Αὐτός ὁ μέγας καί νεοφανής στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ Πολύδωρος, ἦταν μέν γέννημα καί θρέμμα τῆς Λευκωσίας, τῆς πρώτης τῶν πόλεων τῆς νήσου Κύπρου, μέ πατέρα τόν Λουκᾶ τόν προσκυνητή καί μητέρα τήν Λουρδανού. Ἐνῷ ἦταν μικρός στήν ἡλικία, σπούδασε τά ἱερά γράμματα στήν πατρίδα του καί ἀφοῦ μεγάλωσε καί ἔφυγε ἀπό τήν ἰδιαίτερή του πατρίδα, ἐμπορευόταν στό Μισήρι καί ἀπό ἐκεῖ πηγαίνοντας σέ διάφορα μέρη χάριν τοῦ ἐμπορίου, ἔγινε γνωστός σέ πολλούς. Πέρυσι δέ (Ἐννοεῖ τόν προηγούμενο χρόνο τοῦ μαρτυρίου, δηλαδή τό 1793) βρισκόμενος στό Μισήρι, συνέβη νά πάη κοντά (μακάρι νά μή τόν ἀντάμωνε ὁλότελα) σέ ἕναν Κιεσίφη, ἀρνητή τοῦ Χριστοῦ Ζακυνθινό, καί ἔγινε γραμματικός σ’ αὐτόν. Λοιπόν τό περασμένο σαρανταήμερο, εὑρισκόμενος μία ἡμέρα σέ χαρές καί ξεφαντώματα, συνέβη καί νά μεθύση, ὅπως συμβαίνει σέ τέτοια περιστατικά. Ἡ μέθη τοῦ θόλωσε τό μυαλό καί ὁ μέν θεῖος Παῦλος παραγγέλλει λέγοντας· «μή μεθᾶτε μέ κρασί, καθώς εἶναι ἀσωτία». Ἀλλά σ’ αὐτόν ἡ μέθη προξένησε ἀκόμη καί τό χειρότερο καί ἀκρότατο τῶν κακῶν. Ποιό εἶναι αὐτό; Δηλαδή τόν κατέστησε νά ἀρνηθῆ, ἀλλοίμονο! τόν Χριστό τόν Θεό καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου καί νά δεχθῆ τόν καταραμένο καί ψυχοφθόρο Μωαμεθανισμό. Πραγματικά ἀποδείχθηκε καί σ’ αὐτό ὅτι εἶναι ἀλάνθαστη ἡ παλαιά ἐκείνη γνώμη, πού λέει σοφώτατα «τά κακά λόγια φθείρουν τά χρηστά ἤθη». Γι’ αὐτό καί πρέπει, καί συμφέρει νά ἀποφεύγουμε ὅσο μποροῦμε τίς κακές συναναστροφές. Ἀλλά, ὅπως ἔδειξαν τά πράγματα, εἶχε ὁ ἄνθρωπος ἀγαθή διάθεσι, καί βλέποντάς την ὁ Θεός τοῦ ἐλέους ἔγνεψε στήν καρδιά του καί ἀμέσως, μόλις συνῆλθε ἀπό τήν μέθη, ἦλθε στά λογικά του. Λυπήθηκε πολύ γιά τό κακό πού ἔπαθε καί μετανοιώνοντας καί κλαίγοντας πικρά, σάν ἄλλος Πέτρος, ζοῦσε πάλι Χριστιανικά, ἕως ὅτου μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, βρίσκοντας εὐκαιρία, ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε στό Βερούτι κατ' εὐθεῖαν στόν ἀρχιερέα καί ἐξωμολογήθηκε σ’ αὐτόν μέ συντριβή καρδιᾶς τήν ἁμαρτία του. Ὁ ὁποῖος τόν ὑποδέχθηκε εὐμενῶς, τόν συμβούλεψε πατρικά καί τόν παρηγόρησε ὡς ἀληθινός ἀρχιερέας καί δίνοντάς του κανόνα, τόν ἔστειλε σέ ἕνα Μοναστήρι ἐπάνω στό ὄρος τοῦ Λιβάνου, γιά νά ἡσυχάση ἐκεῖ τήν μεγάλη Τεσσαρακοστή καί μετά τό Πάσχα νά πάη καί ὁ ἀρχιερέας νά τόν μυρώση. Ἀλλά, ἐπειδή καί ἐξ αἰτίας του κινδύνευε ὁ ἀρχιερέας, ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε στό Ἄκρι μέ ἀπόφασι νά μιλήση μέ εἰλικρίνεια. Ἀλλά ὡστόσο βρῆκε ἐνάντια τά πράγματα καί ἐκεῖ. Ὅταν μάλιστα ἄκουσε ἀπό τόν Ἅγιο Πτολεμαΐδος, ὅτι πρέπει νά κάνη τήν ὁμολογία τῆς πίστεως, ἐκεῖ πού ἔκανε καί τήν ἄρνησι, μπῆκε σέ ἕνα καράβι, γιά νά πάη στό Μισήρι. Ἀλλά, καθώς ὁ Θεός οἰκονόμησε μέ ἄλλο τρόπο τήν σωτηρία του, τό καράβι ἐμποδίσθηκε ἀπό μεγάλες φουρτοῦνες καί κατέληξε στό Γιάφα. Γι’ αὐτό καί, βλέποντας τά τόσα ἐμπόδια, ἄλλαξε σκοπό καί ἀφοῦ ἔπλευσε μέ ἕνα Σάμιο καΐκι, πῆγε στήν Χῖο, γιά νά κάνη τήν ὁμολογία του ἐκεῖ, ἀλλά καί πάλι ἐμποδίσθηκε καί ἐκεῖ ἀπό κάποια αἰτία, καί στίς 13 τοῦ Ἰουνίου ἔφυγε ἀπό τήν Χῖο γιά τήν Σμύρνη, διψῶντας νά ὑπομείνη ἔστω καί ἐκεῖ τόν θάνατο γιά χάρι τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως καί ἐκεῖ βρῆκε ἐμπόδια. Διότι τοῦ εἶπαν οἱ ἐκεῖ πνευματικοί, ὅτι οἱ Ἀγαρηνοί ἦταν θυμωμένοι καί ἐξαγριωμένοι κατά τῶν Χριστιανῶν γιά τήν ντροπή πού τούς προξένησε τότε πρό ὀλίγου τό Μαρτύριο τοῦ δερβίση καί ὅτι ὑπῆρχε μεγάλο ἐνδεχόμενο ἀπό τήν νέα του εἰλικρινῆ καί τολμηρή ἐνέργεια νά ἀκολουθήση κανένας κίνδυνος γιά τούς Χριστιανούς. Ἐγώ πάντως νομίζω, ὅτι ὅλα αὐτά τά ἐξ ἀρχῆς ἐμπόδια ἦταν ἐνέργειες τοῦ δαίμονα, πού μισεῖ τό καλό, γιά νά τόν ψυχράνη νά παραιτηθῆ ἀπό τήν σωτήρια ὁμολογία του. Ἐπέστρεψε λοιπόν μέ μεγάλη λύπη πάλι στήν Χῖο κατά τίς ἕνδεκα τοῦ Ἰουλίου. Ἀλλά ὁ Κύριος, πού οἰκονομεῖ τά πάντα πρός τό συμφέρον, πολλές φορές μεταχειρίζεται καί ἐκεῖνα πού μᾶς φαίνονται ἐνάντια, πρός τό καλύτερο καί πιό συμφέρον. Καί ἔτσι ἔγινε καί σέ αὐτόν τόν μακάριο. Διότι, ὅταν ἐπέστρεψε στήν Χῖο, λαμβάνοντας συμβουλή καί παρακίνησι ἀπό κάποιον πνευματικό πατέρα ξένο, νά κάνη τώρα ἐκεῖνο πού ἔπρεπε νά κάνη πρωτύτερα καί δέν τό ἔκανε μέ τό νά ἔτρεχε βιαστικά στό στάδιο. Λαμβάνει, δηλαδή, συμβουλή νά προετοιμασθῆ καλά καί νά ἐξοπλισθῆ ἀσφαλῶς μέ τά πνευματικά ὅπλα τῆς ἀληθινῆς καί τελείας μετανοίας, σάν νά ἐπρόκειτο νά παραταχθῆ ἐνάντια πρός τίς ἀρχές, πρός τίς ἐξουσίες τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος αὐτοῦ, πρός τά πνευματικά της πονηρίας πνεύματα στούς οὐρανούς, σύμφωνα μέ τόν θεῖο Παῦλο. Καί λοιπόν ἀμέσως ἄρχισε νά ἀγωνίζεται μέ νηστεῖες, προσευχές, γονυκλισίες, παρακλήσεις στήν Θεοτόκο καί ἀναγνώσεις καί σέ ἄλλα ψυχωφελῆ βιβλία, ἀλλά περισσότερο στά Μαρτύρια τῶν Ἁγίων. Γι’ αὐτό καί σέ τόση συντριβή ἔφθασε ὁ εὐλογημένος ἔτσι, ὥστε ἔκλαιγε πικρά καί πολλές νύχτες πέρασε ἄϋπνος ἀναστενάζοντας ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του καί ἐπικαλούμενος τήν Θεοτόκο σέ βοήθεια. Γι’ αὐτό τόν λόγο καί σ’ αὐτούς πού τόν ἄκουγαν καί τόν ἔβλεπαν προκαλοῦσε μεγάλο οἶκτο καί συμπάθεια. Κοντά σέ ὅλα αὐτά ἔγραψε καί τίς ἁμαρτίες του ὅλες, ὅσες ἁμάρτησε ὡς ἄνθρωπος σέ ὅλη του τήν ζωή, γιά νά μήν ἀστοχήση καμμία, καί τίς ἐξωμολογήθηκε μέ μία λεπτομερῆ καί ἀληθινή ἐξομολόγησι. Τέλος πάντων, ἀφοῦ συμπληρώθηκαν σαράντα ἡμέρες, μή μπορῶντας νά ἀναβάλη πλέον τήν εὐκαιρία, ἀπό τήν φλόγα πού ἄναβε στά σπλάγχνα του γιά τό Μαρτύριο, ἔλαβε τίς ἐξιλεωτικές εὐχές, σύμφωνα μέ τήν ἱερή τάξι τῆς Ἐκκλησίας. Χρίσθηκε μέ τό Ἅγιο Μύρο. μετάλαβε τά ἄχραντα Μυστήρια. Καί ἔτσι ἀφοῦ ἀτσάλωσε τήν ψυχή καί δυναμώθηκε μέ τήν ἐπουράνια τροφή, ἔφυγε ἀπό τό νησί στίς εἴκοσι πέντε τοῦ Αὐγούστου, συνοδευόμενος καί ἀπό ἕναν θεοσεβῆ καί ζηλωτή ἀδελφό, μέ τόν ὁποῖο μαζί ἀπέπλευσαν στήν νέα Ἔφεσσο, τό λεγόμενο Κουσαντασί, γιά νά ἐκπληρώση ἐκεῖ τόν πόθο του μέ τόν θάνατο ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ. Τούς πολέμους δέ καί τούς λογισμούς πού τοῦ ἔφερε ὁ ἐχθρός, γιά νά τόν ἐμποδίση, εἶναι ἀδύνατο νά τούς περιγράψω, ἀλλά ὁ γενναῖος ἐκεῖνος μέ τήν δύναμι τοῦ ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀναδείχθηκε σέ ὅλα νικητής, κατατροπώνοντας λέοντα καί δράκοντα, ὅπως αὐτός ὁ ἴδιος πολλές φορές αὐτόν τόν λόγο συνήθιζε νά λέη. Πηγαίνοντας λοιπόν, μέ βοηθό τόν Θεό γιά καλό ταξίδι πρός τά ἐκεῖ τήν 1η Σεπτεμβρίου στίς 4 ἡ ὥρα τῆς ἡμέρας, πῆγε ὁ μακάριος στόν Μουφτῆ καί τοῦ λέει: “Ἐγώ ἀφέντη ἔχω δύο πιστόλες παρμένες, ἡ μία ἀπό αὐτές εἶναι πολύ καλή καί γερή ἀπό ὅλα τα μέρη. Ἡ ἄλλη εἶναι σακάτικη, τζουρούτικη καί τά μπιλεζίκια πού ἔχει ἀπ' ἔξω, γιά νά φαίνεται ὄμορφη, τά ἔβαλα στό μέγκι καί εἶναι ὅλα κάλπικα. Γι’ αὐτό ἐγώ δέν τήν θέλω, ἐπειδή μέ γέλασε ἐκεῖνος, πού μοῦ τήν ἔδωσε. Εἶναι λοιπόν νόμιμο νά τήν δώσω πίσω, σάν τέτοια πού εἶναι”; Ὁ Μουφτής ἀποκρίνεται, “ναί, εἶναι νόμιμο’. “Δός μου φετουφά” τοῦ λέει ὁ Μάρτυς. Καί αὐτός τοῦ ἔδωκε. Παίρνοντας δέ τόν φετουφά ὁ Ἅγιος, τήν ἴδια ὥρα περνᾶ στόν Κατῆ καί τοῦ λέει· “ἔχω νταβά”. Ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίνεται· “τί εἶναι ὁ νταβάς σου;” Ὁ Μάρτυρας διηγεῖται τήν παραπάνω ὑπόθεσι καί τοῦ δίδει τόν φετουφά. Ὁ δικαστής τόν ρωτᾶ· “καί ποιός εἶναι ὁ νταβατζής σου”; Ἀποκρίνεται ὁ Μάρτυς· “ἐσύ εἶσαι ὁ νταβατζής μου”. Ὁ δικαστῆς μόλις τό ἄκουσε αὐτό, ἔμεινε ἔκπληκτος καί τοῦ λέει· “τί σοῦ ἔκανα; Ἐγώ ἄλλη φορά δέν σέ εἶδα”. Τότε καθαρώτερα τοῦ λέει ὁ Μάρτυς: “Σήμερα εἶναι δέκα χρόνια, πού μέ γέλασες καί μέ ἔκαμες καί ἀρνήθηκα τήν πίστι μου καί μοῦ ἔδωσες τήν δική σου, κάμνοντάς με Τοῦρκο. Ἐγώ ἔφυγα, καί πέρασα μέσα στήν Φραγκιά καί ἐκεῖ μοῦ εἶπαν, ὅτι θά κολασθῶ, διότι ἄφησα τήν πίστι μου. Τώρα ἦλθα καί σοῦ δίδω πίσω τήν σφραγῖδα πού μοῦ ἔδωσες. Καί λοιπόν θέλω νά πεθάνω Χριστιανός”. Τοῦ λέει ὁ δικαστής· “ἐγώ δέν σέ ξέρω, οὔτε σέ εἶδα ποτέ, πῶς λές, ὅτι ἐγώ σέ τούρκεψα”; Ὁ Μάρτυρας ἀποκρίθηκε. “Ναί, δέν μέ εἶδες ἄλλη φορά, ἀλλά σ’ αὐτό τό μέρος πού ἐσύ τώρα κάθεσαι, πρίν ἀπό σένα καθόταν κάποιος ἄλλος τέτοιος, σάν καί τοῦ λόγου σου. Λοιπόν ὁ ἴδιος ἐκεῖνος εἶσαι ἐσύ πού μέ ἔκανες τέτοιον”. Τοῦ λέει ὁ δικαστής. “Ἒ, παιδί μου, ἐφόσον καί θέλεις νά εἶσαι γκιαούρης, πήγαινε ὅπου θέλεις καί ὅπως θέλεις πέρνα τήν ζωή σου. Φράγκος, Ἀρμένης, ὅ,τι θρησκεία θέλεις ἐκείνη βάστα”. Ὁ Μάρτυρας τοῦ λέει· “Ὄχι, Χριστιανός θέλω νά εἶμαι”. Τοῦ λέγει πάλι ὁ δικαστής. “Πήγαινε ὅπου θέλεις”. Καί ὁ Μάρτυρας· “Ὄχι, τό σημάδι αὐτό πού ἔβαλες ἐπάνω μου δέν μπορῶ νά τό βλέπω καί γι’ αὐτό ἦλθα νά σοῦ τό δώσω πίσω”. Σημάδι ἐννοοῦσε ὁ Μάρτυρας τήν περιτομή τῆς σαρκός, διότι ἀπό αὐτό ἀναγνωρίζονται οἱ ὀπαδοί τῆς θρησκείας τους. Ὁ δικαστής τοῦ λέει· “μωρέ ἀπό τόν νοῦ σου βγῆκες”; Ὁ Μάρτυρας. “Ὄχι, ἐγώ τόν νοῦ μου τόν ἔχω καλά καί ξέρω τί λέω”. Τότε ὁ δικαστής τόν ρωτᾶ· “ποιός εἶσαι; Καί ποιά εἶναι ἡ πατρίδα σου”; Καί ὁ Μάρτυς τοῦ ἀποκρίνεται. “Ἡ πατρίδα μου εἶναι ἡ Κύπρος καί ἐγώ εἶμαι υἱός Χριστιανῶν γονέων” . Ὁ δικαστής· “ἀπό ποῦ ἦλθες”; Ὁ Μάρτυρας· “ἀπό τήν Ἀνατολή”. Ὁ δικαστής, “πόσος καιρός εἶναι”; Ὁ Μάρτυρας, “δύο ἡμέρες”. Ὁ δικαστής· “ποῦ κατοικεῖς”; Ὁ Μάρτυς, “στόν καφενέ”. Ὁ δικαστής, “τρελλός εἶσαι”. Ὁ Μάρτυρας, “ὄχι, ἀλλά ἔχω τά λογικά μου”. Ὁ δικαστής πάλι τοῦ λέει, “ἔλα στόν ἑαυτό σου”. Ὁ Μάρτυρας, “ στόν ἑαυτό μου εἶμαι”. “Σκέψου καλά”, τοῦ λέει ὁ κατης ( σ. σ. ἱεροδίκης τῶν Τούρκων), “διότι εἶναι κρεμάλα, εἶναι σπαθί, εἶναι βασανιστήρια”. Ὁ Μάρτυρας, “ὅλα τά ξέρω, καί εἶμαι ἀποφασισμένος καί δέν τά σκέφτομαι καθόλου” . Ἐκεῖνος τοῦ λέει, “δέν λυπᾶσαι τήν παλικαριά σου, τήν νεότητά σου, τήν προκοπή σου”; Ὁ Μάρτυρας λέει. “Ὄχι ἀλλά τό ἔχω χαρά μου, νά πεθάνω γιά τήν πίστι μου”. “Σκέψου καλά, ὅτι δέν γλυτώνεις ἀπό τά χέρια μου πλέον, ἀλλά πρόκειται νά σέ βασανίσω”. Ὁ Μάρτυρας τοῦ ἀποκρίθηκε, “ἐγώ αὐτά ὅλα τά σκέφθηκα προηγουμένως καί τότε ἦλθα καί ἔχω τήν ἐλπίδα μου στόν Ἰησοῦ μου Χριστό, τόν ἐσταυρωμένο, ὅτι θά μέ βοηθήση καί θά μέ βάλη στόν Παράδεισο”. Ἀποκρίνεται ὁ δικαστής, “τό λοιπόν ἐμεῖς πρόκειται νά κολασθοῦμε”; Ὁ Μάρτυρας μέ παρρησία καί τόλμη μεγάλη τοῦ λέγει, “ναί βέβαια, πρόκειται νά κολασθῆτε, ἄν δέν ἐπιστρέψετε ἀπό τό σκότος καί ἀπό τήν πλάνη σας”. Ὁ δικαστής, “τόσα χρόνια πέρασαν, καί τώρα ἦλθες ἐσύ νά μᾶς διδάξης”; Ὁ Μάρτυρας· “Ἀπό τήν θρησκεία σας δέν εἶδα, δέν γνώρισα κανένα καλό. Εἶναι ἕνα σκότος. Ὅλα παραμύθια, ἄξια γέλιου. Εἶστε ἄνθρωποι σαρκικοί, ὅλως διόλου δοσμένοι στίς κακίες. Ἄνθρωποι παραπλανημένοι, χαμένοι”. Ὁ δικαστής τοῦ λέει· “ἄν δέν ἔλθης στά λογικά σου, θά σέ κρεμάσω”. Ὁ Μάρτυρας, “ἐγώ καλά εἶμαι στά λογικά μου καί αὐτά δέν τά λογαριάζω καθόλου, ἐπειδή γι’ αὐτό ἦλθα”. Καί ἀμέσως προστάζει ὁ δικαστής νά τόν βάλουν στήν φυλακή καί τά πόδια του στό ξύλο καί σίδερα στόν λαιμό του. Καί οἱ ὑπηρέτες τοῦ δικαστῆ ἀμέσως ἔκαναν πρᾶξι τήν ἀπόφασι, ἔνιωσε ὅμως μεγάλο θαυμασμό ὁ δικαστής γιά τήν μεγαλοψυχία καί ἀνδρεία τοῦ Μάρτυρα καί γιά τήν τόλμη, μέ τήν ὁποία τοῦ ἀπαντοῦσε. Ὡστόσο ἐναντιώθηκε πρός τόν Μουφτῆ καί τοῦ μήνυσε· “Σέ τέτοια πράγματα δίδεις φετουφά καί γινόμαστε μασκαράδες”; Ὁ Μουφτής εἶπε, ὅτι τό μετάνιωσα καί ἐγώ καί τόν γύρευα νά τόν βρῶ γιά νά πάρω πίσω τόν φετουφά, ἀλλά δέν τόν ἐπέτυχα. Ἐκεῖ στήν φυλακή ἦταν καί ἕνας νέος φυλακισμένος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νά βγῆ ἀπό τήν φυλακή. Σέ αὐτόν παρέδωσε ὁ Μάρτυς τόν σταυρό πού εἶχε στόν λαιμό του, γιά νά μή τόν καταπατήσουν καί τόν περιπαίξουν οἱ ἀλλόπιστοι καί λίγους παράδες πού βαστοῦσε ἐπάνω του, λέγοντάς του, “δῶσε αὐτά στούς ἱερεῖς καί πές τους νά παρακαλοῦν τόν Θεό, γιά νά μέ στηρίξη”. Τήν ἑπόμενη μέρα τήν ἴδια ὥρα ἔβγαλαν τόν εὐλογημένο ἀπό τήν φυλακή καί τόν ἔστησαν μπροστά σε ὅλους, Μουφτή, Ἐμέρ ἀφέντη, Βοεβόνδα καί ἄλλους, γιά νά γίνη λαμπρότερη δηλαδή ἡ ὁμολογία τοῦ Μάρτυρα. Λοιπόν τόν ἐρωτοῦν ἀπό τήν ἀρχή, ἄν ἦλθε στά λογικά του καί ἄν μετάνιωσε γιά ἐκεῖνα πού εἶπε. Ὁ Μάρτυρας ἀποκρίθηκε χαρούμενος· “Ἐγώ στά λογικά μου εἶμαι, τόν νοῦ μου τόν ἔχω καί ζητῶ καί διψῶ τόν ἐσταυρωμένο μου Ἰησοῦ Χριστό καί δέν τόν ἀρνοῦμαι ἐγώ ποτέ· ἄς μή μοῦ συμβῆ, Χριστέ Βασιλιά, νά ἀρνηθῶ ἐσένα, τόν πλάστη μου”. Ὅλοι οἱ ἄρχοντες ἀποκρίθηκαν ἐκεῖνο πού καί τήν πρώτη φορά τοῦ εἶπε ὁ κατής, ὅτι ‘ἐφόσον θέλης νά εἶσαι γκιαούρης, πήγαινε ὅπου θέλεις νά εἶσαι γκιαούρης, πήγαινε ὅπου θέλεις, δέν σέ ἐμποδίζει κανείς’. Καί ὁ Μάρτυς· “ὄχι, λέει, ἀλλά ἐσύ πού μοῦ ἔδωσες τήν σφραγῖδα αὐτή, σ’ ἐσένα τήν ἔφερα νά τήν πάρης, πού εἶναι δική σου, ἐννοῶντας τήν περιτομή”. Ἐκεῖνοι τοῦ λένε· “μπρέ ἔλα στά λογικά σου”. Ἀποκρίνεται ὁ Μάρτυρας· “στά λογικά μου εἶμαι”. Αὐτοί τοῦ λένε· “Δέν λυπᾶσαι τόν ἑαυτό σου, πού πρόκειται νά σέ θανατώσουμε, ἄν δέν μετανοήσης”; Ὁ Μάρτυρας· “Πρέπει καθένας πού ἔχει γνῶσι νά μάχεται γιά τήν εὐσέβεια καί ὄχι γιά τήν ἀσέβεια”. (Αυτό τό εἶπε στήν ἀραβική γλῶσσα). Ἐκεῖνοι τότε μόλις τό ἄκουσαν αὐτό θαύμασαν καί τοῦ λένε· “Ἔλα νά σέ παντρέψoυμε καί νά σοῦ δώσουμε καί χρήματα ὅσα θέλεις” . Ὁ Μάρτυρας τούς λέει· “Αὐτά ὅλα εἶναι ματαιότης” (τό ὁποῖο συνήθιζε, ὁ εὐλογημένος νά λέη, ὅταν γινόταν καμμία φορά κουβέντα γιά κοσμικά πράγματα). “Τόν Ἰησοῦ μου θέλω, τόν Ἰησοῦ μου”. Τοῦ λένε ὅλοι· “βγῆκες ἀπό τόν νοῦ σου, βγῆκες”. Καί ὁ Μάρτυρας· “Ἐγώ τόν νοῦ μου τόν ἔχω, τόν ἔχω”. Καί βέβαια ἔλεγε καλά, πώς ἔχει τόν νοῦ του, ἐπειδή εἶχε κατοικήσει πλέον σ’ αὐτόν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ ἴδια ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί τοῦ εἶπαν· “ξέρεις Τούρκικα γράμματα”; Καί ἀποκρίθηκε, “ὄχι, ἀλλά γλῶσσες ξέρω τέσσερις καί γιά νά πιστέψετε, ὅτι ἔχω τόν νοῦ μου σωστό, φέρτε μου κονδύλι νά σᾶς κάμω λογαριασμό ἀπό ὅποια γλῶσσα θέλετε. Τούρκικα, φράγκικα, ἀράβικα, ρωμαϊκά, ὅ,τι θέλετε”. Αὐτοί τοῦ λένε, ‘δέν λυπᾶσαι τόν ἑαυτό σου”; Ὁ Μάρτυρας ἀποκρίθηκε· “Ὄχι, τί νά λυπηθῶ; Τήν ἐλπίδα μου ὅλη τήν ἔχω στόν Θεό”. Πάλι τοῦ εἶπαν· “δέν ρωτᾶς αὐτόν τόν παπᾶ νά σοῦ πῆ γιά τήν πίστι σου”; Καί ὁ Μάρτυρας, “ἐγώ τήν πίστι μου τήν ξέρω καλύτερα ἀπό τούς παπάδες καί δέν χρειάζομαι νά μέ διδάξη κανείς”. Τό λοιπόν εἶπαν, φυλακίστε τον φοβερίζοντας, ὅτι ἔχουν ἀπόφασι αὔριο νά τόν κρεμάσουν καί νά σκεφθῆ. Καί ἔβαλαν πάλι τόν ἀληθινά μεγάλο καί καρτερόψυχο ἀθλητή στήν φυλακή, ἕως τήν ἄλλη ἐξέτασι. Τό βράδυ πρόσταξε ὁ δικαστής νά τόν τιμωρήσουν. Καί ἐδῶ ἄς ἀναλογισθῆ ὁ καθένας ἕνα τέτοιο γένος, σάν ἐκεῖνο, μέ τί τρόπο ὥρμησαν κατεπάνω του, λαμβάνοντας ἄδεια ἀπό τόν ἄρχοντα. Σχεδόν ὅλη τήν νύχτα ἐκείνη μέ διάφορους τρόπους βασάνισαν τόν εὐλογημένο. Ἄλλοι ἔφερναν τοῦβλα ἀναμμένα καί τά ἔβαζαν στούς ὤμους καί στίς μασχάλες τοῦ Μάρτυρα. Ἄλλοι ἔφεραν πιάτο πυρακτωμένο, καί τοῦ τό φόρεσαν στό κεφάλι σάν σκούφια, κάποιοι ἄλλοι, περισσότερο ἀνηλεεῖς καί ἄσπλαγχνοι, πού δέν ἀρκέσθηκαν σ’ αὐτά, ἔφεραν καί σύρμα σιδερένιο, (τό λεγόμενο τέλι κοινότερο) καί τό ἔσπρωξαν στό κρυφό μέλος. Καί ἐδῶ πραγματικά σκέφτομαι, ὅτι ἐκεῖνοι μέν ὡς ἐχθροί καί ἄσπλαγχνοι θεράπευαν μέ αὐτά τά βασανιστήρια τόν θυμό τους καί τήν κακία, ἀπέβαιναν ὡστόσο ὅλα σύμφωνα μέ τόν πόθο τοῦ Μάρτυρος. Διότι εἶχε ὁ μακάριος πολύ μῖσος πρός τήν ἀποτρόπαια ἐκείνη σφραγῖδα τῆς περιτομῆς, καί ὅσο σκεφτόταν πώς εἶχε ἐπάνω του τέτοιο μίασμα, ὅλο ἀγανακτοῦσε καί πικρότατα ἀναστέναζε καί μέ μεγάλο πόθο ζητοῦσε νά τό ἀποβάλη ἀπό πάνω του. Λοιπόν κοντά στά ἄλλα του μαρτύρια, μέ τά ὁποῖα γιάτρευε τήν ἄρνησί του, ἔλαβε καί τοῦτο, ὡς μιά θεραπεία καί ἀποβολή τῆς ἀποτρόπαιας ἐκείνης περιτομῆς.
Τήν ἄλλη ἡμέρα, ἡ ὁποία ἦταν Κυριακή, βγάζουν πάλι τόν Μάρτυρα ἀπό τήν φυλακή μέ συγκεντρωμένο μεγάλο πλῆθος ἀπό τήν θρησκεία τους. Καί πάλι στήνουν στό δικαστήριο τό πρόβατο τοῦ Χριστοῦ. Καί ἦταν ἡ ὥρα τρεῖς τῆς ἡμέρας. Καί τόν ρωτοῦν· “ἦλθες στά λογικά σου, μετανόησες”; Καί ὁ Μάρτυρας· “Ἐγώ σᾶς εἶπα, ὅτι στά λογικά μου εἶμαι, τόν νοῦ μου τόν ἔχω. Τί μέ πειράζετε”; Πάλι τοῦ λένε· “Ἄλλη εὐκαιρία πλέον δέν ἔχεις γιά νά σκεφθῆς. Ἔφθασε τό τέλος σου”. Καί ὁ Μάρτυρας μέ ἤρεμη φωνή ἀποκρίθηκε· “ἐγώ τόν Ἰησοῦ μου δέν τόν ἀρνοῦμαι, Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός θέλω νά πεθάνω”. Καί αὐτοί τοῦ λένε· “Παιδί μου, καιρός δέν ἔμεινε ἄλλος, πρόκειται νά σέ κρεμάσουμε”. “Τό ξέρω”, ἀποκρίθηκε ὁ Μάρτυρας. Καί αὐτοί· “Δέν λυπᾶσαι τήν παλληκαριά σου, τήν ὀμορφιά σου, τήν νεότητά σου”; Αὐτός ἀποκρίθηκε, “αὐτά ὅλα εἶναι ματαιότητα. Τόν Ἰησοῦ μου, τόν Ἰησοῦ μου θέλω. Χριστιανός εἶμαι, Χριστιανός θέλω νά πεθάνω. Δέν ἀρνοῦμαι τήν πίστι μου, δέν ἀρνοῦμαι τόν Ἰησοῦ μου”. Καί αὐτοί πάλι τοῦ λένε, “παιδί μου, νά ἡ κρεμάλα, σκέψου τί ἔχεις νά χάσης”. Τοῦ ἔδειξαν καί τό σχοινί. Ὁ Μάρτυρας τούς λέει· “Αὐτό ζητῶ καί ἐγώ”. Ἐκεῖνοι δέ ἔλεγαν ἀναμεταξύ τους, ἄλλος “φράγκος εἶναι, καί ἔχει τόσο γινάτι”. Ἄλλοι πάλι ἔλεγαν, “τοῦτοι οἱ ρωμαῖοι μία φορά ὅταν ποῦν ἕναν λόγο, δέν τόν παίρνουν πίσω”. Καί κάθε ἕνας ἔλεγε τόν λόγο του. Τότε βγαίνει καί ἕνας ζηλωτής ἀπ’ αὐτούς, καί λέει στόν Μάρτυρα: “Δέκα χρόνια πού τούρκεψες, δέν κίλτησες ναμάζι ποτέ; Δηλαδή δέν προσκύνησες τό προσκύνημά μας”; Λέει ὁ Μάρτυρας, “ὄχι ὄχι”. “Ἀμή τοῦ μπαϊραμίου τό ναμάζι δέν τό ἔκαμες”; (προβάλλοντας τοῦτο σάν κάτι σημαντικό πρᾶγμα). Ὁ δέ Μάρτυρας καθώς ἔβλεπε, ὅτι ὁ καθένας μέ τά λόγια του, τόν ἐμπόδιζαν ἀπό τήν προσευχή, ἐπειδή νοερά προσευχόταν ὁ μακάριος καί ὅλο πρός τόν Θεό εἶχε στηλωμένο τόν νοῦ, καθώς ἔβλεπε, λέω, ὅτι τόν ἐμπόδιζαν, ἀποκρίθηκε μέ ἔντονο ὕφος σ’ αὐτόν πού τόν ρώτησε· “Τί μέ πειράζεις ἄνθρωπε”; Ἐκεῖνος τοῦ λέει, “μωρέ εἶναι φοῦρκα, εἶναι κρεμάλα”. Καί ὁ Μάρτυρας, “αὐτό, αὐτό ζητῶ καί ἐγώ καί ἄς πηγαίνουμε”.
Καί ἔτσι περπάτησε ἕως δέκα βήματα. Ὤ γενναιότητα ἀθλητική! Ὤ ἀνδρεία μαρτυρική! Ὤ βιασύνη καί προθυμία ἄξια οὐρανίων ἐπαίνων! Τόν ἅρπαξαν λοιπόν μέ ὁρμή καί ἀγριότητα, ἔβγαλαν τά ροῦχα του, ἔδεσαν πίσω τά χέρια του, ἔβαλαν τήν θηλιά στόν λαιμό του καί τόν παρέδωσαν, γιά νά κρεμασθῆ. Ἄλλοι ἔτρεχαν μπροστά, ἄλλοι πίσω, ὅλοι τους δημιουργοῦσαν μία μεγάλη σύγχυσι, ἀναμεταξύ τους ἐπίτηδες, τάχα γιά νά δειλιάση ὁ Μάρτυς. Αὐτός ὡστόσο ἔκανε τό ἀκριβῶς ἀντίθετο, ἔμενε παντελῶς ἄφοβο καί ἀσυγκίνητος. Γι’ αὐτό καί χλευάζοντάς τους ὡς ἄμυαλους, εἶπε σ’ αὐτούς· “Ὤ ἄμυαλοι ἄνθρωποι , ἐγώ ἦλθα μόνος μου αὐτόκλητος, καί τώρα φοβᾶστε νά μήν φύγω”; Καί ἀφοῦ φόρεσε ὁ Μάρτυρας τήν κρεμάλα στόν λαιμό σάν κατάδικος καί ἔχοντας δεμένα τά χέρια, ἦλθε στόν τόπο τῶν καταδίκων. Καί πάλι ἄλλοι ἑτοίμαζαν τόν τόπο, ἄλλοι τόν ρωτοῦσαν, ἄν μετανόησε. Τότε ὁ Μάρτυρας τούς ἀποκρίθηκε μέ τήν ἴδια τόλμη· “Ταλαίπωροι, ἡ πίστι σας εἶναι ψεύτικη. Εἶναι γεμάτη ματαιότητες. Εἶσθε ἄνθρωποι ὅλοι σάρκες. Πρόκειται νά κολασθῆτε στήν κόλασι τοῦ πυρός. Ἐγώ ἐξ αἰτίας αὐτῶν πού μοῦ κάνετε, θά πάω στόν Παράδεισο”. Ἐκεῖνοι δέ ἀποκαλοῦσαν τήν ἀνδρεία τοῦ Μάρτυρα γινάτι, δηλαδή πεῖσμα. Ἀλλά καί πραγματικά ἦταν πεῖσμα, πεῖσμα ὅμως ἀληθινά ἅγιο, πεῖσμα σωτήριο, πεῖσμα, τό ὁποῖο πρέπει καί εἶναι ἀνάγκη κάθε Χριστιανός νά τό ἔχη ἐναντίον τοῦ σατανᾶ, γιά νά μπορῆ νά ἐκπληρώνη τό θεῖο θέλημα. Καί λοιπόν ἔτσι ντροπιασμένοι, τοῦ εἶπαν στό τέλος· “Μπρέ ἄλλος καιρός πλέον δέν σοῦ ἔμεινε, καί πρόκειται νά τό μετανοιώσης”. Ὁ δέ Μάρτυρας ἀποκρίθηκε τριπλασιάζοντας ταυτόχρονα τήν ἀληθινά μακάρια καί ἁγία αὐτή φωνή· “Χριστιανός, Χριστιανός, Χριστιανός εἶμαι”.
Τότε, ἀφοῦ τόν σήκωσαν ἀπό τήν γῆ, τράβηξαν τό σχοινί καί ἔτσι ἔλαβε ὁ πανύμνητος Πολύδωρος τόν Μαρτυρικό στέφανο ἀπό ἀγχόνη.
Ἐκείνη τήν νύχτα κάποιοι ἀπό αὐτούς, ἐντελῶς ἀπάνθρωποι, χωρίς νά ντραποῦν κάν αὐτή τήν ἴδια τήν ἀνθρώπινη φύσι, πῆραν τά ροῦχα τοῦ Μάρτυρα καί ἄφησαν ὁλόγυμνo τό Ἅγιο λείψανο καί τήν ἡμέρα ἔδεσαν μόνο μέ ἕνα παλιόπανο τά κρυφά μέλη του. Ἔπειτα μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες πρόσταξαν ἕναν Χριστιανό νά τόν κατεβάση ἀπό τήν κρεμάλα. Ἔβαλαν δέ καί δύο ἀράπηδες καί τόν σήκωσαν μέ τήν σκάλα, καί μαζί λίγοι Τοῦρκοι καί μερικοί Χριστιανοί, τόν ἔθαψαν ἐπάνω ἀπό τά μνήματα τῶν Ἀρμενίων καί γιά τούς μέν Χριστιανούς ἔγινε ὁ Μάρτυρας μεγάλο στήριγμα στήν εὐσέβεια, ἐνῷ γιά τούς Ὀθωμανούς ἔγινε τόσο μεγάλη ντροπή, πού ἄλλη φορά δέν τούς ἔτυχε τέτοια. Γι’ αὐτό μερικοί ἀπό αὐτούς ντόπιοι ἔλεγαν μέ θαυμασμό· «Αὐτό ἀληθινά ἦταν σημαντικό πρᾶγμα. Αὐτήν τήν ἀνδρεία δέν τήν ἐπέδειξε ἄλλος. Ποιός γνωρίζει τίς κρίσεις τοῦ Θεοῦ;».
Αὐτό εἶναι, ἀδελφοί, τό ἀνδρειωμένο καί γενναιότατο Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πολυδώρου. Ὁ δέ Θεός τῶν δικῶν του Ἁγίων καί τῶν Μαρτύρων εἶναι αὐτός πού δοξάζει αὐτούς πού τόν δοξάζουν, ὅπως τό ὑπόσχεται μόνος του· «Αὐτούς πού μέ δοξάζουν θά τούς δοξάσω» (Α΄ Βασ. 2, 30). Πρῶτον μέν, θέλοντας νά δείξη πόσο τόν εὐχαρίστησε μέ τό Μαρτύριό του ὁ Ἅγιος Πολυδωρος καί στήν συνέχεια πόσο εὐχάριστοι γίνονται στήν μεγαλειότητά του καί ὅλοι οἱ ἄλλοι πού μαρτυροῦν γιά τό
ὄνομά του, ἀκόμη καί ἄν τόν ἀρνήθηκαν προηγουμένως. Καί τό ἄλλο δέ γιά νά κλείση τά στόματα κάποιων ἀνόητων, οἱ ὁποῖοι φλυαροῦν, ὅτι δέν πρέπει νά τιμῶνται ὡς μάρτυρες αὐτοί, πού ἀρνήθηκαν προηγουμένως τόν Χριστό. Γι’ αὐτά, λέω, τά αἴτια ἐνέργησε τό θαῦμα τοῦτο μετά τόν θάνατο τοῦ Ἁγίου. Τό ὁποῖο ἔγινε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ὅπως μᾶς τό διηγήθηκε ὁ ἀξιόπιστος ἱερομόναχος πού συμμετεῖχε σ’ αὐτό.
Στήν προαναφερθεῖσα Νέα Ἔφεσσο, ὅπου μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Πολύδωρος, ἦταν ἕνας Χριστιανός, πού ὠνομαζόταν Νικόλαος, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό ἕνα φοβερό δαιμόνιο, τό ὁποῖο μιλοῦσε μέσῳ τοῦ στόματός του καί φανέρωνε πολλές φορές καί αὐτά τά ἀπόκρυφα καί μυστικά. Γι’ αὐτό βλέποντάς τον ὁ ἀναφερθείς ἱερομόναχος, ὁ ὁποῖος εἶχε μέρος ἀπό τά Ἅγια λείψανα καί μέρος ἀπό τό σχοινί, μέ τό ὁποῖο κρέμασαν τόν Μάρτυρα Πολύδωρο, συμπόνεσε τήν συμφορά τοῦ δαιμονισμένου, ὡς συμπαθής καί φιλάδελφος πού ἦταν. Καί βάζοντας τό μέν σχοινί μέσα στήν παλάμη του, τό δέ δάχτυλο τοῦ Μάρτυρα μέσα στόν κόλπο του, πῆγε στόν πάσχοντα.
Καί, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως, καί μόνο πού μπῆκε στήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του καί τόν εἶδε ὁ δαιμονισμένος, ἀγρίεψε τό δαιμόνιο καί μέ δυνατές φωνές φώναξε· «Γιατί ἦλθες ἐδῶ νά μέ κάψης; (ἀποκαλῶντάς τον μέ τό ὄνομά του). Κάηκα, κάηκα». Ὁ ἱερομόναχος, ἀφοῦ πλησίασε κοντύτερα καί ἔβγαλε τό καλυμαύχι του, ἐπέπληξε τό δαιμόνιο στό ὄνομα τοῦ Κυρίου, γιά νά πῆ, γιατί φωνάζει μ’ αὐτόν τόν τρόπο; Ὁ δέ δαίμων πιεζόμενος ἀπό τήν ἀόρατη δύναμι τοῦ Θεοῦ ὡμολόγησε, ἄν καί δέν ἤθελε, τήν ἀλήθεια. Λέγοντας, ὅτι· ‘κάηκα, ἐπειδή μοῦ ἔφερες ἐδῶ τό δάχτυλο καί τό σχοινί τοῦ Μάρτυρα Πολυδώρου’. Καί ἔτσι φωνάζοντας βγῆκε ἀπό τόν πάσχοντα καί ἔμεινε στό ἑξῆς ὁ ἄνθρωπος ὑγιής, μέ τήν χάρι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού κατοικοῦσε καί μετά τόν θάνατο στά τίμια λείψανα τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ Μάρτυρα Πολυδώρου. Μέ τοῦ ὁποίου τίς πρεσβεῖες ἄς λυτρωθοῦμε καί ἐμεῖς ἀπό κάθε δαιμονική ἐπήρεια καί ἄς ἀξιωθοῦμε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.


Login