Τῷ αὐτῷ μηνί Θ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Εὐστρατίου τοῦ Θαυματουργοῦ.

Τῷ αὐτῷ μηνί Θ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου

Αὐ­τός ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων Δε­κί­ου καί Βαλ­λε­ρια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 255, ἀ­σκῶν­τας στρα­τι­ω­τι­κή τέ­χνη στήν πό­λι τῆς Ἀρ­με­νί­ας Με­λι­τι­νή, ὅ­που πρῶ­τος μαρ­τύ­ρη­σε σ’ αὐ­τήν τήν πό­λι. Δη­λα­δή, ὅ­ταν ἐκ­δό­θη­κε νό­μος ἀ­σε­βής, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­έ­τα­ζε νά ἀρ­νοῦν­ται οἱ Χρι­στια­νοί τόν Χρι­στό, καί ἐ­κεῖ­νοι, πού δέν ὑ­πα­κού­ουν, νά δέ­χων­ται ὡς ποι­νή τόν θά­να­το, ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ ὁ τοῦ Χρι­στοῦ γεν­ναῖ­ος ἀ­θλη­τής Πο­λύ­ευ­κτος, χω­ρίς νά δει­λιά­ση κα­θό­λου, μέ θάρ­ρος ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό. Καί μέ τό πο­λύ θάρ­ρος καί τήν με­γα­λο­ψυ­χί­α του σύν­τρι­ψε τά εἴ­δω­λα, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­σέ­βον­το οἱ Ἕλ­λη­νες. Καί μο­λο­νό­τι ὁ πε­θε­ρός του τόν συμ­βού­λευ­ε νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό καί ἡ γυ­ναί­κα του θρη­νοῦ­σε καί ὠ­λο­φύ­ρε­το γι’ αὐ­τόν, αὐ­τός ὅ­μως ὁ καρ­τε­ρό­ψυ­χος οὔ­τε στίς συμ­βου­λές τοῦ πε­θε­ροῦ του πεί­σθη­κε, οὔ­τε στούς θρή­νους τῆς γυ­ναί­κας του ὑ­πο­χώ­ρη­σε. Δι­α­τη­ροῦ­σε ὅ­μως μέ βε­βαι­ό­τη­τα τίς συμ­φω­νί­ες καί ὑ­πο­σχέ­σεις, πού ἔ­δω­σε στόν Μάρ­τυ­ρα Νέ­αρ­χο, τόν φί­λο του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­φο­βεῖ­το καί εἶ­χε λο­γι­σμούς, μή­πως με­τα­τε­θῆ ἀ­πό τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Μέ­νον­τας ὅ­μως μέ ξί­φος θά­να­το καί ἔ­τσι ὁ μα­κά­ριος ἀ­νέβηκε στά οὐ­ρά­νια. Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί του στόν μαρ­τυ­ρι­κό καί ἁ­γι­ώ­τα­το Να­ό του. (Τό Μαρ­τύ­ριο αὐ­τοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Πο­λυ­εύ­κτου βρί­σκε­ται ἑλ­λη­νι­κά στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες Ἱ­ε­ρές Μο­νές, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Εἴ­περ τις ἄλ­λη καλ­λί­στη τῶν δι­η­γή­σε­ων». Στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα ὅ­μως, σώ­ζε­ται τό Μαρ­τύ­ριό του με­τα­φρα­σμέ­νο στήν ἁ­πλῆ γλῶσ­σα ἀ­πό τόν πα­νο­σι­ο­λο­γι­ώ­τα­το κύ­ριο Κύ­ριλ­λο, Πε­λο­πον­νή­σιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι προ­η­γού­με­νος καί τῆς αὐ­τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας).

  Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Εὐστρατίου τοῦ Θαυματουργοῦ.

Αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πε­ρι­ο­χή πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Ταρ­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α βρί­σκε­ται κά­τω στήν το­πο­θε­σί­α τῶν Ὀ­πτη­μά­των. Ὡς πρός τήν ἀ­ξί­α ἦ­ταν Κό­μης[1] τῆς πε­ρι­ο­χῆς πού λε­γό­ταν Βι­τζια­ννῆς καί ἦ­ταν υἱ­ός γο­νέ­ων εὐ­σε­βῶν, τοῦ Γε­ωρ­γί­ου καί τῆς Με­γε­θοῦς, πού ζοῦ­σαν μέ λί­γα ἀ­γα­θά, κα­τά τό ἔ­τος 808. Αὐ­τός λοι­πόν ἔ­λα­βε κα­λή ἀ­να­τορ­φή καί παι­δεί­α ἀ­πό τούς γο­νεῖς του καί, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στό εἰ­κο­στό ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, ἐ­κυ­ρι­εύ­θη ἀ­πό τόν θε­ϊ­κό ἔ­ρω­τα. Ἀ­φοῦ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε λοι­πόν τούς γο­νεῖς του, ἔ­φυ­γε στό βου­νό τοῦ Ὀ­λύμ­που καί πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι τό ὀ­νο­μα­ζό­με­νο τῶν Ἀ­γαύ­ρων, στό ὁ­ποῖ­ο ἔ­λαμ­ψαν στήν ἄ­σκη­σι καί στήν ἀ­ρε­τή οἱ ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα του θεῖ­οι, ὁ Βα­σί­λει­ος, λέ­ω, καί ὁ Γρη­γό­ριος. Ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε δε­κτός ἀ­πό τούς θεί­ους του ὁ Εὐ­στρά­τιος, ἔ­κο­ψε τίς τρί­χες τῆς κε­φα­λῆς καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Καί, ἀ­φοῦ πέ­τυ­χε αὐ­τό πού πο­θοῦ­σε, ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε ὅ­λους τούς ἀ­δελ­φούς μέ πρό­θυ­μη καρ­διά καί μέ τα­πει­νό φρό­νη­μα, χω­ρίς νά ἔ­χη στόν νοῦ του κα­νέ­να πρᾶγ­μα τοῦ πα­ρόν­τος αἰ­ῶ­νος καί χω­ρίς νά ἔ­χη ἄλ­λη πε­ρι­ου­σί­α, πα­ρά μό­νο ἕ­να ὕ­φα­σμα τρί­χι­νο, δη­λα­δή ὑ­φα­σμέ­νο ἀ­πό γι­δίσ­σι­ες τρί­χες καί ἕ­να ὑ­φα­σμέ­νο ἀ­πό μαλ­λί προ­βά­του, πά­νω στά ὁ­ποῖ­α ἀ­να­παυ­ό­ταν. Καί σέ ὅ­ποι­ον τό­πο βρι­σκό­ταν, ἐ­κεῖ ἀ­να­παυ­ό­ταν λί­γο, δι­ό­τι δέν εἶ­χε τό­πο κα­θω­ρι­σμέ­νο, γιά νά κοι­μᾶ­ται. Λέ­νε μά­λι­στα, ὅ­τι ἀ­πό τό­τε, πού ἔ­γι­νε Μο­να­χός δέν κοι­μή­θη­κε πο­τέ ἀ­νά­σκε­λα, οὔ­τε στό ἀ­ρι­στε­ρό μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τος, σέ ὅ­λα τά ἑ­βδο­μην­τα­πέν­τε χρό­νια τῆς ἀ­σκή­σε­ώς του. Καί, ἀ­φοῦ οἱ προ­η­γού­με­νοι Ἡ­γού­με­νοι τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ πέ­θα­ναν, τό­τε ὁ μέ­γας αὐ­τός Εὐ­στρά­τιος, πει­θό­με­νος στίς πα­ρα­κλή­σεις τῶν ἀ­δελ­φῶν, ἀ­νέ­λα­βε τήν ἡ­γου­με­νί­α τους.

Τόν και­ρό ἐ­κεῖ­νο ὁ Λέ­ων ὁ θη­ρι­ώ­νυ­μος, δη­λα­δή ὁ Λέ­ων ὁ πέμ­πτος, ὁ κα­λού­με­νος Ἀρ­μέ­νιος, ἐ­πι­στρέ­φον­τας ὡς νι­κη­τής ἀ­πό τόν πό­λε­μο, πού ἔ­κα­νε κα­τά τῶν Βουλ­γά­ρων, ἔ­κα­νε ἐ­πα­νά­στα­σι κα­τά τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ εὐ­σε­βε­στά­του Μι­χα­ήλ (τοῦ Κου­ρο­πα­λά­τη δη­λα­δή καί Ραγ­κα­βέ, ὁ ὁ­ποῖ­ος βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 811) καί ἀ­φοῦ στέ­ρη­σε τόν Μι­χα­ήλ ἀ­πό τήν γυ­ναῖ­κα καί τά τέ­κνα του καί ἀ­φοῦ ἔ­δε­σε καί ἔ­κο­ψε τά μαλ­λιά του, τόν ἐ­ξώ­ρι­σε στό νη­σί τῆς Πρώ­της, τό ὁ­ποῖ­ο βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ ναν­τι τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως[2]. Αὐ­τός, λέ­ω, ὁ ἀ­λι­τή­ριος Λέ­ων, φρόν­τι­ζε πά­λι νά ἀ­να­και­νί­ση τήν αἵ­ρε­σι τῶν Εἰ­κο­νο­μά­χων, ἡ ὁ­ποί­α πρίν ἀ­πό πολ­λά χρό­νια εἶ­χε λή­ξει. Τό­τε ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί ἐγ­κα­τέ­λι­παν τά σπί­τια τους καί ἔ­φευ­γαν. Ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν καί αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος Εὐ­στρά­τιος, μέ τήν πα­ρα­κί­νη­σι τοῦ Ὁ­σί­ου Ἰ­ω­αν­νι­κί­ου τοῦ Με­γά­λου, αὐ­τοῦ δη­λα­δή πού ἦ­ταν στόν Ὄ­λυμ­πο, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τό Μο­να­στή­ρι του καί πῆ­γε στήν πα­τρί­δα του. Ὅ­ταν ὅ­μως πά­λι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πέ­λα­βε τόν δι­κό της στο­λι­σμό μέ τήν ἀ­να­στή­λω­σι καί προ­σκύ­νη­σι τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἐ­πί Μι­χα­ήλ καί Θε­ο­δώ­ρας, κα­τά τό ἔ­τος 842, τό­τε καί οἱ ὅ­σιοι καί θαυ­μα­τουρ­γοί Πα­τέ­ρες ἐ­πέ­στρε­ψαν πά­λι στά δι­κά τους Μο­να­στή­ρια. Στήν  συ­νέ­χεια κά αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Εὐ­στρά­τιος ἐ­πέ­στρε­ψε στό Μο­να­στή­ρι του.

  Τό­τε ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα κο­πί­α­ζε μα­ζί μέ τούς ἀ­δελ­φούς χω­ρίς νά κου­ρά­ζε­ται στά σω­μα­τι­κά ἔρ­γα, ἐ­νῷ τήν νύ­κτα τήν περ­νοῦ­σε μέ ὀρ­θο­στα­σί­ες ὁ­λο­νύ­κτι­ες καί γο­νυ­κλι­σί­ες. Καί ὄ­χι μό­νον αὐ­τά, ἀλ­λά καί ὅ­ταν τε­λεῖ­το ἡ κα­νο­νι­κή ἀ­κο­λου­θί­α καί ψαλ­μω­δί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, αὐ­τός ὁ ἀ­οί­δι­μος μπαί­νον­τας μέ­σα στό ἅ­γιο Βῆ­μα, στε­κό­ταν ἀ­πό τήν ἀρ­χή τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας μέ­χρι τό τέ­λος λέ­γον­τας συ­νέ­χεια στόν ἑ­αυ­τό του τό, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον. Τά ὅ­σα δέ θαύ­μα­τα ἔ­γι­ναν ἀ­πό αὐ­τόν, δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά τά γρά­ψη κα­νείς, ὄν­τας πολ­λά στόν ἀ­ριθ­μό, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό ὡς ἕ­να ση­μεῖ­ο ἀ­λη­θέ­στα­το τῆς εὐ­α­ρε­στή­σε­ώς του πρός αὐ­τόν. Ὅ­ταν δέ ὁ Ἅ­γιος ἐ­πρό­κει­το νά ἀ­πέλ­θη πρός Κύ­ριο, κά­λε­σε ὅ­λους τούς Μο­να­χούς πού ὑ­πο­τάσ­σον­ταν σ’ αὐ­τόν καί τούς εἶ­πε· «Ἀ­δελ­φοί καί Πα­τέ­ρες, ὁ και­ρός τῆς ζω­ῆς μου τε­λεί­ω­σε· λοι­πόν, τέ­κνα μου ἀ­γα­πη­τά, φυ­λά­ξε­τε τήν πα­ρα­κα­τα­θή­κη τοῦ ἁ­γί­ου σχή­μα­τος πού πα­ρα­λά­βε­τε, γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι τά μέν πα­ρόν­τα πράγ­μα­τα εἶ­ναι πρό­σκαι­ρα καί μά­ται­α, ἐ­νῷ τά μέλ­λον­τα εἶ­ναι αἰ­ώ­νια καί παν­το­τι­νά. Γι’ αὐ­τό φρον­τί­στε, τέ­κνα μου, νά ἀ­ξι­ω­θῆ­τε τῆς με­ρί­δος τῶν σῳ­ζο­μέ­νων». Ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τά καί προ­σευ­χή­θη­κε, τούς σφρά­γι­σε (μέ τό ση­μεῖ­ο δη­λα­δή τοῦ Σταυ­ροῦ)· κα­τό­πιν ἀ­φοῦ ὕ­ψω­σε τά μά­τια του στούς οὐ­ρα­νούς εἶ­πε· «Εἰς χεῖρας σου Κύ­ρι­ε πα­ρα­τί­θη­μι τό πνεῦ­μα μου». Καί ἀ­μέ­σως ὕ­πνω­σε τόν τῆς ἀ­να­παύ­σε­ως ὕ­πνο, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ἐ­νε­νῆν­τα πέν­τε ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον  ἡμᾶς.



[1]Τί ἀξίωμα ἦταν ὁ κόμης, βλέπε στήν 24η τοῦ Μαρτίου, στήν ὑποσημείωσι τοῦ Συναξαρίου τοῦ Ἱερομάρτυρα Ἀρτέμονα Πρεσβυτέρου Λαοδικείας.

 

[2] Ἐ­κεῖ στήν Πρώ­τη ὄν­τας ὁ Μι­χα­ήλ ἔ­γι­νε Μο­να­χός καί πέ­ρα­σε τήν ζω­ή του. Τόν δέ υἱ­ό του Θε­ο­φύ­λα­κτο εὐ­νού­χι­σε ὁ Λέ­ων καί ἐ­ξώ­ρι­σε τήν μη­τέ­ρα του καί τούς ἀ­δελ­φούς του. Βλέ­πε σελ. 258, τοῦ β΄ τόμ. τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Με­λε­τί­ου.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης