Τῇ 14η τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ὁσιομάρτυρος Νικολάου τοῦ Τραπεζουντίου.
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Νικόλαος καταγόταν ἀπό τήν Τραπεζοῦντα καί ἔζησε στήν πόλι Κατίγογι τοῦ Πόντου τῆς ἐπαρχίας Ἀμασείας καί Ἀμισοῦ. Ἀπό μικρή ἡλικία ποθοῦσε νά ἀφιερωθῆ στόν Θεό, ἀλλά οἱ ἀδελφοί του δέν τόν ἄφηναν. Μετά ἀπό πιέσεις, γιά νά μήν γίνη μοναχός, νυμφεύθηκε ἀλλά γρήγορα ἡ γυναίκα του πέθανε μαζί μέ τό ἕνα παιδί του, ἐνῷ τό ἄλλο τό πῆρε στήν προστασία του κάποιος συγγενής.
Ὁ Ἅγιος τότε ἀφιερώθηκε στήν μελέτη καί στήν προσευχή. Ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολι, ὅπου ἔμαθε τήν ἰατρική τέχνη καί θεράπευσε πολλούς ἀσθενεῖς. Λίγο ἀργότερα ἐκάρη μοναχός καί χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος στήν περιοχή τῆς Ἀμισού. Ὁ Ἅγιος Θεός, πού ἔβλεπε τόν πνευματικό ἀγῶνα τοῦ Ἁγίου, τόν ἀξίωσε καί τοῦ προορατικοῦ χαρίσματος. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος συνελήφθη ἀπό τούς Τούρκους καί μετά ἀπό πολλά μαρτύρια παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στόν Θεό, τό ἔτος 1920, σέ ἡλικία 66 ἐτῶν.
Πηγές: Συναξαριστής …., Φεβρουάριος, σελ. 159-160.
Συναξαριστής Νεομαρτύρων, σελ. 775-778
www.saint.gr
Τῇ 15ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ὁσίου καί Θεφόρου Πατρός ἡμῶν Ἀνθίμου τοῦ Χίου († 15 Φεβρουαρίου 1960).
Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος γεννήθηκε στόν Ἅγιο Λουκᾶ στά Λειβάδια τῆς πόλεως τῆς Χίου, τήν 1η Ἰουλίου τοῦ 1869. Οἱ γονεῖς του ὠνομάζονταν Κωνσταντῖνος καί Ἀγγεριώ. Ἦταν ἄνθρωποι σεμνοί, εὐλαβεῖς καί ἐνάρετοι. Βάπτισαν λοιπόν τά δύο μεγαλύτερα παιδιά τους Νικόλαο καί Καλλιόπη, ἐνῷ τόν νεώτερο υἱό τους, Ἀργύριο. Ἡ Καλλιόπη ἔγινε κάποια στιγμή μοναχή καί μετωνομάσθηκε Καλλινίκη. Ἀπό πολύ μικρή ἡλικία ὁ Ἀργύριος ἔδειξε σέ ὅλους, ὅτι εἶχε ἀξιωθῆ τῆς Θείας Χάριτος. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ὁ Νικόλαος σέ ἀναφορές του, σχετικά μέ τόν Ἀργύριο ἔλεγε, ὅτι ἀπό μικρό παιδί ἀκόμη ἔβλεπε πολλές φορές, πάνω ἀπό τό μέρος πού εἶχαν τοποθετήσει τόν Ἀργύριο, ὅταν ἦταν βρέφος, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο νά τόν σκεπάζη τρυφερά μέ μία βασιλική πορφύρα, ἐνῷ ταυτόχρονα πεταγόταν ὁλόγυρα λάμψεις Θείου Φωτός.
Ἡ ἐποχή πού ἔζησε ὁ Ἀργύριος ἦταν μία δύσκολη ἐποχή γιά τό μαρτυρικό νησί τῆς Χίου. Οἱ σφαγές τῶν Τούρκων μόλις εἶχαν κοπάσει καί οἱ μνῆμες ἀπό τίς θηριωδίες τους ἦταν ἀκόμα νωπές.
Τά γράμματα πού ἔμαθε ἦταν αὐτά τοῦ δημοτικοῦ σχολείου.
Ἔζησε λοιπόν καί ἀνδρώθηκε ὁ Ἀργύριος, μέσα σέ μία ἐποχή γεμάτη δυσκολίες, ἀλλά σέ ἕνα χριστιανικό περιβάλλον μέ μνῆμες βαθειά ριζωμένες. Τήν τέχνη τοῦ ὑποδηματοποιοῦ τήν ἔμαθε ὁ μικρός Ἀργύριος γιά βιοποριστικούς λόγους, τήν ὁποία θά ἐξασκοῦσε καί στήν συνέχεια τῆς ζωῆς του ὡς δόκιμος μοναχός.
Ὁ μικρός Ἀργύριος ποτέ δέν παρασύρθηκε ἀπό τίς εὔκολες καί ἐφήμερες λύσεις. Προτίμησε τόν δύσκολο δρόμο τῆς ἀρετῆς, πού θά τόν ὡδηγοῦσε τελικά στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀπό πολύ μικρή ἡλικία ὁ Ἀργύριος προσευχόταν καί νήστευε. Ἔφηβος θά ἦταν ἀκόμη, ὅταν συνδέθηκε μέ κάποιον Μοναχό ὀνόματι Παχώμιο, τόν ἱδρυτή τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καί τῆς Σκήτης τῶν Ἁγίων Πατέρων, πού βρίσκονταν στό Προβάτειο Ὄρος. Ἐκτός τῶν ἄλλων, ὑπῆρξε καί Γέροντας τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, τοῦ ἐν Αἰγίνῃ. Ὁ Γέροντας Παχώμιος τοῦ καλλιέργησε κατ’ ἀρχήν τήν ἀγάπη του πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον του. Ἡ γνωριμία αὐτή ἔγινε ἀφετηρία νά πάρη ὁ Ἀργύριος τήν μεγάλη ἀπόφασι, νά ἀφήση τά ἐγκόσμια καί νά ἀφιερωθῆ στόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Ἔτσι λοιπόν, θέλοντας νά γίνη μοναχός, ἀποτάνθηκε στόν Πατέρα Παχώμιο. Ἀρχικά ἐπιδόθηκε στούς πνευματικούς ἀγῶνες ἀπό τό σπίτι.
Ὁ Παχώμιος, ἀναγνωρίζοντας τήν πνευματική πρόοδο τοῦ Ἀργυρίου, τόν ἔκειρε μικρόσχημο μοναχό στήν ἡλικία τῶν 20 μόλις ἐτῶν. Ἔτσι λοιπόν ὁ Ἀργύριος μετωνομάσθηκε Ἄνθιμος. Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος ὑπῆρξε λαμπρό παράδειγμα ταπεινοφροσύνης καί ὑπακοῆς γιά τούς ἀδελφούς. Μάλιστα, τόν πρῶτο καιρό ὁ Παχώμιος ἔλεγε στούς ἀδελφούς, ὅτι ὁ Ἄνθιμος σάν ἀρχάριος εἶναι τέλειος Μοναχός, ἐνῷ δέν παρέλειπε νά τονίζη, ὅτι κάποια ἡμέρα ὁ Ἄνθιμος θά γίνη Μέγας Πατέρας. Ὁ Γέροντας, ἐκτιμῶντας μάλιστα τήν ἁγνότητα τοῦ νέου τότε Μοναχοῦ, τοῦ ἐμπιστεύθηκε τήν φροντίδα τῶν δόκιμων γυναικῶν Μοναχῶν γιά τήν μετάβασί τους στήν Σκήτη, τήν ἐξομολόγησί τους ἐκεῖ καί τήν ἐπιστροφή τους ἀπό τό Προβάτειο ὄρος στό σπίτι τους. Βλέποντας τήν εὐστροφία του καί τήν ὀξύνοιά του, τοῦ ἀνέθεσε ἀπό κοινοῦ μαζί μέ ἄλλους ἀδελφούς τήν ἐπίβλεψι τῶν ἐργασιῶν πού γίνονταν γιά τήν ἀνοικοδόμησι τῆς γυναικείας Μονῆς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου.
Νεαρός Μοναχός τότε ὁ Ἄνθιμος, γεμᾶτος ἐνθουσιασμό, ἐξαντλημένος ὅμως ἀπό τούς ἀσκητικούς ἀγῶνές του, ἀρρώστησε. Ἄρχισε νά ὑποφέρη ἀπό σοβαρές στομαχικές διαταραχές, τέτοιες πού τό σῶμά του τρανταζόταν καί πονοῦσε συνέχεια. Ὑπῆρξε λοιπόν ἄμεση ἀνάγκη ὁ Ἄνθιμος νά μεταφερθῆ σέ κάποιο ἄλλο μέρος, εἶχε ἀνάγκη ἰατρικῆς παρακολουθήσεως. Ταυτόχρονα, ὁ Γέροντας ἀνέλαβε ὅλες τίς δαπάνες γιά τήν θεραπεία του. Ἀλλά μέ τήν ἐπιστροφή του στό σπίτι ὁ Ἄνθιμος συνεχίζει νά ζῆ, ὅπως ζοῦσε κοντά στούς ἀδελφούς του.
Οἱ ἡμέρες πέρασαν καί χωρίς νά ἔχη ἀποθεραπευθῆ ἐντελῶς, ζήτησε τήν ἄδεια τοῦ Γέροντά του νά κτίση ἕνα μικρό κελλί, σέ μία γωνιά τῶν πατρικῶν του κτημάτων, ὅπου καί ἐκεῖ θά ἡσύχαζε. Κάθε ἡμέρα ἐργαζόταν ὡς ὑποδηματοποιός καί τήν νύκτα προσευχόταν ἀδιάκοπα. Τά ἔσοδα τά διέθετε νά συντηροῦνται οἱ γέροντες γονεῖς του καί οἱ ἀναξιοπαθοῦντες ἄρρωστοι συνάνθρωποί του.
Μέ ἀτέλειωτους ἀσκητικούς ἀγῶνες καί προσευχή περνοῦσαν τά χρόνια γιά τόν Ἄνθιμο. Ὁ διάβολος τόν φθόνησε. Τόν ἐπισκέφθηκε λοιπόν στό κελλί του καί τόν ὑπέβαλε σέ μία σειρά ἀπό δοκιμασίες, στίς ὁποῖες ὅμως ὁ Ἄνθιμος στάθηκε μέ τήν δύναμι τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας. Κάποια στιγμή μάλιστα, πῆρε τήν ἄδεια τοῦ Γέροντά του, γιά νά ἀγρυπνήση καί νά νηστέψη. Τότε ἔμεινε ξάγρυπνος καί νήστεψε δέκα ἐννέα μερόνυχτα καί ὅλο αὐτόν τόν καιρό ἔτρωγε λίγο ξερό ψωμί κάθε δύο ἡμέρες καί ἔπινε πολύ λίγο νερό. Κάποια στιγμή ἦλθε σέ θεϊκή ἔκστασι καί τό πνεῦμα του κατευθύνθηκε πρός τόν οὐρανό, ἐνῷ ταυτόχρονα ἄκουγε μελῳδίες Ἀγγέλων. Ὅταν ἐπέστρεψε καί πάλι στό σῶμα του, τό μόνο πού ἔλεγε ἦταν: «Κύριε ἐλέησον».
Ὁ Γέροντας Παχώμιος ἤθελε νά κάνη τόν Ἄνθιμο μεγαλόσχημο Μοναχό, ἀλλά ἀνέβαλλε. Τό ἔτος 1905 ὁ Γέροντας Παχώμιος κοιμήθηκε καί διάδοχός του στήν ἡγουμενία ἐκλέχθηκε ὁ Ἱερομόναχος Ἀνδρόνικος, ὁ ὁποῖος ὅταν ὁ Ἄνθιμος βρισκόταν στήν ἡλικία τῶν σαράντα ἐτῶν, τόν ἔκειρε μεγαλόσχημο Μοναχό.
Ὁ ἐνάρετος τρόπος ζωῆς του στά μάτια ὅλων, ὅσοι τόν πλησίαζαν προκαλοῦσε μεγάλο ἐνδιαφέρον καί ζῆλο γιά τόν μοναχικό βίο καί γιά μίμησι τῶν ἀθλημάτων του. Τά συχνά μάλιστα θαύματα τῆς Ἱερῆς Εἰκόνας τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας, ὡδηγοῦσαν πλήθη πιστῶν στό ἀσκητήριό του, πού ἔγινε πόλος ἕλξεως γιά τούς χριστιανούς. Οἱ ἐπισκέπτες του ζητοῦσαν νά τούς ἐξομολογήση καί νά τούς δώση τήν εὐχή του. Ἀλλά ὁ Ἄνθιμος δέν εἶχε ἱερωσύνη. Πολλοί λοιπόν προέτρεπαν τόν Ἄνθιμο, νά λάβη τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης. Σύσσωμος ὁ φιλόχριστος λαός τῆς Χίου ζήτησε ἀπό τόν Μητροπολίτη Ἱερώνυμο Γοργία, νά δοθῆ στόν Ἄνθιμο τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, ἀλλά ὁ Μητροπολίτης δέν ἐνέκρινε τήν χειροτονία του. Ὁ βασικός λόγος ἦταν, ὅτι ὁ Ἄνθιμος δέν γνώριζε πολλά γράμματα καί ἀγνοοῦσε τήν γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀπό Θεία Οἰκονομία πῆγε στό Ἀδραμύττι τῆς Σμύρνης τούς πρώτους μῆνες τοῦ 1910, γιά νά μάθη τά πρῶτα γράμματα. Στό Ἀδραμύττι ὁ προύχοντας Στέφανος Διοματάρης βάλθηκε νά τοῦ μάθη γράμματα, γιά νά μπορῆ νά διαβάζη τό Εὐαγγέλιο. Ἡ προετοιμασία κράτησε ἀρκετούς μῆνες. Ἔπειτα μέ ἐντολή τοῦ Μητροπολίτη Ἐφέσου ὁ μοναχός Ἄνθιμος χειροτονήθηκε στήν Σμύρνη ἱερέας ἀπό τόν βοηθό Ἐπίσκοπο Δηλανᾶ.
Τήν στιγμή ἀκριβῶς πού ὁ Ἐπίσκοπος τόν προσαγόρευε «Ἄξιος» καί τό ἐκκλησίασμα ἀπαντοῦσε «Ἄξιος», ἕνας δυνατός σεισμός τράνταξε συθέμελα τήν Ἐκκλησία καί τήν εὐρύτερη περιοχή. «Παναγία μου», ἦταν ἡ ἰαχή πού ἀκούστηκε ἀπό τούς πιστούς καί ὅλοι σταυροκοπήθηκαν τρομαγμένοι. Ὁ οὐρανός ξαφνικά μαύρισε καί τό σύμπαν ἀναστατώθηκε. Βροντές, ἀστραπές καί κατακλυσμός. Καί τότε πάλι ἀκούστηκε ἀπό τούς πιστούς, «Παναγία μου».
Μέ τήν ταλάντωσι τῶν καντηλιῶν ἀπό τόν σεισμό μία καντήλα ἔπεσε μπροστά στά πόδια τοῦ πρίν ἀπό λίγο χειροτονηθέντος Ἄνθιμου. Ἀμέσως σταμάτησαν ὅλα. Τήν κοσμοχαλιασιά διαδέχθηκε σιωπηλή γαλήνη, ἐνῷ ὁ Ἄνθιμος ἔκλαιγε. Ὁ Θεός ἐπιδοκίμασε τήν χειροτονία τοῦ Ἱερέα πλέον Ἄνθιμου μέ θαυμαστό τρόπο.
Στήν περιοχή τοῦ Ἀδραμυττίου, ὑπῆρχε ἐκείνη τήν ἐποχή ἕνας ἄνθρωπος πού βασανιζόταν σκληρά ἀπό δαιμόνια· ἡμέρα καί νύκτα φώναζε ἄγρια καί ἔμενε γυμνός καί νηστικός. Ἔβγαζε ἀφρούς ἀπό τό στόμα, ἦταν ὁ φόβος καί ὁ τρόμος σέ ὁλόκληρη τήν περιοχή.
Οἱ Ἱερεῖς προσεύχονταν, γιά νά τόν εὐσπλαγχνισθῆ ὁ Θεός καί νά τόν θεραπεύση. Καί ἐπειδή φοβοῦνταν νά τόν πλησιάσουν, τοῦ διάβαζαν ἐξορκισμούς καί εὐχές ἀπό μακριά. Ὅταν ὁ Ἄνθιμος ἔγινε Ἱερέας, ὁ ἀνάδοχός του τόν προέτρεπε: -«Δέν πᾶς καί ἐσύ νά διαβάσης τόν δυστυχισμένο ἐκεῖνο ἄνθρωπο;».
Ὁ Ἄνθιμος στήν ἀρχή ἀπέφευγε νά πάη. Τελικά τό πῆρε ἀπόφασι καί πῆγε μερικές φορές καί διάβαζε ἐξορκισμούς, ἔψαλλε ἁγιασμούς, ἔκανε παρακλήσεις. Μέ τήν θεία δύναμι τῆς προσευχῆς, ὁ ἄρρωστος θεραπεύτηκε ἐντελῶς.
Οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀδραμυττίου, πού θεωροῦσαν τήν παρουσία τοῦ Ἄνθιμου ὡς θεία εὐλογία, πήγαιναν κοντά του καί οἱ ἐνορίες τῆς περιοχῆς ἄδειαζαν. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ξυπνήση στίς καρδιές τῶν συλλειτουργῶν του ὁ φθόνος. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος, θέλοντας νά ἐλευθερώση τούς συλλειτουργούς του, ἀποφάσισε νά ἀναχωρήση ἀπό τήν περιοχή. Τό ἔτος 1911 λοιπόν, εὐλόγησε τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς καί, ἀφοῦ τούς ἔδωσε τήν εὐχή του, ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιο Ὄρος. Εἶχε μεγάλο πόθο νά προσκυνήση τά Ἱερά λείψανα τῶν Ἁγίων καί νά ἀσπασθῆ τίς θαυματουργικές Εἰκόνες τῆς Θεομήτορος. Γνώριζε, ὅτι στό Ἅγιον Ὄρος ὑπῆρχαν πολλοί μοναχοί καί ἐρημῖτες ἀπό τούς ὁποίους θά μποροῦσε νά ὠφεληθῆ πνευματικά. Ἐκεῖ λοιπόν, ἐπισκεπτόταν μία - μία τίς Ἱερές Μονές, τίς Σκῆτες καί τά ἀσκητήρια τῶν ἐρημιτῶν καί μοναχῶν. Οἱ Ἁγιορεῖτες κατάλαβαν ἀμέσως τήν ἀρετή τοῦ Ἄνθιμου καί ἐκδήλωναν τόν σεβασμό καί τήν ἀγάπη τους μέ πολλούς τρόπους. Τόν γέμισαν μέ δῶρα πολλά, ἀπό τά ὁποῖα μόνο ἕνα μικρό μέρος πῆρε μαζί του, ὅταν ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ. Μάλιστα, τό βαρύτιμο Ἅγιο Ποτήριο, πού χρησιμοποιοῦσε στήν Μονή του στήν διάρκεια τῶν μεγάλων ἑορτῶν, τοῦ τό δώρισαν οἱ Ἁγιορεῖτες. Πνευματικά πλούσιος καί γεμᾶτος ἀγάπη ὁ Ἅγιος, θά ἐπιστρέψη στήν γενέτειρά του, τήν Χίο.
Ὅταν ἐπέστρεψε στήν Χίο, θέλοντας νά ἐξασφαλίση ἀπρόσκοπτα τήν προσευχή του καθώς καί τήν ἡσυχία, ἐπέλεξε νά ζήση στό Λεπροκομεῖο της. Ἔτσι ὁ Ἅγιος θά μποροῦσε νά βρίσκεται κοντά στούς συνανθρώπους του, πού ταλαιπωροῦνταν ἀπό τήν φοβερή ἀσθένεια τῆς λέπρας, πού ἐκείνη τήν ἐποχή μάστιζε καί τήν Χίο. Στό Λεπροκομεῖο πρίν ἀπό τήν ἄφιξί του ἀκούγονταν πολλές βρισιές καί τό κλίμα γενικά δέν ἦταν καθόλου καλό γιά τούς ἀσθενεῖς. Βρῆκε μία ἄθλια κατάστασι καί ἀπό τήν ἄποψι τῶν κτιριακῶν ἐγκαταστάσεων, ἀλλά καί ἀπό τήν ἄποψι τῆς διαβιώσεως τῶν ἀσθενῶν. Ἡ ἱερή διακονία του ἦταν αὐτή πού ἐπέτρεψε στούς πολυάριθμους τροφίμους τοῦ Ἱδρύματος, νά βροῦν τόν πιό στοργικό πατέρα στό πρόσωπό του. Δέν ἄργησε νά μετατρέψη τό Λωβοκομεῖο ἀπό ἕνα τόπο ὀδύνης σέ ἕναν ἐπίγειο Παράδεισο.
Ἡ λειτουργία τοῦ ἱδρύματος βασιζόταν στό κοινοβιακό σύστημα καί ὅλα τά φρόντιζε ὁ ἴδιος. Μέ στοργή καί ἀγάπη ἀγκάλιασε ὅλους τούς ἀρρώστους. Ὅλοι ἀνῆκαν στήν οἰκογένεια. Ἡ συναναστροφή του μέ τούς λεπρούς, φανέρωσε σέ ὅλο τόν κόσμο τίς ἀρετές του. Ἦταν ὁ τέλειος οἰκονόμος, ὁ τέλειος νοσοκόμος, ἀφοῦ καθάριζε μέ ἐπιμέλεια τίς σαπισμένες καί δυσώδεις πληγές ὅλων τῶν ἀσθενῶν, ὁ γιατρός τῶν ψυχῶν ὅλων. Μέ τόν καιρό στό Λεπροκομεῖο ἔπαψαν πλέον νά ἀκούγωνται βρισιές. Τήν θέσι τους τώρα εἶχαν πάρει οἱ ὕμνοι πρός τόν Θεό. Ἦταν πολλοί ἐκεῖνοι οἱ ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι ντύθηκαν τό μοναχικό σχῆμα. Εἰδικά οἱ περισσότερες γυναῖκες ἀσθενεῖς τοῦ Λεπροκομείου ἔγιναν μοναχές, οἱ ὁποῖες τώρα πιά τόν ἀποκαλοῦσαν Γέροντά τους.
Τό Λεπροκομεῖο τῆς Χίου μέ τήν παρουσία τοῦ παπα-Ἄνθιμου ἔγινε τό κέντρο ὅλων τῶν λεπρῶν, ὄχι μόνο αὐτῶν πού βρίσκονταν στήν περιοχή τῆς Χίου, ἀλλά καί τῶν ἄλλων, πού συνέρρεαν ἀπό ἄλλες περιοχές. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος συμπαραστεκόταν στόν Ἄνθιμο καί ἔτρεχε ἀρωγός στήν δύσκολη πάλη του μέ τόν ἀνθρώπινο πόνο.
Λίγο μετά τήν ἐγκατάστασί του στό Λεπροκομεῖο, τοῦ ἀποκαλύφθηκε μέσα στόν Ναό τοῦ ἱδρύματος μία Εἰκόνα, ἡ Παναγία ἡ Ὑπακοή. Σέ ὅραμα τοῦ ἐμφανίσθηκε ἡ Παναγία καί τοῦ εἶπε: «Λάβε τήν Εἰκόνα μου καί ἐπιμελήσου την καί νά ἰδῆς τί θά γίνη μία ἡμέρα».
Πράγματι, ὁ Ἅγιος ἐπιχρύσωσε καί μέ εὐλάβεια κόσμησε τήν Εἰκόνα. Ἔτσι ὁ λυτρωτικός ποταμός τοῦ ἐλέους τῆς Παναγίας ἀνάβλυζε ἀστείρευτος στό ἄντρο τῆς ἀνθρώπινης δυστυχίας. Ἡ θαυματουργή δύναμι τῆς Παναγίας τῆς Ὑπακοῆς, μέ τήν προσευχή καί τήν μεσιτεία τοῦ Γέροντα Ἄνθιμου, ἐπιτέλεσε ἀναρίθμητα θαύματα. Μέ τήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας, μέ τό Ἅγιον Ἔλαιον ἀπό τήν καντῆλα της καί μέ τό σταύρωμα ἀπό τήν δεξιά τοῦ Γέροντα, ἐρχόταν ἡ ἐξ ὕψους βοήθεια. Ἀσθενεῖς θεραπεύθηκαν, ἀνίατες πληγές ἰάθηκαν, ἀκάθαρτα πνεύματα ἐκδιώχθηκαν καί τυφλοί βρῆκαν τό φῶς τους.
Σύντομα, ἡ φήμη του διαδόθηκε καί πέρα ἀπό τά ὅρια τοῦ νησιοῦ· ἀναξιοπαθοῦντες προσέτρεχαν κοντά του, ζητῶντας βοήθεια. Ἄμισθος ἰατρός ψυχῶν καί σωμάτων ὁ Ἅγιος τῶν λεπρῶν ἐργαζόταν ἀκούραστα γιά τό ποίμνιό του. Ὁ λόγος τοῦ Γέροντα εἶχε τόση δύναμι, ὥστε μποροῦσε νά μεταβάλη τούς ἄπιστους σέ πιστούς, τούς ἐχθρούς σέ φίλους. Ὁ Ἄνθιμος γνώριζε, ὅτι τά Μοναστήρια ἀποτελοῦν τήν καρδιά τῆς Ὀρθοδοξίας, καί εἶχε ὁραματισθῆ τήν ἵδρυσι μιᾶς γυναικείας Μονῆς. Κατά τόν διωγμό τῶν Μικρασιατῶν τοῦ 1914, πολλές ἦταν οἱ Μοναχές, πού ἐκδιώχθησαν ἀπό τίς Μονές τους καί ἦλθαν στήν Χίο. Μή ἔχοντας ποῦ νά πᾶνε καί ἀκούγοντας γιά τόν πατέρα Ἄνθιμο, κατέφυγαν κοντά του γιά τήν προστασία τους.
Ὁ Ἅγιος πίστευε ἀκράδαντα, ὅτι θά τόν βοηθοῦσε ἡ χάρι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου νά κτίση ἕνα Μοναστήρι, ὅπου θά τοποθετήση τήν πάνσεπτη Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας, πού πῆρε στά χέρια του σάν μία ἀνεκτίμητη κληρονομιά ἀπό τήν μακαρίτισσα τήν μητέρα του. Ἐκείνη μάλιστα τήν εἶχε πάρει διαδοχικά ἀπό τήν γιαγιά της. Στίς 23 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1889 τήν πῆρε καί πῆγε στήν Σκήτη τῶν Ἁγίων Πατέρων, γιά νά τήν ἐπιδιορθώσουν ἐκεῖ οἱ μοναχοί, ἀφοῦ ἀπό τήν πολυκαιρία εἶχε παλαιώσει. Πῆρε τήν Ἁγία Εἰκόνα ἐπιδιορθωμένη καί τήν ἔβαλε μέσα στό κελλάκι του, πού ἔκτισε μόνος του τότε σέ μία ἀπομονωμένη γωνία τῶν πατρικῶν του κτημάτων. Ἐκείνη εἶχε μόνη παρηγοριά καί βοήθεια σέ ὅλους τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις τοῦ βίου του.
Τόν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 1924 παρουσιάσθηκε στόν ὕπνο τοῦ Ἄνθιμου μία ὡραιότατη κόρη ὑψηλοῦ ἀναστήματος, πού φοροῦσε ἕνα μαῦρο φόρεμα καί τοῦ εἶπε: «Ὡς πότε θά μέ ἔχης ἔτσι μέσα στό κελλάκι σου;».
Ἀπό ἁπλότητα δέν ἔδωσε σημασία στό ὄνειρο. Ὅμως ἀρρώστησε βαρειά, ἡ δέ ἀσθένειά του παρατάθηκε μέχρι τά τέλη Δεκεμβρίου καί βασανίστηκε πολύ σκληρά. Τότε ὁ Γέροντας εἶδε στόν ὕπνο του τήν ἴδια Κόρη, ἡ Ὁποία τοῦ εἶπε: «Σοῦ λέω ἀμέσως νά μοῦ κάμης τό λευκό μου φόρεμα. Τί ἀμελεῖς; Κάμε το καί ἐγώ θά σέ βοηθήσω».
Τότε πίστεψε πλέον ὅτι ἦταν ἡ Παναγία. Μόλις ξημέρωσε ἡ ἑπόμενη ἡμέρα, ἔστειλε τήν εἰκόνα στόν χρυσοχόο νά τήν ἀσημώση. Ὅταν ἡ Εἰκόνα ἦλθε πίσω ἀσημωμένη στό ταπεινό κελλάκι του τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων, ἀμέσως πέρασαν οἱ ζαλάδες καί οἱ σκοτοδίνες, πού πέντε μῆνες τόν βασάνιζαν.
Τήν Παναγία ἐπεκαλεῖτο ὁ Ἄνθιμος καί στήν Παναγία κατάφευγε, στήν σκιά της καί ξεδιψοῦσε στό δροσερό νερό Της. Κάθε βράδυ Τήν ἱκέτευε θερμά, νά τόν βοηθήση ἡ χάρι Της, σύμφωνα μέ τό Ὄνομά Της, νά κάνη Μοναστήρι, γιά νά στεγάση ἐκεῖ μέσα τήν πάνσεπτη Εἰκόνα Της.
Σέ ἡλικία 60 ἐτῶν ἀποφάσισε νά οἰκοδομήση τό ποθούμενο Μονα-στήρι, γιά νά στεγάση τά πλέον ἀφοσιωμένα τέκνα του, τίς μοναχές, πού μέ τούς δύο φοβερούς διωγμούς ἀπό τήν Μ. Ἀσία εἶχαν φθάσει στίς πενήντα τόν ἀριθμό. Κατέφυγε ἀρχικά στόν τόπο καταγωγῆς του, στά Καρδάμυλα καί μάλιστα στήν θέσι Πέρα Παναγιά. Ὅμως ὁ τότε Ἐπίσκοπος Καρδαμύλων, Βολισσοῦ, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν, ὁ Ἰωακείμ Στρουμπῆς, ἀρνήθηκε.
Ἀπαγοητευμένος ἀπό τά Καρδάμυλα, ὑπέβαλε νέα αἴτησι στίς 6 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1927 στόν Μητροπολίτη Χίου Ἱερώνυμο Γοργία. Ὅμως ὁ Ἱερώνυμος ἀρχικά ἀρνήθηκε, θεωρῶντας ξεπερασμένες τίς ἰδέες περί ἐπιστροφῆς στόν Μοναχικό βίο. Τελικά, μέ τίς πιέσεις μεγάλων Χίων εὐπατρίδων καί εὐεργετῶν, οἱ δυσκολίες παρακάμφθηκαν. Ἔτσι στίς 5-11-1927 δόθηκε ἡ ἄδεια.
Στίς 19.2.1928, ἡμέρα Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω, τέλεσε ὁ ἴδιος τόν ἁγιασμό τῶν θεμελίων τῆς Μονῆς καί μέ εὐγνωμοσύνη καί κατάνυξι ψυχῆς, τοποθέτησε ὁ ἴδιος τόν θεμέλιο λίθο, παρουσίᾳ πλήθους πιστῶν καί πνευματικῶν του τέκνων σέ μία περιοχή λίγα χιλιόμετρα ἔξω ἀπό τόν συνοικισμό Φραγκομαχαλᾶ, ἐπάνω στό λοφίσκο καί στόν δρόμο, πού ὁδηγεῖ στό χωριό Καρυές. Ὁ ἴδιος ἐκτελοῦσε χρέη ἀρχιτέκτονα, διευθυντῆ, γραμματέα καί ταμία. Μέ βροχές καί χιόνια τόν χειμῶνα καί μέ καύσωνα τό καλοκαίρι ἐργαζόταν μαζί μέ τούς μαστόρους. Μέσα σέ δύο χρόνια περατώθηκε ἡ ἀνέργεσι τῆς Μονῆς, ὅπως καί τοῦ περικαλλοῦς βυζαντινοῦ ρυθμοῦ ναοῦ στήν μέση τῶν ἄλλων κτισμάτων, τοῦ ὁποίου ὁ θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε μετά ἀπό μία μεγαλοπρεπῆ τελετή, στίς 26.8.1928.
Ἡ Μονή, ἕτοιμη πλέον, δέχθηκε τήν ἐγκατάστασι τῶν γυναικῶν μοναχῶν. Ὁ Ἱερομόναχος Ἄνθιμος πανευτυχής χαιρόταν, πού τό ὄνειρό του πραγματοποιήθηκε ἔστω καί τώρα, στά ἑξήντα δύο του χρόνια. Ἡ ψυχική, σωματική καί διανοητική του κούρασι τέτοιες στιγμές ξεχνιόταν.
Στίς 30 Μαρτίου τοῦ 1930 ἡ θαυματουργή Εἰκόνα Παναγία ἡ Βοήθεια μεταφέρθηκε μέ κατανυκτική τελετή ἀπό τό ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου στόν νεόδμητο βυζαντινό ναό τῆς Μονῆς. «Οὐδέποτε ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ βίου μου θά λησμονήσω τήν χαρά πού εἶχα. Ἤ στήν γῆ ἐπατοῦσα ἤ ἐπετοῦσα στόν ἀέρα δέν ἐγνώριζα. Ἤ στά ἐπίγεια ἤμουν ἤ στά οὐράνια δέν αἰσθανόμουν»· ἔλεγε ὁ ἴδιος στά μετέπειτα χρόνια.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος μετοίκησε στό ναό πολύ νωρίτερα! Τό βεβαίωσαν οἱ φύλακες τῆς Μονῆς, Νικόλαος καί Μαριάνθη Χατζημανώλη, οἱ ὁποῖοι μέ τήν ἀποπεράτωσι τῆς Μονῆς καί χωρίς νά ἔχη κατοικηθῆ κανένα κτίριο ἀκόμη, ἐνῷ ἀσφάλισαν καί ἔλεγξαν τό Μοναστήρι, εἶδαν μία ὡραιότατη γυναίκα ὑψηλοῦ ἀναστήματος, ντυμένη μεγαλοπρεπῶς, νά ἀνοίγη μία - μία τίς πόρτες κάθε κελλιοῦ καί νά προχωρῆ στό ἑπόμενο μέχρι τό τελευταῖο!
Ἔντρομοι οἱ φύλακες ἀπόρησαν ἀπό ποῦ θά μποροῦσε νά εἶχε μπεῖ ἡ γυναίκα, ἀφοῦ ὅλες οἱ πόρτες ἦταν κλειστές, καί ἔτρεξαν νά τήν φθάσουν ἀπό τό ἀντίθετο σημεῖο τοῦ διαδρόμου, ὅπου δέν ὑπῆρχε ἄλλη διέξοδος. Ἀλλά ἡ γυναίκα ἐκείνη ἔγινε ἄφαντη ἀπό τά μάτια τους.
Τό Μοναστήρι λειτούργησε μέ κοινοβιακό σύστημα. Ὁ Ἱερός Παρθενῶνας, πῆρε τήν ἐπωνυμία τῆς Ἱερῆς Εἰκόνας, δηλαδή Παναγία Βοήθεια.
Ὁ Γέροντας ὅμως ἔπρεπε νά ἀποχωρήση ἀπό τό Λωβοκομεῖο, μετά ἀπό εἴκοσι χρόνια προσφορᾶς. Οἱ ποικίλες, ὡστόσο, συμφορές τῆς ζωῆς, ὁ βαθύς πόνος, οἱ ἀσθένειες καί οἱ θλίψεις ὡδηγοῦσαν τούς πιστούς στό Μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας, γιά νά προσευχηθοῦν καί νά ζητήσουν τήν βοήθεια τῆς θαυματουργοῦ Εἰκόνας τῆς Παναγίας. Καί ὁ παπα-Ἄνθιμος μέ ἀνεξάντλητη καλωσύνη πρόσφερε σέ ὅλους πνευματική στήριξι.
Ὁ Ἄνθιμος ὑπῆρξε ταυτόχρονα καί φλογερός πατριώτης. Ἔζησε μέσα στήν τυραννία τῆς Τουρκοκρατίας. Γεύθηκε ὅλη τήν κακή συμπεριφορά τῶν ἀλλοτρίων ἀπό τόν καιρό τῆς γεννήσεώς του μέχρι τήν ἀπελευθέρωσι τῆς Χίου στίς 11 Νοεμβρίου 1912. Ὁ Γέροντας Ἄνθιμος συμμετεῖχε καί στόν ἀμυντικό ἀγῶνα τῆς Ἑλλάδας τοῦ 1940-1941 μέ κάθε τρόπο. Τήν Γερμανική κατοχή γνώρισε ἡ Χίος στίς 4 Μαΐου 1941.
Κατά τήν σκοτεινή κατοχή ὑπῆρξε ἐμψυχωτής καί συμπαραστάτης στούς σκληρά δοκιμαζόμενους συμπατριῶτες του. Ἀλλά τό σπουδαιότερο, διεφύλαξε καί διέσωσε τήν Ἱερά Μονή, τήν ὁποία οἱ Γερμανοί θέλησαν νά κάνουν ὁρμητήριό τους, τοποθετῶντας πολεμοφόδια στό Μοναστήρι. Ἡ Γερμανική Κατοχή τερματίστηκε στίς 10 Σεπτεμβρίου 1944 καί στήν διάρκειά της σημειώθηκαν ἡρωϊκές πράξεις ἀντιστάσεως ἀπό μέρους τῶν Χιωτῶν. Ἡ ἀκτινοβολία τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας τῆς Βοήθειας γρήγορα ξεπέρασε τά ὅρια τοῦ νησιοῦ, ἁπλώθηκε σέ ὁλόκληρη τήν Ἑλλάδα καί πιό πέρα ἀκόμη.
Ὁ Γέροντας ἦταν μία πνευματική παρουσία στήν Χίο, πού κάλυψε σχεδόν ἑπτά δεκαετίες. Στό διάστημα αὐτό, ὅπως ὁ ἴδιος ἐξωμολογήθηκε, δέν χόρτασε οὔτε τό ψωμί, οὔτε τόν ὕπνο. Δεῖγμα χαρακτηριστικό τοῦ ἀνθρώπου, πού ἔβαλε σκοπό τῆς ζωῆς του νά δίνη χωρίς νά παίρνη τίποτα. Ἡ ἰατρική του ἦταν καθαρή, ἐμπειρική καί τίμια. Ὅταν ὑπῆρχαν περιπτώσεις, πού ξέφευγαν ἀπό τά γνωστά του γιατροσόφια, ἀλλά καί τίς εὐχές καί σταυρώματα, τότε ὁ ἴδιος ἔστελνε τούς ἀσθενεῖς στούς εἰδικούς γιατρούς. Τά βότανα τά μάζευε ὁ ἴδιος ἀπό τήν ἐξαιρετικά πλούσια Χιώτικη χλωρίδα καί τά φύλαγε μέ περισσή ἐπιμέλεια. Βασικός τρόπος θεραπείας τό σταύρωμα καί ἡ ἐπίθεσι τῶν χεριῶν του πάνω στόν πάσχοντα, σέ συνδυασμό μέ τήν βαθειά προσευχή. Ἐκτός ὅμως ἀπό τήν ἀναμφίβολη γνῶσι τοῦ Ἄνθιμου γιά τήν χρῆσι τῶν βοτάνων, ὑπάρχει καί μία ἄλλη ἐκδοχή γιά τήν χρησιμοποίησί τους· ἡ ταπείνωσι.
Ἤθελε νά κρύβη τά κατά Θεία Χάριν θαυματουργικά ἀποτελέσματα τῶν ἐπεμβάσεών του καί ἕνας τρόπος ἦταν τά βότανα ἤ τό λαδάκι τῆς Παναγίας, ὥστε νά μή φαίνεται, ὅτι ὁ ἴδιος ἔκανε τό θαῦμα. Ἡ πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν ἀνοιχτή σέ ὅλους, Χριστιανούς, Τούρκους ἤ Ἑβραίους. Τούς δεχόταν ὅλους καί τούς φρόντιζε μέ τήν ἴδια στοργή καί ἀγάπη. Ὅμως ὁ χρόνος βαρύς συσσωρεύθηκε πάνω του. Ἡ μακροχρόνια ἀρρώστια τοῦ στομάχου ἔφθασε πιά στό ἀπροχώρητο. Οἱ δυνάμεις του σταδιακά τόν ἐγκατέλειπαν. Πέρασε πλέον τά ὀγδόντα ἑπτά του χρόνια.
Τήν πρώτη Ἰανουαρίου τοῦ 1959 τέλεσε τήν τελευταία του Λειτουργία. Πλῆθος κόσμου εἶχε κατακλύσει τόν ναό, σάν νά γνώριζε ὅτι ὁ Γέροντας θά λειτουργοῦσε γιά τελευταία φορά. Στά Εἰσόδια τῆς Παναγίας τοῦ 1959 ὁ πολυσέβαστος καί ὁλόλευκος Γέροντας ἔχοντας ξεχάσει τούς ἐνενήντα χειμῶνες πού εἶχε περάσει, τέλεσε καί σέ αὐτή τήν τελευταία χρονιά τῆς ἐπίγειας ζωῆς του τήν περιφορά τῆς Ἱερῆς Εἰκόνας ψάλλοντας.
Στίς 27 Ἰανουαρίου τοῦ 1960, ἦλθε γιά τελευταία φορά, ὅπου κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. «Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σέ ἀνατίθημι»· εἶπε καί ἀσπάσθηκε τήν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου.
Τό πρωί τῆς 1ης Φεβρουαρίου τοῦ 1960 κάλεσε στό κελλί του τίς μοναχές, στίς ὁποῖες καί ἀνακοίνωσε, ὅτι θά ἀναχωρήση ἀπό αὐτόν τόν κόσμο. Τίς παρακάλεσε νά μήν προσεύχωνται πιά γιά τήν ὑγεία του, γιατί ἔφθασε ἡ ὥρα νά φύγη γιά τήν ἄλλη ζωή καί ἔδωσε τίς τελευταῖες συμβουλές του. Τούς τόνισε, ὅτι θά ἔπρεπε νά εἶναι πάντα ἀγαπημένες μεταξύ τους καί νά σέβωνται τήν Μονή. Τίς εὐχαρίστησε, γιατί καταδέχθηκαν καί ἔγιναν ὑποτακτικές του καί ζήτησε συγγνώμη, ἄν ποτέ τίς πίκρανε.
- «Ὅλη ἡ Χίος νά ἔχη τήν εὐχή μου, τήν ταπεινή εὐχή μου· καί ἐάν παρεπίκρανα κανένα, τοῦ ζητῶ συγχώρησι. Ὅλους τούς παρακαλῶ νά εὔχωνται γιά τήν ἁμαρτωλή μου ζωή».
Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα ὁ Ἄνθιμος ἔμεινε στό κρεββάτι του, ὑποφέροντας βαρειά ἀπό τήν ἀσθένειά του, χωρίς νά δοκιμάζη τροφή, πίνοντας μόνο λίγο νερό καί μεταλαμβάνοντας κάθε ἡμέρα μέ κατάνυξι τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Μέ τήν διάδοσι τῆς ἀσθένειάς του μεγάλος ἀριθμός πιστῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, πηγαινοέρχονταν στό Μοναστήρι, γιά νά δῆ τόν Γέροντα καί νά πάρη τήν εὐχή του. Ὁ Ἄνθιμος ὅλους τούς γνώριζε καί ἀπό ὅλους ζητοῦσε μέ δακρυσμένα μάτια συγχώρησι. Μία ἦταν ἡ θερμή παράκλησι σέ ὅλους· νά ἀγαποῦν καί νά προστατεύουν τό Μοναστήρι του.
Στίς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1960, πρίν ὁ ἥλιος ἀνατείλη, ὁ φωστήρας καί ποδηγέτης Πατέρας Ἄνθιμος παρέδωσε τό πνεῦμά του στά χέρια τοῦ Θεοῦ, σέ ἡλικία 91 χρόνων. Τό ἀπόγευμα τῆς 16ης Φεβρουαρίου ἡ σεβάσμιος σορός τοῦ Ὁσίου Ἀνθίμου τοποθετεῖτο σέ μνημεῖο δίπλα στόν ναό, κοντά στό πεῦκο, πού ὁ ἴδιος φύτεψε. Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος δέν μᾶς ἄφησε πολλά συγγράμματα, ἐπειδή δέν γνώριζε πολλά γράμματα. Ἄφησε ὅμως νουθεσίες πολλές καί πολύτιμους λόγους, τούς ὁποίους φρόντισαν οἱ μοναχές νά καταγράψουν, ὅπου φαίνεται ἡ φλογερή του πίστι καί ἡ κατά Θεόν σοφία του. Ὅπως ὁμολογεῖται, ὁ Ἱερομόναχος Ἄνθιμος μέ τήν Θεία χάρι ἐμφάνισε θαυματουργική δύναμι καί ἐνῷ ἀκόμη ἦταν στήν ζωή.
Ἔτσι λοιπόν, θεράπευσε πληγές, ἕλκη, διάφορα τραύματα, στραμπουλήγματα, φνιδιάσματα (δηλαδή πρηξίματα, ὅπως τά λένε στήν Χίο). Κατά τήν ὁμολογία τῆς μακαριστῆς Ἡγουμένης Βρυαίνης, κάθε ἡμέρα ἀπό τό κελλί του περνοῦσαν ἑξήντα ἕως ἑβδομήντα ἀσθενεῖς, στούς ὁποίους ἔδινε πάντα παρηγοριά καί ἐλπίδα. Ἀναρίθμητα τά θαύματα τοῦ Ἁγίου. Τίς ἀλοιφές τίς ἔφτιαχνε μόνος του. Μέ ἀφεψήματα βοτάνων καί μέ καταπλάσματα προσέφερε σέ ὅλους ἀνακούφισι. Γιά τούς βασανιζόμενους ἀπό δαιμόνια καί τούς ψυχικά ἀρρώστους εἶχε τούς ἐξορκισμούς.
Στό Λωβοκομεῖο ἦταν ἀκόμη, ὅταν πῆγε νά ἐξομολογηθῆ ἡ Κυριακή Ἀμπατζῆ, διότι ἤθελε νά χαλάση τό τέταρτο παιδί πού περίμενε. Εἶχε ἤδη τρία κορίτσια καί φοβόταν μήπως ἀποκτοῦσε πάλι κορίτσι. Ὁ Γέροντας τήν ἀπέτρεψε, τήν στήριξε καί τήν διαβεβαίωσε, ὅτι ἦταν ἀγόρι καί θά τό βαπτίση ὁ ἴδιος.
Ἀπό βέβαιο πνιγμό ἔσωσε τόν καπετάν Γιώργη τόν Λιγνό καί τό πλήρωμά του ἀπό τίς Αἰγνοῦσες, ὁ ὁποῖος ἀσπαζόμενος τόν Γέροντα τοῦ εἶπε εἰς ἐπήκοον ὅλων: -Ἐκεῖ πού ταξιδεύαμε, Γέροντά μου, μᾶς ἔπιασε κυκλῶνας… κλάματα, φωνές, ἀπελπισία στό πλήρωμα. Παναγία μου, Βοήθεια καί Ἅγιε Ἄνθιμε, σῶσέ μας ἀπό τοῦτο τό κακό, φωνάζω. Δέν θά τό πιστέψης, Γέροντά μου! μία ἀόρατος δύναμις ἅρπαξε τό ὑπερωκεάνειο ἐκεῖνο σάν νά ἦταν καρυδόφυλλο, τό πέταξε στήν ξηρά, πάνω σέ ἕνα βουνό, καί ἀπό ἐκεῖ πάλι τό παίρνει καί τό φέρνει μέσα στήν θάλασσα σέ ἄλλο μέρος μακριά ἀπό τόν κυκλῶνα.
Ὅμως τά θαύματα τοῦ Ἁγίου συνεχίζονται καί μετά τήν κοίμησί του.
Τρεῖς φορές ἄνοιξαν τήν Μαρία Βαμβούρη στήν κλινική του Ἀντωνάκου στόν Πειραιᾶ, γιά νά τήν χειρουργήσουν, μά ἀπελπισμένοι οἱ γιατροί τήν ἄφησαν. Στόν ὕπνο της ὅμως ὁ Γέροντας τήν ἐνθάρρυνε νά μή φοβᾶται· «Δέν θά πεθάνης. Δύο ποτήρια χαμομήλι ἀπό θερμός, πού ἔχεις δίπλα σου, καί μία ἀσπιρίνη θά σέ βοηθήσουν νά ξεπρησθῆς». Εἶχε γίνει σάν ἀστακός. Οἱ γιατροί δέν μποροῦσαν νά πιστέψουν στό θαῦμα!
Σέ πολλά παιδιά πού γεννιοῦνται μέ τήν θαυματουργή δύναμι τοῦ Γέροντα, πίνοντας τό ἀφέψημα τῆς δάφνης, πού ὁ ἴδιος φύτεψε στό Μοναστήρι, οἱ γονεῖς δίνουν τό ὄνομα Ἄνθιμος, Ἀνθίμη. Ἡ ἀνακομιδή τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ὁσίου ἔγινε στίς 3 Σεπτεμβρίου τοῦ 1965, ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρα Ἀνθίμου Ἐπισκόπου Νικομηδείας, ἀλλά καί ἑορτή ἀνακομιδῆς τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Πλῆθος πιστῶν ἦλθαν νά ἀσπασθοῦν τά Ἱερά Λείψανα τοῦ Ἁγίου, τά ὁποῖα τοποθετήθηκαν καί φυλάσσονται μέσα στό Ἱερό Βῆμα τῆς Μονῆς, δεξιά τῆς Ἁγίας Τράπεζας.
Μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 1148 ἀπό 14-8-1992 ἀπόφασι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Ὅσιος Ἄνθιμος κατετάγη στό Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τόν Αὔγουστο τοῦ 1993 ἐγκαινιάσθηκε ὁ πρῶτος Ναός τοῦ Ὁσίου Ἀνθίμου τοῦ Χίου, πού κτίσθηκε στήν τοποθεσία, ὅπου γεννήθηκε ὁ Ὅσιος, στά Λειβάδια τῆς Βροντάδου. Εἴθε μέ τίς πρεσβεῖες του νά ἀξιωθοῦμε τῆς Οὐράνιας Βασιλείας. Ἀμήν.
Πηγές: Συναξαριστής …, Φεβρουάριος, σελ. 164-168.
Νέος Συναξαριστής, Φεβρουάριος, 172-175.
Βίος καί πολιτεία τοῦ Ὁσίου Ἀνθίμου τοῦ Χίου. Ἐκδόσεις Ἔνθεος Βίος, Ἀθῆνα, 2007
www.gerontas.gr


Login