Ὁ ἅγιος νεομάρτυρας Πολύδωρος, ὁ ἐν τῇ νέᾳ Ἐφέσω μαρτυρήσας κατά τό ἔτος 1794, ἀγχόνῃ τελειοῦται.

Αὐ­τός ὁ μέ­γας καί νε­ο­φα­νής στρα­τι­ώ­της τοῦ Χρι­στοῦ Πο­λύ­δω­ρος, ἦ­ταν μέν γέν­νη­μα καί θρέμ­μα τῆς Λευ­κω­σί­ας, τῆς πρώ­της τῶν πό­λε­ων τῆς νή­σου Κύ­πρου, μέ πα­τέ­ρα τόν Λου­κᾶ τόν προ­σκυ­νη­τή καί μη­τέ­ρα τήν Λουρ­δα­νού. Ἐ­νῷ ἦ­ταν μι­κρός στήν ἡ­λι­κί­α, σπού­δα­σε τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα στήν πα­τρί­δα του καί ἀ­φοῦ με­γά­λω­σε καί ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν ἰ­δι­αί­τε­ρή του πα­τρί­δα, ἐμ­πο­ρευ­ό­ταν στό Μι­σή­ρι καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πη­γαί­νον­τας σέ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη χά­ριν τοῦ ἐμ­πο­ρί­ου, ἔ­γι­νε γνω­στός σέ πολ­λούς. Πέ­ρυ­σι δέ (Ἐν­νο­εῖ τόν προ­η­γού­με­νο χρό­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, δη­λα­δή τό 1793) β­ρι­σκό­με­νος στό Μι­σή­ρι, συ­νέ­βη νά πά­η κον­τά (μα­κά­ρι νά μή τόν ἀν­τά­μω­νε ὁ­λό­τε­λα) σέ ἕ­ναν Κι­ε­σί­φη, ἀρ­νη­τή τοῦ Χρι­στοῦ Ζα­κυν­θι­νό, καί ἔ­γι­νε γραμ­μα­τι­κός σ’ αὐ­τόν. Λοι­πόν τό πε­ρα­σμέ­νο σα­ραν­τα­ή­με­ρο, εὑ­ρι­σκό­με­νος μί­α ἡ­μέ­ρα σέ χα­ρές καί ξε­φαν­τώ­μα­τα, συ­νέ­βη καί νά με­θύ­ση, ὅ­πως συμ­βαί­νει σέ τέ­τοι­α πε­ρι­στα­τι­κά. Ἡ μέ­θη τοῦ θό­λω­σε τό μυα­λό καί ὁ μέν θεῖ­ος Παῦ­λος πα­ραγ­γέλ­λει λέ­γον­τας· «μή με­θᾶ­τε μέ κρα­σί, κα­θώς εἶ­ναι ἀ­σω­τί­α». Ἀλ­λά σ’­ αὐ­τόν ἡ μέ­θη προ­ξέ­νη­σε ἀ­κό­μη καί τό χει­ρό­τε­ρο καί ἀ­κρό­τα­το τῶν κα­κῶν. Ποι­ό εἶ­ναι αὐ­τό; Δη­λα­δή τόν κα­τέ­στη­σε νά ἀρ­νη­θῆ, ἀλ­λοί­μο­νο! τόν Χρι­στό τόν Θε­ό καί Σω­τῆ­ρα τοῦ κό­σμου καί νά δε­χθῆ τόν κα­τα­ρα­μέ­νο καί ψυ­χο­φθό­ρο Μω­α­με­θα­νι­σμό. Πραγ­μα­τι­κά ἀ­πο­δεί­χθη­κε καί σ’ αὐ­τό ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­λάν­θα­στη ἡ πα­λαι­ά ἐ­κεί­νη γνώ­μη, πού λέ­ει σο­φώ­τα­τα «τά κα­κά λό­για φθεί­ρουν τά χρη­στά ἤ­θη». Γι’ αὐ­τό καί πρέ­πει, καί συμ­φέ­ρει νά ἀ­πο­φεύ­γου­με ὅ­σο μπο­ροῦ­με τίς κα­κές συ­να­να­στρο­φές. Ἀλ­λά, ὅ­πως ἔ­δει­ξαν τά πράγ­μα­τα, εἶ­χε ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­γα­θή δι­ά­θε­σι, καί βλέ­πον­τάς την ὁ Θε­ός τοῦ ἐ­λέ­ους ἔ­γνε­ψε στήν καρ­διά του καί ἀ­μέ­σως, μό­λις συ­νῆλ­θε ἀ­πό τήν μέ­θη, ἦλθε στά λο­γι­κά του. Λυ­πή­θη­κε πο­λύ γιά τό κα­κό πού ἔ­πα­θε καί με­τα­νοι­ώ­νον­τας καί κλαί­γον­τας πι­κρά, σάν ἄλ­λος Πέ­τρος, ζοῦ­σε πά­λι Χρι­στι­α­νι­κά, ἕ­ως ὅ­του με­τά ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες, βρί­σκον­τας εὐ­και­ρί­α, ἔ­φυ­γε ἀ­πό ἐ­κεῖ καί πῆ­γε στό Βε­ρού­τι κα­τ' εὐ­θεῖ­αν στόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α καί ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε σ’ αὐ­τόν μέ συν­τρι­βή καρ­διᾶς τήν ἁ­μαρ­τί­α του. Ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε εὐ­με­νῶς, τόν συμ­βού­λε­ψε πα­τρι­κά καί τόν πα­ρη­γό­ρη­σε ὡς ἀ­λη­θι­νός ἀρ­χι­ε­ρέας καί δίνον­τάς του κα­νό­να, τόν ἔ­στει­λε σέ ἕ­να Μο­να­στήρι ἐ­πά­νω στό ὄ­ρος τοῦ Λι­βά­νου, γιά νά ἡ­συ­χά­ση ἐ­κεῖ τήν με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή καί με­τά τό Πά­σχα νά πά­η καί ὁ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας νά τόν μυ­ρώ­ση. Ἀλ­λά, ἐ­πει­δή καί ἐξ αἰ­τί­ας του κιν­δύ­νευ­ε ὁ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ καί πῆ­γε στό Ἄ­κρι μέ ἀ­πό­φα­σι νά μι­λή­ση μέ εἰ­λι­κρί­νεια. Ἀλ­λά ὡ­στό­σο βρῆ­κε ἐ­νάν­τια τά πράγ­μα­τα καί ἐ­κεῖ. Ὅ­ταν μά­λι­στα ἄ­κου­σε ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Πτο­λε­μα­ΐ­δος, ὅ­τι πρέ­πει νά κά­νη τήν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στε­ως, ἐ­κεῖ πού ἔ­κα­νε καί τήν ἄρ­νη­σι, μπῆ­κε σέ ἕ­να κα­ρά­βι, γιά νά πά­η στό Μι­σή­ρι. Ἀλ­λά, κα­θώς ὁ Θε­ός οἰ­κο­νό­μη­σε μέ ἄλ­λο τρό­πο τήν σω­τη­ρί­α του, τό κα­ρά­βι ἐμ­πο­δί­σθη­κε ἀ­πό με­γά­λες φουρ­τοῦ­νες καί κα­τέ­λη­ξε στό Γιά­φα. Γι’ αὐ­τό καί, βλέ­πον­τας τά τό­σα ἐμ­πό­δια, ἄλ­λα­ξε σκο­πό καί ἀ­φοῦ ἔ­πλευ­σε μέ ἕ­να Σά­μιο κα­ΐ­κι, πῆ­γε στήν Χῖ­ο, γιά νά κά­νη τήν ὁ­μο­λο­γί­α του ἐ­κεῖ, ἀλ­λά καί πά­λι ἐμ­πο­δί­σθη­κε καί ἐ­κεῖ ἀ­πό κά­ποι­α αἰ­τία, καί στίς  13  τοῦ  Ἰ­ου­νί­ου ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν Χῖ­ο γιά τήν Σμύρ­νη, δι­ψῶντας νά  ὑ­πο­μεί­νη ἔ­στω καί ἐ­κεῖ τόν θά­να­το γιά χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­μως καί ἐ­κεῖ βρῆ­κε ἐμ­πό­δια. Δι­ό­τι τοῦ εἶ­παν οἱ ἐ­κεῖ πνευ­μα­τι­κοί, ὅ­τι οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί ἦ­ταν θυ­μω­μέ­νοι καί ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νοι κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν γιά τήν ντρο­πή πού τούς προ­ξέ­νη­σε τό­τε πρό ὀ­λί­γου τό Μαρ­τύ­ριο τοῦ δερ­βί­ση καί ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε με­γά­λο ἐν­δε­χό­με­νο ἀ­πό τήν νέ­α του εἰ­λι­κρι­νῆ καί τολ­μη­ρή ἐ­νέρ­γεια νά ἀ­κο­λου­θή­ση κα­νέ­νας κίν­δυ­νος γιά τούς Χρι­στια­νούς. Ἐ­γώ πάν­τως νο­μί­ζω, ὅ­τι ὅ­λα αὐ­τά τά ἐξ ἀρ­χῆς ἐμ­πό­δια ἦ­ταν ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ δαί­μο­να, πού μι­σεῖ τό κα­λό, γιά νά τόν ψυ­χρά­νη νά πα­ραι­τη­θῆ ἀ­πό τήν σω­τή­ρια ὁ­μο­λο­γί­α του. Ἐ­πέ­στρε­ψε λοι­πόν μέ  με­γά­λη λύ­πη πά­λι στήν Χῖ­ο κα­τά τίς ἕν­δε­κα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου. Ἀλ­λά ὁ Κύ­ριος, πού οἰ­κο­νο­μεῖ τά πάν­τα πρός τό συμ­φέ­ρον, πολ­λές φο­ρές με­τα­χει­ρί­ζε­ται καί ἐ­κεῖ­να πού μᾶς φαί­νον­ται ἐ­νάν­τια, πρός τό κα­λύ­τε­ρο καί πιό συμ­φέ­ρον. Καί ἔ­τσι ἔ­γι­νε καί σέ αὐ­τόν τόν μα­κά­ριο. Δι­ό­τι, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Χῖ­ο, λαμ­βά­νον­τας συμ­βου­λή καί πα­ρα­κί­νη­σι ἀ­πό κά­ποι­ον πνευ­μα­τι­κό πα­τέ­ρα ξέ­νο, νά κά­νη τώ­ρα ἐ­κεῖ­νο πού ἔ­πρε­πε νά κά­νη πρω­τύ­τε­ρα καί δέν τό ἔ­κα­νε μέ τό νά ἔ­τρε­χε βι­α­στι­κά στό στά­διο. Λαμ­βά­νει, δη­λα­δή, συμ­βου­λή νά προ­ε­τοι­μα­σθῆ κα­λά καί νά ἐ­ξο­πλι­σθῆ ἀ­σφα­λῶς μέ τά πνευ­μα­τι­κά ὅ­πλα τῆς ἀ­λη­θι­νῆς καί τε­λεί­ας με­τα­νοί­ας, σάν νά ἐ­πρό­κει­το νά πα­ρα­τα­χθῆ ἐ­νάν­τια πρός τίς ἀρ­χές, πρός τίς ἐ­ξου­σί­ες τοῦ σκό­τους τοῦ αἰ­ῶ­νος αὐτοῦ, πρός τά πνευ­μα­τι­κά της πο­νη­ρί­ας πνεύ­μα­τα στούς οὐ­ρα­νούς, σύμ­φω­να μέ τόν θεῖ­ο Παῦ­λο. Καί λοι­πόν ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νά ἀ­γω­νί­ζε­ται μέ νη­στεῖ­ες, προ­σευ­χές, γο­νυ­κλι­σί­ες, πα­ρα­κλή­σεις στήν Θε­ο­τό­κο καί ἀ­να­γνώ­σεις καί σέ ἄλ­λα ψυ­χω­φε­λῆ βι­βλί­α, ἀλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο στά Μαρ­τύ­ρια τῶν Ἁ­γί­ων. Γι’ αὐ­τό καί σέ τό­ση συν­τρι­βή ἔ­φθα­σε ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος ἔτσι, ὥ­στε ἔ­κλαι­γε πι­κρά καί πολ­λές νύ­χτες πέ­ρα­σε ἄ­ϋ­πνος ἀ­να­στε­νά­ζον­τας ἀ­πό τά βά­θη τῆς καρ­διᾶς του καί ἐ­πι­κα­λού­με­νος τήν Θε­ο­τό­κο σέ βο­ή­θεια. Γι’ αὐ­τό τόν λό­γο καί σ’ αὐ­τούς πού τόν ἄ­κου­γαν καί τόν ἔ­βλε­παν προ­κα­λοῦ­σε με­γά­λο οἶ­κτο καί συμ­πά­θεια. Κον­τά σέ ὅ­λα αὐ­τά ἔ­γρα­ψε καί τίς ἁ­μαρ­τί­ες του ὅ­λες, ὅ­σες ἁ­μάρ­τη­σε ὡς ἄν­θρω­πος σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή, γιά νά μήν ἀ­στο­χή­ση καμ­μί­α, καί τίς ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε μέ μί­α λε­πτο­με­ρῆ καί ἀ­λη­θι­νή ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι. Τέ­λος πάν­των, ἀ­φοῦ συμ­πλη­ρώ­θη­καν σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, μή μπο­ρῶντας νά ἀ­να­βά­λη πλέ­ον τήν εὐ­και­ρί­α, ἀ­πό τήν φλό­γα πού ἄ­να­βε στά σπλάγ­χνα του γιά τό Μαρ­τύ­ριο, ἔ­λα­βε τίς ἐ­ξι­λεω­τι­κές εὐ­χές, σύμ­φω­να μέ τήν ἱ­ε­ρή τά­ξι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Χρί­σθη­κε μέ τό Ἅ­γιο Μύ­ρο. με­τά­λα­βε τά ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια. Καί ἔ­τσι ἀ­φοῦ ἀ­τσά­λω­σε τήν ψυ­χή καί δυ­να­μώ­θη­κε μέ τήν ἐ­που­ρά­νια τρο­φή, ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό νη­σί στίς εἴ­κο­σι πέν­τε τοῦ Αὐ­γού­στου, συ­νο­δευ­ό­με­νος καί ἀ­πό ἕ­ναν θε­ο­σε­βῆ καί ζη­λω­τή ἀ­δελ­φό, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο μα­ζί ἀ­πέ­πλευ­σαν στήν νέ­α Ἔ­φεσ­σο, τό λε­γό­με­νο Κου­σαν­τα­σί, γιά νά ἐκ­πλη­ρώ­ση ἐ­κεῖ τόν πό­θο του μέ τόν  θά­να­το ὑ­πέρ τοῦ Χρι­στοῦ. Τούς πο­λέ­μους δέ καί τούς λο­γι­σμούς πού τοῦ ἔ­φε­ρε ὁ ἐ­χθρός, γιά νά τόν ἐμ­πο­δί­ση, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά τούς πε­ρι­γρά­ψω, ἀλ­λά ὁ γεν­ναῖ­ος ἐ­κεῖ­νος μέ τήν δύ­να­μι τοῦ ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἀ­να­δεί­χθη­κε σέ ὅ­λα νι­κη­τής, κα­τα­τρο­πώ­νον­τας λέ­ον­τα καί δρά­κον­τα, ὅ­πως αὐ­τός ὁ ἴ­διος πολ­λές φο­ρές αὐτόν τόν λό­γο συ­νή­θι­ζε νά λέ­η. Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν, μέ βο­η­θό τόν Θε­ό γιά κα­λό τα­ξί­δι πρός τά ἐ­κεῖ τήν 1η  Σε­πτεμ­βρί­ου στίς 4 ἡ ὥ­ρα τῆς ἡ­μέ­ρας, ­πῆ­γε ὁ μα­κά­ριος στόν Μου­φτῆ καί τοῦ λέ­ει: “Ἐ­γώ ἀ­φέν­τη ἔ­χω δύ­ο πι­στό­λες παρ­μέ­νες, ἡ μί­α ἀ­πό αὐ­τές εἶ­ναι πο­λύ κα­λή καί γε­ρή ἀ­πό ὅ­λα τα μέ­ρη. Ἡ ἄλ­λη εἶ­ναι σα­κά­τι­κη, τζου­ρού­τι­κη καί τά μπι­λε­ζί­κια πού ἔ­χει ἀ­π' ἔ­ξω, γιά νά φαί­νε­ται ὄ­μορ­φη, τά ἔ­βα­λα στό μέγ­κι καί εἶ­ναι ὅ­λα κάλ­πι­κα. Γι’ αὐ­τό ἐ­γώ δέν τήν θέ­λω, ἐ­πει­δή μέ γέ­λα­σε ἐ­κεῖ­νος, πού μοῦ τήν ἔ­δω­σε. Εἶ­ναι λοι­πόν νό­μι­μο νά τήν δώ­σω πί­σω, σάν τέ­τοι­α πού εἶ­ναι”; Ὁ Μου­φτής ἀ­πο­κρί­νε­ται, “ναί, εἶ­ναι νό­μι­μο’. “Δός μου φε­τουφά”  τοῦ λέ­ει ὁ Μάρ­τυς. Καί αὐ­τός τοῦ ἔ­δω­κε. Παίρ­νον­τας δέ τόν φε­του­φά ὁ Ἅ­γιος, τήν ἴ­δια ὥ­ρα περ­νᾶ στόν Κα­τῆ καί τοῦ λέ­ει· “ἔ­χω ντα­βά”. Ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται· “τί εἶ­ναι ὁ ντα­βάς σου;” Ὁ Μάρ­τυρας δι­η­γεῖ­ται τήν πα­ρα­πά­νω ὑ­πό­θε­σι καί τοῦ δί­δει τόν φε­του­φά. Ὁ δι­κα­στής τόν ρω­τᾶ· “καί ποι­ός εἶ­ναι ὁ ντα­βα­τζής σου”; Ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ Μάρ­τυς· “ἐ­σύ εἶ­σαι ὁ ντα­βα­τζής μου”. Ὁ δι­κα­στῆς μό­λις τό ἄ­κου­σε αὐ­τό, ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος καί τοῦ λέ­ει· “τί σοῦ ἔ­κα­να; Ἐ­γώ ἄλ­λη φο­ρά δέν σέ εἶ­δα”. Τό­τε κα­θα­ρώ­τε­ρα τοῦ λέ­ει ὁ Μάρ­τυς: “Σή­με­ρα εἶ­ναι δέ­κα χρό­νια, πού μέ γέ­λα­σες καί μέ ἔ­κα­μες καί ἀρ­νή­θη­κα τήν πί­στι μου καί μοῦ ἔ­δωσες τήν δι­κή σου, κά­μνον­τάς με Τοῦρ­κο. Ἐ­γώ ἔ­φυ­γα, καί πέ­ρα­σα μέ­σα στήν Φραγ­κιά καί ἐ­κεῖ μοῦ εἶ­παν, ὅ­τι θά κο­λα­σθῶ, δι­ό­τι ἄ­φη­σα τήν πί­στι μου. Τώ­ρα ἦλθα καί σοῦ δί­δω πί­σω τήν σφρα­γῖ­δα πού μοῦ ἔ­δω­σες. Καί λοι­πόν θέ­λω νά πε­θά­νω Χρι­στια­νός”. Τοῦ λέ­ει ὁ δι­κα­στής· “ἐ­γώ δέν σέ ξέ­ρω, οὔ­τε σέ εἶ­δα πο­τέ, πῶς λές, ὅ­τι ἐ­γώ σέ τούρκε­ψα”; Ὁ Μάρ­τυρας ἀ­πο­κρί­θη­κε. “Ναί, δέν μέ εἶ­δες ἄλ­λη φο­ρά, ἀλ­λά σ’ αὐ­τό τό μέ­ρος πού ἐ­σύ τώ­ρα κά­θε­σαι, πρίν ἀ­πό σέ­να κα­θό­ταν κά­ποι­ος ἄλ­λος τέ­τοι­ος, σάν καί τοῦ λό­γου σου. Λοι­πόν ὁ ἴ­διος ἐ­κεῖ­νος εἶ­σαι ἐ­σύ πού μέ ἔ­κα­νες τέ­τοι­ον”. Τοῦ λέ­ει ὁ δι­κα­στής. “Ἒ, παι­δί μου, ἐ­φό­σον καί θέ­λεις νά εἶ­σαι γκι­α­ού­ρης, πή­γαι­νε ὅ­που θέ­λεις καί ὅ­πως θέ­λεις πέρ­να τήν ζω­ή σου. Φράγ­κος, Ἀρ­μέ­νης, ὅ,τι θρη­σκεί­α θέ­λεις ἐ­κεί­νη βά­στα”. Ὁ Μάρ­τυρας τοῦ λέ­ει· “Ὄ­χι, Χρι­στια­νός θέ­λω νά εἶ­μαι”. Τοῦ λέ­γει πά­λι ὁ δι­κα­στής. “Πή­γαι­νε ὅ­που θέ­λεις”. Καί ὁ Μάρ­τυρας· “Ὄ­χι, τό ση­μά­δι αὐτό πού ἔ­βα­λες ἐ­πά­νω μου δέν μπο­ρῶ νά τό βλέ­πω καί γι’ αὐ­τό ἦλθα νά σοῦ τό δώ­σω πί­σω”. Ση­μά­δι ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Μάρ­τυρας τήν πε­ρι­το­μή τῆς σαρ­κός, δι­ό­τι ἀ­πό αὐ­τό ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται οἱ ὀ­πα­δοί τῆς θρη­σκεί­ας τους. Ὁ δι­κα­στής τοῦ λέ­ει· “μω­ρέ ἀ­πό τόν νοῦ σου βγῆ­κες”; Ὁ Μάρ­τυρας. “Ὄ­χι, ἐ­γώ τόν νοῦ μου τόν ἔ­χω κα­λά καί ξέ­ρω τί λέ­ω”. Τό­τε ὁ δι­κα­στής τόν ρω­τᾶ· “ποι­ός εἶ­σαι; Καί ποι­ά εἶ­ναι ἡ πα­τρί­δα σου”; Καί ὁ Μάρ­τυς τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται. “Ἡ πα­τρί­δα μου εἶ­ναι ἡ Κύ­προς καί ἐ­γώ εἶ­μαι υἱ­ός Χρι­στια­νῶν γο­νέ­ων” . Ὁ δι­κα­στής· “ἀ­πό ποῦ ἦλθες”; Ὁ Μάρ­τυρας· “ἀ­πό τήν Ἀ­να­το­λή”. Ὁ δι­κα­στής, “πό­σος και­ρός εἶ­ναι”; Ὁ Μάρ­τυρας, “δύ­ο ἡ­μέ­ρες”. Ὁ δι­κα­στής· “ποῦ κα­τοι­κεῖς”; Ὁ Μάρ­τυς, “στόν κα­φε­νέ”. Ὁ δι­κα­στής, “τρελ­λός εἶ­σαι”. Ὁ Μάρ­τυρας, “ὄ­χι, ἀλ­λά ἔ­χω τά λο­γι­κά μου”. Ὁ δι­κα­στής πά­λι τοῦ λέ­ει, “ἔ­λα στόν ἑ­αυ­τό σου”. Ὁ Μάρ­τυρας, “ στόν ἑ­αυ­τό μου εἶμαι”. “Σκέ­ψου κα­λά”, τοῦ λέ­ει ὁ κα­της ( σ. σ. ἱεροδίκης τῶν Τούρκων), “διό­τι εἶ­ναι κρε­μά­λα, εἶ­ναι σπα­θί, εἶ­ναι βα­σα­νι­στή­ρια”. Ὁ Μάρ­τυρας, “ὅ­λα τά ξέ­ρω, καί εἶ­μαι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος καί δέν τά σκέ­φτο­μαι κα­θό­λου” . Ἐ­κεῖ­νος τοῦ λέ­ει, “δέν λυ­πᾶ­σαι τήν πα­λι­κα­ριά σου, τήν νε­ό­τη­τά σου, τήν προ­κο­πή σου”; Ὁ Μάρ­τυρας λέ­ει. “Ὄ­χι ἀλ­λά τό ἔ­χω χα­ρά μου, νά πε­θά­νω γιά τήν πί­στι μου”. “Σκέ­ψου κα­λά, ὅ­τι δέν γλυ­τώ­νεις ἀ­πό τά χέ­ρια μου πλέ­ον, ἀλ­λά πρό­κει­ται νά σέ βα­σα­νί­σω”. Ὁ Μάρ­τυρας τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε, “ἐ­γώ αὐ­τά ὅ­λα τά σκέ­φθη­κα προ­η­γου­μέ­νως καί τό­τε ἦλθα καί ἔ­χω τήν ἐλ­πί­δα μου στόν Ἰ­η­σοῦ μου Χρι­στό, τόν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο, ὅ­τι θά μέ βο­η­θή­ση καί θά μέ βά­λη στόν Πα­ρά­δει­σο”. Ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ δι­κα­στής, “τό λοι­πόν ἐ­μεῖς πρό­κει­ται νά κο­λα­σθοῦ­με”; Ὁ Μάρ­τυρας μέ παρ­ρη­σί­α καί τόλ­μη μεγάλη τοῦ λέ­γει, “ναί βέ­βαι­α, πρό­κει­ται νά κο­λα­σθῆ­τε, ἄν δέν ἐ­πι­στρέ­ψε­τε ἀ­πό τό σκό­τος καί ἀ­πό τήν πλά­νη σας”. Ὁ δι­κα­στής, “τό­σα χρό­νια πέ­ρα­σαν, καί τώ­ρα ἦλθες ἐ­σύ νά μᾶς δι­δά­ξης”; Ὁ Μάρ­τυρας· “Ἀ­πό τήν θρη­σκεί­α σας δέν εἶ­δα, δέν γνώ­ρι­σα κα­νέ­να κα­λό. Εἶ­ναι ἕ­να σκό­τος. Ὅ­λα πα­ρα­μύ­θια, ἄ­ξια γέ­λιου. Εἶ­στε ἄν­θρω­ποι σαρ­κι­κοί, ὅ­λως δι­ό­λου δο­σμέ­νοι στίς κα­κί­ες. Ἄν­θρω­ποι πα­ρα­πλα­νη­μέ­νοι, χα­μέ­νοι”. Ὁ δι­κα­στής τοῦ λέ­ει· “ἄν δέν ἔλ­θης στά λο­γι­κά σου, θά σέ κρε­μά­σω”. Ὁ Μάρ­τυρας, “ἐ­γώ κα­λά εἶ­μαι στά λο­γι­κά μου καί αὐ­τά δέν τά λο­γα­ριά­ζω κα­θό­λου, ἐ­πει­δή γι’ αὐ­τό ἦλθα”. Καί ἀ­μέ­σως προ­στά­ζει ὁ δι­κα­στής νά τόν βά­λουν στήν φυ­λα­κή καί τά πό­δια του στό ξύ­λο καί σί­δε­ρα στόν λαι­μό του. Καί οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τοῦ δι­κα­στῆ ἀ­μέ­σως ἔ­καναν πρᾶ­ξι τήν ἀ­πό­φα­σι, ἔ­νι­ω­σε ὅ­μως με­γά­λο θαυ­μα­σμό ὁ δι­κα­στής γιά τήν με­γα­λο­ψυ­χί­α καί ἀν­δρεί­α τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί γιά τήν τόλ­μη, μέ τήν ὁ­ποί­α τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε. Ὡ­στό­σο ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε πρός τόν Μου­φτῆ καί τοῦ μή­νυ­σε· “Σέ τέ­τοι­α πράγ­μα­τα δί­δεις φε­του­φά καί γι­νό­μα­στε μα­σκα­ρά­δες”; Ὁ Μου­φτής εἶ­πε, ὅ­τι τό με­τά­νι­ω­σα καί ἐ­γώ καί τόν γύ­ρευ­α νά τόν βρῶ γιά νά πά­ρω πί­σω τόν φε­του­φά, ἀλ­λά δέν τόν ἐ­πέ­τυ­χα. Ἐ­κεῖ στήν φυ­λα­κή ἦ­ταν καί ἕ­νας νέ­ος φυ­λα­κι­σμέ­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πρό­κει­το νά βγῆ ἀ­πό τήν φυ­λα­κή. Σέ αὐτόν πα­ρέ­δω­σε ὁ Μάρ­τυς τόν σταυ­ρό πού εἶ­χε στόν λαι­μό του, γιά νά μή τόν κα­τα­πα­τή­σουν καί τόν πε­ρι­παί­ξουν οἱ ἀλ­λό­πι­στοι καί λί­γους πα­ρά­δες πού βα­στοῦ­σε ἐ­πά­νω του, λέ­γον­τάς του, “δῶσε αὐ­τά στούς ἱ­ε­ρεῖς καί πές τους νά πα­ρα­κα­λοῦν τόν Θε­ό, γιά νά μέ στη­ρί­ξη”. Τήν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα τήν ἴ­δια ὥ­ρα ἔ­βγα­λαν τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο ἀ­πό τήν φυ­λα­κή καί τόν ἔ­στη­σαν μπρο­στά σε ὅ­λους, Μου­φτή, Ἐ­μέρ ἀ­φέν­τη, Βο­ε­βόν­δα καί ἄλ­λους, γιά νά γί­νη λαμ­πρό­τε­ρη δη­λα­δή ἡ ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Λοι­πόν τόν ἐ­ρω­τοῦν ἀ­πό τήν ἀρ­χή, ἄν ἦλθε στά λο­γι­κά του καί ἄν με­τά­νι­ω­σε γιά ἐ­κεῖ­να πού εἶ­πε. Ὁ Μάρ­τυρας ἀ­πο­κρί­θη­κε χα­ρού­με­νος· “Ἐ­γώ στά λο­γι­κά μου εἶ­μαι, τόν νοῦ μου τόν ἔ­χω καί ζη­τῶ καί δι­ψῶ τόν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό καί δέν τόν ἀρ­νοῦ­μαι ἐ­γώ πο­τέ· ἄς μή μοῦ συμ­βῆ, Χρι­στέ Βα­σι­λιά, νά ἀρ­νη­θῶ ἐσένα, τόν πλά­στη μου”. Ὅ­λοι οἱ ἄρ­χον­τες ἀ­πο­κρί­θη­καν ἐ­κεῖ­νο πού καί τήν πρώ­τη φο­ρά τοῦ εἶ­πε ὁ κα­τής, ὅ­τι ‘ἐ­φό­σον θέ­λης νά εἶ­σαι γκι­α­ού­ρης, πή­γαι­νε ὅ­που θέ­λεις νά εἶ­σαι γκι­α­ού­ρης, πή­γαι­νε ὅ­που θέ­λεις, δέν σέ ἐμ­πο­δί­ζει κα­νείς’. Καί ὁ Μάρ­τυς· “ὄ­χι, λέ­ει, ἀλ­λά ἐ­σύ πού μοῦ ἔ­δω­σες τήν σφρα­γῖ­δα αὐ­τή, σ’ ἐ­σέ­να τήν ἔ­φε­ρα νά τήν πά­ρης, πού εἶ­ναι δι­κή σου, ἐν­νοῶν­τας τήν πε­ρι­το­μή”. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ λέ­νε· “μπρέ ἔ­λα στά λο­γι­κά σου”. Ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ Μάρ­τυρας· “στά λο­γι­κά μου εἶμαι”. Αὐ­τοί τοῦ λέ­νε· “Δέν λυ­πᾶ­σαι τόν ἑ­αυ­τό σου, πού πρό­κει­ται νά σέ θα­να­τώ­σου­με, ἄν δέν με­τα­νο­ή­σης”; Ὁ Μάρ­τυρας· “Πρέ­πει κα­θέ­νας πού ἔ­χει γνῶ­σι νά μά­χε­ται γιά τήν εὐ­σέ­βεια καί ὄ­χι γιά τήν ἀ­σέ­βεια”. (Αυτό τό εἶ­πε στήν ἀ­ρα­βι­κή γλῶσ­σα). Ἐ­κεῖ­νοι τό­τε μό­λις τό ἄ­κου­σαν αὐ­τό θαύ­μα­σαν καί τοῦ λένε· “Ἔ­λα νά σέ παν­τρέ­ψoυ­με καί νά σοῦ δώ­σου­με καί χρή­μα­τα ὅ­σα θέ­λεις” . Ὁ Μάρ­τυρας τούς λέ­ει· “Αὐ­τά ὅ­λα εἶ­ναι μα­ται­ό­της”  (τό ὁ­ποῖ­ο συ­νή­θι­ζε, ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος νά λέ­η, ὅ­ταν γι­νό­ταν καμ­μί­α φο­ρά κου­βέν­τα γιά κο­σμι­κά πράγ­μα­τα). “Τόν Ἰ­η­σοῦ μου θέ­λω, τόν Ἰ­η­σοῦ μου”. Τοῦ λέ­νε ὅ­λοι· “βγῆ­κες ἀ­πό τόν νοῦ σου, βγῆ­κες”. Καί ὁ Μάρ­τυρας· “Ἐ­γώ τόν νοῦ μου τόν ἔ­χω, τόν ἔ­χω”. Καί βέ­βαι­α ἔ­λε­γε κα­λά, πώς ἔ­χει τόν νοῦ του, ἐ­πει­δή εἶ­χε κα­τοι­κή­σει πλέ­ον σ’ αὐ­τόν ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ἡ ἴ­δια ἡ σο­φί­α τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τοί τοῦ εἶ­παν· “ξέ­ρεις Τούρ­κι­κα γράμ­μα­τα”; Καί ἀ­πο­κρί­θη­κε, “ὄ­χι, ἀλ­λά γλῶσ­σες ξέ­ρω τέσ­σε­ρις καί γιά νά πι­στέ­ψε­τε, ὅ­τι ἔ­χω τόν νοῦ μου σω­στό, φέρ­τε μου κον­δύ­λι νά σᾶς κά­μω λο­γα­ρια­σμό ἀ­πό ὅ­ποι­α γλῶσ­σα θέ­λε­τε. Τούρ­κι­κα, φράγ­κι­κα, ἀ­ρά­βι­κα, ρω­μα­ϊ­κά, ὅ,τι θέ­λε­τε”. Αὐ­τοί τοῦ λέ­νε, ‘δέν λυ­πᾶ­σαι τόν ἑ­αυ­τό σου”; Ὁ Μάρ­τυρας ἀ­πο­κρί­θη­κε· “Ὄ­χι, τί νά λυ­πη­θῶ; Τήν ἐλ­πί­δα μου ὅ­λη τήν ἔ­χω στόν Θε­ό”. Πά­λι τοῦ εἶ­παν· “δέν ρω­τᾶς αὐ­τόν τόν παπᾶ νά σοῦ πῆ γιά τήν πί­στι σου”; Καί ὁ Μάρ­τυρας, “ἐ­γώ τήν πί­στι μου τήν ξέ­ρω κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό τούς πα­πά­δες καί δέν χρει­ά­ζο­μαι νά μέ δι­δά­ξη κα­νείς”. Τό λοι­πόν εἶ­παν, φυ­λα­κί­στε τον φο­βε­ρί­ζον­τας, ὅ­τι ἔ­χουν ἀ­πό­φα­σι αὔ­ριο νά τόν κρε­μά­σουν καί νά σκε­φθῆ. Καί ἔ­βα­λαν πά­λι τόν ἀ­λη­θι­νά μεγάλο καί καρ­τε­ρό­ψυ­χο ἀ­θλη­τή στήν φυ­λα­κή, ἕ­ως τήν ἄλ­λη ἐ­ξέ­τα­σι­. Τό βρά­δυ πρό­στα­ξε ὁ δι­κα­στής νά τόν τι­μω­ρή­σουν. Καί ἐ­δῶ ἄς ἀ­να­λο­γι­σθῆ ὁ κα­θέ­νας ἕ­να τέ­τοι­ο γέ­νος, σάν ἐ­κεῖ­νο, μέ τί τρό­πο ὥρ­μη­σαν κα­τε­πά­νω του, λαμ­βά­νον­τας ἄ­δεια ἀ­πό τόν ἄρ­χον­τα. Σχε­δόν ὅ­λη τήν νύ­χτα ἐ­κεί­νη μέ διά­φο­ρους τρό­πους βα­σά­νι­σαν τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο. Ἄλ­λοι ἔ­φερ­ναν τοῦ­βλα ἀ­ναμ­μέ­να καί τά ἔ­βα­ζαν στούς ὤ­μους καί στίς μα­σχά­λες τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Ἄλ­λοι ἔ­φε­ραν πιά­το πυ­ρα­κτω­μέ­νο, καί τοῦ τό φό­ρε­σαν στό κε­φάλι σάν σκού­φια, κά­ποι­οι ἄλ­λοι, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­νη­λε­εῖς καί ἄ­σπλαγ­χνοι, πού δέν ἀρ­κέ­σθη­καν σ’ αὐ­τά, ἔ­φε­ραν καί σύρ­μα σι­δε­ρέ­νιο, (τό λε­γό­με­νο τέ­λι κοι­νό­τε­ρο) καί τό ἔ­σπρω­ξαν στό κρυ­φό μέ­λος. Καί ἐ­δῶ πραγ­μα­τι­κά σκέ­φτο­μαι, ὅ­τι ἐ­κεῖ­νοι μέν ὡς ἐ­χθροί καί ἄ­σπλαγ­χνοι θε­ρά­πευ­αν μέ αὐ­τά τά βα­σα­νι­στή­ρια τόν θυ­μό τους καί τήν κα­κί­α, ἀ­πέ­βαι­ναν ὡ­στό­σο ὅ­λα σύμ­φω­να μέ τόν πό­θο τοῦ Μάρ­τυ­ρος. Δι­ό­τι εἶ­χε ὁ μα­κά­ριος πο­λύ μῖ­σος πρός τήν ἀ­πο­τρό­παι­α ἐ­κεί­νη σφρα­γῖ­δα τῆς πε­ρι­το­μῆς, καί ὅ­σο σκε­φτό­ταν πώς εἶ­χε ἐ­πά­νω του τέ­τοι­ο μί­α­σμα, ὅ­λο ἀ­γα­να­κτοῦ­σε καί πι­κρό­τα­τα ἀ­να­στέ­να­ζε καί μέ με­γά­λο πό­θο ζη­τοῦ­σε νά τό ἀ­πο­βά­λη ἀ­πό πά­νω του. Λοι­πόν κον­τά στά ἄλ­λα του μαρ­τύ­ρια, μέ τά ὁ­ποῖ­α γι­ά­τρευ­ε τήν ἄρ­νη­σί του, ἔ­λα­βε καί τοῦ­το, ὡς μιά θε­ρα­πεί­α καί ἀ­πο­βο­λή τῆς ἀ­πο­τρό­παι­ας ἐ­κεί­νης πε­ρι­το­μῆς.

Τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν Κυ­ρια­κή, βγά­ζουν πά­λι τόν Μάρ­τυ­ρα ἀ­πό τήν φυ­λα­κή μέ συγ­κεν­τρω­μέ­νο με­γά­λο πλῆ­θος ἀ­πό τήν θρη­σκεί­α τους. Καί πά­λι στή­νουν στό δι­κα­στή­ριο τό πρό­βα­το τοῦ Χρι­στοῦ. Καί ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα τρεῖς τῆς ἡ­μέ­ρας. Καί τόν ρω­τοῦν· “ἦλθες στά λο­γι­κά σου, με­τα­νό­η­σες”; Καί ὁ Μάρ­τυρας· “Ἐ­γώ σᾶς εἶ­πα, ὅ­τι στά λο­γι­κά μου εἶ­μαι, τόν νοῦ μου τόν ἔ­χω. Τί μέ πει­ρά­ζε­τε”; Πά­λι τοῦ λέ­νε· “Ἄλ­λη εὐ­και­ρί­α πλέ­ον δέν ἔ­χεις γιά νά σκε­φθῆς. Ἔ­φθα­σε τό τέ­λος σου”. Καί ὁ Μάρ­τυρας μέ ἤ­ρε­μη φω­νή ἀ­πο­κρί­θη­κε· “ἐ­γώ τόν Ἰ­η­σοῦ μου δέν τόν ἀρ­νοῦ­μαι, Χρι­στια­νός γεν­νή­θη­κα, Χρι­στια­νός θέ­λω νά πε­θά­νω”. Καί αὐ­τοί τοῦ λέ­νε· “Παι­δί μου, και­ρός δέν ἔ­μει­νε ἄλ­λος, πρό­κει­ται νά σέ κρε­μά­σου­με”. “Τό ξέ­ρω”, ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Μάρ­τυρας. Καί αὐ­τοί· “Δέν λυ­πᾶ­σαι τήν πα­λλη­κα­ριά σου, τήν ὀ­μορ­φιά σου, τήν νε­ό­τη­τά σου”; Αὐ­τός ἀ­πο­κρί­θη­κε, “αὐ­τά ὅ­λα εἶ­ναι μα­ται­ό­τητα. Τόν Ἰ­η­σοῦ μου, τόν Ἰ­η­σοῦ μου θέ­λω. Χρι­στια­νός εἶ­μαι, Χρι­στια­νός θέ­λω νά πε­θά­νω. Δέν ἀρ­νοῦ­μαι τήν πί­στι μου, δέν ἀρ­νοῦ­μαι τόν Ἰ­η­σοῦ μου”. Καί αὐ­τοί πά­λι τοῦ λέ­νε, “παι­δί μου, νά ἡ κρε­μά­λα, σκέ­ψου τί ἔ­χεις νά χά­σης”. Τοῦ ἔ­δει­ξαν καί τό σχοι­νί. Ὁ Μάρ­τυρας τούς λέ­ει· “Αὐ­τό ζη­τῶ καί ἐ­γώ”. Ἐ­κεῖ­νοι δέ ἔ­λε­γαν ἀ­να­με­τα­ξύ τους, ἄλ­λος “φράγ­κος εἶ­ναι, καί ἔ­χει τό­σο γι­νά­τι”. Ἄλ­λοι πά­λι ἔ­λε­γαν, “τοῦ­τοι οἱ ρω­μαῖ­οι μί­α φο­ρά ὅ­ταν ποῦν ἕ­ναν λό­γο, δέν τόν παίρ­νουν πί­σω”. Καί κά­θε ἕ­νας ἔ­λε­γε τόν λό­γο του. Τό­τε βγαί­νει καί ἕ­νας ζη­λω­τής ἀ­π’ αὐ­τούς, καί λέ­ει στόν Μάρ­τυ­ρα: “Δέ­κα χρό­νια πού τούρ­κε­ψες, δέν κίλ­τη­σες να­μά­ζι πο­τέ; Δη­λα­δή δέν προ­σκύ­νη­σες τό προ­σκύ­νη­μά μας”; Λέ­ει ὁ Μάρ­τυρας, “ὄ­χι ὄ­χι”. “Ἀ­μή τοῦ μπα­ϊ­ρα­μί­ου τό να­μά­ζι δέν τό ἔ­κα­μες”; (προ­βάλ­λον­τας τοῦ­το σάν κά­τι ση­μαν­τι­κό πρᾶγ­μα). Ὁ δέ Μάρ­τυρας κα­θώς ἔ­βλε­πε, ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας μέ τά λό­για του, τόν ἐμ­πό­δι­ζαν ἀ­πό τήν προ­σευ­χή, ἐ­πει­δή νο­ε­ρά προ­σευ­χό­ταν ὁ μα­κά­ριος καί ὅ­λο πρός τόν Θε­ό εἶ­χε στη­λω­μέ­νο τόν νοῦ, κα­θώς ἔ­βλε­πε, λέ­ω, ὅ­τι τόν ἐμ­πό­δι­ζαν, ἀ­πο­κρί­θη­κε μέ ἔν­το­νο ὕ­φος σ’ αὐ­τόν πού τόν ρώ­τη­σε· “Τί μέ πει­ρά­ζεις ἄν­θρω­πε”; Ἐ­κεῖ­νος τοῦ λέ­ει, “μω­ρέ εἶ­ναι φοῦρ­κα, εἶ­ναι κρε­μά­λα”. Καί ὁ Μάρ­τυρας, “αὐ­τό, αὐ­τό ζη­τῶ καί ἐ­γώ καί ἄς πη­γαί­νου­με”.

Καί ἔ­τσι περ­πά­τη­σε ἕ­ως δέ­κα βή­μα­τα. Ὤ γεν­ναι­ό­τητα ἀ­θλη­τι­κή! Ὤ ἀν­δρεί­α μαρ­τυ­ρι­κή! Ὤ βι­α­σύ­νη καί προ­θυ­μί­α ἄ­ξια οὐρα­νί­ων ἐ­παί­νων! Τόν ἅρ­πα­ξαν λοι­πόν μέ ὁρ­μή καί ἀ­γρι­ό­τη­τα, ἔ­βγα­λαν τά ροῦ­χα του, ἔ­δε­σαν πί­σω τά  χέ­ρια του, ἔ­βα­λαν τήν θη­λιά στόν λαι­μό του καί τόν πα­ρέ­δω­σαν, γιά νά κρε­μα­σθῆ. Ἄλ­λοι ἔ­τρε­χαν μπρο­στά, ἄλ­λοι πί­σω, ὅ­λοι τους δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν μί­α με­γά­λη σύγ­χυ­σι, ἀ­να­με­τα­ξύ τους ἐ­πί­τη­δες, τά­χα γιά νά δει­λιά­ση ὁ Μάρ­τυς. Αὐ­τός ὡ­στό­σο ἔκανε τό ἀ­κρι­βῶς ἀν­τί­θε­το, ἔ­με­νε παν­τε­λῶς ἄ­φο­βο καί ἀ­συγ­κί­νη­τος. Γι’ αὐ­τό καί χλευ­ά­ζον­τάς τους ὡς ἄ­μυα­λους, εἶ­πε σ’ αὐ­τούς· “Ὤ ἄ­μυα­λοι ἄν­θρω­ποι , ἐ­γώ ἦλθα μό­νος μου αὐ­τό­κλη­τος, καί τώ­ρα φο­βᾶ­στε νά μήν φύ­γω”; Καί ἀ­φοῦ φό­ρε­σε ὁ Μάρ­τυρας τήν κρε­μά­λα στόν λαι­μό σάν κα­τά­δι­κος καί ἔ­χον­τας δε­μέ­να τά χέ­ρια, ἦλθε στόν τό­πο τῶν κα­τα­δί­κων. Καί πά­λι ἄλ­λοι ἑ­τοί­μα­ζαν τόν τό­πο, ἄλ­λοι τόν ρω­τοῦ­σαν, ἄν με­τα­νό­η­σε. Τό­τε ὁ Μάρ­τυρας τούς ἀ­πο­κρί­θη­κε μέ τήν ἴ­δια τόλ­μη· “Τα­λαί­πω­ροι, ἡ πί­στι σας εἶ­ναι ψεύ­τι­κη. Εἶ­ναι γε­μά­τη μα­ται­ό­τη­τες. Εἶ­σθε ἄν­θρω­ποι ὅ­λοι σάρ­κες. Πρό­κει­ται νά κο­λα­σθῆ­τε στήν κό­λα­σι τοῦ πυ­ρός. Ἐ­γώ ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τῶν πού μοῦ κά­νε­τε, θά πά­ω στόν Πα­ρά­δει­σο”. Ἐ­κεῖ­νοι δέ ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν τήν ἀν­δρεί­α τοῦ Μάρ­τυ­ρα γι­νά­τι, δη­λα­δή πεῖ­σμα. Ἀλ­λά καί πραγ­μα­τι­κά ἦ­ταν πεῖ­σμα, πεῖ­σμα ὅ­μως ἀ­λη­θι­νά ἅ­γιο, πεῖ­σμα σω­τή­ριο, πεῖ­σμα, τό ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει καί εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη κά­θε Χρι­στια­νός νά τό ἔ­χη ἐ­ναν­τί­ον τοῦ σα­τα­νᾶ, γιά νά μπο­ρῆ νά ἐκ­πλη­ρώ­νη τό θεῖ­ο θέ­λη­μα. Καί λοι­πόν ἔ­τσι ντρο­πι­α­σμέ­νοι, τοῦ εἶ­παν στό τέ­λος· “Μπρέ ἄλ­λος και­ρός πλέ­ον δέν σοῦ ἔ­μει­νε, καί πρό­κει­ται νά τό με­τα­νοι­ώ­σης”. Ὁ δέ Μάρ­τυρας ἀ­πο­κρί­θη­κε τρι­πλα­σι­ά­ζον­τας ταυ­τό­χρο­να τήν ἀ­λη­θι­νά μα­κά­ρι­α καί ἁ­γί­α αὐ­τή φω­νή· “Χρι­στια­νός, Χρι­στια­νός, Χρι­στια­νός εἶμαι”.

Τό­τε, ἀ­φοῦ τόν σή­κω­σαν ἀ­πό τήν γῆ, τρά­βη­ξαν τό σχοι­νί καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ πα­νύ­μνη­τος Πο­λύ­δω­ρος τόν Μαρ­τυ­ρι­κό στέ­φα­νο ἀ­πό ἀγ­χό­νη.

 Ἐ­κεί­νη τήν νύ­χτα κά­ποι­οι ἀ­πό αὐ­τούς, ἐν­τε­λῶς ἀ­πάν­θρω­ποι, χω­ρίς νά ντρα­ποῦν κάν αὐ­τή τήν ἴ­δια τήν ἀνθρώπινη φύσι, πῆ­ραν τά ροῦ­χα τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί ἄ­φη­σαν ὁ­λό­γυ­μνo τό Ἅ­γιο λεί­ψα­νο καί τήν ἡ­μέ­ρα ἔ­δε­σαν μό­νο μέ ἕ­να πα­λι­ό­πα­νο τά κρυφά μέ­λη του. Ἔ­πει­τα με­τά ἀ­πό τρεῖς ἡ­μέ­ρες πρό­στα­ξαν ἕ­ναν Χρι­στια­νό νά τόν κα­τε­βά­ση ἀ­πό τήν κρε­μά­λα. Ἔ­βα­λαν δέ καί δύ­ο ἀ­ρά­πη­δες καί τόν σή­κω­σαν μέ τήν σκά­λα, καί μα­ζί λί­γοι Τοῦρ­κοι καί με­ρι­κοί Χρι­στια­νοί, τόν ἔ­θα­ψαν ἐ­πά­νω ἀ­πό τά μνή­μα­τα τῶν Ἀρ­με­νί­ων καί γιά τούς μέν Χρι­στια­νούς ἔγινε ὁ Μάρ­τυρας μεγάλο στή­ριγ­μα στήν εὐ­σέ­βεια, ἐνῷ γιά τούς Ὀ­θω­μα­νούς ἔγινε τό­σο με­γά­λη ντρο­πή, πού ἄλ­λη φο­ρά δέν τούς ἔ­τυ­χε τέ­τοι­α. Γι’ αὐ­τό με­ρι­κοί ἀ­πό αὐ­τούς ντό­πιοι ἔ­λε­γαν μέ θαυ­μα­σμό· «Αὐτό ἀ­λη­θι­νά ἦ­ταν ση­μαν­τι­κό πρᾶγ­μα. Αὐτήν τήν ἀν­δρεί­α δέν τήν ἐ­πέ­δει­ξε ἄλ­λος. Ποι­ός γνω­ρί­ζει τίς κρί­σεις τοῦ Θε­οῦ;».

Αὐ­τό εἶ­ναι, ἀ­δελ­φοί, τό ἀν­δρει­ω­μέ­νο καί γεν­ναι­ό­τα­το Μαρ­τύ­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Πο­λυ­δώ­ρου. Ὁ δέ Θε­ός τῶν δι­κῶν του Ἁ­γί­ων καί τῶν Μαρ­τύ­ρων εἶ­ναι αὐ­τός πού δο­ξά­ζει αὐ­τούς πού τόν δο­ξά­ζουν, ὅ­πως τό ὑ­πό­σχε­ται μό­νος του· «Αὐ­τούς πού μέ δο­ξά­ζουν θά τούς δο­ξά­σω» (Α΄ Βασ. 2, 30). Πρῶ­τον μέν, θέ­λον­τας νά δεί­ξη πό­σο τόν εὐ­χα­ρί­στη­σε μέ τό Μαρ­τύ­ριό του ὁ Ἅ­γιος Πο­λυ­δω­ρος καί στήν συνέχεια πό­σο εὐ­χά­ρι­στοι γί­νον­ται στήν με­γα­λει­ό­τη­τά του καί ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι πού μαρ­τυ­ροῦν γιά τό

ὄ­νο­μά του, ἀ­κό­μη καί ἄν τόν ἀρ­νή­θη­καν προ­η­γου­μέ­νως. Καί τό ἄλ­λο δέ γιά νά κλεί­ση τά στό­μα­τα κά­ποι­ων ἀ­νόη­των, οἱ ὁ­ποῖ­οι φλυα­ροῦν, ὅ­τι δέν πρέ­πει νά τι­μῶν­ται ὡς μάρ­τυ­ρες αὐ­τοί, πού ἀρ­νή­θη­καν προ­η­γου­μέ­νως τόν Χρι­στό. Γι’ αὐ­τά, λέ­ω, τά αἴ­τια ἐ­νέρ­γη­σε τό θαῦ­μα τοῦ­το με­τά τόν θά­να­το τοῦ Ἁ­γί­ου. Τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε κα­τ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο, ὅ­πως μᾶς τό δι­η­γή­θη­κε ὁ ἀ­ξι­ό­πι­στος ἱ­ε­ρο­μό­να­χος πού συμ­με­τεῖ­χε σ’­ αὐ­τό.

Στήν προ­α­να­φερ­θεῖ­σα Νέ­α Ἔ­φεσ­σο, ὅ­που μαρ­τύ­ρη­σε ὁ Ἅ­γιος Πο­λύ­δω­ρος, ἦ­ταν ἕ­νας Χρι­στια­νός, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Νι­κό­λα­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­πα­σχε ἀ­πό ἕ­να φο­βε­ρό δαι­μό­νιο, τό ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε μέ­σῳ τοῦ στό­μα­τός του καί φα­νέ­ρω­νε πολ­λές φο­ρές καί αὐ­τά τά ἀ­πό­κρυ­φα καί μυ­στι­κά. Γι’ αὐ­τό βλέ­πον­τάς τον ὁ ἀ­να­φερ­θείς ἱ­ε­ρο­μό­να­χος, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε μέ­ρος ἀ­πό τά Ἅ­για λεί­ψα­να καί μέ­ρος ἀ­πό τό σχοι­νί, μέ τό ὁ­ποῖ­ο κρέ­μα­σαν τόν Μάρ­τυ­ρα Πο­λύδω­ρο, συμ­πό­νε­σε τήν συμ­φο­ρά τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου, ὡς συμ­πα­θής καί φι­λά­δελ­φος πού ἦ­ταν. Καί βά­ζον­τας τό μέν σχοι­νί μέ­σα στήν πα­λά­μη του, τό δέ δά­χτυ­λο τοῦ Μάρ­τυ­ρα μέ­σα στόν κόλ­πο του, πῆ­γε στόν πά­σχον­τα.

Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως, καί μό­νο πού μπῆ­κε στήν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του καί τόν εἶ­δε ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος, ἀ­γρί­ε­ψε τό δαι­μό­νιο καί μέ δυ­να­τές φω­νές φώ­να­ξε· «Για­τί ἦλθες ἐ­δῶ νά μέ κά­ψης; (ἀ­πο­κα­λῶν­τάς τον μέ τό ὄ­νο­μά του). Κά­η­κα, κά­η­κα». Ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος, ἀ­φοῦ πλη­σί­α­σε κον­τύ­τε­ρα καί ἔ­βγα­λε τό κα­λυ­μαύ­χι του, ἐ­πέ­πλη­ξε τό δαι­μό­νιο στό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, γιά νά πῆ, για­τί φω­νά­ζει μ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο; Ὁ δέ δαί­μων πι­ε­ζό­με­νος ἀ­πό τήν ἀ­ό­ρα­τη δύ­να­μι τοῦ Θε­οῦ ὡ­μο­λό­γη­σε, ἄν καί δέν ἤ­θε­λε, τήν ἀ­λή­θεια. Λέ­γον­τας, ὅ­τι· ‘κά­η­κα, ἐ­πει­δή μοῦ ἔ­φε­ρες ἐ­δῶ τό δά­χτυ­λο καί τό σχοι­νί τοῦ Μάρ­τυ­ρα Πο­λυ­δώ­ρου’. Καί ἔ­τσι φω­νά­ζον­τας βγῆ­κε ἀ­πό τόν πά­σχον­τα καί ἔ­μει­νε στό ἑ­ξῆς ὁ ἄν­θρω­πος ὑ­γι­ής, μέ­ τήν χά­ρι­ τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, πού κα­τοι­κοῦ­σε καί με­τά τόν θά­να­το στά τί­μια λεί­ψα­να τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ Μάρ­τυ­ρα Πο­λυ­δώ­ρου. Μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τίς πρε­σβεῖ­ες ἄς λυ­τρω­θοῦ­με καί ἐ­μεῖς ἀ­πό κά­θε δαι­μο­νι­κή ἐ­πή­ρεια καί ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἀ­μήν.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης