Αὐτός ἦταν στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ, κατά τό ἔτος 288, καί ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος Σιρμίου, τό ὁποῖο ἦταν πόλις τῆς Σελεύκειας στήν Συρία, πού ὠνομαζόταν κοινῶς Σιρμιού. Καί ἀφοῦ τόν συνέλαβαν, μεταφέρθηκε ἀπό τό Σίρμιο στήν Παννονία[166], καί παρουσιάσθηκε μπροστά στόν ἡγεμόνα Πρόβο, ὁμολογῶντας καί κηρύττοντας τήν πίστι πρός τόν Χριστό τόν Θεό μας, γι’ αὐτό κλείστηκε σέ φυλακή. Ἔπειτα βγῆκε ἀπό αὐτή καί τόν ἔδειραν. Μετά ἀπό αὐτά, ἀφοῦ ἔλαβε τήν ἀπόφασι τοῦ θανάτου, ἀποκεφαλίσθηκε καί ἔλαβε ὁ πανύμνητος τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τό δέ ἅγιό του λείψανο ρίχθηκε στόν ποταμό, πού λέγεται Σάω.
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Εἰρηναίου
Ἐπισκόπου Λουγδούνων.
Σπεύδει λιπεῖν γῆν ἐκ ξίφους Εἰρηναῖος,
Ἐρωτιᾷ γάρ τῷ πρός Οὐρανούς πόθῳ.
Αὐτός ἄκμασε στά χρόνια τοῦ Μάρκου Αὐρηλίου, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖτο καί Ἀντωνῖνος καί φιλόσοφος, κατά τό ἔτος 160, ἦταν δέ μεγάλος ἄνδρας, διάδοχος τῶν μακαρίων Ἀποστόλων καί ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος τοῦ Λουγδούνου, πού βρίσκεται στήν Φράντζα, τό ὁποῖο σήμερα κοινῶς ὀνομάζεται Λυών.
Αὐτός, ὅπως λένε μερικοί, συνέγραψε πάμπολλα βιβλία, πού βεβαιώνουν τήν πίστι τῶν Χριστιανῶν, ἀπό ὅπου οἱ μεταγενέστεροι θεῖοι Πατέρες δανείσθηκαν πολλές ἑρμηνεῖες τῶν θείων Γραφῶν. Καί ἀφοῦ ἀποδέχθηκε τήν ἐπισκοπή τῆς πόλεως, πού προαναφέρθηκε, ὕστερα ἀπό τόν Ἐπίσκοπό της, πού ὠνο-μαζόταν Ποθεινός, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε γιά χάρι τοῦ Χριστοῦ, λύτρωσε πολλούς Ἕλληνες ἀπό τήν πλάνη τῶν εἰδώλων μέ τούς πολλούς λόγους καί τίς διδασκαλίες του. Ἀλλά πρόσφερε καί πολλούς Μάρτυρες μέ τήν παρακίνησί του στόν Χριστό, πού ἀγωνίσθηκαν γιά τό ὄνομά του. Τελευταῖα καί ὁ ἴδιος ἀποκεφαλίσθηκε ἀπό τόν βασιλιά Σεβῆρο, κατά τό ἔτος 193[2] καί ἔλαβε τόν στέφανο τῆς ἀθλήσεως.
Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Καλλινίκου Πατριάρχου
Κωνσταντινουπόλεως.
Καλλίνικος μέλλουσαν ἡδονήν μένων,
Πρός τήν τελευτήν οὐκ ἀηδῶς ἦν ἔχων.
Αὐτός ἀρχικά μέν ἦταν Πρεσβύτερος καί σκευοφύλακας τοῦ Ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῶν ἀρετῶν του χειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στά χρόνια τοῦ νέου Ἰουστινιανοῦ, τοῦ ἕκτου ἀπογόνου τοῦ Ἡρακλείου, τοῦ ρινότμητου, κατά τό ἔτος 685. Ὁ δέ προαναφερθείς βασιλιάς ἐπινοῶντας θλίψεις γιά τόν ἑαυτό του, ἔστειλε μήνυμα μία φορά στόν Ἅγιο, νά δώση εὐχή, γιά νά γκρεμίσουν τόν Ναό τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖτο τῶν Μητροπόλεων. O Ἅγιος ὅμως ἀποκρίθηκε, ὅτι δέν δίνεται εὐχή γιά γκρέμισμα, ἀλλά γιά οἰκοδομή καί στήριγμα, διότι ὁ Θεός ἔκανε τόν κόσμο, γιά νά στέκεται καί νά μένη καί ὄχι, γιά νά φθαρῆ καί νά ἐξαφανισθῆ. Οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπό τόν βασιλέα, συνέχιζαν καί ἐνοχλοῦσαν τόν Ἅγιο, πιέζοντάς τον νά κάνη τό πρόσταγμα τοῦ βασιλιᾶ. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἀναφώνησε ὁ μακάριος τόν ἑξῆς λόγο καί εἶπε· «Ἄς εἶναι δόξα σ’ ἐσένα, Χριστέ μου, διότι πάντοτε ἀνέχεσαι καί ὑπομένεις», καί, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως γκρεμίσθηκε ὁ Ναός[3]. Ὁ δέ βασιλιάς γιά τίς πολλές ἀταξίες καί τίς ἁμαρτίες του ἐξέπεσε ἀπό τήν βασιλεία καί τοῦ ἔκοψαν τήν μύτη καί τήν γλῶσσα καί τόν ἐξώρισαν στήν Χερσῶνα, πού εἶναι κοντά στό Κρίμι. Φεύγοντας ὅμως ἀπό ἐκεῖ, πῆρε δυνάμεις ἀπό τούς Βουλγάρους καί, ἀφοῦ ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολι, πολεμοῦσε τά τείχη της.
Ἔτσι, ἀφοῦ κατέπεισε τόν ἴδιο τόν Πατριάρχη καί τήν Σύγκλητο τῶν ἀρχόντων μέ δολιότητα καί, ἀφοῦ ὡρκίσθηκε στόν τίμιο Σταυρό καί στά πάνσεπτα Εὐαγγέλια καί στό τίμιο Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου, ὅτι δέν θά ἐνοχλήση κανέναν ἄνθρωπο, ἐάν βγοῦν ἔξω ἀπό τήν πόλι καί τόν ὑποδεχθοῦν, αὐτά, λέω, ἀφοῦ ἔκανε, ὕστερα βρέθηκε ψεύτης καί παραβάτης τῶν ὅρκων του. Γι’ αὐτό ἀμέσως μόλις μπῆκε μέσα στήν πόλι, γέμισε ἡ πόλι ἀπό φόνους καί αἱματοχυσίες. Τότε καί τόν θεῖο αὐτόν Καλλίνικο, ἀφοῦ τόν ἅρπαξε ἡ βασιλική φρουρά, τόν ἐξώρισε στήν Ρώμη. Διότι τοῦ ἔδειξε ὁ βασιλιάς τήν κομμένη γλῶσσα του καί τήν μύτη του καί τόν κατηγοροῦσε, πώς ἦταν συνωμότης μέ τούς ἐχθρούς του, ἀπό τά ὁποῖα ἦταν ἀθῶος ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί μέγας Ἀρχιερέας. Καί ὅταν πῆγε στήν Ρώμη ὁ Ἅγιος, τόν ἔβαλαν μέσα σέ ἕνα θεμέλιο ἑνός τοίχου καί τόν ἔχρισαν ἀπό ἔξω. Διότι ἔτσι πρόσταξε ὁ θηριώδης βασιλιάς νά τιμωρήσουν τόν Ἅγιο. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασαν σαράντα ἡμέρες, ἀνοίχθηκε ὁ τοῖχος καί βρέθηκε μέσα ὁ Ἅγιος ζωντανός.
Ὕστερα ἀπό τέσσερις ἡμέρες ἔφυγε πρός τόν Κύριο καί ἐνταφιάσθηκε στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, ὅπως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐμφανίστηκαν στόν τότε Πάπα καί τόν πρόσταξαν νά τόν βάλη στόν Ναό τους. Τελεῖται ἡ Σύναξί του καί ἡ ἑορτη στήν ἁγιώτατη μεγάλη Ἐκκλησία
[166] Αὐτή ἡ Παννονία ἴσως εἶναι αὐτή πού βρίσκεται στήν Οὐγγαρία καί περικλείεται μεταξύ τοῦ ποταμοῦ Δούναβι ἀπό βορρᾶ καί ἀνατολικά, καί τοῦ ποταμοῦ Νορικοῦ ἀπό τά δυτικά καί τοῦ Ἰλλυρικοῦ.
[2] Ὁ δέ Μελέτιος γράφει τά ἑξῆς σχετικά μέ αὐτόν τόν Ἅγιο Εἰρηναῖο, ὅτι πρῶτα ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας στό Λούγδουνο καί ἔπειτα καί Ἐπίσκοπός της. Ὅτι ἦταν μαθητής τοῦ Πολυκάρπου καί τοῦ Παπίου, τῶν ἀκροατῶν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ὅτι γεννήθηκε στήν Σμύρνη καί ὅτι οἱ Μάρτυρες στό Λούγδουνο καί στήν Βιέννη, μαρτυροῦσαν γι’ αὐτόν στόν Ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης τόν Ἐλευθέριο, πώς ἦταν ἄξιος καί ἐκπαιδευμένος καί ἐνάρετος καί ζηλωτής τῆς διαθήκης τοῦ Χριστοῦ. Καί γι’ αὐτό τόν παρακαλοῦσαν, νά τοῦ δείχνη εὔνοια, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Εὐσέβιος, βιβλ. ε΄, κεφ. δ΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας. Πολλά συγγράμματα συνέγραψε ὁ θεῖος αὐτός Πατήρ, σχετικά μέ τά ὁποῖα γράφει ὁ Εὐσέβιος (βιβλ. δ΄, κεφ. κ΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας). Καί ὁ Ἱερώνυμος στόν κατάλογο, κεφ. λδ΄ . Ἀπό αὐτά ὅμως δέν σώζονται, παρά μόνο πέντε βιβλία κατά τῶν αἱρέσεων τοῦ Οὐαλεντίνου καί ἄλλων, τά ὁποῖα γράφηκαν ἀπό αὐτόν γιά ἔλεγχο καί ἀνατροπή τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Τά ὁποῖα δέν βρίσκονται στήν ἑλληνική διάλεκτο, ἀλλά στήν λατινική, παρ’ ὅλο πού εἶναι ἀναμφισβήτητο, ὅτι τά ἔγραψε στά ἑλληνικά (τόμ. α΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, σελ. 224).
[3] Σημείωσε, ὅτι σέ κάποιους χειρόγραφους Συναξαριστές δέν περιέχεται αὐτό τό μέρος τοῦ Συναξαρίου, δηλαδή ἀπό τό, ὅτι ἔστειλε μήνυμα στόν Ἅγιο ὁ βασιλιάς νά δώση εὐχή, γιά νά γκρεμίσουν τόν Ναό τῆς Θεοτόκου, μέχρι τό, ἀμέσως γκρεμίσθηκε ὁ Ναός. Καί πραγματικά εἶναι δύσκολο νά τό παραδεχθῆ κανείς, ὅτι ὁ Ἅγιος αὐτός μέ τήν προσευχή του γκρέμισε τόν Ναό τῆς Θεοτόκου.


Login