅμως, τόν ἀφήσετε νά μείνη πολύ καιρό μέσα στήν καρδιά σας, μέ μεγάλη δυσκολία πρόκειται νά τόν ξερριζώσετε. Καί γιά ὅπλα, προκειμένου νά πολεμᾶτε ἀποτελεσματικά, νά μεταχειρίζεσθε τήν νηστεία, τήν προσευχή, τά δάκρυα καί τήν ἐνθύμησι τοῦ θανάτου καί τοῦ ἀσβέστου πυρός τῆς κολάσεως, καθώς μία τέτοια ἐνθύμησις εἶναι φονεύτρια κάθε κακοῦ. Καί τό πιό δυνατό ἀπό ὅλα τα ὅπλα καί φοβερώτερο γιά τούς ἐχθρούς μας εἶναι τό ἔνδυμα τοῦ Ἰησοῦ μας (τό ὁποῖο μᾶς προστάζει νά τό μάθουμε ἀπό αὐτόν, ὅταν λέη «Μάθετε ἀπό ἐμένα, διότι εἶμαι πρᾶος καί ταπεινός στήν καρδιά») δηλαδή ἡ νικηφόρα ταπείνωσις. Τό δέ ἀκίνδυνο καταφύγιο, γιά νά μήν σκλαβωνώμαστε ἀπό τίς σκέψεις πού μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Θεό, εἶναι ἡ φύλαξις καί ἡ προσοχή τοῦ νοῦ καί ὅλων τῶν αἰσθήσεων καί τό κυριότερο, τῆς ὁράσεως καί τῆς ἀκοῆς. Διότι ἀπό αὐτές τίς δύο αἰσθήσεις μπαίνουν στήν καρδιά μας ὅλες σχεδόν οἱ κακές ἐπιθυμίες. Καί, ὅπως λέει ὁ Προφήτης Ἱερεμίας, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπροσεξίας τῶν θυρίδων, δηλαδή τῶν αἰσθήσεων, μπαίνει μέσα μας ὁ ψυχικός θάνατος….
Πρέπει νά προσέχουμε πολύ νά μήν κατακρίνουμε τόν ἀδελφό μας, ἀλλά νά τόν συμπονοῦμε καί νά τόν διορθώνουμε. Διότι ἡ συκοφαντία εἶναι γέννημα ψυχῆς ὑπερήφανης, πού καταδικάζει μέ τήν σκέψι της ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ζητεῖ μέ τήν κατασυκοφάντησι τῶν ἄλλων νά δικαιώση καί νά δοξάση τόν ἑαυτό της….
Ἄν σοῦ ἀρέση, ἀδελφέ, νά κρίνης καί νά ἐξετάζης, πολύ κοντά νά ἔχης τόν ἑαυτό σου καί μήν πάψης ποτέ νά κρίνης καί νά ἐξετάζης πάντοτε ὅλα σου τά ἀπόκρυφα, δηλαδή τίς σκέψεις σου καί τά λόγια σου καί τά ἔργα σου, διορθώνωντας τά σφάλματά σου. Διότι, ἐάν κρίνουμε ἐδῶ τόν ἑαυτό μας στήν παροῦσα ζωή καί διορθωθοῦμε, δέν θά κατακριθοῦμε ἀπό τόν Θεό στήν ἄλλη ζωή, οὔτε θά καταδικασθοῦμε στήν κόλασι…….
Νά ἀγαπᾶτε τήν φιλοξενία, καί νά τήν μεταχειρίζεσθε πάντοτε, διότι εἶναι ἔργο θεάρεστο. Καί ὅταν ὑποδέχεσθε τούς ξένους, νά τούς πλένετε τά πόδια τους, καθώς αὐτό τό πλύσιμο τῶν ποδιῶν εἶναι διακόνημα τοῦ Χριστοῦ καί ἐντολή του. Καί αὐτός πρῶτος ἔπλυνε τά πόδια τῶν μαθητῶν του καί πρόσταξε νά τό κάνουμε καί ἐμεῖς. Τό ὁποῖο ὄχι μόνο προξενεῖ ἀνάπαυσι στούς κουρασμένους, ἀλλά μπορεῖ ἀκόμη νά γιατρέψη, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο ἐπάγγελμα καί τό βλαπτικώτερο ἀρρώστημα τῆς ψυχῆς, τήν ματαιοδοξία.
Αὐτά πού καθαρίζουν τήν ψυχή ἀπό τούς μολυσμούς τῆς ἁμαρτίας εἶναι πολλά. Δηλαδή τά δάκρυα, οἱ ἀναστεναγμοί, ἡ συντριβή τῆς καρδιᾶς, ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, τό νά κάθεσαι καταγῆς καί κάθε ἄλλο πού γιατρεύει ἐκείνους πού μετανοοῦν. Ὅμως εἶναι μετρίως κοπιαστικά, ἄν καί προξενοῦν μεγάλη ὠφέλεια στούς διακριτικούς. Ὡστόσο ἕνα μόνο γνωρίζω πολύ ἀκούραστο, ἀλλά πολύ δυνατό γιά νά καθαρίση τούς μολυσμούς τῆς ψυχῆς. Καί εἶναι αὐτό, τό νά δείχνη συμπάθεια κάποιος στά σφάλματα ἐκείνων πού τοῦ φταῖνε. Τό ὁποῖο ὄχι μόνο ἐπιφέρει τήν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων σέ ἐκεῖνον πού δείχνει συμπάθεια, σύμφωνα μέ τό, «συγχωρῆστε καί θά σᾶς συγχωρήσουν», ἀλλά πολλές φορές συνετίζει καί τόν φταίχτη ἡ συμπάθεια περισσότερο ἀπό τήν παίδευσι καί ἀπό ἐλεύθερο τόν κάνει δοῦλο σέ ἐκεῖνον πού τοῦ δείξη συμπάθεια. Ὅπως πιστεύουν καί οἱ ἄπιστοι, πού λένε, ὅτι ἡ συγγνώμη εἶναι ἀνώτερη τῆς τιμωρίας.
Αὐτά καί ἄλλα παρόμοια διδάσκοντας στούς μαθητές του ὁ θεῖος Χαρίτων, τούς εὐχήθηκε σωτηρία ψυχῆς. Ἔπειτα, χωρίς νά δοκιμάση καμμία ἀσθένεια, οὔτε νά πονέση κανένα ἀπό τά μέλη τοῦ σώματός του, πέφτοντας ἐπάνω σέ ἕνα κρεββάτι καί ἀπλώνοντας τά πόδια του, παρέδωσε ἀμέσως τήν ἁγία του ψυχή χαρούμενη στούς Ἁγίους Ἀγγέλους καί ἔτσι μετέβη στήν ἀτελεύτητη μακαριότητα, ἐκεῖ πού ὑποδέχεται ἡ πολύ εὐτυχής ἀνάπαυσις ἐκείνους, πού ἵδρωσαν καί κοπίασαν στόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου καί ἐκείνους, πού βάδισαν τόν στενό καί κοπιαστικό δρόμο τῆς ἀρετῆς.


Login