Τῷ αὐτῷ μηνί IΣΤ΄, τελεῖται ἡ προσκύνησις τῆς τιμίας Ἁλύσεως τοῦ Ἁγίου καί ἐνδόξου Ἀποστόλου Πέτρου.
Κατά τήν ἡμέρα αὐτή προσκυνεῖται ἡ τίμια Ἁλυσίδα, τήν ὁποία ὁ Κορυφαῖος Πέτρος δέχθηκε γιά τόν Χριστό μέ προσταγή τοῦ τετράρχου Ἡρῴδη, καθώς ὁ Ἀπόστολος Λουκᾶς ἐξιστορεῖ στό 12ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων. Ἀπό τό ἀποστολικό ἐκεῖνο καί πανίερο σῶμα ἔλαβε τήν ἁγιαστική καί θαυματουργή χάρι ἡ Ἁλυσίδα αὐτή, τό νά ἁγιάζη, δηλαδή, ἐκείνους, πού τήν προσκυνοῦν μέ πίστι καί νά τούς λύνη ἀπό τά δεσμά κάθε κακοῦ καί ἀσθενείας. Διότι, ὅταν ἔπεσε ἀπό τό σῶμα τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἡ Ἁλυσίδα αὐτή, διά μέσου τῆς ἐπιφανείας τοῦ θείου Ἀγγέλου· «Ἀμέσως», εἶπε, «ἔπεσαν οἱ ἁλυσίδες ἀπό τά χέρια»· τότε μερικοί Χριστιανοί βρίσκοντάς την, τήν ἐφύλαξαν ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο διαδοχικά. Ἀργότερα ἀπό τούς εὐσεβεῖς βασιλεῖς μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολι καί τοποθετήθηκε στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Πέτρου, πού βρίσκεται μέσα στήν Μεγάλη Ἐκκλησία, ὅπου τελεῖται καί ἡ Σύναξί του καί ἡ ἑορτή. (Βλέπε καί στό Ἐκλόγιο τόν θαυμάσιο λόγο τοῦ σοφοῦ Θεοδώρου τοῦ καλουμένου Πτωχοῦ Προδρόμου στήν τιμία αὐτή Ἁλυσίδα, τόν ὁποῖο ἔγραψε σύμφωνα μέ ἀποκάλυψι τοῦ Κορυφαίου Πέτρου, μέ ποιόν τρόπο ἡ Ἁλυσίδα αὐτή μεταφέρθηκε ἀπό τήν Ρώμη στήν Κωνσταντινούπολι[43]).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί αὐταδέλφων Πευσίππου, Ἐλασίππου καί Μεσίππου καί Νεονίλλης τῆς μάμμης αὐτῶν.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι κατάγονταν ἀπό τήν Καππαδοκία καί ἦταν τρίδυμοι ἀδελφοί. Ἦταν δέ πολύ καλά ἐκπαιδευμένοι στό νά καβαλικεύουν καί νά ἐξημερώνουν τούς νέους καί ἀτίθασσους ἵππους καί νά τρέχουν μέ αὐτούς στόν κάμπο[44]. Τήν ἐποχή πού εἶχαν μία ἑορτή στήν πατρίδα τους, τήν λεγόμενη τοῦ Νεμεσίου Διός, κάλεσαν καί τήν γιαγιά τους Νεονίλλα γιά νά τήν φιλοξενήσουν. Ἡ γερόντισσα, πού εἶχε διδαχθῆ τήν πίστι στόν Χριστό, διηγήθηκε στά τρία ἐγγόνια της τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου πρός ἐμᾶς καί περιγελοῦσε τά εἴδωλα. Ἡ διήγησις ὅμως αὐτή ἔγινε γιά τούς νέους ἀφορμή πίστεως καί σωτηρίας. Διότι, ὅταν τά διηγεῖτο αὐτά ἡ γιαγιά τους, θυμήθηκε ὁ καθένας ἀπό αὐτούς ἐκεῖνα πού εἶδε στόν ὕπνο του καί αὐτά τούς ὡδηγοῦσαν στό νά πιστέψουν στόν Χριστό. Ἀμέσως λοιπόν καί οἱ τρεῖς Ἅγιοι γκρέμισαν τά εἴδωλα καί, ἀφοῦ παρρησία ὡμολόγησαν τόν Χριστό, ρίχθηκαν ἀπό τούς εἰδωλολάτρες κυρίους τους στήν φωτιά. Καί ἐκεῖ, ἀφοῦ τελειώθηκαν οἱ μακάριοι, δέχθηκαν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Δάνακτος Ἀναγνώστου.
Αὐτός καταγόταν ἀπό τό Ἰλλυρικό, πού τώρα λέγεται Σλαβονία, ἀπό ἕνα μέρος ὀνομαζόμενο Αὐλῶνα, κληρικός ὄντας τῆς ἁγίας του Θεοῦ Ἐκκλησίας τοῦ τόπου ἐκείνου. Παίρνοντας δέ τά σκεύη τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά τά διαφυλάξη ἀπό τήν καταδρομή τῶν ἀπίστων, συνελήφθη ἀπό αὐτούς σέ ἕναν τόπο καί ἀναγκάσθηκε νά θυσιάση στά εἴδωλα. Ἐπειδή ὅμως δέν πείσθηκε, γι’ αὐτό θανατώθηκε μέ τά μαχαίρια τους καί ἔτσι ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο.
Ὁ Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Δαμασκηνός, ὁ μαρτυρήσας εἰς τό χωρίον τῆς ἐπαρχίας Τορνόβου, Γάμπροβον ὀνομαζόμενον, κατά τό 1771 ἔτος, δι’ ἀγχόνης τελειοῦται.
Αὐτός ἦταν ἀπό ἕνα χωριό τῆς ἐπαρχίας τοῦ Τυρνόβου, πού ὠνομαζόταν Γάμπροβο. Καί ὅταν ἀναχώρησε ἀπό τήν πατρίδα του, ἦλθε στό Ἅγιο Ὄρος καί μόναζε στό ἱερό Μοναστήρι τοῦ Χιλανδαρίου καί ἐκεῖ ἔγινε διάκονος, ἱερομόναχος καί ἡγούμενος. Ὅταν στάλθηκε δέ ἀπό τούς πατέρες τοῦ μοναστηρίου του ὡς ταξιδιώτης στήν Βουλγαρία, στήν περιοχή Σφιστόβι, ἀπασχολήθηκε ἕως τόν καθωρισμένο καιρό τοῦ ταξιδιοῦ του, καί ὅταν ἐπρόκειτο νά ἐπιστρέψη στό Μοναστήρι του καί ἀφοῦ συγκέντρωσε ὅ, τι καί ἄν εἶχε ἐκεῖ σκορπισμένα, ζήτησε καί μερικά χρήματα, πού εἶχε δανείσει σέ κάποιους Τούρκους. Οἱ ὁποῖοι, ἐπειδή ἦταν ἄδικοι καί κακόβουλοι ἄνθρωποι, δέν θέλησαν νά τοῦ τά δώσουν. Ἀλλά ἀποφάσισαν ὄχι μόνο νά κατακρατήσουν τά δανεικά χρήματα, ἀλλά ἀκόμη καί νά τοῦ πάρουν, ὅ, τι καί ἄν εἶχε μαζωμένα στό μετόχι. Καί λοιπόν τί τούς ἐπενόησε ὁ διάβολος καί ἔκαναν; Πῆραν μία γυναίκα Μωαμεθανή καί ἀνεβάζοντάς την μέσα στήν νύχτα μέ σκάλα ἐπάνω στό μετόχι, τήν ἄφησαν μέσα· ἔπειτα ἔσπασαν τήν πόρτα τοῦ μετοχίου καί μπῆκαν μέσα, καί βρίσκοντας τήν Μωαμεθανή, πού ἔβαλαν αὐτοί οἱ ἴδιοι, ἅρπαξαν ἀμέσως τόν Ἅγιο καί τόν ἔδεσαν καί, ἀφοῦ πῆραν ὅσα πράγματα εἶχε στό μετόχι, δέρνοντάς τον καί χτυπῶντας τον, τόν πήγαν στόν δικαστή, φωνάζοντας καί μαρτυρῶντας ἐναντίον του, ὅτι τόλμησε νά ἔχη γυναίκα Μωαμεθανή καί νά ἁμαρτάνη μέ αὐτήν.
Ὁ δικαστής ἀνεγνώρισε, πώς ἐπρόκειτο γιά συκοφαντία καί ἤθελε νά τόν ἐλευθερώση. Ἀλλά οἱ ψευδομάρτυρες καί ὅλοι οἱ Τοῦρκοι πού τό ἄκουσαν, στέκονταν ἐνάντιοι καί φώναζαν, ὅτι εἶναι ἄξιος θανάτου, ὁπότε ὑπερίσχυσαν καί παίρνοντάς τον, πῆγαν νά τόν κρεμάσουν. Στόν δρόμο ρώτησαν τρεῖς φορές τόν Μάρτυρα, ἄν ·θέλη νά γίνη Τοῦρκος, γιά νά γλυτώση τήν ζωή καί νά τοῦ χαρίσουν ὅλα, ὅσα τοῦ πῆραν καί νά τοῦ δώσουν καί ἄλλα περισσότερα. Ὁ Μάρτυρας ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἀποκρίθηκε· «Ἐγώ στήν πίστι τήν Χριστιανική γεννήθηκα, σ’ αὐτήν πάλι θέλω νά πεθάνω. Πηγαίνετέ με λοιπόν ἐκεῖ πού θέλετε». Καί ἔτσι τόν πῆγαν στόν τόπο τῆς καταδίκης καί τοῦ ἔδεσαν τά χέρια πίσω.
Ὁ Ἅγιος τότε τούς ζήτησε ἄδεια, γιά νά κάνη τήν προσευχή του, ὡς Χριστιανός· καί ἐκεῖνοι τόν ἔλυσαν καί τόν ἄφησαν νά προσευχηθῆ. Καί ἔτσι στάθηκε ὁ Μάρτυρας κατά τήν ἀνατολή καί προσευχήθηκε· καί ἀφοῦ ἔκανε τόν σταυρό του, εἶπε στούς φονιάδες, καί τόν ἔδεσαν πάλι καί ἔτσι τόν κρέμασαν καί ἔλαβε ὁ πανύμνητος τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου.
Ἡ δέ θεία δίκη, τιμώρησε τούς ἄδικους ἐκείνους φονιάδες, μετά τόν θάνατο τοῦ Ἁγίου, διότι, διερχόμενοι αὐτοί ἀπό τόν ποταμό Δούναβη, πνίγηκαν στά νερά καί ἔλαβαν γιά τιμωρία τους τήν αἰώναι κόλασι.
Ἀπό τήν ὁποία ἐμεῖς ἄς σωθοῦμε καί ἄς ἀξιωθοῦμε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ ἱερομάρτυρος Δαμασκηνοῦ. Ἀμήν.
Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
[43] Σημείωσε, ὅτι στήν Ἅλυσι τοῦ Πέτρου ἐγκώμιο ἔχει Νικήτας ὁ ρήτορας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὡς ἠδεία τῆς ἡμέρας ἡ χάρις». (Σῴζεται στήν Λαύρα καί στήν Μονή τοῦ Διονυσίου). Παρόμοια καί στόν ἕκτο πανηγυρικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου σῴζεται λόγος τοῦ Μεταφραστῆ στήν ἴδια Ἁλυσίδα τοῦ Πέτρου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὅσοι τῷ τοῦ κορυφαίου τῶν Ἀποστόλων ἔρωτι». Ἀκόμη καί στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων σώζεται ὁ ἴδιος καί ἰδιαιτέρως στήν Μεγίστη Λαύρα.
[44] Ἴσως δέ ἀπό τό ἐπάγγελμα καί τήν τέχνη τῶν ἵππων, ἔλαβαν καί τά ὀνόματα ποῦ ἔχουν αὐτοί οἱ Ἅγιοι. Κατά τό Συναξάρι δέ καί κατά τό δίστιχό τους, πού ἐπίσης γράφεται καί στόν χειρόγραφο Συναξαριστή καί στά Μηναῖα, σύμφωνα μέ αὐτά, λέω, τρίδυμοι ἦταν, δηλαδή ἀπό μονοκοῖλοι καί οἱ τρεῖς, διότι γεννοῦν οἱ γυναῖκες καί τρίδυμα.


Login