Αὐτός ὁ Ὅσιος ἦταν γέννημα καί θρέμμα τῆς μεγαλοπόλεως παλιᾶς Ρώμης, φυλάγοντας ἀπό τήν νεαρή ἡλικία τόν ἑαυτό του καθαρό κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἐπειδή ἦταν γεμάτος ἀπό κάθε ἀρετή καί σοφία, τόσο τήν ἐσωτερική καί θεία, ὅσο καί τήν ἐξωτερική καί ἀνθρώπινη, γι’ αὐτό δέχθηκε καί τήν χειροτονία τοῦ Διακόνου, στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, κατά τό ἔτος 379.
Ἐκεῖνον μάλιστα τόν καιρό ζητοῦσε μέ πολλή ἐπιμέλεια ὁ ἀναφερθείς βασιλιάς Θεοδόσιος ἄνδρα πνευματικό καί σοφό, γιά νά διδάξη τούς υἱούς του, τόν Ὀνώριο, λέω, καί τόν Ἀρκάδιο, τά μαθήματα τῆς φιλοσοφίας καί μάλιστα τά μαθήματα ἐκεῖνα, μέ τά ὁποῖα ὁ Θεός λατρεύεται. Ἔτσι γράφει πρῶτα μέν στόν Γρατιανό, πού βασίλευσε κατά τό ἔτος 376, καί στήν συνέχεια καί στόν τότε Πάπα Ἰννοκέντιο γιά τόν Ἀρσένιο καί μόλις καί μετά βίας μπόρεσε νά ἐπιτύχη αὐτό πού ποθοῦσε. Ἀφοῦ λοιπόν ἀναχώρησε ἀπό τήν Ρώμη ὁ θεῖος Ἀρσένιος, ἀνέβηκε στήν Κωνσταντινούπολι καί παρουσιάσθηκε μπροστά στόν Θεοδόσιο. Βλέποντάς τον λοιπόν ὁ βασιλιάς νά ἔχη σεμνό τό πρόσωπο καί τό χρῶμα, εὔτακτο τό βλέμμα, ταπεινό τό φρόνημα, καί, γενικά, βλέποντάς τον νά εἶναι στολισμένος μέ κάθε ἀρετή, γέμισε ἀπό πολλή χαρά καί εὐφροσύνη. Ἔτσι ἀπό τότε καί ὕστερα τόν τιμοῦσε ὡς πατέρα καί τόν σεβόταν ὡς διδάσκαλο, οἱ δέ ἄρχοντες τῆς βασιλικῆς Συγκλήτου τόν ἔβλεπαν σάν ἕνα μέγα θησαυρό καί κειμήλιο.
Ὁ Ἀρσένιος ὅμως μισοῦσε τήν δόξα καί τήν θεωροῦσε σάν σκουπίδια, ἀγαποῦσε ὅμως τόν Θεό καί ποθοῦσε τήν μοναχική πολιτεία· γι’ αὐτό παρακαλοῦσε καθημερινά τόν Κύριο νά ἐκπληρώση τήν αἴτησί του καί ἀμέσως ἀκούει ἀπό ἐπάνω μία φωνή, ἡ ὁποία ἔλεγε· «Ἀρσένιε, φεῦγε τούς ἀνθρώπους καί σῴζου».
Τότε ὁ Ὅσιος, χωρίς νά χάση καιρό, ἄλλαξε τά φορέματά του καί ἀναχωρεῖ στήν Ἀλεξάνδρεια καί, ἀφοῦ ἔκοψε τά μαλλιά του, ἔγινε Μοναχός στήν Σκήτη, τοποθετῶντας τόν ἑαυτό του κάτω ἀπό κάθε σκληραγωγία καί ἄσκησι καί προσευχόμενος στόν Θεό. Ὅμως, ἐνῶ βρισκόταν ἐκεῖ, πάλι ἄκουσε θεία φωνή, πού ἔλεγε· «Ἀρσένιε, φεῦγε, σιώπα, ἡσύχαζε καί σώζου».
Πρός αὐτόν τόν μέγα Ἀρσένιο πῆγε μία φορά ὁ Θεόφιλος ὁ Ἀλεξανδρείας μαζί μέ ἄλλους καί τόν ρώτησε λέγοντας· «Πές μας, Πάτερ, λόγο ὠφέλειας». Ὁ δέ Ὅσιος ἀποκρίθηκε· «Ἐάν σᾶς πῶ, φυλάγετε τόν λόγο μου;». Καί αὐτοί εἶπαν· «Ναί, ὁπωσδήποτε τόν φυλάγουμε». Τότε λέει ὁ Ὅσιος· «Ὅπου ἀκοῦτε, ὅτι βρίσκεται ὁ Ἀρσένιος, μή πλησιάστε σ’ αὐτόν». Γι’ αὐτόν τόν Ὅσιο λένε, ὅτι σέ ὅλο τόν χρόνο τῆς ζωῆς του, δουλεύοντας ζιμπίλια, εἶχε καί ἕνα παλιό μανδήλι στόν κόλπο του, μέ τό ὁποῖο σπόγγιζε τά δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἦταν δέ ὡραῖος καί χαριτωμένος στό σῶμα, ἦταν ὅλος ἄσπρος στά μαλλιά, ξηρός στό σῶμα καί μακρύς στό μέγεθος, μολονότι καί ἀπό τό πολλά γηρατειά καμπούριαζε λίγο. Εἶχε τά γένεια μακριά μέχρι τήν κοιλιά, τό εἶδος τοῦ προσώπου του ἦταν ἀγγελικό καί σεβάσμιο, σάν τό τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ. Γι’ αὐτό δέν ἤθελε νά φαίνεται σέ κανένα στό πρόσωπο. Ἀγρυπνοῦσε πολύ συχνά καί στεκόταν ὄρθιος στήν προσευχή, χωρίς καθόλου νά κλίνη τά γόνατα ἀπό τό βράδυ μέχρι τήν ὥρα πού ἔβγαινε ὁ ἥλιος καί ἔτσι σταματοῦσε ἀπό τήν ὀρθοστασία. Ἔτσι μέ τέτοιους ἀγῶνες ἔφθασε ὁ μακάριος στήν κορυφή τῆς ἀπάθειας καί μέ τά συνεχῶς ρέοντα δάκρυά του, ἔσβησε τελείως τήν ψυχόλεθρη πύρωσι τῆς σάρκας.
Ἔφθασε δέ σέ βαθύ γῆρας καί πλησίασε κοντά στά ἑκατό χρόνια. Ὅταν δέ ἐπρόκειτο νά ἀπέλθη πρός τόν Κύριο, τόν ρώτησαν οἱ μαθητές του σέ ποιόν τόπο καί πῶς νά τόν ἐνταφιάσουν. Ὁ Ὅσιος τούς ἀποκρίθηκε· «Δέν ξέρετε, ὦ τέκνα μου, νά δέσετε σχοινί στά πόδιά μου καί νά μέ σύρετε στό βουνό;». Ἔπειτα τούς λέει πάλι· «Βλέπετε, τέκνα μου, πόσος φόβος βρίσκεται μέσα μου αὐτή τήν φοβερή ὥρα τοῦ θανάτου;». Οἱ δέ μαθητές του εἶπαν· «Ναί, βλέπουμε». Αὐτός ἀποκρίθηκε· «Πιστέψτε μου, ὅτι ὁ φόβος αὐτός δέν χωρίσθηκε καθόλου ἀπό τήν καρδιά μου, ἀπό τόν καιρό ἐκεῖνο, ἀπό τότε πού ἔγινα Μοναχός. (Τόν ἀναλυτικό Βίο του βλέπε στήν Καλοκαιρινή).[1]
[1] Ἄξια σημειώσεως εἶναι τά τρία ἐκεῖνα ψυχωφελέστατα ἀποφθέγματα, πού μᾶς ἄφησε αὐτός ὁ μέγας Πατήρ. Πρῶτο τό «Ἀρσένιε, δι’ ὅ ἐξῆλθες», τό ὁποῖο συνήθιζε νά λέη κάθε ἡμέρα ὁ ἀοίδιμος, ἀνανεώνοντας τόν πρῶτο ἐκεῖνο σκοπό, γιά τόν ὁποῖο ἀνεχώρησε ἀπό τόν κόσμο καί πῆγε στήν ἔρημο. Δεύτερο τό· «Θεέ μου, μή μέ ἐγκαταλίπης, διότι δέν ἔκανα ἀγαθό ἐνώπιόν σου, ἀλλά δός μου γιά τήν ἀγαθότητά σου νά βάλω ἀρχή». (Αὐτό βλέπε στήν Φιλοκαλία στό τελευταῖο κεφάλαιο Θεοδώρου Ἐδέσσης καί σέ ἄλλα). Τρίτο ἀπόφθεγμα συμβουλευτικό μᾶς ἄφησε στόν Βίο του γραμμένο, πού λέει· «Κατάβαλε κάθε φροντίδα, γιά νά εἶναι ἡ ἐσωτερική σου ἐργασία κατά Θεόν καί νά νικήσης τά ἔξω πάθη». Αὐτό τό ἀναφέρει πολλές φορές στούς λόγους του ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος, ὡς ἀναγκαῖο σέ κάθε ἄνθρωπο, πού θέλει νά σωθῆ. Διδασκόμαστε, δηλαδή, μέ αὐτό, ὅτι ὅλη μας τήν φροντίδα πρέπει νά τήν ἔχουμε σέ αὐτό, δηλαδή στό νά γίνεται ἡ ἐσωτερική ἐργασία τῆς ἱερῆς προσευχῆς καί νήψεως καθαρά, καί γιά μόνο τόν Θεό. Διότι, ἐάν αὐτή ἐνεργῆται καθαρά, εὔκολα θά νικήσουμε τά ἐξωτερικά πάθη τοῦ σώματος. Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι ὁ Ἅγιος αὐτός εἶχε καί κεφάλαια ἤ λόγους νηπτικούς, ὅπως ἀναφέρει αὐτούς στόν Πρόλογο τῆς Βίβλου του ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, τά ὁποῖα ἀναζητήσαμε πολλές φορές στίς βιβλιοθῆκες, ἀλλά δέν τά βρήκαμε. Πράγματι, λυπηρό εἶναι ὄντως ἡ στέρησις τῶν παρόμοιων λόγων. Ὁ δέ ἑλληνικός Βίος τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου σώζεται ἀναλυτικώτατα στήν Μεγίστη Λαύρα καί στόν ἕβδομο Πανηγυρικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου καί στήν τῶν Ἰβήρων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἀλλά τῶν σπουδαίων ἄρα καί φιλαρέτων ἀνδρῶν». Στήν δέ ἀναφερθεῖσα Μεγίστη Λαύρα βρίσκεται λόγος πρός αὐτόν, πού ἔχει συγγραφῆ ἀπό τόν Θεόδωρο τόν Στουδίτη, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἀστήρ ἀειφανής ἡμῖν». Σημείωσε ἀκόμη, ὅτι τά ἀνωτέρω τοῦ Πατρός συγγράμματα, τά ὁποῖα ὁ συγγραφέας τῆς παρούσης Βίβλου ἀναφέρει, {ὅτι} ἐξεδόθησαν πότε, καί βλέπε τήν Ἑλληνική Βιβλιοθήκη Ἄνθιμου Γαζῆ, τόμ. β΄, σελ. 124.


Login