Τῇ 5ῃ τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Νε­ο­μάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γί­ου τοῦ ἐκ Ρα­ψά­νης.


Τῇ 5 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου
Νε­ο­μάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γί­ου τοῦ ἐκ Ρα­ψά­νης.

Ὁ Νε­ο­μάρ­τυρας Ἅ­γι­ος Γε­ώρ­γι­ος γεν­νή­θη­κε στήν Ρα­ψά­νη τό 1798 ἀ­πό εὐ­σε­βεῖς γο­νεῖς. Ὁ πα­τέ­ρας του ὠ­νο­μα­ζό­ταν Χατ­ζη-Λά­σκα­ρης καί ἡ μη­τέ­ρα του Σμα­ρά­γδα Σα­κελ­λα­ρί­δου. Στήν πα­λαι­ά ἀρ­γυ­ρή λει­ψα­νο­θή­κη τοῦ Ἁ­γί­ου (19ου αἰ.) δι­α­βά­ζου­με κα­τά λέ­ξι:

«Ο ΕΝΔΟΞΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡ-ΓΙΟΣ ΑΘΛΗΣΑΣ ΕΝ ΤΥΡΝΑΒῼ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1818 ΕΠΙ ΒΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΥΙΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΗΤΟΝ ΥΙΟΣ ΧΑΤΖΗ ΛΑ-ΣΚΑΡΕΩΣ ΥΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΟΥ ΨΑΛ- ΤΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΣ ΣΜΑΡΑΓΔΑΣ ΘΥΓΑ-ΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΟΥ».

Δέν εἶ­ναι γνω­στό ἄν εἶ­χε ἤ πό­σα ἀ­δέλ­φι­α εἶ­χε ὁ Νε­ο­μάρ­τυρας. Ὅ­μως ἡ πα­ρά­δο­σι ὁ­μό­φω­να πα­ρου­σι­ά­ζει τόν Γε­ώρ­γι­ο νά συν­δέ­ε­ται συγ­γε­νι­κά μέ τόν λο­γιώ­τα­το κλη­ρι­κό τῆς Ρα­ψά­νης «πα­πᾶ κυρ Χρι­στό­δου­λον» Κα­ρα­ζή­ση, πού ἦ­ταν οἰ­κο­νό­μος.

Ἕ­να πω­λη­τή­ρι­ο ἔγ­γρα­φο τοῦ 1852, τό ὁ­ποῖ­ο βρέ­θη­κε μα­ζί μέ ἄλ­λα ἔγ­γρα­φα στήν πα­λαι­ά βι­βλι­ο­θή­κη, πού φυ­λασ­σό­ταν στήν πα­λαι­ά καί ἀρ­χον­τι­κή οἰ­κί­α Κα­ρα­βα­σί­λη, εἶ­ναι ἀρ­κε­τά δι­α­φω­τι­στι­κό. Σέ αὐ­τό πα­ρου­σι­ά­ζε­ται «ὁ ἐ­λά­χι­στος ἱ­ε­ρεύς καί οἰ­κο­νό­μος (Χρι­στό­δου­λος) υἱ­ός Χατ­ζη­βα­σι­λεί­ου Κα­ρα­ζή­ση καί Κε­ρα­σί­νης θυ­γα­τρός πα­πᾶ Ἀ­θα­να­σί­ου Γε­ρο­πα­σχά­λη» νά πω­λῆ «πρός ἀ­νε­ψι­όν αὐ­τοῦ Βα­σί­λει­ον Χα­δού­λη Γο­γού­ρα» κτή­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α στό ἑ­ξῆς «ὑ­πάρ­χου­σιν… ἰ­δι­ο­κτη­σί­αι τοῦ ρη­θέν­τος ἀ­νε­ψι­οῦ αὐ­τοῦ Βα­σι­λεί­ου ἀ­να­πό­σπα­στοί τε καί ἀ­να­φαί­ρε­τοι πα­ρά παν­τός ἑ­τέ­ρου κλη­ρο­νό­μου αὐ­τοῦ καί τῆς μα­κα­ρί­τι­δος συ­ζύ­γου αὐ­τοῦ Μα­ρί­ας Α. Χατ­ζη­λα­σκά­ρε­ως…».

Ἀ­πό αὐ­τό συ­νε­πά­γε­ται τό συμ­πέ­ρα­σμα, ὅ­τι ὁ Νε­ο­μάρ­τυρας εἶ­χε του­λά­χι­στον μί­α ἀ­δελ­φή, τήν Μα­ρί­α, τόν δέ πα­πᾶ κύρ Χρι­στό­δου­λο Κα­ρα­ζή­ση γαμ­πρό ἀ­πό τήν ἀ­δελ­φή του. Ἀ­ξί­ζει νά ὑ­πο­γραμ­μι­σθῆ ὅ­τι τήν ἐξ ἀγ­χι­στεί­ας αὐ­τή συγ­γέ­νει­α συμ­πλή­ρω­σε ἡ πνευ­μα­τι­κή, διότι ὁ Χρι­στό­δου­λος ὑ­πῆρ­ξε δι­δά­σκα­λος τοῦ Γε­ωρ­γί­ου. Μό­νο δέν γνω­ρί­ζου­με ἀ­κρι­βῶς ποι­ά ὑ­πῆρ­ξε πρώ­τη ἤ ἐ­άν ἡ μί­α συγ­γέ­νει­α προ­κά­λε­σε τήν ἄλ­λη.

Ὁ Γε­ώρ­γι­ος πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἀ­πό τήν πα­ρά­δο­σι ὡς τρό­φι­μος καί ἀ­πό­φοι­τος τῆς ἀ­νω­τέ­ρου ἐ­πι­πέ­δου Σχο­λῆς Ρα­ψά­νης, στήν ὁ­ποί­α χρη­μά­τι­σε δι­δά­σκα­λος καί ὁ κυρ Χρι­στό­δου­λος Κα­ρα­ζή­σης.

Ἐ­νῷ λοι­πόν ὑ­πῆρ­χαν οἱ οἰ­κο­νο­μι­κές προϋ­πό­θε­σεις, ὁ λο­γι­ώτα­τος καί ἰ­δι­αί­τε­ρα δρα­στή­ρι­ος Ἐ­πί­σκο­πος Πλα­τα­μῶ­νος καί Λυ­κο­στο­μί­ου Δι­ο­νύ­σι­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­με­λί­ω­σε καί προ­στά­τευ­σε καί τήν σπου­δαί­α Σχο­λή στά Ἀμ­πε­λά­κι­α, προ­έ­βη στήν ἵ­δρυ­σι καί τῆς ἐν λό­γῳ Σχο­λῆς στήν Ρα­ψά­νη τό ἔ­τος 1767. Ὀ­νο­μα­στό ὑ­πῆρ­ξε τό πνευ­μα­τι­κό αὐ­τό Ἵ­δρυ­μα. Στήν ἀ­κμή του συγ­κρι­νό­ταν μέ τίς Σχο­λές τῶν Μη­λέ­ων, τῆς Ζα­γο­ρᾶς, τῶν Ἀμ­πε­λα­κί­ων, τοῦ Τυρ­νά­βου κ. ἄ. Σέ αὐ­τή μα­θή­τευ­σαν καί ὁ Βα­σί­λει­ος ὁ Ρα­ψα­νι­ώ­της, ἕ­νας ἀ­πό τούς ἄ­ρι­στους μα­θη­τές στήν Ἀ­θω­νι­ά­δα Ἀ­κα­δη­μί­α (1753 - 1758) τοῦ Εὐ­γε­νί­ου Βούλ­γα­ρη καί ὁ Ἰ­ω­νᾶς Σπερ­μι­ώ­της, ἕ­νας ἀ­πό τούς δι­α­κε­κρι­μέ­νους δα­σκά­λους ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς καί πε­ρι­ζή­τη­τος γι’ αὐ­τό στήν Μα­κε­δο­νί­α καί στήν Θεσ­σα­λί­α καί ἄλ­λοι. Κα­τά τήν Ἐ­πα­νά­στα­σι καί λί­γο πρίν ἀ­πό αὐ­τή, στα­μά­τη­σε νά λει­τουρ­γῆ ἡ Σχο­λή καί ἐ­πα­να­λει­τούρ­γη­σε τό 1830.

Μέ τό δε­δο­μέ­νο ὅ­τι ὁ Νε­ο­μάρ­τυς ἄ­θλη­σε τό 1818, θά πρέ­πη νά συμ­πε­ρά­νου­με μέ ἀ­σφά­λει­α, ὅ­τι ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πό τήν Σχο­λή τό 1815 – 1816. Ἀ­φοῦ ἀ­πο­φοί­τη­σε ὁ Γε­ώρ­γι­ος ἀ­πό τήν Σχο­λή, τό 1816, ἀ­σκοῦ­σε στήν γε­νέ­τει­ρά του τό ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ γραμ­μα­το­δι­δα­σκά­λου μέ ζῆ­λο ἔν­θε­ο καί νε­α­νι­κό σφρῖ­γος, ἐμ­πνέ­ον­τας τούς νε­α­ρούς μα­θη­τές του καί δη­μι­ουρ­γῶντας στίς ἀ­δι­α­μόρ­φω­τες ψυ­χές τους ζω­η­ρά ἱ­ε­ρά καί ἐ­θνι­κά βι­ώ­μα­τα.

Ἀ­να­φέ­ρα­με πρίν, ὅ­τι ἡ Ρα­ψά­νη ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πό­λο ἕλ­ξε­ως γι­ά τά χω­ρι­ά τοῦ κά­τω Ὀ­λύμ­που. Αὐ­τό συ­νέ­βαι­νε γι­ά πολ­λές δε­κα­ε­τί­ες μέ­χρι καί τίς ἀρ­χές τοῦ 20ου αἰ­ῶ­να. Καί βέ­βαι­α ὄ­χι μό­νο γι­ά τήν ὑ­λι­κή εὐ­πο­ρί­α καί τήν ἐμ­πο­ρι­κή καί βι­ο­μη­χα­νι­κή της κί­νη­σι, ἀλ­λά καί γι­ά τήν πνευ­μα­τι­κή της ἄν­θη­σι καί καλ­λι­έρ­γει­α τῶν γραμ­μά­των, ὅ­πως λέ­χθηκε. Ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἀ­φορ­μή καυ­χή­σε­ως γι­ά ἕ­να γο­νέ­α νά ἀ­πο­στέλ­λη γι­ά σπου­δές τόν υἱ­ό του στήν Ρα­ψά­νη. Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη, γι­ά τήν ὁ­ποί­α κά­νου­με λό­γο, τά πα­ρα­πο­τά­μι­α χω­ρι­ά τῆς πε­ρι­ο­χῆς κα­τοι­κοῦν­ταν ὡς ἐ­πί τό πλεῖ­στον ἀ­πό Ὀ­θω­μα­νούς, πού συ­ναλ­λάσ­σον­ταν, μέ­χρι καί συν­δέ­ον­ταν ἀ­κό­μη, σέ πε­ρι­ω­ρι­σμέ­νη βέ­βαι­α κλί­μα­κα, μέ Ἕλ­λη­νες Χρι­στι­α­νούς.

Με­τα­ξύ τῶν φι­λο­ξε­νου­μέ­νων μα­θη­τῶν ἦ­ταν καί ἕ­να Τουρ­κό­που­λο ἀ­πό τό γει­το­νι­κό χω­ρι­ό Ντερ­λῆ (Γόν­νοι), πού τό εἶ­χαν στεί­λει οἱ γο­νεῖς του ὡς οἰ­κό­τρο­φο στήν Ρα­ψά­νη.

Ὁ μι­κρός Μω­α­με­θα­νός, προ­σαρ­μο­ζό­με­νος γρή­γο­ρα στό κλί­μα τοῦ Σχο­λεί­ου καί ἐν­θαρ­ρυ­νό­με­νος ἀ­πό τόν εὐ­σε­βῆ νε­α­ρό του δά­σκα­λο, γο­η­τεύ­θη­κε ἀ­πό τήν ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξη Παι­δεί­α, ἐ­νῷ συγ­χρό­νως ὁ ἔν­θε­ος ζῆ­λος τοῦ δα­σκά­λου κα­τέ­κτη­σε τήν ἁ­πλῆ καί ἄ­δο­λη ψυ­χή του. Ἔ­φθα­σε στό ση­μεῖ­ο, μά­λι­στα, νά ὑ­πο­τι­μᾶ καί νά πε­ρι­φρο­νῆ τά ἱ­ε­ρά καί τά ὅ­σι­α τοῦ Ἰσ­λα­μι­σμοῦ, ἐ­νῷ ἀν­τί­θε­τα τι­μοῦ­σε τήν πί­στι τῶν Ἑλ­λή­νων. Καί ὅ­λα αὐ­τά ἐπειδή ὁ Γε­ώρ­γι­ος εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νά ἐμ­φυ­σή­ση στήν ψυ­χή του τήν ἀ­γά­πη γι­ά τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό.

Οἱ γο­νεῖς τοῦ μι­κροῦ Μου­σουλ­μά­νου, βλέ­πον­τας, ὅ­τι ὁ υἱ­ός τους ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νά ἀλ­λα­ξο­πι­στή­ση, δέν ἄν­τε­ξαν τή «ντρο­πή» καί ἔ­βα­λαν κά­ποι­ους ὁ­μο­ε­θνεῖς τους νά πᾶ­νε στήν Ρα­ψά­νη καί νά συλ­λά­βουν τόν ὑ­πο­κι­νη­τή αὐ­τῆς τῆς με­τα­στρο­φῆς τοῦ μι­κροῦ.

Τόν συ­νέ­λα­βαν μέ­σα στήν Σχο­λή καί τόν ὡδήγη­σαν δέ­σμι­ο νά δι­κα­στῆ στήν ἕ­δρα τοῦ Βε­λῆ πασᾶ, πού εἶ­χε ἀ­να­λά­βει τά ἡ­νί­α στήν τυ­ραν­νί­α τῆς Ἀν. Θεσ­σα­λί­ας ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα του Ἀ­λῆ πα­σᾶ Τε­πε­λεν­λῆ ἀ­πό τό 1811. Ἡ κα­τη­γο­ρί­α, πού βά­ραι­νε τόν Γε­ώρ­γι­ο, ἦ­ταν μί­α καί μο­να­δι­κή: «Ἐκ­χρι­στι­α­νι­σμός μου­σουλ­μα­νό­παι­δος».

Φυ­σι­κά ἡ δι­κα­στι­κή δι­α­δι­κα­σί­α ἦ­ταν συ­νο­πτι­κή καί ἡ ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α τῶν δι­κα­στῶν προ­α­πο­φα­σι­σμέ­νη: «Θά­να­τος μέ μαρ­τύ­ρι­ο». Ὁ Γε­ώρ­γι­ος ρίχ­τη­κε ἀρ­χι­κά γυ­μνός σέ καυ­τό λου­τρό, ἐν συ­νε­χεί­ᾳ τρυ­πή­θη­κε μέ σι­δε­ρέ­νι­α νύ­χι­α, ἀ­κο­λού­θη­σε τό πε­τά­λω­μα τῶν πο­δι­ῶν του, γι­ά νά ὁ­λο­κλη­ρω­θῆ ἡ πρώ­τη φά­σι τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του μέ δι­α­πόμ­πευ­σι στούς δρό­μους τοῦ Τυρ­νά­βου. Ἔ­πει­τα τόν κάρ­φω­σαν σέ τε­τρα­γω­νι­κό στῦ­λο καί, ἀ­φοῦ τόν ἔ­δε­σαν μέ σκοι­νι­ά βου­τηγ­μέ­να σέ πίσ­σα καί πε­τρέ­λαι­ο, τόν ἔ­βα­λαν φω­τι­ά. Ὁ Ἅ­γι­ος Νε­ο­μάρ­τυ­ρας πρός με­γά­λη ἀ­πο­γο­ή­τευ­σι τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν, ὄ­χι ἁ­πλῶς δέν πέ­θα­νε, ἀλ­λά δέν ὑ­πέ­στη, χά­ρι στήν Θεί­α χά­ρι καί βο­ή­θει­α, οὔ­τε τό πα­ρα­μι­κρό ἔγ­καυ­μα! Στίς ἱ­στο­ρή­σεις τῶν εἰ­κό­νων πα­ρου­σι­ά­ζον­ται συμ­πλη­ρω­μα­τι­κά καί ἄλ­λες σκη­νές βα­σα­νι­σμῶν, ὅ­πως στραγ­γα­λι­σμοί, ἐ­ξαρ­θρώ­σεις, κτυ­πή­μα­τα μέ τό σπα­θί, το­πο­θέ­τη­σι πυ­ρα­κτω­μέ­νου σι­δε­ρέ­νι­ου στε­φα­νι­οῦ πά­νω στό γυ­μνό σῶ­μα τοῦ Νε­ο­μάρ­τυ­ρα. Ἐ­ξορ­γι­σμέ­νοι οἱ Ὀ­θω­μα­νοί, τελικά, ὡδήγη­σαν τόν Γε­ώρ­γι­ο στήν γέ­φυ­ρα τοῦ Τυρ­νά­βου, ὅ­που καί τόν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν.

Ἡ ἡ­μέ­ρα τοῦ θα­νά­του του ἦ­ταν ἡ 5η Μαρ­τί­ου τοῦ 1818 ἡ­μέ­ρα Τρί­τη, με­τά τήν Κυ­ρι­α­κή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Πά­νω στό ἄν­θος τῆς νι­ό­της του, ὁ εἰ­κο­σά­χρο­νος ἀ­θλη­τής τῆς πί­στε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, πο­ρεύ­θη­κε πρός τήν ἐ­που­ρά­νι­α καί αἰ­ώ­νι­α Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν στε­φα­νω­μέ­νος, θρι­αμ­βευ­τής, Μάρ­τυ­ρας.

Τό σῶ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στό ση­μεῖ­ο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του, κά­τω ἀ­πό τήν γέ­φυ­ρα τοῦ Τυρ­νά­βου. Ὁ Ἅ­γι­ος Νι­κό­δη­μος Ἁ­γι­ο­ρεί­της ἔ­γρα­ψε: «Τά τί­μι­α λεί­ψα­να θέ­λει δο­ξά­σει (ὁ Θε­ός) ἐ­δῶ κά­τω εἰς τήν γῆν ἤ μέ τήν ἐ­πι­φά­νει­α τοῦ Φω­τός του ἤ καί μέ ἄλ­λα ση­μεῖ­α καί θαύ­μα­τα, κα­θώς ἤ­θε­λε κρί­νει ἡ θεί­α δι­και­ο­σύ­νη Του, ἤ τό ὀ­λι­γώ­τε­ρον ὀ­λι­γώ­τε­ρον θέ­λει τά τι­μή­ση μέ τήν πα­ρά τῶν Χρι­στι­α­νῶν προ­σκύ­νη­σιν καί εὐ­λά­βει­αν». Πραγ­μα­τι­κά, τήν πρώ­τη νύχ­τα τοῦ ἐν­τα­φι­α­σμοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου οἱ σκο­ποί τῶν ὀ­θω­μα­νι­κῶν στρα­τώ­νων, πού βρί­σκον­ταν σέ γει­το­νι­κή πε­ρι­ο­χή, ἀν­τί­κρυ­σαν μί­α τε­ρά­στι­α στή­λη φω­τός νά ση­μα­δεύ­η τόν τά­φο τοῦ Γε­ωρ­γί­ου. Ὅ­ταν ἀ­να­φέρ­θη­κε τό πα­ρά­δο­ξο αὐ­τό θαῦ­μα στόν τύ­ραν­νο Βε­λῆ, ἐ­κεῖ­νος δι­έ­τα­ξε νά κα­λέ­σουν ἀ­πό τήν Ρα­ψά­νη, τό συν­το­μώ­τε­ρο δυ­να­τόν, τούς συγ­γε­νεῖς τοῦ Ἁ­γί­ου, γι­ά νά ξε­θά­ψουν καί νά πα­ρα­λά­βουν τό λεί­ψα­νό του, πλήν τῆς κά­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου, πού, πι­θα­νῶς, ἐ­ξα­φά­νι­σαν οἱ Ὀ­θω­μα­νοί. Πραγ­μα­τι­κά μέ εὐ­λά­βει­α καί κα­τά­νυ­ξι τά ἱ­ε­ρά του λεί­ψα­να με­τα­φέρ­θη­καν στήν Ρα­ψά­νη.

Με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό τά ἅ­γι­α λεί­ψα­να με­τα­κο­μί­σθη­καν ἀ­πό τό κοι­μη­τή­ρι­ο τῆς Ρα­ψά­νης, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν στόν χῶ­ρο γύ­ρω ἀ­πό τό να­ό τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου, στήν ἀρ­χον­τι­κή οἰ­κί­α Κα­ρα­ζή­ση, πού βρι­σκό­ταν κον­τά.

Τά τε­λευ­ταῖα ἔ­τη ἀ­νε­γέρ­θη­κε Ἱ­ε­ρός Να­ός πρός τι­μήν τοῦ Ἁ­γί­ου προ­στά­τη τῆς Ρα­ψά­νης ἀλ­λά καί ὅ­λων τῶν πι­στῶν, μά­λι­στα δέ τῶν ὀρ­θο­δό­ξων ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν.

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τι­μᾶ τήν μνή­μη του τήν 5η τοῦ Μαρ­τί­ου.

Πη­γές: Νέ­ος Συ­να­ξα­ρι­στής…,  μήνας Μάρ­τι­ος, σελ. 52-58.

Συ­να­ξα­ρι­στής…,  μή­νας Μάρ­τι­ος, σελ. 62-63.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης