19 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ. ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΙΩΗΛ. * O Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης ὁ Θαυματουργός, ὁ κατά τό ὄρος τοῦ Ρίλα ἀσκήσας καί τήν ἐκεῖσε Μονήν οἰκοδομήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί IΘ΄ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Προ­φή­του Ἰ­ω­ήλ.

 Ὁ γῆς Ἰ­ω­ήλ ἐ­κτρα­γω­δή­σας πά­θη,

Με­τῆλ­θεν ἐκ γῆς εἰς τό­πον κρείτ­τω  πά­θους.

Ἐν­νε­α­και­δε­κά­τῃ μό­ρος ἀμ­φε­κά­λυ­ψεν  Ἰ­ω­ήλ.

 Αὐ­τός ὁ Προ­φή­της ἦ­ταν ἀ­πό τήν φυ­λή τοῦ Ρου­βίμ, υἱ­ός Βα­θου­ήλ, ἀ­πό τόν ἀ­γρό τόν κα­λού­με­νο τοῦ Με­θο­μορ­ρῶν. Ἑρ­μη­νεύ­ε­ται Ἰ­ω­ήλ, ἀ­γά­πη Κυ­ρί­ου ἤ ἀρ­χή ἤ ἀ­παρ­χή Θε­οῦ. Προ­φή­τευ­σε αὐ­τός ὁ Προ­φή­της γιά τήν πεῖ­να, πού ἐ­πρό­κει­το νά ὑ­πο­στοῦν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι καί γιά τόν ἑ­ξα­φα­νι­σμό τῶν νο­μι­κῶν θυ­σι­ῶν καί γιά τό πά­θος δι­καί­ου Προ­φή­του, διά μέ­σου τοῦ ὁ­ποί­ου θά προ­ε­τοι­μα­σθῆ γιά τήν σω­τη­ρί­α ὅ­λη ἡ γῆ. Καί ἀ­φοῦ προ­φή­τευ­σε αὐ­τά πέ­θα­νε καί τά­φη­κε στήν δι­κή του γῆ. Ἔ­ζη­σε πρίν ἀ­πό τήν ἔ­λευ­σι τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­τη 800[1].

  Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Οὐάρου.

 Ξεσμούς ἀπείρους καρτεροῦντος Οὐάρου,

Σατάν πλάνης ἔξαρχος οὐαί μοι λέγει.

  Αὐ­τός ἦ­ταν στά χρό­νια τοῦ Μα­ξι­μια­νοῦ κα­τά τό ἔ­τος 304 καί ἀ­νῆ­κε στό βα­σι­λι­κό στρά­τευ­μα, πού βρι­σκό­ταν στήν Αἴ­γυ­πτο καί στό τάγ­μα ἀπό τά Τύανα, ἔν­δο­ξος ὡς πρός τήν ­κα­τα­γω­γή καί ἀ­σύγ­κρι­τος στήν ἀν­δρεί­α τοῦ σώ­μα­τος. Ἔτσι γιά τά προ­τε­ρή­μα­τά του αὐ­τά ἦ­ταν ἀ­γα­πη­τός καί πο­λύ ἄ­ξιος κον­τά στόν βα­σι­λιά Μα­ξι­μια­νό. Αὐ­τός λοι­πόν ὁ μα­κά­ριος, ὄν­τας εὐ­σε­βής Χρι­στια­νός, φρόν­τι­ζε κρυ­φά τούς Χρι­στια­νούς, πού βρί­σκον­ταν λόγῳ τῆς πί­στε­ως στήν φυλακή καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό, νά ἀ­ξι­ω­θῆ νά πά­θη καί αὐ­τός, ὅ­πως καί ἐ­κεῖ­νοι. Ἔ­τυ­χε λοι­πόν μί­α φο­ρά καί φυ­λα­κί­σθη­καν γιά τήν πί­στι ἑ­πτά ἐ­ρη­μῖ­τες ἀ­σκη­τές, τούς ὁ­ποί­ους ἐ­πι­σκε­πτό­ταν ὁ Ἅ­γιος Οὔα­ρος. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ ἕ­νας ἀ­πό ἐ­κεί­νους πέ­θα­νε μέ­σα στήν φυ­λα­κή, γι’ αὐ­τό στήν θέ­σι ἐ­κεί­νου συ­να­ρίθ­μη­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ τούς ὑ­πό­λοι­πους αὐ­τός ὁ ἀ­οί­δι­μος. Τό­τε ἀ­μέ­σως τόν κρέ­μα­σαν­ καί τόν ἔ­δει­ραν μέ χον­δά μα­στί­για. Κα­τό­πιν τόν ἅ­πλω­σαν κά­τω στήν γῆ καί τόν ἔ­δει­ραν μέ λου­ριά ὠ­μά. Ὕστε­ρα σύρ­θη­κε στήν ­γῆ ἀ­πό τέσ­σα­ρες στρα­τι­ῶ­τες.  Με­τά ἀ­πό αὐ­τά τόν κρέ­μα­σαν πά­λι καί τόν­ κα­τα­ξέ­σχι­σαν μέ σι­δη­ρέ­νια νύ­χια καί ἔ­χα­σε τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες σάρ­κες τοῦ σώ­μα­τός του. Καί ἔ­τσι μέ­σα σέ τέ­τοι­α βα­σα­νι­στή­ρια, πού δι­ήρ­κε­σαν πέν­τε ὧ­ρες, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στόν πο­θού­με­νο Χρι­στό ὁ καλ­λί­νι­κος ἀ­γω­νι­στής του καί ἔ­λα­βε τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο.

Μί­α γυ­ναί­κα ὅ­μως εὐ­γε­νής καί πλού­σια, ὀ­νό­μα­τι Κλε­ο­πά­τρα, πῆ­γε τήν νύ­κτα καί πῆ­ρε τό λεί­ψα­νο τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Παίρ­νον­τάς το ὅ­μως ἔ­φυ­γε γιά­ τήν πα­τρί­δα της Πα­λαι­στί­νη, μα­ζί μέ τόν μο­νο­γε­νῆ της υἱ­ό καί ἐ­κεῖ ἔ­κτι­σε Να­ό πο­λυ­έ­ξο­δο στό ὄ­νο­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρος. Τό­τε συ­νέ­βη καί ἕ­να πε­ρι­στα­τι­κό ἀ­να­με­μιγ­μέ­νο μέ χα­ρά καί λύ­πη μα­ζί. Δι­ό­τι ἡ φι­λό­θε­η ἐ­κεί­νη γυ­ναῖ­κα, θέ­λον­τας νά χαί­ρε­ται ἀ­πό κά­θε πλευ­ρά, ἀ­γό­ρα­σε μέ χρή­μα­τα ἀ­πό τόν βα­σι­λιά, ἕ­να βα­σι­λι­κό ἀ­ξί­ω­μα γιά νά τό ἔ­χη ὁ υἱ­ός της. Ὁ­πό­τε παίρ­νον­τας τήν χλα­μύ­δα καί τήν ζώ­νη, τά πα­ρά­ση­μα τοῦ βα­σι­λι­κοῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τος, τά ἔ­βα­λε ἐ­πά­νω στό λεί­ψα­νο τοῦ Μάρ­τυ­ρα, γιά νά εὐ­λο­γη­θοῦν ἀ­πό αὐ­τόν. Ἔ­πει­τα πα­ρα­κα­λοῦ­σε τούς Ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί Ἱ­ε­ρεῖς, πού συγ­κεν­τρώ­θη­καν, γιά νά ἐγ­και­νιά­σουν τόν Να­ό τοῦ Μάρ­τυ­ρα, νά εὐ­λο­γή­σουν καί αὐ­τοί τά ἴ­δια πα­ρά­ση­μα καί ἔ­τσι τά φό­ρε­σε ὁ υἱ­ός της. Ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν τά ἐγ­καί­νια τοῦ Να­οῦ καί το­πο­θε­τή­θη­κε τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Οὐά­ρου μέ­σα στό Ἅ­γιο Βῆ­μα, τό­τε ἡ θαυ­μα­στή Κλε­ο­πά­τρα φι­λο­ξέ­νη­σε φι­λό­τι­μα ὅ­λους, ὅ­σοι συγ­κεν­τρώ­θη­καν καί τούς ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε αὐ­τή ἡ ἰ­δί­α καί ὁ υἱ­ός της μέ με­γά­λη προ­θυ­μί­α. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ υἱ­ός της κο­πί­α­σε πο­λύ ὑ­πη­ρε­τῶν­τας καί ἡ ἡ­μέ­ρα ἔ­φθα­σε στήν δύ­σι, γι’ αὐ­τό ἔ­πε­σε στήν κλί­νη του γιά νά ἀ­να­παυ­θῆ.

Ἡ μη­τέ­ρα του ὅ­μως τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά ση­κω­θῆ, γιά νά φά­η πρῶ­τα ψω­μί καί ἔ­πει­τα νά κοι­μη­θῆ μέ ἀ­νά­παυ­σι. Βλέ­πον­τας, ὅ­μως, ὅ­τι ὁ υἱ­ός της και­γό­ταν ἀ­πό με­γά­λο πυ­ρε­τό, οὔ­τε αὐ­τή θέ­λη­σε κά­τι νά φά­η, ἀλ­λά πε­ρί­με­νε νά ἰδῆ, πῶς θά ἀ­πο­βῆ ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ υἱ­οῦ της. Καί λοι­πόν κα­θή­με­νη κον­τά στόν μο­νο­γε­νῆ της νη­στι­κή καί ἄυ­πνη, και­γό­ταν στά σπλάγ­χνα ἀ­πό τήν λύ­πη, ὄ­χι ­λι­γώ­τε­ρο ἀ­πό τόν υἱ­ό της. Στήν συ­νέ­χεια, ὅ­ταν εἶ­δε, ὅ­τι ὁ υἱ­ός της πέ­θα­νε, πρῶ­τα μέν ἀ­πό τήν λύ­πη της ἔ­πε­σε σάν νε­κρή στήν γῆ. Ἔ­πει­τα, ὅ­ταν κά­πως συ­νῆλ­θε, φορ­τώ­θη­κε τόν νε­κρό υἱ­ό στούς ὤ­μους της, καί τόν ἔ­φε­ρε καί τόν ἀ­πέ­θε­σε ἐ­πά­νω στόν τά­φο τοῦ Μάρ­τυ­ρα, κλαί­γον­τας καί θρη­νῶντας τήν στέ­ρη­σι τοῦ φίλ­τα­του υἱ­οῦ της. Καί τί λό­για δέν ἔ­λε­γε; ἤ τί κι­νή­σεις καί ἔρ­γα δέν ἔ­κα­μνε, ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού μπο­ροῦν νά ἑλ­κύ­σουν τούς ἀν­θρώ­πους σέ λύ­πη­σι καί δά­κρυ­α; Ἔ­πει­τα, καί πρός τόν Μάρ­τυ­ρα ἐ­πι­στρέ­φον­τας, πα­ρε­πο­νιόταν καί κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο εἶ­χε μα­ζί του φι­λο­νι­κί­α, για­τί ἄ­φη­σε τόν υἱ­ό της νά πε­θά­νη, πού τό­σο πο­λύ τόν ἀ­γα­ποῦ­σε. Τε­λευ­ταῖ­α δέ πα­ρα­κα­λοῦ­σε θερ­μά τόν Ἅ­γιο νά κά­νη ἕ­να ἀ­πό τά δύ­ο, ἤ τόν υἱ­ό της νά ἀ­να­στή­ση, ἤ νά πά­ρη καί αὐ­τήν μα­ζί μέ ἐ­κεῖ­νον.

Τήν ὥ­ρα πού ἔ­λε­γε αὐ­τά μέ πι­κρί­α τῆς ἦλθε ὕ­πνος καί ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε λί­γο. Καί νά, φαί­νε­ται στόν ὕ­πνο της ὁ τοῦ Χρι­στοῦ Μάρ­τυ­ρας Οὔα­ρος, ἔ­χον­τας μα­ζί του καί τόν υἱ­ό της. Ἦ­ταν καί οἱ δύ­ο στο­λι­σμέ­νοι μέ λαμ­πρά καί ὑ­πέρ­φω­τα ἐν­δύ­μα­τα. Φορ­οῦ­σαν στίς κε­φα­λές τους λαμ­προ­τά­τα στε­φά­νια. Αὐ­τοί λοι­πόν ἀ­φοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­καν στήν Κλε­ο­πά­τρα καί μέ τήν ὑ­περ­φυ­σι­κή ἐ­κεί­νη καί ἔν­δο­ξη θε­ω­ρί­α τους καί μέ τά χα­ρο­ποι­ά λό­γιά τους, τό­σο πο­λύ πα­ρη­γό­ρη­σαν τήν ψυ­χή της, ὥ­στε στό ἑ­ξῆς καί αὐ­τή ἡ ἴ­δια τούς πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά πά­ρουν μα­ζί τους καί αὐ­τήν, γιά νά βρί­σκε­ται πάν­το­τε μέ αὐ­τούς σέ τέ­τοι­α δό­ξα. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­τσι τήν χα­ρο­ποί­η­σαν, ἔ­γι­ναν ἄ­φαν­τοι ἀ­πό αὐ­τήν.

 Ἡ Κλε­ο­πά­τρα μό­λις ξύ­πνη­σε, βρέ­θη­κε γε­μά­τη ἀ­πό ὑ­περ­βο­λι­κή χα­ρά. Τό­τε δι­η­γή­θη­κε τήν ὀ­πτα­σί­α σέ ὅσους βρίσκον­ταν ἐ­κεῖ καί το­ύς πα­ρε­κί­νη­σε ὅ­λους σέ ἔκ­πλη­ξι καί δο­ξο­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ. Παίρ­νον­τας κα­τό­πιν τό πο­θει­νό σῶ­μα τοῦ υἱ­οῦ της, τό ἀ­πέ­θε­σε κον­τά στό σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί ἔ­τσι ἀ­πέ­δω­σε μέ ὅ­σους πα­ρα­βρέ­θη­σαν ὁ­λο­νύ­κτια εὐ­χα­ρι­στί­α στόν Μάρ­τυ­ρα.

Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ μοί­ρα­σε τόν πλοῦ­το της στούς πτω­χούς καί φό­ρε­σε πε­νι­χρά ἐν­δύ­μα­τα, ἔ­με­νε στό ἑ­ξῆς κον­τά στόν τά­φο τοῦ Μάρ­τυ­ρα, ὑ­πη­ρε­τῶντας μέ προ­θυ­μί­α. Ἀ­φοῦ λοι­πόν πέ­ρα­σε ἐ­κεῖ ἑ­πτά χρό­νια, μέ νη­στεῖ­ες καί προ­σευ­χές καί δά­κρυ­α, τό­σο πο­λύ κα­θα­ρί­σθη­κε ἡ μα­κα­ρί­α, ὥ­στε κά­θε Κυ­ρια­κή ἔ­βλε­πε τόν τοῦ Χρι­στοῦ Μάρ­τυ­ρα καί τόν υἱ­ό της νά εἶ­ναι ὡ­ραῖα στο­λι­σμέ­νοι καί μέ τήν ἐμ­φά­νι­σί τους αὐ­τή πα­ρη­γο­ροῦ­σαν τήν λύ­πη της. Ἔ­τσι λοι­πόν ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε τήν ζω­ή της ἡ ἀ­οί­δι­μη εἰ­ρη­νι­κά, ἀ­να­παύ­θηκε καί ἀ­πῆλ­θε, γιά νά ἀ­πο­λαύ­ση τόν Ἅ­γιο Οὔα­ρο καί τόν πο­θού­με­νο υἱ­ό της στά οὐ­ρά­νια. Τό δέ σῶ­μα της ἐν­τα­φιά­σθηκε κον­τά στόν τά­φο τοῦ υἱ­οῦ της.

 (Τόν ἐ­κτε­νέ­στε­ρο Βί­ο αὐ­τοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο. Αὐ­τόν ἑλ­λη­νι­κά τόν συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Μα­ξι­μια­νοῦ τοῦ τυ­ράν­νου». Σῴ­ζε­ται στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως στήν Λαύ­ρα.)

* O Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης ὁ Θαυματουργός, ὁ κατά τό ὄρος τοῦ Ρίλα ἀσκήσας καί τήν ἐκεῖσε Μονήν οἰκοδομήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται[2].

 + Κτίτωρ Μονῆς σύ ὦ Ἰωάννη Ρίλας,

Δειχθείς, κατοικεῖς νῦν Μονάς τάς ἐν πόλῳ.

 Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος καί θε­ο­φό­ρος Πα­τήρ ἡμῶν Ἰ­ω­άν­νης ὁ Θαυ­μα­τουρ­γός γεν­νή­θη­κε σέ ἕ­να χω­ριό πού λέ­γε­ται Σκρί­νο, τό ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­ταν κον­τά στήν πό­λι Σο­φί­α, τήν κοι­νῶς λε­γό­με­νη Σό­φια. Ἦ­ταν υἱός γο­νέ­ων εὐ­σε­βῶν καί ἐ­να­ρέ­των, Βουλ­γά­ρων ὄν­των ὡς πρός τό γέ­νος, ἐ­πί τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ βα­σι­λέ­ως μέν τῶν Βουλ­γά­ρων Πέ­τρου καί τοῦ βα­σι­λέ­ως τῶν Ρω­μαί­ων Κων­σταν­τί­νου τοῦ Δι­ο­γέ­νους, κα­τά τό ἔ­τος 884. Ἀ­πό τήν νε­α­ρή του ἡ­λι­κί­α ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος χρη­στο­ή­θης καί εὐ­λα­βής, καί ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε τόν Θε­ό μέ φό­βο καί ἀ­γά­πη. Ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τή τόν δί­δα­ξε νά φυ­λᾶ τίς ἐν­το­λές τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­πως εἶ­πε στά Εὐ­αγ­γέ­λια ὁ Κύ­ριος· «Ὅποιος ἔχει τίς ἐντολές μου καί τίς τηρεῖ, ἐκεῖνος εἶναι πού μέ ἀγαπᾶ» (Ἰ­ω. 14,21). Βλέ­πον­τας τόν νέ­ο με­ρι­κοί φθο­νε­ροί καί ἀ­με­λεῖς στά κα­λά ἔρ­γα, τόν ὠ­νό­μα­ζαν ὑ­πο­κρι­τή. Ὁ Ὅ­σιος ὅ­μως, χω­ρίς νά ὑ­πο­λο­γί­ζη τίς πα­ρό­μοι­ες κα­τη­γο­ρί­ες, μοί­ρα­σε τήν πε­ρι­ου­σί­α του στούς πτω­χούς. Καί ἔ­τσι πῆ­γε σέ Μο­να­στήρι καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἐ­κεῖ γυ­μνά­σθη­κε στήν ὑ­πα­κο­ή καί στήν τα­πεί­νω­σι, ἀ­ξι­ώ­θη­κε ὁ ἀ­οί­δι­μος θε­ϊ­κῆς ὀ­πτα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α τόν ὠ­δή­γη­σε νά ἀ­νε­βῆ ἐ­πά­νω σέ ἕ­να βου­νό καί ἐ­κεῖ νά ἡ­συ­χά­ση. Ὁ­πό­τε ὁ Ἅ­γιος ἀ­νέ­βη­κε σ’ αὐ­τό καί, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε μι­κρή κα­λύ­βη, ἡ­σύ­χα­ζε ἐ­κεῖ, τρε­φό­με­νος ἀ­πό ἄ­γρια βό­τα­να καί ντυ­μέ­νος ὄν­τας μέ δερ­μά­τι­νο φό­ρε­μα καί ἀ­χο­λού­με­νος μέ νη­στεῖ­ες, προ­σευ­χές, ἀ­γρυ­πνί­ες καί ἄλ­λες κα­κο­πά­θει­ες τῆς ἀ­σκή­σε­ως.

Ὁ ἀ­νε­ψιός τοῦ Ὁ­σί­ου ὅμως, ὀ­νό­μα­τι Λου­κᾶς, ἀ­κό­μη παι­δί ὄν­τας, ἔ­φυ­γε κρυ­φά ἀ­πό τούς γο­νεῖς του καί πῆ­γε σ’ αὐ­τόν τόν θεῖ­ο του, πο­θῶντας νά γί­νη μι­μη­τής τῆς πο­λι­τεί­ας του. Ἀλ­λά ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ, ὅ­ταν ἔ­μα­θε ὅ­τι πῆ­γε στόν θεῖ­ο του, πα­ρα­κι­νή­θη­κε ἀ­πό τόν Δι­ά­βο­λο καί, πη­γαί­νον­τας στόν Ὅ­σιο, τόν ἔ­βρι­ζε μέ θυ­μό, πλά­νο καί κα­κό­γη­ρο ὀ­νο­μά­ζον­τάς τον, δι­ό­τι ἔ­κλε­ψε τόν υἱό  του. Τό­τε ἀρ­πά­ζον­τας ἀ­πό τήν ἔ­ρη­μο τόν υἱό  του, τόν ἔ­φε­ρε στόν κό­σμο. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως προ­βλέ­πον­τας ὅ­τι τό παι­δί θά πέ­ση στίς πα­γί­δες τοῦ Δι­α­βό­λου, πα­ραε­κά­λε­σε τόν Θε­ό, λέ­γον­τας· ‘‘Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, κοί­τα­ξε τήν θλῖ­ψι τῆς καρ­διᾶς μου, καί «ποί­η­σον με­τ’ ἐ­μοῦ ση­μεῖ­ον εἰς ἀ­γα­θόν». Δι­ό­τι ἐ­σύ εἶ­πες «ἀφῆστε τά παιδιά καί μή τά ἐμποδίζετε νά ἔλθουν πρός ἐμένα. Διότι αὐτῶν εἶναι ἡ Βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν»’’ (Ματθ. 19,14).Ἔ­τσι ὅ­ταν πῆ­γε ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ, σέ λί­γο δι­ά­στη­μα, ὤ τῶν κρι­μά­των σου Κύ­ρι­ε!, τό δάγ­κα­σε τό παι­δί ἕ­να φί­δι, καί ἀ­μέ­σως μέ ἐ­λα­φρύ θά­να­το πέ­θα­νε. Καί ὁ μέν πα­τέ­ρας τοῦ παιδ­ιοῦ ἐ­πι­στρέ­φον­τας στόν Ὅ­σιο, με­τα­νο­οῦ­σε πού τό πῆ­ρε. Ὁ δέ Ὅ­σιος δό­ξα­σε τόν Θε­ό, πού τόν πα­ρη­γό­ρη­σε στήν λύ­πη του, δι­ό­τι μέ τόν πρό­σκαι­ρο θά­να­το τοῦ σώ­μα­τος, λύ­τρω­σε τό παι­δί ἀ­πό τόν μέλ­λον­τα αἰ­ώ­νιο θά­να­το τῆς ψυ­χῆς του.

Στήν συ­νέ­χεια, ἐ­πει­δή οἱ δαί­μο­νες δέν ὑ­πέ­φε­ραν τούς πολ­λούς ἀ­γῶ­νες τοῦ Ὁ­σί­ου, φά­νη­καν μί­α νύ­κτα σέ μορ­φή λῃ­στῶν καί τόν ἔ­δει­ραν καί ἀ­πό τόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο τόν ἔ­δι­ω­ξαν. Ὁ­πό­τε ὁ Ὅ­σιος ἀ­να­χω­ρῶντας πῆ­γε στήν ἐ­σώ­τε­ρη ἔ­ρη­μο τοῦ ὄ­ρους Ρί­λα καί κα­τοί­κη­σε σέ μί­α κου­φά­λα ἑ­νός δέν­δρου με­γά­λου. Κα­τά θεί­α Πρό­νοι­α ὅ­μως βλά­στη­σε ἡ ἔ­ρη­μος ἐ­κεί­νη ρε­βύ­θια, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α τρε­φό­ταν ὁ Ὅ­σιος γιά πο­λύν και­ρό. Με­ρι­κοί βο­σκοί ὅ­μως, πού φι­λεύθηκαν κάποτε ἀ­πό τόν Ὅ­σιο μέ τά ρε­βύ­θια, ἔ­κλε­ψαν καί κρυ­φά ἀ­πό αὐ­τά καί πῆ­ραν γιά τόν δρό­μο. Ἀλ­λ’ ὅ­μως, θέ­λον­τας νά τά φᾶ­νε, βρῆ­καν ἄ­δεια τά λου­βιά τῶν ρε­βυ­θιῶν. Τό­τε ἐ­πι­στρέ­φον­τας ζή­τη­σαν συγ­χώ­ρη­σι ἀ­πό τόν Ἅ­γιο. Μί­α φο­ρά ἦλθε ἕ­νας δαι­μο­νι­σμέ­νος πρός τόν Ὅ­σιο. Καί μό­λις ἦλθε σέ ἀ­πό­στα­σι ἑ­νός στα­δί­ου, ἔ­πε­σε κά­τω κυ­λι­ό­με­νος καί λέ­γον­τας· ‘‘Φω­τιά μέ κα­τα­καί­ει καί δέν μπο­ρῶ νά προ­χω­ρή­σω ἄλ­λο’’. Τό­τε ἀ­φοῦ πα­ρα­κά­λε­σαν τόν Ὅ­σιο, ὅ­σοι ἦ­ταν μα­ζί μέ τόν δαι­μο­νι­σμέ­νο, τόν ἔ­πει­σαν νά προ­σευ­χη­θῆ γιά ἐ­κεῖ­νον. Καί, ἀ­φοῦ πα­ρε­κά­λε­σε ὁ Ἅ­γιος τόν Θε­ό, ἔ­κα­νε κα­λά τόν δαι­μο­νι­σμέ­νο.

Κα­τό­πιν ὁ Ὅ­σιος ἀ­ποφεύ­γον­τας τήν δό­ξα τῶν ἀν­θρώ­πων, πῆ­γε μα­κριά σέ ἕ­ναν τό­πο ἄ­γνω­στο. Καί, βρί­σκον­τας ἕ­να σπή­λαι­ο σέ μί­α πέ­τρα ὑ­ψη­λή, ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ. Οἱ δαί­μο­νες ὅ­μως παίρ­νον­τάς τον, τόν ἔρι­χναν κά­τω, ἀλ­λ’ ὁ Ἅ­γιος πά­λι ἀ­νέ­βαι­νε σ’ αὐ­τό, ἕ­ως ὅ­του οἱ δαί­μο­νες μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­ναν ἄ­φαν­τοι. Ἔ­τσι ἀ­πό τό­τε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου ἔ­φερ­νε στόν Ὅ­σιο τρο­φή κα­θη­με­ρι­νά καί ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε σ’ αὐ­τόν τό γραμ­μέ­νο· «Ἄρ­τον Ἀγ­γέ­λων ἔ­φα­γεν ἄν­θρω­πος» (Ψαλ. 77,27).

Τόν και­ρό ἐ­κεῖ­νο πῆ­γε στήν πό­λι Σό­φια ὁ Πέ­τρος, ὁ εὐ­σε­βής βα­σι­λιάς τῶν Βουλ­γά­ρων. Καί ὅ­ταν ἄ­κου­σε γιά τόν Ἅ­γιο, ἔ­στει­λε στήν ἔ­ρη­μο ἐν­νέ­α ἀν­θρώ­πους κυ­νη­γούς, γιά νά τόν βροῦν, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τά πέν­τε ἡ­μέ­ρες, μό­λις βρῆ­καν τόν Ἅ­γιο, εὐ­λο­γή­θη­καν ἀ­πό αὐ­τόν. Καί δι­η­γή­θη­καν τήν ἐ­πι­θυ­μί­α, πού εἶ­χε ὁ βα­σι­λιάς νά τόν ἀ­πο­λαύ­ση. Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι ἦ­ταν πει­να­σμέ­νοι, πρόσφερε ὁ Ὅ­σιος στό τραπέζι τόν ἕναν ἄρτο, πού τοῦ ἔ­φερ­νε ὁ Ἄγ­γε­λος, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­φα­γαν καί οἱ ἐν­νέ­α καί χόρ­τα­σαν. Καί πά­λι πε­ρίσ­σεψε ὁ μι­σός ἄρ­τος. Τό­τε ἐ­ξε­πλά­γη­σαν γιά τό θαῦ­μα αὐ­τό, ἐ­πέ­στρε­ψαν στόν βα­σι­λιά καί τοῦ ἀ­νήγ­γει­λαν τό πε­ρι­στα­τι­κό.

Ὁ βα­σι­λιάς ὅ­ταν τά ἔ­μα­θε αὐ­τά, πῆ­γε ὁ ἴ­διος στό ὄ­ρος ἐ­κεῖ­νο, μα­ζί μέ τούς ἄρ­χον­τές του, γιά νά ἰ­δῆ τόν Ἅ­γιο. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δέν μπό­ρε­σε νά προ­χω­ρέ­ση στό βά­θος, ἐ­πει­δή ὁ τό­πο­ς ἦ­ταν τρα­χύς καί ἀ­πό­κρη­μνος, γι’ αὐ­τό ἀ­πό μα­κριά εἶ­δε τήν ὑ­ψη­λή πέ­τρα καί τό σπή­λαι­ο, ὅ­που κα­τοι­κοῦ­σε ὁ Ὅ­σιος. Τό­τε ἔ­στει­λε γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά δύ­ο δού­λους του, γιά νά προ­σκα­λέ­σουν τόν Ἅ­γιο νά ἔλ­θη καί νά εὐ­λο­γή­ση τόν βα­σι­λιά. Ἀλ­λ’ ὁ Ὅ­σιος δέν δέ­χθη­κε νά φύ­γη ἀ­πό τήν ἡ­συ­χί­α του. Ἐ­παί­νε­σε μό­νο τήν εὐ­λά­βεια τοῦ βασιλιᾶ καί ὑ­πο­σχέ­θη­κε, ὅ­τι θά δοῦν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον στήν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ἐ­άν κά­νουν καρ­πούς ἄ­ξιους τῆς με­τα­νοί­ας. Ὁ­πό­τε ἐ­πέ­στρε­ψε ὁ βα­σι­λιάς πε­ρί­λυ­πος, δι­ό­τι δέν ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε τό αἴ­τη­μά του. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως, ἔ­στει­λε χρυ­σό καί ὀ­πω­ρι­κά δι­ά­φο­ρα στόν Ὅ­σιο, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­ψε καί τήν πα­ρα­κά­τω ἐ­πι­στο­λή, πού πε­ρι­εῖ­χε τά ἑ­ξῆς:

 «Στόν σε­βα­στό μου Πα­τέ­ρα Ἰ­ω­άν­νη, ἐ­ρη­μο­πο­λί­τη τοῦ Ρί­λα, Πέ­τρος ὁ βα­σι­λιάς. Ἄ­κου­σα τό φι­λό­θε­ο ἦ­θος τῆς ἁ­γι­ω­σύ­νης σας καί τήν ἀγ­γε­λι­κή πο­λι­τεί­α. Ἔ­τσι ἐ­πι­θύ­μη­σα νά ἰ­δῶ τήν ὁ­σι­ό­τη­τά σου, ἐλ­πί­ζον­τας νά ἀ­πο­λαύ­σω πολ­λή ὠ­φέ­λεια ἀ­πό τήν συ­νο­μι­λί­α μας. Ἐ­πει­δή ἡ μά­ται­η δό­ξα τοῦ κό­σμου αὐ­τοῦ καί οἱ ἡ­δο­νές καί ὁ πλοῦ­τος, αὐ­τά μᾶς κα­τα­πον­τί­ζουν, σάν τά κύ­μα­τα τῆς θά­λασ­σας. Γι’ αὐ­τό σκο­τι­ζό­με­νοι ἀ­πό τίς τα­ρα­χές καί φρον­τί­δες, δέν μπο­ροῦ­με νά κοι­τά­ξου­με στό φῶς τῆς κα­θα­ρῆς με­τά­νοι­ας. Γι’ αὐ­τό καί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα νά ἀ­πο­λαύ­σω κά­ποι­ο μι­κρό φω­τι­σμό ἀ­πό τήν ἁ­γι­ω­σύ­νη σου, ὁ­σι­ώ­τα­τε Πά­τερ. Ἀλ­λ’ ὅ­μως καί αὐ­τῆς τῆς χά­ρι­τος στε­ρή­θη­κα γιά τό πλῆ­θος τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μου. Γι’ αὐ­τό, πα­ρα­κα­λῶ, του­λά­χι­στον νά μοῦ στεί­λε­τε κά­ποι­α πα­ρη­γο­ριά καί πα­ρά­κλη­σι μέ λό­γο, γιά νά δρο­σί­σω τόν καύ­σω­να τῆς θλί­ψε­ώς μου. Δι­ό­τι, εἶ­ναι γνω­στό, τί­μι­ε Πά­τερ, στήν ἁ­γι­ω­σύ­νη σου, πό­σος χει­μώ­νας πει­ρα­σμῶν καί πό­σες τα­ρα­χές κα­τα­βυ­θί­ζουν τίς καρ­δι­ές τῶν βα­σι­λέ­ων!»

Δέ­χθη­κε ὁ Ὅ­σιος τήν ἐ­πι­στο­λή αὐ­τή τοῦ βασιλιᾶ, μα­ζί μέ τίς ἀ­σκη­τι­κές τρο­φές, δη­λα­δή τά ὀ­πω­ρι­κά, τό χρυ­σά­φι ὅ­μως δέν τό δέ­χθη­κε. Ὁ­πό­τε ἀ­πάν­τη­σε ὡς ἑ­ξῆς στόν βα­σι­λιά: «Στόν εὐ­σε­βέ­στα­το αὐ­το­κρά­το­ρα τοῦ Βουλ­γα­ρι­κοῦ σκή­πτρου, στόν βα­σι­λιά Πέ­τρο, ὁ φτω­χός Ἰ­ω­άν­νης. Ὅ­λα τά δῶ­ρα τῆς βα­σι­λεί­ας σας δέν μᾶς εἶ­ναι χρή­σι­μα. Ἔ­τσι τά μέν ὀ­πω­ρι­κά μό­να τά δέ­χθη­κα καί ἐ­παι­νῶ τήν ἀ­γά­πη σας. Τό χρυ­σό ἄς τό ἔ­χη ἡ βα­σι­λεί­α σου. Δι­ό­τι αὐ­τό πο­λύ βλά­πτει τούς Μο­να­χούς. Μά­λι­στα στούς ἀ­να­χω­ρη­τές εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἄ­χρη­στο. Δι­ό­τι ποῦ θά τό χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν; Ἐ­άν λοι­πόν τήν Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν θέ­λης νά κλη­ρο­νο­μή­σης, βα­σι­λιά, γί­νου πρᾶ­ος καί εὐ­κο­λο­πλη­σί­α­στος στούς ὑ­πη­κό­ους σου, ἔ­χον­τας τίς ἑ­ξῆς βα­σι­λι­κές ἀ­ρε­τές, δη­λα­δή τήν συμ­πά­θεια καί τό ἔ­λε­ος. Δι­ό­τι μέ­ αὐτές θά λάμ­πη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἡ πορ­φύ­ρα καί τό δι­ά­δη­μα τῆς βα­σι­λεί­ας σου, γιά νά χα­ρο­ποι­ῆ ὅ­λους ἐ­κεί­νους, πού μπαί­νουν καί βγαί­νουν ἀ­πό τό πα­λά­τι τῆς γα­λη­νό­τη­τάς σου. Ἀ­πό­φευ­γε τίς ἀ­δι­κί­ες καί ἁρ­πα­γές. Ἔ­χε τήν μέν μνή­μη τοῦ θα­νά­του, ὡς ἀ­χώ­ρι­στο σύ­ζυ­γο. Τούς δέ ἀ­να­στε­ναγ­μούς καί τά δά­κρυ­α, ὡς φίλ­τα­τα τέ­κνα σου. Γί­νου εὐ­πει­θής καί ὑ­πή­κο­ος στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, τήν Μη­τέ­ρα σου, καί τί­μα αὐ­τούς, πού εἶ­ναι πρω­τό­θρο­νοι, δη­λα­δή τούς Πα­τριά­ρχες, ὥ­στε καί ὁ Βα­σι­λιάς τῶν βα­σι­λευ­όν­των, βλέ­πον­τας τήν τα­πεί­νω­σί σου νά σοῦ χα­ρί­ση τά ἀ­γα­θά, τά ὁ­ποῖ­α ἑ­τοί­μα­σε σέ ὅ­σους τόν ἀ­γα­ποῦν στήν Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν».

Αὐ­τή τήν ἐ­πι­στο­λή τοῦ Ὁ­σί­ου, ὅ­ταν τήν ἔ­λα­βε ὁ βα­σι­λιάς τήν κα­τα­φι­λοῦ­σε καί πο­λύ συ­χνά τήν ­με­λε­τοῦ­σε καί ἦ­ταν χα­ρού­με­νος πο­λύ μέ αὐ­τήν, σάν νά εἶ­χε κά­ποι­ον θη­σαυ­ρό, στόν ὁ­ποῖ­ο εὕ­ρι­σκε με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά. Ἔ­μει­νε λοι­πόν στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο τοῦ Ρί­λα μέ­χρι τέ­λους ὁ Ὅ­σιος. Ὁ­πό­τε πολ­λοί ἀ­δελ­φοί ἦλθαν κον­τά του, τόν πα­ρα­κά­λε­σαν καί τούς δέ­χθη­κε, γιά νά μι­μοῦν­ται τήν ἔν­θε­η πο­λι­τεί­α του. Ἐ­πει­δή ὅ­μως αὐ­ξή­θη­καν οἱ μα­θη­τές του, γι’ αὐ­τό ἔ­κτι­σε Ἐκ­κλη­σί­α καί Μο­να­στήρι ἐ­κεῖ καί πολ­λούς σω­σμέ­νους προ­σέ­φε­ρε στόν Χρι­στό καί θε­ρά­πευ­σε δι­ά­φο­ρους ἀ­σθε­νεῖς καί δαι­μο­νι­σμέ­νους πολ­λούς. Προ­γνω­ρί­ζον­τας ὁ ἀ­οί­δι­μος τόν θά­να­τό του, κοι­νώ­νη­σε τά θεῖα Μυ­στή­ρια. Ἔπειτα, ἀ­φοῦ εὐ­χή­θη­κε τούς μα­θη­τές του, πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α του ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ἑ­βδο­μῆν­τα χρό­νια. Ἐ­τά­φη δέ τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­πό τούς μα­θη­τές του ἐ­κεῖ στό σπή­λαι­ο. Με­τά τόν ἐν­τα­φια­σμό του ἔβ­γαι­νε εὐ­ω­δί­α ἀ­πό τόν τά­φο του. Τό­τε, ἀ­νοί­γον­τάς τον οἱ μα­θη­τές του, βρῆ­καν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο σῶ­ο, πλῆ­ρες εὐ­ω­δί­ας καί δο­ξα­σμέ­νο μέ τήν θεί­α χά­ρι. Ὕ­στε­ρα ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ Ὅ­σιος στούς μα­θη­τές του καί τούς εἶ­πε νά πᾶ­νε τό λεί­ψα­νό του στήν πό­λι Σό­φια. Ὅ­ταν αὐ­τό βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ, ἔ­κα­μνε πολ­λά θαυ­μά­σια. Τό­τε ὁ καί­σαρα Χρέ­λιος ὀ­νό­μα­τι, κι­νού­με­νος ἀ­πό εὐ­λά­βεια πρός τόν Ἅ­γιο, ἔ­κτι­σε ἐ­κεῖ με­γά­λο Μο­να­στήρι στό ὄ­νο­μα τῆς γεν­νή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου. Ὅ­ταν ὁ κρά­λης τῆς Οὐγ­γα­ρί­ας σκλά­βω­σε τήν ἀ­να­φερ­θεῖ­σα πό­λι Σό­φια, τό­τε πῆ­ρε καί τό λεί­ψα­νο τοῦ Ὁ­σί­ου καί τό ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­σε στήν δι­κή του πό­λι ὀ­νό­μα­τι Ὀ­στρο­γό. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ἐ­πί­σκο­πός της βλα­σφη­μοῦ­σε τόν Ἅ­γιο λέ­γον­τας, ὅ­τι δέν τόν εὕ­ρι­σκε γραμ­μέ­νο μα­ζί μέ τούς πα­λαι­ούς Ἁ­γί­ους, γιά τήν βλα­σφη­μί­α του αὐ­τή τόν ἔ­κα­νε ὁ Ἅ­γιος ἀ­μί­λη­το. Ἀ­φοῦ ὅ­μως ἀρ­γό­τε­ρα με­τα­νό­η­σε, καί προ­σῆλ­θε μέ εὐ­λά­βεια στό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου, δέ­χθη­κε τήν λύ­σι τῆς γλῶσσας του. Αὐ­τό τό θαῦ­μα βλέ­πον­τας ὁ κρά­λης, στό­λι­σε τήν θή­κη τοῦ λει­ψά­νου μέ ἀ­σῆ­μι καί χρυ­σό καί τήν ἔ­στει­λε μέ τι­μή πί­σω στήν Σό­φια.

Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ὁ εὐ­σε­βής βα­σι­λιάς τῶν Βουλ­γά­ρων Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ἀ­σά­νης, παίρ­νον­τας τήν πό­λι Σό­φια, καί, ἀ­φοῦ εἶ­δε καί ἀ­σπά­σθη­κε τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο, ἔ­γρα­ψε πρός τόν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α Τορ­νό­βου καί ἦλθε καί πα­ρέ­λα­βε τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο μα­ζί μέ τόν κλῆ­ρο του καί τό ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­σε μέ τι­μή στήν βα­σι­λι­κή κα­θέ­δρα, δη­λα­δή στήν πό­λι τοῦ Τορ­νό­βου, ὅπου ἔ­κτι­σε καί Ἐκ­κλη­σί­α στό ὄνομα τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ Ἰ­ω­άν­νη. Καί ὅταν οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί πῆ­ραν τήν πό­λι τοῦ Τορ­νό­βου, με­τα­κο­μί­σθη­κε τό λεί­ψα­νο ἀ­πό τόν Τόρ­νο­βο στό Μο­να­στήρι τῆς Ρί­λας, ὅ­που βρί­σκε­ται μέ­χρι σή­με­ρα, ἀ­πο­πνέ­ον­τας εὐ­ω­δί­α ἄρ­ρη­τη καί ἰά­σεις πα­ρέ­χον­τας σέ ὅ­σους προ­σέρ­χον­ται σ’ αὐ­τόν μέ πί­στι.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον ἡμᾶς.



[1]      Γι’ αὐ­τόν τόν θεῖ­ο Ἰ­ω­ήλ λέει τά ἑ­ξῆς ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος στά Ἰ­ου­δα­ϊ­κά του. Δη­λα­δή ὅ­τι ἦ­ταν στά χρό­νια Ὀ­ζί­ου καί Ἰ­ω­ά­θαμ καί Ἄ­χαζ καί Ἐ­ζε­κί­ου τῶν βα­σι­λέ­ων Ἰ­ού­δα καί Ἱ­ε­ρο­βο­άμ τοῦ δεύ­τε­ρου βα­σι­λιᾶ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ. Σέ τρί­α κε­φά­λαι­α δι­αι­ρεῖ­ται ἡ προ­φη­τεί­α του. Στό β΄ εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται πιό δυ­να­τά ἀ­πό κά­θε σάλ­πιγ­γα τήν ἔν­σαρ­κη ἔ­λευ­σι τοῦ Θε­οῦ Λό­γου καί ὑ­πό­σχε­ται τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί τό σω­τή­ριο πά­θος καί τήν Δευ­τέ­ρα του πα­ρου­σί­α. Ὁ Κλή­μης ὁ Κα­νό­νι­κος λέ­ει, ὅ­τι ὁ Ἰ­ω­ήλ ἦ­ταν σύγ­χρο­νος μέ τόν Προ­φή­τη Ἀ­μώς. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει καί ἄλ­λος Προ­φή­της, Ἰ­ω­ήλ ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γρα­ψε βι­βλί­ον πού δέν σῴ­ζε­ται τώ­ρα καί βλέ­πε στήν 30ή   τοῦ Μαρ­τί­ου, ὁ­πό­τε ἑορτά­ζε­ται.

[2]      Σημείωσε, ὅτι τό Συναξάρι αὐτό μεταγλωττίσθηκε ἀπό τό Σλαβονικό ἀπό τόν ὁσιολογιώτατο κύριο Σεραφείμ, μέ συνεργία καί ἔξοδα τοῦ πανοσιωτάτου ἁγίου ἐπιτρόπου τῆς ἱερᾶς καί βασιλικῆς Μονῆς τοῦ Χιλανταρίου κυρίου Ἰωνᾶ, στόν ὁποῖο εἶναι δίκαιο νά ἐκφράσουμε τίς εὐχαριστίες μας.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης