Τῷ αὐτῷ μηνί KH΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Ὁμολογητοῦ Στεφάνου τοῦ νέου. * Οἱ Ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες, Τι­μό­θε­ος καί Θε­ό­δω­ρος οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι· Πέ­τρος, Ἰ­ω­άν­νης, Σέρ­γιος, Θε­ό­δω­ρος, καί Νι­κη­φό­ρος οἱ Ἱ­ε­ρεῖς· Βα­σί­λει­ος, καί Θω­μᾶς οἱ Δι­ά­κο­νοι· Ἱ­ε­ρό­θε­ος, Δα­νι­ήλ, Χα­ρί­των, Σω­κρά­της, Κο­μά­σιος, Εὐ­σέ­βιος οἱ Μο­να­χοί· καί Ἐ­τι­μά­σιος, ξί­φει πάν­τες τε­λει­οῦν­ται[1].

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί KH΄, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν καί Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ Στε­φά­νου τοῦ νέ­ου. Αὐτός ὁ πο­λύα­θλος ὁ­μο­λο­γη­τής Στέ­φα­νος ἔζησε στά χρό­νια τοῦ αὐτοκράτορος Ἀ­να­στα­σί­ου, ὁ ὁποῖος ὠνομαζόταν καί Ἀρτέμιος, κατά τό ἔτος 713, τοῦ Πα­τριά­ρχου δέ Γερ­μα­νοῦ, γέν­νη­μα καί θρέμ­μα τῆς βα­σί­λισσας τῶν πό­λε­ων καί υἱός Χρι­στια­νῶν γο­νέ­ων τοῦ Ἰ­ω­άν­νου καί τῆς Ἄν­νης. Ἀπό τήν νεαρή του ἀκόμη ἡ­λι­κί­α ἀσχολεῖτο μέ τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα καί κα­θημερινά παρα­μέ­νον­τας στήν Ἐκκλησία τοῦ Θε­οῦ μαζί μέ τήν μη­τέ­ρα του, τα­λαι­πω­ροῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ τήν νη­στεί­α καί τήν σκλη­ρα­γω­γί­α. Γι’ αὐ­τό κα­τά τό 16ο ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του ντύ­νε­ται τό μο­να­χι­κό σχῆ­μα. Ἔ­τσι ἀ­πό τό­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρέ­δω­σε τόν ἑ­αυ­τό του στούς πνευ­μα­τι­κούς ἀ­γῶ­νες, πο­λε­μῶν­τας ὅ­λες τίς κα­κές ἐ­πι­θυ­μί­ες τοῦ σώ­μα­τος. Ἐν τῷ με­τα­ξύ δέν πέ­ρα­σε και­ρός πο­λύς καί ὁ θε­σπέ­σιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ κα­θη­γού­με­νος τοῦ Ἁ­γί­ου, ἀ­να­παύ­θη­κε εἰ­ρηνι­κά. Τό­τε ὁ μα­κά­ριος Στέ­φα­νος ἐγ­χει­ρί­σθη­κε τήν ἐ­πι­στα­σί­α τῆς ἡ­γου­με­νί­ας στό πε­ρί­φη­μο βου­νό τοῦ Ἁ­γί­ου Αὐ­ξεν­τί­ου καί ἐ­κεῖ ἀ­γω­νι­ζό­ταν στό τῆς ἀ­σκή­σε­ως στά­διο. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ σπο­ρέ­ας τῶν ζι­ζα­νί­ων Δι­ά­βο­λος ­θέ­λη­σε νά ξεση­κώ­ση μεγάλο πό­λε­μο καί αἵ­ρε­σι κα­τά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δη­λα­δή, τό νά μή προ­σκυ­νοῦν­ται οἱ ἅ­γιες καί σε­βά­σμιες εἰ­κό­νες· γιά τόν σκο­πό αὐ­τό ἀρ­χι­κά χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὡς ὄρ­γα­νο τοῦ πο­λέ­μου αὐ­τοῦ καί τῆς αἱ­ρέ­σε­ως τόν Λέ­ον­τα τόν Ἴ­σαυ­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὠ­νο­μα­ζό­ταν καί Κό­νων, κα­τά τό ἔ­τος 716. Ἀλ­λ’ αὐ­τός μέν ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή, ἀ­φοῦ ἀ­πο­στρά­φη­κε καί ἀρ­κε­τά ἐ­λέ­γχθη­κε ἀ­πό τόν τό­τε Πα­τριά­ρχη Ἅ­γιο Γερ­μα­νό. Ὅ­μως τό ἀ­πάν­θρω­πο καί φο­βε­ρό γέν­νη­μα ἐ­κεί­νου, ὁ Κων­σταν­τῖ­νος, λέ­ω, ὁ Κο­πρώ­νυ­μος, πού βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 741, προ­ξέ­νη­σε με­γα­λύ­τε­ρα κα­κά ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα του, πο­λε­μῶν­τας καί κα­τα­στρέ­φον­τας τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ καί κα­τα­καί­γον­τας τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες καί ἐ­ξο­ρί­ζον­τας τούς Μο­να­χούς καί τιμωρῶντας τους μέ δι­ά­φο­ρα βά­σα­να.

Αὐ­τός λοι­πόν ὁ ἀ­λι­τή­ριος, ὅ­ταν ἔ­μα­θε καί γι’ αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο Στέ­φα­νο, ὅ­τι προ­σκυ­νεῖ τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες καί ὅ­τι ὀ­νο­μά­ζει αἱ­ρε­τι­κό τόν βα­σι­λιά, πού δέν προ­σκυ­νεῖ τίς σε­πτές εἰ­κό­νες καί δέν πεί­θε­ται σ’ αὐ­τόν, οὔ­τε δέ­χε­ται νά ὑ­πο­γρά­ψη στήν αἵ­ρε­σί του, ὅ­ταν ἔ­μα­θε αὐ­τά, λέ­ω, ὁ δυσ­σε­βής, ἔ­στει­λε ἀν­θρώ­πους καί τόν ἔ­φε­ρε μπρο­στά του. Καί ἀ­φοῦ τόν κα­τα­τα­λαι­πώ­ρη­σε μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, τόν ἔ­κλει­σε στήν φυ­λα­κή, πού λε­γό­ταν πραι­τώ­ριο, μέ­σα στήν ὁ­ποί­α ἦ­ταν φυ­λα­κι­σμέ­νοι καί ἄλ­λοι Μο­να­χοί, πρό­κρι­τοι καί ἐ­κλε­κτοί, Οἱ ὁ­ποῖ­οι συγ­κεν­τρώ­θη­καν ἀ­πό δι­ά­φο­ρους τό­πους γιά τήν ὑ­πό­θε­σι τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων. Ἦ­ταν δέ ὅ­λοι στόν ἀ­ριθ­μό σα­ράν­τα δύ­ο. Ἐ­πί­σης ἦ­ταν καί ἄλ­λοι μέ τόν ὁ­σι­ώ­τα­το Πέ­τρο καί Ἀν­δρέ­α, στόν ἀ­ριθ­μό τρι­α­κό­σιοι. Αὐ­τοί γιά τίς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, ἄλ­λοι εἶ­χαν κομ­μέ­νες τίς μύ­τες, ἄλ­λοι τά αὐ­τιά, ἄλ­λοι τά χέ­ρια καί τά γέ­νεια καί ἄλ­λοι εἶ­χαν βγαλ­μέ­να τά μά­τια. Ὅ­λους λοι­πόν αὐ­τούς βρί­σκον­τας ὁ μα­κά­ριος Στέ­φα­νος στήν φυ­λα­κή, κα­τα­φι­λοῦ­σε καί τούς πα­ρα­κι­νοῦ­σε στούς ἀ­γῶ­νες, κά­νον­τας κά­θε μο­να­χι­κή ἀ­κο­λου­θί­α καί κα­νό­να στήν φυ­λα­κή, ­σάν νά βρι­σκό­ταν σέ Μο­να­στή­ρι. Μα­θαί­νον­τας ὅ­μως ὁ βα­σι­λιάς, ὅ­τι ἡ φυ­λα­κή τοῦ πραι­τω­ρί­ου ἔ­γι­νε Μο­να­στή­ρι μέ­ τόν Στέ­φα­νο, προ­στά­ζει νά βγά­λουν τόν Ἅ­γιο ἀ­πό τήν φυ­λα­κή. Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ κά­θι­σε σ’ αὐ­τήν ἕν­δε­κα μῆ­νες καί τόν πα­ρου­σί­α­σε μπρο­στά του, δι­α­τά­ζει καί τόν ρί­χνουν στήν γῆ. Ἔ­πει­τα τόν κτυ­ποῦν μέ πέ­τρες καί τόν δέρ­νουν μέ ξύ­λα. Ἕ­νας πά­λι φο­νι­κός καί θη­ρι­ό­γνω­μος ἄν­θρω­πος, παίρ­νον­τας ἕ­να ξύ­λο, κτύ­πη­σε τόν Ἅ­γιο στό κρα­νί­ο καί ἔ­τσι τόν σκό­τω­σε, δι­ό­τι ἡ ἁ­γί­α του κε­φα­λή σχί­σθη­κε σέ δύ­ο ἀ­πό τό κτύ­πη­μα ἐ­κεῖ­νο καί ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α του ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ καί ἔ­λα­βε τόν τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας στέ­φα­νο.

Οἱ δέ ἄλ­λοι δή­μιοι ἔ­συ­ραν τό τί­μιο λεί­ψα­νό του νε­κρό καί γυ­μνό μέ­σα στήν ἀγορά, ὁπότε τά τί­μια χέ­ρια του καί πό­δια, κτυ­πώ­με­να ἐ­δῶ καί ἐ­κεῖ στίς πέ­τρες, ­συν­τρί­φθη­καν καί τά ­νύ­χια β­γῆ­καν ἀ­πό τά δά­κτυ­λα, ἕως ὅτου ἕ­νας, ὁ πλέ­ον ἀ­παν­θρω­πό­τε­ρος, θέ­λον­τας τά­χα νά εὐ­χα­ρι­στή­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν βα­σι­λιά, πῆ­ρε μί­α με­γά­λη πέ­τρα καί, ἀ­φοῦ τήν ἔρ­ρι­ξε ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ἁ­γί­ου λει­ψά­νου, ἔ­σχι­σε τήν κοι­λιά του καί ἀ­μέ­σως χύ­θη­καν στήν γῆ ὅ­λα του τά ἐν­τό­σθια. Ἀλ­λά καί ἕ­νας κά­πη­λος παίρ­νον­τας ἕ­ναν δαυ­λό ἀ­πό τήν φω­τιά, κτύ­πη­σε ἐ­πά­νω στήν κε­φα­λή τοῦ ἁ­γί­ου λει­ψά­νου καί ἀ­φοῦ τήν χώ­ρι­σε μέ τε­λει­ό­τη­τα σέ δύ­ο μέ­ρη, ἔ­κα­νε νά χυ­θῆ στήν γῆ καί αὐ­τός ὁ ἐγ­κέ­φα­λος, τό δέ τί­μιο λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου ρί­χθη­κε στό πέ­λα­γος, τό ὁ­ποῖ­ο ἀρ­γό­τε­ρα ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε ἀ­πό κά­ποι­ους εὐ­λα­βεῖς Χρι­στια­νούς, στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, στόν ὁ­ποῖ­ο τώ­ρα βρί­σκε­ται. 

    * Οἱ Ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες, Τι­μό­θε­ος καί Θε­ό­δω­ρος οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι· Πέ­τρος, Ἰ­ω­άν­νης, Σέρ­γιος, Θε­ό­δω­ρος, καί Νι­κη­φό­ρος οἱ Ἱ­ε­ρεῖς· Βα­σί­λει­ος, καί Θω­μᾶς οἱ Δι­ά­κο­νοι· Ἱ­ε­ρό­θε­ος, Δα­νι­ήλ, Χα­ρί­των,  Σω­κρά­της, Κο­μά­σιος, Εὐ­σέ­βιος οἱ Μο­να­χοί· καί Ἐ­τι­μά­σιος, ξί­φει πάν­τες τε­λει­οῦν­ται[1].

 * Ὅ­ταν, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­σι Θε­οῦ, βα­σί­λευ­σε ὁ ἀ­σε­βέ­στα­τος Ἰ­ου­λια­νός ὁ πα­ρα­βά­της, κα­τά τό ἔ­τος 361, με­γά­λη μα­νί­α καί θυ­μό ἔ­δει­ξε κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν. Δι­ό­τι ὁ ἀ­λι­τή­ριος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κά­θε σκέ­ψι καί κά­θε τρό­πο, γιά νά ἐ­ξα­φα­νί­ση ἀ­πό τόν κό­σμο τούς πε­ρισ­σο­τέ­ρους Γα­λι­λαί­ους, δη­λα­δή τούς Χρι­στια­νούς. Δι­ό­τι ἔ­τσι ὁ μια­ρός ὠ­νό­μα­ζε τούς Χρι­στια­νούς πε­ρι­φρο­νη­τι­κά. (Ἴ­σως ὅ­μως καί δι­ό­τι φο­βό­ταν νά προ­φέ­ρη μέ τό στό­μα τό θεῖ­ο καί ὑ­πε­ρέν­δο­ξο ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ). Ἐ­πει­δή δι­δά­χθη­κε ἀ­πό τούς δα­σκά­λους του μά­γους, ποι­ά με­γά­λη δύ­να­μι ἔ­χει τό ὄ­νο­μα αὐ­τό, καί ἀ­πό πό­σα δι­α­βο­λι­κά ἔρ­γα ­τούς ἐμ­πό­δι­σε. Ἔ­τσι δι­έ­τα­ξε τούς ἡ­γε­μό­νες ὅ­λων των πό­λε­ων, νά βα­σα­νί­ζουν τούς Χρι­στια­νούς μέ ὅ­σες τι­μω­ρί­ες μπο­ρέ­σου­ν[2]. Καί λοι­πόν ὅ­ταν ἔ­μα­θε αὐ­τή τήν δι­α­τα­γή ὁ κο­μεν­τα­ρή­σιος τῆς Νι­καί­ας, δη­λα­δή ὁ ἄρ­χον­τας, κή­ρυ­ξε σέ ὅ­λη τήν Νί­και­α, ὅ­τι ὅ­σοι πι­στεύ­ουν στόν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο, ἤ νά ἀρ­νη­θοῦν τήν πί­στι τους καί νά θυ­σιά­ζουν στά εἴ­δω­λα, ἤ θά ὑ­πο­στοῦν ἀ­νυ­πό­φο­ρα βα­σα­νι­στή­ρια.

Ὅ­ταν ἔ­μα­θαν αὐ­τό τό κή­ρυγ­μα πολ­λοί Χρι­στια­νοί, μέ ἕ­να στό­μα φώ­να­ξαν ὅ­λοι· «Ἐ­μεῖς δέν μπο­ροῦ­με νά ἀρ­νη­θοῦ­με τόν Χρι­στό, τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό καί νά θυ­σι­ά­σου­με σέ εἴ­δω­λα κου­φά καί ἀ­ναί­σθη­τα. Δι­ό­τι “οἱ θε­οί πού δέν δη­μι­ούρ­γη­σαν τόν οὐ­ρα­νό καί τήν γῆ” , κα­τά τόν Προ­φή­τη, “θά χα­θοῦν” (Ἱ­ε­ρεμ. 10,11). Τό­τε ἄλ­λοι ἀ­πό αὐ­τούς μέ δι­ά­φο­ρες τι­μω­ρί­ες, ἀ­φοῦ βα­σα­νί­σθη­καν, πέ­θα­ναν, ἄλ­λοι πά­λι δι­α­σκορ­πί­σθη­καν σέ ὄ­ρη καί ἐ­ρη­μι­ές καί ἄλ­λοι σέ δι­ά­φο­ρες πό­λεις ἐγκαταστάθηκαν.

Ἀ­πό τούς Χρι­στια­νούς λοι­πόν αὐ­τούς ἦ­ταν καί οἱ ἀ­νω­τέ­ρω Ἅ­γιοι, ὁ Τι­μό­θε­ος, λέ­ω, ὁ Κο­μά­σιος, ὁ Ἐ­τι­μά­σιος, ὁ Εὐ­σέ­βιος καί ὁ Θε­ό­δω­ρος. Αὐ­τοί μή ὑ­πο­φέ­ρον­τας νά βλέ­πουν τήν θρη­σκεί­α τῶν εἰ­δώ­λων νά αὐ­ξά­νε­ται, ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τήν Νί­και­α καί πῆ­γαν στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­πει­δή ὅ­μως καί ἐ­κεῖ ἔ­βλε­παν, ὅ­τι οἱ πο­λῖτες ὑ­πά­κου­αν στά ἀ­σε­βῆ θε­λή­μα­τα τοῦ ἀ­πο­στά­τη καί ὕ­ψω­ναν τόν ἑλ­λη­νι­σμό, γι’ αὐ­τό ἀ­νε­χώ­ρη­σαν καί πῆ­γαν στήν Τι­βε­ρι­ού­πο­λι, δη­λα­δή σ’ αὐ­τήν πού τώ­ρα λέ­γε­ται στά βουλ­γά­ρι­κα Στρούμ­μι­τζα, πού βρί­σκε­ται πρός τό βό­ρει­ο μέ­ρος τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καί συ­νο­ρεύ­ει μέ τήν Ἰλ­λυ­ρί­α, δη­λα­δή τήν Σλα­βο­νί­α. Καί ὁ μέν Τι­μό­θε­ος, ἔ­γι­νε ἀρ­γό­τε­ρα Ἐ­πί­σκο­πος τῆς ἴ­διας τῆς Τι­βε­ρι­ου­πό­λε­ως, ὁ δέ Κο­μά­σιος, πού ἦ­ταν προ­η­γου­μέ­νως στρα­τι­ώ­της, ἔ­γι­νε ἀρ­γό­τε­ρα Μο­να­χός καί κή­ρυτ­τε τόν λό­γο τῆς ἀ­λη­θεί­ας, στούς κα­τοί­κους τῆς ἴ­διας τῆς Τι­βε­ρι­ου­πό­λε­ως. Πα­ρό­μοι­α καί ὁ Εὐ­σέ­βιος, Μο­να­χός ὄν­τας, κή­ρυτ­τε καί αὐ­τός τό τοῦ Χρι­στοῦ Εὐ­αγ­γέ­λιο. Ὁ δέ Θε­ό­δω­ρος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος, ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς τρι­α­κο­σί­ους δέ­κα καί ὀ­κτώ θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες, πού συγ­κεν­τρώ­θη­καν στήν Νί­και­α κα­τά τήν Πρώ­τη Σύ­νο­δο, πού συγ­κρο­τή­θη­κε κα­τά τό ἔ­τος 325. Αὐ­τός ἔ­δει­ξε τό φῶς τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως σέ ὅ­σους κα­τοι­κοῦ­σαν στήν Στρούμ­μι­τζα. Τόν τρό­πο ζω­ῆς αὐ­τῶν τῶν ἱ­ε­ρῶν ἀν­δρῶν ὅ­ταν ἔ­μα­θαν ὁ Πέ­τρος καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ Σέρ­γιος καί ὁ Θε­ό­δω­ρος καί ὁ Νι­κη­φό­ρος οἱ Ἱ­ε­ρεῖς, πα­ρό­μοι­α καί ὁ Βα­σί­λει­ος καί ὁ Θω­μᾶς οἱ Δι­ά­κο­νοι καί μα­ζί μέ αὐ­τούς ὁ Ἱ­ε­ρό­θε­ος, ὁ Δα­νι­ήλ, ὁ Χα­ρί­των καί ὁ Σω­κρά­της οἱ Μο­να­χοί, πῆ­γαν καί συ­νάν­τη­σαν στήν Στρούμ­μι­τζα τούς ἀ­νω­τέ­ρω Ἁ­γί­ους. Ὅ­λοι αὐ­τοί μα­ζί με­λε­τῶν­τας πάν­το­τε τόν νό­μο τοῦ Κυ­ρί­ου, ζοῦ­σαν μί­α ἀγ­γε­λι­κή ζω­ή, φω­τί­ζον­τας τίς ψυ­χές τῶν ἀν­θρώ­πων μέ τό φῶς τῆς θε­ο­γνω­σί­ας καί θε­ρα­πεύ­ον­τας τά πά­θη, τό­σο τά τῆς ψυ­χῆς, ὅ­σο καί τά τοῦ σώ­μα­τος. Ὡς μι­σθό δέ τῆς θε­ρα­πεί­ας ζη­τοῦ­σαν ἀ­πό τούς ἀ­σθε­νεῖς, τό νά πι­στεύ­ουν στόν Χρι­στό.

Τήν φή­μη αὐ­τή ἄ­κου­σαν οἱ ἄρ­χον­τες, πού πα­ρέ­με­ναν στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, Οὐά­λης καί Φί­λιπ­πος ὀ­νο­μα­ζό­με­νοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦ­ταν θερ­μοί ἐ­κτε­λε­στές τῶν δι­α­ταγ­μά­των τοῦ ἀ­σε­βοῦς βα­σι­λιᾶ. Ὁ­πό­τε πῆ­γαν στήν Στρούμ­μι­τζα καί ἀ­φοῦ συ­νέ­λα­βαν τούς Ἁ­γί­ους, τούς πα­ρου­σί­α­σαν μπρο­στά τους. Αὐ­τούς λοι­πόν ἀ­φοῦ τούς ἀ­νέ­κρι­ναν, τούς ἐ­πι­τί­μη­σαν, ἐ­πει­δή κα­τα­φρο­νοῦν τίς βα­σι­λι­κές δι­α­τα­γές καί πε­ρι­φρο­νῶν­τας τίς μαρ­τυ­ρί­ες γιά τούς θε­ούς, λα­τρεύ­ουν ἕ­ναν ἄν­θρω­πο πού σταυ­ρώ­θη­κε μέ τούς λη­στές. Οἱ δέ Ἅ­γιοι, ἀ­φοῦ ἄ­νοι­ξαν τό στό­μα τους, ἀ­πέ­δει­ξαν μέν τήν τῶν εἰ­δώ­λων μα­ται­ό­τη­τα, ὡ­μο­λό­γη­σαν δέ τό Μυ­στή­ριο τῆς εὐ­σε­βοῦς Θε­ο­λο­γί­ας καί τῆς τοῦ Θε­οῦ Λό­γου οἰ­κο­νο­μί­ας. Τό­τε οἱ ἀ­νω­τέ­ρω ἄρ­χον­τες δι­α­κό­πτον­τας τόν λό­γο τῶν Ἁ­γί­ων, τούς εἶ­παν· «Ἤ ὁ­μο­λο­γεῖ­τε ὅ­τι θυ­σι­ά­ζε­τε στούς θε­ούς· ἤ δι­α­φο­ρε­τι­κά θά θα­να­τω­θῆ­τε». Οἱ Ἅ­γιοι τό­τε μέ ἕ­να στό­μα φώ­να­ξαν· «Μή γέ­νοι­το πο­τέ νά θυ­σι­ά­σου­με στούς δαί­μο­νες καί στά εἴ­δω­λα αὐ­τῶν ἐ­μεῖς, ­πού ἐ­λευ­θε­ρω­θή­κα­με ἀ­πό τήν δου­λεί­α τῶν δαι­μό­νων ἀ­πό τόν ἀ­λη­θι­νό μας Θε­ό»! Τό­τε ἐ­πει­δή οἱ ἀ­νω­τέ­ρω ἄρ­χον­τες φρόν­τι­ζαν νά πᾶ­νε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη γιά ὑ­πό­θε­σι δη­μό­σι­ων πραγ­μά­των, γι’ αὐ­τό ἀ­μέ­σως ἀ­πο­φά­σι­σαν νά φο­νευ­θοῦν μέ ξί­φος ὅ­λοι οἱ Ἅ­γιοι.

Καί λοι­πόν πη­γαί­νον­τας στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης οἱ γεν­ναῖ­ο ἀ­γω­νι­στές τοῦ Χρι­στοῦ, χαί­ρον­ταν καί ἀ­γάλ­λον­ταν μέ χα­ρά καί ἀ­γαλ­λί­α­σι ἀ­νε­κλά­λη­τη. Ὁ­πό­τε ἀ­φοῦ ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν, ἔ­λα­βαν ὅ­λοι ἀ­πό τόν Κύ­ριο «τούς τῆς ἀ­θλή­σε­ως ἀ­μα­ράν­τι­νους στε­φά­νους». Ὁ ἕ­νας ὅ­μως ἀ­πό τούς δέ­κα ἕ­ξι Ἁ­γί­ους, ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας, λέ­ω, Πέ­τρος, ἀ­νά­βον­τας τήν καρ­διά του ἀ­πό ἔν­θε­ο ζῆ­λο, φώ­να­ξε· «Ὤ πα­ρα­βά­τες καί ἐ­χθροί τῆς ἀ­λή­θειας. Για­τί χω­ρίς αἰ­τί­α χύ­νε­τε τά αἵ­μα­τα τῶν δι­καί­ων, στούς ὁ­ποί­ους δέν βρέ­θη­κε κα­νέ­να πρᾶγ­μα θα­νά­του ἄ­ξιο;». Μό­λις ἄ­κου­σαν αὐ­τά οἱ μια­ροί ἄρ­χον­τες, δι­έ­τα­ξαν νά γδύ­σουν τόν Ἅ­γιο καί νά τόν ἁ­πλώ­σουν στήν γῆ. Ἔ­πει­τα νά τόν δεί­ρουν μέ ρα­βδιά καί νά κό­ψουν τά χέ­ρια του καί τε­λευ­ταῖ­α νά τόν ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν. Ὅ­ταν λοι­πόν ἔ­γι­νε αὐ­τό, πέ­τα­ξαν τά ἱ­ε­ρά του χέρια, γιά νά τά φᾶ­νε οἱ σκύ­λοι. Μί­α ὅ­μως γυ­ναῖ­κα, πού ἦ­ταν τυ­φλή ἐκ γε­νε­τῆς, βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ, καί κα­τά­λα­βε, ὅ­τι ἔ­πε­σε κον­τά στά πό­δια της τό δε­ξί χέρι τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Ὁ­πό­τε αὐ­τή παίρ­νον­τάς το καί τυ­λί­γον­τάς το μέ­σα στό πα­νω­σκέ­πα­σμα τῆς κε­φα­λῆς της, πῆ­γε στό σπί­τι της. Καί ἀ­πό τήν χα­ρά της, μή ξέ­ρον­τας τί νά κά­νη γιά τόν θη­σαυ­ρό αὐ­τό, ἀ­σπα­ζό­ταν τήν μαρ­τυ­ρι­κή δε­ξιά, τήν ἀγ­κά­λια­ζε καί τήν ἀ­κούμ­πι­σε στά μά­τιά της. Καί ἀ­μέ­σως, ὤ τῶν θαυ­μα­σί­ων σου Κύ­ρι­ε! ἄ­νοι­ξαν οἱ ὀ­φθαλ­μοί της.

Τό­τε, βλέ­πον­τας τό φῶς τοῦ ἡ­λί­ου, μέ με­γά­λη φω­νή κή­ρυτ­τε τήν δύ­να­μι τοῦ Χρι­στοῦ καί τῶν Ἁ­γί­ων. Κα­τό­πιν παίρ­νον­τας τό δε­ξί χέρι, πῆ­γε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί τό ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­σε στόν ἐ­κεῖ Να­ό τῆς καλ­λι­νί­κου Μάρ­τυ­ρος Ἀ­να­στα­σί­ας. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἦ­ταν ἄ­τα­φα καί πε­τα­μέ­να χω­ρίς τι­μές τά λεί­ψα­να τῶν Ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων, γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν οἱ ἄρ­χον­τες, πού ἀ­να­φέρ­θη­καν πα­ρα­πά­νω πῆ­γαν στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, τό­τε με­ρι­κοί Χρι­στια­νοί βρί­σκον­τας εὐκαιρία, τά πῆ­ραν μέ λαμ­πά­δες καί θυ­μι­ά­μα­τα καί τά ἐν­τα­φί­α­σαν με τι­μές στήν Τι­βε­ρι­ού­πο­λι, σέ ξε­χω­ρι­στό ξύ­λι­νο κι­βώ­τιο τό κά­θε λεί­ψα­νο, ἀ­να­γρά­φον­τας ἐ­πά­νω σέ κά­θε κι­βώ­τιο καί τό ὄ­νο­μα τοῦ κά­θε Μάρ­τυ­ρα καί τήν ζω­ή καί τό ἀ­ξί­ω­μα.

Ἀ­πό τό­τε δέ καί στήν συ­νέ­χεια πη­γές θαυ­μά­των ἐκ­πέμ­πουν τά ἅ­για αὐ­τά λεί­ψα­να, ὄ­χι μό­νο στούς ἐ­κεῖ ἐν­τό­πιους κα­τοί­κους, ἀλ­λά καί σέ ὅ­σους κα­τοι­κοῦν μα­κριά. Στό ση­μεῖ­ο πού πολ­λοί εἰ­δω­λο­λά­τρες πα­ρα­κι­νού­με­νοι ἀ­πό τά θαύ­μα­τά τους, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί βα­πτί­σθη­σαν καί κα­νέ­νας δέν ἔ­μει­νε, οὔ­τε στήν Στρούμ­μι­τζα, οὔ­τε στά ὅ­ριά της ἀ­σε­βής καί εἰ­δω­λο­λά­τρη­ς[3].

[1] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στόν λόγο τοῦ Θεοφύλακτου Βουλγαρίας πρός αὐτούς τούς Ἁ­γί­ους  δέ­κα ­πέν­τε μέν ἐ­πι­γρά­φον­ται αὐτοί οἱ Μάρ­τυ­ρες, δέ­κα ἕ­ξι ὅμως ἀ­ριθ­μοῦν­ται στόν λό­γο.

[2] Δέν μπο­ρῶ ἐ­δῶ νά ἀ­πο­σι­ω­πή­σω ὡς ὠ­φέ­λι­μο ἐ­κεῖ­νο, ­πού γρά­φει σ’ αὐ­τόν τόν λό­γο ὁ ἱ­ε­ρός Θε­ο­φύ­λα­κτος, πού συ­νέ­βη στήν Μα­κε­δο­νί­α στήν ἐ­πο­χή αὐ­τοῦ τοῦ πα­ρα­βά­τη. Δύ­ο ἄν­δρες εὐ­σε­βεῖς καί «τῷ πνεύ­μα­τι ζέ­ον­τες», λε­γό­με­νοι Θε­ό­δου­λος καί Τατ­τια­νός, μπῆ­καν τήν νύ­κτα στόν να­ό τόν εἰ­δω­λω­λα­τρι­κό καί ἔ­σπα­σαν ­τά εἴ­δω­λα. Ὁ ἄρ­χον­τας πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ, προ­σπα­θοῦ­σε νά τούς τι­μω­ρή­ση γι’ αὐ­τό· οἱ Μάρ­τυ­ρες λοι­πόν πού ἀ­να­φέρ­θη­καν πα­ρου­σι­ά­σθη­καν στό μέ­σον καί, ἀ­φοῦ ὡ­μο­λό­γη­σαν, ὅ­τι αὐ­τοί τό ἔ­κα­ναν, κα­τα­φρό­νη­σαν κά­θε κο­λα­κεί­α, πού τούς πρό­σφε­ρε ὁ ἄρ­χον­τας, κα­θώς καί κά­θε τι­μω­ρί­α, μέ τήν ὁ­ποί­α τούς ἀ­πει­λοῦ­σε. Κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ πύ­ρω­σε δύ­ο κρεβ­βά­τια σι­δε­ρέ­νια, ἔ­βα­λε τούς Ἁ­γί­ους ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τά. Οἱ δέ Ἅ­γιοι τό­σο δρο­σε­ρό καί χα­ρο­ποι­ό ἔ­βλε­παν τό πλά­για­σμα ε­πά­νω σ’ ἐ­κεῖ­να τά πυ­ρω­μέ­να κρεβ­βά­τια, ὥ­στε χα­ρι­εν­τί­ζον­ταν μέ τόν ἄρ­χον­τα καί τοῦ ἔ­λε­γαν· «Ἐ­άν ἐ­πι­θυ­μῆς, ὦ ἄρ­χον­τα, νά χορ­τά­σης ἀ­πό τά ψη­μέ­να μας κρέ­α­τα, δι­έ­τα­ξε τούς ὑ­πη­ρέ­τες νά μᾶς γυ­ρί­σουν καί ἀ­πό τό ἄλ­λο μέ­ρος, γιά νά ψη­θοῦ­με κα­λά, ὥ­στε νά μή σοῦ φα­νοῦ­με ἄ­νο­στοι καί ἀ­η­δεῖς ὄν­τας μι­σο­­ψη­μέ­νοι». Λέ­γον­τας δέ αὐ­τά, πα­ρέ­δω­σαν τίς ψυ­χές τους οἱ μα­κά­ριοι στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ καί ἔ­λα­βαν ἀ­πό αὐ­τόν τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Αὐ­τό τό δι­ή­γη­μα τό ἀ­να­φέ­ρει ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, ἀ­πό ὅ­που τό πῆ­ρε καί ὁ Θε­ο­φύ­λα­κτος.

 [3] Τό Συ­να­ξά­ρι αὐ­τό τό με­τέ­φρα­σε ἡ προ­σω­πι­κή μου ἀ­δυ­να­μί­α ἀ­πό τόν πο­λύ ἀ­να­λυ­τι­κό ἑλ­λη­νι­κό λό­γο, τόν ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­γρα­ψε γι’ αὐ­τούς τούς Ἁ­γί­ους ὁ ἱ­ε­ρός Θε­ο­φύ­λα­κτος Βουλ­γα­ρί­ας, ὅ­πως εἴ­πα­με, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­ρι­έ­χε­ται στόν τρί­το του τό­μο. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι καί ἀ­σμα­τι­κή Ἀ­κο­λου­θί­α αὐ­τῶν τῶν Ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων βρί­σκε­ται τυ­πω­μέ­νη σέ ξε­χω­ρι­στή φυλ­λά­δα.

 

 

 

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης