Τῷ αὐτῷ μηνί IΣΤ΄, τελεῖται ἡ προσκύνησις τῆς τιμίας Ἁλύσεως τοῦ Ἁγίου καί ἐνδόξου Ἀποστόλου Πέτρου. Ὁ Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Δαμασκηνός, ὁ μαρτυρήσας εἰς τό χωρίον τῆς ἐπαρχίας Τορνόβου, Γάμπροβον ὀνομαζόμενον, κατά τό 1771 ἔτος, δι’ ἀγχόνης τελειοῦται.

Τῷ αὐτῷ μηνί IΣΤ΄, τελεῖται ἡ προσκύνησις τῆς τιμίας Ἁλύσεως τοῦ Ἁγίου καί ἐνδόξου Ἀποστόλου Πέτρου. 

 Κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή προ­σκυ­νεῖ­ται ἡ τί­μια Ἁ­λυ­σί­δα, τήν ὁ­ποί­α ὁ Κο­ρυ­φαῖ­ος Πέ­τρος δέ­χθη­κε γιά τόν Χρι­στό μέ προ­στα­γή τοῦ τε­τράρ­χου Ἡ­ρῴ­δη, κα­θώς ὁ Ἀ­πό­στο­λος Λου­κᾶς ἐ­ξι­στο­ρεῖ στό 12ο κε­φά­λαι­ο τῶν Πρά­ξε­ων. Ἀ­πό τό ἀ­πο­στο­λι­κό ἐ­κεῖ­νο καί πα­νί­ε­ρο σῶ­μα ἔ­λα­βε τήν ἁ­γι­α­στι­κή καί θαυ­μα­τουρ­γή χά­ρι ἡ Ἁ­λυ­σί­δα αὐ­τή, τό νά ἁ­γιά­ζη, δη­λα­δή, ἐ­κεί­νους, πού τήν προ­σκυ­νοῦν μέ πί­στι καί νά τούς λύ­νη ἀ­πό τά δε­σμά κά­θε κα­κοῦ καί ἀ­σθε­νεί­ας. Δι­ό­τι, ὅ­ταν ἔ­πε­σε ἀ­πό τό σῶ­μα τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου ἡ Ἁ­λυ­σί­δα αὐ­τή, διά μέ­σου τῆς ἐ­πι­φα­νεί­ας τοῦ θεί­ου Ἀγ­γέ­λου· «Ἀμέσως», εἶ­πε, «ἔπεσαν οἱ ἁλυσίδες ἀπό τά χέρια»· τό­τε με­ρι­κοί Χρι­στια­νοί βρί­σκον­τάς την, τήν ἐ­φύ­λα­ξαν ὁ ἕ­νας ἀ­πό τόν ἄλ­λο δι­α­δο­χι­κά. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πό τούς εὐ­σε­βεῖς βα­σι­λεῖς με­τα­φέρ­θη­κε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί το­πο­θε­τή­θη­κε στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου, πού βρί­σκε­ται μέ­σα στήν Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που τε­λεῖ­ται καί ἡ Σύ­να­ξί του καί ἡ ἑ­ορ­τή. (Βλέ­πε καί στό Ἐ­κλό­γιο τόν θαυ­μά­σιο λό­γο τοῦ σο­φοῦ Θε­ο­δώ­ρου τοῦ κα­λου­μέ­νου Πτω­χοῦ Προ­δρό­μου στήν τι­μί­α αὐ­τή Ἁ­λυ­σί­δα, τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­ψε σύμ­φω­να μέ ἀ­πο­κά­λυ­ψι τοῦ Κο­ρυ­φαί­ου Πέ­τρου, μέ ποι­όν τρό­πο ἡ Ἁ­λυ­σί­δα αὐ­τή με­τα­φέρ­θη­κε ἀ­πό τήν Ρώ­μη στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι[43]).

   Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί αὐταδέλφων Πευσίππου, Ἐλασίππου καί Μεσίππου καί Νεονίλλης τῆς μάμμης αὐτῶν.

 Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι κα­τά­γον­ταν ἀ­πό τήν Καπ­πα­δο­κί­α καί ἦ­ταν τρί­δυ­μοι ἀ­δελ­φοί. Ἦ­ταν δέ πο­λύ κα­λά ἐκ­παι­δευ­μέ­νοι στό νά κα­βα­λι­κεύ­ουν καί νά ἐ­ξη­με­ρώ­νουν τούς νέ­ους καί  ἀ­τί­θασ­σους ἵπ­πους καί νά τρέ­χουν μέ αὐ­τούς στόν κάμ­πο[44]. Τήν ἐ­πο­χή πού εἶ­χαν μί­α ἑ­ορ­τή στήν πα­τρί­δα τους, τήν λε­γό­με­νη τοῦ Νε­με­σί­ου Διός, κά­λε­σαν καί τήν για­γιά τους Νε­ο­νίλ­λα γιά νά τήν φι­λο­ξε­νή­σουν. Ἡ γε­ρόν­τισ­σα, πού εἶ­χε δι­δα­χθῆ τήν πί­στι στόν Χρι­στό, δι­η­γή­θη­κε στά τρί­α ἐγ­γό­νια της τήν οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Θε­οῦ Λό­γου πρός ἐ­μᾶς καί πε­ρι­γε­λοῦ­σε τά εἴ­δω­λα. Ἡ δι­ή­γη­σις ὅ­μως αὐ­τή ἔ­γι­νε γιά τούς νέ­ους ἀ­φορ­μή πί­στε­ως καί σω­τη­ρί­ας. Δι­ό­τι, ὅ­ταν τά δι­η­γεῖ­το αὐ­τά ἡ για­γιά τους, θυ­μή­θη­κε ὁ κα­θέ­νας ἀ­πό αὐ­τούς ἐ­κεῖ­να πού εἶ­δε στόν ὕ­πνο του καί αὐ­τά τούς ὡ­δη­γοῦ­σαν στό νά πι­στέ­ψουν στόν Χρι­στό. Ἀ­μέ­σως λοι­πόν καί οἱ τρεῖς Ἅ­γιοι γκρέ­μι­σαν τά εἴ­δω­λα καί, ἀ­φοῦ παρ­ρη­σί­α ὡ­μο­λό­γη­σαν τόν Χρι­στό, ρί­χθη­καν ἀ­πό τούς εἰ­δω­λο­λά­τρες κυ­ρί­ους τους στήν φω­τιά. Καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ τε­λει­ώ­θη­καν οἱ μα­κά­ριοι, δέ­χθη­καν τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Δάνακτος Ἀναγνώστου.

 Αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀπό τό Ἰλ­λυ­ρι­κό, πού τώ­ρα λέ­γε­ται Σλα­βο­νί­α, ἀ­πό ἕ­να μέ­ρος ὀ­νο­μα­ζό­με­νο Αὐ­λῶ­να, κλη­ρι­κός ὄν­τας τῆς ἁ­γί­ας του Θε­οῦ Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ τό­που ἐ­κεί­νου. Παίρ­νον­τας δέ τά σκεύ­η τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, γιά νά τά δι­α­φυ­λά­ξη ἀ­πό τήν κα­τα­δρο­μή τῶν ἀ­πί­στων, συ­νε­λή­φθη ἀ­πό αὐ­τούς σέ ἕ­ναν τό­πο καί ἀ­ναγ­κά­σθη­κε νά θυ­σιά­ση στά εἴ­δω­λα. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δέν πεί­σθη­κε, γι’ αὐ­τό θα­να­τώ­θη­κε μέ τά μα­χαί­ρια τους καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ ἀ­οί­δι­μος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο.

Ὁ Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Δαμασκηνός, ὁ μαρτυρήσας εἰς τό χωρίον τῆς ἐπαρχίας Τορνόβου, Γάμπροβον ὀνομαζόμενον, κατά τό 1771 ἔτος, δι’ ἀγχόνης τελειοῦται.

 Αὐ­τός ἦ­ταν ἀ­πό ἕ­να χω­ριό τῆς ἐ­παρ­χί­ας τοῦ Τυρ­νό­βου, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Γάμ­προ­βο.  Καί ὅ­ταν ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν πα­τρί­δα του, ἦλ­θε στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος καί μό­να­ζε στό ἱ­ε­ρό Μο­να­στή­ρι τοῦ Χι­λαν­δα­ρί­ου καί ἐ­κεῖ ἔ­γι­νε δι­ά­κο­νος, ἱ­ε­ρο­μό­να­χος καί ἡ­γού­με­νος. Ὅ­ταν στάλ­θη­κε δέ ἀ­πό τούς πα­τέ­ρες τοῦ μο­να­στη­ρί­ου του ὡς τα­ξι­δι­ώ­της στήν Βουλ­γα­ρί­α, στήν πε­ρι­ο­χή Σφι­στό­βι, ἀ­πα­σχο­λή­θη­κε ἕ­ως τόν κα­θω­ρι­σμέ­νο και­ρό τοῦ τα­ξι­διοῦ του, καί ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το νά ἐ­πι­στρέ­ψη στό Μο­να­στή­ρι του καί ἀ­φοῦ συγ­κέν­τρω­σε ὅ, τι καί ἄν εἶ­χε ἐ­κεῖ σκορ­πι­σμένα, ζή­τη­σε καί με­ρι­κά χρή­μα­τα, πού εἶ­χε δα­νεί­σει σέ κά­ποι­ους Τούρ­κους.  Οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἄ­δι­κοι καί κα­κό­βου­λοι ἄν­θρω­ποι, δέν θέ­λη­σαν νά τοῦ τά δώ­σουν.  Ἀλ­λά ἀ­πο­φά­σι­σαν ὄ­χι μό­νο νά κα­τα­κρα­τή­σουν τά δα­νει­κά χρή­μα­τα, ἀλ­λά ἀ­κό­μη καί νά τοῦ πά­ρουν, ὅ, τι καί ἄν εἶ­χε μα­ζω­μέ­να στό με­τό­χι. Καί λοι­πόν τί τούς ἐ­πε­νό­η­σε ὁ δι­ά­βο­λος καί ἔ­κα­ναν; Πῆ­ραν μί­α γυ­ναί­κα Μω­α­με­θα­νή καί ἀ­νε­βά­ζον­τάς την μέ­σα στήν νύ­χτα μέ σκά­λα ἐ­πά­νω στό με­τό­χι, τήν ἄ­φη­σαν μέ­σα· ἔ­πει­τα ἔ­σπα­σαν τήν πόρ­τα τοῦ με­το­χί­ου καί μπῆ­καν μέ­σα, καί βρί­σκον­τας τήν Μω­α­με­θα­νή, πού ἔ­βα­λαν αὐ­τοί οἱ ἴ­διοι, ἅρ­πα­ξαν ἀ­μέ­σως τόν Ἅ­γιο καί τόν ἔ­δε­σαν καί, ἀ­φοῦ πῆ­ραν ὅ­σα πράγ­μα­τα εἶ­χε στό με­τό­χι, δέρ­νον­τάς τον καί χτυ­πῶντας τον, τόν πή­γαν στόν δι­κα­στή, φω­νά­ζον­τας καί μαρ­τυ­ρῶν­τας ἐ­ναν­τί­ον του, ὅ­τι τόλ­μη­σε νά ἔ­χη γυ­ναί­κα Μω­α­με­θα­νή καί νά ἁ­μαρ­τά­νη μέ αὐ­τήν.

Ὁ δι­κα­στής ἀ­νε­γνώ­ρι­σε, πώς ἐ­πρό­κει­το γιά συ­κο­φαν­τί­α καί ἤ­θε­λε νά τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­ση. Ἀλ­λά οἱ ψευ­δο­μάρ­τυ­ρες καί ὅ­λοι οἱ Τοῦρ­κοι πού τό ἄ­κου­σαν, στέ­κον­ταν ἐ­νάν­τιοι καί φώ­να­ζαν, ὅ­τι εἶ­ναι ἄ­ξιος θα­νά­του, ὁ­πό­τε ὑ­πε­ρί­σχυ­σαν καί παίρ­νον­τάς τον, πῆ­γαν νά τόν κρε­μά­σουν. Στόν δρό­μο ρώ­τη­σαν τρεῖς φο­ρές τόν Μάρ­τυ­ρα, ἄν ·θέ­λη νά γί­νη Τοῦρ­κος, γιά νά γλυ­τώ­ση τήν ζω­ή καί νά τοῦ χα­ρί­σουν ὅ­λα, ὅ­σα τοῦ πῆ­ραν καί νά τοῦ δώ­σουν καί ἄλ­λα πε­ρισ­σό­τε­ρα. Ὁ Μάρ­τυ­ρας ὅ­μως τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἐ­γώ στήν πί­στι τήν Χρι­στι­α­νι­κή γεν­νή­θη­κα, σ’ αὐ­τήν πά­λι θέ­λω νά πε­θά­νω.  Πη­γαί­νε­τέ με λοι­πόν ἐ­κεῖ πού θέ­λε­τε». Καί ἔ­τσι τόν πῆ­γαν στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης καί τοῦ ἔ­δε­σαν τά χέ­ρια πί­σω.

Ὁ Ἅ­γιος τό­τε τούς ζή­τη­σε ἄ­δεια, γιά νά κά­νη τήν προ­σευ­χή του, ὡς Χρι­στια­νός· καί ἐ­κεῖ­νοι τόν ἔ­λυ­σαν καί τόν ἄ­φη­σαν νά προ­σευ­χη­θῆ. Καί ἔ­τσι στά­θη­κε ὁ Μάρ­τυρας κα­τά τήν ἀ­να­το­λή καί προ­σευ­χή­θη­κε· καί ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τόν σταυ­ρό του, εἶ­πε στούς φο­νιά­δες, καί τόν ἔ­δε­σαν πά­λι καί ἔ­τσι τόν κρέ­μα­σαν καί ἔ­λα­βε ὁ πα­νύ­μνη­τος τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου.

Ἡ δέ θεί­α δί­κη, τι­μώ­ρη­σε τούς ἄ­δι­κους ἐ­κεί­νους φο­νιά­δες, μετά τόν θάνατο τοῦ Ἁγίου,  δι­ό­τι, δι­ερ­χό­με­νοι αὐ­τοί ἀ­πό τόν πο­τα­μό Δού­να­βη, πνί­γη­καν στά νε­ρά καί ἔ­λα­βαν γιά τι­μω­ρί­α τους τήν αἰ­ώ­ναι κόλασι.

Ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἐ­μεῖς ἄς σω­θοῦ­με καί ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν, μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τοῦ ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Δα­μα­σκη­νοῦ. Ἀ­μήν.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός,  ἐλέησον ἡμᾶς.



[43] Σημείωσε, ὅτι στήν Ἅλυσι τοῦ Πέτρου ἐγκώμιο ἔχει Νικήτας ὁ ρήτορας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὡς ἠδεία τῆς ἡμέρας ἡ χάρις». (Σῴζεται στήν Λαύρα καί στήν Μονή τοῦ Διονυσίου). Παρόμοια καί στόν ἕκτο πανηγυρικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου σῴζεται λόγος τοῦ Μεταφραστῆ στήν ἴδια Ἁλυσίδα τοῦ Πέτρου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὅσοι τῷ τοῦ κορυφαίου τῶν Ἀποστόλων ἔρωτι». Ἀκόμη καί στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων σώζεται ὁ ἴδιος καί ἰδιαιτέρως στήν Μεγίστη Λαύρα.

[44] Ἴ­σως δέ ἀ­πό τό ἐ­πάγ­γελ­μα καί τήν τέ­χνη τῶν ἵπ­πων, ἔ­λα­βαν καί τά ὀ­νό­μα­τα ποῦ ἔ­χουν αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι. Κα­τά τό Συ­να­ξά­ρι δέ καί κα­τά τό δί­στι­χό τους, πού ἐ­πί­σης γρά­φε­ται καί στόν χει­ρό­γρα­φο Συ­να­ξα­ρι­στή καί στά Μη­ναῖ­α, σύμ­φω­να μέ αὐ­τά, λέ­ω, τρί­δυ­μοι ἦ­ταν, δη­λα­δή ἀ­πό μο­νο­κοῖ­λοι καί οἱ τρεῖς, δι­ό­τι γεν­νοῦν οἱ γυ­ναῖ­κες καί τρί­δυ­μα.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης