Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΕ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Θεολόγου. Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Αὐξέντιος, ὁ μαρτυρήσας ἐν Κωνσταντίνου-πόλει ἐν ἔτει 1720, ξίφει τελειοῦται. Τῇ 25ῃ τοῦ αὐ¬τοῦ μη¬νός, μνή¬μη τοῦ Ἁ¬γί¬ου ἱ¬ε¬ρο¬μάρ¬τυ¬ρος Βλα¬δι¬μή¬ρου, μη¬τρο¬πο¬λί¬του Κιέ¬βου.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΕ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Θεολόγου.

Ὁ Μέ­γας Αὐ­τός Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος, ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Οὐ­ά­λεν­τος καί Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Με­γά­λου, κα­τά τό ἔ­τος 354, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τήν δεύ­τε­ρη Καπ­πα­δο­κί­α. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν εὐ­γε­νεῖς καί δί­και­οι, Γρη­γό­ριος καί Νόν­να ὀ­νο­μα­ζό­με­νοι, σε­βό­με­νοι προ­η­γου­μέ­νως ἀ­πό ἄ­γνοι­α τά εἴδωλα. Ἀ­πό τό­τε ὅ­μως πού γέν­νη­σαν τόν Μέ­γα αὐ­τόν Γρη­γό­ριο, τό­τε ἀ­να­γεν­νή­θη­καν καί αὐ­τοί δι’ ὕ­δα­τος καί Πνεύ­μα­τος, δη­λα­δή βα­πτί­σθη­σαν. Καί ὁ πα­τέ­ρας του ἔ­γι­νε γνή­σιος Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας τῆς Να­ζια­νζοῦ, ἡ ὁ­ποί­α τώ­ρα ὀ­νο­μά­ζε­ται τουρ­κι­στί Σι­να­σός. Ὅ­ταν ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος ἔ­φθα­σε σέ μέ­τρο ἡ­λι­κί­ας καί τέ­λει­ω­σε ὅ­λη τήν ἐγ­κύ­κλιο παι­δεί­α καί ὅ­λη τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή καί ἐ­σω­τε­ρι­κή φι­λο­σο­φί­α, ὅ­πως κα­νέ­νας ἄλ­λος, αὐ­τός ὁ ἴ­διος ἔ­γι­νε ἐ­ξη­γη­τής καί δι­δά­σκα­λος τῆς δι­κῆς του ζω­ῆς. Δι­ό­τι αὐ­τήν ἀ­να­φέ­ρει στούς ἐγ­κω­μι­α­στι­κούς καί ἐ­πι­τά­φιους λό­γους, πού συ­νέ­γρα­ψε στόν Μέ­γα Βα­σί­λει­ο καί στόν Γρη­γό­ριο τόν πα­τέ­ρα του καί στόν ἀ­δελ­φό του Και­σά­ριο καί στήν ἀ­δελ­φή του Γορ­γο­νί­α. Ἔ­τσι, ὅ­σοι συ­νέ­γρα­ψαν κά­τι γι’ αὐ­τόν τόν Θε­ο­λό­γο, ὅ­λοι δέν ἔ­λα­βαν ἀ­πό ἀλ­λοῦ ἀ­φορ­μές, πα­ρά ἀ­πό τούς δι­κούς του λό­γους.

Τό­σο μό­νο εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νά ποῦ­με ἐ­δῶ γι’ αὐ­τόν τόν με­γά­λο Πα­τέ­ρα, ὅ­τι ἄν ἔ­πρε­πε νά γί­νη ἕ­νας στῦ­λος ἔμ­ψυ­χος καί ζων­τα­νός, συν­τε­θε­μέ­νος ἀ­πό ὅ­λες τίς ἀ­ρε­τές, Αὐ­τός ἦ­ταν ὁ Μέ­γας Γρη­γό­ριος. Δι­ό­τι μέ τήν λαμ­πρό­τη­τα τῆς ζω­ῆς του, ἀ­φοῦ ξε­πέ­ρα­σε ὅ­σους δι­α­κρί­νον­ταν στήν πρᾶ­ξι, σέ τό­σο ὕ­ψος τῆς θε­ω­ρί­ας ἀ­νῆλ­θε, ὥ­στε ὅ­λοι ἐ­νι­κῶν­το ἀ­πό τήν σο­φί­α, πού εἶ­χε, τό­σο στούς λό­γους, ὅ­σο καί στά δόγ­μα­τα. Ὁ­πό­τε καί ἀ­πό­κτη­σε κα­τ’ ἐ­ξαί­ρε­το τρό­πο τό νά ἐ­πο­νο­μά­ζε­ται Θε­ο­λό­γος. Ἦ­ταν δέ ὡς πρός τόν χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ σώ­μα­τος μέ­τριος ὡς πρός τό μέ­γε­θος, λί­γο δέ κί­τρι­νος μα­ζί καί χα­ρού­με­νος. Εἶ­χε κον­τή καί πλα­τειά τήν μύ­τη. Τά φρύ­διά του ἦ­ταν ἴ­σια. Ἔ­βλε­πε ἥ­με­ρα καί κα­τα­δε­κτι­κά. Εἶ­χε τό δε­ξί μά­τι ξη­ρό­τε­ρο ἀ­πό τό ἀ­ρι­στε­ρό καί ὑ­πῆρ­χε καί ἕ­να ση­μά­δι πλη­γῆς στήν μί­α ἄ­κρη τοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ του[87]. Εἶ­χε τό γέ­νιο ἀρ­κε­τά πυ­κνό ὄ­χι ὅ­μως καί καί μα­κρύ. Ἦ­ταν φα­λα­κρός καί ἄ­σπρος στήν κε­φα­λή καί ἔ­δει­χνε, ὅ­τι ἦ­ταν τά ἄ­κρα τοῦ γέ­νιου του σάν κα­πνι­σμέ­να.

 Τε­λεῖ­ται ἡ Σύ­να­ξις στήν ἁ­γι­ώ­τα­τη με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α καί στόν μαρ­τυ­ρι­κό Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Ἀ­να­στα­σί­ας, στήν ἀρ­χή τοῦ μέ­ρους, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται τοῦ Δο­μνί­νου καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων Με­γά­λων Ἀ­πο­στό­λων, ὅ­που ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­σε τό ἅ­γιο λεί­ψα­νό του ὁ φι­λό­χρι­στος βα­σι­λιάς Κων­σταν­τῖ­νος ὁ Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος βα­σί­λευ­σε, κα­τά τό ἔ­τος 912, με­τα­φέ­ρον­τάς το ἀ­πό τήν Να­ζια­νζό.

(Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο του βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο. Τόν ἑλ­λη­νι­κό Βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ συ­νέ­γρα­ψε κά­ποι­ος Γρη­γό­ριος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Συγ­κα­λεῖ μέν ἡ­μᾶς ὦ ἄν­δρες, Γρη­γό­ριος». Σῴ­ζε­ται σέ ὅ­σα ἔ­χουν ἐκ­δο­θῆ καί στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα).

 

Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μάρης ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡ­μῶν Μά­ρης, ἀ­κό­μη καί στόν κό­σμο, ὅ­ταν ἦ­ταν ὡς νέ­ος, ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ος καί καλ­λί­φω­νος. Ἔ­τσι στό­λι­ζε τίς ἑ­ορ­τές καί πα­νη­γύ­ρεις τοῦ Χρι­στοῦ καί τῶν Ἁ­γί­ων μέ τίς γλυ­κύ­τα­τες ψαλ­μῳ­δί­ες καί τά ᾄ­σμα­τά του. Ἀ­γα­ποῦ­σε πάν­το­τε τόν Θε­ό καί μέ προ­θυ­μί­α ἐ­κτε­λοῦ­σε τίς ἐν­το­λές.

Ἀλ­λά καί τό σῶ­μα του φύ­λα­γε κα­θα­ρό ὁ ἀ­οί­δι­μος, ἐ­νῷ τήν ψυ­χή του τη­ροῦ­σε ἄ­μω­μη καί ἄ­σπι­λη, μο­λο­νό­τι βρι­σκό­ταν ἀ­νά­με­σα στίς πα­γί­δες τῶν ἡ­δο­νῶν καί συ­να­νε­στρε­φό­ταν μέ κο­σμι­κούς ἀν­θρώ­πους. Ὅ­ταν λοι­πόν θέ­λη­σε νά ἀρ­νη­θῆ τόν κό­σμο, πῆ­γε σέ ἕ­να μέ­ρος, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν τοῦ Ὁμή­ρου, καί ἐ­κεῖ ἀ­φοῦ ἔ­κτι­σε ἕ­να μι­κρό κελ­λά­κι, κλεί­σθη­κε σ’ αὐ­τό καί πέ­ρα­σε 37 χρό­νια. Καί μο­λο­νό­τι τό κελ­λά­κι του δε­χό­ταν με­γά­λη ὑ­γρα­σί­α ἀ­πό τό δι­πλα­νό βου­νό, καί ἀ­πό τήν ὑ­γρα­σί­α ὁ ἴ­διος ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ, πα­ρό­λα αὐ­τά, δέν θέ­λη­σε ὁ ἀ­οί­δι­μος νά ἀλ­λά­ξη τό κελ­λί ἐ­κεῖ­νο, ἀλ­λ’ ἔ­μει­νε σέ αὐ­τό, ἕ­ως ὅ­του τόν δρό­μο τε­λεί­ω­σε τῆς ζω­ῆς του.

Αὐ­τός ἀ­γα­ποῦ­σε τήν ἁ­πλό­τη­τα, συγ­χαι­νό­ταν ὅ­μως ἐν­τε­λῶς τά ποι­κί­λα ἤ­θη καί πα­νουρ­γί­ες καί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε τήν φτώ­χεια πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τόν πο­λύ πλοῦ­το. Γι’ αὐ­τό φο­ροῦ­σε ἐν­δύ­μα­τα ὑ­φα­σμέ­να ἀ­πό γι­δί­σι­ες τρί­χες καί ἀρ­κεῖ­το σέ πά­ρα πο­λύ λί­γο ψω­μί καί ἁ­λά­τι καί νε­ρό.

Καί ἐ­πει­δή, ὄν­τας στήν ἔ­ρη­μο, εἶ­χε χρό­νια πολ­λά πού δέν εἶ­δε νά τε­λῆ­ται ἡ πνευ­μα­τι­κή θυ­σί­α, δη­λα­δή ἡ θεί­α Λει­τουρ­γί­α, γι’ αὐ­τό ζή­τη­σε νά γί­νη λει­τουρ­γί­α ἐ­κεῖ στό κελ­λί του. Ἔ­τσι, πα­ρών ἐ­κεῖ ὁ Κύ­ρου Θε­ο­δώ­ρη­τος (ὁ ὁ­ποῖ­ος καί τόν Βί­ο τοῦ Ὁ­σί­ου συ­νέ­γρα­ψε στόν εἰ­κο­στό ἀ­ριθ­μό τῆς Φι­λό­θε­ης Ἱ­στο­ρί­ας, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­ρα­νί­σθηκε καί τό Συ­να­ξά­ρι αὐτό), μέ εὐ­χα­ρί­στη­σι δέ­χθη­κε τήν αἴ­τη­σι τοῦ Ὁ­σί­ου. Καί ἀ­μέ­σως ἔ­στει­λε στό κον­τι­νό χω­ριό καί ἔ­φε­ραν ἱ­ε­ρά σκεύ­η καί, ἀ­φοῦ χρη­σι­μο­ποί­η­σε τά χέ­ρια τῶν Δι­α­κό­νων ἀν­τί ἁ­γί­ας Τρα­πέ­ζης, ἐ­πά­νω σε αὐ­τά πρό­σφε­ρε τήν ἀ­ναί­μα­κτη θυ­σί­α ἐ­νώ­πιον τοῦ Ὁ­σί­ου. Ὁ δέ Ὅ­σιος ἀ­πό τό­ση με­γά­λη ἡ­δο­νή γέμισε, ὥ­στε νό­μι­ζε, ὅ­τι βλέ­πει αὐ­τόν τόν ἴ­διο τόν Οὐ­ρα­νό. Καί ἔ­λε­γε, ὅ­τι ἄλ­λη φο­ρά δέν ἀ­πό­λαυ­σε τέ­τοι­α πνευ­μα­τι­κή εὐ­φρο­σύ­νη[89].

Ἔτσι λοιπόν ἀφοῦ καλά διεπέρασε τήν ζωή του καί ἀφοῦ ἀνέβηκε στούς Οὐρανούς, χορεύει μέ ὅλους τούς Ἁγίους στίς αὐλές τῶν πρωτοτόκων.

  Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Καστίνου Ἐπισκόπου Βυζαντίου.

Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡ­μῶν Κα­στί­νος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πα­λαι­ά Ρώ­μη καί ἦ­ταν προ­η­γου­μέ­νως εἰ­δω­λο­λά­τρης ὡς πρός τήν θρη­σκεί­α. Ὡς πρός τό ἀ­ξί­ω­μά του ὅ­μως ἦ­ταν ἄρ­χον­τας τῆς βα­σι­λι­κῆς συγ­κλή­του καί πο­λύ πλού­σιος. Ἐ­πει­δή ὅ­μως γρά­φθη­κε ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο, ὅ­τι ὁ Θεός «οὕς προ­έ­γνω καί προ­ώ­ρι­σε» (Ρωμ. 8,29), γι’ αὐ­τό καί τά σχε­τι­κά μέ τόν Ἅ­γιο αὐ­τόν τά οἰ­κο­νό­μη­σε ὁ Θε­ός, σύμ­φω­να μέ τήν φι­λαν­θρω­πί­α του καί γιά τήν σω­τη­ρί­α. Ὅ­λα λοι­πόν, ὅ­σα ἐ­πι­τρέ­πει ὁ Θε­ός νά μᾶς συμ­βαί­νουν, μο­λο­νό­τι φαι­νο­με­νι­κά εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τα στήν δι­κή μας γνώ­μη, ἀλ­λ’ ὅ­μως ἀ­πο­βλέ­πουν στό συμ­φέ­ρον τῆς ψυ­χῆς μας, ὅ­πως συ­νέ­βη καί μέ ἐ­κεῖ­νον, πού ἁ­μάρ­τη­σε στήν Κό­ριν­θο καί πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό τόν Παῦ­λο κη­δε­μο­νι­κά στόν Σα­τα­νᾶ, γιά νά σω­θῆ, λέ­ει, ἡ ψυ­χή του. Ἔ­τσι καί Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος παι­δευ­ό­ταν ἀ­πό τόν δαί­μο­να χρό­νια πολ­λά, προ­κει­μέ­νου νά ἀ­πο­στρα­φῆ τήν ἑλ­λη­νι­κή πλά­νη. Ἐ­πει­δή ὅ­μως αὐ­τός ἔ­κα­νε τό πᾶν, γιά νά θε­ρα­πευ­θῆ ἀ­πό τό δαι­μό­νιο καί τί­πο­τε δέν κα­τώρ­θω­σε, γι’ αὐ­τό βρι­σκό­ταν σέ ἀ­μη­χα­νί­α καί ἀ­πό­γνω­σι τῆς θε­ρα­πεί­ας του. Τό­τε λοι­πόν ὁ Κυ­ριλ­λια­νός ὁ τῆς Ἀρ­γυ­ρου­πό­λε­ως Ἐ­πί­σκο­πος, θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σε στούς πλη­σι­ό­χω­ρους τό­πους τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Στάλ­θη­κε μή­­νυ­μα λοι­πόν στόν Κα­στί­νο στήν Ρώ­μη, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ος θαυ­μα­τουρ­γός ἄν­θρω­πος, ὁ ὁ­ποῖ­ος μπο­ρεῖ νά τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­ση ἀ­πό τό δαι­μό­νιο. Ἀ­μέ­σως λοι­πόν ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν Ρώ­μη καί ἔ­τρε­ξε στά μέ­ρη τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου καί συ­νάν­τη­σε τόν Ἅ­γιο Κυ­ριλ­λια­νό. Τό­τε, ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε στά πό­δια του καί τόν πα­ρε­κά­λε­σε γιά τήν ἀ­σθέ­νειά του, θε­ρα­πεύ­θη­κε. Με­τά τήν θε­ρα­πεί­α, ἀ­μέ­σως βα­πτί­σθη­κε. Τό­τε ἔ­σ­τει­λε ἀν­θρώ­πους στήν Ρώ­μη καί μοί­ρα­σε στούς πτω­χούς ὅ­λα του τά ὑ­πάρ­χον­τα, ἐ­νῷ ὁ ἴ­διος ἔ­μει­νε μα­ζί μέ τόν θαυ­μα­τουρ­γό Κυ­ριλ­λια­νό ὑ­πη­ρε­τῶν­τας τον σάν ἕ­νας δοῦ­λος καί τι­πο­τέ­νιος ἄν­θρω­πος. Ὁ μα­κά­ριος Κυ­ριλ­λια­νός ὅ­μως, ἔ­χον­τας προ­γνω­στι­κό χά­ρι­σμα, προ­εῖ­δε, ὅ­τι καί ὁ ἀ­οί­δι­μος Κα­στί­νος θά μπο­ρέ­ση νά ποι­μά­νη λα­ό. Τό­τε τοῦ δί­δα­ξε κά­θε κα­τά­στα­σι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί ὅ­ταν αὐ­τός ἐ­πρό­κει­το νά πε­θά­νη, χει­ρο­τό­νη­σε τόν Κα­στί­νο Ἀρ­χι­ε­ρέ­α τῆς Ἀρ­γυ­ρου­πό­λε­ως καί τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, πα­ραγ­γέ­λον­τάς του τά ἑ­ξῆς· «Ἰ­δού τέ­κνον, πού ἔ­γι­νες Ἐ­πί­σκο­πος μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ μέ τό δι­κό μου τό χέ­ρι. Τώ­ρα ἀ­γω­νί­σου νά με­τα­θέ­σης τήν Ἐκ­κλη­σί­α, πού βρί­σκε­ται στήν Ἀρ­γυ­ρού­πο­λι, στήν ἀ­πέ­ναν­τι χώ­ρα τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, δι­ό­τι αὐ­τό μοῦ φα­νε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό πρίν ἀ­πό πο­λύ και­ρό». Ἀ­φοῦ λοι­πόν πέ­θα­νε ὁ Κυ­ριλ­λια­νός, ἀ­γω­νί­σθη­κε ὁ μα­κά­ριος Κα­στί­νος πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λο καί ἔ­κτι­σε Ἐκ­κλη­σί­α στό βό­ρει­ο μέ­ρος τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου στό ὄ­νο­μα τῆς Ἁ­γί­ας Εὐ­φη­μί­ας, ἡ ὁ­ποί­α τό­τε μό­λις εἶ­χε μαρ­τυ­ρή­σει στήν Χαλ­κη­δό­να. Καί ἔ­τσι με­τέ­φε­ρε τήν Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­κεί­νη στό ἐ­πι­σκο­πεῖ­ο τῆς Ἀρ­γυ­ρου­πό­λε­ως. Ἔ­τσι αὐ­τός ὁ Κα­στί­νος εἶ­ναι μέν δέ­κα­τος ὄ­γδο­ος Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Ἀρ­γυ­ρου­πό­λε­ως, πρῶ­τος ὅ­μως (με­τά τόν Ἀ­πό­στο­λο Στά­χυ δη­λα­δή) Ἐ­πί­σκο­πος τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου. Ἀ­πο­στο­λι­κά λοι­πόν καί θε­ά­ρε­στα, ἀ­φοῦ ποί­μα­νε τό τοῦ Χρι­στοῦ ποί­μνιο ἑ­πτά χρό­νια καί δι­ά­δο­χό του στό Βυ­ζάν­τιο χει­ρο­τό­νη­σε κά­ποι­ον εὐ­λα­βέ­στα­το Τί­το, ἀ­πῆλ­θε πρός Κύ­ριο[92].

 Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Αὐξέντιος, ὁ μαρτυρήσας ἐν Κωνσταντίνου-πόλει ἐν ἔτει 1720, ξίφει τελειοῦται.

Αὐ­τός ὁ Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ Αὐ­ξέν­τιος ἦ­ταν ἀ­πό μί­α Ἐ­πι­σκο­πή τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Βελ­λᾶς, γέν­νη­μα εὐ­σε­βῶν Χρι­στια­νῶν. Ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­κό­μη νέ­ος, πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί δού­λευ­ε τήν τέ­χνη τῶν γου­να­ρά­δων στό χά­νι τό λε­γό­με­νο Μαχ­μούτ Πασ­σά. Ἀλ­λά ὁ ἐ­χθρός τοῦ κα­λοῦ, ὁ δι­ά­βο­λος, πού πάν­το­τε δέν παύ­ει νά πο­λε­μᾶ τούς νέ­ους μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, δέν ὑ­πέ­φε­ρε νά βλέ­πη καί τού­του τοῦ νέ­ου τήν κα­θα­ρό­τη­τα. Γι’ αὐ­τό ἔ­σπει­ρε σ’ αὐ­τόν τέ­τοι­ες σκέ­ψεις. Ὅ­τι, δη­λα­δή, νά πε­ρά­ση αὐ­τήν τήν πρό­σκαι­ρη ζω­ή μέ ἡ­δο­νές καί ξε­φαν­τώ­μα­τα καί μέ ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α· καί ἔ­τσι τόν πα­ρέ­συ­ρε καί ἄ­φη­σε τήν τέ­χνη του καί πῆ­γε μέ τά Βα­σι­λι­κά κα­ρά­βια. Ἐ­κεῖ λοι­πόν κά­νον­τας κάμ­πο­σο και­ρό καί ξε­φαν­τώ­νον­τας μέ τούς συν­τρό­φους του τούς ἀλ­λό­φυ­λους, συ­κο­φαν­τή­θη­κε ἀ­π' αὐ­τούς τούς ἴ­διους ψευ­δῶς, πώς ἀρ­νή­θη­κε τόν Χρι­στό καί ὠ­μο­λό­γη­σε τήν θρη­σκεί­α τους. Γι’ αὐ­τό ἐ­πει­δή φο­βή­θη­κε, μή­πως τόν δι­α­βά­λουν στόν ἀ­φέν­τη τοῦ κα­ρα­βιοῦ του, ἔ­φυ­γε ἀ­πό ἐ­κεῖ κρυ­φά καί ἦλ­θε στήν Κων­σταν­τι­νού­πολ (δι­ό­τι ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τή) ντυ­μέ­νος ὄ­χι μέ τά συ­νή­θη ἐν­δύ­μα­τα τῶν Κα­λι­ουν­τζή­δων, ἀλ­λά μέ ἄλ­λα τα­πει­νά. Καί ἀ­φοῦ ἀ­γο­ρά­σε ἕ­να κα­ΐ­κι, δού­λευ­ε μέ αὐ­τό, γιά νά βγά­ζη τά πρός τό ζῆν. Με­τα­νό­η­σε ὅ­μως καί ὁ­λό­ψυ­χα γιά τά πρό­τε­ρα σφάλ­μα­τα πού ἔ­κα­νε καί μά­λι­στα κα­τα­και­γό­ταν ἡ καρ­διά του ἀ­πό τόν ἔ­ρω­τα τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου καί νύ­χτα καί ἡ­μέ­ρα πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό μέ θερ­μά δά­κρυ­α, νά τοῦ δεί­ξη κα­νέ­ναν ἔμ­πει­ρο πνευ­μα­τι­κό γιά νά τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ καί νά τοῦ φα­νε­ρώ­ση τόν πό­θο, πού εἶ­χε στό νά πι­ῆ τό πο­τή­ρι τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Καί ὁ Θε­ός δέν πα­ρά­κου­σε τήν δέ­η­σί του, ἀλ­λά τοῦ ἔ­στει­λε ἰα­τρό ἔμ­πει­ρο, ἀ­νά­λο­γο μέ τόν πό­θο του, μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο· Ὁ σύγ­κελ­λος τῆς Με­γά­λης Ἐκ­κλη­σί­ας Γρη­γό­ριος, (ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἁ­γι­ο­ρεί­της, ἀ­πό τήν σε­βά­σμια μο­νή τοῦ Ξη­ρο­πο­τά­μου) θέ­λον­τας νά πε­ρά­ση μί­α ἡ­μέ­ρα ἀ­πό τό Κα­ρά­κι­ο­ϊ στό Φα­νά­ρι, μέ τήν πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ μπῆ­κε στό κα­ΐ­κι τοῦ νέ­ου. Ὁ νέ­ος, βλέ­πον­τας τό εὐ­λα­βι­κό ἦ­θος τοῦ συγ­κέλ­λου, ἀ­πε­φά­σι­σε νά τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψη τόν σκο­πό του. Καί λοι­πόν, ἀ­φοῦ βγῆ­κε ἀ­πό τό κα­ΐ­κι, τόν πῆ­ρε ἰ­δι­αι­τέ­ρως καί τοῦ φα­νέ­ρω­σε τήν δι­α­κα­ῆ ἀ­γά­πη, πού εἶ­χε στό νά μαρ­τυ­ρή­ση γιά τόν Χρι­στό. Καί ὁ σύγ­κελ­λος ἐ­παί­νε­σε μέν τόν σκο­πό του, τόν ἐμ­πό­δι­σε ὅ­μως ἀ­πό τόν ἀ­γῶ­να τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου, φο­βού­με­νος μή­πως δει­λιά­ση στά βα­σα­νι­στή­ρια. Καί ἔ­τσι τοῦ εἶ­πε· «Ἄ­κου­σε, τέ­κνο μου, οἱ σκευ­ω­ρί­ες τοῦ πο­νη­ροῦ δι­α­βό­λου εἶ­ναι πολ­λές καί φο­βοῦ­μαι, μή­πως σέ κά­νη καί δει­λιά­σης στά βα­σα­νι­στή­ρια καί στε­ρη­θῆς τόν γλυ­κύ­τα­τό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ἀλ­λά φύ­γε ἀ­πό ἐ­δῶ καί πή­γαι­νε σέ καμ­μί­α ἡ­συ­χί­α καί ἐ­κεῖ γί­νε κα­λό­γη­ρος καί ζῆ­σε τήν ζω­ή σου ἐ­νά­ρε­τα. Καί ἐλ­πί­ζω στήν ἀ­γα­θό­τη­τα τοῦ γλυ­κυ­τά­του μᾶς Ἰ­η­σοῦ νά σέ συμ­πε­ρι­λά­βη με­τά θά­να­το στόν χο­ρό τῶν Μαρ­τύ­ρων, γιά νά χαί­ρε­σαι αἰ­ώνια. Ὁ νέ­ος ὅ­μως μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά σι­ω­ποῦ­σε μέν, σε­βό­με­νος τόν πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα, ἡ καρ­διά του ὅ­μως κα­τα­φλε­γό­ταν ἀ­πό τόν θεῖ­ο ἔ­ρω­τα τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Γι’ αὐ­τό δού­λευ­ε πά­λι μέ τό κα­ΐ­κι του καί ἀ­πό τά χρή­μα­τα πού ἔ­βγα­ζε, κρα­τοῦ­σε μό­νο ὅ­σα ἦ­ταν ἀρ­κε­τά γιά τό φα­γη­τό του, ἐ­νῶ τά ὑ­πό­λοι­πα τά μοί­ρα­ζε στούς φτω­χούς. Περ­νοῦ­σε καί στό ἑ­ξῆς τήν ζω­ή του μέ νη­στεῖ­ες­καί μέ ὁ­λο­νυ­χτί­ους ἀ­γρυ­πνί­ες. Πολ­λές φο­ρές μά­λι­στα πή­γαι­νε στόν να­ό τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου, ἔ­ξω στήν Ζω­ο­δό­χο Πη­γή καί ὅ­λη τήν νύ­χτα πα­ρα­κα­λοῦ­σε τήν Πα­νά­χραν­το, γιά νά τοῦ δώ­ση δύ­να­μι νά τε­λει­ώ­ση τήν ζω­ή του μέ Μαρ­τύ­ριο. Καί λοι­πόν μέ τέ­τοι­α καί τό­σα πολ­λά ὅ­πλα ἁρ­μα­τώ­θη­κε ἀ­πό τήν θεί­α χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί ἐν­δυ­να­μώ­θη­κε ἀ­πό τήν πρε­σβεί­α τῆς Θε­ο­τό­κου καί ἔ­τσι πῆ­γε πά­λι στό προ­η­γού­με­νο κα­ρά­βι, πού ἦ­ταν. Οἱ δέ σύν­τρο­φοί του καί οἱ ἄλ­λοι, πού τόν γνώ­ρι­ζαν, ἀ­μέ­σως μό­λις τόν εἶ­δαν, ὥρ­μη­σαν ἐ­ναν­τί­ον του μέ με­γά­λο θυ­μό, καί τόν χτυ­ποῦ­σαν. Ἄλ­λοι πάλι τοῦ ἔ­λε­γαν, ἐ­σύ ἤ­σουν στήν θρη­σκεί­α μας καί πῶς τώ­ρα ἄλ­λα­ξες τήν γνώ­μη σου; Καί λέ­γον­τας αὐ­τά, τόν τρα­βοῦ­σαν στό δι­κα­στή­ριο. Ὁ δέ Μάρ­τυρας τοῦ Χρι­στοῦ, χω­ρίς νά δει­λιά­ση κα­θό­λου, μέ γε­λα­στό πρό­σω­πο ἀν­τέ­λε­γε σ’ αὐ­τούς, φω­νά­ζον­τας μέ παρ­ρη­σί­α· «Ἐ­γώ Χρι­στια­νός ἤ­μουν καί εἶ­μαι καί γιά τόν Χρι­στό μου εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νά λά­βω μύ­ρια βα­σα­νι­στή­ρια». Ἕ­νας δέ ἀ­πό ἐ­κεί­νους, μή ὑ­πο­φέ­ρον­τας τήν τό­ση παρ­ρη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου, τόν χτύ­πη­σε στό μέ­τω­πο μέ σί­δε­ρο καί  χύ­θη­κε τό  δε­ξί του μά­τι. Ὁ Μάρ­τυς ὅ­μως χω­ρίς νά δει­λιά­ση μέ αὐτό, εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τόν Κύ­ριο πού τόν ἀ­ξί­ω­σε νά πά­σχη γιά τό ὄ­νο­μά του. Ἐ­κεῖ­νος ὅμως ὁ ἁ­μαρ­τω­λός, πά­λι χτύ­πη­σε στό στό­μα τόν Μάρ­τυ­ρα, καί ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σαν δύ­ο του δόν­τια. Ἀλ­λά ὁ Μάρ­τυς πά­λι μέ δυ­να­τή φω­νή ­κή­ρυτ­τε τόν Χρι­στό, ὡς Θε­ό ἀ­λη­θι­v­ό. Γι’ αὐ­τό τόν πή­γαν πρῶ­τα στό δι­κα­στή­ριο τοῦ Μουλᾶ. Καί τόν ρώ­τη­σε ὁ δι­κα­στής× «Για­τί ἄλ­λα­ξε τήν προ­ηγούμενη γνώ­μη του καί ἀρ­νή­θη­κε τήν θρη­σκεί­α τους;». Διότι, ὅ­πως μαρ­τυ­ροῦν οἱ ἐ­κεῖ πα­ρόν­τες μάρ­τυ­ρες, ἀρ­νή­θη­κε τόν Χρι­στό καί ὠ­μο­λό­γη­σε ὡς κα­λή τήν θρη­σκεί­α τους. Τό­τε ὁ Ἅ­γιος ὑ­ψώ­νον­τας τόν νοῦ του πρός τόν Θε­ό καί ζη­τῶν­τας τήν θεί­α του βο­ή­θεια, στρά­φη­κε πρός τόν δι­κα­στή καί τοῦ λέ­ει μέ εἰ­λι­κρι­νῆ καί θαρ­ρα­λέ­α φω­νή· «Ἐ­γώ, δι­κα­στά, οὐ­δέ­πο­τε ἀρ­νή­θη­κα τόν γλυ­κύ­τα­τό μου Χρι­στό. Ἀλ­λά πι­στεύ­ω καί ὁ­μο­λο­γῶ αὐ­τόν ὡς Θε­ό παν­το­δύ­να­μο καί ποι­η­τή τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου καί εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νά χύ­σω τό αἷ­μα μου γιά τήν πί­στι μου καί ὄ­χι νά τουρ­κέ­ψω. Ἄς μή συμ­βῆ πο­τέ Κύ­ρι­έ μου». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ δι­κα­στής, γέ­μι­σε ὅ­λος θυ­μό καί προ­στά­ζει τούς ὑ­πη­ρέ­τες νά χτυ­πή­σουν μέ τρι­α­κο­σί­ες ξυ­λι­ές τά πό­δια τοῦ Ἁ­γί­ου. Οἱ δέ ὑ­πη­ρέ­τες ἐ­ξε­τέ­λε­σαν ἀ­μέ­σως τήν προ­στα­γή. Ὁ­πό­τε ἔ­τρε­χε τό αἷ­μα σάν πο­τά­μι ἀ­πό τά νύ­χια τῶν πο­δι­ῶν τοῦ Μάρ­τυ­ρος. Ὁ δέ Ἅ­γιος εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε πο­λύ τόν Κύ­ριο, πα­ρα­κα­λῶν­τας τον νά τόν ἐν­δυ­να­μώ­ση καί στό ἑ­ξῆς νά τε­λει­ώ­ση τόν δρό­μο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Ἔ­πει­τα πρό­στα­ξε ὁ δι­κα­στής νά πᾶ­νε τόν Μάρ­τυ­ρα στό Πασ­σιᾶ κα­πι­σί καί νά τόν φυ­λα­κί­σουν ἐ­κεῖ, ἕ­ως ὅ­του νά  γί­νη με­γα­λύ­τε­ρο δι­κα­στή­ριο, γιά νά τόν δι­κά­σουν, ἐ­πει­δή τό­τε ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι ἡ­μέ­ρα Πα­ρα­σκευ­ή. Πράγ­μα πού ἔ­γι­νε. Ὁ δέ πνευ­μα­τι­κός του πα­τέρας, πού προ­α­να­φέρ­θηκε, λέ­ω, Γρη­γό­ριος, ὅ­ταν ἔ­μα­θε τήν παρ­ρη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου καί τά βα­σα­νι­στή­ρια πού ὑ­πέ­μει­νε γιά τόν Χρι­στό, βρῆ­κε τρό­πο καί πῆ­γε καί τόν συ­νάν­τη­σε μέ­σα στήν φυ­λα­κή καί μέ τά λό­για του τοῦ ἔ­δω­σε θάρ­ρος νά μή δει­λιά­ση στούς ἀ­γῶ­νες, ἀλ­λά νά στα­θῆ μέ γεν­ναῖ­ο φρό­νη­μα, γιά νά ντρο­πιά­ση τόν δι­ά­βο­λο καί νά λά­βη λαμ­προύς τούς στε­φά­νους τῆς νί­κης ἀ­πό τόν κρι­τή Θε­ό. Ὁ δέ Μάρ­τυς ζή­τη­σε νά με­τα­λά­βη τά ἄ­χραν­τα μυ­στή­ρια. Καί ἀ­μέ­σως τοῦ τά ἔ­φε­ρε ὁ σύγ­κελ­λος καί ἐκ­πλή­ρω­σε τό αἴ­τη­μά του. Τήν ἐρ­χό­με­νη Τρί­τη ἔ­φε­ραν τόν Ἅ­γιο στό δι­κα­στή­ριο δε­μέ­νο μέ βα­ρι­ές ἁ­λυ­σί­δες, σάν κα­κοῦρ­γο. Αὐ­τός ὅ­μως ἔ­στε­κε χα­ρού­με­νος, σάν νά ἔ­στε­κε σέ καμ­μί­α πα­νή­γυ­ρι. Βλέ­πον­τάς τον ὅ­μως ὁ Βε­ζύ­ρης μέ ἄ­γριο καί φο­νι­κό βλέμ­μα, τοῦ λέ­ει· «Για­τί ἐ­σύ δέν ὁ­μο­λο­γεῖς τήν δι­κή μας θρη­σκεί­α ὡς κα­λή καί ἀ­λη­θι­νή, ἀλ­λά τήν ἀ­πο­στρέ­φε­σαι καί τήν ἐ­ξευ­τε­λί­ζεις»; Τό­τε ὁ Μάρ­τυς τοῦ λέ­ει· «Ἐ­γώ Χρι­στια­νός γεν­νή­θη­κα καί Χρι­στια­νός θέ­λω νά πε­θά­νω καί δέν ἀρ­νοῦ­μαι τήν πί­στι μου, ἀ­κό­μη καί ἄν μοῦ κά­νε­τε μύ­ρια βα­σα­νι­στή­ρια, δι­ό­τι αὐ­τή εἶ­ναι κα­λή καί ἀ­λη­θι­νή. Καί μα­κά­ρι νά πι­στεύ­σε­τε καί ἐ­σεῖς κά­πο­τε, ἀ­φέν­τη, γιά νά μή κο­λα­σθῆ­τε». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ἀ­π’ αὐ­τόν ὁ Βε­ζύ­ρης, γέ­μι­σε ὅ­λος θυ­μό καί βλέ­πον­τας τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης τοῦ Μάρ­τυ­ρα, ἐ­ξέ­δω­σε τήν κα­τα­δι­κα­στι­κή ἀ­πό­φα­σι νά σκο­τω­θῆ μέ ξί­φος. Καί ἀ­μέ­σως ἀ­φοῦ τόν ἅρ­πα­ξαν οἱ ὑ­πη­ρέ­τες, τόν ἔ­φε­ραν στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης. Ὁ δέ Ἅ­γιος ἔ­κα­νε δέ­η­σι πρός τόν Θε­ό, γιά τήν συ­νέ­νω­σι καί τήν εἰ­ρη­νι­κή κα­τά­στα­σι τῶν ὀρ­θο­δό­ξων Χρι­στια­νῶν καί ὅ­λου τοῦ Κό­σμου. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ γο­νά­τι­σε, εἶ­πε στόν τζε­λά­τη νά κά­νη ἐ­κεῖ­νο, πού προ­στά­χθη­κε. Αὐ­τός τό­τε, ἀ­πέ­κο­ψε τήν Ἁ­γί­α του κε­φα­λή στίς 25 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου ἡ­μέ­ρα Τρί­τη, ὥ­ρα β΄ τῆς ἡ­μέ­ρας, καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ πα­νύ­μνη­τος τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου, στήν ἡ­λι­κί­α τῶν τριά­ντα ἐ­τῶν. Τήν δέ ἐρ­χό­με­νη Τε­τάρ­τη πρός τό ξη­μέ­ρω­μα, φῶς οὐ­ρά­νιο κα­τέ­βη­κε ἐ­πά­νω στό μαρ­τυ­ρι­κό λεί­ψα­νο, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­δαν ὄ­χι μό­νο πολ­λοί Χρι­στια­νοί, ἀλ­λά καί πολ­λοί Τοῦρ­κοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι καί τό ὡ­μο­λο­γοῦ­σαν καί τό κή­ρυτ­ταν μπροστά σέ ὅ­λους. Ὁ δέ φι­λό­χρι­στος ἄρ­χοντας Μι­χα­ήλ, ὁ τερ­τζίμ­πα­σης τοῦ Βα­σι­λιᾶ, ἐ­πει­δή εἶ­χε θάρ­ρος στήν σουλ­τά­να, τήν πα­ρε­κά­λε­σε, γιά νά προ­στά­ξη νά τοῦ δο­θῆ τό σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρος, γιά νά τό θά­ψη· ἡ ὁ­ποί­α πρό­στα­ξε καί τοῦ τό ἔ­δω­σαν. Μό­λις ἔ­λα­βε ὁ ἄρ­χοντας τό σῶ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου, τό ἔ­πλυ­νε μέ δι­ά­φο­ρα μύ­ρα καί ἀ­ρώ­μα­τα, ὅ­πως ἔ­κα­νε καί ὁ Νι­κό­δη­μος στό θε­ο­ποι­η­μέ­νο σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Καί ἔ­τσι μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια τό σή­κω­σαν οἱ Χρι­στια­νοί μα­ζί μέ τόν Πα­τριά­ρχη καί τούς πα­ρευ­ρε­θέν­τες ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί τό ἐ­πή­γαν στόν να­ό τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς καί ἐ­κεῖ το ἐν­τα­φί­α­σαν μέ τι­μές. Με­τά δέ ἀ­πό δύ­ο χρό­νια, ὁ προ­α­να­φερ­θείς ἄρ­χοντας, ἐ­πει­δή εἶ­χε με­γά­λη εὐ­λά­βεια πρός τόν Μάρ­τυ­ρα, ἔ­κα­νε ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ λει­ψά­νου του καί ἀ­μέ­σως μό­λις ἄ­νοι­ξαν τόν τά­φο, βγῆ­κε τό­ση μυ­στη­ρι­ώ­δης εὐ­ω­δί­α, ὥ­στε θαύ­μα­σαν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί πού βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ καί δό­ξα­σαν τόν Θε­ό, πού δο­ξά­ζει αὐ­τούς πού τόν δο­ξά­ζουν. Καί πῆ­ρε ὁ ἄρ­χοντας τήν Ἁ­γί­α κά­ρα τοῦ Μάρ­τυ­ρα στήν οἰ­κί­α του. Καί ἐ­πει­δή ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι ἄρ­ρω­στοι οἱ υἱ­οί του μέ σο­βα­ρή καί βα­ρυ­τά­τη ἀ­σθέ­νεια, ἀ­μέ­σως μό­λις ἀ­σπά­σθη­καν μέ πί­στι καί εὐ­λά­βεια τήν Ἁ­γί­α κά­ρα, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ση­κώ­θη­καν ἀ­πό τό κρε­ββά­τι καί ἔ­γι­ναν τε­λεί­ως ὑ­γι­εῖς, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό καί τόν Ἅ­γιο. Ἀλ­λά καί κά­ποι­ος ρά­φτης, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Νι­κό­λα­ος καί τα­λαι­πω­ρεῖτο ἀ­πό σο­βα­ρή καί ἐ­πι­κίν­δυ­νη ἀ­σθέ­νεια καί εἶ­χε ἀ­πο­φα­σι­σθῆ ἀ­πό τούς ἰα­τρούς ὅ­τι θά πε­θά­νη, ἀπελπισμένος πλέ­ον ἀ­πό τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή, θυ­μή­θη­κε τό θαῦ­μα πού ἔ­κα­νε ὁ Ἅ­γιος στούς υἱ­ούς τοῦ τερ­τζίμ­πα­ση καί ἀ­μέ­σως ἔ­στει­λε καί ἔ­φε­ραν τήν Ἁ­γί­α κά­ρα. Καί μό­λις τήν το­πο­θέ­τη­σαν ἐ­πά­νω του, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ση­κώ­θη­κε ἀ­πό τήν θα­να­τη­φό­ρα ἐ­κεί­νη ἀ­σθέ­νεια καί δό­ξα­σε τόν Θε­ό, καί τόν Μάρ­τυ­ρα. Ὁ δέ προ­α­να­φερ­θείς παπ­α Γρη­γό­ριος ὁ Ξη­ρο­πο­τα­μι­νός, μό­λις ἄ­κου­σε τά θαύ­μα­τα τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί ἔ­χον­τας εὐ­λά­βεια πρός τόν Ἅ­γιο, πῆ­γε στόν ἄρ­χον­τα, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν φί­λος του καί τόν πα­ρε­κά­λε­σε νά ἀ­φι­ε­ρώ­ση τήν Ἁ­γί­α κά­ρα τοῦ Μάρ­τυ­ρος στό δι­κό του Μο­να­στή­ρι τοῦ Ξη­ρο­πο­τά­μου. Καί ὁ ἄρ­χοντας καί ἐξ αἰ­τί­ας τῆς εὐ­λά­βειας πού εἶ­χε πρός τό ἴ­διο Μο­να­στή­ρι καί ἐξ αἰ­τί­ας τῆς φι­λί­ας, πού εἶ­χε μέ τόν πα­ρα­πά­νω σύγ­κελ­λο, τήν ἀ­φι­έ­ρω­σε ὡς δῶ­ρο πο­λύ­τι­μο, ἡ ὁ­ποί­α βρί­σκε­ται μέ­χρι καί τώ­ρα σ’ αὐ­τή τήν σε­βά­σμια μο­νή, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α πη­γά­ζουν κα­θη­με­ρι­νά δι­ά­φο­ρα θαύ­μα­τα, λυ­τρώ­νον­ται πολ­λοί ἀ­πό τήν θα­να­τη­φό­ρα ἀ­σθέ­νεια τοῦ λοι­μοῦ καί τῆς πα­νώ­λης καί ἐ­λευ­θε­ρώ­νον­ται ἀ­πό πολ­λά ἄλ­λα πά­θη καί νό­σους ἐ­κεῖ­νοι, πού μέ εὐ­λά­βεια καί θερ­μή πί­στι κα­τα­φεύ­γουν σ’ αὐ­τήν, πρός δό­ξα τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Στόν ὁ­ποῖ­ο ἁρ­μό­ζει ὅ­λη ἡ δό­ξα, ἡ τι­μή καί ἡ προ­σκύ­νη­σις στούς αἰ­ῶ­νες. Ἀ­μήν.



[86] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι κα­τά τό μδ΄ βι­βλί­ο τῶν Βα­σι­λι­κῶν, τί­τλος α΄, τό λε­γά­το εἶ­ναι δω­ρε­ά, τήν ὁ­ποί­α ἄ­φη­σε κά­ποι­ος κα­τό­πιν δι­α­θή­κης. Λέ­γει λοι­πόν τό ἀ­νω­τέ­ρω δί­στι­χο ἰ­αμ­βι­κό, ὅ­τι τό νά γνω­ρί­ζουν ὅ­λοι οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι μί­α οὐ­σί­α Θε­οῦ (τρεῖς δέ ὑ­πο­στά­σεις), αὐ­τό δό­θη­κε στούς Χρι­στια­νούς ἀ­πό τόν Γρη­γό­ριο ἕ­να λε­γά­το, δη­λα­δή μί­α δω­ρε­ά καί ἐν­δι­ά­θη­κος κλη­ρο­νο­μί­α. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Θε­ο­λό­γος αὐ­τός, μέ ἰ­δι­αί­τε­ρο τρό­πο ἀ­πό τούς ἄλ­λους θε­ο­λό­γους, ὀ­νο­μά­ζε­ται Τρι­α­δι­κός Θε­ο­λό­γος, δι­ό­τι σχε­δόν σέ κά­θε του λό­γο ἀ­να­φέ­ρει πε­ρί τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος καί πε­ρί τῆς μιᾶς αὐ­τῆς οὐ­σί­ας καί φύ­σε­ως. Φαί­νε­ται ἀ­κό­μη, ὅ­τι ἡ λέ­ξις αὐ­τή προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν λα­τι­νι­κή γλῶσ­σα.

 

[87]    Αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο συ­νέ­βη στόν Ἅ­γιο ἀ­πό τήν ἑ­ξῆς αἰ­τί­α· Ὅ­ταν ὁ θεῖ­ος Πα­τέρας ἦ­ταν παι­δί μι­κρό, ἔ­κο­ψε μί­α βέρ­γα ἀ­πό φυ­τό λυ­γα­ριᾶς. Κα­τό­πιν ἀ­πό­το­μα τήν γύ­ρι­σε καί τήν ἔ­κα­νε κύ­κλο. Τό­τε ἁ­πλώ­θη­κε ἡ βέρ­γα, τόν κτύ­πη­σε δυ­να­τά στό ἕ­να ἄ­κρο τοῦ δε­ξιοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ του καί τό πλή­γω­σε. Ἔ­τσι τό ση­μά­δι τῆς πλη­γῆς φαι­νό­ταν στόν ὀ­φθαλ­μό του, ἕ­ως ὅ­του πέ­θα­νε. Πα­ρα­τή­ρη­σαν ἀ­κό­μη με­ρι­κοί, ὅ­τι τό ση­μά­δι αὐ­τό φαί­νε­ται ἀ­κό­μη καί στήν ἁ­γί­α κά­ρα τοῦ θεί­ου Πα­τέρα, πού βρί­σκε­ται στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Βα­το­παι­δί­ου. Αὐ­τό τό δι­η­γεῖ­ται μό­νος του ὁ Ἅ­γιος μέ στί­χους ἡ­ρω­ι­κούς στά κα­θ’ ἑ­αυ­τόν ἔ­πη. Χα­ρι­τω­μέ­νο ἀ­κό­μη εἶ­ναι τό θαῦ­μα, πού ἔ­κα­νε ὁ Θε­ο­λό­γος Αὐ­τός Γρη­γό­ριος, τό ὁ­ποῖ­ο γρά­φει ὁ Δο­σί­θε­ος στήν σελ. 679 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου.

Ὁ Μι­χα­ήλ ὁ Τραυ­λός, ὅ­ταν πῆ­ρε τήν βα­σι­λεί­α, κα­τά τό ἔ­τος 820, εὐ­νού­χι­σε ἕ­να παι­δί τοῦ προ­κάτοχου βα­σι­λιᾶ Λέ­ον­τα τοῦ Ἀρ­μένι­ου, τό νε­ώ­τε­ρο, τό ὁ­ποῖ­ο, ἔ­ζη­σε μέν, ἀ­φοῦ εὐ­νου­χί­σθη­κε, ἔ­χα­σε ὅ­μως τήν φω­νή του. Ὁ­πό­τε ἔ­κλαι­γε μπροστά στήν εἰ­κό­να τοῦ Θε­ο­λό­γου Γρη­γο­ρί­ου, πα­ρα­κα­λῶν­τας τόν Ἅ­γιο νά τοῦ χα­ρί­ση τήν προ­η­γού­με­νη φω­νή. Τήν νύ­κτα λοι­πόν εἶ­δε, σύμ­φω­να μέ τόν Ζω­να­ρᾶ, σέ ὅ­ρα­μα τόν Μέ­γα Γρη­γό­ριο νά τοῦ λέ­η· «Ἄ­κου­σα τήν προ­σευ­χή σου καί τό αἴ­τη­μά σου τό δέ­χθη­κε». Καί ἀ­μέ­σως ξύ­πνη­σε καί παίρ­νον­τας τό βι­βλί­ο τοῦ Θε­ο­λό­γου, φώ­να­ξε· «Πά­λιν Ἰ­η­σοῦς ὁ ἐ­μός, καί πά­λι μυ­στή­ριον», (δη­λα­δή τόν λό­γο τοῦ θεί­ου Πα­τέρα στά Φῶ­τα). Καί ἀ­μέ­σως τό παι­δί δό­ξα­σε τόν Θε­ό καί τόν Ἅ­γιο. H ἀ­να­κο­μι­δή δέ τοῦ λει­ψά­νου τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ, ἑ­ορ­τά­ζε­ται κα­τά τήν 19η τοῦ πα­ρόν­τος.

[88] Ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­τι στό Κοι­νό­βιο ἐ­κεῖ­νο τοῦ Ὁ­σί­ου Που­πλί­ου ἔ­ζη­σε καί ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­δελ­φός Θε­ό­δο­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὕ­στε­ρα ἀ­πό τόν Θε­ό­τε­κνο, ἀ­να­δέ­χθη­κε τήν προ­στα­σί­α τῶν ἀ­δελ­φῶν καί μέ τό­σες ἀ­ρε­τές ἦ­ταν στο­λι­σμέ­νος, ὥ­στε ἀ­να­δεί­χθη­κε ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό τούς προ­η­γου­μέ­νους μέ τήν φή­μη του. Δι­ό­τι ὁ θεῖ­ος πό­θος μέ τέ­τοι­α βέ­λη κυ­ρί­ευ­σε τήν καρ­διά του, ὥ­στε νύ­κτα καί ἡ­μέ­ρα πή­γα­ζαν ἀ­πό τούς ὀ­φθαλ­μούς του τά τῆς κα­τα­νύ­ξε­ως δά­κρυ­α.

Προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη ὁ ἴ­διος, ὅ­τι ὁ ἀ­νω­τέ­ρω Ἀ­φθό­νιος ἔ­γι­νε ἀρ­γό­τε­ρα καί Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας. Στήν ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νη ὅ­μως δέν ἄλ­λα­ξε τό χον­δρό ἐ­κεῖ­νο καί πα­χύ φό­ρε­μα, πού φο­ροῦ­σε στήν ἄ­σκη­σι, οὔ­τε ἔβγαλε τό ἀ­σκη­τι­κό ὑ­πο­κά­μι­σο, πού εἶ­χε, τό ὑ­φα­σμέ­νο ἀ­πό τρί­χες γί­δι­νες, ἀλ­λ’ οὔ­τε ἄλ­λα­ξε τά ἀ­σκη­τι­κά φα­γη­τά, ἀλ­λ’ ἔ­τρω­γε τά ἴ­δια ἐ­κεῖ­να, πού χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε καί πρίν ἀ­πό τήν ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νη. Καί ὄν­τας ἀ­κό­μη καί Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, πή­γαι­νε στό Κοι­νό­βιο καί πα­ρέ­με­νε πολ­λές ἡ­μέ­ρες, πα­ρη­γο­ρῶν­τας τούς ἀ­δελ­φούς, δι­α­λύ­ον­τας τίς φι­λο­νι­κί­ες, πού συ­νέ­βαι­ναν με­τα­ξύ τους, καί συμ­βου­λεύ­ον­τας τά ἀ­πα­ραί­τη­τα γιά τήν σω­τη­ρί­α. Καί ἄλ­λο­τε ἔρ­ρα­βε τά σχι­σμέ­να ροῦ­χα τῶν ἀ­δελ­φῶν, ἄλ­λο­τε πά­λι κα­θά­ρι­ζε τήν φα­κή ἤ ἔ­κα­μνε κά­ποι­ο τα­πει­νό ἔρ­γο.

Ἀ­να­φέ­ρει δέ καί κά­ποι­ον ἄλ­λο ἀ­δελ­φό τοῦ ἴ­διου Κοι­νο­βί­ου ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, Γρη­γό­ριο ὀ­νό­μα­τι, ὁ ὁ­ποῖ­ος σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή καί σέ αὐ­τό τό βα­θύ­τα­το γῆ­ρας του καρ­πό τῆς ἀμ­πέ­λου δέν δο­κί­μα­σε κα­θό­λου, ἀλ­λ’ οὔ­τε ξύ­δι ἤ στα­φί­δες ἔ­φα­γε, οὔ­τε γά­λα, οὔ­τε τυ­ρί.

[89] Ση­μει­ώ­νου­με ἐ­δῶ, ὅ­τι αὐ­τό, πού ἔ­κα­νε ὁ ἱ­ε­ρός Θε­ο­δώ­ρη­τος, τό ἔ­κα­νε ἀ­πό ἀ­νάγ­κη, ὅ­πως ἔ­κα­νε καί ὁ Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς Λου­κια­νός ὁ τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας Πρε­σβύ­τε­ρος, ὅ­ταν βρι­σκό­ταν στήν φυ­λα­κή καί ἱ­ε­ρούρ­γη­σε ἐ­πά­νω στό στῆ­θος του. Δι­ό­τι τά στή­θη καί τά χέ­ρια τοῦ Ἱ­ε­ρέ­ως καί τοῦ Δι­α­κό­νου εἶ­ναι τι­μι­ώ­τε­ρα ἀ­πό τήν πέ­τρι­νη ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, σύμ­φω­να μέ τόν θεῖ­ο Χρυ­σό­στο­μο. Ἔ­τσι αὐ­τό ὡς σπά­νιο καί γι­νό­με­νο ἀ­πό ἀ­νάγ­κη, δέν πρέ­πει νά μι­μῆ­ται ἀ­πό ἄλ­λον. Βλέ­πε καί τήν ὑ­πο­ση­μεί­ω­σι τοῦ λα΄ Κα­νό­νος τῆς στ΄ στό δι­κό μας Πη­δά­λιο. Βλέ­πε καί στό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός Μά­ρη [Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Λου­κια­νοῦ], κα­τά τήν 15η  τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου.

[90] Αὐτοῦ ὁ Βίος γράφθηκε ἑλληνικά ἀπό τόν Ὅσιο Ἱερώνυμο καί βρίσκεται μετα-φρασμένος στό Ἐκλόγιο.

[91] Περιττά γράφεται ἐδῶ στά Μηναῖα ἡ μνήμη Ἠσαΐου τοῦ Προφήτου. Διότι αὐτή ἀναφέρεται κατά τήν 9η τοῦ Μαΐου, ὁπότε καί τό Συναξάρι του γράφεται.

[92]    Ἀ­πό αὐ­τό συμ­πε­ραί­νε­ται ὅ­τι, ἐ­πει­δή ἡ Ἁ­γί­α Εὐ­φη­μί­α μαρ­τύ­ρη­σε ἐ­πί Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 288, γι’ αὐ­τό καί ὁ Ἅ­γιος Κα­στί­νος Αὐ­τός ἦ­ταν στόν και­ρό τῶν τυ­ράν­νων πρίν ἀ­πό τόν Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο, κον­τά στά χρό­νια ἐ­κεῖ­να, πού μαρ­τύ­ρη­σε ἡ Ἁ­γί­α Εὐ­φη­μί­α. Καί ὅ­τι ἡ Ἀρ­γυ­ρού­πο­λις βρι­σκό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τό Βυ­ζάν­τιο, ὅ­πως ἦ­ταν καί ἡ Χρυ­σού­πο­λις, δη­λα­δή αὐ­τό πού τώ­ρα λέ­γε­ται Σκού­τα­ρι. Ὁ δέ Με­λέ­τιος, σελ. 318, τοῦ πρώ­του τόμ. τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας, λέ­ει, ὅ­τι ὁ Κα­στί­νος αὐ­τός ἤ Κη­στί­νος, ἔ­ζη­σε κα­τά τό ἔ­τος 241, ἐ­πί Γορ­δια­νοῦ βα­σι­λέ­ως καί Φι­λίπ­που τοῦ Ἄ­ρα­βος καί ἔ­μει­νε ὡς ἐ­πί­σκο­πος ἑ­πτά χρό­νια καί ἔ­κτι­σε Να­ό στό Πέ­τριο στό ὄ­νο­μα τῆς Ἁ­γί­ας Εὐ­φη­μί­ας, πού τό­τε μαρ­τύ­ρη­σε. Τόν ἀ­πα­ριθ­μεῖ μά­λι­στα ὄ­χι ὡς δεύ­τε­ρο Ἐ­πί­σκο­πο Βυ­ζαν­τί­ου, ὅ­πως ἀ­πα­ριθ­μεῖ­ται στόν χει­ρό­γρα­φο Συ­να­ξα­ρι­στή, ἀλ­λά δέ­κα­τον ἕ­βδο­μο ἀ­πό τόν Στά­χυ. Ὁ δέ Κυ­ριλ­λια­νός ἀ­πό τόν Με­λέ­τιο ὀ­νο­μά­ζε­ται Κυ­ρια­κός, ὁ Ὁ­ποῖ­ος δι­ε­τέ­λε­σε ἐπίσκοπος τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου πρίν ἀ­πό τόν Κα­στί­νο, κα­τά τό ἔ­τος 225 καί πα­ρέ­μει­νε στήν ἐ­πι­σκο­πή δέ­κα ἕ­ξι χρό­νια, ἀ­ριθ­μού­με­νος δέ­κα­τος ἕ­κτος ἀ­πό τόν Στά­χυ. Βλέ­πε καί στήν 27η τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου, ὅ­που αὐ­τός ὁ Κυ­ριλ­λια­νός ἤ Κυ­ρια­κός ἑ­ορ­τά­ζε­ται ἰ­δι­αι­τέ­ρως.

Τῇ 25 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός, μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος  Βλα­δι­μή­ρου, μη­τρο­πο­λί­του Κιέ­βου.

Ὁ Ἅ­γι­ος Βλα­δί­μη­ρος γεν­νή­θη­κε τήν 1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1848 στό χω­ρι­ό Μά­λι­ε Μο­ρό­σκι τῆς ἐ­παρ­χί­ας τοῦ Ταμ­πώφ τῆς Ρω­σί­ας. Τό κο­σμι­κό του ὄ­νο­μα ἦ­ταν Βα­σί­λει­ος Νι­κη­φό­ρο­βιτς Μπογ­κο­γι­α­βλέν­σκυ. Ἔ­μα­θε τά πρῶ­τα γράμ­μα­τα στό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό σχο­λεῖ­ο καί ἔ­πει­τα σπού­δα­σε στή θε­ο­λο­γι­κή σχο­λή τοῦ Κι­έ­βου. Ὅ­ταν τό 1874 ἀ­πο­πε­ρά­τω­σε τίς σπου­δές του, δι­ω­ρί­σθη­κε ὡς κα­θη­γη­τής στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή σχο­λή τοῦ Ταμ­πώφ, ὅ­που καί νυμ­φεύ­θη­κε.

Τό ἔ­τος 1882 χει­ρο­το­νεῖ­ται πρε­σβύ­τε­ρος καί το­πο­θε­τεῖ­ται στό να­ό τοῦ Κοζ­λώφ. Στήν ἀρ­χή τῆς ἱ­ε­ρα­τι­κῆς του δι­α­κο­νί­ας, μα­ζί μέ τόν σταυ­ρό τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης ση­κώ­νει καί τόν σταυ­ρό τῆς χη­ρεί­ας. Τό 1886 ἀ­πε­βί­ω­σε ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα σύ­ζυ­γός του καί λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα καί τό μο­νά­κρι­βο παι­δί του.

Ἡ ὑ­πο­μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου ἦ­ταν ὅ­μοι­α μέ αὐ­τήν τοῦ πο­λύα­θλου Ἰ­ώβ. Φεύ­γει πλέ­ον ἀ­πό τόν κό­σμο καί ἀ­κο­λου­θεῖ τήν μο­να­χι­κή ζω­ή. Ἐγ­κα­τα­βι­ώ­νει σέ μο­νή τοῦ Κοζ­λώφ καί στίς 6 Φε­βρου­α­ρί­ου 1886 κεί­ρε­ται μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Βλα­δί­μη­ρος. Τό ἔ­τος 1888 ἐ­κλέ­γε­ται Ἐ­πί­σκο­πος τῆς πό­λε­ως Στα­ρο­ρού­σκι­υ καί κα­λεῖ­ται νά δι­α­κο­νή­ση τόν λα­ό τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται ὁ­λό­ψυ­χα στό πο­λύ­πα­θο καί τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο ποί­μνι­ό του.

Στίς 19 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1891 ἐ­κλέ­γε­ται Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Σα­μά­ρα, τό 1892 Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Καρ­τά­λιν καί Κα­χε­ζί­ας καί στίς 21 Φε­βρουά­ριου 1898 Μη­τρο­πο­λί­της Μό­σχας. Τό ποι­μαν­τι­κό, φι­λαν­θρω­πι­κό καί κοι­νω­νι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι τε­ρά­στιο. Δι­α­κό­πτε­ται, ὅ­μως καί πά­λι, ὅ­ταν ἐ­κλέ­γε­ται, στίς 23 Νο­εμ­βρί­ου 1912, Μη­τρο­πο­λί­της τῆς Ἁ­γί­ας Πε­τρου­πό­λε­ως. Τό 1915 ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἀ­να­θέ­τει τά κα­θή­κον­τα τοῦ Μη­τρο­πο­λί­του Κι­έ­βου. Ὅ­που δι­α­κο­νοῦ­σε ὁ Ἅ­γι­ος Βλα­δί­μη­ρος ἄ­φη­νε τά ἴ­χνη τῆς ἁ­γι­ό­τη­τάς του. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἐκ­δα­πα­νοῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του γι­ά τήν σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Τά χρό­νι­α ἦ­ταν δύ­σκο­λα. Τό ἐ­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα ἄρ­χι­σε νά φουν­τώ­νη. Ὁ Ἅ­γι­ος, προ­βλέ­πον­τας τά μέλ­λον­τα, μι­λῶντας πρός τούς σπου­δα­στές τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σε­μι­να­ρί­ου τῆς Μό­σχας, ἔ­λε­γε: «Ἴ­σως νά πι­στεύ­ε­τε, ὅ­τι ὁ πνευ­μα­τι­κός ἄρ­τος, πού δί­νει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στόν κό­σμο, ἔ­χει γί­νει πο­λύ σκλη­ρός, γι­ά νά φα­γω­θῆ ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους. Θά πρέ­πη νά ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με γι­ά τό ποι­οί ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε καί τί κά­νου­με γι­ά τούς πτω­χούς ἀ­δελ­φούς μας. Οἱ ἀ­δελ­φοί μας πει­νοῦνε. Εἶ­ναι στό σκο­τά­δι. Καί ἐ­μεῖς ὀ­φεί­λου­με νά ἐρ­γα­σθοῦ­με, γι­ά νά φω­τί­σου­με τήν ζω­ή τους μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, τήν πί­στι, τήν ἐλ­πί­δα».

Τά γε­γο­νό­τα τῆς Ὀ­κτω­βρι­α­νῆς ἐ­πα­να­στά­σε­ως (1917) ἀ­πο­τέλε­σαν γι­ά τούς κα­τοί­κους τοῦ Κι­έ­βου τήν ἀ­φορ­μή, γι­ά νά ἐ­πι­χει­ρή­σουν τήν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α τους. Τό Οὐ­κρα­νι­κό συμ­βού­λι­ο πί­ε­σε τόν Ἅ­γι­ο νά προ­βῆ σέ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή αὐ­το­νο­μί­α. Ἐ­κεῖ­νος δέν τό ἔ­πρα­ξε καί τόν ἐκ­θρό­νι­σαν. Ἔτ­σι κα­τέ­φυ­γε στήν μο­νή τῶν Σπη­λαί­ων. Δέν θέ­λη­σε νά ὑ­πο­χω­ρή­ση πα­ρά τίς ἀ­πει­λές.

Τά γε­γο­νό­τα τῆς ἐ­πα­να­στά­σε­ως τῶν Μπολ­σε­βί­κων δέν ἄ­φη­σαν ἀ­νε­πη­ρέ­α­στο τό Κί­ε­βο, τό ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λή­φθη­κε ἀ­πό τόν ἐ­πα­να­στα­τι­κό στρα­τό. Στίς 23 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1918 οἱ ἐ­πα­να­στά­τες ἔ­φθα­σαν στήν μο­νή τῶν Σπη­λαί­ων.

Ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Βλα­δί­μη­ρος, ὄν­τας τό­τε 70 χρό­νων, ὑ­πέ­φε­ρε πολ­λές ὕ­βρεις, ἀ­πει­λές καί θλί­ψεις. Στίς 12 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 τό­νι­σε μέ θάρ­ρος: «Δέν φο­βᾶ­μαι τί­πο­τε καί κα­νέ­ναν. Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος σέ κά­θε στιγ­μή νά δώ­σω τήν ζω­ή μου γι­ά τήν ἀ­λη­θι­νή ρω­σι­κή πί­στι καί γι­ά τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, γι­ά νά ἐμ­πο­δί­σω τούς ἐ­χθρούς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πό τό νά τήν ἐμ­παί­ξουν. Θά ὑ­πο­φέ­ρω τά μαρ­τύ­ρι­α μέ­χρι τέ­λους, γι­ά νά δι­α­τη­ρή­σω τήν Ρω­σι­κή Ἐκ­κλη­σί­α στό Κί­ε­βο, ὅ­που πῆ­ρε τήν ἀρ­χή της». Λέ­γον­τας αὐ­τά ἀ­να­λύ­θη­κε σέ δά­κρυ­α.

Στίς 25 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, ὅ­ταν τό Κί­ε­βο κα­τε­λή­φθη ἀ­πό τούς μπολ­σε­βί­κους, ἀ­πό­σπα­σμα πέν­τε ἐ­νό­πλων πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στήν Μο­νή καί συ­νέ­λα­βε τόν Μη­τρο­πο­λί­τη. Ὁ Ἅ­γι­ος μέ­σα στήν νύ­κτα τούς ἀ­κο­λού­θη­σε ψάλ­λον­τας καί προ­σευ­χό­με­νος, σάν νά ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νά τε­λέ­ση τήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α.

Δι­η­γεῖ­το ἕ­νας μο­να­χός, ὁ Λου­κᾶς, πού τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε τόν Ἐ­πί­σκο­πο:  -Ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος ὅ­ταν ἔβ­γαι­νε ἀ­πό τή μο­νή ἦ­ταν τό­σο εἰ­ρη­νι­κός, ὅ­σο ἦ­ταν συ­νή­θως πρίν τε­λέ­ση τήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α.

Ὁ Μη­τρο­πο­λί­της ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τούς στρα­τι­ῶ­τες «ὡς πρό­βα­τον ἐ­πί σφα­γήν». Βγῆ­καν ἀ­πό τήν κεν­τρι­κή πύ­λη τοῦ μο­να­στη­ρι­οῦ καί προ­χώ­ρη­σαν. Δέν εἶ­χε πλέ­ον κα­μι­ά ἀμ­φι­βο­λί­α γι­ά τίς προ­θέ­σεις καί δι­α­θέ­σεις τῶν μπολ­σε­βί­κων. Στίς δύ­σκο­λες τε­λευ­ταῖ­ες αὐ­τές στιγ­μές, ὅ­ταν ἡ δει­λί­α προ­σπα­θῆ νά εἰ­σβά­λη στήν ψυ­χή καί νά φέ­ρη ἀ­να­στά­τω­σι ἤ καί ἀ­πό­γνω­σι, ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Βλα­δί­μη­ρος, μι­μού­με­νος τούς ἁ­γί­ους μάρ­τυ­ρες, σέ ὅ­λη τήν δι­α­δρο­μή προ­σευ­χό­ταν, ἔ­ψαλ­λε ὕ­μνους καί ἔ­κα­νε τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ. Προ­χώ­ρη­σαν πε­ρί­που ἕ­να χι­λι­ό­με­τρο μα­κρι­ά ἀ­πό τήν Λαύ­ρα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σαν. Ὁ Μη­τρο­πο­λί­της κα­τά­λα­βε. Γύ­ρι­σε καί ἤ­ρε­μα ρώ­τη­σε: - Ἐ­δῶ θέλετε νά μέ ἐκτελέσετε;

Ἕ­νας ἀ­πό τούς ἐ­κτε­λε­στές ἀ­πάν­τη­σε εἰ­ρω­νι­κά:

- Γι­α­τί ὄ­χι; Μή­πως πε­ρι­μέ­νεις νά σέ τι­μή­σου­με;

Καί ἐ­νῷ τό ἐ­κτε­λε­στι­κό ἀ­πό­σπα­σμα ἔ­παιρ­νε θέ­σι, ζή­τη­σε νά τοῦ χα­ρί­σουν λί­γη ὥ­ρα, νά προ­σευ­χη­θῆ. Οἱ δή­μι­οι τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν λέ­γον­τας:

- Ναί, μό­νο κά­νε γρή­γο­ρα.

Ὕψωσε τά χέ­ρι­α του στόν οὐ­ρα­νό καί προ­σευ­χή­θη­κε δυ­να­τά:

- Κύ­ρι­ε, συγ­χώ­ρε­σέ μου ὅ­λα τά ἁ­μαρ­τή­μα­τα, τά ἑ­κού­σι­α καί τά ἀ­κού­σι­α καί δέ­ξου τήν ψυ­χή μου ἐν εἰ­ρή­νῃ.

Ἔ­πει­τα, πι­ά­νον­τας μέ τά δύ­ο του χέ­ρι­α τόν σταυ­ρό του, μι­μού­με­νος τόν ἀ­νε­ξί­κα­κο Κύ­ρι­ό του, εὐ­λό­γη­σε τούς δη­μί­ους του καί εἶ­πε:

-Ὁ Θε­ός νά σᾶς συγ­χω­ρή­ση.

Οἱ δή­μι­οι δέν πε­ρί­με­ναν ἄλ­λο. Ἡ μορ­φή του ἦ­ταν ἔ­λεγ­χος στήν συ­νεί­δη­σί τους. Ἤ­θε­λαν νά τε­λει­ώ­νουν γρή­γο­ρα. Ἔ­στρε­ψαν τίς κά­νες τῶν ὅ­πλων τους καί τόν πυ­ρο­βό­λη­σαν. Μέ­σα στήν νύχ­τα ἀ­κού­στη­καν τέσ­σε­ρις πυ­ρο­βο­λι­σμοί. Ἔπειτα δύ­ο καί ἄλ­λος ἕ­νας. Ἡ ψυ­χή τοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρα Μη­τρο­πο­λί­τη φτε­ρού­γι­σε γι­ά τόν οὐ­ρα­νό. Ἡ ἁ­γι­α­σμέ­νη γῆ τοῦ Κι­έ­βου πο­τί­στη­κε μέ τό αἷ­μα τοῦ πρώ­του νε­ο­μάρ­τυ­ρα Μη­τρο­πο­λί­τη.

Οἱ πυ­ρο­βο­λι­σμοί ἀ­κού­στη­καν στό Μοναστήρι. Ἕ­νας δό­κι­μος μο­να­χός εἶ­πε ἀ­νή­συ­χος:

-Πυ­ρο­βό­λη­σαν τόν Μη­τρο­πο­λί­τη.

Ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­πάν­τη­σε:

-Ὄ­χι, δέν πι­στεύ­ω, οἱ πυ­ρο­βο­λι­σμοί ἦ­ταν πολ­λοί γι­ά ἕ­να μάρ­τυ­ρα.

Δέν πέ­ρα­σαν πα­ρά ἐ­λά­χι­στα λε­πτά καί δε­κα­πέν­τε ἐ­πα­να­στά­τες μέ ρό­πα­λα καί φα­νά­ρι­α ἄρ­χι­σαν νά τρέ­χουν στήν αὐ­λή τοῦ μο­να­στη­ρί­ου. Ἕ­νας ἀ­πό αὐ­τούς ρώ­τη­σε τούς μο­να­χούς:

-Συ­νέ­λα­βαν τόν Μη­τρο­πο­λί­τη;

Οἱ μο­να­χοί ἀ­πάν­τη­σαν:

- Ναί, τόν ὡδή­γη­σαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι.

Οἱ ἐ­πα­να­στά­τες ἔ­τρε­ξαν ἔ­ξω. Σέ μι­σή ὥ­ρα ξα­να­γύ­ρι­σαν καί οἱ μο­να­χοί τούς ρώ­τη­σαν: -Βρή­κα­τε τόν Μη­τρο­πο­λί­τη;

Καί αὐ­τοί ἀ­πάν­τη­σαν: - Ναί, τόν βρή­κα­με καί θά κά­νου­με σέ ὅ­λους σας, ὅ,τι ἔ­γι­νε μέ αὐ­τόν!

Λέ­γον­τας αὐ­τά ἔ­φυ­γαν.

Οἱ μο­να­χοί ἔ­μει­ναν μέ τήν ἀ­πο­ρί­α καί τήν ἀμ­φι­βο­λί­α γι­ά τήν τύ­χη τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη. Ἡ νύχ­τα κύ­λη­σε μέ­σα σέ κλί­μα ἀ­γω­νί­ας καί φό­βου. Τό θλι­βε­ρό γε­γο­νός μα­θεύ­τη­κε τήν ἄλ­λη μέ­ρα. Με­ρι­κές πι­στές γυ­ναῖ­κες, πού συ­νή­θι­ζαν κά­θε ἡ­μέ­ρα νά πη­γαί­νουν στήν πρω­ι­νή ἀ­κο­λου­θί­α τῆς Λαύ­ρας, βρῆ­καν τό σῶ­μα τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη. Συγ­κλο­νι­σμέ­νες ἔ­τρε­ξαν στό Μοναστήρι καί ἐ­νη­μέ­ρω­σαν τούς μο­να­χούς. Οἱ μο­να­χοί, μέ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τόν ἀρ­χι­μαν­δρί­τη Ἀν­φίν καί μα­ζί μέ τέσ­σε­ρις γι­α­τρούς, ἔ­τρε­ξαν καί βρῆ­καν τό σῶ­μα του σέ ἕ­να χω­ρά­φι πε­σμέ­νο ἀ­νά­σκε­λα καί σκε­πα­σμέ­νο μέ ἕ­να πα­νω­φό­ρι. Οἱ δή­μι­οι εἶ­χαν κλέ­ψει τό ἐγ­κόλ­πι­ο, τό σταυ­ρό, τό ρο­λό­ι ἀ­κό­μα καί τά πα­πούτ­σι­α τοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρα.

Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ ἰ­α­τρι­κή ἐ­ξέ­τα­σι ἀ­πέ­δει­ξε ἕ­να τραῦ­μα ἀ­πό πυ­ρο­βο­λι­σμό στό δε­ξί του μά­τι, μί­α το­μή στό κε­φά­λι του, μί­α βα­θει­ά πλη­γή κά­τω ἀ­πό τό δε­ξί αὐ­τί, τέσ­σε­ρις κο­ψι­ές στά χεί­λη του, δύ­ο πλη­γές ἀ­πό πυ­ρο­βο­λι­σμούς στήν δε­ξι­ά ὠ­μο­πλά­τη, ἕ­να βα­θύ τραῦ­μα στό στῆ­θος, μί­α βα­θει­ά πλη­γή στήν μέ­ση. Οἱ μο­να­χοί ἀ­νέ­πεμ­ψαν σύν­το­μη δέ­η­σι στόν τό­πο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Ἔ­πει­τα το­πο­θέ­τη­σαν τό σῶ­μα του σέ φέ­ρε­τρο καί τό με­τέ­φε­ραν στό Μοναστήρι. Κα­τά τήν με­τα­φο­ρά τοῦ μαρ­τυ­ρι­κοῦ σκη­νώ­μα­τός του πε­ρι­κύ­κλω­σαν τούς μο­να­χούς δέ­κα ὡ­πλι­σμέ­νοι ἐ­πα­να­στά­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἄρ­χι­σαν νά πε­ρι­παί­ζουν, νά εἰ­ρω­νεύ­ων­ται καί νά βρί­ζουν τόν νε­ο­μάρ­τυ­ρα Μη­τρο­πο­λί­τη καί τούς μο­να­χούς. Φώ­να­ζαν στόν ἀρ­χι­μαν­δρί­τη Ἄν­φιν:

-Θέ­λεις νά θά­ψης αὐ­τόν; Αὐ­τός ἀ­ξί­ζει νά πε­τα­χθῆ στό χαν­τά­κι. Θέ­λεις νά κά­νης ἅ­γι­α λεί­ψα­να, γι’ αὐ­τό παίρ­νεις τό σῶ­μα του.

Ὅ­ταν ἡ νε­κρι­κή πομ­πή πλη­σί­α­σε στήν Λαύ­ρα, οἱ πι­στές γυ­ναῖ­κες πού ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν, ἔ­κλαι­γαν, προ­σεύ­χον­ταν καί ἔ­λε­γαν:

-Βα­σα­νι­σμέ­νε ἅ­γι­ε μάρ­τυ­ρα, σοῦ ἀ­ξί­ζει ὁ πα­ρά­δει­σος.

Καί οἱ μπολ­σε­βί­κοι ἀ­παν­τοῦ­σαν μέ μῖ­σος: -Στήν κό­λα­σι εἶ­ναι ἡ θέ­σι του, βα­θει­ά στήν κό­λα­σι!

Τό μαρ­τυ­ρι­κό λεί­ψα­νό του το­πο­θε­τή­θη­κε στήν ἐκ­κλη­σί­α, ­πού πα­ρέ­με­νε τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό προ­σευ­χό­με­νος. Ἡ νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α τε­λέ­σθη­κε μέ­σα σέ γε­νι­κή συγ­κί­νη­σι.

Τό θλι­βε­ρό νέ­ο μα­θεύ­τη­κε στήν Μό­σχα, ὅ­που γι­νό­ταν ἡ σύ­να­ξι τῶν Ρώ­σων ἐ­πι­σκό­πων. Τά μέ­λη τῆς συ­νό­δου μέ πολ­λή συγ­κί­νη­σι ἄ­κου­σαν γι­ά τόν μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­τό του καί κή­ρυ­ξαν τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ἐκ­δη­μί­ας του ὡς ἡ­μέ­ρα ἐ­τή­σι­ας προ­σευ­χῆς γι­ά ὅ­λους τούς Ρώ­σους μάρ­τυ­ρες καί ὁ­μο­λο­γη­τές τῆς πί­στε­ως, πού βρῆ­καν τόν θά­να­το κα­τά τήν μαρ­τυ­ρι­κή αὐ­τή πε­ρί­ο­δο. Ἔγινε μά­λι­στα εἰ­δι­κή τε­λε­τή, ὅπου  ἔ­λα­βαν μέ­ρος ὁ Πα­τρι­άρ­χης Τύ­χων, τά μέ­λη τῆς συ­νό­δου καί ὅ­λος ὁ κλῆ­ρος τῆς Μό­σχας. Ὅ­λοι ἔνοι­ω­θαν, ὅ­τι τό μαρ­τύ­ρι­ο τοῦ μη­τρο­πο­λί­τη Βλα­δί­μη­ρου ἦ­ταν προ­α­νά­κρου­σμα μί­ας μαρ­τυ­ρι­κῆς πο­ρεί­ας καί ὁ πρῶ­τος κρί­κος στήν ἁ­λυ­σί­δα ἀ­μέ­τρη­των νε­ο­μαρ­τύ­ρων.

Ἀ­πό τήν πρώ­τη στιγ­μή στήν συ­νεί­δη­σι τῶν πι­στῶν ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Βλα­δί­μη­ρος ­θε­ω­ρεῖ­το ἅ­γι­ος. Ἡ ἐ­πί­ση­μη δι­α­κή­ρυ­ξι τῆς ἁ­γι­ό­τη­τάς του ἔ­γι­νε 71 χρό­νι­α με­τά, στίς 3 Ὀ­κτω­βρί­ου 1989, ἀ­πό τήν σύ­νο­δο τῆς Ρωσ­σι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τό λεί­ψα­νό του βρί­σκε­ται στήν Λαύ­ρα τῶν Σπη­λαί­ων τοῦ Κι­έ­βου.

 

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης