Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΕ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Θεολόγου.
Ὁ Μέγας Αὐτός Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντος καί Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, κατά τό ἔτος 354, καταγόμενος ἀπό τήν δεύτερη Καππαδοκία. Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐγενεῖς καί δίκαιοι, Γρηγόριος καί Νόννα ὀνομαζόμενοι, σεβόμενοι προηγουμένως ἀπό ἄγνοια τά εἴδωλα. Ἀπό τότε ὅμως πού γέννησαν τόν Μέγα αὐτόν Γρηγόριο, τότε ἀναγεννήθηκαν καί αὐτοί δι’ ὕδατος καί Πνεύματος, δηλαδή βαπτίσθησαν. Καί ὁ πατέρας του ἔγινε γνήσιος Ἀρχιερέας τῆς Ναζιανζοῦ, ἡ ὁποία τώρα ὀνομάζεται τουρκιστί Σινασός. Ὅταν ὁ θεῖος Γρηγόριος ἔφθασε σέ μέτρο ἡλικίας καί τέλειωσε ὅλη τήν ἐγκύκλιο παιδεία καί ὅλη τήν ἐξωτερική καί ἐσωτερική φιλοσοφία, ὅπως κανένας ἄλλος, αὐτός ὁ ἴδιος ἔγινε ἐξηγητής καί διδάσκαλος τῆς δικῆς του ζωῆς. Διότι αὐτήν ἀναφέρει στούς ἐγκωμιαστικούς καί ἐπιτάφιους λόγους, πού συνέγραψε στόν Μέγα Βασίλειο καί στόν Γρηγόριο τόν πατέρα του καί στόν ἀδελφό του Καισάριο καί στήν ἀδελφή του Γοργονία. Ἔτσι, ὅσοι συνέγραψαν κάτι γι’ αὐτόν τόν Θεολόγο, ὅλοι δέν ἔλαβαν ἀπό ἀλλοῦ ἀφορμές, παρά ἀπό τούς δικούς του λόγους.
Τόσο μόνο εἶναι ἀναγκαῖο νά ποῦμε ἐδῶ γι’ αὐτόν τόν μεγάλο Πατέρα, ὅτι ἄν ἔπρεπε νά γίνη ἕνας στῦλος ἔμψυχος καί ζωντανός, συντεθεμένος ἀπό ὅλες τίς ἀρετές, Αὐτός ἦταν ὁ Μέγας Γρηγόριος. Διότι μέ τήν λαμπρότητα τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ ξεπέρασε ὅσους διακρίνονταν στήν πρᾶξι, σέ τόσο ὕψος τῆς θεωρίας ἀνῆλθε, ὥστε ὅλοι ἐνικῶντο ἀπό τήν σοφία, πού εἶχε, τόσο στούς λόγους, ὅσο καί στά δόγματα. Ὁπότε καί ἀπόκτησε κατ’ ἐξαίρετο τρόπο τό νά ἐπονομάζεται Θεολόγος. Ἦταν δέ ὡς πρός τόν χαρακτῆρα τοῦ σώματος μέτριος ὡς πρός τό μέγεθος, λίγο δέ κίτρινος μαζί καί χαρούμενος. Εἶχε κοντή καί πλατειά τήν μύτη. Τά φρύδιά του ἦταν ἴσια. Ἔβλεπε ἥμερα καί καταδεκτικά. Εἶχε τό δεξί μάτι ξηρότερο ἀπό τό ἀριστερό καί ὑπῆρχε καί ἕνα σημάδι πληγῆς στήν μία ἄκρη τοῦ ὀφθαλμοῦ του[87]. Εἶχε τό γένιο ἀρκετά πυκνό ὄχι ὅμως καί καί μακρύ. Ἦταν φαλακρός καί ἄσπρος στήν κεφαλή καί ἔδειχνε, ὅτι ἦταν τά ἄκρα τοῦ γένιου του σάν καπνισμένα.
Τελεῖται ἡ Σύναξις στήν ἁγιώτατη μεγάλη Ἐκκλησία καί στόν μαρτυρικό Ναό τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, στήν ἀρχή τοῦ μέρους, πού ὀνομάζεται τοῦ Δομνίνου καί στήν Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Μεγάλων Ἀποστόλων, ὅπου ἀποθησαύρισε τό ἅγιο λείψανό του ὁ φιλόχριστος βασιλιάς Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος, ὁ ὁποῖος βασίλευσε, κατά τό ἔτος 912, μεταφέροντάς το ἀπό τήν Ναζιανζό.
(Τόν ἐκτενῆ Βίο του βλέπε στόν Νέο Παράδεισο. Τόν ἑλληνικό Βίο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ συνέγραψε κάποιος Γρηγόριος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Συγκαλεῖ μέν ἡμᾶς ὦ ἄνδρες, Γρηγόριος». Σῴζεται σέ ὅσα ἔχουν ἐκδοθῆ καί στήν Μεγίστη Λαύρα).
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μάρης ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Αὐτός ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Μάρης, ἀκόμη καί στόν κόσμο, ὅταν ἦταν ὡς νέος, ἦταν ὡραῖος καί καλλίφωνος. Ἔτσι στόλιζε τίς ἑορτές καί πανηγύρεις τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἁγίων μέ τίς γλυκύτατες ψαλμῳδίες καί τά ᾄσματά του. Ἀγαποῦσε πάντοτε τόν Θεό καί μέ προθυμία ἐκτελοῦσε τίς ἐντολές.
Ἀλλά καί τό σῶμα του φύλαγε καθαρό ὁ ἀοίδιμος, ἐνῷ τήν ψυχή του τηροῦσε ἄμωμη καί ἄσπιλη, μολονότι βρισκόταν ἀνάμεσα στίς παγίδες τῶν ἡδονῶν καί συνανεστρεφόταν μέ κοσμικούς ἀνθρώπους. Ὅταν λοιπόν θέλησε νά ἀρνηθῆ τόν κόσμο, πῆγε σέ ἕνα μέρος, πού ὠνομαζόταν τοῦ Ὁμήρου, καί ἐκεῖ ἀφοῦ ἔκτισε ἕνα μικρό κελλάκι, κλείσθηκε σ’ αὐτό καί πέρασε 37 χρόνια. Καί μολονότι τό κελλάκι του δεχόταν μεγάλη ὑγρασία ἀπό τό διπλανό βουνό, καί ἀπό τήν ὑγρασία ὁ ἴδιος ὑπέφερε πολύ, παρόλα αὐτά, δέν θέλησε ὁ ἀοίδιμος νά ἀλλάξη τό κελλί ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἔμεινε σέ αὐτό, ἕως ὅτου τόν δρόμο τελείωσε τῆς ζωῆς του.
Αὐτός ἀγαποῦσε τήν ἁπλότητα, συγχαινόταν ὅμως ἐντελῶς τά ποικίλα ἤθη καί πανουργίες καί ἐπιθυμοῦσε τήν φτώχεια περισσότερο ἀπό τόν πολύ πλοῦτο. Γι’ αὐτό φοροῦσε ἐνδύματα ὑφασμένα ἀπό γιδίσιες τρίχες καί ἀρκεῖτο σέ πάρα πολύ λίγο ψωμί καί ἁλάτι καί νερό.
Καί ἐπειδή, ὄντας στήν ἔρημο, εἶχε χρόνια πολλά πού δέν εἶδε νά τελῆται ἡ πνευματική θυσία, δηλαδή ἡ θεία Λειτουργία, γι’ αὐτό ζήτησε νά γίνη λειτουργία ἐκεῖ στό κελλί του. Ἔτσι, παρών ἐκεῖ ὁ Κύρου Θεοδώρητος (ὁ ὁποῖος καί τόν Βίο τοῦ Ὁσίου συνέγραψε στόν εἰκοστό ἀριθμό τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας, ἀπό τόν ὁποῖο ἐρανίσθηκε καί τό Συναξάρι αὐτό), μέ εὐχαρίστησι δέχθηκε τήν αἴτησι τοῦ Ὁσίου. Καί ἀμέσως ἔστειλε στό κοντινό χωριό καί ἔφεραν ἱερά σκεύη καί, ἀφοῦ χρησιμοποίησε τά χέρια τῶν Διακόνων ἀντί ἁγίας Τραπέζης, ἐπάνω σε αὐτά πρόσφερε τήν ἀναίμακτη θυσία ἐνώπιον τοῦ Ὁσίου. Ὁ δέ Ὅσιος ἀπό τόση μεγάλη ἡδονή γέμισε, ὥστε νόμιζε, ὅτι βλέπει αὐτόν τόν ἴδιο τόν Οὐρανό. Καί ἔλεγε, ὅτι ἄλλη φορά δέν ἀπόλαυσε τέτοια πνευματική εὐφροσύνη[89].
Ἔτσι λοιπόν ἀφοῦ καλά διεπέρασε τήν ζωή του καί ἀφοῦ ἀνέβηκε στούς Οὐρανούς, χορεύει μέ ὅλους τούς Ἁγίους στίς αὐλές τῶν πρωτοτόκων.
Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Καστίνου Ἐπισκόπου Βυζαντίου.
Αὐτός ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Καστίνος καταγόταν ἀπό τήν παλαιά Ρώμη καί ἦταν προηγουμένως εἰδωλολάτρης ὡς πρός τήν θρησκεία. Ὡς πρός τό ἀξίωμά του ὅμως ἦταν ἄρχοντας τῆς βασιλικῆς συγκλήτου καί πολύ πλούσιος. Ἐπειδή ὅμως γράφθηκε ἀπό τόν Ἀπόστολο, ὅτι ὁ Θεός «οὕς προέγνω καί προώρισε» (Ρωμ. 8,29), γι’ αὐτό καί τά σχετικά μέ τόν Ἅγιο αὐτόν τά οἰκονόμησε ὁ Θεός, σύμφωνα μέ τήν φιλανθρωπία του καί γιά τήν σωτηρία. Ὅλα λοιπόν, ὅσα ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά μᾶς συμβαίνουν, μολονότι φαινομενικά εἶναι ἀντίθετα στήν δική μας γνώμη, ἀλλ’ ὅμως ἀποβλέπουν στό συμφέρον τῆς ψυχῆς μας, ὅπως συνέβη καί μέ ἐκεῖνον, πού ἁμάρτησε στήν Κόρινθο καί παραδόθηκε ἀπό τόν Παῦλο κηδεμονικά στόν Σατανᾶ, γιά νά σωθῆ, λέει, ἡ ψυχή του. Ἔτσι καί Αὐτός ὁ Ἅγιος παιδευόταν ἀπό τόν δαίμονα χρόνια πολλά, προκειμένου νά ἀποστραφῆ τήν ἑλληνική πλάνη. Ἐπειδή ὅμως αὐτός ἔκανε τό πᾶν, γιά νά θεραπευθῆ ἀπό τό δαιμόνιο καί τίποτε δέν κατώρθωσε, γι’ αὐτό βρισκόταν σέ ἀμηχανία καί ἀπόγνωσι τῆς θεραπείας του. Τότε λοιπόν ὁ Κυριλλιανός ὁ τῆς Ἀργυρουπόλεως Ἐπίσκοπος, θαυματουργοῦσε στούς πλησιόχωρους τόπους τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Στάλθηκε μήνυμα λοιπόν στόν Καστίνο στήν Ρώμη, ὅτι ὑπάρχει τέτοιος θαυματουργός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά τόν ἐλευθερώση ἀπό τό δαιμόνιο. Ἀμέσως λοιπόν ἀνεχώρησε ἀπό τήν Ρώμη καί ἔτρεξε στά μέρη τοῦ Βυζαντίου καί συνάντησε τόν Ἅγιο Κυριλλιανό. Τότε, ἀφοῦ ἔπεσε στά πόδια του καί τόν παρεκάλεσε γιά τήν ἀσθένειά του, θεραπεύθηκε. Μετά τήν θεραπεία, ἀμέσως βαπτίσθηκε. Τότε ἔστειλε ἀνθρώπους στήν Ρώμη καί μοίρασε στούς πτωχούς ὅλα του τά ὑπάρχοντα, ἐνῷ ὁ ἴδιος ἔμεινε μαζί μέ τόν θαυματουργό Κυριλλιανό ὑπηρετῶντας τον σάν ἕνας δοῦλος καί τιποτένιος ἄνθρωπος. Ὁ μακάριος Κυριλλιανός ὅμως, ἔχοντας προγνωστικό χάρισμα, προεῖδε, ὅτι καί ὁ ἀοίδιμος Καστίνος θά μπορέση νά ποιμάνη λαό. Τότε τοῦ δίδαξε κάθε κατάστασι τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὅταν αὐτός ἐπρόκειτο νά πεθάνη, χειροτόνησε τόν Καστίνο Ἀρχιερέα τῆς Ἀργυρουπόλεως καί τοῦ Βυζαντίου, παραγγέλοντάς του τά ἑξῆς· «Ἰδού τέκνον, πού ἔγινες Ἐπίσκοπος μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ μέ τό δικό μου τό χέρι. Τώρα ἀγωνίσου νά μεταθέσης τήν Ἐκκλησία, πού βρίσκεται στήν Ἀργυρούπολι, στήν ἀπέναντι χώρα τοῦ Βυζαντίου, διότι αὐτό μοῦ φανερώθηκε ἀπό τόν Θεό πρίν ἀπό πολύ καιρό». Ἀφοῦ λοιπόν πέθανε ὁ Κυριλλιανός, ἀγωνίσθηκε ὁ μακάριος Καστίνος περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο καί ἔκτισε Ἐκκλησία στό βόρειο μέρος τοῦ Βυζαντίου στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ἡ ὁποία τότε μόλις εἶχε μαρτυρήσει στήν Χαλκηδόνα. Καί ἔτσι μετέφερε τήν Ἐκκλησία ἐκείνη στό ἐπισκοπεῖο τῆς Ἀργυρουπόλεως. Ἔτσι αὐτός ὁ Καστίνος εἶναι μέν δέκατος ὄγδοος Ἐπίσκοπος τῆς Ἀργυρουπόλεως, πρῶτος ὅμως (μετά τόν Ἀπόστολο Στάχυ δηλαδή) Ἐπίσκοπος τοῦ Βυζαντίου. Ἀποστολικά λοιπόν καί θεάρεστα, ἀφοῦ ποίμανε τό τοῦ Χριστοῦ ποίμνιο ἑπτά χρόνια καί διάδοχό του στό Βυζάντιο χειροτόνησε κάποιον εὐλαβέστατο Τίτο, ἀπῆλθε πρός Κύριο[92].
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Αὐξέντιος, ὁ μαρτυρήσας ἐν Κωνσταντίνου-πόλει ἐν ἔτει 1720, ξίφει τελειοῦται.
Αὐτός ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Αὐξέντιος ἦταν ἀπό μία Ἐπισκοπή τῶν Ἰωαννίνων, πού ὠνομαζόταν Βελλᾶς, γέννημα εὐσεβῶν Χριστιανῶν. Ὅταν ἦταν ἀκόμη νέος, πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι καί δούλευε τήν τέχνη τῶν γουναράδων στό χάνι τό λεγόμενο Μαχμούτ Πασσά. Ἀλλά ὁ ἐχθρός τοῦ καλοῦ, ὁ διάβολος, πού πάντοτε δέν παύει νά πολεμᾶ τούς νέους μέ διάφορους τρόπους, δέν ὑπέφερε νά βλέπη καί τούτου τοῦ νέου τήν καθαρότητα. Γι’ αὐτό ἔσπειρε σ’ αὐτόν τέτοιες σκέψεις. Ὅτι, δηλαδή, νά περάση αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή μέ ἡδονές καί ξεφαντώματα καί μέ ἄλλα παρόμοια· καί ἔτσι τόν παρέσυρε καί ἄφησε τήν τέχνη του καί πῆγε μέ τά Βασιλικά καράβια. Ἐκεῖ λοιπόν κάνοντας κάμποσο καιρό καί ξεφαντώνοντας μέ τούς συντρόφους του τούς ἀλλόφυλους, συκοφαντήθηκε ἀπ' αὐτούς τούς ἴδιους ψευδῶς, πώς ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί ὠμολόγησε τήν θρησκεία τους. Γι’ αὐτό ἐπειδή φοβήθηκε, μήπως τόν διαβάλουν στόν ἀφέντη τοῦ καραβιοῦ του, ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ κρυφά καί ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολ (διότι ἦταν ἔξω ἀπ’ αὐτή) ντυμένος ὄχι μέ τά συνήθη ἐνδύματα τῶν Καλιουντζήδων, ἀλλά μέ ἄλλα ταπεινά. Καί ἀφοῦ ἀγοράσε ἕνα καΐκι, δούλευε μέ αὐτό, γιά νά βγάζη τά πρός τό ζῆν. Μετανόησε ὅμως καί ὁλόψυχα γιά τά πρότερα σφάλματα πού ἔκανε καί μάλιστα κατακαιγόταν ἡ καρδιά του ἀπό τόν ἔρωτα τοῦ Μαρτυρίου καί νύχτα καί ἡμέρα παρακαλοῦσε τόν Θεό μέ θερμά δάκρυα, νά τοῦ δείξη κανέναν ἔμπειρο πνευματικό γιά νά τοῦ ἐξομολογηθῆ καί νά τοῦ φανερώση τόν πόθο, πού εἶχε στό νά πιῆ τό ποτήρι τοῦ Μαρτυρίου. Καί ὁ Θεός δέν παράκουσε τήν δέησί του, ἀλλά τοῦ ἔστειλε ἰατρό ἔμπειρο, ἀνάλογο μέ τόν πόθο του, μέ τόν ἑξῆς τρόπο· Ὁ σύγκελλος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Γρηγόριος, (ὁ ὁποῖος ἦταν ἁγιορείτης, ἀπό τήν σεβάσμια μονή τοῦ Ξηροποτάμου) θέλοντας νά περάση μία ἡμέρα ἀπό τό Καράκιοϊ στό Φανάρι, μέ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ μπῆκε στό καΐκι τοῦ νέου. Ὁ νέος, βλέποντας τό εὐλαβικό ἦθος τοῦ συγκέλλου, ἀπεφάσισε νά τοῦ ἀποκαλύψη τόν σκοπό του. Καί λοιπόν, ἀφοῦ βγῆκε ἀπό τό καΐκι, τόν πῆρε ἰδιαιτέρως καί τοῦ φανέρωσε τήν διακαῆ ἀγάπη, πού εἶχε στό νά μαρτυρήση γιά τόν Χριστό. Καί ὁ σύγκελλος ἐπαίνεσε μέν τόν σκοπό του, τόν ἐμπόδισε ὅμως ἀπό τόν ἀγῶνα τοῦ Μαρτυρίου, φοβούμενος μήπως δειλιάση στά βασανιστήρια. Καί ἔτσι τοῦ εἶπε· «Ἄκουσε, τέκνο μου, οἱ σκευωρίες τοῦ πονηροῦ διαβόλου εἶναι πολλές καί φοβοῦμαι, μήπως σέ κάνη καί δειλιάσης στά βασανιστήρια καί στερηθῆς τόν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἀλλά φύγε ἀπό ἐδῶ καί πήγαινε σέ καμμία ἡσυχία καί ἐκεῖ γίνε καλόγηρος καί ζῆσε τήν ζωή σου ἐνάρετα. Καί ἐλπίζω στήν ἀγαθότητα τοῦ γλυκυτάτου μᾶς Ἰησοῦ νά σέ συμπεριλάβη μετά θάνατο στόν χορό τῶν Μαρτύρων, γιά νά χαίρεσαι αἰώνια. Ὁ νέος ὅμως μόλις τά ἄκουσε αὐτά σιωποῦσε μέν, σεβόμενος τόν πνευματικό του πατέρα, ἡ καρδιά του ὅμως καταφλεγόταν ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα τοῦ Μαρτυρίου. Γι’ αὐτό δούλευε πάλι μέ τό καΐκι του καί ἀπό τά χρήματα πού ἔβγαζε, κρατοῦσε μόνο ὅσα ἦταν ἀρκετά γιά τό φαγητό του, ἐνῶ τά ὑπόλοιπα τά μοίραζε στούς φτωχούς. Περνοῦσε καί στό ἑξῆς τήν ζωή του μέ νηστεῖεςκαί μέ ὁλονυχτίους ἀγρυπνίες. Πολλές φορές μάλιστα πήγαινε στόν ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἔξω στήν Ζωοδόχο Πηγή καί ὅλη τήν νύχτα παρακαλοῦσε τήν Πανάχραντο, γιά νά τοῦ δώση δύναμι νά τελειώση τήν ζωή του μέ Μαρτύριο. Καί λοιπόν μέ τέτοια καί τόσα πολλά ὅπλα ἁρματώθηκε ἀπό τήν θεία χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐνδυναμώθηκε ἀπό τήν πρεσβεία τῆς Θεοτόκου καί ἔτσι πῆγε πάλι στό προηγούμενο καράβι, πού ἦταν. Οἱ δέ σύντροφοί του καί οἱ ἄλλοι, πού τόν γνώριζαν, ἀμέσως μόλις τόν εἶδαν, ὥρμησαν ἐναντίον του μέ μεγάλο θυμό, καί τόν χτυποῦσαν. Ἄλλοι πάλι τοῦ ἔλεγαν, ἐσύ ἤσουν στήν θρησκεία μας καί πῶς τώρα ἄλλαξες τήν γνώμη σου; Καί λέγοντας αὐτά, τόν τραβοῦσαν στό δικαστήριο. Ὁ δέ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, χωρίς νά δειλιάση καθόλου, μέ γελαστό πρόσωπο ἀντέλεγε σ’ αὐτούς, φωνάζοντας μέ παρρησία· «Ἐγώ Χριστιανός ἤμουν καί εἶμαι καί γιά τόν Χριστό μου εἶμαι ἕτοιμος νά λάβω μύρια βασανιστήρια». Ἕνας δέ ἀπό ἐκείνους, μή ὑποφέροντας τήν τόση παρρησία τοῦ Ἁγίου, τόν χτύπησε στό μέτωπο μέ σίδερο καί χύθηκε τό δεξί του μάτι. Ὁ Μάρτυς ὅμως χωρίς νά δειλιάση μέ αὐτό, εὐχαριστοῦσε τόν Κύριο πού τόν ἀξίωσε νά πάσχη γιά τό ὄνομά του. Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ἁμαρτωλός, πάλι χτύπησε στό στόμα τόν Μάρτυρα, καί ἀμέσως ἔπεσαν δύο του δόντια. Ἀλλά ὁ Μάρτυς πάλι μέ δυνατή φωνή κήρυττε τόν Χριστό, ὡς Θεό ἀληθιvό. Γι’ αὐτό τόν πήγαν πρῶτα στό δικαστήριο τοῦ Μουλᾶ. Καί τόν ρώτησε ὁ δικαστής× «Γιατί ἄλλαξε τήν προηγούμενη γνώμη του καί ἀρνήθηκε τήν θρησκεία τους;». Διότι, ὅπως μαρτυροῦν οἱ ἐκεῖ παρόντες μάρτυρες, ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί ὠμολόγησε ὡς καλή τήν θρησκεία τους. Τότε ὁ Ἅγιος ὑψώνοντας τόν νοῦ του πρός τόν Θεό καί ζητῶντας τήν θεία του βοήθεια, στράφηκε πρός τόν δικαστή καί τοῦ λέει μέ εἰλικρινῆ καί θαρραλέα φωνή· «Ἐγώ, δικαστά, οὐδέποτε ἀρνήθηκα τόν γλυκύτατό μου Χριστό. Ἀλλά πιστεύω καί ὁμολογῶ αὐτόν ὡς Θεό παντοδύναμο καί ποιητή τοῦ σύμπαντος κόσμου καί εἶμαι ἕτοιμος νά χύσω τό αἷμα μου γιά τήν πίστι μου καί ὄχι νά τουρκέψω. Ἄς μή συμβῆ ποτέ Κύριέ μου». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ δικαστής, γέμισε ὅλος θυμό καί προστάζει τούς ὑπηρέτες νά χτυπήσουν μέ τριακοσίες ξυλιές τά πόδια τοῦ Ἁγίου. Οἱ δέ ὑπηρέτες ἐξετέλεσαν ἀμέσως τήν προσταγή. Ὁπότε ἔτρεχε τό αἷμα σάν ποτάμι ἀπό τά νύχια τῶν ποδιῶν τοῦ Μάρτυρος. Ὁ δέ Ἅγιος εὐχαριστοῦσε πολύ τόν Κύριο, παρακαλῶντας τον νά τόν ἐνδυναμώση καί στό ἑξῆς νά τελειώση τόν δρόμο τοῦ Μαρτυρίου. Ἔπειτα πρόσταξε ὁ δικαστής νά πᾶνε τόν Μάρτυρα στό Πασσιᾶ καπισί καί νά τόν φυλακίσουν ἐκεῖ, ἕως ὅτου νά γίνη μεγαλύτερο δικαστήριο, γιά νά τόν δικάσουν, ἐπειδή τότε ἔτυχε νά εἶναι ἡμέρα Παρασκευή. Πράγμα πού ἔγινε. Ὁ δέ πνευματικός του πατέρας, πού προαναφέρθηκε, λέω, Γρηγόριος, ὅταν ἔμαθε τήν παρρησία τοῦ Ἁγίου καί τά βασανιστήρια πού ὑπέμεινε γιά τόν Χριστό, βρῆκε τρόπο καί πῆγε καί τόν συνάντησε μέσα στήν φυλακή καί μέ τά λόγια του τοῦ ἔδωσε θάρρος νά μή δειλιάση στούς ἀγῶνες, ἀλλά νά σταθῆ μέ γενναῖο φρόνημα, γιά νά ντροπιάση τόν διάβολο καί νά λάβη λαμπρούς τούς στεφάνους τῆς νίκης ἀπό τόν κριτή Θεό. Ὁ δέ Μάρτυς ζήτησε νά μεταλάβη τά ἄχραντα μυστήρια. Καί ἀμέσως τοῦ τά ἔφερε ὁ σύγκελλος καί ἐκπλήρωσε τό αἴτημά του. Τήν ἐρχόμενη Τρίτη ἔφεραν τόν Ἅγιο στό δικαστήριο δεμένο μέ βαριές ἁλυσίδες, σάν κακοῦργο. Αὐτός ὅμως ἔστεκε χαρούμενος, σάν νά ἔστεκε σέ καμμία πανήγυρι. Βλέποντάς τον ὅμως ὁ Βεζύρης μέ ἄγριο καί φονικό βλέμμα, τοῦ λέει· «Γιατί ἐσύ δέν ὁμολογεῖς τήν δική μας θρησκεία ὡς καλή καί ἀληθινή, ἀλλά τήν ἀποστρέφεσαι καί τήν ἐξευτελίζεις»; Τότε ὁ Μάρτυς τοῦ λέει· «Ἐγώ Χριστιανός γεννήθηκα καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω καί δέν ἀρνοῦμαι τήν πίστι μου, ἀκόμη καί ἄν μοῦ κάνετε μύρια βασανιστήρια, διότι αὐτή εἶναι καλή καί ἀληθινή. Καί μακάρι νά πιστεύσετε καί ἐσεῖς κάποτε, ἀφέντη, γιά νά μή κολασθῆτε». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ἀπ’ αὐτόν ὁ Βεζύρης, γέμισε ὅλος θυμό καί βλέποντας τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης τοῦ Μάρτυρα, ἐξέδωσε τήν καταδικαστική ἀπόφασι νά σκοτωθῆ μέ ξίφος. Καί ἀμέσως ἀφοῦ τόν ἅρπαξαν οἱ ὑπηρέτες, τόν ἔφεραν στόν τόπο τῆς καταδίκης. Ὁ δέ Ἅγιος ἔκανε δέησι πρός τόν Θεό, γιά τήν συνένωσι καί τήν εἰρηνική κατάστασι τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί ὅλου τοῦ Κόσμου. Ἔπειτα, ἀφοῦ γονάτισε, εἶπε στόν τζελάτη νά κάνη ἐκεῖνο, πού προστάχθηκε. Αὐτός τότε, ἀπέκοψε τήν Ἁγία του κεφαλή στίς 25 Ἰανουαρίου ἡμέρα Τρίτη, ὥρα β΄ τῆς ἡμέρας, καί ἔτσι ἔλαβε ὁ πανύμνητος τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου, στήν ἡλικία τῶν τριάντα ἐτῶν. Τήν δέ ἐρχόμενη Τετάρτη πρός τό ξημέρωμα, φῶς οὐράνιο κατέβηκε ἐπάνω στό μαρτυρικό λείψανο, τό ὁποῖο εἶδαν ὄχι μόνο πολλοί Χριστιανοί, ἀλλά καί πολλοί Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι καί τό ὡμολογοῦσαν καί τό κήρυτταν μπροστά σέ ὅλους. Ὁ δέ φιλόχριστος ἄρχοντας Μιχαήλ, ὁ τερτζίμπασης τοῦ Βασιλιᾶ, ἐπειδή εἶχε θάρρος στήν σουλτάνα, τήν παρεκάλεσε, γιά νά προστάξη νά τοῦ δοθῆ τό σῶμα τοῦ Μάρτυρος, γιά νά τό θάψη· ἡ ὁποία πρόσταξε καί τοῦ τό ἔδωσαν. Μόλις ἔλαβε ὁ ἄρχοντας τό σῶμα τοῦ Ἁγίου, τό ἔπλυνε μέ διάφορα μύρα καί ἀρώματα, ὅπως ἔκανε καί ὁ Νικόδημος στό θεοποιημένο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καί ἔτσι μέ πολλή εὐλάβεια τό σήκωσαν οἱ Χριστιανοί μαζί μέ τόν Πατριάρχη καί τούς παρευρεθέντες ἀρχιερεῖς καί τό ἐπήγαν στόν ναό τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καί ἐκεῖ το ἐνταφίασαν μέ τιμές. Μετά δέ ἀπό δύο χρόνια, ὁ προαναφερθείς ἄρχοντας, ἐπειδή εἶχε μεγάλη εὐλάβεια πρός τόν Μάρτυρα, ἔκανε ἀνακομιδή τοῦ λειψάνου του καί ἀμέσως μόλις ἄνοιξαν τόν τάφο, βγῆκε τόση μυστηριώδης εὐωδία, ὥστε θαύμασαν ὅλοι οἱ Χριστιανοί πού βρέθηκαν ἐκεῖ καί δόξασαν τόν Θεό, πού δοξάζει αὐτούς πού τόν δοξάζουν. Καί πῆρε ὁ ἄρχοντας τήν Ἁγία κάρα τοῦ Μάρτυρα στήν οἰκία του. Καί ἐπειδή ἔτυχε νά εἶναι ἄρρωστοι οἱ υἱοί του μέ σοβαρή καί βαρυτάτη ἀσθένεια, ἀμέσως μόλις ἀσπάσθηκαν μέ πίστι καί εὐλάβεια τήν Ἁγία κάρα, ὤ τοῦ θαύματος! σηκώθηκαν ἀπό τό κρεββάτι καί ἔγιναν τελείως ὑγιεῖς, δοξάζοντας τόν Θεό καί τόν Ἅγιο. Ἀλλά καί κάποιος ράφτης, πού ὠνομαζόταν Νικόλαος καί ταλαιπωρεῖτο ἀπό σοβαρή καί ἐπικίνδυνη ἀσθένεια καί εἶχε ἀποφασισθῆ ἀπό τούς ἰατρούς ὅτι θά πεθάνη, ἀπελπισμένος πλέον ἀπό τήν παροῦσα ζωή, θυμήθηκε τό θαῦμα πού ἔκανε ὁ Ἅγιος στούς υἱούς τοῦ τερτζίμπαση καί ἀμέσως ἔστειλε καί ἔφεραν τήν Ἁγία κάρα. Καί μόλις τήν τοποθέτησαν ἐπάνω του, ὤ τοῦ θαύματος!, σηκώθηκε ἀπό τήν θανατηφόρα ἐκείνη ἀσθένεια καί δόξασε τόν Θεό, καί τόν Μάρτυρα. Ὁ δέ προαναφερθείς παπα Γρηγόριος ὁ Ξηροποταμινός, μόλις ἄκουσε τά θαύματα τοῦ Μάρτυρα καί ἔχοντας εὐλάβεια πρός τόν Ἅγιο, πῆγε στόν ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος ἦταν φίλος του καί τόν παρεκάλεσε νά ἀφιερώση τήν Ἁγία κάρα τοῦ Μάρτυρος στό δικό του Μοναστήρι τοῦ Ξηροποτάμου. Καί ὁ ἄρχοντας καί ἐξ αἰτίας τῆς εὐλάβειας πού εἶχε πρός τό ἴδιο Μοναστήρι καί ἐξ αἰτίας τῆς φιλίας, πού εἶχε μέ τόν παραπάνω σύγκελλο, τήν ἀφιέρωσε ὡς δῶρο πολύτιμο, ἡ ὁποία βρίσκεται μέχρι καί τώρα σ’ αὐτή τήν σεβάσμια μονή, ἀπό τήν ὁποία πηγάζουν καθημερινά διάφορα θαύματα, λυτρώνονται πολλοί ἀπό τήν θανατηφόρα ἀσθένεια τοῦ λοιμοῦ καί τῆς πανώλης καί ἐλευθερώνονται ἀπό πολλά ἄλλα πάθη καί νόσους ἐκεῖνοι, πού μέ εὐλάβεια καί θερμή πίστι καταφεύγουν σ’ αὐτήν, πρός δόξα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στόν ὁποῖο ἁρμόζει ὅλη ἡ δόξα, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις στούς αἰῶνες. Ἀμήν.
[86] Σημείωσε, ὅτι κατά τό μδ΄ βιβλίο τῶν Βασιλικῶν, τίτλος α΄, τό λεγάτο εἶναι δωρεά, τήν ὁποία ἄφησε κάποιος κατόπιν διαθήκης. Λέγει λοιπόν τό ἀνωτέρω δίστιχο ἰαμβικό, ὅτι τό νά γνωρίζουν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι μία οὐσία Θεοῦ (τρεῖς δέ ὑποστάσεις), αὐτό δόθηκε στούς Χριστιανούς ἀπό τόν Γρηγόριο ἕνα λεγάτο, δηλαδή μία δωρεά καί ἐνδιάθηκος κληρονομία. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεολόγος αὐτός, μέ ἰδιαίτερο τρόπο ἀπό τούς ἄλλους θεολόγους, ὀνομάζεται Τριαδικός Θεολόγος, διότι σχεδόν σέ κάθε του λόγο ἀναφέρει περί τῆς Ἁγίας Τριάδος καί περί τῆς μιᾶς αὐτῆς οὐσίας καί φύσεως. Φαίνεται ἀκόμη, ὅτι ἡ λέξις αὐτή προέρχεται ἀπό τήν λατινική γλῶσσα.
[87] Αὐτό τό σημεῖο συνέβη στόν Ἅγιο ἀπό τήν ἑξῆς αἰτία· Ὅταν ὁ θεῖος Πατέρας ἦταν παιδί μικρό, ἔκοψε μία βέργα ἀπό φυτό λυγαριᾶς. Κατόπιν ἀπότομα τήν γύρισε καί τήν ἔκανε κύκλο. Τότε ἁπλώθηκε ἡ βέργα, τόν κτύπησε δυνατά στό ἕνα ἄκρο τοῦ δεξιοῦ ὀφθαλμοῦ του καί τό πλήγωσε. Ἔτσι τό σημάδι τῆς πληγῆς φαινόταν στόν ὀφθαλμό του, ἕως ὅτου πέθανε. Παρατήρησαν ἀκόμη μερικοί, ὅτι τό σημάδι αὐτό φαίνεται ἀκόμη καί στήν ἁγία κάρα τοῦ θείου Πατέρα, πού βρίσκεται στήν Ἱερά Μονή τοῦ Βατοπαιδίου. Αὐτό τό διηγεῖται μόνος του ὁ Ἅγιος μέ στίχους ἡρωικούς στά καθ’ ἑαυτόν ἔπη. Χαριτωμένο ἀκόμη εἶναι τό θαῦμα, πού ἔκανε ὁ Θεολόγος Αὐτός Γρηγόριος, τό ὁποῖο γράφει ὁ Δοσίθεος στήν σελ. 679 τῆς Δωδεκαβίβλου.
Ὁ Μιχαήλ ὁ Τραυλός, ὅταν πῆρε τήν βασιλεία, κατά τό ἔτος 820, εὐνούχισε ἕνα παιδί τοῦ προκάτοχου βασιλιᾶ Λέοντα τοῦ Ἀρμένιου, τό νεώτερο, τό ὁποῖο, ἔζησε μέν, ἀφοῦ εὐνουχίσθηκε, ἔχασε ὅμως τήν φωνή του. Ὁπότε ἔκλαιγε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Θεολόγου Γρηγορίου, παρακαλῶντας τόν Ἅγιο νά τοῦ χαρίση τήν προηγούμενη φωνή. Τήν νύκτα λοιπόν εἶδε, σύμφωνα μέ τόν Ζωναρᾶ, σέ ὅραμα τόν Μέγα Γρηγόριο νά τοῦ λέη· «Ἄκουσα τήν προσευχή σου καί τό αἴτημά σου τό δέχθηκε». Καί ἀμέσως ξύπνησε καί παίρνοντας τό βιβλίο τοῦ Θεολόγου, φώναξε· «Πάλιν Ἰησοῦς ὁ ἐμός, καί πάλι μυστήριον», (δηλαδή τόν λόγο τοῦ θείου Πατέρα στά Φῶτα). Καί ἀμέσως τό παιδί δόξασε τόν Θεό καί τόν Ἅγιο. H ἀνακομιδή δέ τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, ἑορτάζεται κατά τήν 19η τοῦ παρόντος.
[88] Ὁ Θεοδώρητος ἀναφέρει, ὅτι στό Κοινόβιο ἐκεῖνο τοῦ Ὁσίου Πουπλίου ἔζησε καί ἕνας ἄλλος ἀδελφός Θεόδοτος, ὁ ὁποῖος ὕστερα ἀπό τόν Θεότεκνο, ἀναδέχθηκε τήν προστασία τῶν ἀδελφῶν καί μέ τόσες ἀρετές ἦταν στολισμένος, ὥστε ἀναδείχθηκε ἀνώτερος ἀπό τούς προηγουμένους μέ τήν φήμη του. Διότι ὁ θεῖος πόθος μέ τέτοια βέλη κυρίευσε τήν καρδιά του, ὥστε νύκτα καί ἡμέρα πήγαζαν ἀπό τούς ὀφθαλμούς του τά τῆς κατανύξεως δάκρυα.
Προσθέτει ἀκόμη ὁ ἴδιος, ὅτι ὁ ἀνωτέρω Ἀφθόνιος ἔγινε ἀργότερα καί Ἀρχιερέας. Στήν ἀρχιερωσύνη ὅμως δέν ἄλλαξε τό χονδρό ἐκεῖνο καί παχύ φόρεμα, πού φοροῦσε στήν ἄσκησι, οὔτε ἔβγαλε τό ἀσκητικό ὑποκάμισο, πού εἶχε, τό ὑφασμένο ἀπό τρίχες γίδινες, ἀλλ’ οὔτε ἄλλαξε τά ἀσκητικά φαγητά, ἀλλ’ ἔτρωγε τά ἴδια ἐκεῖνα, πού χρησιμοποιοῦσε καί πρίν ἀπό τήν ἀρχιερωσύνη. Καί ὄντας ἀκόμη καί Ἀρχιερέας, πήγαινε στό Κοινόβιο καί παρέμενε πολλές ἡμέρες, παρηγορῶντας τούς ἀδελφούς, διαλύοντας τίς φιλονικίες, πού συνέβαιναν μεταξύ τους, καί συμβουλεύοντας τά ἀπαραίτητα γιά τήν σωτηρία. Καί ἄλλοτε ἔρραβε τά σχισμένα ροῦχα τῶν ἀδελφῶν, ἄλλοτε πάλι καθάριζε τήν φακή ἤ ἔκαμνε κάποιο ταπεινό ἔργο.
Ἀναφέρει δέ καί κάποιον ἄλλο ἀδελφό τοῦ ἴδιου Κοινοβίου ὁ Θεοδώρητος, Γρηγόριο ὀνόματι, ὁ ὁποῖος σέ ὅλη του τήν ζωή καί σέ αὐτό τό βαθύτατο γῆρας του καρπό τῆς ἀμπέλου δέν δοκίμασε καθόλου, ἀλλ’ οὔτε ξύδι ἤ σταφίδες ἔφαγε, οὔτε γάλα, οὔτε τυρί.
[89] Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι αὐτό, πού ἔκανε ὁ ἱερός Θεοδώρητος, τό ἔκανε ἀπό ἀνάγκη, ὅπως ἔκανε καί ὁ Ἱερομάρτυς Λουκιανός ὁ τῆς Ἀντιοχείας Πρεσβύτερος, ὅταν βρισκόταν στήν φυλακή καί ἱερούργησε ἐπάνω στό στῆθος του. Διότι τά στήθη καί τά χέρια τοῦ Ἱερέως καί τοῦ Διακόνου εἶναι τιμιώτερα ἀπό τήν πέτρινη ἁγία Τράπεζα, σύμφωνα μέ τόν θεῖο Χρυσόστομο. Ἔτσι αὐτό ὡς σπάνιο καί γινόμενο ἀπό ἀνάγκη, δέν πρέπει νά μιμῆται ἀπό ἄλλον. Βλέπε καί τήν ὑποσημείωσι τοῦ λα΄ Κανόνος τῆς στ΄ στό δικό μας Πηδάλιο. Βλέπε καί στό Συναξάρι τοῦ Ὁσίου Πατρός Μάρη [Ἱερομάρτυρος Λουκιανοῦ], κατά τήν 15η τοῦ Ὀκτωβρίου.
[90] Αὐτοῦ ὁ Βίος γράφθηκε ἑλληνικά ἀπό τόν Ὅσιο Ἱερώνυμο καί βρίσκεται μετα-φρασμένος στό Ἐκλόγιο.
[91] Περιττά γράφεται ἐδῶ στά Μηναῖα ἡ μνήμη Ἠσαΐου τοῦ Προφήτου. Διότι αὐτή ἀναφέρεται κατά τήν 9η τοῦ Μαΐου, ὁπότε καί τό Συναξάρι του γράφεται.
[92] Ἀπό αὐτό συμπεραίνεται ὅτι, ἐπειδή ἡ Ἁγία Εὐφημία μαρτύρησε ἐπί Διοκλητιανοῦ, κατά τό ἔτος 288, γι’ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Καστίνος Αὐτός ἦταν στόν καιρό τῶν τυράννων πρίν ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, κοντά στά χρόνια ἐκεῖνα, πού μαρτύρησε ἡ Ἁγία Εὐφημία. Καί ὅτι ἡ Ἀργυρούπολις βρισκόταν ἀπέναντι ἀπό τό Βυζάντιο, ὅπως ἦταν καί ἡ Χρυσούπολις, δηλαδή αὐτό πού τώρα λέγεται Σκούταρι. Ὁ δέ Μελέτιος, σελ. 318, τοῦ πρώτου τόμ. τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, λέει, ὅτι ὁ Καστίνος αὐτός ἤ Κηστίνος, ἔζησε κατά τό ἔτος 241, ἐπί Γορδιανοῦ βασιλέως καί Φιλίππου τοῦ Ἄραβος καί ἔμεινε ὡς ἐπίσκοπος ἑπτά χρόνια καί ἔκτισε Ναό στό Πέτριο στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, πού τότε μαρτύρησε. Τόν ἀπαριθμεῖ μάλιστα ὄχι ὡς δεύτερο Ἐπίσκοπο Βυζαντίου, ὅπως ἀπαριθμεῖται στόν χειρόγραφο Συναξαριστή, ἀλλά δέκατον ἕβδομο ἀπό τόν Στάχυ. Ὁ δέ Κυριλλιανός ἀπό τόν Μελέτιο ὀνομάζεται Κυριακός, ὁ Ὁποῖος διετέλεσε ἐπίσκοπος τοῦ Βυζαντίου πρίν ἀπό τόν Καστίνο, κατά τό ἔτος 225 καί παρέμεινε στήν ἐπισκοπή δέκα ἕξι χρόνια, ἀριθμούμενος δέκατος ἕκτος ἀπό τόν Στάχυ. Βλέπε καί στήν 27η τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅπου αὐτός ὁ Κυριλλιανός ἤ Κυριακός ἑορτάζεται ἰδιαιτέρως.
Τῇ 25ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ Ἁγίου ἱερομάρτυρος Βλαδιμήρου, μητροπολίτου Κιέβου.
Ὁ Ἅγιος Βλαδίμηρος γεννήθηκε τήν 1η Ἰανουαρίου 1848 στό χωριό Μάλιε Μορόσκι τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ταμπώφ τῆς Ρωσίας. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Βασίλειος Νικηφόροβιτς Μπογκογιαβλένσκυ. Ἔμαθε τά πρῶτα γράμματα στό ἐκκλησιαστικό σχολεῖο καί ἔπειτα σπούδασε στή θεολογική σχολή τοῦ Κιέβου. Ὅταν τό 1874 ἀποπεράτωσε τίς σπουδές του, διωρίσθηκε ὡς καθηγητής στήν ἐκκλησιαστική σχολή τοῦ Ταμπώφ, ὅπου καί νυμφεύθηκε.
Τό ἔτος 1882 χειροτονεῖται πρεσβύτερος καί τοποθετεῖται στό ναό τοῦ Κοζλώφ. Στήν ἀρχή τῆς ἱερατικῆς του διακονίας, μαζί μέ τόν σταυρό τῆς ἱερωσύνης σηκώνει καί τόν σταυρό τῆς χηρείας. Τό 1886 ἀπεβίωσε ἡ πρεσβυτέρα σύζυγός του καί λίγο ἀργότερα καί τό μονάκριβο παιδί του.
Ἡ ὑπομονή τοῦ Ἁγίου ἦταν ὅμοια μέ αὐτήν τοῦ πολύαθλου Ἰώβ. Φεύγει πλέον ἀπό τόν κόσμο καί ἀκολουθεῖ τήν μοναχική ζωή. Ἐγκαταβιώνει σέ μονή τοῦ Κοζλώφ καί στίς 6 Φεβρουαρίου 1886 κείρεται μοναχός μέ τό ὄνομα Βλαδίμηρος. Τό ἔτος 1888 ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σταρορούσκιυ καί καλεῖται νά διακονήση τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ἀφιερώνεται ὁλόψυχα στό πολύπαθο καί ταλαιπωρημένο ποίμνιό του.
Στίς 19 Ἰανουαρίου 1891 ἐκλέγεται Ἀρχιεπίσκοπος Σαμάρα, τό 1892 Ἀρχιεπίσκοπος Καρτάλιν καί Καχεζίας καί στίς 21 Φεβρουάριου 1898 Μητροπολίτης Μόσχας. Τό ποιμαντικό, φιλανθρωπικό καί κοινωνικό του ἔργο εἶναι τεράστιο. Διακόπτεται, ὅμως καί πάλι, ὅταν ἐκλέγεται, στίς 23 Νοεμβρίου 1912, Μητροπολίτης τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως. Τό 1915 ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀναθέτει τά καθήκοντα τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου. Ὅπου διακονοῦσε ὁ Ἅγιος Βλαδίμηρος ἄφηνε τά ἴχνη τῆς ἁγιότητάς του. Κυριολεκτικά ἐκδαπανοῦσε τόν ἑαυτό του γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Τά χρόνια ἦταν δύσκολα. Τό ἐπαναστατικό κίνημα ἄρχισε νά φουντώνη. Ὁ Ἅγιος, προβλέποντας τά μέλλοντα, μιλῶντας πρός τούς σπουδαστές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σεμιναρίου τῆς Μόσχας, ἔλεγε: «Ἴσως νά πιστεύετε, ὅτι ὁ πνευματικός ἄρτος, πού δίνει ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο, ἔχει γίνει πολύ σκληρός, γιά νά φαγωθῆ ἀπό τούς ἀνθρώπους. Θά πρέπη νά ἀναρωτηθοῦμε γιά τό ποιοί ἐμεῖς εἴμαστε καί τί κάνουμε γιά τούς πτωχούς ἀδελφούς μας. Οἱ ἀδελφοί μας πεινοῦνε. Εἶναι στό σκοτάδι. Καί ἐμεῖς ὀφείλουμε νά ἐργασθοῦμε, γιά νά φωτίσουμε τήν ζωή τους μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, τήν πίστι, τήν ἐλπίδα».
Τά γεγονότα τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως (1917) ἀποτέλεσαν γιά τούς κατοίκους τοῦ Κιέβου τήν ἀφορμή, γιά νά ἐπιχειρήσουν τήν ἀνεξαρτησία τους. Τό Οὐκρανικό συμβούλιο πίεσε τόν Ἅγιο νά προβῆ σέ ἐκκλησιαστική αὐτονομία. Ἐκεῖνος δέν τό ἔπραξε καί τόν ἐκθρόνισαν. Ἔτσι κατέφυγε στήν μονή τῶν Σπηλαίων. Δέν θέλησε νά ὑποχωρήση παρά τίς ἀπειλές.
Τά γεγονότα τῆς ἐπαναστάσεως τῶν Μπολσεβίκων δέν ἄφησαν ἀνεπηρέαστο τό Κίεβο, τό ὁποῖο καταλήφθηκε ἀπό τόν ἐπαναστατικό στρατό. Στίς 23 Ἰανουαρίου 1918 οἱ ἐπαναστάτες ἔφθασαν στήν μονή τῶν Σπηλαίων.
Ὁ Μητροπολίτης Βλαδίμηρος, ὄντας τότε 70 χρόνων, ὑπέφερε πολλές ὕβρεις, ἀπειλές καί θλίψεις. Στίς 12 Δεκεμβρίου 1917 τόνισε μέ θάρρος: «Δέν φοβᾶμαι τίποτε καί κανέναν. Εἶμαι ἕτοιμος σέ κάθε στιγμή νά δώσω τήν ζωή μου γιά τήν ἀληθινή ρωσική πίστι καί γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά ἐμποδίσω τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό νά τήν ἐμπαίξουν. Θά ὑποφέρω τά μαρτύρια μέχρι τέλους, γιά νά διατηρήσω τήν Ρωσική Ἐκκλησία στό Κίεβο, ὅπου πῆρε τήν ἀρχή της». Λέγοντας αὐτά ἀναλύθηκε σέ δάκρυα.
Στίς 25 Ἰανουαρίου, ὅταν τό Κίεβο κατελήφθη ἀπό τούς μπολσεβίκους, ἀπόσπασμα πέντε ἐνόπλων παρουσιάσθηκε στήν Μονή καί συνέλαβε τόν Μητροπολίτη. Ὁ Ἅγιος μέσα στήν νύκτα τούς ἀκολούθησε ψάλλοντας καί προσευχόμενος, σάν νά ἑτοιμαζόταν νά τελέση τήν Θεία Λειτουργία.
Διηγεῖτο ἕνας μοναχός, ὁ Λουκᾶς, πού τελευταῖα ἀποχαιρέτησε τόν Ἐπίσκοπο: -Ὁ Σεβασμιώτατος ὅταν ἔβγαινε ἀπό τή μονή ἦταν τόσο εἰρηνικός, ὅσο ἦταν συνήθως πρίν τελέση τήν Θεία Λειτουργία.
Ὁ Μητροπολίτης ἀκολουθοῦσε τούς στρατιῶτες «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν». Βγῆκαν ἀπό τήν κεντρική πύλη τοῦ μοναστηριοῦ καί προχώρησαν. Δέν εἶχε πλέον καμιά ἀμφιβολία γιά τίς προθέσεις καί διαθέσεις τῶν μπολσεβίκων. Στίς δύσκολες τελευταῖες αὐτές στιγμές, ὅταν ἡ δειλία προσπαθῆ νά εἰσβάλη στήν ψυχή καί νά φέρη ἀναστάτωσι ἤ καί ἀπόγνωσι, ὁ Μητροπολίτης Βλαδίμηρος, μιμούμενος τούς ἁγίους μάρτυρες, σέ ὅλη τήν διαδρομή προσευχόταν, ἔψαλλε ὕμνους καί ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Προχώρησαν περίπου ἕνα χιλιόμετρο μακριά ἀπό τήν Λαύρα. Ἐκεῖ σταμάτησαν. Ὁ Μητροπολίτης κατάλαβε. Γύρισε καί ἤρεμα ρώτησε: - Ἐδῶ θέλετε νά μέ ἐκτελέσετε;
Ἕνας ἀπό τούς ἐκτελεστές ἀπάντησε εἰρωνικά:
- Γιατί ὄχι; Μήπως περιμένεις νά σέ τιμήσουμε;
Καί ἐνῷ τό ἐκτελεστικό ἀπόσπασμα ἔπαιρνε θέσι, ζήτησε νά τοῦ χαρίσουν λίγη ὥρα, νά προσευχηθῆ. Οἱ δήμιοι τοῦ ἐπέτρεψαν λέγοντας:
- Ναί, μόνο κάνε γρήγορα.
Ὕψωσε τά χέρια του στόν οὐρανό καί προσευχήθηκε δυνατά:
- Κύριε, συγχώρεσέ μου ὅλα τά ἁμαρτήματα, τά ἑκούσια καί τά ἀκούσια καί δέξου τήν ψυχή μου ἐν εἰρήνῃ.
Ἔπειτα, πιάνοντας μέ τά δύο του χέρια τόν σταυρό του, μιμούμενος τόν ἀνεξίκακο Κύριό του, εὐλόγησε τούς δημίους του καί εἶπε:
-Ὁ Θεός νά σᾶς συγχωρήση.
Οἱ δήμιοι δέν περίμεναν ἄλλο. Ἡ μορφή του ἦταν ἔλεγχος στήν συνείδησί τους. Ἤθελαν νά τελειώνουν γρήγορα. Ἔστρεψαν τίς κάνες τῶν ὅπλων τους καί τόν πυροβόλησαν. Μέσα στήν νύχτα ἀκούστηκαν τέσσερις πυροβολισμοί. Ἔπειτα δύο καί ἄλλος ἕνας. Ἡ ψυχή τοῦ νεομάρτυρα Μητροπολίτη φτερούγισε γιά τόν οὐρανό. Ἡ ἁγιασμένη γῆ τοῦ Κιέβου ποτίστηκε μέ τό αἷμα τοῦ πρώτου νεομάρτυρα Μητροπολίτη.
Οἱ πυροβολισμοί ἀκούστηκαν στό Μοναστήρι. Ἕνας δόκιμος μοναχός εἶπε ἀνήσυχος:
-Πυροβόλησαν τόν Μητροπολίτη.
Ἕνας ἄλλος ἀπάντησε:
-Ὄχι, δέν πιστεύω, οἱ πυροβολισμοί ἦταν πολλοί γιά ἕνα μάρτυρα.
Δέν πέρασαν παρά ἐλάχιστα λεπτά καί δεκαπέντε ἐπαναστάτες μέ ρόπαλα καί φανάρια ἄρχισαν νά τρέχουν στήν αὐλή τοῦ μοναστηρίου. Ἕνας ἀπό αὐτούς ρώτησε τούς μοναχούς:
-Συνέλαβαν τόν Μητροπολίτη;
Οἱ μοναχοί ἀπάντησαν:
- Ναί, τόν ὡδήγησαν ἔξω ἀπό τήν πόλι.
Οἱ ἐπαναστάτες ἔτρεξαν ἔξω. Σέ μισή ὥρα ξαναγύρισαν καί οἱ μοναχοί τούς ρώτησαν: -Βρήκατε τόν Μητροπολίτη;
Καί αὐτοί ἀπάντησαν: - Ναί, τόν βρήκαμε καί θά κάνουμε σέ ὅλους σας, ὅ,τι ἔγινε μέ αὐτόν!
Λέγοντας αὐτά ἔφυγαν.
Οἱ μοναχοί ἔμειναν μέ τήν ἀπορία καί τήν ἀμφιβολία γιά τήν τύχη τοῦ Μητροπολίτη. Ἡ νύχτα κύλησε μέσα σέ κλίμα ἀγωνίας καί φόβου. Τό θλιβερό γεγονός μαθεύτηκε τήν ἄλλη μέρα. Μερικές πιστές γυναῖκες, πού συνήθιζαν κάθε ἡμέρα νά πηγαίνουν στήν πρωινή ἀκολουθία τῆς Λαύρας, βρῆκαν τό σῶμα τοῦ Μητροπολίτη. Συγκλονισμένες ἔτρεξαν στό Μοναστήρι καί ἐνημέρωσαν τούς μοναχούς. Οἱ μοναχοί, μέ ἐπικεφαλῆς τόν ἀρχιμανδρίτη Ἀνφίν καί μαζί μέ τέσσερις γιατρούς, ἔτρεξαν καί βρῆκαν τό σῶμα του σέ ἕνα χωράφι πεσμένο ἀνάσκελα καί σκεπασμένο μέ ἕνα πανωφόρι. Οἱ δήμιοι εἶχαν κλέψει τό ἐγκόλπιο, τό σταυρό, τό ρολόι ἀκόμα καί τά παπούτσια τοῦ νεομάρτυρα.
Ἀργότερα ἡ ἰατρική ἐξέτασι ἀπέδειξε ἕνα τραῦμα ἀπό πυροβολισμό στό δεξί του μάτι, μία τομή στό κεφάλι του, μία βαθειά πληγή κάτω ἀπό τό δεξί αὐτί, τέσσερις κοψιές στά χείλη του, δύο πληγές ἀπό πυροβολισμούς στήν δεξιά ὠμοπλάτη, ἕνα βαθύ τραῦμα στό στῆθος, μία βαθειά πληγή στήν μέση. Οἱ μοναχοί ἀνέπεμψαν σύντομη δέησι στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ἔπειτα τοποθέτησαν τό σῶμα του σέ φέρετρο καί τό μετέφεραν στό Μοναστήρι. Κατά τήν μεταφορά τοῦ μαρτυρικοῦ σκηνώματός του περικύκλωσαν τούς μοναχούς δέκα ὡπλισμένοι ἐπαναστάτες, οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νά περιπαίζουν, νά εἰρωνεύωνται καί νά βρίζουν τόν νεομάρτυρα Μητροπολίτη καί τούς μοναχούς. Φώναζαν στόν ἀρχιμανδρίτη Ἄνφιν:
-Θέλεις νά θάψης αὐτόν; Αὐτός ἀξίζει νά πεταχθῆ στό χαντάκι. Θέλεις νά κάνης ἅγια λείψανα, γι’ αὐτό παίρνεις τό σῶμα του.
Ὅταν ἡ νεκρική πομπή πλησίασε στήν Λαύρα, οἱ πιστές γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν, ἔκλαιγαν, προσεύχονταν καί ἔλεγαν:
-Βασανισμένε ἅγιε μάρτυρα, σοῦ ἀξίζει ὁ παράδεισος.
Καί οἱ μπολσεβίκοι ἀπαντοῦσαν μέ μῖσος: -Στήν κόλασι εἶναι ἡ θέσι του, βαθειά στήν κόλασι!
Τό μαρτυρικό λείψανό του τοποθετήθηκε στήν ἐκκλησία, πού παρέμενε τόν τελευταῖο καιρό προσευχόμενος. Ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία τελέσθηκε μέσα σέ γενική συγκίνησι.
Τό θλιβερό νέο μαθεύτηκε στήν Μόσχα, ὅπου γινόταν ἡ σύναξι τῶν Ρώσων ἐπισκόπων. Τά μέλη τῆς συνόδου μέ πολλή συγκίνησι ἄκουσαν γιά τόν μαρτυρικό θάνατό του καί κήρυξαν τήν ἡμέρα τῆς ἐκδημίας του ὡς ἡμέρα ἐτήσιας προσευχῆς γιά ὅλους τούς Ρώσους μάρτυρες καί ὁμολογητές τῆς πίστεως, πού βρῆκαν τόν θάνατο κατά τήν μαρτυρική αὐτή περίοδο. Ἔγινε μάλιστα εἰδική τελετή, ὅπου ἔλαβαν μέρος ὁ Πατριάρχης Τύχων, τά μέλη τῆς συνόδου καί ὅλος ὁ κλῆρος τῆς Μόσχας. Ὅλοι ἔνοιωθαν, ὅτι τό μαρτύριο τοῦ μητροπολίτη Βλαδίμηρου ἦταν προανάκρουσμα μίας μαρτυρικῆς πορείας καί ὁ πρῶτος κρίκος στήν ἁλυσίδα ἀμέτρητων νεομαρτύρων.
Ἀπό τήν πρώτη στιγμή στήν συνείδησι τῶν πιστῶν ὁ Μητροπολίτης Βλαδίμηρος θεωρεῖτο ἅγιος. Ἡ ἐπίσημη διακήρυξι τῆς ἁγιότητάς του ἔγινε 71 χρόνια μετά, στίς 3 Ὀκτωβρίου 1989, ἀπό τήν σύνοδο τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας. Τό λείψανό του βρίσκεται στήν Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου.


Login