Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ὁ νέος, ὁ ἐν τῇ κατά τό Ἅγιον Ὄρος σκήτει τοῦ Καυσοκαλυβίου ἀσκήσας ἐν ἔτει 1730

* Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ὁ νέος, ὁ ἐν τῇ κατά τό Ἅγιον Ὄρος σκήτειτοῦ Καυσοκαλυβίου ἀσκήσας ἐν ἔτει 1730, ἐν εἰρήνῃ ἐκοιμήθη (118.)

+ Εἰ καί νέος σύ Ἀκάκιε τοῖς χρόνοις,Ἀλλ’ οὖν παλαιούς ὑπερῇρας τοῖς πόνοις.

Αὐτός ὁ ὅσιος Ἀκάκιος καταγόταν ἀπό ἕνα χωριό τῶν Ἀγράφων,πού ὠνομαζόταν Γόλιτζα, γεννημένος ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, οἱ ὁποῖοι, ὅταν τόν βάπτισαν, τόν ὠνόμασαν Ἀναστάσιο. Ἔμεινε ὅμως μετά ἀπό λίγο ὀρφανός ἀπό πατέρα μαζί μέ ἕναν μικρότερο ἀδελφό, ὁπότε τούς ἔτρεφε ἡ μητέρα τους καί ἐκπαιδεύονταν ὅσο μποροῦσαν. Ἀλλά ὁ μέν Ἀναστάσιος, ὡς μεγαλύτερος, ἀσχολεῖτο μέ τήν φροντίδα τοῦ σπιτιοῦ τους καί δέν εἶχε καιρό νά πάη σέ διδασκάλους καί ἔμεινε ἀγράμματος. Ἐπειδή ὅμως πήγαινε στήν Ἐκκλησία καί ἄκουγε τούς βίους τῶν Ὁσίων, γινόταν ὅλος ἀκριβέστατος ζηλωτής τοῦ θείου ἔρωτος καί τῆς πολιτείας ἐκείνων καί ἀγωνιζόταν, ὅσο μποροῦσε. Ὅταν δέ ἦλθε σέ ἡλικία κατάλληλη ἡ μέν μητέρα του φρόντιζε νά τόν παντρέψη, ὁ θαυμαστός Ἀναστάσιος ὅμως, καθώς εἶχε ὁλοκληρωτικά τόν νοῦ του στόν Θεό, δέν ἤθελε καθόλου νά τό ἀκούση, ἀλλά ἔφυγε σέ τόπους ἡσυχαστικούς καί προσευχόταν μόνος καί μόνο στόν Θεό. Καί ἐπειδή περίσσευε σ’ αὐτόν ὑπερβολικά ὁ ἔρωτας τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα πρόσθετε κόπους ἐπάνω στούς κόπους καί πολλές φορές ξεχνοῦσε νά γυρίση πίσω. Ἀλλά ἡ μητέρα του περνοῦσε καί τόν ἀναζητοῦσε καί, ὅταν τόν εὕρισκε, τόν συμβούλευε νά μένη στό σπίτι τους καί νά φροντίζη τά τοῦ Κόσμου καί νά παντρευτῆ. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δέν φρόντιζε καθόλου γιά τόν ἴδιο, ἀγωνιζόμενος ὅσο μποροῦσε νά στολίση τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο. Ὡστόσο, ἐπειδή δέν εἶχε ἄδεια νά ἐκπληρώση τόν πόθο του, ὅπως ἐπιθυμοῦσε, ἔφυγε τό εἰκοστό τρίτο ἔτος τῆς ἡλικίας του καί πῆγε στά μέρη τῆς Ζαγορᾶς, στήν ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ, πού εἶναι στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἀποκαλεῖται Σουρβία, ἡ ὁποία βρίσκεται στήν τοποθεσία τῆς περιοχῆς Μακρυνίτσας, καί ἐκεῖ, ἀφοῦ δοκιμάσθηκε γιά λίγο, φάνηκε ἀξιώτατος στούς ἐκεῖ Πατέρες, γι’ αὐτό καί τόν ἔνδυσαν μέ τό Ἀγγελικό σχῆμα καί τόν μετωνόμασαν Ἀκάκιο. Τήν ἴδια δέ νύχτα, κατά τήν ὁποία ἔλαβε τό μοναχικό σχῆμα, ἀξιώθηκε νά δῆ καί θεία ὀπτασία καί εἶδε στόν ὕπνο του ἤ, γιά νά ποῦμε καλύτερα, στόν ξύπνιο του, ὅτι κρατοῦσε μία λαμπάδα ἀναμμένη μέ φῶς ὑπέρλαμπρο, πού ἔφεγγε καί ἀκτινοβολοῦσε σέ ὅλο τόν τόπο ἐκεῖ. Γι’ αὐτό καί συλλογίσθηκε σωστά, ὅτι ἔτσι πρέπει νά λάμπουν στόν μοναχό οἱ Ἅγιες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί κυρίως ἡ ταπείνωσις, πού ἐξυψώνει τόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό καί ἀγωνιζόταν ἰδιαιτέρως γι' αὐτήν καί ὑποτασσόταν πρόθυμα, ὄχι μόνο στόν προεστῶτα τῆς μονῆς, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἀδελφούς καί τίς πιό εὐτελεῖς καί βαρύτερες ὑπηρεσίες τίς ἔκαμνε μέ μεγάλη ταπείνωσι καί προθυμία, γι’ αὐτό καί τόν ἀγαποῦσαν ὅλοι. Τόν νοῦ του τόν εἶχε ὁλοκληρωτικά σ’ αὐτά. Ἀλλά ἐπειδή οἱ ἀνάγκες τῆς μονῆς δέν τοῦ ἔδιδαν ἄδεια νά ἀσχοληθῆ μέ τόν σύμφωνο πρός τόν Θεό σκοπό του, ὅπως ἐπιθυμοῦσε, γι’ αὐτό πολλές φορές περνοῦσε τόν καιρό του στά ὄρη καί στά δάση, καί ἀγωνιζόταν προσευχόμενος, ἀγρυπνῶντας καί τρεφόμενος μόνο μέ χόρτα στίς δύο ἤ στίς τρεῖς ἡμέρες, ὅσο ἦταν ἀπαραίτητο μόνο γιά νά ζῆ. Οἱ δέ ἀδελφοί τῆς μονῆς, ἐπειδή θεωροῦσαν ὅτι πλανήθηκε, προσπαθοῦσαν νά τόν ἐμποδίσουν. Ὅσοι πάλι γνώριζαν τόν σκοπό του, φοβούμενοι μήν φύγη ἀπό ἐκεῖ ἤ μήπως δέν μπορέση νά ἐκπληρώση τόν σκοπό του καί πλανηθῆ ἀπό τά τεχνάσματα τοῦ ἐχθροῦ, τόν συμβούλευαν νά ἀφήση μία τέτοια ὑψηλή πολιτεία καί νά μεταχειρισθῆ μετριότερους ἀγῶνες, καί ὁ Θεός εἶναι πολυεύσπλαχνος καί δέχεται τό λίγο, ὅπως καί τό πολύ, ἰδιαιτέρως σέ τέτοιους καιρούς. Ὁ θαυμαστός Ἀκάκιος ὅμως, ἐπειδή εἶχε χτυπηθῆ ἀπότόν θεῖο ἔρωτα, δέν ἐμποδιζόταν ἀπό τέτοια λόγια, ἀλλά περισσότερο ριχνόταν στούς ἀγῶνες του. Γι’ αὐτό καί ἀφοῦ βρίσκει εὐκαιρία φεύγειἀπό ἐκεῖ καί ἔρχεται στό Ἅγιο Ὄρος καί, ἀφοῦ βρῆκε πολλούς κατά τήν γνώμη του καί ἀφοῦ ὠφελήθηκε πολύ ἀπό αὐτούς, ἔφθασε καί στήνσκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης καί ἐνῷ περνοῦσε ἀπό τό κοιμητήριο, αἰσθάνθηκε μία ἀνείπωτη εὐωδία καί ἄναψε ὁλόκληρος ἀπό τήν ἔνθεη φλόγα καίἔμεινε ἐκεῖ κοντά γιά μερικές ἡμέρες σέ ἕνα μικρό σπήλαιο ἀγωνιζόμενος ὑπεράνθρωπα. Ἔπειτα περιδιάβαινε τίς σκῆτες γιά ὠφέλεια καί, συναναστρεφόμενος μέ τούς ἄριστους τῶν μοναχῶν, τρυγοῦσε ἀπό αὐτούς, ὅπως ἡ μέλισσα, τά ἄνθη τῶν ἀρετῶν. Καί ἀφοῦ ἔφτασε καί στήν ἱερά Μονή τοῦ Γρηγορίου καί βρῆκε στό κελλί ἐπάνω ἀπό τό Μοναστήρι, δύο σεβάσμιους γέροντες, ἔμεινε μαζί μέ αὐτούς γιά ἕνα χρόνο, φαινομενικά μέν, γιά νά μάθη ἐργόχειρο, ἐργαζόμενος μαζί τους στά κουτάλια, στήν πραγματικότητα ὅμως, γιά νά στολίση τήν ψυχή του μέ θεῖα καί πνευματικά στολίδια. Γι’ αὐτό καί ὑποτασσόταν σ’ αὐτούς.Ὕστερα πάλι, ἀφοῦ ἔφυγε σέ πιό ἐρημικό τόπο, ἔμεινε μέ ἕναν ἀδελφό, θεωρῶντας, πώς θά τόν ἔχει συναγωνιστή καί βοηθό στήν ἀσκητική ζωή, ἀλλά ἐκεῖνος ἐπιδείκνυε μέ ὑποκρισία ἀσκητικό βίο, ἐσωτερι-κά ὅμως ἦταν γεμᾶτος ἀπό ἔργα πονηρά καί ἄτοπα ὡστόσο δέν ζημιώθηκε καθόλου ὁ ὅσιος ἀπό τήν κακία ἐκείνου, ἀλλά περισσότερο στερεώθηκε στόν ἔνθεο σκοπό του καί, ὅσο μποροῦσε, ἀγωνιζόταν. Μέ αὐτόν τόν μοναχό, ὅταν πῆγε κάποτε ὁ Ἅγιος στά μέρη τῆς Σιμόπετρας, σέ κάποιο κελλί (ἦταν βράδυ Σαββάτου), ἐκεῖνος μέν μαζί μέ τούς ἄλλους μοναχούς, ἀφοῦ ἔφαγαν καί ἤπιαν μέ ὑπερβολή, ἔπεσαν γιά ὕπνο σάν ἄλογα ζῷα. Ἐνῷ ὁ θεῖος ἄνθρωπος, πού εἶχε τήν θεία φλόγα στήν καρδιά του, δέν μποροῦσε νά κοιμηθῆ, ἀλλά ἀφοῦ σηκώθηκε ἥσυχα, προσευχόταν νοερά στόν νοερό Θεό, ἐκεῖ κοντά πού κοιμοῦνταν καί οἱ προαναφερθέντες. Τήν ὥρα δέ τοῦ ὄρθρου, ᾖλθε σέ ἔκστασι καί εἶδε κάποιον ἄνδρα φοβερό καί θαυμάσιο, πού ἦλθε, καί στάθηκε ἐπάνω ἀπό αὐτούς, πού κοιμοῦόνταν καί εἶπε «Κύριε ἐλέησον! Σάν ὄνοι κοιμοῦνται μία τέτοια ἡμέρα!». Καί μέ τήν βέργα, πού κρατοῦσε χτύπησε τήν γῆ λέγοντας: «Ἀλλοίμονο σέ αὐτόν τόν ἄνθρωπο». Καί μέ τόν λόγο ἔγινε ἄφαντος. Ὁ δέ ὅσιος, ἐπειδή κυριεύθηκε ἀπό τρόμο προσευχόταν περισσότερο, ὥσπου ξημέρωσε καί ἦλθαν στό κελλί τους. Καί μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ, ἦλθε καί κατοίκησε μόνος του ἐπάνω ἀπό τήν μονή τοῦ Διονυσίου. Ἐνῷ ὁ προαναφερθείς μοναχός, ἀφοῦ ἔφυγε στήν Σάμο, ἔδωκε τέλος ἐπώδυνο, καθώς ἔγινε σέ ὅλους ἐλεεινό θέαμα. Ὁ δέ ὅσιος μετά ἀπό ἀρκετόν καιρό, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ, πῆγε στήν σκήτη τοῦ Παντοκράτορος. Τότε ἦλθε ὁ γέροντάς του ἀπό τήν Ζαγορά, γιά νά μάθη τήν μουσική, καί καθώς συνάντησε τόν ὅσιο, ζητοῦσε νά τόν ἔχη μαζί του, ὡς καλόγηρό του. Ἀλλά αὐτός μέ τήν συνηθισμένη του ταπείνωσι ζητοῦσε τήν εὐχή τοῦ γέροντά του, παρακαλῶντας τον νά τόν ἀφήση νά ἡσυχάση. Γι’ αὐτό ὁ γέροντάς του βλέποντας τήν καλή του γνώμη, ὄχι μόνο τόν ἄφησε, ἀλλά τοῦ ἔδωσε καί δύο φλουριά, λέγοντας: «Πάρε αὐτά, γιά νά ἐξυπηρετηθῆς. Καί ὅταν τά τελειώσης, ἔλα νά σοῦ δώσω καί ἄλλα καί νά παρακαλῆς τόν Θεό καί γιά ἐμένα». Μόλις ὅμως πῆρε τά φλουριά ὁ ἄκρος ἐραστής τῆς ἀκτημοσύνης καί ἐπειδή ἦταν ἐλεύθερος ἀπό κάθε φιλοχρηματία, ταράχθηκε καί ἀμέσως γύρισε καί τά ἔδωσε πίσω, λέγοντας: «Πάρε τά φλουριά σου, διότι κινδυνεύω νά χάσω τόν νοῦ μου μέ αὐτά».Καί μετά ἀπό αὐτό ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ. Καί τήν ὥρα πού περπατοῦσε, ἄρχισαν οἱ ἐνάντιοι λογισμοί νά τόν ἐνοχλοῦν ἔντονα ἕνας λογισμός τόν πίεζε νά γυρίση μέ τόν γέροντά του στήν μετάνοιά του. Ἄλλος πάλι, νά πάη σέ κανένα ἐρημονῆσι καί ἄλλος σέ ἄλλον τόπο. Ἐνῷ λοιπόν ἐνοχλεῖτο κατ’ αὐτόν τόν τρόπο καί περπατοῦσε, ἔφθασε σέ ἕνα τρίστρατο καί ἐκεῖ στάθηκε, μήν ξέροντας ποιά στράτα νά πιάση. Τότε τοῦ φάνηκε πώς τόν ἔσπρωξε κάποιος ἀόρατα πρός τήν μία στράτα, στήν ὁποία ἄρχισε νά περπατᾶ καί, ἀφοῦ περπάτησε λίγο, συνάντησε κάποιους μοναχούς, πού πήγαιναν στήν Ἁγία Ἄννα καί μαζί μέ αὐτούς πῆγε ἕως στόν σταυρό, πού ὀνομάζεται τοῦ Σιδήρη καί πάλι ἄρχισαν οἱ λογισμοί νά τόν ἐνοχλοῦν ἀκόμη πιό ἔντονα. Γι’ αὐτό, καί ἀφοῦ χωρίσθηκε ἀπό ἐκείνους, στάθηκε γιά λίγο καί πάλι ἄρχισε νά περπατᾶ ζαλισμένος ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν λογισμῶν. Γι’ αὐτό καί. ἀφοῦ προχώρησε λίγο καί βρῆκε κάποια πέτρα, κάθησε ἐπάνω σ’ αὐτήν, καί ἐπειδή πείνασε (διότι εἶχε τότε τρεῖς ἡμέρες, πού δέν ἔφαγε) πῆρε λίγο ψωμί καί ἔφαγε (τό ὁποῖο τοῦ τό εἶχαν δώσει οἱ προαναφερθέντες μοναχοί) καί ἀφοῦ ἔφαγε, ἀκούμπησε στό χέρι του καί ἀπό τήνπολλή ταραχή τῶν λογισμῶν τοῦ φάνηκε, πώς τοῦ ἦλθε μία συσκότισιτοῦ νοῦ καί μία μεγάλη ἀκηδία καί ἔγειρε νά κοιμηθῆ καί ἐκεῖ βλέπειμπροστά του ἕνα γιγαντιαῖο, μελανό, καί πανάσχημο καί φοβερό πλάσμα καί πάλι αἰσθάνεται σάν νά τοῦ ἔλεγε κάποιος ἄλλος ἀόρατα μέσαστό αὐτί του μέ ἡμερότητα, ὅτι αὐτός ὁ ἄσχημος γίγαντας εἶναι ὁ πονηρός δαίμονας, ὁ ὁποῖος σέ ἔβαλε μπροστά, γιά νά σέ ἀφανίση. Καί ἀμέσως ξύπνησε ἔντρομος καί λέει: «Ἀλλοίμονο σ’ ἐμένα, διότι μέ ἔβαλε ὁ δαίμονας μπροστά καί θέλει νά μέ ἀφανίση». Γι’ αὐτό ἀποφάσισε νά πάη στόν πνευματικό καί νά κάνη ὅ,τι τοῦ πῆ ἐκεῖνος, ἴσως καί βρῆ ἀνάπαυσι∙ καί ἔτσι ξεκίνησε τόν δρόμο πρός τόν πνευματικό.Περπατῶντας ὅμως τοῦ φάνηκε σάν ἕνας βίαιος ἀνεμοστρόβιλος καίτόν πῆρε καί τόν ἔβγαλε ἔξω ἀπό τόν δρόμο γιά ἀρκετό διάστημα, πιέζοντάς τον καί σπρώχνοντάς τον, γιά νά τόν ἀφανίση. Καί καθώς ἔπασχε φανερά ἀπό αὐτά καί τόν ἔσπρωχνε σέ γκρεμό ἡδαιμονική ἐκείνη ἐνέργεια, φοβήθηκε ἔντονα καί ἀναφώνησε μεγαλόφωνα: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ. Παναγία Θεοτόκε βοήθησέ με». Καί ἀμέσωςτοῦ φάνηκε πώς μία ἄλλη ἔνθεη καί θαυμαστή δύναμις ἦλθε ἐπάνω ἀπότό βουνό σάν μία ἀστραπή καί ἔδιωξε ὅλη ἐκείνη τήν σατανική ἐνέργειαμέ βοή μεγάλη. Καί ἡ βοή ἐκείνη μαζί μέ τήν λάμψι ἔφθασε μέχρι τήν παραλία, διώκοντας αὐτόν πού τόν πείραζε. Καί χάρισε στόν ὅσιο γαλή-νη καί ἡσυχία τοῦ λογισμοῦ καί τόν γέμισε μέ ἀνείπωτη χαρά, τόσο πολύ, ὥστε ἀναβοοῦσε μεγαλόφωνα φωνές εὐχαριστήριες πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, πού τόν ἐλευθέρωσε καί πρός τήν Κυρία μας καί μεσίτρια Θεοτόκο καί ἔτρεχε βιαστικά πρός τόν πνευματικό κύρ Γαλακτίωνα στό Κατουνάκι. Καί, ὅταν ἔφθασε σ’ αὐτόν, τοῦ διηγήθηκε ὅλα τά συμβάντα. Καί ἀφοῦ πῆρε τήν εὐχή του, πῆγε καί κάθησε στό Καυσοκαλύβι στήν Μεταμόρφωσι γιά εἴκοσι χρόνια ἐργαζόμενος τά κουτάλια.Ἡ τροφή του ἦταν ψωμί καί νερό, πού ἔτρωγε ἀνά δύο ἤ τρεῖς ἡμέρες, καί τόν περισσότερο καιρό τρεφόταν μέ χόρτα ἄγρια ἤ κάστανα. Καί τόση φροντίδα εἶχε γιά τό κορμί, ὅση μόνο χρειαζόταν γιά νά ζῆ. Ἐνῷ ὅλη του ἡ φροντίδα ἦταν δοσμένη στούς πνευματικούς ἀγῶνες, παλεύοντας καί ἀνταγωνιζόμενος μέ τόν ἀντίπαλο διάβολο αἰσθητά καί νοητάγιά εἴκοσι χρόνια.Ἔπειτα κατέβηκε κοντά στήν παραλία καί κατοίκησε σέ ἕνα σπήλαιο μικρό, ὅπου κατοικοῦσε πρωτύτερα ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης καί ἐκεῖ ἄρχισε νά ἀγωνίζεται ὑπεράνθρωπα, ταλαιπωρῶντας καί καταπονῶντας τήν σάρκα μέ πεῖνα καί δίψα μέ κόπους καί μόχθους, μέψύχρα καί γύμνια καί μύριες ἄλλες κακοπάθειες. Καί, ἐπειδή ἦταν ὁ τόπος ἄνυδρος, τόν μέν χειμῶνα μάζευε ἀπό τήν βροχή νερό σέ μία στάμνα. Ἐνῷ τό καλοκαίρι τόν παρηγοροῦσε ὁ Θεός καί ἐρχόταν ἕνα σύννεφομικρό ἐπάνω ἀπό τό σπήλαιο καί ἔβρεχε, ἕως ὅτου γέμιζε τήν στάμνα μένερό καί πάλι ἔφευγε. Ἀλλά ἐπειδή φρόντιζε νά καταπονῆ τήν σάρκα,ξέραινε τά ἄγρια χόρτα καί, τρίβοντάς τα, ἔτρωγε ἀπό αὐτά λιγοστά μό-νο, ὅσο γιά νά ζῆ. Πολλές φορές δέ ἔτριβε καί μάρμαρα καί τά ἔκανε σάνἀλεῦρι καί ἀνακατεύοντάς τα μέ τά ξερά χόρτα, ἔτρωγε. Καί ὅταν τόνρωτοῦσαν γι’ αὐτό ἔλεγε, ὅτι, ὅποτε τά ἔτρωγε, τοῦ ἐρχόταν αἷμα. Καί αὐτός μέν ἔτσι ἀγωνιζόταν, ἐνῷ οἱ γύρω μοναχοί προσπαθοῦσαν νά τόν ἐμποδίσουν, θεωρῶντας πλάνη ὅσα γίνονταν, καί τόν συμβούλευαν ὁ καθένας κατά τήν γνώμη του. Αὐτός ὅμως ἐκείνους μέν μέτήν συνηθισμένη του ταπείνωσι τούς ἀνέπαυε, ἀπό τούς ἀγῶνες του ὅ-μως δέν σταματοῦσε, ἀλλά σάν ἄσαρκος ἀγωνιζόταν καθημερινά γιά νάτούς αὐξάνη. Ἀλλά καί οἱ δαίμονες, πού μισοῦν τό καλό, δέν σταματοῦσαν νά τόνπειράζουν συχνά μέ διάφορους τρόπους καί αἰσθητά καί νοητά, προσπαθῶντας νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τήν εὐθεῖα καί εὐαγγελική ὁδό καί θλίβοντάς τον ποικιλοτρόπως. Πότε μέν προσβάλλοντάς τον μέ διαφόρους λογισμούς, πότε πάλι βασανίζοντάς τον μέ διάφορες σωματικές ἀσθένειες. Αὐτός ὅμως, ἀναγνωρίζοντας τήν σατανική ἐνέργεια, στρεφόταν στήν προσευχή καί μέ αὐτήν διέλυε τίς σκευωρίες τους, σάν ἱστό ἀράχνης. Ἄλλοτε πάλι προσπαθοῦσαν νά τόν φοβερίζουν μέ χτυπήματα καί φωνέςκαί μέ ὄψεις φοβερές, ἐμφανιζόμενοι ὡς θηρία καί γίγαντες μαῦροι φοβε-ροί καί ἀπαίσιοι, ἀλλά γι’ αὐτόν πού ἔλαβε μία φορά τήν θεία χάρι, αὐτάθεωροῦνταν παιγνίδια νηπίων καί πράγματα ἄξια γέλιου. Καί κάποτε πού ἔβγαινε ἀπό τό σπήλαιο γιά κάποια ἀνάγκη, τήν ὥρα πού γύρισε, εἶδε αἰσθητά μπροστά στό σπήλαιο κάτι σάν τσιγγάνους πολλούς μέ γυναῖκες καί παιδιά νά δουλεύουν τόν χαλκό καί νά κάνουν κόσκινα καί ἄλλα παρόμοια, ἀλαλάζοντας καί φωνάζοντας σύμφωνα μέ τήν συνήθεια τῶν τσιγγάνων καί μόλις κατάλαβε τήν πονηρία τῶν δαιμόνων, ἀφοῦ σήκωσε τό νοερό μάτι τῆς ψυχῆς του πρός τόν Θεό, εἶπε «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐσύ ὁ λυτρωτής καί Θεός μου, λύτρωσέ με ἀπό τίς πανουργίες τῶν δαιμόνων, μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Παναχράντου σου Μητρός. Ἀμήν». Καί ἀφοῦ ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, διαλύθηκαν σάν καπνός καί ἔγιναν ἄφαντοι. Ἔτσι λοιπόν ἀγωνιζόμενος, ἔγινε ἄξιος καί νοερᾶς προσευχῆς καί θείων ἀποκαλύψεων, καί ἐνῷ προσευχόταν, ἔστεκε σάν στῦλος ἀκλόνητος καί, ἐνῷ καθόταν, φαινόταν ὅλος μετέωρος ἔχοντας ψηλά τόν νοῦ καί χωρίς νά αἰσθάνεται καθόλου τό γήινό του σαρκίο, ἀλλά ἦταν ὁλόκληρος θεῖος καί θεοειδής στό πνεῦμα καί στούς ἀπ’ ἔξω πολύ χαριτωμένος. Τότε ἦλθε στόν ὅσιο καί αὐτός πού ἀργότερα μαρτύρησε γιά τόν Χριστό, ὁ Ρωμανός ὁ Καρπενησιώτης, καί ἔμεινε μαζί του γιά ἀρκετό χρόνο, ἀγωνιζόμενοι καί οἱ δύο σάν ἄσαρκοι. Καί, ἐπειδή ὁ Ρωμανός φερόταν σάν ξένος πρός τήν παροῦσα ζωή καί σκεφτόταν ὁλοκληρωτικά τό Μαρτύριο, μέ κοινή ἀπόφασι, ἀφοῦ νήστευσαν καί οἱ δύο ἀρκετές ἡμέρες καί προσευχήθηκαν στόν Θεό γιά τήν ἔκβασι τοῦ Μαρτυρίου, τούς ἀποκαλύφθηκε, πώς εἶναι θέλημα Θεοῦ καί θά ἔχη αἴσιο τέλος τό Μαρτύριο. Γι’ αὐτό συμφώνησαν ἀναμεταξύ τους, ὁ μέν Ρωμανός νά εἶναι πρέ-σβυς πρός τόν Θεό ὑπέρ τῆς σωτηρίας τοῦ ὁσίου καί μετά τόν θάνατο νά ἔχουν τήν διαμονή μαζί στόν παράδεισο. Ἐνῷ ὁ ὅσιος νά ἐπικαλῆται τόν Θεό ὑπέρ τοῦ Ρωμανοῦ, ἕως ὅτου νά ἀξιωθῆ τῶν Μαρτυρικῶν Στεφάνων. Ἔπειτα νά μείνη στό ἴδιο σπήλαιο μέχρι τήν τελείωσί του. Ἀφοῦ λοιπόν αὐτά συμφώνησαν καί ἀφοῦ ὁ Ρωμανός ντύθηκε τό μέγα καί ἀγγελικό σχῆμα, ἔφυγε χαρούμενος καί ἔλαβε μέ τήν εὐχή τοῦ ὁσίου τό ποθούμενο Μαρτύριο, ὅπως ἐπισημαίνει τό ὑπόμνημά του. Ὁ δέ Ἅγιος ἔκτοτε ἀγωνιζόταν περισσότερο. Καί μετά ἀπό λίγον καιρό ἄφησε τό σπήλαιο καί πῆγε στό κάθισμ τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου καί προσευχόμενος μία φορά ἦλθε σέ ἔκστασι καίβλέπει τόν ὁσιομάρτυρα Ρωμανό λευκοφορεμένο καί νά λάμπη μυστηριωδῶς καί τό πρόσωπό του νά ἀκτινοβολῆ περισσότερο καί ἀπό τόν ἥλιο. Αὐτός, ἀποστρεφόμενος τό θεοειδές ἐκεῖνο πρόσωπο ἀπό τόν γέροντα, φαινόταν, ὅτι τόν ἐπέπληττε γιά τήν παράβασι, πού ἔκανε καί ἔφυγεἀπό τό σπήλαιο. Τότε ὁ ὅσιος, ἀφοῦ ἔπεσε στά γόνατα, προσευχόταν στόν Μάρτυρα νά τόν κοιτάξη μέ γελαστό πρόσωπο καί νά τοῦ συγχωρήση τό σφάλμα τῆς μετοικήσεως, ἀλλά ὁ ὁσιομάρτυρας δέν τόν ἄκουσε, ἀλλά ἔγινε ἄφαντος. Ἀφοῦ λοιπόν ἦλθε στά λογικά του ὁ ὅσιος καί ἐπειδή φοβήθηκε τήν ἀδιαλλαξία τοῦ Ἁγίου, γύρισε πάλι στό σπήλαιο. Καί ἐκεῖ εἶδε πολλές φορές τόν ὁσιομάρτυρα μέ τήν ἴδια δόξα καί μέ γελαστό καί γλυκύτατο πρόσωπο νά βλέπη τόν ὅσιο καί μέ λόγια νά τόν ἐνθαρρύνη καί νά τόν παρηγορῆ. Καί, ἀφοῦ ἔτσι παρηγορήθηκε πολύ, ἔμεινε ἐκεῖ ἀγωνιζόμενος. Ὕστερα ὅμως ἔκτισε μέ τά ἴδια του τά χέρια μία μικρή καλύβα στό σπήλαιο καί σ’ αὐτήν ζοῦσε τήν Ἀγγελική πολιτεία, πεινῶντας καί διψῶντας καί ὑπομένοντας κάθε ταλαιπωρία καί ἔχοντας μόνο ἕνα παλαιό ράσο, τό ὁποῖο δέν τό φοροῦσε καί πάντοτε, ἀλλά ὅταν ἤθελε νά ἰδῆ κάποιον ἀπό τούς γνωστούς, πού θά πήγαινε σ’ αὐτόν, διότι δέν ἐμφανιζόταν σέ ὅλους. Καί κάποτε, ὅταν ἔπεσε πολύ χιόνι, κρύωσε ὑπερβολικά καί, ἀφοῦ ἄναψε φωτιά, προσπαθοῦσε νά ζεσταθῆ, ἀλλά δέν μποροῦσε. Ἀλλά ὅσο πλησίαζε στήν φωτιά, τόσο κρύωνε περισσότερο. Ἀφοῦ λοιπόν κατάλαβε, ὅτι αὐτό τό ψῦχος δέν εἶναι φυσικό, ἀλλάἀπό τόν σατανᾶ, τήν μέν φωτιά, ἀφοῦ τήν πάτησε, τήν ἔσβησε, ἐνῷ ὁ ἴδιος, ἀφοῦ βγῆκε ἔξω γυμνός, ἔπεσε στό χιόνι καί, ἀφοῦ τό ἔκανε αὐτό,τοῦ φάνηκε πώς ᾖλθε σ’ αὐτόν μία θαυμαστή δύναμις καί θεία ἐνέργειακαί ἔδιωξε τήν ὑπερβολική ψύχρα καί τόν ζέστανε τόσο, πού νόμιζε, πώς κάθεται σέ λουτρό καί ὄχι σέ χιόνι. Ἐξαπλώθηκε τότε ἡ φήμη τοῦ ὁσίου παντοῦ καί ἔτρεχαν σ’ αὐτόν, ἄλλοι μέν γιά εὐχή, ἄλλοι γιά ὠφέλεια καί κάποιοι, ἀφοῦ ὑποτάχθηκαν, ἔμειναν κοντά του. Αὐτός προσευχόμενος κάποτε, ἦλθε σέ ἔκστασι καί βλέπει σάν ἕναν ἄνδρα θαυμαστό, πού τόν ἔπιασε ἀπό τό χέρι καί τόν πῆγε σέ ἕναν κάμπο τόσο μεγάλο, πού ἄκρη δέν φαινόταν, ὁ ὁποῖος ἦταν γεμᾶτος παλάτια καί σπίτια ὡραιότατα, ἄδεια ὅμως ἀπό ἀνθρώπους καί ἀπορῶντας ρώτησε αὐτόν πού τόν ὡδηγοῦσε, γιατί εἶναι ἄδεια; Αὐτός τότε ἀποκρινόμενος εἶπε, ὁ τόπος αὐτός καί τά παλάτια αὐτά εἶναι ἕτοιμα, γιά νά κατοικήσουν σ’ αὐτά μετά τήν κοινή Ἀνάστασι οἱ Χριστιανοί ἐκεῖνοι πού πληρώνουν στούς Τούρκους χαράτσια καί ἄλλα δοσίματα, καί ὑπομένουν μέ εὐχαρίστησι τόσα κακά γιά τόν Χριστό. Ἀμέσως κάλεσε αὐτούς, πού ἦταν μαζί του καί τούς εἶπε: «Ἐάν ἔχετε χρήματα πηγαίνετε καί πληρῶστε τό χαράτσι σας, γιά νά γίνουμε καί ἐμεῖς συγκοινωνοί μέ ἐκείνους, πού πληρώνουν» καί ἔτσι τούς διηγήθηκε λεπτομερῶς τήν ὀπτασία πού εἶδε.Κάποιος πνευματικός, πού ὠνομαζόταν Σίλβεστρος, ἄνθρωπος πο-λύ Χριστιανός καί ἀξιόπιστος ἔλεγε, ὅτι εἶδε τόν Ὅσιο πολλές φορές ἐκεῖ πού προσευχόταν καί ἔλεγε τό “Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ”, πώς ἔβγαζε πύρινη φλόγα ἀπό τό στόμα του. Ἀλλά ἀξιώθηκε καί προορατικοῦ χαρίσματος, καί προέλεγε σέ πολλούς ἐκεῖνα, πού ἔμελλε νά τούς συμβοῦν. Ἔβλεπε ἐπίσης καί τήν ψυχική κατάστασι, στήν ὁποία βρισκόταν ὁ καθένας ἤ σέ ἁμαρτίες ἤ σέ ἀρετές, ὅπως τό φανέρωσε σέ πολλούς μυστικούς του. Καί ἐνῷ ἔτσι διέπρεπε σ’ αὐτά ὁ ὅσιος, ἦλθε καί ὁ ὁσιομάρτυς Νικόδημος, γιά νά λάβη τήν εὐχή του καί γιά νά συμβουλευθῆ τί πρέπει νά κάνη καί ἀμέσως μόλις τόν εἶδε, ἔπεσε στά πόδια του κλαίγοντας, καί ὀδυρόμενος γιά πολλή ὥρα.Ἔπειτα, ἀφοῦ τόν ἔπιασε ὁ ὅσιος ἀπό τό χέρι καί, ἀφοῦ (χωρίς νάτόν ξέρη) τόν ἀποκάλεσε μέ τό ὄνομά του, τόν σήκωσε καί τόν παρηγόρησε ἀρκετά. Μετά ἀπό αὐτό ἀναχώρησε γιά λίγο καί προσευχόταν νοερά. Καί αὐτοί πού ἦταν ἐκεῖ τότε, ἔλεγαν, ὅτι εἶδαν φῶς σάν ἄστρο, πού κατέβηκε στόν ὅσιο καί ἀμέσως ἔλαμψε τό πρόσωπό του σάν τόν ἥλιο. Ἔπειτα, ἀφοῦ γύρισε πίσω πῆγε στόν Νικόδημο καί τοῦ εἶπε κάποιο μυστικό λόγο. Καί μέ αὐτόν τόν λόγο ἀμέσως, ἡ μέν λάμψις χάθηκε ἀπό τόν ὅσιο, ἐνῷ κατάνυξις ἦλθε στόν Νικόδημο καί παρακινούμενος ἀπό τήν θεία χάρι, φώναξε μεγαλόφωνα καί, ἀφοῦ ἔφυγε καί πῆγε κάτω ἀπό τό σπήλαιο, ἔκλαψε γοερά γιά ἀρκετή ὥρα καί ἔπειτα ἦλθε στόν ὅσιο ζητῶντας εὐχή καί ἄδεια, γιά νά πάη στό μαρτύριο. Τότε ὁ ὅσιος, ἀφοῦ τοῦ εὐχήθηκε καί ἀφοῦ πῆρε ἕνα ραβδί, τό ἔδωσε στά χέρια του λέγοντας: «Πήγαινε μαζί μέ αὐτό ἐμπρός στόν πασᾶ καί μέ τήν δύναμι τοῦ Χριστοῦ θά τελειώσης σωστά τό μαρτύριο». Ὁ δέ Νικόδημος, ἀφοῦ πῆρε σάν ἀπό τό χέρι τοῦ Κυρίου τό ραβδί καί ἀφοῦ περιβλήθηκε μέ τίς εὐχές τοῦ πατρός, ἀποφάσισε ἀπό ἐκεῖ νά ξεκινήση πρός τήν ὁδό τοῦ μαρτυρίου. Ὡστόσο, ἐπειδή ἦταν ἀδύνατος ἀπό τίς ἀμέτρητες νηστεῖες πού ἔκαμε, ζήτησε ἄδεια, νά καταλύση σέ φαγητό καί ποτό, γιά νά μπορῆ νά περπατᾶ. Ὁ ὅσιος ὅμως τοῦ εἶπε «Τώρα κυρίως, ἀδελφέ, σοῦ χρειάζεται περισσότερη νηστεία, πού πρόκειται νά ἀγωνισθῆς τόν τελευταῖο ἀγῶνα ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Κύριός μας θά σέ δυναμώση νά πᾶς χωρίς κόπο». Τοῦ λέει πάλι ὁ Νικόδημος: «Ὁ Κύριός μας μέ τίς εὐχές σου ἄς μέ ἀξιώση τῆς καλῆς του ὁμολογίας, ὡστόσο φοβοῦμαι τόν διάβολο». Τοῦ λέει ὁ ὅσιος: «Τόν Θεό νά φοβᾶσαι καί ὄχι τόν διάβολο τόν ἀδύνατο, πού δέν ἔχει καμία ἐξουσία σ’ ἐμᾶς ἀπό μόνος του. Ἔχε λοιπόν στόν Χριστό ὅλο σου τό θάρρος, ὁ ὁποῖος θά σέ δυναμώση καί τόν δαίμονα νά νικήσης καί γιά τόν Χριστό νά μαρτυρήσης». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ Νικόδημος, μέ δάκρυα καί γεμᾶτος χαρά, ἔπεσε καί φίλησε τά πόδια τοῦ ὁσίου καί ἔτσι ἔφυγε χαρούμενος καί καλῶς τελείωσε τό μαρτύριο.Καί στόν τόπο ἐκεῖνο πού βρισκόταν ὁ ὅσιος Ἀκάκιος, συγκεντρώθηκαν καί ἄλλοι ἀδελφοί, πού ποθοῦσαν τήν σωτηρία τους καί ἔκτισανκαλύβες καί ἔγινε σκήτη ἀρκετῶν πατέρων καί μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ ὁσίου αὐξάνει καθημερινά. Ἀλλά ἐπειδή εἶχαν ἔλλειψι νεροῦ, ἀφοῦ πῆρε ὁὅσιος κάποιον ἐργατικό ἀδελφό, πού ὠνομαζόταν Τιμόθεος καί τόν ἔφερε στό μέσο τῆς σκήτης καί τοῦ ἔδειξε τόν κατάλληλο τόπο, τοῦ εἶπε: «Ἐδῶ σκάψε καί θά βρῆς νερό δροσερότατο καί ὑγιέστατο, μέ τήν χάριτοῦ Χριστοῦ». Τό ὁποῖο καί ἔγινε. Καί βρέθηκε ἐκεῖ νερό ἀρκετό καί γιάτήν κατασκευή μύλου.Ὁ δέ ὅσιος ἐπιπρόσθετα στά ἄλλα, πού συμβούλευε τούς ἀδελφούς,ἔλεγε καί τό ἑξῆς, ὅτι οὔτε στρώματα, οὔτε ἐνδύματα, οὔτε πλοῦτος, οὔτε καλοπέρασι τρέφουν καί αὐξάνουν τά πάθη τόσο, ὅσο ὁ ὕπνος ὁ πολύς. Καί πάλι οὔτε μπορεῖ νά τά καταδαμάση κάτι ἄλλο τόσο, ὅσο ἡ ἀγρυπνία καί ὅτι δύο μόνο προπάντων σωματικές ἀρετές πρέπει νά μεταχειρίζεται κυρίως ὁ μοναχός, γιά νά νικήση τήν σάρκα, τήν νηστεία καί τήν ἀγρυπνία. Διότι καί ὅλες τίς ὑπόλοιπες κακουχίες νά μεταχειρίζεται κανείς, εἴτε κόπους, εἴτε ὕπνο κατάχαμα, εἴτε σίδερα, εἴτε γύμνια, εἴτε ἄλλητέτοια ταλαιπωρία, ὅταν τό κορμί ἀναπαύεται σέ φαγητά καί σέ ὕπνο,ὅλα τά προηγούμενα τά συνηθίζει καί δέν τά λογαριάζει γιά τίποτε. Ἀλλά μέ τήν νηστεία καί τήν ἀγρυπνία δέν μπορεῖ νά παρακινῆται στίς ὀρέξεις του, οὔτε νά τά συνηθίση αὐτά, ὅπως καί τά ἄλλα. Καί ὅταν κά-ποτε τόν ρώτησαν σχετικά μέ τόν ὕπνο, πόσο δηλαδή νά κοιμᾶται ὁ μοναχός; Εἶπε ὅτι μισή ὥρα εἶναι ἀρκετή στόν ἀληθινό μοναχό. Ὅπως τό ἔδειχνε καί αὐτός στήν πρᾶξι, παρ’ ὅλο πού ἦταν σέ πολύ προχωρημένη ἡλικία καί εἶχε καί δύσκολο σπάσιμο καί ἐπέμενε μέ μεγάλη γενναιότητα,στεκόμενος ὅλη τήν νύχτα ὄρθιος, ἤ γονατιστός στούς θείους ὕμνους καίκοντά στό ξημέρωμα κοιμόταν γιά λίγο ἀκουμπῶντας στό χέρι του ἤ σέκάτι ἄλλο, ὥσπου νά μήν θολώνη τό μυαλό του ἀπό τήν ὑπερβολική ἀγρυπνία. Τόσο πολύ μισοῦσε τόν ὕπνο, σάν μεγάλο του ἐχθρό. Καί ἀποτελοῦσε μέγα θαῦμα στόν ὅσιο, ἄξιο νά τό διηγηθῆ κανείς, ὅτι ἄν καί ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματος, διάβαζε μέ μεγάλη κατανόησι καί τά πλέον ἀκατάληπτα βιβλία, σέ σημεῖο πού σχεδόν οὔτε ρητό τῆς θείας γραφῆς δέν τοῦ ξέφευγε, ἀλλά, ὅταν τόν ρωτοῦσαν, ἀπαντοῦσε, σάν ἕνας πολύ σοφός ἄνθρωπος, δίνοντας τήν πρέπουσα ἀπάντησι καί λύσι κάθε ρητοῦ καί στούς σοφούς καί στούς ἰδιῶτες. Εἶχε δέ εὐλάβεια ὁ ὅσιος πρός ὅλους τούς Ἁγίους καί ἰδιαίτερα στόνὅσιο Μάξιμο τόν Καυσοκαλύβη, τόν ὁποῖο ἔλεγε, ὅτι τόν εἶδε πολλές φορές. Καί ὅταν ἔνιωθε λύπη ἀπό τήν ἐπήρεια τοῦ ἐχθροῦ, αὐτόν τόν Ἅγιοἐπικαλεῖτο καί τόν εὕρισκε ἄμεσο βοηθό, διότι ἐμφανιζόταν σέ ἔκστασι σ’αὐτόν, φορῶντας λαμπρότατη ἱερατική στολή καί κρατῶντας στά χέριαθυμιατό, μέ τό ὁποῖο θύμιαζε ὅλο τόν ναό καί αὐτόν καί τούς ἀκολούθους του, (διότι τόν ἀκολουθοῦσε πλῆθος ἀμέτρητο μοναχῶν καί φοροῦσαν μοναχική στολή, ἄσπρη ὅμως σάν χιόνι καί ἀπαστράπτουσα, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἐκεῖνοι πού σώθηκαν μέσῳ αὐτοῦ). Καί ἀμέσως ἐλευθερωνόταν ἀπό τήν ὑπερβολική λύπη καί μέ θαυμαστό τρόπο παρηγοριόταν. Ἄλλοτε πάλι ἔλεγε, ὅτι ὅταν ἦταν μοναχός, ἐμφανιζόταν τήν αὐγή ἕνα ὡραιότατο πουλί, σάν τρυγόνι καί κελαηδοῦσε μία θαυμάσια μελῳδία, ἔτσι, ὥστε ἀκούγοντάς το ὁ ὅσιος, γέμιζε ἡ καρδιά του ἀνείπωτη εὐφροσύνη καί ἔφευγε ἀπό μέσα του κάθε λύπη. Ἀφότου ὅμως συγκεντρώθηκαν ἐκεῖ ἀδελφοί, δέν τό εἶδε πλέον.Ἔλεγε ἐπίσης ὅτι οὔτε πρωτύτερα, οὔτε ὑστερότερα εἶδε καμία φο-ρά τέτοιο ὡραιότατο πουλί, οὔτε τέτοια μελῳδία πουλιοῦ ἄκουσε. Ἐγώ δέ (119) αὐτό πού εἶδα καί ἄκουσα πολλές φορές δέν θά τό ἀποκρύψω. Διό-τι καθισμένος πολλές φορές τήν νύχτα φύλαγα ἔξω ἀπό τό κελλί του, ἀ-πό εὐλάβεια στόν ὅσιο. Αὐτός, ἐνῷ προσευχόταν, ἀπό τό μέν στόμα τουδέν ἀκουγόταν καθόλου φωνή, ἀλλά ἀπό μέσα ἀπό τήν καρδιά του ἀ-κουγόταν κάποια ἀνείπωτη φωνή μέ ἀναστεναγμούς, θαυμάσια, γλυκύτατη καί μελῳδική. Καί αὐτό γινόταν ὅλη τήν νύχτα, διότι πάντοτε διανυκτέρευε καί προσευχόταν καί πρός τό ξημέρωμα ἔπαιρνε ἕναν μικρόὑπνάκο, ὅπως εἴπαμε. Εἶχε πνεῦμα εἰρηνοποιό, ὥστε ἐάν κάποιος ἔπασχε ἀπό λογισμούς, ἀμέσως μόλις ἔβλεπε τό χαριτωμένο του πρόσωπο, εἰρήνευαν ἐκεῖνοι οἱ κακοί λογισμοί. Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Χρύσανθος ἦλθε κάποτε στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά προσκυνήση, καί ἀκούγοντας τά σχετικά μέ τόν ὅσιο, ἦλθεμέ μεγάλη βιασύνη καί, ἀφοῦ συνντήθηκε μαζί του καί τόν ρώτησε πολλά ἀπόρρητα, θαύμασε τήν ὑψηλή του ἀντίληψι καί τήν θαυμαστή καί ἁγία του πολιτεία καί, ἐπειδή εὐφράνθηκε μέ τούς χαριτωμένους λόγους του, κήρυττε παντοῦ λέγοντας∙ «Εἶδα ἕναν ἄλλο Ἠλία καί ἕναν ἄλλο Ἰωάννη τόν Βαπτιστή. Εἶδα περισσότερα ἀπό ὅσα ἄκουγα». Καί δόξαζε τόν Θεό, διότι σέ τέτοιους καιρούς ὑπάρχει τέτοιος ἄνθρωπος.Καί κάποτε, ὅταν διάβαζα ἐγώ τούς λόγους τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦνέου Θεολόγου, βρῆκα τόν λόγο πού λέει, ὅτι ἄν τυχόν ὁ Χριστιανός δένδῆ τόν Χριστό ἐδῶ στήν παροῦσα ζωή, ἄς μήν ἐλπίζη νά τόν δῆ οὔτε στήν μέλλουσα. Καί ἀπορῶντας ρώτησα τόν ὅσιο. Καί αὐτός μοῦ εἶπε∙ «Ἀλήθεια εἶναι. παιδί μου, καί μή ἀμφιβάλλης σ’ αὐτό. Διότι βέβαια ἄν τυχόν ὁ Χριστιανός δέν ἀποκτήση τήν ὅρασι τῶν νοερῶν ματιῶν ἔτσι, ὥστε νά βλέπη καθαρά τόν Χριστό ἐδῶ, δέν εἶναι δυνατόν οὔτε ἐκεῖ νά τόν δῆ». Ἐγώ τότε τοῦ εἶπα∙ «Καί τόν εἶδε ἡ ἁγιωσύνη σου, πάτερ;». Καί λέει∙ «Τόν εἶδα, παιδί μου, ὄχι μία φορά». Καί ἐγώ πάλι τόν ἐρωτῶ∙ «Καί τί σου εἶπε πάτερ;». Καί μοῦ λέει∙ «Μοῦ εἶπε∙ “Ἀκολούθησέ με”, δηλαδή νά πράττης τίς ἐντολές μου (διότι ἔτσι ἐξηγοῦσε τό ἀκολούθησέ με). Ὅμωςδέν τόν ἀκολούθησα». Καί μέ αὐτόν τόν λόγο ἔτρεξαν ἀπό τά μάτια του τά δάκρυα ποτάμι.Ἐγώ δέ πάλι μέ τήν συνηθισμένη μου αὐθάδεια εἶπα∙ «Καί μέ ποιόντρόπο βλέπει ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ τόν Χριστό, αἰσθητά ἤ νοερά;». Καί μοῦ λέει∙ «Νοερά, ὡστόσο νά ξέρης, ὅτι ἐκεῖνος, πού θά ἀξιωθῆ ἑνός τέτοιου χαρίσματος, ὅταν ἔλθη σέ τέτοια ἀποκάλυψι, βλέπει τά νοερά ὡς αἰσθητά.Ἐπειδή καί ἡ αἴσθησις τῶν σωματικῶν ματιῶν μένει τότε τελείως ἀνενερ-γή. Γι’ αὐτό καί ἐσύ, ὅταν διαβάζης αὐτούς τούς ὑψηλούς λόγους καί ἀγγίζεται κάπως ἡ καρδιά σου, τότε ἀμέσως ἀγωνίσου νά ἀποκτήσης κάτι ἤ νά κάνης κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού διαβάζεις, διότι, ἄν τυχόν τήν πρώτη καί τήν δεύτερη φορά ἀμελήσης, ὕστερα σκληραίνει ἡ καρδιά σου καί θά σοῦ φαίνωνται αὐτά τόσο ὑψηλά καί πνευματικά, σάν μῦθοι καί τραγούδια. Καλότυχος εἶναι ἐκεῖνος, πού πράττει ἔτσι, ἐπειδή θά ἀξιωθῆ μεγάλων χαρισμάτων». Ἄλλοτε πάλι κάποιοι τόν ρώτησαν σχετικά μέ αὐτούς, πού σκανδαλίζονται ἀπό κάποια ὡραῖα πρόσωπα, καί αὐτός, ἀποκρινόμενος μέ κατάνυξι καί μέ τήν συνήθη ἁπλότητά του, εἶπε∙ «Ἐγώ δέν ξέρω, τί νά πῶ; Διότι δέν γνώρισα ποτέ μου, τί εἶναι αὐτό τό σκάνδαλο. Ἀλλά μάλιστα, ὅταν βλέπω αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά πρόσωπα, προτρέπομαι σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί χαίρομαι μέ τήν δημιουργία του». Ἀλλά καί οἱ ἀδελφοί πού ἦταν στήν σκήτη καί ἤθελαν νά κάνουνκάποιες ἐντολές, τόσο γι' αὐτά, ὅσο καί γιά κάποια ἄλλα, πού τούς φαίνονταν εὔλογα, ὅταν τόν ρώτησαν, τούς ἐμπόδισε λέγοντας∙ «Νά φυλάγεσθε νά μήν κάνετε στήν σκήτη ποτέ καμία ἐντολή, οὔτε ἀπό ἄλλον νά δεχθῆτε ἐντολή. Διότι ἀρκετή εἶναι γιά ἐμᾶς ἡ παιδεία, πού πρέπει νά λάβουμε γιά τήν παράβασι τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἁγίων Πατέρων. Διότι ὅπου ὑπάρχει ἐντολή, ἐκεῖ ὑπάρχει καί παράβασις. Διότι, ὅποιος ἀποφασίσει νά κάνη ἐντολή καί δέν εἰρηνεύει, μόνο προσπαθεῖ μέ αὐτό τάχα τό καλό νά μπερδεύη τούς ἀδελφούς, σᾶς λέω, μάρτυς μου ὁ Θεός, ὅτι πρόκειται νά πέση σέ μεγάλους πειρασμούς καί νά γίνη αὐτός ὁ ἴδιος παραβάτης τῆς δεισιδαιμονίας του καί τέλος θά φύγη καί τελείως». Καί ἀξιώθηκε ὁ ὅσιος, ὅπως εἴπαμε, καί μέ διορατικό χάρισμα καί πολλές φορές προέλεγε σέ πολλούς πολλά φανερά καί πάλι, ἄν κάποιος δέν ἤθελε νά τοῦ πῆ κανένα του λογισμό, αὐτός προλαβαίνοντας τόν φανέρωνε μέ τρόπο συμβουλευτικό. Καί γιατί νά πολυλογῶ διηγούμενος ἕνα πρός ἕνα τά σχετικά μέ τόν Ἅγιο, καθώς δέν ἔλειπε ἀπό αὐτόν καμία ἀρετή. Ὅλες σχεδόν τίς εἶχεκαί ὅλες σῶες καί ἄμεμπτες. Πρό πάντων δέ εἶχε τήν ταπεινοφροσύνη τόσο, ὥστε δέν ἄντεχε ὄχι νά κάνη κάποιο ἔργο ἤ λόγο νά πῆ, ἀλλά οὔτενά ἀκούση πρᾶξι ἤ λόγο ὑπερήφανο. Γι’ αὐτό μία τῶν ἡμερῶν, πού ἦταν ἑορτή καί συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ ἀδελφοί, ὅπως συνηθιζόταν, στό Κυριακό, ζήτησαν ἀπό τόν ἡγούμενο Νεόφυτο (ὁ ὁποῖος ἐξ αἰτίας τῆς εὐλά-βειας πού εἶχε πρός τόν ὅσιο, ἦλθε ἀπό τήν Λαύρα καί ἔχτισε δύο Ἐκκλησίες καί σπίτια καί ἔμεινε ἐκεῖ ἕως τό τέλος, ἀγωνιζόμενος ὅσο μποροῦσε) νά τούς διορίση καί δεύτερο προεστῶτα, γιά νά μήν ἐνοχλοῦνσυχνά τόν ὅσιο μέ τά παραμικρά. Ὁ δέ ἡγούμενος, ἀφοῦ σηκώθηκε, πῆρε ἕνα ραβδί καί, ἀφοῦ τό ἔδωσε στόν ὅσιο, εἶπε∙ «Πάρε πάτερ αὐτό τόραβδί, καί νά εἶσαι προεστώς σέ ὅλους τούς ἀδελφούς πού βρίσκονται ἐδῶ, μέχρι τήν τελευταία σου ἀναπνοή». Καί τότε μέν, ἀφοῦ φίλησε τό χέρι τοῦ ἡγουμένου, πῆρε τό ραβδί, θέλοντας νά δείξη ὑποταγή σέ ὅλα. Ἀλλά, ὤ τοῦ θαύματος! ἀπό τότε πιά δέν ἔπιασε ξανά ραβδί στά χέρια του καί παρόλο πού πρωτύτερα ἐξ αἰτίας τῶν γηρατειῶν του περπατοῦσε μέ ραβδί, ἀποβάλλοντας, δηλαδή, ἀπό μέσα του κάθε ὑπερήφανη σκέψι. Ἀλλά καί πρός τό τέλος τῆς ἀγγελικῆς του ζωῆς ἀξιώθηκε νά κάνη καί τρίτον ὁσιομάρτυρα, τόν ἁπλούστατο Παχώμιο, ἐννοῶ τόν Ρῶσσο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐφοδιάσθηκε μέ τίς παραινέσεις καί τίς εὐχές τοῦ ὁσίου, τελείωσε καλῶς τό Μαρτύριο γιά τόν Χριστό. Ὁ δέ ὅσιος Ἀκάκιος, ὁ ὁποῖος πλησίαζε τά ἑκατό του χρόνια, ἀφοῦ συλλογίσθηκε γιά λίγο μετά τήν ἀποδημία τοῦ ὁσιομάρτυρος στό μαρτύριο, ἔφυγε πρός τόν Κύριο κατά τό ἔτος 1730, στίς 12 Ἀπριλίου. Καί προέβλεψε καί τόν ἴδιο του τόν θάνατο καί εἶπε σέ ἕναν του καλόγηρο, πού ὠνομαζόταν Ἀθανάσιος καί εἶχε ἔλθει ἀπό τήν Ἁγία Ἄννα, γιά νά λάβη τήν εὐχή του: «Πηγαίνω τώρα, Ἀθανάσιε, δρόμομακρύ καί πλέον ἐδῶ δέν βλέπουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον». Καί συνέτρεξε ἄπειρο πλῆθος στόν μακάριο θάνατό του καί ὅλοι θρηνοῦσαν, πού τόνστερήθηκαν. Μέ αὐτοῦ τίς πρεσβεῖες ἄς ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.

118 Συνεγράφη παρά τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Παπᾶ Ἰωνᾶ. Δέν περιέχεται στήν α΄Ἔκδοσι τοῦ Νέου Μαρτυρολογίου. Ὑπάρχει στήν γ΄ Ἔκδοσι τοῦ Ἀστέρος, ἀπό ὅπου ἔγινε

119 Αὐτός εἶναι ὁ Παπᾶ Ἰωνᾶς, ὁ Καυσοκαλύβης.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης