Τῷ αὐτῷ μηνί K΄, τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρτεμίου. Ὁ Ὅσιος καί θεοφόρος Πατήρ ἡμῶν Γεράσιμος, ὁ νέος ἀσκητής, ὁ Πελοποννήσιος, οὗ τό λείψανόν ἐστιν ἐν Κεφαληνίᾳ, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 Τῷ αὐτῷ μηνί K΄, τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρτεμίου.

 Ὁ πάντα λαμπρός Ἀρτέμιος ἐν βίῳ,

Τμηθείς ἀνῆλθεν εἰς ὑπέρλαμπρον κλέος.

Εἰκάδι Ἀρτέμιος πυκινόφρων ὄσσ’ ἐκάλυψεν.

Αὐ­τός ὁ μα­κά­ριος Ἀρ­τέ­μιος ἔ­γι­νε δού­κας καί αὐ­γου­στά­λιος (σ. σ. στρα­τι­ω­τι­κός δι­οι­κη­τής), δη­λα­δή μι­κρός αὔ­γου­στος τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρει­ας. Πα­ρό­μοι­α ἔ­γι­νε καί πα­τρί­κιος ἀ­πό τόν Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο τόν βα­σι­λιά, κα­τά τό ἔ­τος 330. Ὅ­ταν δέ ὁ πα­ρα­βά­της Ἰ­ου­λια­νός ἔ­γι­νε βα­σι­λιάς κα­τά τό ἔ­τος 361 καί τι­μω­ροῦ­σε τούς Χρι­στια­νούς στήν Ἀν­τι­ό­χεια, τό­τε ὁ μα­κά­ριος αὐ­τός Ἀρ­τέ­μιος αὐ­τό­κλη­τος πῆ­γε στό μαρ­τύ­ριο, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπροστά στόν ἀ­πο­στά­τη καί ἔ­λεγ­ξε τήν ἀ­πο­στα­σί­α καί πα­ρα­νο­μί­α του. Τό­τε τόν ἔ­δει­ραν μέ βού­νευ­ρα ὠ­μά καί κα­τα­ξέ­σχι­σαν τήν πλά­τη του μέ τρι­βό­λια κο­φτε­ρά καί μέ ἀγ­κί­δες σι­δε­ρέ­νι­ες κάρ­φω­σαν τά πλευ­ρά καί τά βλέ­φα­ρά του. Ἔ­πει­τα χώ­ρι­σαν σέ δύ­ο μί­α πλά­κα πά­ρα ­πο­λύ με­γά­λη καί ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τήν ἔ­βα­λαν τόν Ἅ­γιο. Ὅ­μως ἀ­πό τό ὑ­περ­βο­λι­κό βά­ρος τῆς πέ­τρας, τό­σο πι­έ­σθη­κε τό σῶ­μα του, ὥ­στε βγῆ­καν ἔ­ξω οἱ ὀ­φθαλ­μοί του. Ἔ­πει­τα τρά­βη­ξαν ἔ­ξω τά ἐν­τό­σθιά του καί ἔ­σπα­σαν κά­θε του μέ­λος καί τε­λι­κά τόν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ τρι­σμα­κά­ριος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν ἀ­μά­ραν­το στέ­φα­νο. Τό δέ ἅ­γιο λεί­ψα­νό του με­τα­φέρ­θη­κε ἀ­πό τήν Ἀν­τι­ό­χεια στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι ἀ­πό κά­ποι­α γυ­ναί­κα Δι­ά­κο­νο λε­γό­με­νη Ἀ­ρί­στη καί ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε σέ τό­πο λε­γό­με­νο Ὀ­ξεῖ­α.

Ἐ­δῶ ἀ­ξί­ζει νά προ­σθέ­σου­με  καί τήν δι­ή­γη­σι με­ρι­κῶν θαυ­μά­των τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἕ­νας ἄν­θρω­πος πού εἶ­χε τά δί­δυ­μά του πο­λύ ἐ­ξογ­κω­μέ­να ἀ­πό τήν κή­λη, πῆ­γε στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­τε­μί­ου, κλαί­γον­τας καί ζη­τῶντας τήν θε­ρα­πεί­α. Βρι­σκό­ταν λοι­πόν ὁ ἀ­σθε­νής στήν μέ­ση τοῦ Να­οῦ ἐ­πά­νω σέ στρῶ­μα. Καί ἀ­φοῦ ὕ­πνω­σε λί­γο, εἶ­δε τόν Ἅ­γιο Ἀρ­τέ­μιο στόν ὕ­πνο του  νά τοῦ λέ­η· «Δεῖ­ξε μου τό πά­θος σου». Καί αὐ­τός τοῦ ἔ­δει­ξε τό μέ­ρος, πού εἶ­χε τό πά­θος. Τό­τε ὁ Ἅ­γιος, ἀ­φοῦ ἔ­σκυ­ψε, ἔπια­σε κα­τάλ­λη­λα μέ τά δύ­ο του χέ­ρια τό σπά­σι­μο τῶν δι­δύ­μων του καί τό ἔ­σφιξε, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε. Ὁ ἀ­σθε­νής πο­νῶντας πο­λύ ­ξύ­πνη­σε φω­νά­ζον­τας τό, ‘‘ἀλ­λοί­μο­νό μου’’, καί βρῆ­κε τόν ἑ­αυ­τό του ὑ­γι­ῆ δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό καί τόν Ἅ­γιο.

Ἄλ­λος πά­λι, πού εἶ­χε τρεῖς φοῦ­σκες στά δί­δυ­μά του, πῆ­γε στόν Ἅ­γιο Ἀρ­τέ­μιο καί ἔ­κα­νε ἀ­γρυ­πνί­α. Κουράσθηκε ὅμως ἀ­πό τήν ἀ­γρυ­πνί­α καί ἀ­πο­κοι­μή­θηκε. Καί, νά, τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ Ἅ­γιος καί ἀ­φοῦ γύ­μνω­σε τό πά­θος καί τό ψη­λά­φη­σε μέ τά χέ­ρια του, τό σφρά­γι­σε μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ. Ἔ­πει­τα τόν κέν­τη­σε στήν πλευ­ρά καί ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε. Ὁ δέ ἀ­σθε­νής ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, βρῆ­κε τόν ἑ­αυ­τό του ὑ­γι­ῆ καί δό­ξα­σε τόν Θε­ό καί τόν Ἅ­γιο. Ἄλ­λος δέ πά­λι, πού εἶ­χε μί­α με­γά­λη φοῦ­σκα στά δί­δυ­μά του, πῆ­γε στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου, πα­ρα­κα­λῶντάς τον νά τόν θε­ρα­πεύ­ση. Ὁ Ἅ­γιος ἐμ­φα­νί­σθη­κε στόν ὕ­πνο του, ἔ­σχι­σε μέ μα­χαῖ­ρι τό πά­θος του καί χύ­θη­κε ὕ­λη πολ­λή καί βρω­με­ρή. Ὁ ἀ­σθε­νής, ὅ­ταν ξύ­πνη­σε τόν μέν ἑ­αυ­τό του βρῆ­κε ὑ­γι­ῆ, ἐ­νῷ τά ροῦ­χα του καί τό ἔ­δα­φος τῆς γῆς τά βρῆ­κε γε­μᾶτα ἀ­πό ὑ­γρα­σί­α καί δυ­σω­δί­α με­γά­λη.

Ἄλ­λος πά­λι αὐ­τόν τόν και­ρό ἦλθε ἀ­πό τήν Ἀ­φρι­κή (πού εἶ­ναι τό τέ­ταρ­το μέ­ρος τοῦ κό­σμου καί βρί­σκε­ται πρός τά νό­τια μέ­ρη), καί ὅ­ταν ἄ­κου­σε ἀ­πό ἕ­ναν Χρι­στια­νό νά δι­η­γῆ­ται τά θαύ­μα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­τε­μί­ου, τά πί­στε­ψε ἀ­δί­στα­κτα. Τό­τε, ἐ­πει­δή αὐ­τός εἶ­χε ἕ­να συγ­γε­νῆ στήν Ἀ­φρι­κή, πού ὑ­πέ­φε­ρε καί κιν­δύ­νευ­ε ἀ­πό τό σπά­σι­μο τῶν δι­δύ­μων, γι’ αὐ­τό πῆ­ρε, ὅ­σα ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­τα, γιά νά κά­νη ἀ­γρυ­πνί­α, καί πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­τε­μί­ου, νά πα­ρα­κα­λέ­ση τόν Ἅ­γιο γιά τόν συγ­γε­νῆ του. Ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τήν ἀ­γρυ­πνί­α, πῆ­ρε λά­δι ἀ­πό τήν καν­δή­λα τοῦ Ἁ­γί­ου καί ἐ­πέ­στρε­ψε στό σπί­τι, πού ἔ­με­νε. Ὁ δέ Ἅ­γιος Ἀρ­τέ­μιος, κα­τά τήν νύ­κτα ἐ­κεί­νη, πού ἀ­γρυ­πνοῦ­σε ὁ ἀ­να­φερ­θείς Χρι­στια­νός στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, πῆ­γε στήν Ἀ­φρι­κή. Καί, ἀ­φοῦ στά­θη­κε ἐ­πά­νω ἀ­πό τήν κλί­νη τοῦ πά­σχον­τα, τοῦ εἶ­πε. «Ἐ­πει­δή ὁ δι­κός σου συγ­γε­νής μέ πα­ρα­κά­λε­σε γιά σέ­να στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, γι’ αὐ­τό ἀ­πό τώ­ρα καί στό ἑ­ξῆς ἄς εἶ­σαι ὑ­γι­ής». Ὁ δέ ἀ­σθε­νής, ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, βρῆ­κε τόν ἑ­αυ­τό του πράγ­μα­τι ὑ­γι­ῆ καί ἔ­τσι δό­ξα­σε τόν Θε­ό.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως δέν γνώ­ρι­ζε, ποι­ός ἦ­ταν αὐ­τός πού τοῦ χά­ρι­σε τήν ὑ­γεί­α, ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά μά­θη τό ὄ­νο­μά του. Τό­τε ἔ­γρα­ψε στόν συγ­γε­νῆ του ἐ­κεῖ­νο, πού πα­ρα­κά­λε­σε τόν Ἅ­γιο Ἀρ­τέ­μιο γι’ αὐ­τόν, καί τοῦ εἶ­πε ποι­ά μέ­ρα τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ Ἅ­γιος καί πῶς τόν θε­ρά­πευ­σε ἐν­τε­λῶς. Ὁ συγ­γε­νής του, ὅ­ταν ἔ­μα­θε αὐ­τά, κα­τά­λα­βε, ὅ­τι ἐ­κεί­νη τήν νύ­κτα, πού ἔ­γι­νε ἡ ἀ­γρυ­πνί­α στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ἐ­κεί­νη τήν ἴ­δια[1] θε­ρά­πευ­σε ὁ Ἅ­γιος τόν συγ­γε­νῆ του στήν Ἀ­φρι­κή καί θαύ­μα­σε πο­λύ. Τό­τε πῆ­γε πά­λι στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου καί τοῦ ἔ­δω­σε τήν κα­τάλ­λη­λη εὐ­χα­ρι­στί­α, δι­η­γού­με­νος καί τό θαῦ­μα στούς ἐ­κεῖ πα­ρόν­τες. Στήν συ­νέ­χεια ἔ­γρα­ψε στόν συγ­γε­νῆ του, πῶς ἔ­γι­νε ἡ ὑ­πό­θε­σις, καί ὅ­τι αὐ­τός, ­πού τόν θε­ρά­πευ­σε, εἶ­ναι ὁ Ἅ­γιος Ἀρ­τέ­μιος.

Ἕ­νας Χρι­στια­νός ἀ­πό ἀ­νυ­πό­φο­ρο βά­ρος πού εἶ­χε στά δί­δυ­μα, ζη­τοῦ­σε τήν θε­ρα­πεί­α. Ὁ Ἅ­γιος Ἀρ­τέ­μιος φά­νη­κε στόν ὕ­πνο του καί τοῦ εἶ­πε· «Ἀ­δελ­φέ, πή­γαι­νε στόν γεί­το­νά σου Ἰ­ω­άν­νη τόν χαλ­κιά καί βά­λε τήν φού­σκα τῶν δι­δύ­μων σου ἐ­πά­νω στό ἀ­μῶ­νι του. Καί ἐ­άν ἐ­κεῖ­νος τήν κτυ­πή­ση δυ­να­τά μέ τό πυ­ρω­μέ­νο σφυ­ρί του, ἀ­μέ­σως θά θε­ρα­πευ­θῆς». Ὁ ἀ­σθε­νής ὅ­μως ἐ­φο­βεῖ­το νά τό κά­νη αὐ­τό ὡς ὀ­δυ­νη­ρό. Τό­τε πά­λι τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ Ἅ­γιος καί πά­λι τοῦ εἶ­πε τά ἴ­δια. Ὁ ἀ­σθε­νής ὅ­μως πά­λι ἐ­φο­βεῖ­το νά τό κά­νη. Τό­τε ὁ Ἅ­γιος καί γιά τρί­τη φο­ρά ἐμ­φα­νί­σθη­κε καί τοῦ εἶ­πε· «Πί­στε­ψέ με ἀ­δελ­φέ, ὅ­τι ἄν δέν κά­νης αὐ­τό, πού σοῦ εἶ­πα, πο­τέ δέν θά θε­ρα­πευ­θῆς». Ὁ ἀ­σθε­νής θέ­λον­τας καί μή θέ­λον­τας, ἀ­ναγ­κα­στι­κά πῆ­γε στόν χαλ­κιά καί ἔ­βα­λε τό σπά­σι­μό του ἐ­πά­νω στό ἀ­μῶ­νι ἐ­κεί­νου. Βλέ­πον­τας ὅ­μως τό πυ­ρω­μέ­νο σφυ­ρί, πού κα­τέ­βαι­νε ἐ­πά­νω στό σπά­σι­μό του, ἀ­πό τόν φό­βο του ἔ­κα­νε πρός τά πί­σω.

Καί ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀμέ­σως τό σπά­σι­μο ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε καί τό σφυ­ρί κτύ­πη­σε ἐ­πά­νω στό ξη­ρό ἀ­μῶ­νι. Θαύ­μα­σαν βέ­βαι­α καί οἱ δύ­ο, καί ὁ χαλ­κιάς καί ὁ ἀ­σθε­νής γιά τό πα­ρά­ξε­νο αὐ­τό θαῦ­μα. Ἔ­τσι καί οἱ δύ­ο δό­ξα­σαν καί εὐ­χα­ρί­στη­σαν μέ ὅ­λη τους τήν καρ­διά τόν Θε­ό, πού  δό­ξα­σε τό­σο τόν Μάρ­τυ­ρά του Ἀρ­τέ­μιο.

Ἀλ­λά καί ἕ­νας ἄλ­λος Χρι­στια­νός, παίρ­νον­τας μέ πί­στι θερ­μή λά­δι καί κε­ριά πή­γαι­νε στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­τε­μί­ου. Περ­νῶντας ἀ­πό τόν δρό­μο, ρω­τή­θη­κε ἀ­πό ἕ­ναν ρά­πτη, ποῦ πη­γαί­νει. Ὁ Χρι­στια­νός μέ εὐ­λά­βεια ἀ­πήν­τη­σε· ‘Πη­γαί­νω στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­τε­μί­ου νά προ­σευ­χη­θῶ’. Κα­θώς προ­χώ­ρη­σε, φω­νά­ζει πά­λι ὁ ρά­φτης καί τοῦ λέ­ει· «Ἀ­δελ­φέ, ὅ­ταν γυ­ρί­σης ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Ἀρ­τέ­μιο, φέ­ρε μου μί­α φού­σκα τῶν δι­δύ­μων». Τό ἔ­λε­γε αὐ­τό, εἰ­ρω­νευ­ό­με­νος τόν Ἅ­γιο, ὅ­τι θε­ρα­πεύ­ει τά σπα­σί­μα­τα τῶν δι­δύ­μων. Ὁ Χρι­στια­νός, χω­ρίς νά ἀ­σχο­λη­θῆ μέ τόν φλύ­α­ρο λό­γο τοῦ ρά­φτη, πῆ­γε στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου.  Ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ἡ θεί­α Λει­τουρ­γί­α, ἐ­πέ­στρε­ψε στήν οἰ­κί­α του. Ὅ­ταν ὅ­μως βά­δι­ζε στόν ­δρό­μο, ἄρ­χι­σαν νά κα­τε­βαί­νουν τά δί­δυ­μά του. Καί, ἐ­πει­δή κα­τέ­βη­καν πο­λύ καί τό σπά­σι­μό του αὐ­ξή­θη­κε, κα­τά­λα­βε, ὅτι τοῦ συ­νέ­βη αὐ­τό τό πά­θος γιά ἐ­κεῖ­νον τόν εἰ­ρω­νι­κό λό­γο τοῦ ρά­φτη. Ἔ­τσι μό­λις καί με­τά βί­ας μπό­ρε­σε νά φθά­ση μέ­χρι τό ἐρ­γα­στήρι τοῦ ρά­φτη, ἄ­πνους σχε­δόν ὄν­τας ἀ­πό τούς πό­νους καί ἄ­φω­νος. Κα­τη­γο­ροῦ­σε λοι­πόν τόν ρά­φτη καί τό σπά­σι­μο ἔ­δει­χνε καί βε­βαί­ω­νε, ὅ­τι δέν θά τό πά­θαι­νε αὐ­τό, ἄν αὐ­τός δέν ἔ­λε­γε τίς φλυ­α­ρί­ες ἐ­κεῖ­νες καί τά ἄ­ξια γιά γέ­λιο λό­για. Ἀ­πό αὐ­τό λοι­πόν ἦλθαν καί οἱ δύ­ο σέ λο­γο­μα­χί­ες καί ἔ­ρι­δες.

Ὅ­σοι πα­ρευ­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, ρω­τοῦ­σαν νά μά­θουν τήν αἰ­τί­α, γιά τήν ὁ­ποί­α μά­χον­ται. Τό­τε ὁ πά­σχων δι­η­γή­θη­κε τόν τρό­πο καί τήν αἰ­τί­α τοῦ πά­θους. Θέ­λον­τας ὅ­μως νά δεί­ξη κα­θα­ρά τήν ἀ­λή­θεια, ὅ­τι ὑ­περ­βο­λι­κά ἀ­δι­κή­θη­κε ἀ­πό τόν ρά­φτη, σή­κω­σε μέ θυ­μό τά ἐν­δύ­μα­τα, γιά νά δεί­ξη σέ ὅ­σους ἔ­βλε­παν τό σπά­σι­μο πού ἔ­πα­θε. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, αὐ­τός μέν βρῆ­κε τόν ἑ­αυ­τό του ὑ­γι­ῆ, ἐ­νῷ ὁ ρά­φτης φώ­να­ζε, ‘‘ἀλ­λοί­μο­νό μου!’’ καί ἔ­δει­ξε σέ ὅ­λους τό σπά­σι­μο τῶν δι­δύ­μων, πού τό­τε μό­λις τοῦ συ­νέ­βη. Ὅ­λοι λοι­πόν οἱ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι, ὅ­ταν εἶ­δαν τό αἰφ­νί­διο τοῦ σπα­σί­μα­τος, καί ὅ­τι ἀ­πό τόν Χρι­στια­νό ἐ­κεῖ­νο με­τα­τέ­θη­κε τό πά­θος στόν ρά­φτη, ἔ­γι­ναν ἔκ­θαμ­βοι. Καί στόν Θε­ό βέ­βαι­α καί στόν Μάρ­τυ­ρά του Ἀρ­τέ­μιο, ἀ­νέ­πεμ­παν δό­ξα καί εὐ­χα­ρι­στί­α, ἐ­νῷ στόν ρά­φτη ἔ­λε­γαν· «Μή λυ­πᾶ­σαι, ἀ­δελ­φέ. Δί­και­η εἶ­ναι ἡ κρί­σις τοῦ Θε­οῦ. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νο πού ζή­τη­σες, ἐ­κεῖ­νο καί ἔ­λα­βες. Σπά­σι­μο ζή­τη­σες, σπά­σι­μο καί ἔ­λα­βες». Μέ τέ­τοι­ον τρό­πο δο­ξά­ζει καί στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή ὁ Θε­ός, τούς δι­κούς του ὑ­πη­ρέ­τες.

* Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ὁσίας μητρός ἡμῶν Ματρώνης  τῆς Χιοπολίτιδος.

 * Λιποῦσα κόσμον ἔμπλεων ἀκοσμίας,

Νύμφη Ματρώνα νῦν παρέστη Νυμφίῳ.

 

* Αὐ­τή ἡ Ὁ­σί­α, πα­τρί­δα εἶ­χε τήν νῆ­σο Χῖ­ο, κα­τα­γό­με­νη ἀ­πό ἕ­να χω­ριό ὀ­νο­μα­ζό­με­νο Βο­λισ­σός. Οἱ γο­νεῖς της ὠ­νο­μά­ζον­ταν Λέ­ων καί Ἄν­να, εὐ­σε­βεῖς στόν Θε­ό, σε­μνοί στά ἤ­θη καί πιό γνω­στοί ἀ­πό τούς ἄλ­λους ἀ­πό τό γέ­νος καί τόν  πλοῦ­το. Αὐ­τή λοι­πόν ἡ μα­κά­ρια, ἐ­πει­δή καί ἀ­πό νε­α­ρή ἡ­λι­κί­α εἶ­χε με­γά­λη γνῶ­σι, γι’ αὐ­τό ἀ­γά­πη­σε τόν Θε­ό καί ἔ­τσι κα­τε­φρό­νη­σε κά­θε ἄλ­λη ἀ­γά­πη γή­ι­νη καί προ­σπά­θεια κο­σμι­κή. Καί ἀ­φοῦ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε χω­ριό καί γέ­νος καί γο­νεῖς, ἔ­γι­νε ξέ­νη καί πα­ρε­πί­δη­μη, γιά τόν ξέ­νο Κύ­ριο, πού ἐ­πά­νω στήν γῆ ἔ­ζη­σε ἀ­νά­με­σά μας. Ἀ­πό τήν κλη­ρο­νο­μιά πού ἔ­λα­βε ἀ­πό τούς γο­νεῖς της, μέ­ρος μοί­ρα­σε σέ χῆ­ρες καί ὀρ­φα­νά. Ὅ­σο ἄλ­λο μέ­ρος τῆς ἔ­μει­νε, τό ξώ­δευ­σε καί ἔ­κτι­σε Ἐκ­κλη­σί­α μέ με­γά­λη ἐ­πι­μέ­λεια καί τήν ἀ­φι­έ­ρω­σε στό ὄ­νο­μα τοῦ Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ.

Ὅ­ταν ὅ­μως ἄ­νοι­ξε τά θε­μέ­λια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ πο­λύς θη­σαυ­ρός. Πι­θα­νόν γιά δύ­ο αἴ­τια, ἤ μέ ἐ­νέρ­γεια τοῦ Δι­α­βό­λου, γιά νά ἐμ­πο­δι­σθῆ τό κα­λό, πού ἐ­πε­χεί­ρι­σε ἡ Ἁ­γί­α, ἤ μέ ἐ­νέρ­γεια Θε­οῦ, γιά νά φα­νε­ρω­θῆ σέ ὅ­λους ἡ ἀ­προ­σπά­θεια, πού εἶ­χε ἡ Ὁ­σί­α στόν φθαρ­τό καί μά­ται­ο πλοῦ­το. Αὐ­τό φά­νη­κε καί ἀ­πό τά ἔρ­γα, ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό, δι­ό­τι, ἀν­τί νά λά­βη χα­ρά ἡ Ἁ­γί­α γιά τήν εὕ­ρε­σι τοῦ θη­σαυ­ροῦ, αὐ­τή μᾶλ­λον   προ­σευ­χή­θη­κε καί πα­ρε­κά­λε­σε τόν Θε­ό νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ἀ­πό τήν μέ­ση ὁ θη­σαυ­ρός ἐ­κεῖ­νος πού βρέ­θη­κε. Ἄ­κου­σε λοι­πόν ὁ Θε­ός τήν δέ­η­σί της καί ὁ θη­σαυ­ρός ἐ­κεῖ­νος, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως με­τα­τρά­πη­κε σέ κάρ­βου­να σβη­σμέ­να. Καί ὄ­χι μό­νο ἔ­κτι­σε τήν Ἐκ­κλη­σί­α, πού λέ­χθη­κε, ἀλ­λά καί λου­τρό οἰ­κο­δό­μη­σε ἡ Ὁ­σί­α γιά τούς ἀ­σθε­νεῖς ξέ­νους. Τό­σο δέ κα­τα­ξή­ρα­νε τό σῶ­μα της, ὥ­στε σχε­δόν φαι­νό­ταν σάν ἄ­σαρ­κη.

Ἡ ἐρ­γα­σί­α τῆς Ὁ­σί­ας αὐ­τῆς ἦ­ταν προ­σευ­χή καί ψαλ­μῳ­δί­α καί δά­κρυ­α, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­χε ὡς τρο­φή καί πι­ο­τό. Δι­ό­τι και­ό­με­νη ἀ­πό τόν ἔν­θε­ο ἔ­ρω­τα, δρο­σι­ζό­ταν μέ τά δά­κρυ­α πού προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τόν ἔ­ρω­τα αὐ­τόν. Ὁ νοῦς της ἦ­ταν οὐ­ρά­νιος, ἀ­να­φε­ρό­με­νος ὅ­λος στόν Θε­ό, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο φω­τι­ζό­ταν καί ἔ­λαμ­πε. Μέ τέ­τοι­ες ἀ­ρε­τές στο­λι­σμέ­νη ὄν­τας ἡ μα­κά­ρια, ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά λά­βη καί τήν χά­ρι καί ἐ­νέρ­γεια τῶν θαυ­μά­των, τό­σο με­γά­λη καί πλου­σι­ο­πά­ρο­χη, ὥ­στε μέ αὐ­τήν ἀ­νέ­στη­σε καί νε­κρό.

 Ὅ­ταν κά­πο­τε ἦλθαν στήν νῆ­σο τῆς Χί­ου ἐ­χθροί καί πο­λέ­μιοι ἀ­πό ἕ­να ἔ­θνος βάρ­βα­ρο καί θη­ρι­ῶ­δες καί πε­ρι­κύ­κλω­σαν τήν χώ­ρα, ἕ­νας ἀ­πό αὐ­τούς πῆ­γε στό Μο­να­στήρι τῆς Ὁ­σί­ας καί ἀ­πο­πει­ρά­θη­κε ὁ ἀ­ναί­σχυν­τος νά βιά­ση μί­α μο­να­χή σέ πρᾶ­ξι αἰ­σχρή. Ὁ­πό­τε ἀ­μέ­σως βρέ­θη­κε νε­κρός. Βλέ­πον­τάς τον νε­κρό ἡ Ἁ­γί­α, τόν σπλαγ­χνί­σθη­κε. Καί μέ τήν προ­σευ­χή της τόν ἀ­νέ­στη­σε, λέ­γον­τας· «Για­τί, ὦ ἀ­νό­η­τε ἄν­θρω­πε, τόλ­μη­σες νά κά­νης τέ­τοι­ο ἐ­πι­χεί­ρη­μα; Σή­κω καί στό ἑ­ξῆς μήν ἀ­πο­πει­ρᾶ­σαι τέ­τοι­α ἀ­νό­σια ἔρ­γα». Καί μό­λις εἶ­πε αὐ­τά, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­μέ­σως ὁ ἀ­κί­νη­τος ἄρ­χι­σε νά ­κι­νῆ­ται καί ὁ πρώ­ην ἄ­πνους καί νε­κρός φαι­νό­ταν ζων­τα­νός καί μέ πνοή. Τό θαῦ­μα δέ αὐ­τό ἀ­πέ­βη σέ ὠ­φέ­λεια ὅ­λης τῆς χώ­ρας. Δι­ό­τι οἱ ἄλ­λοι βάρ­βα­ροι, ὅ­ταν ἔ­μα­θαν αὐ­τό, εὐ­λα­βή­θη­καν καί με­τέ­βα­λαν τήν ἀ­γρι­ό­τη­τα σέ ἡ­με­ρό­τη­τα. Ἔ­τσι ὅ­ταν ἦλθαν καί γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά αὐ­τοί στήν Χῖ­ο, δέν κα­κο­ποί­η­σαν κα­νέ­ναν ἀ­πό τούς κα­τοί­κους της.

Μέ τέ­τοι­ες λοι­πόν χά­ρες δι­α­λάμ­πον­τας ἡ Ἁ­γί­α, πα­ρέ­δω­σε τήν μα­κα­ρί­α της ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ἄφησε ὅμως με­τά θά­να­το τό ἱ­ε­ρό της λεί­ψα­νο πλοῦ­το ἀ­να­φαί­ρε­το καί ἀ­στα­μά­τη­τη πη­γή τῶν θαυ­μά­των σέ ὅ­λους τούς κα­τοί­κους τῆς νή­σου Χί­ου, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο πη­γά­ζουν ποι­κί­λες θε­ρα­πεῖ­ες πολ­λῶν καί δι­α­φό­ρων ἀ­σθε­νει­ῶν σέ ὅ­σους τό πλη­σιά­ζουν μέ πό­θο καί πί­στι. Ἀ­πό ὅ­λους δέ τούς κα­τοί­κους τῆς Χί­ου ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή ὀ­νο­μά­ζε­ται Κυ­ρί­α, δι­ό­τι ἔ­λα­βε τήν κυ­ρι­ό­τη­τα κα­τά τῶν πα­θῶν.

* Ὁ Ὅσιος καί θεοφόρος Πατήρ ἡμῶν Γεράσιμος, ὁ νέος ἀσκητής, ὁ Πελοποννήσιος, οὗ τό λείψανόν ἐστιν ἐν Κεφαληνίᾳ, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 * Γεράσιμος κάλλιστον ἤρατο στέφος,

Ἐκ τῆς ἄνωθεν δεξιᾶς τοῦ Κυρίου.

 * Αὐ­τός ὁ νε­ο­φα­νής Ὅ­σιος Γε­ρά­σι­μος ἦ­ταν ἀ­πό τήν πε­ρί­φη­μη Πε­λο­πόν­νη­σο, δη­λα­δή τόν τώρα λε­γό­με­νο Μω­ριά, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τό χω­ριό τῶν Τρικ­κά­λων. Οἱ γο­νεῖς του ὠ­νο­μά­ζον­ταν Δη­μή­τριος καί Κα­λή, πού ἀπο­κα­λοῦν­ταν Νο­τα­ρά­δες. Γεν­νη­μέ­νος λοι­πόν ἀ­πό αὐ­τούς, δό­θη­κε στήν μά­θη­σι τῶν ἱ­ε­ρῶν γραμ­μά­των, τά ὁ­ποῖ­α καί ἔ­μα­θε, ὄν­τας ἔξυπνος. Ὅ­ταν ὅ­μως ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­κε, ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν πα­τρί­δα του καί πῆ­γε στήν Ζά­κυν­θο. Ἀ­πό ἐ­κεῖ δι­έσχισε ὅ­λη τήν Ἑλ­λά­δα. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πῆ­γε στήν Θεσ­σα­λί­α. Ἔ­πει­τα ἀ­νέ­βη­κε στήν Μαύ­ρη Θά­λασ­σα. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί στήν Προ­πον­τί­δα καί Χαλ­κη­δό­να. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά πῆ­γε στό Ἅ­γιον Ὄρος τοῦ Ἄ­θω καί σύ­να­ξε ὡς μέ­λισ­σα ἀ­πό τούς ἐ­κεῖ ἐ­να­σκού­με­νους Πα­τέ­ρες τά κάλ­λι­στα ἄν­θη τῆς ἀ­ρε­τῆς. Ἀ­πό ἐ­κεῖ πά­λι πῆ­γε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ὅ­που καί διαμένοντας χει­ρο­το­νή­θη­κε ἀ­πό τόν τό­τε Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Γερ­μα­νό ὑ­πο­δι­ά­κο­νος, Δι­ά­κο­νος καί Πρε­σβύ­τε­ρος. Καί στόν Ἅ­γιο Τά­φο ἔ­γι­νε καν­δη­λά­πτης γιά ἕ­ναν χρό­νο. Στόν ἀ­να­φερ­θέν­τα Πα­τριά­ρχη ὑ­πη­ρέ­τη­σε δώ­δε­κα ἔ­τη. Πη­γαί­νον­τας δέ στόν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μό, ἐ­κεῖ πέ­ρα­σε νη­στι­κός σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, κα­τά μί­μη­σι τοῦ Κυ­ρί­ου καί πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψε στό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο. Ἔ­πει­τα ἀ­να­χω­ρῶντας ἀ­πό τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, πῆ­γε στό Σί­ναι­ο ὄ­ρος καί στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καί Ἀν­τι­ό­χεια καί Δα­μα­σκό καί ὅ­λη τήν Αἴ­γυ­πτο. Ἔ­πει­τα πῆ­γε στήν Κρή­τη. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι στήν Ζά­κυν­θο.

 Ἐ­κεῖ πέ­ρα­σε πέν­τε χρό­νια μέ­σα σέ ἕ­να σπή­λαι­ο, ζῶν­τας τήν ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή, τρώ­γον­τας μό­νο κο­λο­κύ­θι βρα­σμέ­νο χω­ρίς ἁ­λά­τι καί ὄ­σπρια βρεγ­μέ­να στό νε­ρό, χω­ρίς νά τρώ­η κα­θό­λου ψω­μί. Ἀ­πό τήν Ζά­κυν­θο ἀ­να­χω­ρῶν­τας πῆ­γε στήν Κε­φα­λη­νί­α, καί ἐ­κεῖ, βρί­σκον­τας ἕ­να μέ­ρος, Σπη­λαῖ­α λε­γό­με­νο, πέ­ρα­σε πέν­τε χρό­νια καί ἕν­δε­κα μῆ­νες. Στήν συ­νέ­χεια πῆ­γε σέ ἕ­να μέ­ρος πού λέ­γε­ται Ὁ­μα­λά. Καί ἐ­κεῖ βρί­σκον­τας ἕ­να Να­ό μι­κρό καί πα­λαι­ό, τόν ἀ­νε­καί­νι­σε ἐκ βά­θρων. Καί, ἀ­φοῦ ἔ­κτι­σε κελ­λιά, ἔ­κα­νε Μο­να­στήρι γυ­ναι­κεῖο ἐ­πο­νο­μά­ζον­τάς το Νέ­α Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, στό ὁ­ποῖ­ο συ­γκεντρώθηκαν εἰ­κο­σι­πέν­τε μο­να­χές.

Ὡς πρός τόν χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ σώ­μα­τος ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός ὅ­μοι­ος μέ τόν Ἅ­γιο Θε­ο­δό­σιο τόν Κοι­νο­βιά­ρχη, ἐ­κτός μό­νο ἀ­πό τό γέ­νει­ο, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε αὐ­τός λί­γο ξαν­θό. Ὅ­ταν λοι­πόν ὁ Ὅ­σιος ἔ­φθα­σε σέ βα­θύ­τα­το γῆ­ρας, προ­γνώ­ρι­σε τόν θά­να­τό του καί ἀ­φοῦ συγ­κέν­τρω­σε τίς μο­να­χές, τίς κα­τή­χη­σε καί τίς δί­δα­ξε. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τίς εὐ­λό­γη­σε, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ κα­τά τό ἔ­τος 1579, Αὐ­γού­στου 15. Ἐ­πει­δή ὅ­μως τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή ἑ­ορ­τά­ζε­ται ἡ Κοί­μη­σις τῆς Θε­ο­τό­κου, γι’ αὐ­τό ἡ μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου με­τα­τέ­θη­κε στήν πα­ροῦ­σα 20ή τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου, ὅ­ταν ἔ­γι­νε καί ἡ ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ ἁ­γί­ου λει­ψά­νου του, τό ὁ­ποῖ­ο βρέ­θη­κε σῶ­ο καί ὁ­λό­κλη­ρο, δι­α­σώ­ζον­τας ὅ­λα τά ση­μά­δια τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας, δη­λα­δή, τόν κρο­κο­βα­φῆ χρω­μα­τι­σμό καί τήν ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α καί τά πα­ρά­δο­ξα θαύ­μα­τα, πού ἐ­νερ­γεῖ στούς με­τά πί­στε­ως πλη­σι­ά­ζον­τας αὐ­τόν, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α ἕ­να μό­νο θά θυ­μη­θοῦ­με ἐ­δῶ.

Μί­α γυ­ναί­κα, πού βρι­σκό­ταν στό Μο­να­στήρι τοῦ Ἁ­γί­ου, μέ ἐ­νέρ­γεια τοῦ Δι­α­βό­λου ἔ­πε­σε μέ­σα στό πη­γά­δι κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς νύ­χτας. Ἀ­φοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε καί τήν φώ­να­ξε μέ τήν συ­νη­θι­σμέ­νη του φω­νή, τήν κρά­τη­σε καί δέν τήν ἄ­φη­σε νά πά­θη κά­τι ἤ νά βυ­θι­σθῆ στό νε­ρό. Ὅ­ταν ἄ­κου­σαν οἱ Μο­να­χές τήν συ­νη­θι­σμέ­νη φω­νή τοῦ Ἁ­γί­ου, ση­κώ­θη­καν ἀ­πό τήν κλί­νη καί γύ­ρι­ζαν πό­τε στό ἕ­να καί πό­τε στό ἄλ­λο μέ­ρος, ἐ­πι­θυ­μῶντας νά ἀ­κού­σουν καί γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά τήν γλυ­κειά φω­νή τοῦ δι­δα­σκά­λου των. Ἀ­να­ζη­τῶν­τας ὅ­μως καί τήν γυ­ναῖ­κα καί μή βρί­σκον­τάς την, τε­λευ­ταῖ­α ἔ­σκυ­ψαν καί μέ­σα στό πη­γά­δι. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, τήν εἶ­δαν νά εἶναι ἐ­πά­νω στό νε­ρό, σά­ν νά τήν κρα­τοῦ­σε κά­ποι­ος ἀ­ό­ρα­τα. Ὅ­ταν τήν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω ἔ­μα­θαν ἀ­πό αὐ­τήν, ὅ­τι ὁ Ἅ­γιος ἐμ­φα­νί­σθη­κε στό πη­γά­δι, τήν κρα­τοῦ­σε καί δέν τήν ἄ­φη­νε νά βυ­θι­σθῆ στό νε­ρό. Ἔ­τσι, ὅ­ταν εἶ­δαν καί ἄ­κου­σαν αὐ­τό τό πα­ρά­δο­ξο θαῦ­μα, δό­ξα­σαν τόν Θε­ό καί εὐ­χα­ρί­στη­σαν τόν Ἅ­γιο.



[1]      Σέ πολ­λά λοι­πόν καί δι­ά­φο­ρα μέ­ρη βρί­σκον­ται τά πνεύ­μα­τα καί οἱ ψυ­χές τῶν Ἁ­γί­ων. Γι’ αὐ­τό καί ἐ­νερ­γοῦν στόν ἴ­διο χρό­νο στά ἴ­δια δι­ά­φο­ρες ἐ­νέρ­γει­ες καί χά­ρι­τες, εἴ­τε ἄ­με­σα οἱ ψυ­χές αὐ­τῶν, ὅ­πως θέ­λουν με­ρι­κοί, εἴ­τε ἔ­μμε­σα μέ τούς Ἀγ­γέ­λους, ὅ­πως θέ­λουν ἄλ­λοι. Ἤ γιά νά ποῦ­με καλ­λί­τε­ρα καί πιό ἀ­λη­θι­νά, μέ τήν θεί­α χά­ρι. Τί λέ­ω; Οἱ ψυ­χές τῶν Ἁ­γί­ων βλέ­πουν καί ἐ­νερ­γοῦν παν­τοῦ, ὅ­πως λέ­ει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος· «Τά τῶν Ἀγ­γέ­λων ἀ­να­ρίθ­μη­τα πλή­θη, καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά τά τῶν Πα­τέ­ρων ἅ­για πνεύ­μα­τα. Δέν ὑ­πάρ­χει­ κα­νέ­νας ἀ­πό αὐ­τους, πού νά μή βλέ­πη παν­τοῦ» (Λόγ. πε­ρί παρ­θε­νί­ας). Πῶς ὅ­μως γί­νε­ται αὐ­τό; Ἄ­κου­σε. Ὁ Θε­ός καί ἡ τοῦ Θε­οῦ χά­ρις ὑ­πάρ­χει παν­τοῦ ὡς φύ­σει ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη· ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ ψυ­χές τῶν Ἁ­γί­ων εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­νες μέ τόν Θε­ό, πού εἶ­ναι παν­τοῦ, καί μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ, πού καί αὐ­τή ὑ­πάρ­χει παν­τοῦ, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν καί αὐ­τές μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πάρ­χει παν­τοῦ, ἤ εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­νες ἤ ὑ­πάρ­χουν παν­τοῦ, ὄ­χι κα­τά φύ­σι καί οὐ­σί­α, δι­ό­τι αὐ­τές εἶ­ναι πε­ρι­γρα­πτές καί πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται λόγῳ τῆς οὐ­σί­ας, ἀλ­λά κα­τά χά­ρι καί θεί­α μέ­θε­ξι.

 [2]      Ση­μει­ώ­νου­με ἐ­δῶ, ὅ­τι ἡ δι­κή μου ἀ­δυ­να­μί­α ἐ­πι­δι­ώρ­θω­σε τήν ἀ­σμα­τι­κή Ἀ­κο­λου­θί­α αὐ­τοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­τε­μί­ου, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν σέ πολ­λά λαν­θα­σμέ­νη καί ἐ­πι­λή­ψι­μη καί σῴ­ζε­ται σέ χει­ρό­γρα­φα.

[3]  Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ἐγ­κώ­μιο ἔ­πλε­ξε στήν Ὁ­σί­α αὐ­τή Μα­τρώ­να ὁ Νεῖ­λος, ὁ Ρό­δου Μη­τρο­πο­λί­της, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Οὐ ξέ­να τά τῆς πα­ρού­σης ἡ­μῖν πα­νη­γύ­ρε­ως». (Σῴ­ζε­ται στήν τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου.)

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης