Τῷ αὐτῷ μηνί KH΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Ὁμολογητοῦ Στεφάνου τοῦ νέου. Αὐτός ὁ πολύαθλος ὁμολογητής Στέφανος ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Ἀναστασίου, ὁ ὁποῖος ὠνομαζόταν καί Ἀρτέμιος, κατά τό ἔτος 713, τοῦ Πατριάρχου δέ Γερμανοῦ, γέννημα καί θρέμμα τῆς βασίλισσας τῶν πόλεων καί υἱός Χριστιανῶν γονέων τοῦ Ἰωάννου καί τῆς Ἄννης. Ἀπό τήν νεαρή του ἀκόμη ἡλικία ἀσχολεῖτο μέ τά ἱερά γράμματα καί καθημερινά παραμένοντας στήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ μαζί μέ τήν μητέρα του, ταλαιπωροῦσε τόν ἑαυτό του μέ τήν νηστεία καί τήν σκληραγωγία. Γι’ αὐτό κατά τό 16ο ἔτος τῆς ἡλικίας του ντύνεται τό μοναχικό σχῆμα. Ἔτσι ἀπό τότε περισσότερο παρέδωσε τόν ἑαυτό του στούς πνευματικούς ἀγῶνες, πολεμῶντας ὅλες τίς κακές ἐπιθυμίες τοῦ σώματος. Ἐν τῷ μεταξύ δέν πέρασε καιρός πολύς καί ὁ θεσπέσιος Ἰωάννης ὁ καθηγούμενος τοῦ Ἁγίου, ἀναπαύθηκε εἰρηνικά. Τότε ὁ μακάριος Στέφανος ἐγχειρίσθηκε τήν ἐπιστασία τῆς ἡγουμενίας στό περίφημο βουνό τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου καί ἐκεῖ ἀγωνιζόταν στό τῆς ἀσκήσεως στάδιο. Ἐπειδή ὅμως ὁ σπορέας τῶν ζιζανίων Διάβολος θέλησε νά ξεσηκώση μεγάλο πόλεμο καί αἵρεσι κατά τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή, τό νά μή προσκυνοῦνται οἱ ἅγιες καί σεβάσμιες εἰκόνες· γιά τόν σκοπό αὐτό ἀρχικά χρησιμοποίησε ὡς ὄργανο τοῦ πολέμου αὐτοῦ καί τῆς αἱρέσεως τόν Λέοντα τόν Ἴσαυρο, ὁ ὁποῖος ὠνομαζόταν καί Κόνων, κατά τό ἔτος 716. Ἀλλ’ αὐτός μέν ἔφυγε ἀπό τήν παροῦσα ζωή, ἀφοῦ ἀποστράφηκε καί ἀρκετά ἐλέγχθηκε ἀπό τόν τότε Πατριάρχη Ἅγιο Γερμανό. Ὅμως τό ἀπάνθρωπο καί φοβερό γέννημα ἐκείνου, ὁ Κωνσταντῖνος, λέω, ὁ Κοπρώνυμος, πού βασίλευσε κατά τό ἔτος 741, προξένησε μεγαλύτερα κακά ἀπό τόν πατέρα του, πολεμῶντας καί καταστρέφοντας τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί κατακαίγοντας τίς ἅγιες εἰκόνες καί ἐξορίζοντας τούς Μοναχούς καί τιμωρῶντας τους μέ διάφορα βάσανα.
Αὐτός λοιπόν ὁ ἀλιτήριος, ὅταν ἔμαθε καί γι’ αὐτόν τόν Ἅγιο Στέφανο, ὅτι προσκυνεῖ τίς ἅγιες εἰκόνες καί ὅτι ὀνομάζει αἱρετικό τόν βασιλιά, πού δέν προσκυνεῖ τίς σεπτές εἰκόνες καί δέν πείθεται σ’ αὐτόν, οὔτε δέχεται νά ὑπογράψη στήν αἵρεσί του, ὅταν ἔμαθε αὐτά, λέω, ὁ δυσσεβής, ἔστειλε ἀνθρώπους καί τόν ἔφερε μπροστά του. Καί ἀφοῦ τόν καταταλαιπώρησε μέ διάφορους τρόπους, τόν ἔκλεισε στήν φυλακή, πού λεγόταν πραιτώριο, μέσα στήν ὁποία ἦταν φυλακισμένοι καί ἄλλοι Μοναχοί, πρόκριτοι καί ἐκλεκτοί, Οἱ ὁποῖοι συγκεντρώθηκαν ἀπό διάφορους τόπους γιά τήν ὑπόθεσι τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ἦταν δέ ὅλοι στόν ἀριθμό σαράντα δύο. Ἐπίσης ἦταν καί ἄλλοι μέ τόν ὁσιώτατο Πέτρο καί Ἀνδρέα, στόν ἀριθμό τριακόσιοι. Αὐτοί γιά τίς ἅγιες εἰκόνες, ἄλλοι εἶχαν κομμένες τίς μύτες, ἄλλοι τά αὐτιά, ἄλλοι τά χέρια καί τά γένεια καί ἄλλοι εἶχαν βγαλμένα τά μάτια. Ὅλους λοιπόν αὐτούς βρίσκοντας ὁ μακάριος Στέφανος στήν φυλακή, καταφιλοῦσε καί τούς παρακινοῦσε στούς ἀγῶνες, κάνοντας κάθε μοναχική ἀκολουθία καί κανόνα στήν φυλακή, σάν νά βρισκόταν σέ Μοναστήρι. Μαθαίνοντας ὅμως ὁ βασιλιάς, ὅτι ἡ φυλακή τοῦ πραιτωρίου ἔγινε Μοναστήρι μέ τόν Στέφανο, προστάζει νά βγάλουν τόν Ἅγιο ἀπό τήν φυλακή. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ κάθισε σ’ αὐτήν ἕνδεκα μῆνες καί τόν παρουσίασε μπροστά του, διατάζει καί τόν ρίχνουν στήν γῆ. Ἔπειτα τόν κτυποῦν μέ πέτρες καί τόν δέρνουν μέ ξύλα. Ἕνας πάλι φονικός καί θηριόγνωμος ἄνθρωπος, παίρνοντας ἕνα ξύλο, κτύπησε τόν Ἅγιο στό κρανίο καί ἔτσι τόν σκότωσε, διότι ἡ ἁγία του κεφαλή σχίσθηκε σέ δύο ἀπό τό κτύπημα ἐκεῖνο καί ἔτσι παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί ἔλαβε τόν τῆς ὁμολογίας στέφανο.
Οἱ δέ ἄλλοι δήμιοι ἔσυραν τό τίμιο λείψανό του νεκρό καί γυμνό μέσα στήν ἀγορά, ὁπότε τά τίμια χέρια του καί πόδια, κτυπώμενα ἐδῶ καί ἐκεῖ στίς πέτρες, συντρίφθηκαν καί τά νύχια βγῆκαν ἀπό τά δάκτυλα, ἕως ὅτου ἕνας, ὁ πλέον ἀπανθρωπότερος, θέλοντας τάχα νά εὐχαριστήση περισσότερο τόν βασιλιά, πῆρε μία μεγάλη πέτρα καί, ἀφοῦ τήν ἔρριξε ἐναντίον τοῦ ἁγίου λειψάνου, ἔσχισε τήν κοιλιά του καί ἀμέσως χύθηκαν στήν γῆ ὅλα του τά ἐντόσθια. Ἀλλά καί ἕνας κάπηλος παίρνοντας ἕναν δαυλό ἀπό τήν φωτιά, κτύπησε ἐπάνω στήν κεφαλή τοῦ ἁγίου λειψάνου καί ἀφοῦ τήν χώρισε μέ τελειότητα σέ δύο μέρη, ἔκανε νά χυθῆ στήν γῆ καί αὐτός ὁ ἐγκέφαλος, τό δέ τίμιο λείψανο τοῦ Ἁγίου ρίχθηκε στό πέλαγος, τό ὁποῖο ἀργότερα ἐνταφιάσθηκε ἀπό κάποιους εὐλαβεῖς Χριστιανούς, στόν τόπο ἐκεῖνο, στόν ὁποῖο τώρα βρίσκεται.
* Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, Τιμόθεος καί Θεόδωρος οἱ Ἐπίσκοποι· Πέτρος, Ἰωάννης, Σέργιος, Θεόδωρος, καί Νικηφόρος οἱ Ἱερεῖς· Βασίλειος, καί Θωμᾶς οἱ Διάκονοι· Ἱερόθεος, Δανιήλ, Χαρίτων, Σωκράτης, Κομάσιος, Εὐσέβιος οἱ Μοναχοί· καί Ἐτιμάσιος, ξίφει πάντες τελειοῦνται[1].
* Ὅταν, κατά παραχώρησι Θεοῦ, βασίλευσε ὁ ἀσεβέστατος Ἰουλιανός ὁ παραβάτης, κατά τό ἔτος 361, μεγάλη μανία καί θυμό ἔδειξε κατά τῶν Χριστιανῶν. Διότι ὁ ἀλιτήριος χρησιμοποιοῦσε κάθε σκέψι καί κάθε τρόπο, γιά νά ἐξαφανίση ἀπό τόν κόσμο τούς περισσοτέρους Γαλιλαίους, δηλαδή τούς Χριστιανούς. Διότι ἔτσι ὁ μιαρός ὠνόμαζε τούς Χριστιανούς περιφρονητικά. (Ἴσως ὅμως καί διότι φοβόταν νά προφέρη μέ τό στόμα τό θεῖο καί ὑπερένδοξο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ). Ἐπειδή διδάχθηκε ἀπό τούς δασκάλους του μάγους, ποιά μεγάλη δύναμι ἔχει τό ὄνομα αὐτό, καί ἀπό πόσα διαβολικά ἔργα τούς ἐμπόδισε. Ἔτσι διέταξε τούς ἡγεμόνες ὅλων των πόλεων, νά βασανίζουν τούς Χριστιανούς μέ ὅσες τιμωρίες μπορέσουν[2]. Καί λοιπόν ὅταν ἔμαθε αὐτή τήν διαταγή ὁ κομενταρήσιος τῆς Νικαίας, δηλαδή ὁ ἄρχοντας, κήρυξε σέ ὅλη τήν Νίκαια, ὅτι ὅσοι πιστεύουν στόν Ἐσταυρωμένο, ἤ νά ἀρνηθοῦν τήν πίστι τους καί νά θυσιάζουν στά εἴδωλα, ἤ θά ὑποστοῦν ἀνυπόφορα βασανιστήρια.
Ὅταν ἔμαθαν αὐτό τό κήρυγμα πολλοί Χριστιανοί, μέ ἕνα στόμα φώναξαν ὅλοι· «Ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε τόν Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό καί νά θυσιάσουμε σέ εἴδωλα κουφά καί ἀναίσθητα. Διότι “οἱ θεοί πού δέν δημιούργησαν τόν οὐρανό καί τήν γῆ” , κατά τόν Προφήτη, “θά χαθοῦν” (Ἱερεμ. 10,11). Τότε ἄλλοι ἀπό αὐτούς μέ διάφορες τιμωρίες, ἀφοῦ βασανίσθηκαν, πέθαναν, ἄλλοι πάλι διασκορπίσθηκαν σέ ὄρη καί ἐρημιές καί ἄλλοι σέ διάφορες πόλεις ἐγκαταστάθηκαν.
Ἀπό τούς Χριστιανούς λοιπόν αὐτούς ἦταν καί οἱ ἀνωτέρω Ἅγιοι, ὁ Τιμόθεος, λέω, ὁ Κομάσιος, ὁ Ἐτιμάσιος, ὁ Εὐσέβιος καί ὁ Θεόδωρος. Αὐτοί μή ὑποφέροντας νά βλέπουν τήν θρησκεία τῶν εἰδώλων νά αὐξάνεται, ἐγκατέλειψαν τήν Νίκαια καί πῆγαν στήν Θεσσαλονίκη. Ἐπειδή ὅμως καί ἐκεῖ ἔβλεπαν, ὅτι οἱ πολῖτες ὑπάκουαν στά ἀσεβῆ θελήματα τοῦ ἀποστάτη καί ὕψωναν τόν ἑλληνισμό, γι’ αὐτό ἀνεχώρησαν καί πῆγαν στήν Τιβεριούπολι, δηλαδή σ’ αὐτήν πού τώρα λέγεται στά βουλγάρικα Στρούμμιτζα, πού βρίσκεται πρός τό βόρειο μέρος τῆς Θεσσαλονίκης καί συνορεύει μέ τήν Ἰλλυρία, δηλαδή τήν Σλαβονία. Καί ὁ μέν Τιμόθεος, ἔγινε ἀργότερα Ἐπίσκοπος τῆς ἴδιας τῆς Τιβεριουπόλεως, ὁ δέ Κομάσιος, πού ἦταν προηγουμένως στρατιώτης, ἔγινε ἀργότερα Μοναχός καί κήρυττε τόν λόγο τῆς ἀληθείας, στούς κατοίκους τῆς ἴδιας τῆς Τιβεριουπόλεως. Παρόμοια καί ὁ Εὐσέβιος, Μοναχός ὄντας, κήρυττε καί αὐτός τό τοῦ Χριστοῦ Εὐαγγέλιο. Ὁ δέ Θεόδωρος, ὁ ὁποῖος ἔγινε Ἐπίσκοπος, ἦταν ἕνας ἀπό τούς τριακοσίους δέκα καί ὀκτώ θεοφόρους Πατέρες, πού συγκεντρώθηκαν στήν Νίκαια κατά τήν Πρώτη Σύνοδο, πού συγκροτήθηκε κατά τό ἔτος 325. Αὐτός ἔδειξε τό φῶς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως σέ ὅσους κατοικοῦσαν στήν Στρούμμιτζα. Τόν τρόπο ζωῆς αὐτῶν τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν ὅταν ἔμαθαν ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης, ὁ Σέργιος καί ὁ Θεόδωρος καί ὁ Νικηφόρος οἱ Ἱερεῖς, παρόμοια καί ὁ Βασίλειος καί ὁ Θωμᾶς οἱ Διάκονοι καί μαζί μέ αὐτούς ὁ Ἱερόθεος, ὁ Δανιήλ, ὁ Χαρίτων καί ὁ Σωκράτης οἱ Μοναχοί, πῆγαν καί συνάντησαν στήν Στρούμμιτζα τούς ἀνωτέρω Ἁγίους. Ὅλοι αὐτοί μαζί μελετῶντας πάντοτε τόν νόμο τοῦ Κυρίου, ζοῦσαν μία ἀγγελική ζωή, φωτίζοντας τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων μέ τό φῶς τῆς θεογνωσίας καί θεραπεύοντας τά πάθη, τόσο τά τῆς ψυχῆς, ὅσο καί τά τοῦ σώματος. Ὡς μισθό δέ τῆς θεραπείας ζητοῦσαν ἀπό τούς ἀσθενεῖς, τό νά πιστεύουν στόν Χριστό.
Τήν φήμη αὐτή ἄκουσαν οἱ ἄρχοντες, πού παρέμεναν στήν Θεσσαλονίκη, Οὐάλης καί Φίλιππος ὀνομαζόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἦταν θερμοί ἐκτελεστές τῶν διαταγμάτων τοῦ ἀσεβοῦς βασιλιᾶ. Ὁπότε πῆγαν στήν Στρούμμιτζα καί ἀφοῦ συνέλαβαν τούς Ἁγίους, τούς παρουσίασαν μπροστά τους. Αὐτούς λοιπόν ἀφοῦ τούς ἀνέκριναν, τούς ἐπιτίμησαν, ἐπειδή καταφρονοῦν τίς βασιλικές διαταγές καί περιφρονῶντας τίς μαρτυρίες γιά τούς θεούς, λατρεύουν ἕναν ἄνθρωπο πού σταυρώθηκε μέ τούς ληστές. Οἱ δέ Ἅγιοι, ἀφοῦ ἄνοιξαν τό στόμα τους, ἀπέδειξαν μέν τήν τῶν εἰδώλων ματαιότητα, ὡμολόγησαν δέ τό Μυστήριο τῆς εὐσεβοῦς Θεολογίας καί τῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομίας. Τότε οἱ ἀνωτέρω ἄρχοντες διακόπτοντας τόν λόγο τῶν Ἁγίων, τούς εἶπαν· «Ἤ ὁμολογεῖτε ὅτι θυσιάζετε στούς θεούς· ἤ διαφορετικά θά θανατωθῆτε». Οἱ Ἅγιοι τότε μέ ἕνα στόμα φώναξαν· «Μή γένοιτο ποτέ νά θυσιάσουμε στούς δαίμονες καί στά εἴδωλα αὐτῶν ἐμεῖς, πού ἐλευθερωθήκαμε ἀπό τήν δουλεία τῶν δαιμόνων ἀπό τόν ἀληθινό μας Θεό»! Τότε ἐπειδή οἱ ἀνωτέρω ἄρχοντες φρόντιζαν νά πᾶνε στήν Θεσσαλονίκη γιά ὑπόθεσι δημόσιων πραγμάτων, γι’ αὐτό ἀμέσως ἀποφάσισαν νά φονευθοῦν μέ ξίφος ὅλοι οἱ Ἅγιοι.
Καί λοιπόν πηγαίνοντας στόν τόπο τῆς καταδίκης οἱ γενναῖο ἀγωνιστές τοῦ Χριστοῦ, χαίρονταν καί ἀγάλλονταν μέ χαρά καί ἀγαλλίασι ἀνεκλάλητη. Ὁπότε ἀφοῦ ἀποκεφαλίσθηκαν, ἔλαβαν ὅλοι ἀπό τόν Κύριο «τούς τῆς ἀθλήσεως ἀμαράντινους στεφάνους». Ὁ ἕνας ὅμως ἀπό τούς δέκα ἕξι Ἁγίους, ὁ Ἱερέας, λέω, Πέτρος, ἀνάβοντας τήν καρδιά του ἀπό ἔνθεο ζῆλο, φώναξε· «Ὤ παραβάτες καί ἐχθροί τῆς ἀλήθειας. Γιατί χωρίς αἰτία χύνετε τά αἵματα τῶν δικαίων, στούς ὁποίους δέν βρέθηκε κανένα πρᾶγμα θανάτου ἄξιο;». Μόλις ἄκουσαν αὐτά οἱ μιαροί ἄρχοντες, διέταξαν νά γδύσουν τόν Ἅγιο καί νά τόν ἁπλώσουν στήν γῆ. Ἔπειτα νά τόν δείρουν μέ ραβδιά καί νά κόψουν τά χέρια του καί τελευταῖα νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Ὅταν λοιπόν ἔγινε αὐτό, πέταξαν τά ἱερά του χέρια, γιά νά τά φᾶνε οἱ σκύλοι. Μία ὅμως γυναῖκα, πού ἦταν τυφλή ἐκ γενετῆς, βρέθηκε ἐκεῖ, καί κατάλαβε, ὅτι ἔπεσε κοντά στά πόδια της τό δεξί χέρι τοῦ Μάρτυρα. Ὁπότε αὐτή παίρνοντάς το καί τυλίγοντάς το μέσα στό πανωσκέπασμα τῆς κεφαλῆς της, πῆγε στό σπίτι της. Καί ἀπό τήν χαρά της, μή ξέροντας τί νά κάνη γιά τόν θησαυρό αὐτό, ἀσπαζόταν τήν μαρτυρική δεξιά, τήν ἀγκάλιαζε καί τήν ἀκούμπισε στά μάτιά της. Καί ἀμέσως, ὤ τῶν θαυμασίων σου Κύριε! ἄνοιξαν οἱ ὀφθαλμοί της.
Τότε, βλέποντας τό φῶς τοῦ ἡλίου, μέ μεγάλη φωνή κήρυττε τήν δύναμι τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἁγίων. Κατόπιν παίρνοντας τό δεξί χέρι, πῆγε στήν Θεσσαλονίκη καί τό ἀποθησαύρισε στόν ἐκεῖ Ναό τῆς καλλινίκου Μάρτυρος Ἀναστασίας. Ἐπειδή ὅμως ἦταν ἄταφα καί πεταμένα χωρίς τιμές τά λείψανα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, γι’ αὐτό, ὅταν οἱ ἄρχοντες, πού ἀναφέρθηκαν παραπάνω πῆγαν στήν Θεσσαλονίκη, τότε μερικοί Χριστιανοί βρίσκοντας εὐκαιρία, τά πῆραν μέ λαμπάδες καί θυμιάματα καί τά ἐνταφίασαν με τιμές στήν Τιβεριούπολι, σέ ξεχωριστό ξύλινο κιβώτιο τό κάθε λείψανο, ἀναγράφοντας ἐπάνω σέ κάθε κιβώτιο καί τό ὄνομα τοῦ κάθε Μάρτυρα καί τήν ζωή καί τό ἀξίωμα.
Ἀπό τότε δέ καί στήν συνέχεια πηγές θαυμάτων ἐκπέμπουν τά ἅγια αὐτά λείψανα, ὄχι μόνο στούς ἐκεῖ ἐντόπιους κατοίκους, ἀλλά καί σέ ὅσους κατοικοῦν μακριά. Στό σημεῖο πού πολλοί εἰδωλολάτρες παρακινούμενοι ἀπό τά θαύματά τους, πίστεψαν στόν Χριστό καί βαπτίσθησαν καί κανένας δέν ἔμεινε, οὔτε στήν Στρούμμιτζα, οὔτε στά ὅριά της ἀσεβής καί εἰδωλολάτρης[3].
[1] Σημείωσε, ὅτι στόν λόγο τοῦ Θεοφύλακτου Βουλγαρίας πρός αὐτούς τούς Ἁγίους δέκα πέντε μέν ἐπιγράφονται αὐτοί οἱ Μάρτυρες, δέκα ἕξι ὅμως ἀριθμοῦνται στόν λόγο.
[2] Δέν μπορῶ ἐδῶ νά ἀποσιωπήσω ὡς ὠφέλιμο ἐκεῖνο, πού γράφει σ’ αὐτόν τόν λόγο ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, πού συνέβη στήν Μακεδονία στήν ἐποχή αὐτοῦ τοῦ παραβάτη. Δύο ἄνδρες εὐσεβεῖς καί «τῷ πνεύματι ζέοντες», λεγόμενοι Θεόδουλος καί Ταττιανός, μπῆκαν τήν νύκτα στόν ναό τόν εἰδωλωλατρικό καί ἔσπασαν τά εἴδωλα. Ὁ ἄρχοντας πού ἦταν ἐκεῖ, προσπαθοῦσε νά τούς τιμωρήση γι’ αὐτό· οἱ Μάρτυρες λοιπόν πού ἀναφέρθηκαν παρουσιάσθηκαν στό μέσον καί, ἀφοῦ ὡμολόγησαν, ὅτι αὐτοί τό ἔκαναν, καταφρόνησαν κάθε κολακεία, πού τούς πρόσφερε ὁ ἄρχοντας, καθώς καί κάθε τιμωρία, μέ τήν ὁποία τούς ἀπειλοῦσε. Κατόπιν, ἀφοῦ πύρωσε δύο κρεββάτια σιδερένια, ἔβαλε τούς Ἁγίους ἐπάνω σ’ αὐτά. Οἱ δέ Ἅγιοι τόσο δροσερό καί χαροποιό ἔβλεπαν τό πλάγιασμα επάνω σ’ ἐκεῖνα τά πυρωμένα κρεββάτια, ὥστε χαριεντίζονταν μέ τόν ἄρχοντα καί τοῦ ἔλεγαν· «Ἐάν ἐπιθυμῆς, ὦ ἄρχοντα, νά χορτάσης ἀπό τά ψημένα μας κρέατα, διέταξε τούς ὑπηρέτες νά μᾶς γυρίσουν καί ἀπό τό ἄλλο μέρος, γιά νά ψηθοῦμε καλά, ὥστε νά μή σοῦ φανοῦμε ἄνοστοι καί ἀηδεῖς ὄντας μισοψημένοι». Λέγοντας δέ αὐτά, παρέδωσαν τίς ψυχές τους οἱ μακάριοι στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί ἔλαβαν ἀπό αὐτόν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Αὐτό τό διήγημα τό ἀναφέρει ὁ Θεοδώρητος, ἀπό ὅπου τό πῆρε καί ὁ Θεοφύλακτος.
[3] Τό Συναξάρι αὐτό τό μετέφρασε ἡ προσωπική μου ἀδυναμία ἀπό τόν πολύ ἀναλυτικό ἑλληνικό λόγο, τόν ὁποῖο συνέγραψε γι’ αὐτούς τούς Ἁγίους ὁ ἱερός Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, ὅπως εἴπαμε, ὁ ὁποῖος περιέχεται στόν τρίτο του τόμο. Σημείωσε, ὅτι καί ἀσματική Ἀκολουθία αὐτῶν τῶν Ἁγίων Μαρτύρων βρίσκεται τυπωμένη σέ ξεχωριστή φυλλάδα.


Login