Τῷ αὐτῷ μηνί IΘ΄ μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ἰωήλ.
Ὁ γῆς Ἰωήλ ἐκτραγωδήσας πάθη,
Μετῆλθεν ἐκ γῆς εἰς τόπον κρείττω πάθους.
Ἐννεακαιδεκάτῃ μόρος ἀμφεκάλυψεν Ἰωήλ.
Αὐτός ὁ Προφήτης ἦταν ἀπό τήν φυλή τοῦ Ρουβίμ, υἱός Βαθουήλ, ἀπό τόν ἀγρό τόν καλούμενο τοῦ Μεθομορρῶν. Ἑρμηνεύεται Ἰωήλ, ἀγάπη Κυρίου ἤ ἀρχή ἤ ἀπαρχή Θεοῦ. Προφήτευσε αὐτός ὁ Προφήτης γιά τήν πεῖνα, πού ἐπρόκειτο νά ὑποστοῦν οἱ Ἰουδαῖοι καί γιά τόν ἑξαφανισμό τῶν νομικῶν θυσιῶν καί γιά τό πάθος δικαίου Προφήτου, διά μέσου τοῦ ὁποίου θά προετοιμασθῆ γιά τήν σωτηρία ὅλη ἡ γῆ. Καί ἀφοῦ προφήτευσε αὐτά πέθανε καί τάφηκε στήν δική του γῆ. Ἔζησε πρίν ἀπό τήν ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ ἔτη 800[1].
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Οὐάρου.
Ξεσμούς ἀπείρους καρτεροῦντος Οὐάρου,
Σατάν πλάνης ἔξαρχος οὐαί μοι λέγει.
Αὐτός ἦταν στά χρόνια τοῦ Μαξιμιανοῦ κατά τό ἔτος 304 καί ἀνῆκε στό βασιλικό στράτευμα, πού βρισκόταν στήν Αἴγυπτο καί στό τάγμα ἀπό τά Τύανα, ἔνδοξος ὡς πρός τήν καταγωγή καί ἀσύγκριτος στήν ἀνδρεία τοῦ σώματος. Ἔτσι γιά τά προτερήματά του αὐτά ἦταν ἀγαπητός καί πολύ ἄξιος κοντά στόν βασιλιά Μαξιμιανό. Αὐτός λοιπόν ὁ μακάριος, ὄντας εὐσεβής Χριστιανός, φρόντιζε κρυφά τούς Χριστιανούς, πού βρίσκονταν λόγῳ τῆς πίστεως στήν φυλακή καί παρακαλοῦσε τόν Θεό, νά ἀξιωθῆ νά πάθη καί αὐτός, ὅπως καί ἐκεῖνοι. Ἔτυχε λοιπόν μία φορά καί φυλακίσθηκαν γιά τήν πίστι ἑπτά ἐρημῖτες ἀσκητές, τούς ὁποίους ἐπισκεπτόταν ὁ Ἅγιος Οὔαρος. Ἐπειδή ὅμως ὁ ἕνας ἀπό ἐκείνους πέθανε μέσα στήν φυλακή, γι’ αὐτό στήν θέσι ἐκείνου συναρίθμησε τόν ἑαυτό του μέ τούς ὑπόλοιπους αὐτός ὁ ἀοίδιμος. Τότε ἀμέσως τόν κρέμασαν καί τόν ἔδειραν μέ χονδά μαστίγια. Κατόπιν τόν ἅπλωσαν κάτω στήν γῆ καί τόν ἔδειραν μέ λουριά ὠμά. Ὕστερα σύρθηκε στήν γῆ ἀπό τέσσαρες στρατιῶτες. Μετά ἀπό αὐτά τόν κρέμασαν πάλι καί τόν καταξέσχισαν μέ σιδηρένια νύχια καί ἔχασε τίς περισσότερες σάρκες τοῦ σώματός του. Καί ἔτσι μέσα σέ τέτοια βασανιστήρια, πού διήρκεσαν πέντε ὧρες, παρέδωσε τήν ψυχή του στόν ποθούμενο Χριστό ὁ καλλίνικος ἀγωνιστής του καί ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο.
Μία γυναίκα ὅμως εὐγενής καί πλούσια, ὀνόματι Κλεοπάτρα, πῆγε τήν νύκτα καί πῆρε τό λείψανο τοῦ Μάρτυρα. Παίρνοντάς το ὅμως ἔφυγε γιά τήν πατρίδα της Παλαιστίνη, μαζί μέ τόν μονογενῆ της υἱό καί ἐκεῖ ἔκτισε Ναό πολυέξοδο στό ὄνομα τοῦ Μάρτυρος. Τότε συνέβη καί ἕνα περιστατικό ἀναμεμιγμένο μέ χαρά καί λύπη μαζί. Διότι ἡ φιλόθεη ἐκείνη γυναῖκα, θέλοντας νά χαίρεται ἀπό κάθε πλευρά, ἀγόρασε μέ χρήματα ἀπό τόν βασιλιά, ἕνα βασιλικό ἀξίωμα γιά νά τό ἔχη ὁ υἱός της. Ὁπότε παίρνοντας τήν χλαμύδα καί τήν ζώνη, τά παράσημα τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος, τά ἔβαλε ἐπάνω στό λείψανο τοῦ Μάρτυρα, γιά νά εὐλογηθοῦν ἀπό αὐτόν. Ἔπειτα παρακαλοῦσε τούς Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς, πού συγκεντρώθηκαν, γιά νά ἐγκαινιάσουν τόν Ναό τοῦ Μάρτυρα, νά εὐλογήσουν καί αὐτοί τά ἴδια παράσημα καί ἔτσι τά φόρεσε ὁ υἱός της. Ὅταν τέλειωσαν τά ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ καί τοποθετήθηκε τό λείψανο τοῦ Ἁγίου Οὐάρου μέσα στό Ἅγιο Βῆμα, τότε ἡ θαυμαστή Κλεοπάτρα φιλοξένησε φιλότιμα ὅλους, ὅσοι συγκεντρώθηκαν καί τούς ὑπηρετοῦσε αὐτή ἡ ἰδία καί ὁ υἱός της μέ μεγάλη προθυμία. Ἐπειδή ὅμως ὁ υἱός της κοπίασε πολύ ὑπηρετῶντας καί ἡ ἡμέρα ἔφθασε στήν δύσι, γι’ αὐτό ἔπεσε στήν κλίνη του γιά νά ἀναπαυθῆ.
Ἡ μητέρα του ὅμως τόν παρακαλοῦσε νά σηκωθῆ, γιά νά φάη πρῶτα ψωμί καί ἔπειτα νά κοιμηθῆ μέ ἀνάπαυσι. Βλέποντας, ὅμως, ὅτι ὁ υἱός της καιγόταν ἀπό μεγάλο πυρετό, οὔτε αὐτή θέλησε κάτι νά φάη, ἀλλά περίμενε νά ἰδῆ, πῶς θά ἀποβῆ ἡ ἀσθένεια τοῦ υἱοῦ της. Καί λοιπόν καθήμενη κοντά στόν μονογενῆ της νηστική καί ἄυπνη, καιγόταν στά σπλάγχνα ἀπό τήν λύπη, ὄχι λιγώτερο ἀπό τόν υἱό της. Στήν συνέχεια, ὅταν εἶδε, ὅτι ὁ υἱός της πέθανε, πρῶτα μέν ἀπό τήν λύπη της ἔπεσε σάν νεκρή στήν γῆ. Ἔπειτα, ὅταν κάπως συνῆλθε, φορτώθηκε τόν νεκρό υἱό στούς ὤμους της, καί τόν ἔφερε καί τόν ἀπέθεσε ἐπάνω στόν τάφο τοῦ Μάρτυρα, κλαίγοντας καί θρηνῶντας τήν στέρησι τοῦ φίλτατου υἱοῦ της. Καί τί λόγια δέν ἔλεγε; ἤ τί κινήσεις καί ἔργα δέν ἔκαμνε, ἀπό ἐκεῖνα πού μποροῦν νά ἑλκύσουν τούς ἀνθρώπους σέ λύπησι καί δάκρυα; Ἔπειτα, καί πρός τόν Μάρτυρα ἐπιστρέφοντας, παρεπονιόταν καί κατά κάποιον τρόπο εἶχε μαζί του φιλονικία, γιατί ἄφησε τόν υἱό της νά πεθάνη, πού τόσο πολύ τόν ἀγαποῦσε. Τελευταῖα δέ παρακαλοῦσε θερμά τόν Ἅγιο νά κάνη ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ τόν υἱό της νά ἀναστήση, ἤ νά πάρη καί αὐτήν μαζί μέ ἐκεῖνον.
Τήν ὥρα πού ἔλεγε αὐτά μέ πικρία τῆς ἦλθε ὕπνος καί ἀποκοιμήθηκε λίγο. Καί νά, φαίνεται στόν ὕπνο της ὁ τοῦ Χριστοῦ Μάρτυρας Οὔαρος, ἔχοντας μαζί του καί τόν υἱό της. Ἦταν καί οἱ δύο στολισμένοι μέ λαμπρά καί ὑπέρφωτα ἐνδύματα. Φοροῦσαν στίς κεφαλές τους λαμπροτάτα στεφάνια. Αὐτοί λοιπόν ἀφοῦ ἐμφανίσθηκαν στήν Κλεοπάτρα καί μέ τήν ὑπερφυσική ἐκείνη καί ἔνδοξη θεωρία τους καί μέ τά χαροποιά λόγιά τους, τόσο πολύ παρηγόρησαν τήν ψυχή της, ὥστε στό ἑξῆς καί αὐτή ἡ ἴδια τούς παρακαλοῦσε νά πάρουν μαζί τους καί αὐτήν, γιά νά βρίσκεται πάντοτε μέ αὐτούς σέ τέτοια δόξα. Ἀφοῦ λοιπόν ἔτσι τήν χαροποίησαν, ἔγιναν ἄφαντοι ἀπό αὐτήν.
Ἡ Κλεοπάτρα μόλις ξύπνησε, βρέθηκε γεμάτη ἀπό ὑπερβολική χαρά. Τότε διηγήθηκε τήν ὀπτασία σέ ὅσους βρίσκονταν ἐκεῖ καί τούς παρεκίνησε ὅλους σέ ἔκπληξι καί δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Παίρνοντας κατόπιν τό ποθεινό σῶμα τοῦ υἱοῦ της, τό ἀπέθεσε κοντά στό σῶμα τοῦ Μάρτυρα καί ἔτσι ἀπέδωσε μέ ὅσους παραβρέθησαν ὁλονύκτια εὐχαριστία στόν Μάρτυρα.
Ἔπειτα, ἀφοῦ μοίρασε τόν πλοῦτο της στούς πτωχούς καί φόρεσε πενιχρά ἐνδύματα, ἔμενε στό ἑξῆς κοντά στόν τάφο τοῦ Μάρτυρα, ὑπηρετῶντας μέ προθυμία. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε ἐκεῖ ἑπτά χρόνια, μέ νηστεῖες καί προσευχές καί δάκρυα, τόσο πολύ καθαρίσθηκε ἡ μακαρία, ὥστε κάθε Κυριακή ἔβλεπε τόν τοῦ Χριστοῦ Μάρτυρα καί τόν υἱό της νά εἶναι ὡραῖα στολισμένοι καί μέ τήν ἐμφάνισί τους αὐτή παρηγοροῦσαν τήν λύπη της. Ἔτσι λοιπόν ἀφοῦ πέρασε τήν ζωή της ἡ ἀοίδιμη εἰρηνικά, ἀναπαύθηκε καί ἀπῆλθε, γιά νά ἀπολαύση τόν Ἅγιο Οὔαρο καί τόν ποθούμενο υἱό της στά οὐράνια. Τό δέ σῶμα της ἐνταφιάσθηκε κοντά στόν τάφο τοῦ υἱοῦ της.
(Τόν ἐκτενέστερο Βίο αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου βλέπε στόν Νέο Παράδεισο. Αὐτόν ἑλληνικά τόν συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Μαξιμιανοῦ τοῦ τυράννου». Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες καί ἰδιαιτέρως στήν Λαύρα.)
* O Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης ὁ Θαυματουργός, ὁ κατά τό ὄρος τοῦ Ρίλα ἀσκήσας καί τήν ἐκεῖσε Μονήν οἰκοδομήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται[2].
+ Κτίτωρ Μονῆς σύ ὦ Ἰωάννη Ρίλας,
Δειχθείς, κατοικεῖς νῦν Μονάς τάς ἐν πόλῳ.
Αὐτός ὁ Ὅσιος καί θεοφόρος Πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης ὁ Θαυματουργός γεννήθηκε σέ ἕνα χωριό πού λέγεται Σκρίνο, τό ὁποῖο βρισκόταν κοντά στήν πόλι Σοφία, τήν κοινῶς λεγόμενη Σόφια. Ἦταν υἱός γονέων εὐσεβῶν καί ἐναρέτων, Βουλγάρων ὄντων ὡς πρός τό γένος, ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ βασιλέως μέν τῶν Βουλγάρων Πέτρου καί τοῦ βασιλέως τῶν Ρωμαίων Κωνσταντίνου τοῦ Διογένους, κατά τό ἔτος 884. Ἀπό τήν νεαρή του ἡλικία ἦταν ὁ Ἅγιος χρηστοήθης καί εὐλαβής, καί ὑπηρετοῦσε τόν Θεό μέ φόβο καί ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτή τόν δίδαξε νά φυλᾶ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἶπε στά Εὐαγγέλια ὁ Κύριος· «Ὅποιος ἔχει τίς ἐντολές μου καί τίς τηρεῖ, ἐκεῖνος εἶναι πού μέ ἀγαπᾶ» (Ἰω. 14,21). Βλέποντας τόν νέο μερικοί φθονεροί καί ἀμελεῖς στά καλά ἔργα, τόν ὠνόμαζαν ὑποκριτή. Ὁ Ὅσιος ὅμως, χωρίς νά ὑπολογίζη τίς παρόμοιες κατηγορίες, μοίρασε τήν περιουσία του στούς πτωχούς. Καί ἔτσι πῆγε σέ Μοναστήρι καί ἔγινε Μοναχός. Ἀφοῦ λοιπόν ἐκεῖ γυμνάσθηκε στήν ὑπακοή καί στήν ταπείνωσι, ἀξιώθηκε ὁ ἀοίδιμος θεϊκῆς ὀπτασίας, ἡ ὁποία τόν ὠδήγησε νά ἀνεβῆ ἐπάνω σέ ἕνα βουνό καί ἐκεῖ νά ἡσυχάση. Ὁπότε ὁ Ἅγιος ἀνέβηκε σ’ αὐτό καί, ἀφοῦ ἔκανε μικρή καλύβη, ἡσύχαζε ἐκεῖ, τρεφόμενος ἀπό ἄγρια βότανα καί ντυμένος ὄντας μέ δερμάτινο φόρεμα καί ἀχολούμενος μέ νηστεῖες, προσευχές, ἀγρυπνίες καί ἄλλες κακοπάθειες τῆς ἀσκήσεως.
Ὁ ἀνεψιός τοῦ Ὁσίου ὅμως, ὀνόματι Λουκᾶς, ἀκόμη παιδί ὄντας, ἔφυγε κρυφά ἀπό τούς γονεῖς του καί πῆγε σ’ αὐτόν τόν θεῖο του, ποθῶντας νά γίνη μιμητής τῆς πολιτείας του. Ἀλλά ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ, ὅταν ἔμαθε ὅτι πῆγε στόν θεῖο του, παρακινήθηκε ἀπό τόν Διάβολο καί, πηγαίνοντας στόν Ὅσιο, τόν ἔβριζε μέ θυμό, πλάνο καί κακόγηρο ὀνομάζοντάς τον, διότι ἔκλεψε τόν υἱό του. Τότε ἀρπάζοντας ἀπό τήν ἔρημο τόν υἱό του, τόν ἔφερε στόν κόσμο. Ὁ Ἅγιος ὅμως προβλέποντας ὅτι τό παιδί θά πέση στίς παγίδες τοῦ Διαβόλου, παραεκάλεσε τόν Θεό, λέγοντας· ‘‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κοίταξε τήν θλῖψι τῆς καρδιᾶς μου, καί «ποίησον μετ’ ἐμοῦ σημεῖον εἰς ἀγαθόν». Διότι ἐσύ εἶπες «ἀφῆστε τά παιδιά καί μή τά ἐμποδίζετε νά ἔλθουν πρός ἐμένα. Διότι αὐτῶν εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν»’’ (Ματθ. 19,14).Ἔτσι ὅταν πῆγε ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ, σέ λίγο διάστημα, ὤ τῶν κριμάτων σου Κύριε!, τό δάγκασε τό παιδί ἕνα φίδι, καί ἀμέσως μέ ἐλαφρύ θάνατο πέθανε. Καί ὁ μέν πατέρας τοῦ παιδιοῦ ἐπιστρέφοντας στόν Ὅσιο, μετανοοῦσε πού τό πῆρε. Ὁ δέ Ὅσιος δόξασε τόν Θεό, πού τόν παρηγόρησε στήν λύπη του, διότι μέ τόν πρόσκαιρο θάνατο τοῦ σώματος, λύτρωσε τό παιδί ἀπό τόν μέλλοντα αἰώνιο θάνατο τῆς ψυχῆς του.
Στήν συνέχεια, ἐπειδή οἱ δαίμονες δέν ὑπέφεραν τούς πολλούς ἀγῶνες τοῦ Ὁσίου, φάνηκαν μία νύκτα σέ μορφή λῃστῶν καί τόν ἔδειραν καί ἀπό τόν τόπο ἐκεῖνο τόν ἔδιωξαν. Ὁπότε ὁ Ὅσιος ἀναχωρῶντας πῆγε στήν ἐσώτερη ἔρημο τοῦ ὄρους Ρίλα καί κατοίκησε σέ μία κουφάλα ἑνός δένδρου μεγάλου. Κατά θεία Πρόνοια ὅμως βλάστησε ἡ ἔρημος ἐκείνη ρεβύθια, ἀπό τά ὁποῖα τρεφόταν ὁ Ὅσιος γιά πολύν καιρό. Μερικοί βοσκοί ὅμως, πού φιλεύθηκαν κάποτε ἀπό τόν Ὅσιο μέ τά ρεβύθια, ἔκλεψαν καί κρυφά ἀπό αὐτά καί πῆραν γιά τόν δρόμο. Ἀλλ’ ὅμως, θέλοντας νά τά φᾶνε, βρῆκαν ἄδεια τά λουβιά τῶν ρεβυθιῶν. Τότε ἐπιστρέφοντας ζήτησαν συγχώρησι ἀπό τόν Ἅγιο. Μία φορά ἦλθε ἕνας δαιμονισμένος πρός τόν Ὅσιο. Καί μόλις ἦλθε σέ ἀπόστασι ἑνός σταδίου, ἔπεσε κάτω κυλιόμενος καί λέγοντας· ‘‘Φωτιά μέ κατακαίει καί δέν μπορῶ νά προχωρήσω ἄλλο’’. Τότε ἀφοῦ παρακάλεσαν τόν Ὅσιο, ὅσοι ἦταν μαζί μέ τόν δαιμονισμένο, τόν ἔπεισαν νά προσευχηθῆ γιά ἐκεῖνον. Καί, ἀφοῦ παρεκάλεσε ὁ Ἅγιος τόν Θεό, ἔκανε καλά τόν δαιμονισμένο.
Κατόπιν ὁ Ὅσιος ἀποφεύγοντας τήν δόξα τῶν ἀνθρώπων, πῆγε μακριά σέ ἕναν τόπο ἄγνωστο. Καί, βρίσκοντας ἕνα σπήλαιο σέ μία πέτρα ὑψηλή, ἔμεινε ἐκεῖ. Οἱ δαίμονες ὅμως παίρνοντάς τον, τόν ἔριχναν κάτω, ἀλλ’ ὁ Ἅγιος πάλι ἀνέβαινε σ’ αὐτό, ἕως ὅτου οἱ δαίμονες μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἔγιναν ἄφαντοι. Ἔτσι ἀπό τότε Ἄγγελος Κυρίου ἔφερνε στόν Ὅσιο τροφή καθημερινά καί ἐκπληρώθηκε σ’ αὐτόν τό γραμμένο· «Ἄρτον Ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος» (Ψαλ. 77,27).
Τόν καιρό ἐκεῖνο πῆγε στήν πόλι Σόφια ὁ Πέτρος, ὁ εὐσεβής βασιλιάς τῶν Βουλγάρων. Καί ὅταν ἄκουσε γιά τόν Ἅγιο, ἔστειλε στήν ἔρημο ἐννέα ἀνθρώπους κυνηγούς, γιά νά τόν βροῦν, οἱ ὁποῖοι μετά πέντε ἡμέρες, μόλις βρῆκαν τόν Ἅγιο, εὐλογήθηκαν ἀπό αὐτόν. Καί διηγήθηκαν τήν ἐπιθυμία, πού εἶχε ὁ βασιλιάς νά τόν ἀπολαύση. Ἐπειδή ὅμως οἱ ἄνθρωποι ἦταν πεινασμένοι, πρόσφερε ὁ Ὅσιος στό τραπέζι τόν ἕναν ἄρτο, πού τοῦ ἔφερνε ὁ Ἄγγελος, ἀπό τόν ὁποῖο ἔφαγαν καί οἱ ἐννέα καί χόρτασαν. Καί πάλι περίσσεψε ὁ μισός ἄρτος. Τότε ἐξεπλάγησαν γιά τό θαῦμα αὐτό, ἐπέστρεψαν στόν βασιλιά καί τοῦ ἀνήγγειλαν τό περιστατικό.
Ὁ βασιλιάς ὅταν τά ἔμαθε αὐτά, πῆγε ὁ ἴδιος στό ὄρος ἐκεῖνο, μαζί μέ τούς ἄρχοντές του, γιά νά ἰδῆ τόν Ἅγιο. Ἐπειδή ὅμως δέν μπόρεσε νά προχωρέση στό βάθος, ἐπειδή ὁ τόπος ἦταν τραχύς καί ἀπόκρημνος, γι’ αὐτό ἀπό μακριά εἶδε τήν ὑψηλή πέτρα καί τό σπήλαιο, ὅπου κατοικοῦσε ὁ Ὅσιος. Τότε ἔστειλε γιά δεύτερη φορά δύο δούλους του, γιά νά προσκαλέσουν τόν Ἅγιο νά ἔλθη καί νά εὐλογήση τόν βασιλιά. Ἀλλ’ ὁ Ὅσιος δέν δέχθηκε νά φύγη ἀπό τήν ἡσυχία του. Ἐπαίνεσε μόνο τήν εὐλάβεια τοῦ βασιλιᾶ καί ὑποσχέθηκε, ὅτι θά δοῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλον στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐάν κάνουν καρπούς ἄξιους τῆς μετανοίας. Ὁπότε ἐπέστρεψε ὁ βασιλιάς περίλυπος, διότι δέν ἐκπληρώθηκε τό αἴτημά του. Ὕστερα ὅμως, ἔστειλε χρυσό καί ὀπωρικά διάφορα στόν Ὅσιο, ἀφοῦ ἔγραψε καί τήν παρακάτω ἐπιστολή, πού περιεῖχε τά ἑξῆς:
«Στόν σεβαστό μου Πατέρα Ἰωάννη, ἐρημοπολίτη τοῦ Ρίλα, Πέτρος ὁ βασιλιάς. Ἄκουσα τό φιλόθεο ἦθος τῆς ἁγιωσύνης σας καί τήν ἀγγελική πολιτεία. Ἔτσι ἐπιθύμησα νά ἰδῶ τήν ὁσιότητά σου, ἐλπίζοντας νά ἀπολαύσω πολλή ὠφέλεια ἀπό τήν συνομιλία μας. Ἐπειδή ἡ μάταιη δόξα τοῦ κόσμου αὐτοῦ καί οἱ ἡδονές καί ὁ πλοῦτος, αὐτά μᾶς καταποντίζουν, σάν τά κύματα τῆς θάλασσας. Γι’ αὐτό σκοτιζόμενοι ἀπό τίς ταραχές καί φροντίδες, δέν μποροῦμε νά κοιτάξουμε στό φῶς τῆς καθαρῆς μετάνοιας. Γι’ αὐτό καί ἐπιθυμοῦσα νά ἀπολαύσω κάποιο μικρό φωτισμό ἀπό τήν ἁγιωσύνη σου, ὁσιώτατε Πάτερ. Ἀλλ’ ὅμως καί αὐτῆς τῆς χάριτος στερήθηκα γιά τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου. Γι’ αὐτό, παρακαλῶ, τουλάχιστον νά μοῦ στείλετε κάποια παρηγοριά καί παράκλησι μέ λόγο, γιά νά δροσίσω τόν καύσωνα τῆς θλίψεώς μου. Διότι, εἶναι γνωστό, τίμιε Πάτερ, στήν ἁγιωσύνη σου, πόσος χειμώνας πειρασμῶν καί πόσες ταραχές καταβυθίζουν τίς καρδιές τῶν βασιλέων!»
Δέχθηκε ὁ Ὅσιος τήν ἐπιστολή αὐτή τοῦ βασιλιᾶ, μαζί μέ τίς ἀσκητικές τροφές, δηλαδή τά ὀπωρικά, τό χρυσάφι ὅμως δέν τό δέχθηκε. Ὁπότε ἀπάντησε ὡς ἑξῆς στόν βασιλιά: «Στόν εὐσεβέστατο αὐτοκράτορα τοῦ Βουλγαρικοῦ σκήπτρου, στόν βασιλιά Πέτρο, ὁ φτωχός Ἰωάννης. Ὅλα τά δῶρα τῆς βασιλείας σας δέν μᾶς εἶναι χρήσιμα. Ἔτσι τά μέν ὀπωρικά μόνα τά δέχθηκα καί ἐπαινῶ τήν ἀγάπη σας. Τό χρυσό ἄς τό ἔχη ἡ βασιλεία σου. Διότι αὐτό πολύ βλάπτει τούς Μοναχούς. Μάλιστα στούς ἀναχωρητές εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστο. Διότι ποῦ θά τό χρησιμοποιήσουν; Ἐάν λοιπόν τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν θέλης νά κληρονομήσης, βασιλιά, γίνου πρᾶος καί εὐκολοπλησίαστος στούς ὑπηκόους σου, ἔχοντας τίς ἑξῆς βασιλικές ἀρετές, δηλαδή τήν συμπάθεια καί τό ἔλεος. Διότι μέ αὐτές θά λάμπη περισσότερο ἡ πορφύρα καί τό διάδημα τῆς βασιλείας σου, γιά νά χαροποιῆ ὅλους ἐκείνους, πού μπαίνουν καί βγαίνουν ἀπό τό παλάτι τῆς γαληνότητάς σου. Ἀπόφευγε τίς ἀδικίες καί ἁρπαγές. Ἔχε τήν μέν μνήμη τοῦ θανάτου, ὡς ἀχώριστο σύζυγο. Τούς δέ ἀναστεναγμούς καί τά δάκρυα, ὡς φίλτατα τέκνα σου. Γίνου εὐπειθής καί ὑπήκοος στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν Μητέρα σου, καί τίμα αὐτούς, πού εἶναι πρωτόθρονοι, δηλαδή τούς Πατριάρχες, ὥστε καί ὁ Βασιλιάς τῶν βασιλευόντων, βλέποντας τήν ταπείνωσί σου νά σοῦ χαρίση τά ἀγαθά, τά ὁποῖα ἑτοίμασε σέ ὅσους τόν ἀγαποῦν στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».
Αὐτή τήν ἐπιστολή τοῦ Ὁσίου, ὅταν τήν ἔλαβε ὁ βασιλιάς τήν καταφιλοῦσε καί πολύ συχνά τήν μελετοῦσε καί ἦταν χαρούμενος πολύ μέ αὐτήν, σάν νά εἶχε κάποιον θησαυρό, στόν ὁποῖο εὕρισκε μεγάλη παρηγοριά. Ἔμεινε λοιπόν στόν τόπο ἐκεῖνο τοῦ Ρίλα μέχρι τέλους ὁ Ὅσιος. Ὁπότε πολλοί ἀδελφοί ἦλθαν κοντά του, τόν παρακάλεσαν καί τούς δέχθηκε, γιά νά μιμοῦνται τήν ἔνθεη πολιτεία του. Ἐπειδή ὅμως αὐξήθηκαν οἱ μαθητές του, γι’ αὐτό ἔκτισε Ἐκκλησία καί Μοναστήρι ἐκεῖ καί πολλούς σωσμένους προσέφερε στόν Χριστό καί θεράπευσε διάφορους ἀσθενεῖς καί δαιμονισμένους πολλούς. Προγνωρίζοντας ὁ ἀοίδιμος τόν θάνατό του, κοινώνησε τά θεῖα Μυστήρια. Ἔπειτα, ἀφοῦ εὐχήθηκε τούς μαθητές του, παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἔζησε ἑβδομῆντα χρόνια. Ἐτάφη δέ τό λείψανο τοῦ Ἁγίου ἀπό τούς μαθητές του ἐκεῖ στό σπήλαιο. Μετά τόν ἐνταφιασμό του ἔβγαινε εὐωδία ἀπό τόν τάφο του. Τότε, ἀνοίγοντάς τον οἱ μαθητές του, βρῆκαν τό ἅγιο λείψανο σῶο, πλῆρες εὐωδίας καί δοξασμένο μέ τήν θεία χάρι. Ὕστερα ἐμφανίσθηκε ὁ Ὅσιος στούς μαθητές του καί τούς εἶπε νά πᾶνε τό λείψανό του στήν πόλι Σόφια. Ὅταν αὐτό βρισκόταν ἐκεῖ, ἔκαμνε πολλά θαυμάσια. Τότε ὁ καίσαρα Χρέλιος ὀνόματι, κινούμενος ἀπό εὐλάβεια πρός τόν Ἅγιο, ἔκτισε ἐκεῖ μεγάλο Μοναστήρι στό ὄνομα τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου. Ὅταν ὁ κράλης τῆς Οὐγγαρίας σκλάβωσε τήν ἀναφερθεῖσα πόλι Σόφια, τότε πῆρε καί τό λείψανο τοῦ Ὁσίου καί τό ἀποθησαύρισε στήν δική του πόλι ὀνόματι Ὀστρογό. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἐπίσκοπός της βλασφημοῦσε τόν Ἅγιο λέγοντας, ὅτι δέν τόν εὕρισκε γραμμένο μαζί μέ τούς παλαιούς Ἁγίους, γιά τήν βλασφημία του αὐτή τόν ἔκανε ὁ Ἅγιος ἀμίλητο. Ἀφοῦ ὅμως ἀργότερα μετανόησε, καί προσῆλθε μέ εὐλάβεια στό λείψανο τοῦ Ἁγίου, δέχθηκε τήν λύσι τῆς γλῶσσας του. Αὐτό τό θαῦμα βλέποντας ὁ κράλης, στόλισε τήν θήκη τοῦ λειψάνου μέ ἀσῆμι καί χρυσό καί τήν ἔστειλε μέ τιμή πίσω στήν Σόφια.
Μετά ἀπό αὐτά ὁ εὐσεβής βασιλιάς τῶν Βουλγάρων Ἰωάννης ὁ Ἀσάνης, παίρνοντας τήν πόλι Σόφια, καί, ἀφοῦ εἶδε καί ἀσπάσθηκε τό ἅγιο λείψανο, ἔγραψε πρός τόν Ἀρχιερέα Τορνόβου καί ἦλθε καί παρέλαβε τό ἅγιο λείψανο μαζί μέ τόν κλῆρο του καί τό ἀποθησαύρισε μέ τιμή στήν βασιλική καθέδρα, δηλαδή στήν πόλι τοῦ Τορνόβου, ὅπου ἔκτισε καί Ἐκκλησία στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ Ἰωάννη. Καί ὅταν οἱ Ἀγαρηνοί πῆραν τήν πόλι τοῦ Τορνόβου, μετακομίσθηκε τό λείψανο ἀπό τόν Τόρνοβο στό Μοναστήρι τῆς Ρίλας, ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, ἀποπνέοντας εὐωδία ἄρρητη καί ἰάσεις παρέχοντας σέ ὅσους προσέρχονται σ’ αὐτόν μέ πίστι.
Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον ἡμᾶς.
[1] Γι’ αὐτόν τόν θεῖο Ἰωήλ λέει τά ἑξῆς ὁ Ἀλέξανδρος στά Ἰουδαϊκά του. Δηλαδή ὅτι ἦταν στά χρόνια Ὀζίου καί Ἰωάθαμ καί Ἄχαζ καί Ἐζεκίου τῶν βασιλέων Ἰούδα καί Ἱεροβοάμ τοῦ δεύτερου βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραήλ. Σέ τρία κεφάλαια διαιρεῖται ἡ προφητεία του. Στό β΄ εὐαγγελίζεται πιό δυνατά ἀπό κάθε σάλπιγγα τήν ἔνσαρκη ἔλευσι τοῦ Θεοῦ Λόγου καί ὑπόσχεται τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τό σωτήριο πάθος καί τήν Δευτέρα του παρουσία. Ὁ Κλήμης ὁ Κανόνικος λέει, ὅτι ὁ Ἰωήλ ἦταν σύγχρονος μέ τόν Προφήτη Ἀμώς. Σημείωσε, ὅτι ὑπάρχει καί ἄλλος Προφήτης, Ἰωήλ ὀνομαζόμενος, ὁ ὁποῖος ἔγραψε βιβλίον πού δέν σῴζεται τώρα καί βλέπε στήν 30ή τοῦ Μαρτίου, ὁπότε ἑορτάζεται.
[2] Σημείωσε, ὅτι τό Συναξάρι αὐτό μεταγλωττίσθηκε ἀπό τό Σλαβονικό ἀπό τόν ὁσιολογιώτατο κύριο Σεραφείμ, μέ συνεργία καί ἔξοδα τοῦ πανοσιωτάτου ἁγίου ἐπιτρόπου τῆς ἱερᾶς καί βασιλικῆς Μονῆς τοῦ Χιλανταρίου κυρίου Ἰωνᾶ, στόν ὁποῖο εἶναι δίκαιο νά ἐκφράσουμε τίς εὐχαριστίες μας.


Login