Τῇ 14η τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Νι­κο­λά­ου τοῦ Τρα­πε­ζουν­τί­ου.

Τῇ 14η τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Νι­κο­λά­ου τοῦ Τρα­πε­ζουν­τί­ου.

Ὁ Ἅ­γι­ος Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυρας Νι­κό­λα­ος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Τρα­πε­ζοῦν­τα καί ἔ­ζη­σε στήν πό­λι Κα­τί­γο­γι τοῦ Πόν­του τῆς ἐ­παρ­χί­ας Ἀ­μα­σεί­ας καί Ἀ­μι­σοῦ. Ἀ­πό μι­κρή ἡ­λι­κί­α πο­θοῦ­σε νά ἀ­φι­ε­ρω­θῆ στόν Θε­ό, ἀλ­λά οἱ ἀ­δελ­φοί του δέν τόν ἄ­φη­ναν. Με­τά ἀ­πό πι­έ­σεις, γι­ά νά μήν γί­νη μο­να­χός, νυμ­φεύ­θη­κε ἀλ­λά γρή­γο­ρα ἡ γυναίκα του πέ­θα­νε μα­ζί μέ τό ἕ­να παι­δί του, ἐ­νῷ τό ἄλ­λο τό πῆ­ρε  στήν προ­στα­σί­α του κά­ποι­ος συγ­γε­νής.

 Ὁ Ἅ­γι­ος τό­τε ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στήν με­λέ­τη καί στήν προ­σευ­χή. Ἦλ­θε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ὅ­που ἔ­μα­θε τήν ἰ­α­τρι­κή τέ­χνη καί θε­ρά­πευ­σε πολ­λούς ἀ­σθε­νεῖς. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­κά­ρη μο­να­χός καί χει­ρο­το­νή­θη­κε Ἐ­πί­σκο­πος στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Ἀ­μι­σού. Ὁ Ἅ­γι­ος Θε­ός, πού ἔ­βλε­πε τόν πνευ­μα­τι­κό ἀ­γῶ­να τοῦ Ἁ­γί­ου, τόν ἀ­ξί­ω­σε καί τοῦ προ­ο­ρα­τι­κοῦ χα­ρί­σμα­τος. Ὁ Ἅ­γι­ος Νι­κό­λα­ος συ­νε­λή­φθη ἀ­πό τούς Τούρ­κους καί με­τά ἀ­πό πολ­λά μαρ­τύ­ρι­α πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α του ψυ­χή στόν Θε­ό, τό ἔ­τος 1920, σέ ἡ­λι­κί­α 66 ἐ­τῶν.

Πη­γές: Συ­να­ξα­ρι­στής …., Φε­βρου­ά­ρι­ος, σελ. 159-160.

Συ­να­ξα­ρι­στής Νε­ο­μαρ­τύ­ρων, σελ. 775-778

www.saint.gr

Τῇ 15 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου καί Θε­­φό­ρου Πα­τρός ἡμῶν Ἀν­θί­μου τοῦ Χί­ου († 15 Φε­βρου­α­ρί­ου 1960).

Ὁ Ἅ­γι­ος Ἄν­θι­μος γεν­νή­θη­κε στόν Ἅ­γι­ο Λου­κᾶ στά  Λει­βά­δι­α τῆς πό­λε­ως τῆς Χί­ου, τήν 1η Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1869. Οἱ γο­νεῖς του ὠ­νο­μά­ζον­ταν Κων­σταν­τῖ­νος καί Ἀγ­γε­ρι­ώ. Ἦ­ταν ἄν­θρω­ποι σε­μνοί, εὐ­λα­βεῖς καί ἐ­νά­ρε­τοι. Βά­πτι­σαν λοι­πόν τά δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρα παι­δι­ά τους Νι­κό­λα­ο καί Καλ­λι­ό­πη, ἐ­νῷ τόν νε­ώ­τε­ρο υἱ­ό τους, Ἀρ­γύ­ρι­ο. Ἡ Καλ­λι­ό­πη ἔ­γι­νε κά­ποι­α στιγ­μή μο­να­χή καί με­τω­νο­μά­σθη­κε Καλ­λι­νί­κη. Ἀ­πό πο­λύ μι­κρή ἡ­λι­κί­α ὁ Ἀρ­γύ­ρι­ος ἔ­δει­ξε σέ ὅ­λους, ὅ­τι εἶ­χε ἀ­ξι­ω­θῆ τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φός του ὁ Νι­κό­λα­ος σέ ἀ­να­φο­ρές του, σχε­τι­κά μέ τόν Ἀρ­γύ­ρι­ο ἔ­λε­γε, ὅ­τι ἀ­πό μι­κρό παι­δί ἀ­κό­μη ἔ­βλε­πε πολ­λές φο­ρές, πά­νω ἀ­πό τό μέ­ρος πού εἶ­χαν το­πο­θε­τή­σει τόν Ἀρ­γύ­ρι­ο, ὅ­ταν ἦ­ταν βρέ­φος, τήν Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο νά τόν σκε­πά­ζη τρυ­φε­ρά μέ μία βα­σι­λι­κή πορ­φύ­ρα, ἐ­νῷ ταυ­τό­χρο­να πε­τα­γό­ταν ὁ­λό­γυ­ρα λάμ­ψεις Θεί­ου Φω­τός.

Ἡ ἐ­πο­χή πού ἔ­ζη­σε ὁ Ἀρ­γύ­ρι­ος ἦ­ταν μία δύ­σκο­λη ἐ­πο­χή γι­ά τό μαρ­τυ­ρι­κό νη­σί τῆς Χί­ου. Οἱ σφα­γές τῶν Τούρ­κων μό­λις εἶ­χαν κο­πά­σει καί οἱ μνῆ­μες ἀ­πό τίς θη­ρι­ω­δί­ες τους ἦ­ταν ἀ­κό­μα νω­πές.

Τά γράμ­μα­τα πού ἔ­μα­θε ἦ­ταν αὐ­τά τοῦ δη­μο­τι­κοῦ σχο­λεί­ου.

Ἔ­ζη­σε λοι­πόν καί ἀν­δρώ­θη­κε ὁ Ἀρ­γύ­ρι­ος, μέ­σα σέ μία ἐ­πο­χή γε­μά­τη δυ­σκο­λί­ες, ἀλ­λά σέ ἕ­να χρι­στι­α­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον μέ μνῆ­μες βα­θει­ά ρι­ζω­μέ­νες. Τήν τέ­χνη τοῦ ὑ­πο­δη­μα­το­ποι­οῦ τήν ἔ­μα­θε ὁ μι­κρός Ἀρ­γύ­ρι­ος γι­ά βι­ο­πο­ρι­στι­κούς λό­γους, τήν ὁ­ποί­α θά ἐ­ξα­σκοῦ­σε καί στήν συ­νέ­χει­α τῆς ζω­ῆς του ὡς δό­κι­μος μο­να­χός.

Ὁ μι­κρός Ἀρ­γύ­ρι­ος πο­τέ δέν πα­ρα­σύρ­θη­κε ἀ­πό τίς εὔ­κο­λες καί ἐ­φή­με­ρες λύ­σεις. Προ­τί­μη­σε τόν δύ­σκο­λο δρόμο τῆς ἀ­ρε­τῆς, πού θά τόν ὡ­δη­γοῦ­σε τε­λι­κά στήν Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Ἀ­πό πο­λύ μι­κρή ἡ­λι­κί­α ὁ Ἀρ­γύ­ρι­ος προ­σευ­χό­ταν καί νή­στευ­ε. Ἔ­φη­βος θά ἦ­ταν ἀ­κό­μη, ὅ­ταν συν­δέ­θη­κε μέ κά­ποι­ον Μο­να­χό ὀ­νό­μα­τι Πα­χώ­μι­ο, τόν ἱ­δρυ­τή τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Κων­σταν­τί­νου καί τῆς Σκή­της τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, πού βρί­σκον­ταν στό Προ­βά­τει­ο Ὄρος. Ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων, ὑ­πῆρ­ξε καί Γέ­ρον­τας τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου Πεν­τα­πό­λε­ως, τοῦ ἐν Αἰ­γί­νῃ. Ὁ Γέ­ρον­τας Πα­χώ­μι­ος τοῦ καλ­λι­έρ­γη­σε κατ’  ἀρ­χήν τήν ἀ­γά­πη του πρός τόν Θε­ό καί τόν πλη­σί­ον του. Ἡ γνω­ριμί­α αὐ­τή ἔ­γι­νε ἀ­φε­τη­ρί­α νά πά­ρη ὁ Ἀρ­γύ­ρι­ος τήν με­γά­λη ἀ­πό­φα­σι, νά ἀ­φή­ση τά ἐγ­κό­σμι­α καί νά ἀ­φι­ε­ρω­θῆ στόν Κύ­ρι­ο ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ἔτ­σι λοι­πόν, θέ­λον­τας νά γί­νη μο­να­χός, ἀ­πο­τάν­θη­κε στόν Πα­τέ­ρα Πα­χώ­μι­ο. Ἀρ­χι­κά ἐ­πι­δό­θη­κε στούς πνευ­μα­τι­κούς ἀ­γῶ­νες ἀ­πό τό σπί­τι.

Ὁ Πα­χώ­μι­ος, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τήν πνευ­μα­τι­κή πρό­ο­δο τοῦ Ἀρ­γυ­ρί­ου, τόν ἔ­κει­ρε μι­κρό­σχη­μο μο­να­χό στήν ἡ­λι­κί­α τῶν 20 μό­λις ἐ­τῶν. Ἔτ­σι λοι­πόν ὁ Ἀρ­γύ­ρι­ος με­τω­νο­μά­σθη­κε Ἄν­θι­μος. Ὁ Ἅ­γι­ος Ἄν­θι­μος ὑ­πῆρ­ξε λαμ­πρό πα­ρά­δειγ­μα τα­πει­νο­φρο­σύ­νης καί ὑ­πα­κο­ῆς γι­ά τούς ἀ­δελ­φούς. Μά­λι­στα, τόν πρῶ­το και­ρό ὁ Πα­χώ­μι­ος ἔ­λε­γε στούς ἀ­δελ­φούς, ὅ­τι ὁ Ἄν­θι­μος σάν ἀρ­χά­ρι­ος εἶ­ναι τέ­λει­ος Μο­να­χός, ἐ­νῷ δέν πα­ρέ­λει­πε νά το­νί­ζη, ὅ­τι κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα ὁ Ἄν­θι­μος θά γί­νη Μέ­γας Πα­τέ­ρας. Ὁ Γέ­ρον­τας, ἐ­κτι­μῶντας μά­λι­στα τήν ἁ­γνό­τη­τα τοῦ νέ­ου τό­τε Μο­να­χοῦ, τοῦ ἐμ­πι­στεύ­θη­κε τήν φρον­τί­δα τῶν δό­κι­μων γυ­ναι­κῶν Μο­να­χῶν γι­ά τήν με­τά­βα­σί τους στήν Σκή­τη, τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σί τους ἐ­κεῖ καί τήν ἐ­πι­στρο­φή τους ἀ­πό τό Προ­βά­τει­ο ὄ­ρος στό σπί­τι τους. Βλέ­πον­τας τήν εὐ­στρο­φί­α του καί τήν ὀ­ξύ­νοι­ά του, τοῦ ἀ­νέ­θε­σε ἀ­πό κοι­νοῦ μα­ζί μέ ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς τήν ἐ­πί­βλε­ψι τῶν ἐρ­γα­σι­ῶν πού γί­νον­ταν γι­ά τήν ἀ­νοι­κο­δό­μη­σι τῆς γυ­ναι­κεί­ας Μο­νῆς τοῦ Ἁγίου Κων­σταν­τί­νου.

Νε­α­ρός Μο­να­χός τό­τε ὁ Ἄν­θι­μος, γε­μᾶ­τος ἐν­θου­σι­α­σμό, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος ὅ­μως ἀ­πό τούς ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νές του, ἀρ­ρώ­στη­σε. Ἄρ­χι­σε νά ὑ­πο­φέ­ρη ἀ­πό σο­βα­ρές στο­μα­χι­κές δι­α­τα­ρα­χές, τέ­τοι­ες πού τό σῶ­μά του τραν­τα­ζό­ταν καί πο­νοῦ­σε συ­νέ­χει­α. Ὑ­πῆρ­ξε λοι­πόν ἄ­με­ση ἀ­νάγ­κη ὁ Ἄν­θι­μος νά με­τα­φερ­θῆ σέ κά­ποι­ο ἄλ­λο μέ­ρος, εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἰ­α­τρι­κῆς πα­ρα­κο­λουθήσεως. Ταυ­τό­χρο­να, ὁ Γέ­ρον­τας ἀ­νέ­λα­βε ὅ­λες τίς δα­πά­νες γι­ά τήν θε­ρα­πεί­α του. Ἀλ­λά μέ τήν ἐ­πι­στρο­φή του στό σπί­τι ὁ Ἄν­θι­μος συ­νε­χί­ζει νά ζῆ, ὅ­πως ζοῦ­σε κον­τά στούς ἀ­δελ­φούς του.

Οἱ ἡ­μέ­ρες πέ­ρα­σαν καί χω­ρίς νά ἔ­χη ἀ­πο­θε­ρα­πευ­θῆ ἐν­τε­λῶς, ζή­τη­σε τήν ἄ­δει­α τοῦ Γέ­ρον­τά του νά κτί­ση ἕ­να μι­κρό κελ­λί, σέ μία γω­νι­ά τῶν πα­τρι­κῶν του κτη­μά­των, ὅ­που καί ἐ­κεῖ θά ἡ­σύ­χα­ζε. Κά­θε ἡ­μέ­ρα ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς ὑ­πο­δη­μα­το­ποι­ός καί τήν νύ­κτα προ­σευ­χό­ταν ἀ­δι­ά­κο­πα. Τά ἔ­σο­δα τά δι­έ­θε­τε νά συν­τη­ροῦν­ται οἱ γέ­ρον­τες γο­νεῖς του καί οἱ ἀ­να­ξι­ο­πα­θοῦν­τες ἄρ­ρω­στοι συ­νάν­θρω­ποί του.

Μέ ἀ­τέ­λειω­τους ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες καί προ­σευ­χή περ­νοῦ­σαν τά χρό­νι­α γι­ά τόν Ἄν­θι­μο. Ὁ δι­ά­βο­λος τόν φθό­νη­σε. Τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε λοι­πόν στό κελ­λί του καί τόν ὑ­πέ­βα­λε σέ μία σει­ρά ἀ­πό δο­κι­μα­σί­ες, στίς ὁ­ποῖ­ες ὅ­μως ὁ Ἄν­θι­μος στά­θη­κε μέ τήν δύ­να­μι τῆς προ­σευ­χῆς καί τῆς νη­στεί­ας. Κά­ποι­α στιγ­μή μά­λι­στα, πῆ­ρε τήν ἄ­δει­α τοῦ Γέ­ρον­τά του, γι­ά νά ἀ­γρυ­πνή­ση καί νά νη­στέ­ψη. Τό­τε ἔ­μει­νε ξά­γρυ­πνος καί νή­στε­ψε δέ­κα ἐν­νέ­α με­ρό­νυχ­τα καί ὅ­λο αὐ­τόν τόν και­ρό ἔ­τρω­γε λί­γο ξε­ρό ψω­μί κά­θε δύ­ο ἡ­μέ­ρες καί ἔ­πι­νε πο­λύ λί­γο νε­ρό. Κά­ποι­α στιγ­μή ἦλ­θε σέ θε­ϊ­κή ἔκ­στα­σι καί τό πνεῦ­μα του κα­τευ­θύν­θη­κε πρός τόν οὐ­ρα­νό, ἐ­νῷ ταυ­τό­χρο­να ἄ­κου­γε με­λῳ­δί­ες Ἀγ­γέ­λων. Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε καί πά­λι στό σῶ­μα του, τό μό­νο πού ἔ­λε­γε ἦ­ταν: «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον».

Ὁ Γέ­ρον­τας Πα­χώ­μι­ος ἤ­θε­λε­ νά κά­νη τόν Ἄν­θι­μο με­γα­λό­σχη­μο Μο­να­χό, ἀλ­λά ἀ­νέ­βαλ­λε. Τό ἔ­τος 1905 ὁ Γέ­ρον­τας Πα­χώ­μι­ος κοι­μή­θη­κε καί δι­ά­δο­χός του στήν ἡ­γου­με­νί­α ἐ­κ­λέχθηκε ὁ Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἀν­δρό­νι­κος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὅ­ταν ὁ Ἄν­θι­μος βρι­σκό­ταν στήν ἡ­λι­κί­α τῶν σα­ράν­τα ἐ­τῶν, τόν ἔ­κει­ρε με­γα­λό­σχη­μο Μο­να­χό.

Ὁ ἐ­νά­ρε­τος τρό­πος ζω­ῆς του στά μά­τι­α ὅ­λων, ὅ­σοι τόν πλη­σί­α­ζαν προ­κα­λοῦ­σε με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον καί ζῆ­λο γι­ά τόν μο­να­χι­κό βί­ο καί γι­ά μί­μη­σι τῶν ἀ­θλη­μά­των του. Τά συ­χνά μά­λι­στα θαύ­μα­τα τῆς Ἱ­ε­ρῆς Εἰ­κό­νας τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Βο­ή­θει­ας, ὡ­δη­γοῦ­σαν πλή­θη πι­στῶν στό ἀ­σκη­τή­ρι­ό του, πού ἔ­γι­νε πό­λος ἕλ­ξε­ως γι­ά τούς χρι­στι­α­νούς. Οἱ ἐ­πι­σκέ­πτες του ζη­τοῦ­σαν νά τούς ἐ­ξο­μο­λο­γή­ση καί νά τούς δώ­ση τήν εὐ­χή του. Ἀλ­λά ὁ Ἄν­θι­μος δέν εἶ­χε ἱερωσύνη. Πολ­λοί λοι­πόν προ­έ­τρε­παν τόν Ἄν­θι­μο, νά λά­βη τό χά­ρι­σμα τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης. Σύσ­σω­μος ὁ φι­λό­χρι­στος λα­ός τῆς Χί­ου ζή­τη­σε ἀ­πό τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο Γορ­γί­α, νά δο­θῆ στόν Ἄν­θι­μο τό χά­ρι­σμα τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης, ἀλ­λά ὁ Μη­τρο­πο­λί­της δέν ἐ­νέ­κρι­νε τήν χει­ρο­το­νί­α του. Ὁ βα­σι­κός λό­γος ἦ­ταν, ὅ­τι ὁ Ἄν­θι­μος δέν γνώ­ρι­ζε πολ­λά γράμ­μα­τα καί ἀ­γνο­οῦ­σε τήν γλῶσ­σα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Ἀ­πό Θεί­α Οἰ­κο­νο­μί­α πῆ­γε στό Ἀ­δρα­μύτ­τι τῆς Σμύρ­νης τούς πρώ­τους μῆ­νες τοῦ 1910, γι­ά νά μά­θη τά πρῶ­τα γράμ­μα­τα. Στό Ἀ­δρα­μύτ­τι ὁ πρού­χον­τας Στέ­φα­νος Δι­ο­μα­τά­ρης βάλ­θη­κε νά τοῦ μά­θη γράμ­μα­τα, γι­ά νά μπο­ρῆ νά δι­α­βά­ζη τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο. Ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α κρά­τη­σε ἀρ­κε­τούς μῆ­νες. Ἔ­πει­τα μέ ἐν­το­λή τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη Ἐ­φέ­σου ὁ μο­να­χός Ἄν­θι­μος χει­ρο­το­νή­θη­κε στήν Σμύρ­νη ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­πό τόν βο­η­θό Ἐ­πί­σκο­πο Δη­λα­νᾶ.

Τήν στιγ­μή ἀ­κρι­βῶς πού ὁ Ἐ­πί­σκο­πος τόν προ­σα­γό­ρευ­ε «Ἄ­ξι­ος» καί τό ἐκ­κλη­σί­α­σμα ἀ­παν­τοῦ­σε «Ἄ­ξι­ος», ἕ­νας δυ­να­τός σει­σμός τράν­τα­ξε συ­θέ­με­λα τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τήν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χή. «Πα­να­γί­α μου», ἦ­ταν ἡ ἰ­α­χή πού ἀ­κού­στη­κε ἀ­πό τούς πι­στούς καί ὅ­λοι σταυ­ρο­κο­πή­θη­καν τρο­μαγ­μέ­νοι. Ὁ οὐ­ρα­νός ξαφ­νι­κά μαύ­ρι­σε καί τό σύμ­παν ἀ­να­στα­τώ­θη­κε. Βρον­τές, ἀ­στρα­πές καί κα­τα­κλυ­σμός. Καί τό­τε πά­λι ἀ­κού­στη­κε ἀ­πό τούς πι­στούς, «Πα­να­γί­α μου».

Μέ τήν τα­λάν­τω­σι τῶν καν­τη­λι­ῶν ἀ­πό τόν σει­σμό μία καν­τή­λα ἔ­πε­σε μπρο­στά στά πό­δι­α τοῦ πρίν ἀ­πό λί­γο χει­ρο­το­νη­θέν­τος Ἄν­θι­μου. Ἀ­μέ­σως στα­μά­τη­σαν ὅ­λα. Τήν κο­σμο­χα­λια­σι­ά δι­α­δέ­χθη­κε σι­ω­πη­λή γα­λή­νη, ἐ­νῷ ὁ Ἄν­θι­μος ἔ­κλαι­γε. Ὁ Θε­ός ἐ­πι­δο­κί­μα­σε τήν χει­ρο­το­νί­α τοῦ Ἱ­ε­ρέ­α πλέ­ον Ἄν­θι­μου μέ θαυ­μα­στό τρόπο.

Στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ Ἀ­δρα­μυτ­τί­ου, ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή ἕ­νας ἄν­θρω­πος πού βα­σα­νι­ζό­ταν σκλη­ρά ἀ­πό δαι­μό­νι­α· ἡ­μέ­ρα καί νύ­κτα φώ­να­ζε ἄ­γρι­α καί ἔ­με­νε γυ­μνός καί νη­στι­κός. Ἔβ­γα­ζε ἀ­φρούς ἀ­πό τό στό­μα, ἦ­ταν ὁ φό­βος καί ὁ τρό­μος σέ ὁ­λό­κλη­ρη τήν πε­ρι­ο­χή.

Οἱ Ἱ­ε­ρεῖς προ­σεύ­χον­ταν, γι­ά νά τόν εὐ­σπλαγ­χνι­σθῆ ὁ Θε­ός καί νά τόν θε­ρα­πεύ­ση. Καί ἐ­πει­δή φο­βοῦν­ταν νά τόν πλη­σι­ά­σουν, τοῦ δι­ά­βα­ζαν ἐ­ξορ­κι­σμούς καί εὐ­χές ἀ­πό μα­κρι­ά. Ὅ­ταν ὁ Ἄν­θι­μος ἔ­γι­νε Ἱ­ε­ρέ­ας, ὁ ἀ­νά­δο­χός του τόν προ­έ­τρε­πε: -«Δέν πᾶς καί ἐ­σύ νά δι­α­βά­σης τόν δυ­στυ­χι­σμέ­νο ἐ­κεῖ­νο ἄν­θρω­πο;».

Ὁ Ἄν­θι­μος στήν ἀρ­χή ἀ­πέ­φευ­γε νά πά­η. Τε­λι­κά τό πῆ­ρε ἀ­πό­φα­σι καί πῆ­γε με­ρι­κές φο­ρές καί δι­ά­βα­ζε ἐ­ξορ­κι­σμούς, ἔ­ψαλ­λε ἁ­γι­α­σμούς, ἔ­κα­νε πα­ρα­κλή­σεις. Μέ τήν θεί­α δύ­να­μι τῆς προ­σευ­χῆς, ὁ ἄρ­ρω­στος θε­ρα­πεύ­τη­κε ἐν­τε­λῶς.

Οἱ κά­τοι­κοι τοῦ Ἀ­δρα­μυτ­τί­ου, πού θε­ω­ροῦ­σαν τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἄν­θι­μου ὡς θεί­α εὐ­λο­γί­α, πή­γαι­ναν κον­τά του καί οἱ ἐ­νο­ρί­ες τῆς πε­ρι­ο­χῆς ἄ­δει­α­ζαν. Αὐ­τό εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά ξυ­πνή­ση στίς καρ­δι­ές τῶν συλ­λει­τουρ­γῶν του ὁ φθό­νος. Ἔτ­σι ὁ Ἅ­γι­ος Ἄν­θι­μος, θέ­λον­τας νά ἐ­λευ­θε­ρώ­ση τούς συλ­λει­τουρ­γούς του, ἀ­πο­φά­σι­σε νά ἀ­να­χω­ρή­ση ἀ­πό τήν πε­ρι­ο­χή. Τό ἔ­τος 1911 λοι­πόν, εὐ­λό­γη­σε τούς κα­τοί­κους τῆς πε­ρι­ο­χῆς καί, ἀ­φοῦ τούς ἔ­δω­σε τήν εὐ­χή του, ἀ­να­χώ­ρη­σε γι­ά τό Ἅ­γι­ο Ὄρος. Εἶ­χε με­γά­λο πό­θο νά προ­σκυ­νή­ση τά Ἱ­ε­ρά λεί­ψα­να τῶν Ἁ­γί­ων καί νά ἀ­σπα­σθῆ τίς θαυ­μα­τουρ­γι­κές Εἰ­κό­νες τῆς Θε­ο­μή­το­ρος. Γνώ­ρι­ζε, ὅ­τι στό Ἅγιον Ὄρος ὑ­πῆρ­χαν πολ­λοί μο­να­χοί καί ἐ­ρη­μῖ­τες ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους θά μπο­ροῦ­σε νά ὠ­φε­λη­θῆ πνευ­μα­τι­κά. Ἐ­κεῖ λοι­πόν, ἐ­πι­σκε­πτό­ταν μί­α - μί­α τίς Ἱ­ε­ρές Μο­νές, τίς Σκῆ­τες καί τά ἀ­σκη­τή­ρι­α τῶν ἐ­ρη­μι­τῶν καί μο­να­χῶν. Οἱ Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες κα­τά­λα­βαν ἀ­μέ­σως τήν ἀ­ρε­τή τοῦ Ἄν­θι­μου καί ἐκ­δή­λω­ναν τόν σε­βα­σμό καί τήν ἀ­γά­πη τους μέ πολ­λούς τρό­πους. Τόν γέ­μι­σαν μέ δῶ­ρα πολ­λά, ἀ­πό τά ὁ­ποῖα μό­νο ἕ­να μι­κρό μέ­ρος πῆ­ρε μα­ζί του, ὅ­ταν ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ. Μά­λι­στα, τό βα­ρύ­τι­μο Ἅ­γι­ο Πο­τή­ρι­ο, πού χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε στήν Μο­νή του στήν δι­άρ­κει­α τῶν με­γά­λων ἑ­ορ­τῶν, τοῦ τό δώ­ρι­σαν οἱ Ἁ­γι­ο­ρεῖ­τες. Πνευ­μα­τι­κά πλού­σι­ος καί γε­μᾶ­τος ἀ­γά­πη ὁ Ἅ­γι­ος, θά ἐ­πι­στρέ­ψη στήν γε­νέ­τει­ρά του, τήν Χίο.

Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Χίο, θέ­λον­τας νά ἐ­ξα­σφα­λί­ση ἀ­πρό­σκο­πτα τήν προ­σευ­χή του κα­θώς καί τήν ἡ­συ­χί­α, ἐ­πέ­λε­ξε νά ζή­ση στό Λε­προ­κο­μεῖ­ο της. Ἔτ­σι ὁ Ἅ­γι­ος θά μπο­ροῦ­σε νά βρί­σκε­ται κον­τά στούς συ­ναν­θρώ­πους του, πού τα­λαι­πω­ροῦν­ταν ἀ­πό τήν φο­βε­ρή ἀ­σθέ­νει­α τῆς λέ­πρας, πού ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή μά­στι­ζε καί τήν Χίο. Στό Λε­προ­κο­μεῖ­ο πρίν ἀπό τήν ἄ­φι­ξί του ἀ­κούγον­ταν πολ­λές βρι­σι­ές καί τό κλί­μα γε­νι­κά δέν ἦ­ταν κα­θό­λου κα­λό γι­ά τούς ἀ­σθε­νεῖς. Βρῆ­κε μία ἄ­θλι­α κα­τά­στα­σι καί ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψι τῶν κτιρι­α­κῶν ἐγ­κα­τα­στά­σε­ων, ἀλ­λά καί ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψι τῆς δι­α­βιώσεως τῶν ἀ­σθε­νῶν. Ἡ ἱ­ε­ρή δι­α­κο­νί­α του ἦ­ταν αὐ­τή πού ἐ­πέ­τρε­ψε στούς πο­λυ­ά­ριθ­μους τρο­φί­μους τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος, νά βροῦν τόν πι­ό στορ­γι­κό πα­τέ­ρα στό πρό­σω­πό του. Δέν ἄρ­γη­σε νά με­τα­τρέ­ψη τό Λω­βο­κο­μεῖ­ο ἀ­πό ἕ­να τό­πο ὀ­δύ­νης σέ ἕ­ναν ἐ­πί­γει­ο Πα­ρά­δει­σο.

Ἡ λει­τουρ­γί­α τοῦ ἱ­δρύ­μα­τος βα­σι­ζό­ταν στό κοι­νο­βι­α­κό σύ­στη­μα καί ὅ­λα τά φρόν­τι­ζε ὁ ἴ­δι­ος. Μέ στορ­γή καί ἀ­γά­πη ἀγ­κάλι­α­σε ὅ­λους τούς ἀρ­ρώ­στους. Ὅ­λοι ἀ­νῆ­καν στήν οἰ­κο­γέ­νει­α. Ἡ συ­να­να­στρο­φή του μέ τούς λε­προύς, φα­νέ­ρω­σε σέ ὅ­λο τόν κό­σμο τίς ἀ­ρε­τές του. Ἦ­ταν ὁ τέ­λει­ος οἰ­κο­νό­μος, ὁ τέ­λει­ος νο­σο­κό­μος, ἀ­φοῦ κα­θά­ρι­ζε μέ ἐ­πι­μέ­λει­α τίς σα­πι­σμέ­νες καί δυ­σώ­δεις πλη­γές ὅ­λων τῶν ἀ­σθε­νῶν, ὁ γι­α­τρός τῶν ψυ­χῶν ὅ­λων. Μέ τόν και­ρό στό Λε­προ­κο­μεῖ­ο ἔ­πα­ψαν πλέ­ον νά ἀ­κού­γων­ται βρι­σι­ές. Τήν θέ­σι τους τώ­ρα εἶ­χαν πά­ρει οἱ ὕ­μνοι πρός τόν Θε­ό. Ἦ­ταν πολ­λοί ἐ­κεῖ­νοι οἱ ἀ­σθε­νεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ν­τύ­θη­καν τό μο­να­χι­κό σχῆ­μα. Εἰ­δι­κά οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες γυ­ναῖ­κες ἀ­σθε­νεῖς τοῦ Λε­προ­κο­μεί­ου ἔ­γι­ναν μο­να­χές, οἱ ὁ­ποῖ­ες τώ­ρα πι­ά τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Γέ­ρον­τά τους.

Τό Λε­προ­κο­μεῖ­ο τῆς Χί­ου μέ τήν πα­ρου­σί­α τοῦ πα­πα-Ἄν­θι­μου ἔ­γι­νε τό κέν­τρο ὅ­λων τῶν λε­πρῶν, ὄ­χι μό­νο αὐ­τῶν πού βρί­σκον­ταν στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Χί­ου, ἀλ­λά καί τῶν ἄλ­λων, πού συ­νέρ­ρε­αν ἀ­πό ἄλ­λες πε­ρι­ο­χές. Ἡ Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κος συμ­πα­ρα­στε­κό­ταν στόν Ἄν­θι­μο καί ἔ­τρε­χε ἀ­ρω­γός στήν δύ­σκο­λη πά­λη του μέ τόν ἀν­θρώ­πι­νο πό­νο.

Λί­γο με­τά τήν ἐγ­κα­τά­στα­σί του στό Λε­προ­κο­μεῖ­ο, τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε μέ­σα στόν Να­ό τοῦ ἱ­δρύ­μα­τος μία Εἰ­κό­να, ἡ Πα­να­γί­α ἡ Ὑ­πα­κο­ή. Σέ ὅ­ρα­μα τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε ἡ Πα­να­γί­α καί τοῦ εἶ­πε: «Λά­βε τήν Εἰ­κό­να μου καί ἐ­πι­με­λή­σου την καί νά ἰ­δῆς τί θά γί­νη μί­α ἡ­μέ­ρα».

Πράγ­μα­τι, ὁ Ἅ­γι­ος ἐ­πι­χρύ­σω­σε καί μέ εὐ­λά­βει­α κό­σμη­σε τήν Εἰ­κό­να. Ἔτ­σι ὁ λυ­τρω­τι­κός πο­τα­μός τοῦ ἐ­λέ­ους τῆς Πα­να­γί­ας ἀ­νά­βλυ­ζε ἀ­στεί­ρευ­τος στό ἄν­τρο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δυ­στυ­χί­ας. Ἡ θαυ­μα­τουρ­γή δύ­να­μι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Ὑ­πα­κο­ῆς, μέ τήν προ­σευ­χή καί τήν με­σι­τεί­α τοῦ Γέ­ρον­τα Ἄν­θι­μου, ἐ­πι­τέ­λε­σε ἀ­να­ρίθ­μη­τα θαύ­μα­τα. Μέ τήν Εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, μέ τό Ἅ­γι­ον Ἔ­λαι­ον ἀ­πό τήν καν­τῆ­λα της καί μέ τό σταύ­ρω­μα ἀ­πό τήν δε­ξι­ά τοῦ Γέ­ρον­τα, ἐρ­χό­ταν ἡ ἐξ ὕ­ψους βο­ή­θει­α. Ἀ­σθε­νεῖς θε­ρα­πεύ­θη­καν, ἀ­νί­α­τες πλη­γές ἰ­ά­θη­καν, ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα ἐκ­δι­ώ­χθη­καν καί τυ­φλοί βρῆ­καν τό φῶς τους.

Σύν­το­μα, ἡ φή­μη του δι­α­δό­θη­κε καί πέ­ρα ἀ­πό τά ὅ­ρι­α τοῦ νη­σι­οῦ· ἀ­να­ξι­ο­πα­θοῦν­τες προ­σέ­τρε­χαν κον­τά του, ζη­τῶντας βο­ή­θει­α. Ἄ­μι­σθος ἰ­α­τρός ψυ­χῶν καί σω­μά­των ὁ Ἅ­γι­ος τῶν λε­πρῶν ἐρ­γα­ζό­ταν ἀ­κού­ρα­στα γι­ά τό ποί­μνι­ό του. Ὁ λό­γος τοῦ Γέ­ρον­τα εἶ­χε τό­ση δύ­να­μι, ὥ­στε μπο­ροῦ­σε νά με­τα­βά­λη τούς ἄ­πι­στους σέ πι­στούς, τούς ἐ­χθρούς σέ φί­λους. Ὁ Ἄν­θι­μος γνώ­ρι­ζε, ὅ­τι τά Μο­να­στή­ρι­α ἀ­πο­τε­λοῦν τήν καρ­δι­ά τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, καί εἶ­χε ὁ­ρα­μα­τι­σθῆ τήν ἵ­δρυ­σι μι­ᾶς γυ­ναι­κεί­ας Μο­νῆς. Κα­τά τόν δι­ωγ­μό τῶν Μι­κρα­σι­α­τῶν τοῦ 1914, πολ­λές ἦταν οἱ Μο­να­χές, πού ἐκ­δι­ώ­χθη­σαν ἀ­πό τίς Μο­νές τους καί ἦλ­θαν στήν Χίο. Μή ἔ­χον­τας ποῦ νά πᾶ­νε καί ἀ­κού­γον­τας γι­ά τόν πα­τέ­ρα Ἄν­θι­μο, κα­τέ­φυ­γαν κον­τά του γι­ά τήν προ­στα­σί­α τους.

Ὁ Ἅ­γι­ος πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα, ὅ­τι θά τόν βο­η­θοῦ­σε ἡ χά­ρι τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου νά κτί­ση ἕ­να Μοναστήρι, ὅ­που θά το­πο­θε­τή­ση τήν πάν­σε­πτη Εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Βο­ή­θει­ας, πού πῆ­ρε στά χέ­ρι­α του σάν μία ἀ­νε­κτί­μη­τη κλη­ρο­νο­μι­ά ἀ­πό τήν μα­κα­ρί­τισ­σα τήν μη­τέ­ρα του. Ἐ­κεί­νη μά­λι­στα τήν εἶ­χε πά­ρει δι­α­δο­χι­κά ἀ­πό τήν γι­α­γι­ά της. Στίς 23 Αὐ­γού­στου τοῦ ἔ­τους 1889 τήν πῆ­ρε καί πῆ­γε στήν Σκή­τη τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, γι­ά νά τήν ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σουν ἐ­κεῖ οἱ μο­να­χοί, ἀ­φοῦ ἀ­πό τήν πο­λυ­και­ρί­α εἶ­χε πα­λαι­ώ­σει. Πῆ­ρε τήν Ἁ­γί­α Εἰ­κό­να ἐ­πι­δι­ορ­θω­μέ­νη καί τήν ἔ­βα­λε μέ­σα στό κελ­λά­κι του, πού ἔ­κτι­σε μό­νος του τό­τε σέ μία ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη γω­νί­α τῶν πα­τρι­κῶν του κτη­μά­των. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε μό­νη πα­ρη­γο­ρι­ά καί βο­ή­θει­α σέ ὅ­λους τούς πει­ρα­σμούς καί τίς θλί­ψεις τοῦ βί­ου του.

Τόν Αὔ­γου­στο τοῦ ἔ­τους 1924 πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ὕ­πνο τοῦ Ἄν­θι­μου μία ὡ­ραι­ό­τα­τη κό­ρη ὑ­ψη­λοῦ ἀ­να­στή­μα­τος, πού φο­ροῦ­σε ἕ­να μαῦ­ρο φό­ρε­μα καί τοῦ εἶ­πε: «Ὡς πό­τε θά μέ ἔ­χης ἔτ­σι μέ­σα στό κελ­λά­κι σου;».

Ἀ­πό ἁ­πλό­τη­τα δέν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α στό ὄ­νει­ρο. Ὅ­μως ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ρει­ά, ἡ δέ ἀ­σθέ­νει­ά του πα­ρα­τά­θη­κε μέ­χρι τά τέ­λη Δε­κεμ­βρί­ου καί βα­σα­νί­στη­κε πο­λύ σκλη­ρά. Τό­τε ὁ Γέ­ρον­τας εἶ­δε στόν ὕ­πνο του τήν ἴ­δι­α Κό­ρη, ἡ Ὁ­ποί­α τοῦ εἶ­πε: «Σοῦ λέ­ω ἀ­μέ­σως νά μοῦ κά­μης τό λευ­κό μου φό­ρε­μα. Τί ἀ­με­λεῖς; Κά­με το καί ἐ­γώ θά σέ βο­η­θή­σω».

Τό­τε πί­στε­ψε πλέ­ον ὅ­τι ἦ­ταν ἡ Πα­να­γί­α. Μό­λις ξη­μέ­ρω­σε ἡ ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα, ἔ­στει­λε τήν εἰ­κό­να στόν χρυ­σο­χό­ο νά τήν ἀ­ση­μώ­ση. Ὅ­ταν ἡ Εἰ­κό­να ἦλ­θε πί­σω ἀ­ση­μω­μέ­νη στό τα­πει­νό κελ­λά­κι του τήν πα­ρα­μο­νή τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἀ­μέ­σως πέ­ρα­σαν οἱ ζα­λά­δες καί οἱ σκο­το­δί­νες, πού πέν­τε μῆ­νες τόν βα­σά­νι­ζαν.

Τήν Πα­να­γί­α ἐ­πεκα­λεῖ­το ὁ Ἄν­θι­μος καί στήν Πα­να­γί­α κα­τά­φευ­γε, στήν σκι­ά της καί ξε­δι­ψοῦ­σε στό δρο­σε­ρό νε­ρό Της. Κά­θε βρά­δυ Τήν ἱ­κέ­τευ­ε θερ­μά, νά τόν βο­η­θή­ση ἡ χά­ρι Της, σύμ­φω­να μέ τό Ὄ­νο­μά Της, νά κά­νη Μοναστήρι, γι­ά νά στε­γά­ση ἐ­κεῖ μέ­σα τήν πάν­σε­πτη Εἰ­κό­να Της.

Σέ ἡ­λι­κί­α 60 ἐ­τῶν ἀ­πο­φά­σι­σε νά οἰ­κο­δο­μή­ση τό πο­θού­με­νο Μονα-στήρι, γι­ά νά στε­γά­ση τά πλέ­ον ἀ­φο­σι­ω­μέ­να τέ­κνα του, τίς μο­να­χές, πού μέ τούς δύ­ο φο­βε­ρούς δι­ωγ­μούς ἀ­πό τήν Μ. Ἀ­σί­α εἶ­χαν φθά­σει στίς πενήντα τόν ἀ­ριθ­μό. Κα­τέ­φυ­γε ἀρ­χι­κά στόν τό­πο κα­τα­γω­γῆς του, στά Καρ­δά­μυ­λα καί μά­λι­στα στήν θέ­σι Πέ­ρα Πα­να­γι­ά. Ὅ­μως ὁ τό­τε Ἐ­πί­σκο­πος Καρ­δα­μύ­λων, Βο­λισ­σοῦ, Ψα­ρῶν καί Οἰ­νουσ­σῶν, ὁ Ἰ­ω­α­κείμ Στρουμ­πῆς, ἀρ­νή­θη­κε.

Ἀ­πα­γο­η­τευ­μέ­νος ἀ­πό τά Καρ­δά­μυ­λα, ὑ­πέ­βα­λε νέ­α αἴ­τη­σι στίς 6 Ἰ­ου­νί­ου τοῦ ἔ­τους 1927 στόν Μη­τρο­πο­λί­τη Χί­ου Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο Γορ­γί­α. Ὅ­μως ὁ Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος ἀρ­χι­κά ἀρ­νή­θη­κε, θε­ω­ρῶντας ξε­πε­ρα­σμέ­νες τίς ἰ­δέ­ες πε­ρί ἐ­πι­στρο­φῆς στόν Μο­να­χι­κό βί­ο. Τε­λι­κά, μέ τίς πι­έ­σεις με­γά­λων Χί­ων εὐ­πα­τρί­δων καί εὐ­ερ­γε­τῶν, οἱ δυ­σκο­λί­ες πα­ρα­κάμ­φθη­καν. Ἔτ­σι στίς 5-11-1927 δό­θη­κε ἡ ἄ­δει­α.

Στίς 19.2.1928, ἡ­μέ­ρα Κυ­ρι­α­κή τῶν Ἀ­πό­κρε­ω, τέ­λε­σε ὁ ἴ­δι­ος τόν ἁ­γι­α­σμό τῶν θε­με­λί­ων τῆς Μο­νῆς καί μέ εὐ­γνω­μο­σύ­νη καί κα­τά­νυ­ξι ψυ­χῆς, το­πο­θέ­τη­σε ὁ ἴ­δι­ος τόν θε­μέ­λι­ο λί­θο, πα­ρου­σί­ᾳ πλή­θους πι­στῶν καί πνευ­μα­τι­κῶν του τέ­κνων σέ μία πε­ρι­ο­χή λί­γα χι­λι­όμε­τρα ἔ­ξω ἀ­πό τόν συ­νοι­κι­σμό Φραγ­κο­μα­χα­λᾶ, ἐ­πά­νω στό λο­φί­σκο καί στόν δρό­μο, πού ὁ­δη­γεῖ στό χω­ρι­ό Κα­ρυ­ές. Ὁ ἴ­δι­ος ἐ­κτε­λοῦ­σε χρέ­η ἀρ­χι­τέ­κτο­να, δι­ευ­θυν­τῆ, γραμ­μα­τέ­α καί τα­μί­α. Μέ βρο­χές καί χι­ό­νι­α τόν χει­μῶ­να καί μέ καύ­σω­να τό κα­λο­καί­ρι ἐρ­γα­ζό­ταν μα­ζί μέ τούς μα­στό­ρους. Μέ­σα σέ δύ­ο χρό­νι­α πε­ρα­τώ­θη­κε ἡ ἀ­νέρ­γε­σι τῆς Μο­νῆς, ὅ­πως καί τοῦ πε­ρι­καλ­λοῦς βυ­ζαν­τι­νοῦ ρυθ­μοῦ να­οῦ στήν μέ­ση τῶν ἄλ­λων κτι­σμά­των, τοῦ ὁ­ποί­ου ὁ θε­μέ­λι­ος λί­θος το­πο­θε­τή­θη­κε με­τά ἀ­πό μί­α με­γα­λο­πρε­πῆ τε­λε­τή, στίς 26.8.1928.

Ἡ Μο­νή, ἕ­τοι­μη πλέ­ον, δέχ­θη­κε τήν ἐγ­κα­τά­στα­σι τῶν γυ­ναι­κῶν μο­να­χῶν. Ὁ Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἄν­θι­μος πα­νευ­τυ­χής χαι­ρό­ταν, πού τό ὄ­νει­ρό του πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἔ­στω καί τώ­ρα, στά ἑ­ξήν­τα δύ­ο του χρό­νι­α. Ἡ ψυ­χι­κή, σω­μα­τι­κή καί δι­α­νο­η­τι­κή του κού­ρα­σι τέ­τοι­ες στιγ­μές ξε­χνι­ό­ταν.

Στίς 30 Μαρ­τί­ου τοῦ 1930 ἡ θαυ­μα­τουρ­γή Εἰ­κό­να Πα­να­γί­α ἡ Βο­ή­θει­α με­τα­φέρ­θη­κε μέ κα­τα­νυ­κτι­κή τε­λε­τή ἀ­πό τό ἀ­σκη­τή­ρι­ο τοῦ Ἁ­γί­ου στόν νε­ό­δμη­το βυ­ζαν­τι­νό να­ό τῆς Μο­νῆς. «Οὐ­δέ­πο­τε ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις τοῦ βί­ου μου θά λη­σμο­νή­σω τήν χα­ρά πού εἶ­χα. Ἤ στήν γῆ ἐ­πα­τοῦ­σα ἤ ἐ­πε­τοῦ­σα στόν ἀ­έ­ρα δέν ἐ­γνώ­ρι­ζα. Ἤ στά ἐ­πί­γει­α ἤ­μουν ἤ στά οὐ­ρά­νι­α δέν αἰ­σθα­νό­μουν»· ἔ­λε­γε ὁ ἴ­δι­ος στά με­τέ­πει­τα χρό­νι­α.

Ἡ Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κος με­τοί­κη­σε στό να­ό πο­λύ ­νω­ρί­τε­ρα! Τό βε­βαί­ω­σαν οἱ φύ­λα­κες τῆς Μο­νῆς, Νι­κό­λα­ος καί Μα­ρι­άν­θη Χατ­ζη­μα­νώ­λη, οἱ ὁ­ποῖ­οι μέ τήν ἀ­πο­πε­ρά­τω­σι τῆς Μο­νῆς καί χω­ρίς νά ἔ­χη κα­τοι­κη­θῆ κα­νέ­να κτί­ρι­ο ἀ­κό­μη, ἐ­νῷ ἀ­σφά­λι­σαν καί ἔ­λεγ­ξαν τό Μοναστήρι, εἶ­δαν μία ὡ­ραι­ό­τα­τη γυναίκα ὑ­ψη­λοῦ ἀ­να­στή­μα­τος, ντυ­μέ­νη με­γα­λο­πρε­πῶς, νά ἀ­νοί­γη μί­α - μί­α τίς πόρ­τες κά­θε κελ­λι­οῦ καί νά προ­χω­ρῆ στό ἑ­πό­με­νο μέ­χρι τό τε­λευ­ταῖ­ο!

Ἔν­τρο­μοι οἱ φύ­λα­κες ἀ­πό­ρη­σαν ἀ­πό ποῦ θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­χε μπεῖ ἡ γυ­ναί­κα, ἀ­φοῦ ὅ­λες οἱ πόρ­τες ἦταν κλει­στές, καί ἔ­τρε­ξαν νά τήν φθά­σουν ἀ­πό τό ἀν­τί­θε­το ση­μεῖ­ο τοῦ δι­α­δρό­μου, ὅ­που δέν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη δι­έ­ξο­δος. Ἀλ­λά ἡ γυναίκα ἐ­κεί­νη ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τη ἀ­πό τά μά­τι­α τους.

Τό Μοναστήρι λει­τούρ­γη­σε μέ κοι­νο­βι­α­κό σύ­στη­μα. Ὁ Ἱ­ε­ρός Παρ­θε­νῶ­νας, πῆ­ρε τήν ἐ­πω­νυ­μί­α τῆς Ἱ­ε­ρῆς Εἰ­κό­νας, δη­λα­δή Πα­να­γί­α Βο­ή­θει­α.

Ὁ Γέ­ρον­τας ὅ­μως ἔ­πρε­πε νά ἀ­πο­χω­ρή­ση ἀ­πό τό Λω­βο­κο­μεῖ­ο, με­τά ἀ­πό εἴ­κο­σι χρό­νι­α προ­σφο­ρᾶς. Οἱ ποι­κί­λες, ὡ­στό­σο, συμ­φο­ρές τῆς ζω­ῆς, ὁ βα­θύς πό­νος, οἱ ἀ­σθέ­νει­ες καί οἱ θλί­ψεις ὡ­δη­γοῦ­σαν τούς πι­στούς στό Μοναστήρι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Βο­ή­θει­ας, γι­ά νά προ­σευ­χη­θοῦν καί νά ζη­τή­σουν τήν βο­ή­θει­α τῆς θαυ­μα­τουρ­γοῦ Εἰ­κό­νας τῆς Πα­να­γί­ας. Καί ὁ πα­πα-Ἄν­θι­μος μέ ἀ­νε­ξάν­τλη­τη κα­λω­σύ­νη πρό­σφε­ρε σέ ὅ­λους πνευ­μα­τι­κή στή­ρι­ξι.

Ὁ Ἄν­θι­μος ὑ­πῆρ­ξε ταυ­τό­χρο­να καί φλο­γε­ρός πα­τρι­ώ­της. Ἔ­ζη­σε μέ­σα στήν τυ­ραν­νί­α τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Γεύ­θη­κε ὅ­λη τήν κα­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά τῶν ἀλ­λο­τρί­ων ἀ­πό τόν και­ρό τῆς γεν­νή­σεώς του μέ­χρι τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σι τῆς Χί­ου στίς 11 Νο­εμ­βρί­ου 1912. Ὁ Γέ­ρον­τας Ἄν­θι­μος συμ­με­τεῖ­χε καί στόν ἀ­μυν­τι­κό ἀ­γῶ­να τῆς Ἑλ­λά­δας τοῦ 1940-1941 μέ κά­θε τρό­πο. Τήν Γερ­μα­νι­κή κα­το­χή γνώ­ρι­σε ἡ Χίος στίς 4 Μαΐου 1941.

Κα­τά τήν σκο­τει­νή κα­το­χή ὑ­πῆρ­ξε ἐμ­ψυ­χω­τής καί συμ­πα­ρα­στά­της στούς σκλη­ρά δο­κι­μα­ζό­με­νους συμ­πα­τρι­ῶ­τες του. Ἀλ­λά τό σπου­δαι­ό­τε­ρο, δι­ε­φύ­λα­ξε καί δι­έ­σω­σε τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή, τήν ὁ­ποί­α οἱ Γερ­μα­νοί θέ­λη­σαν νά κά­νουν ὁρ­μη­τή­ριό τους, το­πο­θε­τῶν­τας πο­λε­μο­φό­δια στό Μο­να­στή­ρι. Ἡ Γερ­μα­νι­κή Κα­το­χή τερ­μα­τί­στη­κε στίς 10 Σε­πτεμ­βρί­ου 1944 καί στήν διά­ρκειά της ση­μει­ώ­θη­καν ἡ­ρω­ϊ­κές πρά­ξεις ἀν­τι­στά­σε­ως ἀ­πό μέ­ρους τῶν Χι­ω­τῶν. Ἡ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Βο­ή­θειας γρή­γο­ρα ξε­πέ­ρα­σε τά ὅ­ρια τοῦ νη­σιοῦ, ἁ­πλώ­θη­κε σέ ὁ­λό­κλη­ρη τήν Ἑλ­λά­δα καί πι­ό πέ­ρα ἀ­κό­μη.

Ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν μία πνευ­μα­τι­κή πα­ρου­σί­α στήν Χίο, πού κά­λυ­ψε σχε­δόν ἑ­πτά δε­κα­ε­τί­ες. Στό δι­ά­στη­μα αὐ­τό, ὅ­πως ὁ ἴ­δι­ος ἐ­ξωμο­λο­γή­θη­κε, δέν χόρ­τα­σε οὔ­τε τό ψω­μί, οὔ­τε τόν ὕ­πνο. Δεῖγ­μα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τοῦ ἀν­θρώ­που, πού ἔ­βα­λε σκο­πό τῆς ζω­ῆς του νά δί­νη χω­ρίς νά παίρ­νη τί­πο­τα. Ἡ ἰ­α­τρι­κή του ἦ­ταν κα­θα­ρή, ἐμ­πει­ρι­κή καί τί­μι­α. Ὅ­ταν ὑ­πῆρ­χαν πε­ρι­πτώ­σεις, πού ξέ­φευ­γαν ἀ­πό τά γνω­στά του γι­α­τρο­σό­φι­α, ἀλ­λά καί τίς εὐ­χές καί σταυ­ρώ­μα­τα, τό­τε ὁ ἴ­δι­ος ἔ­στελ­νε τούς ἀ­σθε­νεῖς στούς εἰ­δι­κούς γι­α­τρούς. Τά βό­τα­να τά μά­ζευ­ε ὁ ἴ­δι­ος ἀ­πό τήν ἐ­ξαι­ρε­τι­κά πλού­σι­α Χι­ώ­τι­κη χλω­ρί­δα καί τά φύ­λα­γε μέ πε­ρισ­σή ἐ­πι­μέ­λει­α. Βα­σι­κός τρό­πος θε­ρα­πεί­ας τό σταύ­ρω­μα καί ἡ ἐ­πί­θε­σι τῶν χε­ρι­ῶν του πά­νω στόν πά­σχον­τα, σέ συν­δυ­α­σμό μέ τήν βα­θει­ά προ­σευ­χή. Ἐ­κτός ὅ­μως ἀ­πό τήν ἀ­ναμ­φί­βο­λη γνῶ­σι τοῦ Ἄν­θι­μου γι­ά τήν χρῆ­σι τῶν βο­τά­νων, ὑ­πάρ­χει καί μία ἄλ­λη ἐκ­δο­χή γι­ά τήν χρη­σι­μο­ποί­η­σί τους· ἡ τα­πεί­νω­σι.

Ἤ­θε­λε νά κρύ­βη τά κα­τά Θεί­α Χά­ριν θαυ­μα­τουρ­γι­κά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῶν ἐ­πεμ­βά­σε­ών του καί ἕ­νας τρό­πος ἦ­ταν τά βό­τα­να ἤ τό λα­δά­κι τῆς Πα­να­γί­ας, ὥ­στε νά μή φαί­νε­ται, ὅ­τι ὁ ἴ­δι­ος ἔ­κα­νε τό θαῦ­μα. Ἡ πόρ­τα τοῦ Μο­να­στη­ρι­οῦ ἦ­ταν ἀ­νοιχ­τή σέ ὅ­λους, Χρι­στι­α­νούς, Τούρ­κους ἤ Ἑ­βραί­ους. Τούς δε­χό­ταν ὅ­λους καί τούς ­φρόν­τι­ζε μέ τήν ἴ­δι­α στορ­γή καί ἀ­γά­πη. Ὅ­μως ὁ χρό­νος βα­ρύς συσ­σω­ρεύ­θη­κε πά­νω του. Ἡ μα­κρο­χρό­νι­α ἀρ­ρώ­στι­α τοῦ στο­μά­χου ἔφ­θα­σε πι­ά στό ἀ­προ­χώ­ρη­το. Οἱ δυ­νά­μεις του στα­δι­α­κά τόν ἐγ­κα­τέ­λει­παν. Πέ­ρα­σε πλέ­ον τά ὀ­γδόν­τα ἑ­πτά του χρό­νι­α.

Τήν πρώ­τη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1959 τέ­λε­σε τήν τε­λευ­ταί­α του Λει­τουρ­γί­α. Πλῆ­θος κό­σμου εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τόν να­ό, σάν νά γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας θά λει­τουρ­γοῦ­σε γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Στά Εἰ­σό­δι­α τῆς Πα­να­γί­ας τοῦ 1959 ὁ πο­λυ­σέ­βα­στος καί ὁ­λό­λευ­κος Γέ­ρον­τας ἔ­χον­τας ξε­χά­σει τούς ἐ­νε­νήν­τα χει­μῶ­νες πού εἶ­χε πε­ρά­σει, τέ­λε­σε καί σέ αὐ­τή τήν τε­λευ­ταί­α χρο­νι­ά τῆς ἐ­πί­γει­ας ζω­ῆς του τήν πε­ρι­φο­ρά τῆς Ἱ­ε­ρῆς Εἰ­κό­νας ψάλ­λον­τας.

Στίς 27 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1960, ἦλ­θε γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά, ὅ­που κοι­νώ­νη­σε τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων. «Τήν πᾶ­σαν ἐλ­πί­δα μου εἰς σέ ἀ­να­τί­θη­μι»· εἶ­πε καί ἀ­σπά­σθη­κε τήν Εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου.

Τό πρω­ί τῆς 1ης Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1960 κά­λε­σε στό κελ­λί του τίς μο­να­χές, στίς ὁ­ποῖ­ες καί ἀ­να­κοί­νω­σε, ὅ­τι θά ἀ­να­χω­ρή­ση ἀ­πό αὐ­τόν τόν κό­σμο. Τίς πα­ρα­κά­λε­σε νά μήν προ­σεύ­χων­ται πι­ά γι­ά τήν ὑ­γεί­α του, γι­α­τί ἔφθασε ἡ ὥ­ρα νά φύ­γη γι­ά τήν ἄλ­λη ζω­ή καί ἔ­δω­σε τίς τε­λευ­ταῖ­ες συμ­βου­λές του. Τούς τό­νι­σε, ὅ­τι θά ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι πάν­τα ἀ­γα­πη­μέ­νες με­τα­ξύ τους καί νά σέ­βων­ται τήν Μο­νή. Τίς εὐ­χα­ρί­στη­σε, γι­α­τί κα­τα­δέ­χθη­καν καί ἔ­γι­ναν ὑ­πο­τα­κτι­κές του καί ζή­τη­σε συγ­γνώ­μη, ἄν πο­τέ τίς ­πί­κρα­νε.

- «Ὅ­λη ἡ Χίος νά ἔ­χη τήν εὐ­χή μου, τήν τα­πει­νή εὐ­χή μου· καί ἐ­άν πα­ρε­πί­κρα­να κα­νέ­να, τοῦ ζη­τῶ συγ­χώ­ρη­σι. Ὅ­λους τούς πα­ρα­κα­λῶ νά εὔ­χων­ται γι­ά τήν ἁ­μαρ­τω­λή μου ζω­ή».

Ἀ­πό ἐκεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα ὁ Ἄν­θι­μος ἔ­μει­νε στό κρεβ­βά­τι του, ὑ­πο­φέ­ρον­τας βα­ρει­ά ἀ­πό τήν ἀ­σθέ­νει­ά του, χω­ρίς νά δο­κι­μά­ζη τρο­φή, πί­νον­τας μό­νο λί­γο νε­ρό καί με­τα­λαμ­βά­νον­τας κά­θε ἡ­μέ­ρα μέ κα­τά­νυ­ξι τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων. Μέ τήν δι­ά­δο­σι τῆς ἀ­σθέ­νει­άς του με­γά­λος ἀ­ριθ­μός πι­στῶν, κλη­ρι­κῶν καί λαϊκῶν, πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν στό Μοναστήρι, γι­ά νά δῆ τόν Γέ­ρον­τα καί νά πά­ρη τήν εὐ­χή του. Ὁ Ἄν­θι­μος ὅ­λους τούς γνώ­ρι­ζε καί ἀ­πό ὅ­λους ζη­τοῦ­σε μέ δα­κρυ­σμέ­να μά­τι­α συγ­χώ­ρη­σι. Μί­α ἦ­ταν ἡ θερ­μή πα­ρά­κλη­σι σέ ὅ­λους· νά ἀ­γα­ποῦν καί νά προ­στα­τεύ­ουν τό Μοναστήρι του.

Στίς 15 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1960, πρίν ὁ ἥ­λι­ος ἀ­να­τεί­λη, ὁ φω­στή­ρας καί πο­δη­γέ­της Πα­τέ­ρας Ἄν­θι­μος πα­ρέ­δωσε τό πνεῦ­μά του στά χέ­ρι­α τοῦ Θε­οῦ, σέ ἡ­λι­κί­α 91 χρό­νων. Τό ἀ­πό­γευ­μα τῆς 16ης Φε­βρου­α­ρί­ου ἡ σε­βά­σμι­ος σο­ρός τοῦ Ὁ­σί­ου Ἀν­θί­μου τοποθετεῖτο σέ μνη­μεῖ­ο δί­πλα στόν να­ό, κον­τά στό πεῦ­κο, πού ὁ ἴ­δι­ος φύ­τε­ψε. Ὁ Ἅ­γι­ος Ἄν­θι­μος δέν μᾶς ἄ­φη­σε πολ­λά συγ­γράμ­μα­τα, ἐπειδή δέν γνώ­ρι­ζε πολ­λά γράμ­μα­τα. Ἄ­φη­σε ὅ­μως νου­θε­σί­ες πολ­λές καί πο­λύ­τι­μους λό­γους, τούς ὁ­ποί­ους φρόν­τι­σαν οἱ μο­να­χές νά κα­τα­γρά­ψουν, ὅ­που φαί­νε­ται ἡ φλο­γε­ρή του πί­στι καί ἡ κα­τά Θε­όν σο­φί­α του. Ὅ­πως ὁ­μο­λο­γεῖ­ται, ὁ Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἄν­θι­μος μέ τήν Θεί­α χά­ρι ἐμ­φά­νι­σε θαυ­μα­τουρ­γι­κή δύ­να­μι καί ἐ­νῷ ἀ­κό­μη ἦ­ταν στήν ζω­ή.

Ἔτ­σι λοι­πόν, θε­ρά­πευ­σε πλη­γές, ἕλ­κη, δι­ά­φο­ρα τραύ­μα­τα, στραμ­που­λήγ­μα­τα, φνι­δι­ά­σμα­τα (δη­λα­δή πρη­ξί­μα­τα, ὅ­πως τά λέ­νε στήν Χίο). Κα­τά τήν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς μα­κα­ρι­στῆς Ἡ­γου­μέ­νης Βρυ­αί­νης, κά­θε ἡ­μέ­ρα ἀ­πό τό κελ­λί του περ­νοῦ­σαν ἑ­ξήν­τα ἕ­ως ἑ­βδο­μήν­τα ἀ­σθε­νεῖς, στούς ὁ­ποί­ους ἔ­δι­νε πάν­τα πα­ρη­γο­ρι­ά καί ἐλ­πί­δα. Ἀ­να­ρίθ­μη­τα τά θαύ­μα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου. Τίς ἀ­λοι­φές τίς ἔφ­τι­α­χνε μό­νος του. Μέ ἀ­φε­ψή­μα­τα βο­τά­νων καί μέ κα­τα­πλά­σμα­τα προ­σέ­φε­ρε σέ ὅ­λους ἀ­να­κού­φι­σι. Γι­ά τούς βα­σα­νι­ζό­με­νους ἀ­πό δαι­μό­νι­α καί τούς ψυ­χι­κά ἀρ­ρώ­στους εἶ­χε τούς ἐ­ξορ­κι­σμούς.

Στό Λω­βο­κο­μεῖ­ο ἦ­ταν ἀ­κό­μη, ὅ­ταν πῆ­γε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ ἡ Κυ­ρι­α­κή Ἀμ­πατ­ζῆ, διότι ἤ­θε­λε νά χα­λά­ση τό τέ­ταρ­το παι­δί πού πε­ρί­με­νε. Εἶ­χε ἤ­δη τρί­α κο­ρίτ­σι­α καί φο­βό­ταν μή­πως ἀ­πο­κτοῦ­σε πά­λι κο­ρίτ­σι. Ὁ Γέ­ρον­τας τήν ἀ­πέ­τρε­ψε, τήν στή­ρι­ξε καί τήν δι­α­βε­βαί­ω­σε, ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­γό­ρι καί θά τό βα­πτί­ση ὁ ἴ­δι­ος.

Ἀ­πό βέ­βαι­ο πνιγ­μό ἔ­σω­σε τόν κα­πε­τάν Γι­ώρ­γη τόν Λι­γνό καί τό πλή­ρω­μά του ἀ­πό τίς Αἰ­γνοῦ­σες, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­σπα­ζό­με­νος τόν Γέ­ρον­τα τοῦ εἶ­πε εἰς ἐ­πή­κο­ον ὅ­λων: -Ἐ­κεῖ πού τα­ξι­δεύ­α­με, Γέ­ρον­τά μου, μᾶς ἔπι­α­σε κυ­κλῶ­νας… κλά­μα­τα, φω­νές, ἀ­πελ­πι­σί­α στό πλή­ρω­μα. Πα­να­γί­α μου, Βο­ή­θει­α καί Ἅ­γι­ε Ἄν­θι­με, σῶ­σέ μας ἀ­πό τοῦ­το τό κα­κό, φω­νά­ζω. Δέν θά τό πι­στέ­ψης, Γέ­ρον­τά μου! μία ἀ­ό­ρα­τος δύ­να­μις ἅρ­πα­ξε τό ὑ­πε­ρω­κε­ά­νει­ο ἐ­κεῖ­νο σάν νά ἦ­ταν κα­ρυ­δό­φυλ­λο, τό πέ­τα­ξε στήν ξη­ρά, πά­νω σέ ἕ­να βου­νό, καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πά­λι τό παίρ­νει καί τό φέρ­νει μέ­σα στήν θά­λασ­σα σέ ἄλ­λο μέ­ρος μα­κρι­ά ἀ­πό τόν κυ­κλῶ­να.

Ὅ­μως τά θαύ­μα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου συ­νε­χί­ζον­ται καί με­τά τήν κοί­μη­σί του.

Τρεῖς φο­ρές ἄ­νοι­ξαν τήν Μα­ρί­α Βαμ­βού­ρη στήν κλι­νι­κή του Ἀν­τω­νά­κου στόν Πει­ραι­ᾶ, γι­ά νά τήν χει­ρουρ­γή­σουν, μά ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι οἱ γι­α­τροί τήν ἄ­φη­σαν. Στόν ὕ­πνο της ὅ­μως ὁ Γέ­ρον­τας τήν ἐν­θάρ­ρυ­νε νά μή φο­βᾶ­ται· «Δέν θά πε­θά­νης. Δύ­ο πο­τή­ρι­α χα­μο­μήλι ἀ­πό θερ­μός, πού ἔ­χεις δί­πλα σου, καί μία ἀ­σπι­ρί­νη θά σέ βο­η­θή­σουν νά ξε­πρη­σθῆς». Εἶ­χε γί­νει σάν ἀ­στα­κός. Οἱ γι­α­τροί δέν μπο­ροῦ­σαν νά πι­στέ­ψουν στό θαῦ­μα!

Σέ πολ­λά παι­διά πού γεν­νι­οῦν­ται μέ τήν θαυ­μα­τουρ­γή δύ­να­μι τοῦ Γέ­ρον­τα, πί­νον­τας τό ἀ­φέ­ψη­μα τῆς δάφ­νης, πού ὁ ἴ­διος φύ­τε­ψε στό Μο­να­στή­ρι, οἱ γο­νεῖς δί­νουν τό ὄ­νο­μα Ἄν­θι­μος, Ἀν­θί­μη. Ἡ ἀ­να­κο­μι­δή τῶν Ἱ­ε­ρῶν Λει­ψά­νων τοῦ Ὁ­σί­ου ἔ­γι­νε στίς 3 Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 1965, ἑ­ορ­τή τοῦ Ἁ­γί­ου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρα Ἀν­θί­μου Ἐ­πι­σκό­που Νι­κο­μη­δεί­ας, ἀλ­λά καί ἑ­ορ­τή ἀ­να­κο­μι­δῆς τῶν Ἱ­ε­ρῶν Λει­ψά­νων τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Πλῆ­θος πι­στῶν ἦλ­θαν νά ἀ­σπα­σθοῦν τά Ἱ­ε­ρά Λεί­ψα­να τοῦ Ἁ­γί­ου, τά ὁ­ποῖ­α το­πο­θε­τή­θη­καν καί φυ­λάσ­σον­ται μέ­σα στό Ἱ­ε­ρό Βῆ­μα τῆς Μο­νῆς, δε­ξιά τῆς Ἁ­γί­ας Τρά­πε­ζας.

Μέ τήν ὑ­π’ ἀ­ριθμ. 1148 ἀ­πό 14-8-1992 ἀ­πό­φα­σι τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου, ὁ Ὅ­σιος Ἄν­θι­μος κα­τε­τά­γη στό Ἁ­γι­ο­λό­γιο τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας. Τόν Αὔ­γου­στο τοῦ 1993 ἐγ­και­νι­ά­σθη­κε ὁ πρῶ­τος Να­ός τοῦ Ὁ­σί­ου Ἀν­θί­μου τοῦ Χί­ου, πού κτί­σθη­κε στήν το­πο­θε­σί­α, ὅ­που γεν­νή­θη­κε ὁ Ὅ­σιος, στά Λει­βά­δια τῆς Βρον­τά­δου. Εἴ­θε μέ τίς πρε­σβεῖ­ες του νά ἀ­ξι­ω­θοῦ­με τῆς Οὐ­ρά­νιας Βα­σι­λεί­ας. Ἀ­μήν.

Πη­γές: Συ­να­ξα­ρι­στής …, Φε­βρουάριος, σελ. 164-168.

Νέ­ος Συ­να­ξα­ρι­στής, Φε­βρου­ά­ρι­ος, 172-175.

Βί­ος καί πο­λι­τεί­α τοῦ Ὁ­σί­ου Ἀν­θί­μου τοῦ Χί­ου. Ἐκ­δό­σεις Ἔν­θε­ος Βί­ος, Ἀ­θῆ­να, 2007

www.gerontas.gr



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης