Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΒ΄ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Τιμοθέου.
Αὐτός καταγόταν ἀπό τήν πόλι Λύστρα, πού βρίσκεται στήν Λυκαονία ἤ Ἰσαυρία καί ὑπόκειται στήν Ἰκονίου. Υἱός εἰδωλολάτρου πατρός, ἡ δέ μητέρα του ὠνομαζόταν Εὐνίκη. Ἀφοῦ μαθήτευσε στόν Ἀπόστολο Παῦλο, ἔγινε μαζί μέ αὐτόν συνεργός καί κήρυκας τοῦ θείου Εὐαγγελίου. Κατόπιν καί μέ τόν Θεολόγο Ἰωάννη, τόν ἀγαπημένο μαθητή τοῦ Κυρίου συναντιέται καί δέχεται ἀπό αὐτόν πλούσια τήν χάρι τοῦ Πνεύματος. Ὕστερα ἔγινε ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο Ἐπίσκοπος Ἐφέσου. Καί ὅταν ὁ Θεολόγος Ἰωάννης ἐξωρίσθηκε στήν Πάτμο ἀπό τόν Δομετιανό, τότε ὁ μακάριος Αὐτός Τιμόθεος ἦταν ἐπίσκοπος στήν Ἔφεσο. Μία φορά δέ, βλέποντας τούς Ἕλληνες, πού σέ μία πάτρια ἑορτή, πού ὠνομάζεται Καταγώγιο, νά κάμνουν ἀταξίες, εἴδωλα κρατῶντας στά χέρια, προσωπίδες βάζοντας στά πρόσωπα, τραγουδῶντας, ὁρμῶντας ἐπιθετικά ἐπάνω σέ ἄνδρες καί γυναῖκες καί φονεύοντας ὁ ἕνας τόν ἄλλο· αὐτά, λέω, βλέποντας ὁ θεῖος Τιμόθεος, ἄναψε ἀπό τήν φλόγα τοῦ θεϊκοῦ ζήλου καί δέν ὑπέφερε τά παρόμοια ἄτοπα, ἀλλά τούς δίδασκε καί συμβούλευε νά παύσουν ἀπό τίς ἀταξίες αὐτές. Οἱ ἀπάνθρωποι ὅμως ἐκεῖνοι καί θηριώδεις, κινηθέντες ἀπό μανία καί θυμό μεγάλο, φόνευσαν τόν Ἀπόστολο τοῦ Κυρίου μέ τά ξύλα, πού εἶχαν στά χέρια τους· καί ἔτσι ὁ μακάριος τελειώθηκε καί ἐνταφιάσθηκε ἀπό τούς Χριστιανούς. Τό Ἅγιό του λείψανο μετακομίσθηκε ἀργότερα καί μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολι καί ἀποθησαυρίσθηκε μαζί μέ τά λείψανα τῶν Ἁγίων Λουκᾶ καί Ἀνδρέου στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου καί ἡ Σύναξις καί ἑορτή του τελεῖται[1].
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ὁσιομάρτυρος Ἀναστασίου τοῦ Πέρσου.
Ὁ ἔνδοξος Αὐτός Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσιος ἦταν ἀπό τήν Περσία, ἔζησε στούς χρόνους τοῦ βασιλιᾶ τῆς Περσίας Χοσρόη, βασιλιᾶ δέ τῶν Ρωμαίων Ἡρακλείου, κατά τό ἔτος 619, ἀπό πατρίδα πού ὀνομάζεται Ραζήχ, καί ἀπό τήν ἐπαρχία Νουνή. Ὠνομαζόταν προηγουμένως Μαγουνδάτ καί ἦταν υἱός κάποιου μάγου[2] μέ τό ὄνομα Βάβ, ἀπό τόν ὁποῖο ἔμαθε τήν μαγική τέχνη, ὁ ὁποῖος πρίν ἀπό λίγο εἶχε συναριθμηθῆ στό στρατιωτικό τάγμα τῶν λεγομένων Τηρώνων.
Τήν ἐποχή ἐκείνη ἐπιτέθηκαν οἱ Πέρσες ἐναντίον τῆς ἁγίας πόλεως Ἱερουσαλήμ καί πῆραν πολλούς σκλάβους. Σκλάβωσαν μαζί καί τό Τίμιο Ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ἐπάνω στό ὁποῖο ὁ Κύριος ἡμῶν ὑπέμεινε τό πάθος γιά χάρι μας καί τό πῆγαν στήν Περσία. Καί γιά τά θαύματα πού ἔκαμνε ἐκεῖ, ἔλεγαν, ὅτι ὁ Θεός τῶν Χριστιανῶν ᾖλθε ἐδῶ[3].
Ὁ Μαγουνδάτ παρακινούμενος ἀπό τήν τοῦ Θεοῦ χάρι, ζητοῦσε μέ μεγαλύτερη θέρμη ἀπό τούς ἄλλους νά μάθη γιά τόν Χριστό. Ἔτσι μαθαίνοντας ἀπό ἕνα Χριστιανό ὅλη τήν Σταυρική οἰκονομία, πίστεψε στόν Χριστό.
Ἔπειτα ἐρχόμενος μαζί μέ τό περσικό στράτευμα στήν Χαλκηδόνα καί μαθαίνοντας τήν καταστροφή καί τήν νίκη, πού ἔκανε ὁ Ἡράκλειος κατά τῶν Περσῶν, πῆγε στήν Ἱεράπολι. Ἐκεῖ βρίσκει ἕναν χρυσοχόο καί ἐργάζεται μαζί μέ ἐκεῖνον τήν χρυσοχοϊκή τέχνη. Ἀπό ἐκεῖ ἀναχωρῶντας, πηγαίνει στά Ἱεροσόλυμα καί ἐκεῖ δέχεται τό ἅγιο Βάπτισμα ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Μόδεστο[4] καί Ἀναστάσιος ὀνομάζεται. Ἔπειτα πηγαίνοντας στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου[5] γίνεται Μοναχός.
Ἐκεῖ λοιπόν ἀσκούμενος ὁ τρισόλβιος ἔμαθε κάθε τρόπο, πού ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν ἀρετή. Καί ἀποστηθίζοντας τό Ψαλτήρι, ἄναψε στήν καρδιά του περισσότερο τόν πόθο τοῦ Κυρίου καί ἐπιθυμοῦσε καί εὐχόταν νά τελειώση τήν ζωή του μέ μαρτύριο καί αἷμα. Βλέποντας λοιπόν στούς τοίχους τῆς Ἐκκλησίας ζωραφισμένα τά μαρτύρια τῶν Μαρτύρων καί στά βιβλία καί συγγράμματα τῶν Ἁγίων νά ἀναφέρωνται οἱ Μάρτυρες, σάν νά ἦταν ζωντανοί καί νά μαρτυροῦσαν αὐτή τήν ὥρα, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ φλεγόταν ἡ καρδιά του, γιά νά τούς μιμηθῆ καί αὐτός. Γι’ αὐτό καί βλέπει στό ὄνειρό του, ὅτι ἔλαβε ἕνα χρυσό ποτήρι γεμᾶτο κρασί γιά νά τό πιῆ. Αὐτό τό θεώρησε ὅτι εἶναι σημεῖο τῆς ἐγκάρδιας ἐπιθυμίας, πού εἶχε γιά τό μαρτύριο καί ἀφοῦ μετάλαβε τά θεῖα Μυστήρια, ἔπειτα ἀναχώρησε ἀπό τό Μοναστήρι.
Πῆγε λοιπόν στήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καί ἐκεῖ βλέποντας μερικούς μάγους Πέρσες, κορόϊδεψε τά ὅσα ἔκαμναν καί ὀνομάζοντας τόν ἑαυτό του Χριστιανό, συνελήφθη ἀπό αὐτούς καί ὡδηγήθηκε πρός τόν ἄρχοντά τους Μαρζαβανά, ὁ ὁποῖος διέταξε τόν Ἅγιο νά φέρνη πέτρες. Ἔπειτα ἔβαλαν ἁλυσίδες στόν λαιμό του καί ἔδεσαν μέ ἕνα σίδηρο τό πόδι τοῦ Ἁγίου, μαζί μέ τό πόδι ἑνός καταδίκου. Τότε λοιπόν ἐρχόμενοι ἐκεῖ πολλοί Πέρσες συγγενεῖς καί ὁμογενεῖς τοῦ Ἁγίου, δέν ἄφηναν καμμία ὕβρι καί ἀτιμία, πού νά μή τοῦ τήν προσφέρουν, ὁρμῶντας ἐπάνω του, δέρνοντάς τον ὠμά, τραβῶντας τον ἀπό τά γένια καί σχίζοντας τά ροῦχα του. Αὐτά τά ἔκαμναν, διότι θεωροῦσαν οἱ ἀνόητοι δική τους περιφρόνησι τήν πίστι στόν Χριστό, πού εἶχε ὁ συγγενής τους Ἅγιος. Ὡδηγήθηκε καί στόν βασιλιά τῶν Περσῶν Χοσρόη καί ἐπειδή ὡμολόγησε τόν Χριστό ἐνώπιόν του καί δέν δέχθηκε τήν θρησκεία τῶν Περσῶν, γι’ αὐτό τόν ἔδειραν ἄσπλαγχνα μέ ραβδιά. Ἔπειτα στενοχωροῦν καί σφίγγουν τίς κνῆμες του μέ δύο μεγάλα ξύλα, ἕως ὅτου τό σφίγξιμο ἔφθασε σ’ αὐτά τά κόκκαλα· διότι στέκονταν ἐπάνω στά ἄκρα τῶν ξύλων δύο ἀνδρεῖοι ἄνθρωποι, γιά νά σφίγγουν τόν Ἅγιο περισσότερο. Κατόπιν τόν κρέμασαν ἀπό τό ἕνα χέρι, ἐνῷ ἀπό τό ἄλλο κρέμασαν μία βαρειά πέτρα, γιά νά βαρύνη κάτω καί νά πονῆ τό σῶμα του περισσότερο. Τέλος πάντων, ἀφοῦ ὑπέφερε πολλά βάσανα ὁ γενναῖος τῆς ἀληθείας ἀγωνιστής, πνίχθηκε μέ σχοινί μαζί μέ πολλούς ἄλλους σκλάβους Χριστιανούς. Ἐνῷ δέ ἀκόμη ὁ Μάρτυρας ἀνέπνεε, ἔκοψαν τήν ἁγία του κεφαλή καί τήν πρόσφεραν στόν βασιλιά, σέ ἀπόδειξι τοῦ θανάτου του.
Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί του στόν μαρτυρικό του Ναό, ὁ ὁποῖος ἦταν μέσα στόν Ἅγιο Φιλήμονα, σέ μέρος πού καλεῖται Στρατηγεῖο.
[1] Σημείωσε, ὅτι τά τροπάρια, πού λείπουν στήν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Τιμοθέου, τά συμπλήρωσε ἡ προσωπική μου ἀδυναμία. Αὐτά τά τυπώσαμε στό τέλος τοῦ Ἰανουαρίου μηνός καί ὅποιος εἶναι φιλοτιμόθεος, ἄς τά ψάλλη. Ἔπλεξε δέ ἐγκώμιο στόν Ἀπόστολο αὐτόν Νικήτας ὁ ρήτορας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τί δέ, ὁ Τιμόθεος;» (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα καί στήν τοῦ Διονυσίου καί στό πρῶτο πανηγυρικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου καί στήν Μονή τῶν Ἰβήρων)· τόν δέ ἑλληνικό Βίο του συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τιμόθεον τόν μέγαν». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).
[2] Ὁ Θεοδώρητος λέγει ὅτι οἱ Πέρσες ὠνόμαζαν μάγους, ἐκείνους πού θεοποιοῦν τά στοιχεῖα (βιβλ. ε΄, κεφ. λη΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας).
[3] Βλέπε τήν ὑποσημείωσι περί τοῦ Σταυροῦ, κατά τήν 31η τοῦ Ἰουλίου.
[4] Γι’ αὐτόν τόν Μόδεστο βλέπε κατά τήν 18η ἤ 16η τοῦ Δεκεμβρίου στήν ὑποση-μείωσι τοῦ Συναξαρίου τοῦ Ἁγίου Μοδέστου τοῦ πρώτου.
[5]Δέν ἀναφέρεται σωστά στά Μηναῖα καί στόν τυπωμένο Συναξαριστή, ὅτι πῆγε στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα.


Login