+ Γεώργιος νῦν τῷ Γεωργίῳ ἅμα,
Νέος παλαιῷ συνετάχθη ἐνθάδε.
Αὐτός ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Γεώργιος ἦταν Κύπριος, νέος στήν ἡλικία, ὡραῖος στήν ὄψι, φρόνιμος στόν νοῦ καί σώφρων στά ἤθη. Καί, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό τήν πατρίδα του, πῆγε στήν Πτολεμαΐδα, αὐτό πού τώρα λέγεται Ἄκρι, καί ἐργαζόταν ὡς ὑπηρέτης κοντά σέ ἕναν Εὐρωπαῖο Πρόξενο. Εἶχε δέ συνήθεια νά πηγαίνη σέ μία γυναῖκα Τουρκάλα φτωχή, γιά νά ἀγοράζη ἀπό αὐτήν αὐγά γιά τό σπίτι τοῦ ἀφέντη του. Καί εἶχε αὐτή καί κορίτσι σέ ἡλικία νόμιμη. Καί καθώς περνοῦσε ὁ καιρός, καί σύχναζε ὁ νέος σ’ αὐτήν γιά τά αὐγά, συνέβαινε πολλές φορές καί ἔβγαινε ἡ κόρη καί συνωμιλοῦσε ἐλεύθερα μέ αὐτόν, ἀκόμη καί ὅταν ἔλειπε ἡ μητέρα της.
Μερικές ἄλλες ὅμως γειτόνισσες Τουρκάλες, ἐπειδή ἔβλεπαν, ὅτι ὁ νέος ἀγοράζει αὐγά ἀπό ἐκείνη μονάχα (καθώς εἶχε αὐτή ἀρκετά) καί ἀπό ἐκεῖνες δέν ἀγοράζει, φθόνησαν καί ἀποφάσισαν ἀναμεταξύ τους, νά τόν κακοποιήσουν. Λοιπόν μία τῶν ἡμερῶν πῆγε ὁ νέος, σύμφωνα μέ τήν συνήθειά του, νά πάρη πάλι αὐγά, ἐνῷ ἔλειπε ἡ μητέρα τοῦ κοριτσιοῦ καί ἀμέσως μόλις τόν εἶδαν καί μπῆκε μέσα στό σπίτι, ἔτρεξαν οἱ μιαρές καί ἔπιασαν τόν νέο, φωνάζοντας μέ δυνατές φωνές, ὅτι εἶπε νά γίνη Τοῦρκος καί νά πάρη τήν νέα γιά γυναῖκα, κατηγορῶντας ἄδικα τόν ἀθῷο.
Ἀμέσως συγκεντρώθηκε πλῆθος μεγάλο τῶν Ἀγαρηνῶν καί, ἀφοῦ ἅρπαξαν τόν νέο, τόν πῆγαν στό δικαστήριο, φωνάζοντας καί αὐτοί τά ἴδια καί ψευδομαρτυρῶντας κατά τοῦ Ἁγίου. Ρώτησε ὁ δικαστής τόν Ἅγιο, ἄν εἶναι ἀληθινά τά λεγόμενα. Καί αὐτός μέ παρρησία ἀποκρίθηκε, ὅτι οὐδέποτε εἶπε τέτοιο λόγο ἤ ἐννόησε, ἀλλά αὐτοί ἀπό τήν κακία τους τόν συκοφάντησαν καί, ὅτι αὐτός Χριστιανός γεννήθηκε καί Χριστιανός θέλει νά πεθάνη. Ἔταζαν νά τοῦ δώσουν δῶρα ὑπέρμετρα καί δόξες καί ἀξιώματα, ἀλλά δέν μπόρεσαν νά κατορθώσουν τίποτε. Μεταχειρίσθηκαν διάφορες τυραννίες, ἀλλά οὔτε μέ αὐτές μπόρεσαν νά μεταπείσουν τόν νέο. Διότι στεκόταν σταθερός στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό ἐξέδωσε ὁ δικαστής ἐναντίον του τήν τελική ἀπόφασι τοῦ θανάτου.
Ἦταν δέ ἡμέρα Παρασκευή καί, ἀφοῦ οἱ Τοῦρκοι βγῆκαν ἀπό τό τζαμί τους, πού εἶναι κοντά στήν θάλασσα, στάθηκαν ὅλοι ἔξω ἐκεῖ στήν βρισκόμενη μεγάλη πεδιάδα καί, ἀφοῦ ἔκαναν συμβούλιο, μεταφέρουν ἐκεῖ τόν Μάρτυρα σιδηροδέσμιο καί, ἀφοῦ τόν ἔστησαν στό μέσο τῆς πεδιάδας ἐκείνης, διαβάζουν τήν ἐναντίον του ἀπόφασι τοῦ θανάτου, γιά νά τήν ἀκούσουν ὅλοι καί ἔτσι ἀρχίζουν ὅλοι νά κολακεύουν τόν νέο καί νά τόν παρακινοῦν νά γίνη Τοῦρκος. Ὁ νέος στάθηκε καί τούς ἐπέπληξε μέ ἀνδρεία. Μόλις λοιπόν εἶδαν τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης του, κάνουν ὅλοι ἕναν χορό τριγύρω ἀπό τόν Μάρτυρα καί κρατοῦν ὅλοι τά πιστόλια ἕτοιμα στά χέρια καί τοῦ λένε μέ μιά φωνή, ὅτι ἤ θά ὑπακούση σ’ ἐκεῖνα, πού τοῦ λένε ἤ ἀμέσως θά τόν θανατώσουν. Ὁ γενναιότατος ὅμως Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὕψωσε τά χέρια του, ἔτσι ὅπως ἦταν δεμένα μέ τίς ἁλυσίδες στόν οὐρανό μέ μεγάλη φωνή φώναξε∙ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, δέξου τό πνεῦμα μου καί ἀξίωσέ με τῆς Βασιλείας σου».
Καί μόλις τά εἶπε αὐτά, ἔρριξαν ὅλοι ἀμέσως τά πιστόλια ἐπάνω στόν Μάρτυρα. Καί μόλις ἐκεῖνος ἔπεσε στήν γῆ, ἔτρεξαν ὅλοι μέ τά μαχαίρια καί ἔκαναν σάν κόσκινο τό μαρτυρικώτατο ἐκεῖνο σῶμα ἀπό τίς μαχαιριές. Ἀκόμη δέν εἶχαν χορτάσει τήν κακία τους καί, νά, ὁ τῶν θαυμάτων καί τῶν μαρτύρων Θεός ἐνεργεῖ τό ἑξῆς θαῦμα∙ Ἐκεῖ ὅπου ἦταν γαλήνη μεγάλη, τήν ἴδια στιγμή γίνεται ἕνας μεγάλος ἀναβρασμός τῆς θάλασσας, καί παρ’ ὅλο πού ἀπό τήν θάλασσα, ἕως τόν τόπο ἐκεῖνο, πού ἦταν τό λείψανο τοῦ Μάρτυρα, ἦταν διάστημα ἀρκετό ἕως τήν βολή ἑνός τουφεκιοῦ καί περισσότερο.
Ὅμως ἡ θάλασσα τόσο πολύ ἀγρίεψε σάν ἕνα θηρίο ἀνήμερο, ὥστε βγῆκε ἀπό τόν φυσικό της τόπο καί, ἀφοῦ ἔφθασε ἕως ἐκεῖ, ὅπου ἦταν τό λείψανο, αὐτό μέν φαινόταν πώς τό τιμᾶ καί τό σέβεται, ξεπλένοντας τό Μαρτυρικό αἷμα, πού ἔτρεχε ἀπό αὐτό, μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἔγινε ὅλη σάν ἕνας κόκκινος ἀφρός ἀπό κιννάβαρι. Καί ἀνεβαίνοντας ἀπό τούς τοίχους τοῦ τζαμιοῦ τῶν Ἀγαρηνῶν καί τοῦ τελωνείου τους, ζητοῦσε νά καταγκρεμίση καί τά δύο μέ τά κύματά της.
Γι’ αὐτό, ὅταν εἶδαν αὐτό τό φοβερό θαῦμα οἱ Ὀθωμανοί, φοβούμενοι μήπως καταποντισθῆ ὁλόκληρη ἡ πόλι τους, ἔτρεξαν ἀμέσως καί πίεσαν τούς Χριστιανούς καί ἦλθαν καί πῆραν μέ τιμή καί παρρησία τό ἱερό ἐκεῖνο καί ἀθλητικό σῶμα καί, ἀφοῦ τό μετέφεραν στήν Ἐκκλησία, τό ἔθαψαν ἐκεῖ, ὅπου καί σήμερα ἀκόμη βρίσκεται, καί ἀμέσως ἡσύχασε ἡ θάλασσα καί εἰρήνευσε πάλι, ἀφοῦ ἔγλειψε σάν δούλη τό ἁγιώτατο αἷμα τοῦ Μάρτυρα. Καί μετά τήν κηδεία τοῦ σώματος, δοξάζοντας ὁ Θεός τόν Μάρτυρα καί τήν θεία πίστι του, ἐνήργησε τό ἑξῆς θαῦμα
Τρεῖς ὁλόκληρες νύχτες φαινόταν ἕνας πύρινος στῦλος ἀπό τόν οὐρανό ἕως τόν τάφο τοῦ Ἁγίου καί ὅλη ἡ πόλις ἔφεγγε ἀπό ἕνα γλυκύτατο
φῶς, πού χυνόταν γύρω ἀπό ἐκεῖνον τόν πύρινο στῦλο. Γι’ αὐτό σέ παντοτινή ἀνάμνησι τοῦ ἀνείπωτου ἐκείνου φωτός καί τοῦ θαύματος, ἕως καί σήμερα, κάθε ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς, οἱ ἐκεῖ Χριστιανοί συνηθίζουν νά πηγαίνουν στόν τάφο τοῦ Μάρτυρα πλῆθος ἀνδρῶν, γυναικῶν, παιδιῶν καί κυρίως ἀρρώστων καί ἀσθενῶν καί προσφέροντας κεριά καί λαμπάδες καί θυμιάματα, κάνουν μία μεγάλη φωτοχυσία καί γίνονται ἄπειρα θαύματα πρός δόξα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς μιᾶς Θεότητος καί Βασιλείας. Στήν ὁποία ἁρμόζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνησις, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Login