15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓ. ΜΕΓΑΛΟΜ. ΝΙΚΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΟΣ

 Τῷ αὐτῷ μηνί IE΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νικήτα.

 Φλέγῃ Νικήτα καί γίνῃ νικηφόρος,

Ἤ μᾶλλον εἰπεῖν πυρφόρος νικηφόρος.

Πέμπτῃ καί δεκάτῃ, καμίνῳ βλήθη Νικήτας.

   Αὐτός βλάστησε ἀπό τό λαμπρότερο γένος τῶν Γότθων, πού βρισκόταν πέρα ἀπό τόν ποταμό Ἴστρο[1], στά χρό­νια Κων­σταν­τί­νου τοῦ Με­γά­λου κα­τά τό ἔ­τος 330. Ἔ­μα­θε τήν εὐ­σε­βῆ πί­στι ἀπό τήν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α ἀ­πό τόν Μα­κά­ριο, τόν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α τοῦ τό­που ἐ­κεί­νου. Ἐ­πει­δή λοι­πόν αὐ­τός μέ εὐ­σέ­βεια καί μέ εὐ­γέ­νεια ἀ­να­τρά­φη­κε, γι’ αὐ­τό δί­δα­σκε καί τούς ἄλ­λους ὁ­μο­γε­νεῖς του νά πι­στεύ­ουν καί ἐ­κεῖ­νοι καί νά ζοῦν μέ τήν εὐ­σέ­βεια καί τήν ἀ­ρε­τή, διό­τι καί αὐ­τός πί­στευ­ε μέ εὐ­σέ­βεια καί ζο­ῦσε ἐ­νά­ρε­τα γε­νό­με­νος σέ ὅ­λους κή­ρυ­κας καί δι­δά­σκα­λος τῆς ἀ­λη­θεί­ας. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ δυσ­σε­βής Ἀ­θη­νά­ρι­χος, ὁ ἄρ­χον­τας καί πρῶ­τος τοῦ ἑ­νός μέ­ρους  τοῦ Γοτ­θι­κοῦ γέ­νους (δι­ό­τι σέ δύ­ο μέ­ρη ἦ­ταν αὐ­τό χω­ρι­σμέ­νο)· ἐ­πει­δή, λέ­ω, αὐ­τός νι­κή­θη­κε πο­λύ ἄ­σχη­μα ἀ­πό τόν Φρι­κι­γέρ­νη, τόν ἄρ­χον­τα τοῦ ἄλ­λου μέ­ρους τῶν Γότ­θων, μέ τήν βο­ή­θεια καί συμ­μα­χί­α τοῦ θεί­ου Σταυ­ροῦ καί τοῦ στρα­τεύ­μα­τος τῶν Ρω­μαί­ων· ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ, ἀ­φοῦ με­τά ἀ­πό με­γά­λο ­χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα πά­λι ἀ­νέ­λα­βε καί ἀ­πέ­κτη­σε δύ­να­μι, φε­ρό­ταν ὁ μια­ρός μέ με­γά­λο μῖ­σος κα­τά τῶν εὐ­σε­βῶν Χρι­στια­νῶν καί τούς τι­μω­ροῦ­σε μέ βαρ­βα­ρι­κά καί ἀ­νυ­πό­φο­ρα παι­δευ­τή­ρια. Ὄ­χι μό­νο ὁ  ἴ­διος ὁ ἀλιτήριος ἔ­τσι ἐ­νερ­γοῦ­σε, ἀλλ­λά δι­έ­τα­ζε καί ὅ­σους ὑ­πο­τάσ­σον­ταν σ’ αὐ­τόν νά  μι­μοῦν­ται τό δι­κό του μῖ­σος καί τήν δι­κή του ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν.

Επει­δή λοι­πόν ὁ μάρ­τυ­ρας τοῦ Χρι­στοῦ Νι­κή­τας αὔ­ξα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο τό κή­ρυγ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί κή­ρυτ­τε τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ λαμ­πρό­τε­ρα, γι’ αὐ­τό συλ­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πό τούς ἀ­νω­τέ­ρω Γότ­θους ξαφ­νι­κά ἐ­κεῖ πού δί­δα­σκε καί ἁρ­πά­ζε­ται βί­αι­α ἀ­πό αὐ­τούς. Ἔ­πει­τα ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό. Καί ἐ­πει­δή δέν ἐ­πεί­θε­το, γι’ αὐ­τό τοῦ σύν­τρι­ψαν ὅ­λα τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός του. Παίρ­νον­τας ὅ­μως κου­ρά­γιο ἀ­πό τήν παι­δεί­α αὐ­τή, πε­ρισ­σό­τε­ρο κή­ρυτ­τε τόν Χρι­στό, γι’ αὐ­τό καί ρί­χθη­κε ἐ­πά­νω στήν φω­τιά. Καί ἔ­τσι ὁ νι­κη­φό­ρος ἀ­λη­θῶς τοῦ Χρι­στοῦ Νι­κή­τας, ἔ­λα­βε τόν ἀ­μά­ραν­το στέ­φα­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου μα­ζί μέ πολ­λούς ἄλ­λους ὁ­μο­γε­νεῖς του Γότ­θους. Τό δέ ἅ­γιό του λεί­ψα­νο ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε μέ­σῳ ἑ­νός ἀ­στε­ριοῦ στόν φί­λο καί γνώ­ρι­μό του Μα­ρια­νό, ὁ ὁ­ποῖ­ος τό με­τέ­φε­ρε αὐ­τό ἀ­πό ἐ­κεῖ στήν χώ­ρα τήν λε­γό­με­νη Μου­ε­στη­νῶν καί ἐ­κεῖ τι­μή­θη­κε μέ Να­ό με­γα­λο­πρε­πῆ καί μέ ἄλ­λες τι­μές μαρ­τυ­ρι­κές, ὅ­που ἐ­νερ­γοῦ­σε δι­ά­φο­ρα θαύματα

 Ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Βησσαρίων, ἀρχιεπίσκοπος Λαρίσσης, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 * Γῆθεν μεταστάς Βησσαρίων εἰς πόλον,

Κἀκεῖ ἀρητήρ ἐστι σύν θυηπόλοις.

 

*Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡμῶν Βησ­σα­ρί­ων ἔ­ζη­σε κα­τά τό ἔ­τος 1550, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό ἕ­να χω­ριό τῶν κα­λου­μέ­νων με­γά­λων Πυ­λῶν, πού βρί­σκον­ται στά τέ­λη τῆς Μα­κε­δο­νί­ας ἤ νά ποῦ­με καλ­λί­τε­ρα, Θεσσα­λί­ας. Γεν­νή­θη­κε καί ἀ­να­τρά­φη­κε ἀ­πό γο­νεῖς ὀρ­θο­δό­ξους. Ἀ­φοῦ ἔ­μα­θε τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα καί ἔ­γι­νε δέ­κα ἐτῶν, ἔ­λα­βε τόν ἔ­ρω­τα τῆς μο­να­χι­κῆς ζω­ῆς. Τό­τε πῆ­γε στόν Μη­τρο­πο­λί­τη Λα­ρίσ­σης, Μᾶρ­κο ὀ­νο­μα­ζό­με­νο καί ἀ­φοῦ ἔ­μει­νε κον­τά του γιά και­ρό πο­λύ, πέ­ρα­σε κα­νο­νι­κά τούς βαθ­μούς τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης, ἀφοῦ ἔγινε Ἀ­να­γνώ­στης, Ὑ­πο­δι­ά­κο­νος, Δι­ά­κο­νος καί Ἱ­ε­ρέ­ας. Ἔ­πει­τα χει­ρο­το­νή­θη­κε καί Ἐ­πί­σκο­πος Δο­με­νί­κου καί Ἐ­λασ­σῶ­νος. Πη­γαί­νον­τας ὁ Ἅ­γιος στήν ἐ­πι­σκο­πή του, δέν ἔ­γι­νε δε­κτός ἀ­πό τόν λα­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­κι­νή­θη­κε ἀ­πό κά­ποι­α φι­λο­νει­κί­α· ἤ, καλ­λί­τε­ρα, ἀ­πό οἴ­η­σι καί ἀ­παι­δευ­σί­α. Ἡ αἰ­τί­α τῆς φι­λο­νει­κί­ας ἦ­ταν ὅ­τι κά­πο­τε ἡ ἐ­πι­σκο­πή τους εἶ­χε τόν τί­τλο τῆς ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πῆς. Τό­τε ἀ­φοῦ πῆγαν στόν τό­τε Πα­τριά­ρχη, Θε­ό­λη­πτο ὀ­νο­μα­ζό­με­νο ἤ καλ­λί­τε­ρα νά ποῦ­με χρυ­σόλη­πτο, ἔ­λα­βαν ὡς Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο κά­ποι­ον Νε­ό­φυ­το λεγόμενο, ὁ ὁ­ποῖ­ος βρέ­θη­κε ἄ­λιω­τος με­τά τόν θά­να­το. Ὁ μα­κά­ριος λοι­πόν αὐ­τός Βησ­σα­ρί­ων, ὡς τοῦ Χρι­στοῦ μι­μη­τής, δέν ὑ­πο­λό­γι­σε τήν κα­τα­φρό­νη­σι, πού τοῦ ἔ­δει­ξαν οἱ ἐ­παρ­χι­ῶ­τες του. Μᾶλ­λον παίρ­νον­τας καί ὡς ἀ­φορ­μή ἡ­συ­χί­ας τήν κα­τα­φρό­νη­σι αὐ­τή, ἔ­με­νε μα­ζί μέ τόν κα­τά πνεῦ­μα πα­τέ­ρα του καί γέ­ρον­τα, τόν ἀ­νω­τέ­ρω δη­λα­δή Μᾶρ­κο, ὑ­πη­ρε­τῶντας καί ἰ­α­τρεύ­ον­τας μέ ἔρ­γο καί λό­γο σω­μα­τι­κά καί ψυ­χι­κά τούς ἀ­σθε­νεῖς καί πτω­χούς πού βρί­σκον­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Λά­ρισ­σας.

Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε τέσ­σα­ρα χρό­νια στήν ἐ­πί­σκε­ψι αὐ­τή τῶν ἀ­σθε­νῶν, χή­ρευ­σε ἀ­πό ποι­μέ­να ἡ ἐ­πι­σκο­πή τῶν Στα­γῶν. Τό­τε ζη­τή­θη­κε ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό τόν λα­ό ἐ­κεί­νης, νά τούς ποι­μαί­νη προ­ε­δρι­κά καί ἐ­ξαρ­χι­κά. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε αὐ­τό, ἔ­μει­νε ὁ Ἅ­γιος στήν ἐ­πι­σκο­πή ἐ­κεί­νη ἕ­ξι χρό­νια, κα­τά τά ὁ­ποῖ­α πολ­λές θλί­ψεις καί ἐ­νο­χλή­σεις καί ἐ­ξο­ρί­ες ὑ­πέ­μει­νε ὁ ἀ­οί­δι­μος ἀ­πό κά­ποι­ον ἀ­νί­ε­ρο καί χαι­ρέ­κα­κο, Δο­μέ­τιο κα­λού­με­νο. Ὅ­ταν ὁ ἀ­να­φερ­θείς Μᾶρ­κος Λά­ρισ­σας πέ­θα­νε καί ἀ­πῆλ­θε στίς ἐ­κεῖ μα­κά­ρι­ες μο­νές, τό­τε καί ὁ θεῖ­ος αὐ­τός Βησ­σα­ρί­ων μέ αἴ­τη­σι τῶν Ἐ­πι­σκό­πων καί κλη­ρι­κῶν καί ὅ­λου τοῦ λα­οῦ ἔ­γι­νε Μη­τρο­πο­λί­της Λά­ρισ­σας ἀ­πό τόν τό­τε Πα­τριά­ρχη Ἱ­ε­ρε­μί­α.

Ἀλ­λά ποι­ός μπο­ρεῖ νά φα­νε­ρώ­ση μέ τόν λό­γο τίς θε­ά­ρε­στες πρά­ξεις, πού κα­τώρ­θω­σε ὁ Ἅ­γιος με­τά τόν προ­βι­βα­σμό του; Ποι­ός μπο­ρεῖ νά φα­νε­ρώ­ση τίς ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σεις τῶν σκλα­βω­μέ­νων πού ἔ­κα­νε; τίς βοή­θει­ες ἐ­κεί­νων πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη; τά γε­φύ­ρια τῶν πο­τα­μῶν; Καί μαρ­τυ­ρεῖ μέ­χρι τώ­ρα τό με­γά­λο του ἔρ­γο τοῦ γε­φυ­ριοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο φαί­νε­ται ἀ­πό ὅ­λους στόν πο­τα­μό πού τρέ­χει ἀ­πό τήν Πίν­δο στήν Αἰ­τω­λί­α ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­πό μέν τούς πα­λαι­ούς Ἕλ­λη­νες ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἀρ­γυ­ρο­δί­νης καί Ἀ­χε­λῷ­ος, ἐ­νῷ τώ­ρα ὀ­νο­μά­ζε­ται ἀ­πό τούς ἐγ­χώ­ριους Λευ­κο­πό­τα­μος. Δι­ό­τι αὐ­τό τό γε­φύ­ρι κα­νέ­νας ἄλ­λος πρίν ἀ­πό τόν Ἅ­γιο αὐ­τόν δέν μπό­ρε­σε νά κά­νη σέ τέ­τοι­ον τό­πο λόγῳ τοῦ ὁρ­μη­τι­κοῦ πο­τα­μοῦ καί τήν με­γά­λη ὕ­λη, πού κα­τε­βά­ζει ὁ πο­τα­μός ἐ­κεῖ­νος, ὅ­ταν βρέ­χη.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος πρῶ­τος σύ­στη­σε καί ἔ­κτι­σε ἀ­πό τά θε­μέ­λια τό ση­με­ρι­νό πα­νέ­μορ­φο καί ὡ­ραῖ­ο Μο­να­στήρι τοῦ Σω­τῆ­ρος ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τό λε­γό­με­νο Δού­σι­κο, τό ὁ­ποῖ­ο βρί­σκε­ται κον­τά στό χω­ριό του,


μο­λο­νό­τι καί τό Μο­να­στήρι αὐ­τό ἀρ­γό­τε­ρα με­τα­σκευ­ά­σθη­κε στό καλ­λί­τε­ρο ἀ­πό τόν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α Νε­ό­φυ­το, τόν ἀ­νε­ψιό τοῦ Ἁ­γί­ου καί ἀ­πό ἄλ­λους Ἐ­πι­σκό­πους της ἐ­παρ­χί­ας Λά­ρισ­σας καί ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Εἶ­χε καί συμ­βο­η­θό του σ’ αὐ­τό ὁ Ἅ­γιος καί τόν αὐ­τά­δελ­φό του, τόν θε­ο­φι­λέ­στα­το, λέ­ω, Ἐ­πί­σκο­πο Καπ­πού­ης καί Φα­να­ρί­ου. Ἔ­τσι λοι­πόν σω­στά καί θε­ο­φι­λῶς ἀ­φοῦ δι­α­κυ­βέρ­νη­σε καί οἰ­κο­νό­μη­σε τό ποί­μνιό του καί τά δι­κά του πράγ­μα­τα, ἐ­ξε­δή­μη­σε πρός Κύ­ριο, φθά­νον­τας πε­ρί­που τά πεν­ῆν­τα χρό­νια.

     Ἡ ἁ­γί­α καί πάν­τι­μη κά­ρα του, ἀ­να­βλύ­ζει με­τά θά­να­το δι­ά­φο­ρα θαύ­μα­τα καί θε­ρα­πεῖ­ες. Μά­λι­στα δι­ώ­χνει τήν ἀ­σθέ­νεια τῆς πα­νώ­λης καί λοι­μι­κῆς ἀ­πό ἐ­κεί­νους, πού προ­στρέ­χουν μέ πί­στι σ’ αὐ­τήν

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης