Τῷ αὐτῷ μηνί ΣΤ΄, τά Ἅγια ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΣΤ΄, τά Ἅγια ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τούς οὐρανούς βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ σχίσαν,

Τούς αὐτό μή χραίνοντας ἔνδον εἰσάγει.

Βάπτισεν ἐν ποταμῷ Χριστόν Πρόδρομος κατά ἕκτην.

 

Τά Ἅ­για Θε­ο­φά­νεια τοῦ Κυ­ρί­ου καί Θε­οῦ καί Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἑ­ορ­τά­ζου­με σή­με­ρα σέ ὅ­λες τίς Ἅ­γι­ες τοῦ Θε­οῦ Ἐκ­κλη­σί­ες, κά­νον­τας ἀ­πό ἑ­σπέ­ρας τήν ἀ­γρυ­πνί­α. Ἐ­πει­δή ὕ­στε­ρα ἀ­πό τά τριά­ντα χρό­νια τῆς ἡ­λι­κί­ας του θέ­λη­σε ὁ Κύ­ριος νά φα­νε­ρω­θῆ στούς ἀν­θρώ­πους, ὅ­τι εἶ­ναι Θε­ός ἐν σώ­μα­τι. Δι­ό­τι, ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος βα­πτι­ζό­ταν ἀ­πό τόν Ἰ­ω­άν­νη, δό­θη­κε μαρ­τυ­ρί­α ἀ­πό ἐ­πά­νω ἀ­πό τόν Θε­ό καί Πα­τέ­ρα μέ τήν φω­νή καί μέ τήν ἐ­πέ­λευ­σι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὅ­τι εἶ­ναι Υἱ­ός γνή­σιος καί ὁ­μο­ού­σιος αὐ­τοῦ. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν ἔ­γι­νε γνω­στό σέ ὅ­λους μέ τά θαύματα καί τήν ὑ­ψη­λή του δι­δα­σκα­λί­α, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος κη­ρύσσε­ται φα­νε­ρά ἀ­πό τούς Προ­φῆ­τες1.

Ἦλ­θε δέ στό Βά­πτι­σμα γιά τόν ἑ­ξῆς λό­γο: Ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιά ἐ­μᾶς, ἐκ­πλή­ρω­σε ὅ­λον τόν νό­μο σέ ὅ­λο τό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα τῆς ζω­ῆς του. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἦλ­θε ἀ­πό τήν ἔ­ρη­μο καί βά­πτι­ζε στό Ἰ­ορ­δά­νη, σύμ­φω­να μέ τόν λό­γο, πού ἔ­γι­νε σ’ αὐ­τόν ἀ­πό τόν Θε­ό, δη­λα­δή σύμ­φω­να μέ τό πρό­σταγ­μα καί τόν νό­μο τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως λέ­ει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Λου­κᾶς (Λουκ. 3,2), γι’ αὐ­τό ὁ Κύ­ριος θέ­λον­τας νά ἐκ­πλη­ρώ­ση καί τόν λό­γο αὐ­τόν ὡς ἕ­να θε­ϊ­κό νό­μο, γιά τόν λό­γο αὐ­τό, ὕ­στε­ρα ἀ­πό τό τρι­α­κο­στό ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, πῆ­γε στόν Βα­πτι­στή Ἰ­ω­άν­νη, γιά νά βα­πτι­σθῆ, ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι μο­λο­νό­τι δέν εἶ­χε ἀ­νάγ­κη βα­πτί­σμα­τος, ὄν­τας ἀ­να­μάρ­τη­τος. Ὁ δέ Ἰ­ω­άν­νης εὐ­λα­βού­με­νος τόν Κύ­ριο καί σκε­πτό­με­νος τήν δι­κή του ἀ­να­ξι­ό­τη­τα, ἔ­λε­γε· «Ἐ­γώ ἀνάγκη νά βαπτισθῶ ἀπό ἐσένα καί ἐσύ ἔρχεσαι πρός ἐμένα;» Ἀλ­λ’ ὁ Κύ­ριος δί­νει θάρ­ρος καί πα­ρα­κι­νεῖ τόν Ἰ­ω­άν­νη νά τόν βα­πτί­ση, ὑ­πο­δει­κνύ­ον­τάς του, ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο πού νο­μί­ζει πώς εἶ­ναι ἀ­πρε­πές, αὐ­τό ἰ­δι­αι­τέ­ρως πρέ­πει νά γί­νη, δη­λα­δή τό νά βα­πτι­σθῆ ὁ Δε­σπό­της ἀ­πό τόν δοῦ­λο. Γι’ αὐ­τό καί λέ­ει σ’ αὐ­τόν· «Ἄφησε αὐτά ἐπί τοῦ παρόντος. Διότι ἔτσι εἶναι πρέπον σ’ ἐμᾶς, νά ἐκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη». Δι­και­ο­σύ­νη βέ­βαι­α ἐ­δῶ ὀ­νο­μά­ζει ὁ Κύ­ριος τήν τε­λεί­ω­σι ὅ­λων τῶν ἐν­το­λῶν, σύμ­φω­να μέ τόν Χρυ­σό­στο­μο (στόν λό­γο στό Βά­πτι­σμα), σάν νά λέ­η· «Ἐ­πει­δή ἐ­γώ ἐκ­πλή­ρω­σα ὅ­λες τίς ἄλ­λες ἐν­το­λές τοῦ θεί­ου νό­μου, καί αὐ­τή μό­νη ἔ­μει­νε, γι’ αὐ­τό πρέ­πει νά ἐκ­πλη­ρώ­σω καί αὐ­τήν».

Τό­τε λοι­πόν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τήν ἀν­τί­στα­σι ὁ Ἰ­ω­άν­νης· καί ἀ­φοῦ βα­πτί­σθη­κε ὁ Κύ­ριος ἀ­πό αὐ­τόν, ἀ­μέ­σως ἀ­νέ­βη­κε πά­νω ἀ­πό τό νε­ρό2. Καί ἰ­δού ἀ­νοί­χθη­καν σ’ αὐ­τόν οἱ οὐ­ρα­νοί καί εἶ­δε ὁ Ἰ­ω­άν­νης τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ νά κα­τε­βαί­νη σέ μορ­φή πε­ρι­στε­ρᾶς καί νά ἔρ­χε­ται στόν Ἰ­η­σοῦ. Ἀλ­λά καί φω­νή ἀ­πό τούς οὐ­ρα­νούς ἦλ­θε λέ­γον­τας· «Οὗ­τός ἐ­στιν ὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­τός, ἐν ᾧ εὐ­δό­κη­σα». Ἀ­πό αὐ­τό λοι­πόν ἔ­γι­νε φα­νε­ρό στούς Ἰ­ου­δαί­ους, ὅ­τι δέν ἦ­ταν ὁ Ἰ­ω­άν­νης με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πό τόν Χρι­στό, σύμ­φω­να μέ τήν λα­θε­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψι, πού εἶ­χαν γι’ αὐ­τόν οἱ πολ­λοί· ἀλ­λά ἦ­ταν σέ ὑ­περ­βο­λι­κό βαθ­μό ἀ­συγ­κρί­τως πο­λύ κα­τώ­τε­ρος ἀ­πό τόν Χρι­στό καί δοῦ­λος καί ὑ­πό τήν ἐ­ξου­σί­α του. Γι’ αὐ­τό καί τό Πνεῦ­μα, ὅ­ταν κα­τῆλ­θε, εἵλ­κυ­σε τήν φω­νή τοῦ Πα­τρός στόν Ἰ­η­σοῦ. Καί ἔ­δει­χνε φα­νε­ρά καί σάν μέ τό δά­κτυ­λο, ὅ­τι τό «Οὗτός  ἐ­στιν ὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­τός», δέν λέ­χθη­κε γιά τόν Βα­πτι­στή Ἰ­ω­άν­νη, μο­λο­νό­τι αὐ­τός εἶ­χε τήν με­γά­λη δό­ξα καί τό ἀ­ξί­ω­μα ἀ­νά­με­σα σέ ὅ­λους, ἀλ­λά λέ­χθη­κε γιά τόν βα­πτι­ζό­με­νο Ἰ­η­σοῦ. Ἀ­φοῦ ἐκ­πλή­ρω­σε λοι­πόν ὁ Κύ­ριος καί αὐ­τό τό νο­μι­κό πρό­σταγ­μα τοῦ βα­πτὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­τός, ἐν ᾧ εὐ­δό­κη­σα». Ἀ­πό αὐ­τό λοι­πόν ἔ­γι­νε φα­νε­ρό στούς Ἰ­ου­δαί­ους, ὅ­τι δέν ἦ­ταν ὁ Ἰ­ω­άν­νης με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πό τόν Χρι­στό, σύμ­φω­να μέ τήν λα­θε­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψι, πού εἶ­χαν γι’ αὐ­τόν οἱ πολ­λοί· ἀλ­λά ἦ­ταν σέ ὑ­περ­βο­λι­κό βαθ­μό ἀ­συγ­κρί­τως πο­λύ κα­τώ­τε­ρος ἀ­πό τόν Χρι­στό καί δοῦ­λος καί ὑ­πό τήν ἐ­ξου­σί­α του. Γι’ αὐ­τό καί τό Πνεῦ­μα, ὅ­ταν κα­τῆλ­θε, εἵλ­κυ­σε τήν φω­νή τοῦ Πα­τρός στόν Ἰ­η­σοῦ. Καί ἔ­δει­χνε φα­νε­ρά καί σάν μέ τό δά­κτυ­λο, ὅ­τι τό «Οὗτός  ἐ­στιν ὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­τός», δέν λέ­χθη­κε γιά τόν Βα­πτι­στή Ἰ­ω­άν­νη, μο­λο­νό­τι αὐ­τός εἶ­χε τήν με­γά­λη δό­ξα καί τό ἀ­ξί­ω­μα ἀ­νά­με­σα σέ ὅ­λους, ἀλ­λά λέ­χθη­κε γιά τόν βα­πτι­ζό­με­νο Ἰ­η­σοῦ. Ἀ­φοῦ ἐκ­πλή­ρω­σε λοι­πόν ὁ Κύ­ριος καί αὐ­τό τό νο­μι­κό πρό­σταγ­μα τοῦ βα­πτί­σμα­τος, ἔ­λυ­σε τήν κα­τά­ρα, πού δό­θη­κε στόν Ἀ­δάμ γιά τήν πα­ρά­βα­σι τοῦ θεί­ου νό­μου. Καί ἀ­φοῦ μᾶς λύ­τρω­σε ἀ­πό τήν κα­τα­δί­κη, μέ τόν τρό­πο αὐ­τό κα­τήρ­γη­σε στό ἑ­ξῆς κά­θε νό­μο τε­λε­τουρ­γι­κό, ἀ­νε­βά­ζον­τας αὐ­τόν στό πνευ­μα­τι­κώ­τε­ρο καί τε­λει­ό­τε­ρο. Στήν συ­νέ­χεια ὅ­μως ἔ­παυ­σε καί τό ἰ­ου­δα­ϊ­κό βά­πτι­σμα καί πα­ρέ­δω­σε σέ ἐ­μᾶς τούς πι­στούς νά βα­πτι­ζώ­μα­στε τό Βά­πτι­σμα πού γί­νε­ται μέ τρεῖς ἀ­να­δύ­σεις καί κα­τα­δύ­σεις, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἡ ὁ­ποί­α χά­ρις ἔ­λει­πε στό βά­πτι­σμα τοῦ Ἰ­ω­άν­νου. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ βα­πτί­σθη­κε ὁ Κύ­ριος σέ ἕ­να καί στόν ἴ­διο πο­τα­μό, ἐκ­πλή­ρω­σε μέν τό σκι­ῶ­δες καί ἀ­τε­λές βά­πτι­σμα, ἄ­νοι­ξε ὅ­μως τίς θύ­ρες τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ καί θεί­ου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Βα­πτί­σμα­τος. Μέ αὐ­τό τό Βά­πτι­σμα ἐ­μεῖς ἀ­φοῦ βα­πτι­σθή­κα­με, ὀ­φεί­λου­με στό ἑ­ξῆς νά δι­α­τη­ροῦ­με τήν κα­θα­ρό­τη­τά του ἄ­σπι­λη καί ἀ­μό­λυν­τη ἀ­πό ἁ­μαρ­τί­ες, μέ τήν ἐρ­γα­σί­α τῶν ζω­ο­ποι­ῶν ἐν­το­λῶν, γιά νά ἐ­πι­τύ­χου­με καί τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν.ί­σμα­τος, ἔ­λυ­σε τήν κα­τά­ρα, πού δό­θη­κε στόν Ἀ­δάμ γιά τήν πα­ρά­βα­σι τοῦ θεί­ου νό­μου. Καί ἀ­φοῦ μᾶς λύ­τρω­σε ἀ­πό τήν κα­τα­δί­κη, μέ τόν τρό­πο αὐ­τό κα­τήρ­γη­σε στό ἑ­ξῆς κά­θε νό­μο τε­λε­τουρ­γι­κό, ἀ­νε­βά­ζον­τας αὐ­τόν στό πνευ­μα­τι­κώ­τε­ρο καί τε­λει­ό­τε­ρο. Στήν συ­νέ­χεια ὅ­μως ἔ­παυ­σε καί τό ἰ­ου­δα­ϊ­κό βά­πτι­σμα καί πα­ρέ­δω­σε σέ ἐ­μᾶς τούς πι­στούς νά βα­πτι­ζώ­μα­στε τό Βά­πτι­σμα πού γί­νε­ται μέ τρεῖς ἀ­να­δύ­σεις καί κα­τα­δύ­σεις, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἡ ὁ­ποί­α χά­ρις ἔ­λει­πε στό βά­πτι­σμα τοῦ Ἰ­ω­άν­νου. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ βα­πτί­σθη­κε ὁ Κύ­ριος σέ ἕ­να καί στόν ἴ­διο πο­τα­μό, ἐκ­πλή­ρω­σε μέν τό σκι­ῶ­δες καί ἀ­τε­λές βά­πτι­σμα, ἄ­νοι­ξε ὅ­μως τίς θύ­ρες τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ καί θεί­ου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Βα­πτί­σμα­τος. Μέ αὐ­τό τό Βά­πτι­σμα ἐ­μεῖς ἀ­φοῦ βα­πτι­σθή­κα­με, ὀ­φεί­λου­με στό ἑ­ξῆς νά δι­α­τη­ροῦ­με τήν κα­θα­ρό­τη­τά του ἄ­σπι­λη καί ἀ­μό­λυν­τη ἀ­πό ἁ­μαρ­τί­ες, μέ τήν ἐρ­γα­σί­α τῶν ζω­ο­ποι­ῶν ἐν­το­λῶν, γιά νά ἐ­πι­τύ­χου­με καί τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν.

1 Σημείωσε, ὅτι κατά τόν Εὐσέβιο, ὅταν βαπτίσθηκε ὁ Κύριος, ἦταν τρίτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος. Καί οἱ τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων Διαταγές λένε, ὅτι βαπτίσθηκε τήν δέκατη νυκτερινή ὥρα (σ. σ. Δηλαδή δέκα ὧρες μετά τήν δύσι τοῦ ἡλίου).

2 Ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος ἀ­πο­ρεῖ: Για­τί, λέ­ει, ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ματ­θαῖ­ος καί Μᾶρ­κος, ὅ­τι ἀ­νέ­βη­κε ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­μέ­σως ἀ­πό τό ὕ­δωρ; Λύ­νον­τας λοι­πόν τήν ἀ­πο­ρί­α λέ­ει, ὅ­τι οἱ μέν ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι βα­πτι­ζό­με­νοι, ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἁ­μαρ­τω­λοί, πα­ρέ­με­ναν μέ­σα στό νε­ρό βου­τηγ­μέ­νοι, μέ­χρις ὅ­του ὁ­μο­λο­γή­σουν ὅ­λες τους τίς ἁ­μαρ­τί­ες καί τό­τε ἔ­βγαι­ναν ἀ­πό τό νε­ρό. Ἔ­τσι με­σο­λα­βοῦ­σε κά­ποι­ο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα. Ὅ­μως ὁ Κύ­ριος, ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἀ­να­μάρ­τη­τος καί ἁ­μαρ­τί­ες δέν εἶ­χε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ, γι’ αὐ­τό ἀ­μέ­σως μό­λις μπῆ­κε στό νε­ρό, βγῆ­κε ἔ­ξω (Στήν σει­ρά τοῦ κα­τά Ματ­θαῖ­ον Εὐ­αγ­γε­λί­ου).

Τό ὅ­τι δέ ὁ Χρι­στός, ὅ­ταν βα­πτί­σθη­κε, ὄ­χι μό­νον ἁ­γί­α­σε τόν Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μό, ἀλ­λά καί ὅ­λη τήν φύ­σι τῶν ὑ­δά­των, μαρ­τυ­ρεῖ μέ σα­φή­νεια καί κα­θα­ρά ὁ ἴ­διος θεῖ­ος Χρυ­σορ­ρή­μων, λέ­γον­τας αὐ­το­λε­ξεί στόν λό­γο του στό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα τοῦ Σω­τῆ­ρος τά ἑ­ξῆς· «Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ἡ­μέ­ρα κα­τά τήν ὁ­ποί­α βα­πτί­σθη­κε καί ἁ­γί­α­σε τήν φύ­σι τῶν ὑ­δά­των. Γι' αὐ­τό βέ­βαι­α καί τά με­σά­νυ­χτα τῆς ἑ­ορ­τῆς αὐ­τῆς ὅ­λοι φέρ­νουν νε­ρό καί τό το­πο­θε­τοῦν μέ­σα στό σπί­τι, φυ­λάσ­σον­τάς το ὅ­λο τόν χρό­νο, ἐ­πει­δή σή­με­ρα ἁ­γι­ά­σθη­καν τά ὕ­δα­τα. Καί τό θαῦ­μα τοῦ ἁ­για­σμοῦ τῶν ὑ­δά­των γί­νε­ται φα­νε­ρό ἀ­πό τό ὅ­τι δέν ἀλ­λοι­ώ­νε­ται ἡ φύ­σις τοῦ νε­ροῦ ἐ­κεί­νου μέ τό πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου, ἀλ­λ' ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο καί πολ­λές φο­ρές δύ­ο καί τρί­α χρό­νια πα­ρα­μέ­νει κα­θα­ρό καί φρέ­σκο τό νε­ρό, πού σή­με­ρα ἀν­τλή­θη­κε, καί βρί­σκε­ται με­τά ἀ­πό τό­σο χρό­νο σέ ἴ­ση ἀ­ξί­α καί κα­τά­στα­σι μέ τό νε­ρό, πού μό­λις πρίν λί­γο πάρ­θη­κε ἀ­πό τήν πη­γή» (τόμ. ε΄ τῆς ἐν Ἐ­τό­νῃ ἐκ­δό­σε­ως). Νά γνω­ρί­ζης, ὅ­τι τό βά­πτι­σμα τοῦ Ἰ­ω­άν­νου μί­α κα­τά­δυ­σι καί μί­α ἀ­νά­δυ­σι εἶ­χε. Καί ἦ­ταν τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ βα­πτί­σμα­τος ἀ­νώ­τε­ρο, κα­τώ­τε­ρο ὅ­μως τοῦ δι­κοῦ μας. Δι­ό­τι ἦ­ταν σάν κά­ποι­α γέ­φυ­ρα τῶν δύ­ο βα­πτι­σμά­των ὁ­δη­γῶν­τας ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο πρός αὐ­τό. Δι­ό­τι δέν ἔ­λε­γε ὁ Ἰ­ω­άν­νης· ‘Πλῦ­νε τά ἱ­μά­τιά σου καί λοῦ­σε τό σῶ­μα καί εἶ­σαι κα­θα­ρό­ς’. Ἀλ­λά τί; «Ποι­ή­σα­τε καρ­πούς ἀ­ξί­ους τῆς με­τα­νοί­ας». Οὔ­τε Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου χο­ρη­γί­α εἶ­χε, οὔ­τε ἁ­μαρ­τη­μά­των ἄ­φε­σι. Ὁ δέ Κύ­ριος, οὔ­τε τό ἰ­ου­δα­ϊ­κό, οὔ­τε τό δι­κό μας Βά­πτι­σμα βα­πτί­σθη­κε (αὐ­τό πού γί­νε­ται μέ τρεῖς ἀ­να­δύ­σεις καί κα­τα­δύ­σεις), ἀλ­λά τό τοῦ Ἰ­ω­άν­νου (τό ὁ­ποῖ­ο γί­νε­ται μέ μί­α κα­τά­δυ­σι) καί αὐ­τό γιά δύ­ο λό­γους· πρῶ­τον μέν γιά νά φα­νῆ ὅ­τι εἶ­ναι Υἱ­ός Θε­οῦ, μαρ­τυ­ρού­με­νος ἀ­πό τήν φω­νή τοῦ Πα­τέ­ρα καί ἀ­πό τήν ἐ­πι­φοί­τη­σι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος· καί δεύ­τε­ρον, γιά νά ἐκ­πλη­ρώ­ση κά­θε δι­και­ο­σύ­νη, ὅ­πως τά βε­βαι­ώ­νει ὅ­λα αὐ­τά ὁ ἴ­διος Χρυ­σό­στο­μος στόν ἴ­διο λό­γο.

Γνώ­ρι­ζε, ὅ­τι στά Θε­ο­φά­νεια ἔ­χουν λό­γους Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Πά­λιν Ἰ­η­σοῦς ὁ ἐ­μός». Ὁ θεῖ­ος Ἐ­πι­φά­νιος (λό­γος στήν Ἀ­νά­λη­ψι) ὡς πρώ­τη ἑ­ορ­τή το­πο­θε­τεῖ τήν Γέν­νη­σι τοῦ Χρι­στοῦ, δεύ­τε­ρη αὐ­τήν τήν τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων, καί βλέ­πε στήν ὑ­πο­ση­μεί­ω­σι πού ὑ­πάρ­χει στό Συ­να­ξά­ρι τῆς τοῦ Χρι­στοῦ Γεν­νή­σε­ως. Ὁ δέ Νύσ­σης Γρη­γό­ριος ἔ­χει λό­γο στό, «οὗ­τός ἐ­στιν ὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­τός», τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ὁ μέν φι­λό­στορ­γος Αὐ­τός Πα­τήρ». Ἄλ­λον ἐ­πί­σης τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Νῦν γνω­ρί­ζω τήν ἐ­μήν ἀ­γέ­λην». Ὁ Χρυ­σό­στο­μος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Πάν­τες ἡ­μεῖς ἐν εὐ­θυ­μί­ᾳ». Γρη­γό­ριος ὁ Νε­ο­και­σα­ρεί­ας, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἄν­δρες φι­λόχρι­στοι καί φι­λό­ξε­νοι». Σω­φρό­νιος Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Πά­λιν φῶς προ­ερ­χό­με­νον». Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Με­τά­νοι­α καί ἀρ­χή ἐ­στι καί με­σό­της», ὁ ἴ­διος ἄλ­λον στήν ἴ­δια ἑ­ορ­τή, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Χθές συ­νεκ­κλη­σιά­ζων καί συ­νε­ορ­τά­ζων». (Σῴ­ζον­ται ὅ­λοι στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα, καί στήν τοῦ Βα­το­παι­δί­ου καί Ἰ­βή­ρων καί στό Κοι­νο­βί­ο τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου.) Ἀλ­λά καί ὁ Πρό­κλος καί ὁ Ἰπ­πό­λυ­τος ἐγ­κώ­μια ἔ­χουν σ’ αὐ­τήν (στήν Ἱ­ε­ρή Τε­λε­τουρ­γί­α).

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης