Τῷ αὐτῷ μηνί K΄, τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρτεμίου.
Ὁ πάντα λαμπρός Ἀρτέμιος ἐν βίῳ,
Τμηθείς ἀνῆλθεν εἰς ὑπέρλαμπρον κλέος.
Εἰκάδι Ἀρτέμιος πυκινόφρων ὄσσ’ ἐκάλυψεν.
Αὐτός ὁ μακάριος Ἀρτέμιος ἔγινε δούκας καί αὐγουστάλιος (σ. σ. στρατιωτικός διοικητής), δηλαδή μικρός αὔγουστος τῆς Ἀλεξάνδρειας. Παρόμοια ἔγινε καί πατρίκιος ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο τόν βασιλιά, κατά τό ἔτος 330. Ὅταν δέ ὁ παραβάτης Ἰουλιανός ἔγινε βασιλιάς κατά τό ἔτος 361 καί τιμωροῦσε τούς Χριστιανούς στήν Ἀντιόχεια, τότε ὁ μακάριος αὐτός Ἀρτέμιος αὐτόκλητος πῆγε στό μαρτύριο, παρουσιάσθηκε μπροστά στόν ἀποστάτη καί ἔλεγξε τήν ἀποστασία καί παρανομία του. Τότε τόν ἔδειραν μέ βούνευρα ὠμά καί καταξέσχισαν τήν πλάτη του μέ τριβόλια κοφτερά καί μέ ἀγκίδες σιδερένιες κάρφωσαν τά πλευρά καί τά βλέφαρά του. Ἔπειτα χώρισαν σέ δύο μία πλάκα πάρα πολύ μεγάλη καί ἀνάμεσα σ’ αὐτήν ἔβαλαν τόν Ἅγιο. Ὅμως ἀπό τό ὑπερβολικό βάρος τῆς πέτρας, τόσο πιέσθηκε τό σῶμα του, ὥστε βγῆκαν ἔξω οἱ ὀφθαλμοί του. Ἔπειτα τράβηξαν ἔξω τά ἐντόσθιά του καί ἔσπασαν κάθε του μέλος καί τελικά τόν ἀποκεφάλισαν καί ἔτσι ἔλαβε ὁ τρισμακάριος τοῦ μαρτυρίου τόν ἀμάραντο στέφανο. Τό δέ ἅγιο λείψανό του μεταφέρθηκε ἀπό τήν Ἀντιόχεια στήν Κωνσταντινούπολι ἀπό κάποια γυναίκα Διάκονο λεγόμενη Ἀρίστη καί ἐνταφιάσθηκε σέ τόπο λεγόμενο Ὀξεῖα.
Ἐδῶ ἀξίζει νά προσθέσουμε καί τήν διήγησι μερικῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου. Ἕνας ἄνθρωπος πού εἶχε τά δίδυμά του πολύ ἐξογκωμένα ἀπό τήν κήλη, πῆγε στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, κλαίγοντας καί ζητῶντας τήν θεραπεία. Βρισκόταν λοιπόν ὁ ἀσθενής στήν μέση τοῦ Ναοῦ ἐπάνω σέ στρῶμα. Καί ἀφοῦ ὕπνωσε λίγο, εἶδε τόν Ἅγιο Ἀρτέμιο στόν ὕπνο του νά τοῦ λέη· «Δεῖξε μου τό πάθος σου». Καί αὐτός τοῦ ἔδειξε τό μέρος, πού εἶχε τό πάθος. Τότε ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ ἔσκυψε, ἔπιασε κατάλληλα μέ τά δύο του χέρια τό σπάσιμο τῶν διδύμων του καί τό ἔσφιξε, ὅσο μποροῦσε. Ὁ ἀσθενής πονῶντας πολύ ξύπνησε φωνάζοντας τό, ‘‘ἀλλοίμονό μου’’, καί βρῆκε τόν ἑαυτό του ὑγιῆ δοξάζοντας τόν Θεό καί τόν Ἅγιο.
Ἄλλος πάλι, πού εἶχε τρεῖς φοῦσκες στά δίδυμά του, πῆγε στόν Ἅγιο Ἀρτέμιο καί ἔκανε ἀγρυπνία. Κουράσθηκε ὅμως ἀπό τήν ἀγρυπνία καί ἀποκοιμήθηκε. Καί, νά, τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Ἅγιος καί ἀφοῦ γύμνωσε τό πάθος καί τό ψηλάφησε μέ τά χέρια του, τό σφράγισε μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Ἔπειτα τόν κέντησε στήν πλευρά καί ἐξαφανίσθηκε. Ὁ δέ ἀσθενής ὅταν ξύπνησε, βρῆκε τόν ἑαυτό του ὑγιῆ καί δόξασε τόν Θεό καί τόν Ἅγιο. Ἄλλος δέ πάλι, πού εἶχε μία μεγάλη φοῦσκα στά δίδυμά του, πῆγε στόν Ναό τοῦ Ἁγίου, παρακαλῶντάς τον νά τόν θεραπεύση. Ὁ Ἅγιος ἐμφανίσθηκε στόν ὕπνο του, ἔσχισε μέ μαχαῖρι τό πάθος του καί χύθηκε ὕλη πολλή καί βρωμερή. Ὁ ἀσθενής, ὅταν ξύπνησε τόν μέν ἑαυτό του βρῆκε ὑγιῆ, ἐνῷ τά ροῦχα του καί τό ἔδαφος τῆς γῆς τά βρῆκε γεμᾶτα ἀπό ὑγρασία καί δυσωδία μεγάλη.
Ἄλλος πάλι αὐτόν τόν καιρό ἦλθε ἀπό τήν Ἀφρική (πού εἶναι τό τέταρτο μέρος τοῦ κόσμου καί βρίσκεται πρός τά νότια μέρη), καί ὅταν ἄκουσε ἀπό ἕναν Χριστιανό νά διηγῆται τά θαύματα τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, τά πίστεψε ἀδίστακτα. Τότε, ἐπειδή αὐτός εἶχε ἕνα συγγενῆ στήν Ἀφρική, πού ὑπέφερε καί κινδύνευε ἀπό τό σπάσιμο τῶν διδύμων, γι’ αὐτό πῆρε, ὅσα ἦταν ἀπαραίτητα, γιά νά κάνη ἀγρυπνία, καί πῆγε στήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, νά παρακαλέση τόν Ἅγιο γιά τόν συγγενῆ του. Ἀφοῦ τελείωσε τήν ἀγρυπνία, πῆρε λάδι ἀπό τήν κανδήλα τοῦ Ἁγίου καί ἐπέστρεψε στό σπίτι, πού ἔμενε. Ὁ δέ Ἅγιος Ἀρτέμιος, κατά τήν νύκτα ἐκείνη, πού ἀγρυπνοῦσε ὁ ἀναφερθείς Χριστιανός στήν Κωνσταντινούπολι, ὤ τοῦ θαύματος!, πῆγε στήν Ἀφρική. Καί, ἀφοῦ στάθηκε ἐπάνω ἀπό τήν κλίνη τοῦ πάσχοντα, τοῦ εἶπε. «Ἐπειδή ὁ δικός σου συγγενής μέ παρακάλεσε γιά σένα στήν Κωνσταντινούπολι, γι’ αὐτό ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς ἄς εἶσαι ὑγιής». Ὁ δέ ἀσθενής, ὅταν ξύπνησε, βρῆκε τόν ἑαυτό του πράγματι ὑγιῆ καί ἔτσι δόξασε τόν Θεό.
Ἐπειδή ὅμως δέν γνώριζε, ποιός ἦταν αὐτός πού τοῦ χάρισε τήν ὑγεία, ἐπιθυμοῦσε νά μάθη τό ὄνομά του. Τότε ἔγραψε στόν συγγενῆ του ἐκεῖνο, πού παρακάλεσε τόν Ἅγιο Ἀρτέμιο γι’ αὐτόν, καί τοῦ εἶπε ποιά μέρα τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Ἅγιος καί πῶς τόν θεράπευσε ἐντελῶς. Ὁ συγγενής του, ὅταν ἔμαθε αὐτά, κατάλαβε, ὅτι ἐκείνη τήν νύκτα, πού ἔγινε ἡ ἀγρυπνία στήν Κωνσταντινούπολι, ἐκείνη τήν ἴδια[1] θεράπευσε ὁ Ἅγιος τόν συγγενῆ του στήν Ἀφρική καί θαύμασε πολύ. Τότε πῆγε πάλι στόν Ναό τοῦ Ἁγίου καί τοῦ ἔδωσε τήν κατάλληλη εὐχαριστία, διηγούμενος καί τό θαῦμα στούς ἐκεῖ παρόντες. Στήν συνέχεια ἔγραψε στόν συγγενῆ του, πῶς ἔγινε ἡ ὑπόθεσις, καί ὅτι αὐτός, πού τόν θεράπευσε, εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος.
Ἕνας Χριστιανός ἀπό ἀνυπόφορο βάρος πού εἶχε στά δίδυμα, ζητοῦσε τήν θεραπεία. Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος φάνηκε στόν ὕπνο του καί τοῦ εἶπε· «Ἀδελφέ, πήγαινε στόν γείτονά σου Ἰωάννη τόν χαλκιά καί βάλε τήν φούσκα τῶν διδύμων σου ἐπάνω στό ἀμῶνι του. Καί ἐάν ἐκεῖνος τήν κτυπήση δυνατά μέ τό πυρωμένο σφυρί του, ἀμέσως θά θεραπευθῆς». Ὁ ἀσθενής ὅμως ἐφοβεῖτο νά τό κάνη αὐτό ὡς ὀδυνηρό. Τότε πάλι τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Ἅγιος καί πάλι τοῦ εἶπε τά ἴδια. Ὁ ἀσθενής ὅμως πάλι ἐφοβεῖτο νά τό κάνη. Τότε ὁ Ἅγιος καί γιά τρίτη φορά ἐμφανίσθηκε καί τοῦ εἶπε· «Πίστεψέ με ἀδελφέ, ὅτι ἄν δέν κάνης αὐτό, πού σοῦ εἶπα, ποτέ δέν θά θεραπευθῆς». Ὁ ἀσθενής θέλοντας καί μή θέλοντας, ἀναγκαστικά πῆγε στόν χαλκιά καί ἔβαλε τό σπάσιμό του ἐπάνω στό ἀμῶνι ἐκείνου. Βλέποντας ὅμως τό πυρωμένο σφυρί, πού κατέβαινε ἐπάνω στό σπάσιμό του, ἀπό τόν φόβο του ἔκανε πρός τά πίσω.
Καί ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως τό σπάσιμο ἐξαφανίσθηκε καί τό σφυρί κτύπησε ἐπάνω στό ξηρό ἀμῶνι. Θαύμασαν βέβαια καί οἱ δύο, καί ὁ χαλκιάς καί ὁ ἀσθενής γιά τό παράξενο αὐτό θαῦμα. Ἔτσι καί οἱ δύο δόξασαν καί εὐχαρίστησαν μέ ὅλη τους τήν καρδιά τόν Θεό, πού δόξασε τόσο τόν Μάρτυρά του Ἀρτέμιο.
Ἀλλά καί ἕνας ἄλλος Χριστιανός, παίρνοντας μέ πίστι θερμή λάδι καί κεριά πήγαινε στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου. Περνῶντας ἀπό τόν δρόμο, ρωτήθηκε ἀπό ἕναν ράπτη, ποῦ πηγαίνει. Ὁ Χριστιανός μέ εὐλάβεια ἀπήντησε· ‘Πηγαίνω στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου νά προσευχηθῶ’. Καθώς προχώρησε, φωνάζει πάλι ὁ ράφτης καί τοῦ λέει· «Ἀδελφέ, ὅταν γυρίσης ἀπό τόν Ἅγιο Ἀρτέμιο, φέρε μου μία φούσκα τῶν διδύμων». Τό ἔλεγε αὐτό, εἰρωνευόμενος τόν Ἅγιο, ὅτι θεραπεύει τά σπασίματα τῶν διδύμων. Ὁ Χριστιανός, χωρίς νά ἀσχοληθῆ μέ τόν φλύαρο λόγο τοῦ ράφτη, πῆγε στόν Ναό τοῦ Ἁγίου. Ἀφοῦ τελείωσε ἡ θεία Λειτουργία, ἐπέστρεψε στήν οἰκία του. Ὅταν ὅμως βάδιζε στόν δρόμο, ἄρχισαν νά κατεβαίνουν τά δίδυμά του. Καί, ἐπειδή κατέβηκαν πολύ καί τό σπάσιμό του αὐξήθηκε, κατάλαβε, ὅτι τοῦ συνέβη αὐτό τό πάθος γιά ἐκεῖνον τόν εἰρωνικό λόγο τοῦ ράφτη. Ἔτσι μόλις καί μετά βίας μπόρεσε νά φθάση μέχρι τό ἐργαστήρι τοῦ ράφτη, ἄπνους σχεδόν ὄντας ἀπό τούς πόνους καί ἄφωνος. Κατηγοροῦσε λοιπόν τόν ράφτη καί τό σπάσιμο ἔδειχνε καί βεβαίωνε, ὅτι δέν θά τό πάθαινε αὐτό, ἄν αὐτός δέν ἔλεγε τίς φλυαρίες ἐκεῖνες καί τά ἄξια γιά γέλιο λόγια. Ἀπό αὐτό λοιπόν ἦλθαν καί οἱ δύο σέ λογομαχίες καί ἔριδες.
Ὅσοι παρευρίσκονταν ἐκεῖ, ρωτοῦσαν νά μάθουν τήν αἰτία, γιά τήν ὁποία μάχονται. Τότε ὁ πάσχων διηγήθηκε τόν τρόπο καί τήν αἰτία τοῦ πάθους. Θέλοντας ὅμως νά δείξη καθαρά τήν ἀλήθεια, ὅτι ὑπερβολικά ἀδικήθηκε ἀπό τόν ράφτη, σήκωσε μέ θυμό τά ἐνδύματα, γιά νά δείξη σέ ὅσους ἔβλεπαν τό σπάσιμο πού ἔπαθε. Καί, ὤ τοῦ θαύματος!, αὐτός μέν βρῆκε τόν ἑαυτό του ὑγιῆ, ἐνῷ ὁ ράφτης φώναζε, ‘‘ἀλλοίμονό μου!’’ καί ἔδειξε σέ ὅλους τό σπάσιμο τῶν διδύμων, πού τότε μόλις τοῦ συνέβη. Ὅλοι λοιπόν οἱ παρευρισκόμενοι, ὅταν εἶδαν τό αἰφνίδιο τοῦ σπασίματος, καί ὅτι ἀπό τόν Χριστιανό ἐκεῖνο μετατέθηκε τό πάθος στόν ράφτη, ἔγιναν ἔκθαμβοι. Καί στόν Θεό βέβαια καί στόν Μάρτυρά του Ἀρτέμιο, ἀνέπεμπαν δόξα καί εὐχαριστία, ἐνῷ στόν ράφτη ἔλεγαν· «Μή λυπᾶσαι, ἀδελφέ. Δίκαιη εἶναι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ. Διότι ἐκεῖνο πού ζήτησες, ἐκεῖνο καί ἔλαβες. Σπάσιμο ζήτησες, σπάσιμο καί ἔλαβες». Μέ τέτοιον τρόπο δοξάζει καί στήν παροῦσα ζωή ὁ Θεός, τούς δικούς του ὑπηρέτες.
* Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ὁσίας μητρός ἡμῶν Ματρώνης τῆς Χιοπολίτιδος.
* Λιποῦσα κόσμον ἔμπλεων ἀκοσμίας,
Νύμφη Ματρώνα νῦν παρέστη Νυμφίῳ.
* Αὐτή ἡ Ὁσία, πατρίδα εἶχε τήν νῆσο Χῖο, καταγόμενη ἀπό ἕνα χωριό ὀνομαζόμενο Βολισσός. Οἱ γονεῖς της ὠνομάζονταν Λέων καί Ἄννα, εὐσεβεῖς στόν Θεό, σεμνοί στά ἤθη καί πιό γνωστοί ἀπό τούς ἄλλους ἀπό τό γένος καί τόν πλοῦτο. Αὐτή λοιπόν ἡ μακάρια, ἐπειδή καί ἀπό νεαρή ἡλικία εἶχε μεγάλη γνῶσι, γι’ αὐτό ἀγάπησε τόν Θεό καί ἔτσι κατεφρόνησε κάθε ἄλλη ἀγάπη γήινη καί προσπάθεια κοσμική. Καί ἀφοῦ ἐγκατέλειψε χωριό καί γένος καί γονεῖς, ἔγινε ξένη καί παρεπίδημη, γιά τόν ξένο Κύριο, πού ἐπάνω στήν γῆ ἔζησε ἀνάμεσά μας. Ἀπό τήν κληρονομιά πού ἔλαβε ἀπό τούς γονεῖς της, μέρος μοίρασε σέ χῆρες καί ὀρφανά. Ὅσο ἄλλο μέρος τῆς ἔμεινε, τό ξώδευσε καί ἔκτισε Ἐκκλησία μέ μεγάλη ἐπιμέλεια καί τήν ἀφιέρωσε στό ὄνομα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
Ὅταν ὅμως ἄνοιξε τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, βρέθηκε ἐκεῖ πολύς θησαυρός. Πιθανόν γιά δύο αἴτια, ἤ μέ ἐνέργεια τοῦ Διαβόλου, γιά νά ἐμποδισθῆ τό καλό, πού ἐπεχείρισε ἡ Ἁγία, ἤ μέ ἐνέργεια Θεοῦ, γιά νά φανερωθῆ σέ ὅλους ἡ ἀπροσπάθεια, πού εἶχε ἡ Ὁσία στόν φθαρτό καί μάταιο πλοῦτο. Αὐτό φάνηκε καί ἀπό τά ἔργα, ὅτι εἶναι ἀληθινό, διότι, ἀντί νά λάβη χαρά ἡ Ἁγία γιά τήν εὕρεσι τοῦ θησαυροῦ, αὐτή μᾶλλον προσευχήθηκε καί παρεκάλεσε τόν Θεό νά ἐξαφανισθῆ ἀπό τήν μέση ὁ θησαυρός ἐκεῖνος πού βρέθηκε. Ἄκουσε λοιπόν ὁ Θεός τήν δέησί της καί ὁ θησαυρός ἐκεῖνος, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως μετατράπηκε σέ κάρβουνα σβησμένα. Καί ὄχι μόνο ἔκτισε τήν Ἐκκλησία, πού λέχθηκε, ἀλλά καί λουτρό οἰκοδόμησε ἡ Ὁσία γιά τούς ἀσθενεῖς ξένους. Τόσο δέ καταξήρανε τό σῶμα της, ὥστε σχεδόν φαινόταν σάν ἄσαρκη.
Ἡ ἐργασία τῆς Ὁσίας αὐτῆς ἦταν προσευχή καί ψαλμῳδία καί δάκρυα, τά ὁποῖα εἶχε ὡς τροφή καί πιοτό. Διότι καιόμενη ἀπό τόν ἔνθεο ἔρωτα, δροσιζόταν μέ τά δάκρυα πού προέρχονται ἀπό τόν ἔρωτα αὐτόν. Ὁ νοῦς της ἦταν οὐράνιος, ἀναφερόμενος ὅλος στόν Θεό, ἀπό τόν ὁποῖο φωτιζόταν καί ἔλαμπε. Μέ τέτοιες ἀρετές στολισμένη ὄντας ἡ μακάρια, ἀξιώθηκε νά λάβη καί τήν χάρι καί ἐνέργεια τῶν θαυμάτων, τόσο μεγάλη καί πλουσιοπάροχη, ὥστε μέ αὐτήν ἀνέστησε καί νεκρό.
Ὅταν κάποτε ἦλθαν στήν νῆσο τῆς Χίου ἐχθροί καί πολέμιοι ἀπό ἕνα ἔθνος βάρβαρο καί θηριῶδες καί περικύκλωσαν τήν χώρα, ἕνας ἀπό αὐτούς πῆγε στό Μοναστήρι τῆς Ὁσίας καί ἀποπειράθηκε ὁ ἀναίσχυντος νά βιάση μία μοναχή σέ πρᾶξι αἰσχρή. Ὁπότε ἀμέσως βρέθηκε νεκρός. Βλέποντάς τον νεκρό ἡ Ἁγία, τόν σπλαγχνίσθηκε. Καί μέ τήν προσευχή της τόν ἀνέστησε, λέγοντας· «Γιατί, ὦ ἀνόητε ἄνθρωπε, τόλμησες νά κάνης τέτοιο ἐπιχείρημα; Σήκω καί στό ἑξῆς μήν ἀποπειρᾶσαι τέτοια ἀνόσια ἔργα». Καί μόλις εἶπε αὐτά, ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως ὁ ἀκίνητος ἄρχισε νά κινῆται καί ὁ πρώην ἄπνους καί νεκρός φαινόταν ζωντανός καί μέ πνοή. Τό θαῦμα δέ αὐτό ἀπέβη σέ ὠφέλεια ὅλης τῆς χώρας. Διότι οἱ ἄλλοι βάρβαροι, ὅταν ἔμαθαν αὐτό, εὐλαβήθηκαν καί μετέβαλαν τήν ἀγριότητα σέ ἡμερότητα. Ἔτσι ὅταν ἦλθαν καί γιά δεύτερη φορά αὐτοί στήν Χῖο, δέν κακοποίησαν κανέναν ἀπό τούς κατοίκους της.
Μέ τέτοιες λοιπόν χάρες διαλάμποντας ἡ Ἁγία, παρέδωσε τήν μακαρία της ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἄφησε ὅμως μετά θάνατο τό ἱερό της λείψανο πλοῦτο ἀναφαίρετο καί ἀσταμάτητη πηγή τῶν θαυμάτων σέ ὅλους τούς κατοίκους τῆς νήσου Χίου, ἀπό τό ὁποῖο πηγάζουν ποικίλες θεραπεῖες πολλῶν καί διαφόρων ἀσθενειῶν σέ ὅσους τό πλησιάζουν μέ πόθο καί πίστι. Ἀπό ὅλους δέ τούς κατοίκους τῆς Χίου ἡ Ἁγία αὐτή ὀνομάζεται Κυρία, διότι ἔλαβε τήν κυριότητα κατά τῶν παθῶν.
* Ὁ Ὅσιος καί θεοφόρος Πατήρ ἡμῶν Γεράσιμος, ὁ νέος ἀσκητής, ὁ Πελοποννήσιος, οὗ τό λείψανόν ἐστιν ἐν Κεφαληνίᾳ, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
* Γεράσιμος κάλλιστον ἤρατο στέφος,
Ἐκ τῆς ἄνωθεν δεξιᾶς τοῦ Κυρίου.
* Αὐτός ὁ νεοφανής Ὅσιος Γεράσιμος ἦταν ἀπό τήν περίφημη Πελοπόννησο, δηλαδή τόν τώρα λεγόμενο Μωριά, καταγόμενος ἀπό τό χωριό τῶν Τρικκάλων. Οἱ γονεῖς του ὠνομάζονταν Δημήτριος καί Καλή, πού ἀποκαλοῦνταν Νοταράδες. Γεννημένος λοιπόν ἀπό αὐτούς, δόθηκε στήν μάθησι τῶν ἱερῶν γραμμάτων, τά ὁποῖα καί ἔμαθε, ὄντας ἔξυπνος. Ὅταν ὅμως ἐνηλικιώθηκε, ἀναχώρησε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στήν Ζάκυνθο. Ἀπό ἐκεῖ διέσχισε ὅλη τήν Ἑλλάδα. Καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε στήν Θεσσαλία. Ἔπειτα ἀνέβηκε στήν Μαύρη Θάλασσα. Καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι καί στήν Προποντίδα καί Χαλκηδόνα. Μετά ἀπό αὐτά πῆγε στό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω καί σύναξε ὡς μέλισσα ἀπό τούς ἐκεῖ ἐνασκούμενους Πατέρες τά κάλλιστα ἄνθη τῆς ἀρετῆς. Ἀπό ἐκεῖ πάλι πῆγε στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου καί διαμένοντας χειροτονήθηκε ἀπό τόν τότε Ἱεροσολύμων Γερμανό ὑποδιάκονος, Διάκονος καί Πρεσβύτερος. Καί στόν Ἅγιο Τάφο ἔγινε κανδηλάπτης γιά ἕναν χρόνο. Στόν ἀναφερθέντα Πατριάρχη ὑπηρέτησε δώδεκα ἔτη. Πηγαίνοντας δέ στόν Ἰορδάνη ποταμό, ἐκεῖ πέρασε νηστικός σαράντα ἡμέρες, κατά μίμησι τοῦ Κυρίου καί πάλι ἐπέστρεψε στό Πατριαρχεῖο. Ἔπειτα ἀναχωρῶντας ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, πῆγε στό Σίναιο ὄρος καί στήν Ἀλεξάνδρεια καί Ἀντιόχεια καί Δαμασκό καί ὅλη τήν Αἴγυπτο. Ἔπειτα πῆγε στήν Κρήτη. Καί ἀπό ἐκεῖ ἐπέστρεψε πάλι στήν Ζάκυνθο.
Ἐκεῖ πέρασε πέντε χρόνια μέσα σέ ἕνα σπήλαιο, ζῶντας τήν ἀσκητική ζωή, τρώγοντας μόνο κολοκύθι βρασμένο χωρίς ἁλάτι καί ὄσπρια βρεγμένα στό νερό, χωρίς νά τρώη καθόλου ψωμί. Ἀπό τήν Ζάκυνθο ἀναχωρῶντας πῆγε στήν Κεφαληνία, καί ἐκεῖ, βρίσκοντας ἕνα μέρος, Σπηλαῖα λεγόμενο, πέρασε πέντε χρόνια καί ἕνδεκα μῆνες. Στήν συνέχεια πῆγε σέ ἕνα μέρος πού λέγεται Ὁμαλά. Καί ἐκεῖ βρίσκοντας ἕνα Ναό μικρό καί παλαιό, τόν ἀνεκαίνισε ἐκ βάθρων. Καί, ἀφοῦ ἔκτισε κελλιά, ἔκανε Μοναστήρι γυναικεῖο ἐπονομάζοντάς το Νέα Ἱερουσαλήμ, στό ὁποῖο συγκεντρώθηκαν εἰκοσιπέντε μοναχές.
Ὡς πρός τόν χαρακτῆρα τοῦ σώματος ἦταν ὁ Ἅγιος αὐτός ὅμοιος μέ τόν Ἅγιο Θεοδόσιο τόν Κοινοβιάρχη, ἐκτός μόνο ἀπό τό γένειο, τό ὁποῖο εἶχε αὐτός λίγο ξανθό. Ὅταν λοιπόν ὁ Ὅσιος ἔφθασε σέ βαθύτατο γῆρας, προγνώρισε τόν θάνατό του καί ἀφοῦ συγκέντρωσε τίς μοναχές, τίς κατήχησε καί τίς δίδαξε. Ἔπειτα, ἀφοῦ τίς εὐλόγησε, παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ κατά τό ἔτος 1579, Αὐγούστου 15. Ἐπειδή ὅμως τήν ἡμέρα αὐτή ἑορτάζεται ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου, γι’ αὐτό ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου μετατέθηκε στήν παροῦσα 20ή τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅταν ἔγινε καί ἡ ἀνακομιδή τοῦ ἁγίου λειψάνου του, τό ὁποῖο βρέθηκε σῶο καί ὁλόκληρο, διασώζοντας ὅλα τά σημάδια τῆς ἁγιότητας, δηλαδή, τόν κροκοβαφῆ χρωματισμό καί τήν ἄρρητη εὐωδία καί τά παράδοξα θαύματα, πού ἐνεργεῖ στούς μετά πίστεως πλησιάζοντας αὐτόν, ἀπό τά ὁποῖα ἕνα μόνο θά θυμηθοῦμε ἐδῶ.
Μία γυναίκα, πού βρισκόταν στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου, μέ ἐνέργεια τοῦ Διαβόλου ἔπεσε μέσα στό πηγάδι κατά τήν διάρκεια τῆς νύχτας. Ἀφοῦ ἐμφανίσθηκε καί τήν φώναξε μέ τήν συνηθισμένη του φωνή, τήν κράτησε καί δέν τήν ἄφησε νά πάθη κάτι ἤ νά βυθισθῆ στό νερό. Ὅταν ἄκουσαν οἱ Μοναχές τήν συνηθισμένη φωνή τοῦ Ἁγίου, σηκώθηκαν ἀπό τήν κλίνη καί γύριζαν πότε στό ἕνα καί πότε στό ἄλλο μέρος, ἐπιθυμῶντας νά ἀκούσουν καί γιά δεύτερη φορά τήν γλυκειά φωνή τοῦ διδασκάλου των. Ἀναζητῶντας ὅμως καί τήν γυναῖκα καί μή βρίσκοντάς την, τελευταῖα ἔσκυψαν καί μέσα στό πηγάδι. Καί, ὤ τοῦ θαύματος!, τήν εἶδαν νά εἶναι ἐπάνω στό νερό, σάν νά τήν κρατοῦσε κάποιος ἀόρατα. Ὅταν τήν ἔβγαλαν ἔξω ἔμαθαν ἀπό αὐτήν, ὅτι ὁ Ἅγιος ἐμφανίσθηκε στό πηγάδι, τήν κρατοῦσε καί δέν τήν ἄφηνε νά βυθισθῆ στό νερό. Ἔτσι, ὅταν εἶδαν καί ἄκουσαν αὐτό τό παράδοξο θαῦμα, δόξασαν τόν Θεό καί εὐχαρίστησαν τόν Ἅγιο.
[1] Σέ πολλά λοιπόν καί διάφορα μέρη βρίσκονται τά πνεύματα καί οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων. Γι’ αὐτό καί ἐνεργοῦν στόν ἴδιο χρόνο στά ἴδια διάφορες ἐνέργειες καί χάριτες, εἴτε ἄμεσα οἱ ψυχές αὐτῶν, ὅπως θέλουν μερικοί, εἴτε ἔμμεσα μέ τούς Ἀγγέλους, ὅπως θέλουν ἄλλοι. Ἤ γιά νά ποῦμε καλλίτερα καί πιό ἀληθινά, μέ τήν θεία χάρι. Τί λέω; Οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων βλέπουν καί ἐνεργοῦν παντοῦ, ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος· «Τά τῶν Ἀγγέλων ἀναρίθμητα πλήθη, καί μετά ἀπό αὐτά τά τῶν Πατέρων ἅγια πνεύματα. Δέν ὑπάρχει κανένας ἀπό αὐτους, πού νά μή βλέπη παντοῦ» (Λόγ. περί παρθενίας). Πῶς ὅμως γίνεται αὐτό; Ἄκουσε. Ὁ Θεός καί ἡ τοῦ Θεοῦ χάρις ὑπάρχει παντοῦ ὡς φύσει ἀπεριόριστη· ἐπειδή ὅμως οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων εἶναι ἑνωμένες μέ τόν Θεό, πού εἶναι παντοῦ, καί μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, πού καί αὐτή ὑπάρχει παντοῦ, γιά τόν λόγο αὐτόν καί αὐτές μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὑπάρχει παντοῦ, ἤ εἶναι ἑνωμένες ἤ ὑπάρχουν παντοῦ, ὄχι κατά φύσι καί οὐσία, διότι αὐτές εἶναι περιγραπτές καί περιορίζονται λόγῳ τῆς οὐσίας, ἀλλά κατά χάρι καί θεία μέθεξι.
[2] Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι ἡ δική μου ἀδυναμία ἐπιδιώρθωσε τήν ἀσματική Ἀκολουθία αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ἡ ὁποία ἦταν σέ πολλά λανθασμένη καί ἐπιλήψιμη καί σῴζεται σέ χειρόγραφα.
[3] Σημείωσε, ὅτι ἐγκώμιο ἔπλεξε στήν Ὁσία αὐτή Ματρώνα ὁ Νεῖλος, ὁ Ρόδου Μητροπολίτης, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Οὐ ξένα τά τῆς παρούσης ἡμῖν πανηγύρεως». (Σῴζεται στήν τοῦ Διονυσίου.)


Login