Τῷ αὐτῷ μηνί IE΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νικήτα.
Φλέγῃ Νικήτα καί γίνῃ νικηφόρος,
Ἤ μᾶλλον εἰπεῖν πυρφόρος νικηφόρος.
Πέμπτῃ καί δεκάτῃ, καμίνῳ βλήθη Νικήτας.
Αὐτός βλάστησε ἀπό τό λαμπρότερο γένος τῶν Γότθων, πού βρισκόταν πέρα ἀπό τόν ποταμό Ἴστρο[1], στά χρόνια Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου κατά τό ἔτος 330. Ἔμαθε τήν εὐσεβῆ πίστι ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἀπό τόν Μακάριο, τόν Ἀρχιερέα τοῦ τόπου ἐκείνου. Ἐπειδή λοιπόν αὐτός μέ εὐσέβεια καί μέ εὐγένεια ἀνατράφηκε, γι’ αὐτό δίδασκε καί τούς ἄλλους ὁμογενεῖς του νά πιστεύουν καί ἐκεῖνοι καί νά ζοῦν μέ τήν εὐσέβεια καί τήν ἀρετή, διότι καί αὐτός πίστευε μέ εὐσέβεια καί ζοῦσε ἐνάρετα γενόμενος σέ ὅλους κήρυκας καί διδάσκαλος τῆς ἀληθείας. Ἐπειδή ὅμως ὁ δυσσεβής Ἀθηνάριχος, ὁ ἄρχοντας καί πρῶτος τοῦ ἑνός μέρους τοῦ Γοτθικοῦ γένους (διότι σέ δύο μέρη ἦταν αὐτό χωρισμένο)· ἐπειδή, λέω, αὐτός νικήθηκε πολύ ἄσχημα ἀπό τόν Φρικιγέρνη, τόν ἄρχοντα τοῦ ἄλλου μέρους τῶν Γότθων, μέ τήν βοήθεια καί συμμαχία τοῦ θείου Σταυροῦ καί τοῦ στρατεύματος τῶν Ρωμαίων· ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, ἀφοῦ μετά ἀπό μεγάλο χρονικό διάστημα πάλι ἀνέλαβε καί ἀπέκτησε δύναμι, φερόταν ὁ μιαρός μέ μεγάλο μῖσος κατά τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν καί τούς τιμωροῦσε μέ βαρβαρικά καί ἀνυπόφορα παιδευτήρια. Ὄχι μόνο ὁ ἴδιος ὁ ἀλιτήριος ἔτσι ἐνεργοῦσε, ἀλλλά διέταζε καί ὅσους ὑποτάσσονταν σ’ αὐτόν νά μιμοῦνται τό δικό του μῖσος καί τήν δική του ἐπιθετικότητα κατά τῶν Χριστιανῶν.
Επειδή λοιπόν ὁ μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Νικήτας αὔξανε περισσότερο τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καί κήρυττε τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ λαμπρότερα, γι’ αὐτό συλλαμβάνεται ἀπό τούς ἀνωτέρω Γότθους ξαφνικά ἐκεῖ πού δίδασκε καί ἁρπάζεται βίαια ἀπό αὐτούς. Ἔπειτα ἀναγκάζεται νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Καί ἐπειδή δέν ἐπείθετο, γι’ αὐτό τοῦ σύντριψαν ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός του. Παίρνοντας ὅμως κουράγιο ἀπό τήν παιδεία αὐτή, περισσότερο κήρυττε τόν Χριστό, γι’ αὐτό καί ρίχθηκε ἐπάνω στήν φωτιά. Καί ἔτσι ὁ νικηφόρος ἀληθῶς τοῦ Χριστοῦ Νικήτας, ἔλαβε τόν ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου μαζί μέ πολλούς ἄλλους ὁμογενεῖς του Γότθους. Τό δέ ἅγιό του λείψανο ἀποκαλύφθηκε μέσῳ ἑνός ἀστεριοῦ στόν φίλο καί γνώριμό του Μαριανό, ὁ ὁποῖος τό μετέφερε αὐτό ἀπό ἐκεῖ στήν χώρα τήν λεγόμενη Μουεστηνῶν καί ἐκεῖ τιμήθηκε μέ Ναό μεγαλοπρεπῆ καί μέ ἄλλες τιμές μαρτυρικές, ὅπου ἐνεργοῦσε διάφορα θαύματα
Ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Βησσαρίων, ἀρχιεπίσκοπος Λαρίσσης, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
* Γῆθεν μεταστάς Βησσαρίων εἰς πόλον,
Κἀκεῖ ἀρητήρ ἐστι σύν θυηπόλοις.
*Αὐτός ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Βησσαρίων ἔζησε κατά τό ἔτος 1550, καταγόμενος ἀπό ἕνα χωριό τῶν καλουμένων μεγάλων Πυλῶν, πού βρίσκονται στά τέλη τῆς Μακεδονίας ἤ νά ποῦμε καλλίτερα, Θεσσαλίας. Γεννήθηκε καί ἀνατράφηκε ἀπό γονεῖς ὀρθοδόξους. Ἀφοῦ ἔμαθε τά ἱερά γράμματα καί ἔγινε δέκα ἐτῶν, ἔλαβε τόν ἔρωτα τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Τότε πῆγε στόν Μητροπολίτη Λαρίσσης, Μᾶρκο ὀνομαζόμενο καί ἀφοῦ ἔμεινε κοντά του γιά καιρό πολύ, πέρασε κανονικά τούς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης, ἀφοῦ ἔγινε Ἀναγνώστης, Ὑποδιάκονος, Διάκονος καί Ἱερέας. Ἔπειτα χειροτονήθηκε καί Ἐπίσκοπος Δομενίκου καί Ἐλασσῶνος. Πηγαίνοντας ὁ Ἅγιος στήν ἐπισκοπή του, δέν ἔγινε δεκτός ἀπό τόν λαό, ὁ ὁποῖος παρακινήθηκε ἀπό κάποια φιλονεικία· ἤ, καλλίτερα, ἀπό οἴησι καί ἀπαιδευσία. Ἡ αἰτία τῆς φιλονεικίας ἦταν ὅτι κάποτε ἡ ἐπισκοπή τους εἶχε τόν τίτλο τῆς ἀρχιεπισκοπῆς. Τότε ἀφοῦ πῆγαν στόν τότε Πατριάρχη, Θεόληπτο ὀνομαζόμενο ἤ καλλίτερα νά ποῦμε χρυσόληπτο, ἔλαβαν ὡς Ἀρχιεπίσκοπο κάποιον Νεόφυτο λεγόμενο, ὁ ὁποῖος βρέθηκε ἄλιωτος μετά τόν θάνατο. Ὁ μακάριος λοιπόν αὐτός Βησσαρίων, ὡς τοῦ Χριστοῦ μιμητής, δέν ὑπολόγισε τήν καταφρόνησι, πού τοῦ ἔδειξαν οἱ ἐπαρχιῶτες του. Μᾶλλον παίρνοντας καί ὡς ἀφορμή ἡσυχίας τήν καταφρόνησι αὐτή, ἔμενε μαζί μέ τόν κατά πνεῦμα πατέρα του καί γέροντα, τόν ἀνωτέρω δηλαδή Μᾶρκο, ὑπηρετῶντας καί ἰατρεύοντας μέ ἔργο καί λόγο σωματικά καί ψυχικά τούς ἀσθενεῖς καί πτωχούς πού βρίσκονται στήν Ἐκκλησία τῆς Λάρισσας.
Ἀφοῦ πέρασε τέσσαρα χρόνια στήν ἐπίσκεψι αὐτή τῶν ἀσθενῶν, χήρευσε ἀπό ποιμένα ἡ ἐπισκοπή τῶν Σταγῶν. Τότε ζητήθηκε ὁ Ἅγιος ἀπό τόν λαό ἐκείνης, νά τούς ποιμαίνη προεδρικά καί ἐξαρχικά. Ὅταν ἔγινε αὐτό, ἔμεινε ὁ Ἅγιος στήν ἐπισκοπή ἐκείνη ἕξι χρόνια, κατά τά ὁποῖα πολλές θλίψεις καί ἐνοχλήσεις καί ἐξορίες ὑπέμεινε ὁ ἀοίδιμος ἀπό κάποιον ἀνίερο καί χαιρέκακο, Δομέτιο καλούμενο. Ὅταν ὁ ἀναφερθείς Μᾶρκος Λάρισσας πέθανε καί ἀπῆλθε στίς ἐκεῖ μακάριες μονές, τότε καί ὁ θεῖος αὐτός Βησσαρίων μέ αἴτησι τῶν Ἐπισκόπων καί κληρικῶν καί ὅλου τοῦ λαοῦ ἔγινε Μητροπολίτης Λάρισσας ἀπό τόν τότε Πατριάρχη Ἱερεμία.
Ἀλλά ποιός μπορεῖ νά φανερώση μέ τόν λόγο τίς θεάρεστες πράξεις, πού κατώρθωσε ὁ Ἅγιος μετά τόν προβιβασμό του; Ποιός μπορεῖ νά φανερώση τίς ἀπελευθερώσεις τῶν σκλαβωμένων πού ἔκανε; τίς βοήθειες ἐκείνων πού ἔχουν ἀνάγκη; τά γεφύρια τῶν ποταμῶν; Καί μαρτυρεῖ μέχρι τώρα τό μεγάλο του ἔργο τοῦ γεφυριοῦ, τό ὁποῖο φαίνεται ἀπό ὅλους στόν ποταμό πού τρέχει ἀπό τήν Πίνδο στήν Αἰτωλία ὁ ὁποῖος, ἀπό μέν τούς παλαιούς Ἕλληνες ὠνομαζόταν Ἀργυροδίνης καί Ἀχελῷος, ἐνῷ τώρα ὀνομάζεται ἀπό τούς ἐγχώριους Λευκοπόταμος. Διότι αὐτό τό γεφύρι κανένας ἄλλος πρίν ἀπό τόν Ἅγιο αὐτόν δέν μπόρεσε νά κάνη σέ τέτοιον τόπο λόγῳ τοῦ ὁρμητικοῦ ποταμοῦ καί τήν μεγάλη ὕλη, πού κατεβάζει ὁ ποταμός ἐκεῖνος, ὅταν βρέχη.
Αὐτός ὁ Ἅγιος πρῶτος σύστησε καί ἔκτισε ἀπό τά θεμέλια τό σημερινό πανέμορφο καί ὡραῖο Μοναστήρι τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό λεγόμενο Δούσικο, τό ὁποῖο βρίσκεται κοντά στό χωριό του,
μολονότι καί τό Μοναστήρι αὐτό ἀργότερα μετασκευάσθηκε στό καλλίτερο ἀπό τόν Ἀρχιερέα Νεόφυτο, τόν ἀνεψιό τοῦ Ἁγίου καί ἀπό ἄλλους Ἐπισκόπους της ἐπαρχίας Λάρισσας καί ἄλλους ἀδελφούς τοῦ Μοναστηριοῦ. Εἶχε καί συμβοηθό του σ’ αὐτό ὁ Ἅγιος καί τόν αὐτάδελφό του, τόν θεοφιλέστατο, λέω, Ἐπίσκοπο Καππούης καί Φαναρίου. Ἔτσι λοιπόν σωστά καί θεοφιλῶς ἀφοῦ διακυβέρνησε καί οἰκονόμησε τό ποίμνιό του καί τά δικά του πράγματα, ἐξεδήμησε πρός Κύριο, φθάνοντας περίπου τά πενῆντα χρόνια.
Ἡ ἁγία καί πάντιμη κάρα του, ἀναβλύζει μετά θάνατο διάφορα θαύματα καί θεραπεῖες. Μάλιστα διώχνει τήν ἀσθένεια τῆς πανώλης καί λοιμικῆς ἀπό ἐκείνους, πού προστρέχουν μέ πίστι σ’ αὐτήν


Login