Τῷ αὐ¬τῷ μη¬νί KH΄, μνή¬μη τοῦ Ὁ¬σί¬ου Πα¬τρός ἡμῶν καί Ὁ¬μο¬λο¬γη¬τοῦ Χα¬ρί¬τω¬νος.

 Τῷ αὐ­τῷ μη­νί KH΄, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡμῶν καί Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ Χα­ρί­τω­νος.

 Τῆς γῆς πα­τή­σας τάς τρυ­φάς ὁ Χα­ρί­των,

Κα­τα­τρυ­φᾷ νῦν Οὐ­ρα­νοῦ τῶν χα­ρί­των.

Εἰ­κά­δι ὀ­γδο­ά­τῃ Χα­ρί­των θά­νε γή­ρα­ϊ μα­κρῷ.

 

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος γεν­νή­θη­κε καί ἀ­να­τρά­φηκε στό Ἰ­κό­νιο στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Αὐ­ρη­λια­νοῦ. Καί ἐ­πει­δή ἦ­ταν πε­ρι­βό­η­τος στήν εὐ­σέ­βεια καί στήν ἀ­ρε­τή, γι’ αὐ­τό συ­νε­λή­φθη ἀ­πό τούς στρα­τι­ῶ­τες καί ὡδηγή­θη­κε μπροστά στό βα­σι­λι­κό κρι­τήριο. Ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ὑ­πα­τι­κό, δη­λα­δή στόν δεύ­τε­ρο στήν τά­ξι με­τά ἀ­πό τόν αὐ­το­

κρά­το­ρα, στη­λι­τεύ­ει καί ἐ­λέγ­χει μέ με­γά­λο θάρ­ρος τήν πλά­νη τῶν εἰ­δώ­λων. Τό­τε τοῦ ἀ­φαί­ρε­σαν τά ροῦ­χα καί τόν ξά­πλω­σαν ἀ­πό τά τέσ­σα­ρα μέ­ρη τοῦ σώ­μα­τος καί τόν ἔ­δει­ραν τό­σο ἀ­νε­λέ­η­τα μέ τά βού­νευ­ρα, ὥ­στε πέ­ρα­σε ὁ δαρ­μός ἕ­ως καί σ’ αὐ­τά τά ἐ­σω­τε­ρι­κά σπλάγ­χνα του. Κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ κρα­τή­θη­κε ἀ­πό ἄλ­λους, ρί­χθη­κε στήν φυ­λα­κή.

Στήν συ­νέ­χεια πά­λι ὁ­δη­γεῖ­ται στό κρι­τή­ριο. Καί ἐ­πει­δή φά­νη­κε γεν­ναῖ­ος καί ἄ­φο­βος, γι’ αὐ­τό πά­λι το­πο­θε­τεῖ­ται σι­δε­ρο­δέ­σμιος στήν φυ­λα­κή. Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ Αὐ­ρη­λια­νός, με­τά ἀ­πό λί­γον και­ρό, μα­ζί μέ τήν βα­σι­λεί­α στε­ρή­θη­κε καί τήν ζω­ή, ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ ὁ μάρ­τυ­ρας τοῦ Χρι­στοῦ Χα­ρί­των, μέ βα­σι­λι­κό δι­ά­ταγ­μα ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τήν φυ­λα­κή.

Ὅ­ταν λοι­πόν ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀ­πό αὐ­τήν, ἀ­μέ­σως ἔ­ζη­σε μί­α ζω­ή στε­νή καί ἀ­σκη­τι­κώ­τα­τη. Ἔ­πε­σε ὅ­μως σέ δι­ά­φο­ρους πει­ρα­σμούς. Δι­ό­τι ὅ­ταν πή­γαι­νε στήν ἁ­γί­α πό­λι τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, συ­νάν­τη­σε κλέ­φτες στόν δρόμο, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἀ­φοῦ τόν συ­νέ­λα­βαν, τόν ὡ­δή­γη­σαν στό σπή­λαι­ό τους. Ἐ­πει­δή ὅ­μως με­τά ἀ­πό λί­γο οἱ κλέ­φτες μέ θεί­α δί­κη πέ­θα­ναν, δι­ό­τι μί­α ὀ­χιά φαρ­μά­κω­σε τό κρα­σί πού εἶ­χαν, καί πί­νον­τας ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πό αὐ­τό δη­λη­τη­ρι­ά­σθη­καν, μέ τόν τρό­πο αὐ­τόν ὁ μέ­γας Χα­ρί­των, ἀ­φοῦ λύ­θη­κε ἀ­πό τά δε­σμά μέ τήν χά­ρι­ τοῦ Θε­οῦ, ἔ­γι­νε κλη­ρο­νό­μος τῆς πε­ρι­ου­σί­ας τῶν κλε­φτῶν.

 Ἔ­τσι ἐ­κεῖ­να πού οἱ κλέ­φτες μέ κα­κόν τρό­πο τά συγ­κέν­τρω­σαν, αὐ­τός τά χρη­σι­μο­ποι­εῖ σω­στά, ξο­δεύ­ον­τάς τα σέ φτω­χούς καί σέ ἀ­νοι­κο­δό­μη­σι ἱ­ε­ρῶν να­ῶν. Συ­νέ­στη­σε ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ καί Λαύ­ρα εὐ­α­γέ­στα­τη, ἡ ὁ­ποί­α ὠ­νο­μά­σθη­κε Φά­ρος.

Στό σπή­λαι­ο ἐ­κεῖ­νο ἠ­συ­χά­ζον­τας ὁ Ἅ­γιος πολ­λούς ἄ­πι­στους ἔ­φε­ρε στήν πίστι τοῦ Χρι­στοῦ καί πολ­λούς ἀ­κό­μη ὡδήγησε καί στήν μο­να­δι­κή πο­λι­τεί­α.  Ἀλ­λ’ ἐ­πει­δή ἀ­πό αὐ­τά ἐμ­πο­δι­ζό­ταν ὁ Ὅ­σιος ἀ­πό τήν ἀ­γα­πη­μέ­νη του ἡ­συ­χί­α, καί μέ σύμ­φω­νη γνώ­μη ὅ­λης της ἀ­δελ­φό­τη­τας, ὤ­ρι­σε ἡ­γού­με­νο τόν πιό ἐ­νά­ρε­το καί ἔμ­πει­ρο σέ ὅ­λα, ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νά ἀ­να­χω­ρή­ση. Οἱ δέ ἀ­δελ­φοί ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σαν νά ὑ­πο­φέ­ρουν τήν στέ­ρη­σί του, ἐ­λυ­ποῦν­το πά­ρα πο­λύ καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν μέ θερ­μά δά­κρυ­α, νά μήν φύ­γη ἀ­πό αὐ­τούς. Ἀλ­λά δέν τούς ὑ­πά­κου­σε, δι­ό­τι ἀ­πέ­βλε­πε μό­νο στό συμ­φέ­ρον τῆς ψυ­χῆς του καί τό δι­κό τους, ἀλ­λά, πα­ρη­γο­ρῶν­τας τους, εἶ­πε. «Μή λυ­πᾶ­σθε, παι­διά μου γιά τόν ἀ­πο­χω­ρι­σμό μου. Δι­ό­τι, ἐ­άν ἐ­γώ ἀ­να­χω­ρή­σω ἀ­πό ἐ­δῶ, δέν θά ἔρ­χε­ται πλέ­ον κα­νέ­νας νά μέ ζη­τᾶ καί νά ἐ­νο­χλῆ καί ἐ­σᾶς καί ἡ ἀ­να­χώ­ρη­σί μου θά ὠ­φε­λή­ση καί ἐ­μέ­να καί ἐ­σᾶς. Δι­ό­τι τό­σο ἐ­γώ, ὅ­σο καί ἐ­σεῖς, πρέ­πει νά ἡ­συ­χά­σου­με πλέ­ον στά κελ­λιά μας καί ἔ­τσι θά τρυ­γή­σου­με, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ, τό μέ­λι τῆς ἀ­ρε­τῆς. Λοι­πόν, ἀ­φοῦ τούς ἀ­σπά­σθη­κε καί ἀ­φοῦ τούς πα­ρέ­δω­σε στόν Δε­σπό­τη Χρι­στό, ἀ­νε­χώ­ρη­σε. Καί περ­πα­τῶν­τας μιᾶς ἡ­μέ­ρας δρό­μο, βρῆ­κε κα­τά τά μέ­ρη τῆς Ἱ­ε­ρι­χοῦ ἕ­να σπή­λαι­ο ἔ­ρη­μο καί πο­λύ κα­τάλ­λη­λο γιά ἡ­συ­χί­α καί ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κρυμ­μέ­νος πο­λύν και­ρό καί ἐν­τε­λῶς ἄ­γνω­στος, καί γιά τήν δι­α­τρο­φή του χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τά χόρ­τα τῆς γῆς πού ὑ­πῆρ­χαν, καί ζοῦ­σε μό­νος νά συ­νο­μι­λῆ μό­νο μέ τόν Θε­ό.

Ἀλ­λά ὁ Θε­ός ὁ Σω­τῆ­ρας τοῦ Κό­σμου δέν ἄ­φη­σε κρυμ­μέ­νο τόν θη­σαυ­ρό, ἀλ­λά φα­νέ­ρω­σε στόν κό­σμο τόν δοῦ­λο του, μέ­σα ἀ­πό τά θαύ­μα­τα πού θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σε μέ­σῳ αὐ­τοῦ, ἔ­τσι ὥ­στε γι­α­τρεύ­ον­ταν μέ αὐ­τόν δι­ά­φο­ρα πά­θη σω­μα­τι­κά καί ψυ­χι­κά. Ἐ­πει­δή ὅ­μως καί πολ­λοί ἀ­πό ἐ­κεί­νους πού θε­ρα­πεύ­θη­καν, βλέ­πον­τας τήν σύμ­φω­νη πρός τόν Θε­ό ζω­ή του καί ἀ­κού­ον­τας τίς ψυ­χω­φε­λεῖς του συμ­βου­λές, θέ­λη­σαν νά ἀρ­νη­θοῦν τόν Κό­σμο καί τά ἐγ­κό­σμια, ἀ­φοῦ ἔ­γι­ναν Μο­να­χοί, ἔ­μει­ναν μα­ζί του.

Γι’ αὐ­τό ἵ­δρυ­σε καί ἐ­κεῖ δεύ­τε­ρη Λαύ­ρα, τήν ὁ­ποί­α δι­εύ­ρυ­νε ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Ἐλ­πί­διος, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρό­κο­ψε πο­λύ στά ἀ­σκη­τι­κά κα­τορ­θώ­μα­τα καί ὠ­νο­μά­σθη­κε ὁ ἴ­διος καί Δού­κας. Δι­ό­τι κά­ποι­ος Δοῦ­κας ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν αὐ­τή τήν ἱ­ερ΄΄η Λαύ­ρα καί ἐμ­πό­δι­ζε τίς ἐ­πι­δρο­μές, πού ἔ­κα­ναν ἐ­ναν­τί­ον της οἱ τό­τε γεί­το­νες Ἑ­βραῖ­οι, πού κα­τοι­κοῦ­σαν στό χω­ριό, πού ὀ­νο­μα­ζό­ταν Νο­ε­ρό, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ὑ­πο­κι­νού­με­νοι ἀ­πό φθό­νο, ζη­τοῦ­σαν νά κα­τα­στρέ­ψουν τό Μο­να­στή­ρι.

Ἀλ­λά μέ τό νά συν­τρέ­χουν καί ἐ­κεῖ κα­θη­με­ρι­νά πολ­λοί, οὔ­τε ὁ Ἅ­γιος οὔ­τε οἱ ἀ­δελ­φοί εἶ­χαν ἡ­συ­χί­α. Γι’ αὐ­τό πα­ραγ­γέλ­λον­τάς τους πῶς πρέ­πει νά διά­γουν τήν ζω­ή τους καί ἀ­φοῦ δι­ώ­ρι­σε καί ἄ­ξιο ἐ­πι­στά­τη, γιά νά τούς κα­θο­δη­γῆ με­τά ἀ­πό αὐ­τόν, ἀ­νε­χώ­ρη­σε καί ἀ­πό ἐ­κεῖ καί πῆ­γε σέ ἄλ­λο μέ­ρος τῆς ἐ­ρή­μου, πού ὀ­νο­μα­ζό­ταν Θε­κῶ­ο. Δι­ό­τι ὁ Κύ­ριός μας πού ζη­τεῖ τήν σω­τη­ρί­α ὅ­λων, ἔ­τσι οἰ­κο­νο­μοῦ­σε, ὥ­στε νά ἀλ­λά­ζη ὁ Ἅ­γιος τίς κα­τοι­κί­ες. Πρῶ­τον μέν, γιά νά τόν κά­νη πιό γνω­στό σέ ὅ­λους γιά τήν ἀ­ρε­τή του. Ἄλ­λο δέ, γιά νά πη­γαί­νουν σέ αὐ­τόν καί νά ὠ­φε­λοῦν­ται καί ἄλ­λοι πολ­λοί, ἰ­δι­αι­τέ­ρως εἰ­δω­λο­λά­τρες, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ἄλ­λοι μέν πί­στευ­αν στόν Χρι­στό καί βα­πτί­ζον­ταν, ἄλ­λοι ὡ­δη­γοῦν­ταν στήν ζω­ή, πού εἶ­ναι σύμ­φω­νη μέ τόν Θε­ό καί ἀ­φή­νον­τας τήν μα­ται­ό­τη­τα τοῦ κό­σμου καί τίς κο­σμι­κές φρον­τί­δες, γί­νον­ταν Μο­να­χοί, φρον­τί­ζον­τας νά πο­λι­τεύ­ων­ται σωστά μι­μού­με­νοι τόν Ὅ­σιο. 

Φεύ­γον­τας καί ἀ­πό ἐ­κεῖ γιά τήν σύγ­χυ­σι τῶν πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων, πῆ­γε σέ ἄλ­λο μέ­ρος τῆς ἐ­ρή­μου. Ἀλ­λ’ ἐ­πει­δή συγ­κεν­τρώ­θη­καν πολ­λοί ἀ­δελ­φοί καί πολ­λοί εἰ­δω­λο­λά­τρες πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α του, κτί­ζει καί ἐ­κεῖ τρί­τη Λαύ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α στήν γλῶσ­σα τῶν Σύ­ρων λέ­γε­ται Σου­κᾶς. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν βρῆ­κε ἕ­να σπή­λαι­ο πού βρι­σκό­ταν σέ ὑ­ψη­λό μέ­ρος, ἀ­νέ­βαι­νε ἐ­πά­νω σέ αὐ­τό μέ σκά­λα καί ἐ­κεῖ ἡ­σύ­χα­ζε γιά πο­λύ και­ρό.  Ἐ­κεῖ μέ τήν  προ­σευ­χή του ἀ­νέ­βλυ­σε καί νε­ρό.

Ὁ ἅγιος μέ θεία ἀποκάλυψι γνώρισε ἐκ τῶν προτέρων τήν κοίμησί του. Ἔτσι κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τό σπή­λαι­ο στήν Ἱ­ε­ρή Λαύ­ρα Σου­κάν καί μα­ζί μέ τόν ἡ­γού­με­νο καί τούς ἀ­δελ­φούς πῆ­γε στό ἄλ­λο μο­να­στῆ­ρι τοῦ Ἐλ­πι­δί­ου καί συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πό τούς ποι­μέ­νες μα­ζί καί τά ποί­μνια τῶν δύ­ο μο­νῶν, πῆ­γε στήν Ἱ­ε­ρή Λαύ­ρα Φα­ράν. Καί ἐ­κεῖ πού ἔ­χυ­σε πρῶ­τα τούς ἱ­δρῶ­τες τῶν ἀ­σκη­τι­κῶν του ἀ­γω­νι­σμά­των, ἐ­κεῖ θέ­λη­σε νά κά­νη ἀρ­γό­τε­ρα καί τήν Δι­α­θή­κη του καί νά τήν ἀ­φή­ση σάν κλη­ρο­νο­μιά σέ ὅ­λους τούς μα­θη­τές του, δι­α­τάσ­σον­τάς τους μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο:

«Ἐ­πει­δή καί ἔ­φθα­σε ὁ και­ρός τῆς δι­κῆς μου ἀ­να­λύ­σε­ως, ἐ­γώ μέν πη­γαί­νω πρός τόν Θε­ό. Ἐ­σεῖς δέ, παι­διά μου ἐν Κυ­ρί­ῳ ἀ­γα­πη­τά, φρον­τί­στε μέ κά­θε ἐ­πι­μέ­λεια, νά ἑ­τοι­μα­σθῆ­τε κα­λά, τώ­ρα πού ἔ­χε­τε και­ρό, κα­θώς γνω­ρί­ζε­τε, ὅ­τι με­τά τόν θά­να­το δέν ὠ­φε­λεῖ κα­θό­λου ἡ με­τά­νοι­α. Δι­ό­τι στήν μέλ­λου­σα ζω­ή εἶ­ναι ὁ και­ρός τῆς ἀν­τα­πο­δό­σε­ως, ἐ­νῷ στήν πα­ροῦ­σα εἶ­ναι ὁ και­ρός τῆς με­τα­νοί­ας καί τῶν ἀ­γώ­νων γιά τήν ἀ­πό­κτη­σι τῆς ἀ­ρε­τῆς. Ὅ­μως ὅ­λα τά λυ­πη­ρά καί ἐ­πί­πο­να τοῦ κό­σμου αὐτοῦ, σύν­το­μα ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται. Πα­ρό­μοι­α καί ὅ­λα του τά χα­ρο­ποι­ά καί ἡ­δο­νι­κά γρή­γο­ρα φθεί­ρον­ται καί αὐ­τά καί ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται. Ἡ κλη­ρο­νο­μιά ὅ­μως τῶν μελ­λόν­των, τό­σο ἡ ἀ­πό­λαυ­σις τῶν ἀ­γα­θῶν, ὅ­σο καί τά βά­σα­να τῆς κο­λά­σε­ως, εἶ­ναι αἰ­ώ­νια καί παν­το­τι­νά.

Γι’ αὐ­τό σᾶς πα­ραγ­γέλ­λω, πρό πάν­των νά φυ­λάσ­σε­τε μέ ἀ­κρί­βεια τήν θε­ο­πα­ρά­δο­τη πί­στι, χω­ρίς νά κλο­νί­ζε­ται κα­θό­λου ἤ νά σα­λεύ­η ἀ­πό καμ­μί­α πε­ρί­στα­σι και­ροῦ ἤ ἀ­πό κα­νέ­ναν κίν­δυ­νο. Δι­ό­τι με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό, ὅ­πως μοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε ὁ Κύ­ριος, πρό­κει­ται νά γί­νη με­γά­λη ἀ­να­τα­ρα­χή στίς Ἁ­γί­ες Ἐκ­κλη­σί­ες τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πό τούς αἱ­ρε­τι­κούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι θέ­λουν νά δι­α­στρέ­ψουν πολ­λούς στά αἱ­ρε­τι­κά τους φρο­νή­μα­τα. Ἐ­σεῖς, ὅ­μως, νά στέ­κε­σθε στα­θε­ροί στά ὀρ­θά δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί μέ­χρις αἵ­μα­τος, ἄν τό ἀ­παι­τή­ση ἡ πε­ρί­στα­σις.

 Ἔ­πει­τα νά φυ­λάσ­σε­τε τήν ζω­ή σας μα­κριά ἀ­πό κα­τη­γο­ρί­ες καί ἀ­μέ­το­χη ἀ­πό κά­θε κα­κί­α καί ἄν δέν φθά­σε­τε ἀ­κό­μη σ’ αὐ­τό, νά τήν κα­θα­ρί­ζε­τε μέ με­γά­λη προ­θυ­μί­α κά­θε ἡ­μέ­ρα. Τήν δέ παρ­θε­νί­α καί τόν ἁ­για­σμό τοῦ σώ­μα­τος νά τά φυ­λάσ­σε­τε τό­σο πο­λύ, ὥ­στε νά γί­νε­σθε Να­οί ἀ­μό­λυν­τοι, γιά νά ἐ­πι­θυ­μή­ση ὁ κα­θα­ρώ­τα­τος Θε­ός νά κα­τοί­κη­ση σέ ἐ­σᾶς καί νά γε­μί­ση τίς ψυ­χές σας ἀ­πό τόν Ἁ­για­σμό του καί τήν ἀ­νεί­πω­τη εὐ­ω­δί­α του.

  Ὁ θυ­μός καί ἡ ὀρ­γή εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λο κα­κό καί κα­νέ­να ἄλ­λο πά­θος δέν μπο­ρεῖ νά βλά­ψη τό­σο τήν ἀ­δελ­φι­κή ἀ­γά­πη, ὅ­σο αὐ­τό. Ἐ­σεῖς ὅ­μως, γνή­σια σπλάγ­χνα μου, νά φυ­λάσ­σε­τε μέ πολ­λή ἐ­πι­μέ­λεια τήν ὁ­μό­νοι­α, τήν εἰ­ρή­νη, τήν χρι­στο­μί­μη­τη πρα­ό­τη­τα καί τήν φι­λαν­θρω­πί­α. Ἄν ἴ­σως ὅ­μως καί ἀ­πό πει­ρα­σμό αὐ­τοῦ, πού μι­σεῖ τό κα­λό συμ­βῆ καμ­μί­α φο­ρά ἀ­νά­με­σά σας σκάν­δα­λο, νά φρον­τί­ζε­τε, ὅ­σο μπο­ρεῖ­τε, γιά νά ἀ­να­κα­λέ­σε­τε τό γρη­γο­ρό­τε­ρο τό παν­τι­μο κα­λό τῆς ἀ­γά­πης καί τῆς φι­λα­δελ­φί­ας…

Ἐ­άν δέ καί ὁ δι­ά­βο­λος, ὁ ψυ­χο­φθό­ρος σπο­ρέ­ας, θε­λή­ση νά σπεί­ρη στίς ψυ­χές σας σκέ­ψι κα­κῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας, νά φρον­τί­ζε­τε μέ πολ­λή ἐ­πι­μέ­λεια νά τήν ξε­ρι­ζώ­νε­τε ἀ­μέ­σως καί νά τήν βγά­λε­τε ἀ­πό μέ­σα σας. Δι­ό­τι, ἐ­άν προ­φθά­σε­τε γρή­γο­ρα, θά τόν ἀ­πο­δι­ώ­ξε­τε μέ εὐ­κο­λί­α. Ἐ­αν, ὅ­μως, τόν ἀ­φή­σε­τε νά μεί­νη πο­λύ και­ρό μέ­σα στήν καρ­διά σας, μέ με­γά­λη δυ­σκο­λί­α πρό­κει­ται νά τόν ξερ­ρι­ζώ­σε­τε. Καί γιά ὅ­πλα, προ­κει­μέ­νου νά πο­λε­μᾶ­τε ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά, νά με­τα­χει­ρί­ζε­σθε τήν νη­στεί­α, τήν προ­σευ­χή, τά δά­κρυ­α καί τήν ἐν­θύ­μη­σι τοῦ θα­νά­του καί τοῦ ἀ­σβέ­στου πυ­ρός τῆς κο­λά­σε­ως, κα­θώς μί­α τέ­τοι­α ἐν­θύ­μη­σις εἶ­ναι φο­νεύ­τρια κά­θε κα­κοῦ. Καί τό πιό δυ­να­τό ἀ­πό ὅ­λα τα ὅ­πλα καί φο­βε­ρώ­τε­ρο γιά τούς ἐ­χθρούς μας εἶ­ναι τό ἔν­δυ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ μας (τό ὁ­ποῖ­ο μᾶς προ­στά­ζει νά τό μά­θου­με ἀ­πό αὐ­τόν, ὅ­ταν λέ­η «Μά­θε­τε ἀ­πό ἐ­μέ­να, δι­ό­τι εἶ­μαι πρᾶ­ος καί τα­πει­νός στήν καρ­διά») δη­λα­δή ἡ νι­κη­φό­ρα τα­πεί­νω­σις. Τό δέ ἀ­κίν­δυ­νο κα­τα­φύ­γιο, γιά νά μήν σκλα­βω­νώ­μα­στε ἀ­πό τίς σκέ­ψεις πού μᾶς χω­ρί­ζουν ἀ­πό τόν Θε­ό, εἶ­ναι ἡ φύ­λα­ξις καί ἡ προσο­χή τοῦ νοῦ καί ὅ­λων τῶν αἰ­σθή­σε­ων καί τό κυ­ρι­ό­τε­ρο, τῆς ὁ­ρά­σε­ως καί τῆς ἀ­κο­ῆς. Δι­ό­τι ἀ­πό αὐ­τές τίς δύ­ο αἰ­σθή­σεις μπαί­νουν στήν καρ­διά μας ὅ­λες σχε­δόν οἱ κα­κές ἐ­πι­θυ­μί­ες. Καί, ὅ­πως λέ­ει ὁ Προ­φή­της Ἱ­ε­ρε­μί­ας, ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­προ­σε­ξί­ας τῶν θυ­ρί­δων, δη­λα­δή τῶν αἰ­σθή­σε­ων, μπαί­νει μέ­σα μας ὁ ψυ­χι­κός θά­να­τος….

Πρέ­πει νά προ­σέ­χου­με πο­λύ νά μήν κα­τα­κρί­νου­με τόν ἀ­δελ­φό μας, ἀλ­λά νά τόν συμπο­νοῦ­με καί νά τόν δι­ορ­θώ­νου­με. Δι­ό­τι ἡ συ­κο­φαν­τί­α εἶ­ναι γέν­νη­μα ψυ­χῆς ὑ­πε­ρή­φα­νης, πού κα­τα­δι­κά­ζει μέ τήν σκέ­ψι της ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους καί ζη­τεῖ μέ τήν κα­τα­συ­κο­φάν­τη­σι τῶν ἄλ­λων νά δι­και­ώ­ση καί νά δο­ξά­ση τόν ἑ­αυ­τό της….

Ἄν σοῦ ἀ­ρέ­ση, ἀ­δελ­φέ, νά κρί­νης καί νά ἐ­ξε­τά­ζης, πο­λύ κον­τά νά ἔ­χης τόν ἑ­αυ­τό σου καί μήν πά­ψης πο­τέ νά κρί­νης καί νά ἐ­ξε­τά­ζης πάν­το­τε ὅ­λα σου τά ἀ­πό­κρυ­φα, δη­λα­δή τίς σκέ­ψεις σου καί τά λό­για σου καί τά ἔρ­γα σου, δι­ορ­θώ­νων­τας τά σφάλ­μα­τά σου. Δι­ό­τι, ἐ­άν κρί­νου­με ἐ­δῶ τόν ἑ­αυ­τό μας στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή καί δι­ορ­θω­θοῦ­με, δέν θά κα­τα­κρι­θοῦ­με ἀ­πό τόν Θε­ό στήν ἄλ­λη ζω­ή, οὔ­τε θά κα­τα­δι­κα­σθοῦ­με στήν κό­λα­σι…….

Νά ἀ­γα­πᾶ­τε τήν φι­λο­ξε­νί­α, καί νά τήν με­τα­χει­ρί­ζε­σθε πάν­το­τε, δι­ό­τι εἶ­ναι ἔρ­γο θε­ά­ρε­στο. Καί ὅ­ταν ὑ­πο­δέ­χε­σθε τούς ξέ­νους, νά τούς πλέ­νε­τε τά πό­δια τους, κα­θώς αὐ­τό τό πλύ­σι­μο τῶν πο­δι­ῶν εἶ­ναι δι­α­κό­νη­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί ἐν­το­λή του. Καί αὐ­τός πρῶ­τος ἔ­πλυ­νε τά πό­δια τῶν μα­θη­τῶν του καί πρό­στα­ξε νά τό κά­νου­με καί ἐ­μεῖς. Τό ὁ­ποῖ­ο ὄ­χι μό­νο προ­ξε­νεῖ ἀ­νά­παυ­σι στούς κου­ρα­σμέ­νους, ἀλ­λά μπο­ρεῖ ἀ­κό­μη νά γι­α­τρέ­ψη, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λο ἐ­πάγ­γελ­μα καί τό βλα­πτι­κώ­τε­ρο ἀρ­ρώ­στη­μα τῆς ψυ­χῆς, τήν μα­ται­ο­δο­ξί­α.

Αὐ­τά πού κα­θα­ρί­ζουν τήν ψυ­χή ἀ­πό τούς μο­λυ­σμούς τῆς ἁ­μαρ­τί­ας εἶ­ναι πολ­λά. Δη­λα­δή τά δά­κρυ­α, οἱ ἀ­να­στε­ναγ­μοί, ἡ συν­τρι­βή τῆς καρ­διᾶς, ἡ νη­στεί­α, ἡ προ­σευ­χή, τό νά κά­θε­σαι κα­τα­γῆς καί κά­θε ἄλ­λο πού γι­α­τρεύ­ει ἐ­κεί­νους πού με­τα­νο­οῦν. Ὅ­μως εἶ­ναι με­τρί­ως κο­πι­α­στι­κά, ἄν καί προ­ξε­νοῦν με­γά­λη ὠ­φέ­λεια στούς δι­α­κρι­τι­κούς. Ὡ­στό­σο ἕ­να μό­νο γνω­ρί­ζω πο­λύ ἀ­κού­ρα­στο, ἀλ­λά πο­λύ δυ­να­τό γιά νά κα­θα­ρί­ση τούς μο­λυ­σμούς τῆς ψυ­χῆς. Καί εἶ­ναι αὐ­τό, τό νά δεί­χνη συμ­πά­θεια κά­ποι­ος στά σφάλ­μα­τα ἐ­κεί­νων πού τοῦ φταῖ­νε. Τό ὁ­ποῖ­ο ὄ­χι μό­νο ἐ­πι­φέ­ρει τήν ἄ­φε­σι τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των σέ ἐ­κεῖ­νον πού δεί­χνει συμ­πά­θεια, σύμ­φω­να μέ τό, «συγ­χω­ρῆ­στε καί θά σᾶς συγ­χω­ρή­σουν», ἀλ­λά πολ­λές φο­ρές συ­νε­τί­ζει καί τόν φταί­χτη ἡ συμ­πά­θεια πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν παί­δευ­σι καί ἀ­πό ἐ­λεύ­θε­ρο τόν κά­νει δοῦ­λο σέ ἐ­κεῖ­νον πού τοῦ δεί­ξη συμ­πά­θεια. Ὅ­πως πι­στεύ­ουν καί οἱ ἄ­πι­στοι, πού λέ­νε, ὅ­τι ἡ συγ­γνώ­μη εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη τῆς τι­μω­ρί­ας.

Αὐ­τά καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α δι­δά­σκον­τας στούς μα­θη­τές του ὁ θεῖ­ος Χα­ρί­των, τούς εὐ­χή­θη­κε σω­τη­ρί­α ψυ­χῆς. Ἔ­πει­τα, χω­ρίς νά δο­κι­μά­ση καμ­μί­α ἀ­σθέ­νεια, οὔ­τε νά πο­νέ­ση κα­νέ­να ἀ­πό τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός του, πέ­φτον­τας ἐ­πά­νω σέ ἕ­να κρεβ­βά­τι καί ἀ­πλώ­νον­τας τά πό­δια του, πα­ρέ­δω­σε ἀ­μέ­σως τήν ἁ­γί­α του ψυ­χή χα­ρού­με­νη στούς Ἁ­γί­ους Ἀγ­γέ­λους καί ἔ­τσι με­τέ­βη στήν ἀ­τε­λεύ­τη­τη μα­κα­ρι­ό­τη­τα, ἐ­κεῖ πού ὑ­πο­δέ­χε­ται ἡ πο­λύ εὐ­τυ­χής ἀ­νά­παυ­σις ἐ­κεί­νους, πού ἵ­δρω­σαν καί κο­πί­α­σαν στόν ἀμ­πε­λῶ­να τοῦ Κυ­ρί­ου καί ἐ­κεί­νους, πού βά­δι­σαν τόν στε­νό καί κο­πι­α­στι­κό δρό­μο τῆς ἀ­ρε­τῆς. 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης