Τῷ αὐτῷ μηνί KΖ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νέστορος.
Ὁμοῦ Λυαῖον καί λύμην τήν τῆς πλάνης,
Κτείνας ὁ Νέστωρ τέμνεται διά ξί-φους.
Εἰκάδι ἐβδομάτῃ ἀποκέρσαν Νέστορα κεδνόν.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Νέστορας ἦταν πολύ νέος κατά τήν ἡλικία ἐκείνη, κατά τήν ὁποία ἀρχίζει νά γίνεται ἡ τριχοφυία, ἦταν ὅμως γλυκύς στήν ὄψι. Ὡραῖος στό κάλλος καί γνώριμος τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Μάρτυρος Δημητρίου. Αὐτός λοιπόν βλέποντας, ὅτι ὁ βασιλιάς Μαξιμιανός ἔχαιρε καί ἀγαποῦσε ἕναν βάρβαρο, Λυαῖο ὀνόματι, καί ὅτι καυχόταν πολύ γιά τήν ἀνδρεία ἐκείνου τοῦ βάρβαρου καί γιά τίς νίκες, πού ἔκαμνε μέ ὅσους πάλευε· αὐτά, λέω, βλέποντας ὁ μακάριος Νέστορας, μίσησε αὐτήν τήν ὑπερηφάνεια τοῦ Λυαίου. Βλέποντας ὅμως καί τά θαύματα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ἔλαβε θάρρος, ὅτι ἄν μόνο ὁπλισθῆ μέ τίς εὐχές ἐκείνου καί πολεμήση τόν βάρβαρο Λυαῖο, σίγουρα θά τόν νικήση. Τότε προστρέχει στόν μέγα Δημήτριο. Καί πέφτοντας στά πόδια του, ‘‘δοῦλε τοῦ Θεοῦ Δημήτριε’’, λέει, ‘‘ἐγώ εἶμαι πρόθυμος νά μονομαχήσω μέ τόν Λυαῖο.
Γι’ αὐτό προσευχήσου γιά μένα, ἀφοῦ ἐπικαλε-σθῆς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ’’. Ὁ Ἅγιος ἀφοῦ τόν σφράγισε μέ τό σημεῖο τοῦ τίμιου Σταυροῦ, «καί τόν Λυαῖο», τοῦ εἶπε, «θά νικήσης καί γιά τόν Χριστό θά μαρτυρήσης». Τότε λοιπόν ὁ γενναῖος Νέστωρ μπῆκε στό στάδιο χωρίς φόβο. Καί ἀφοῦ ἔκανε τόν Μαξιμιανό νά θαυμάση γιά τήν ὡραία του θεωρία, «ὁ Θεός Δημητρίου, εἶπε, βοήθει μοι». Καί ἀφοῦ πολέμησε μέ τόν Λυαῖο, τόν κτύπησε κατάκαρδα μέ τό μαχαίρι του καί ἀμέσως θανάτωσε ἐκεῖνον, πού θανάτωσε πολλούς. Πλήγωσε συγχρόνως καί τόν βασιλιά μέ πληγή ψυχική, διότι τοῦ προξένησε λύπη ἀπαρηγόρητη. Τότε, ἀφοῦ θύμωσε ἀπό αὐτό ὁ τύραννος, διέταξε ὁ μέν Ἅγιος Δημήτριος νά κατατρυπηθῆ μέ λόγχες, ὁ δέ Ἅγιος Νέστωρ, νά θανατωθῆ μέ ξῖφος. Καί ἔτσι ἔλαβαν καί οἱ δύο ἀπό τόν Χριστό τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου[1].
Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Καπετωλίνης καί Ἐρωτηΐδος.
Κτείνουσι δούλην ἐκ ξίφους καί κυρίαν,
Δούλας Τριάδος τῆς ἀληθῶς Κυρίας.
Αὐτές οἱ Ἅγιες ἦταν στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ καί Ζιλικινθίου ἄρχοντος τῆς Καππαδοκίας, κατά τό ἔτος 289. Ἡ Καπετωλίνα ἦταν εὐγενής καί πλούσια, ἐνῷ ἡ Ἐρωτηΐς ἦταν δούλη της. Ἡ Ἁγία λοιπόν Καπετωλίνα, ἀφοῦ μοίρασε τήν περιουσία της στούς φτωχούς καί ἐλευθέρωσε τούς δούλους της, παρουσιάσθηκε στόν ἄρχοντα Ζιλικίνθιο καί κήρυξε τόν Χριστό Θεό ἀληθινό. Τότε ἀρχικά κλείσθηκε στήν φυλακή. Ἔπειτα κατά τήν ἑπόμενη ἡμέρα ἀποκεφαλίσθηκε. Ἡ Ἐρωτηΐς κτύπησε μέ πέτρες τόν ἄρχοντα. Γι’ αὐτό δάρθηκε μέ ραβδιά. Καί παραμένοντας ἀβλαβής μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ, μέ τό ξίφος ἀποκεφαλίσθηκε. Καί ἔτσι ἔλαβαν καί οἱ δύο τούς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως.
Διήγησις περί τῶν Ἰβήρων, δηλαδή τῶν νῦν καλουμένων Γκιουρτζίδων, ὅπως ἦλθον εἰς θεογνωσίαν παρά τινος γυναικός[3].
+ Ἔργον μέγιστον εἰργάσω σεμνή, γῦναι,
Ἐπιστρέφεις γάρ ἔθνος Ἰβήρων ὅλον.
Στίς ἡμέρες τοῦ βασιλιᾶ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, κατά τό ἔτος 332, ὑπῆρχε μία γυναίκα εὐσεβής, ἡ ὁποία ἦταν πολύ γυμνασμένη στήν ἀσκητική πολιτεία. Ἔτσι μολονότι σκλαβώθηκε ἀπό τούς Ἴβηρες, δηλαδή τούς Γκιουρτζίδες, πάλι καί ἐκεῖ χρησιμοποιοῦσε ἡ μακάρια τούς ἴδιους ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως. Καί ἐπειδή οἱ Γκιουρτζίδες εἶναι στερημένοι ἀπό τήν ἰατρική τέχνη, γι’ αὐτό, ὅταν τύχη νά ἀσθενήσουν, συνηθίζουν νά πηγαίνουν ἕνας στόν ἄλλο, ζητῶντας νά μάθουν τόν τρόπο τῆς θεραπείας τῆς ἀσθενείας τους ἀπό ἐκείνους, πού μέ τήν πεῖρα δοκίμασαν ἐκείνη τήν ἀσθένεια. Ὁπότε καί μία γυναίκα Γκιουρτζίδισσα, ἔχοντας παιδί, τό ὁποῖο εἶχε δεινή ἀσθένεια, πῆγε στήν ἀνωτέρω θεοσεβέστατη γυναῖκα, ζητῶντας νά μάθη ἀπό αὐτήν, τί νά πράξη στήν ἀσθένεια τοῦ παιδιοῦ της. Ἐκείνη, παίρνοντας τό παιδί καί βάζοντάς το ἐπάνω σέ κλίνη, παρεκάλεσε τόν Κύριο νά τό ἰατρεύση. Τότε ὁ τά κρυπτά τῶν καρδιῶν γνωρίζων Κύριος, χωρίς νά ἀργοπορήση, χάρισε τήν ὑγεία στό παιδί. Ἀπό αὐτήν τήν αἰτία λοιπόν ἡ θαυμάσια ἐκείνη γυναίκα ἔγινε τόσο περίφημη, ὥστε ἔφθασε ἡ φήμη της καί στά αὐτιά τῆς γυναίκας τοῦ ἐκεῖ βασιλιᾶ, ἡ ὁποία ἀμέσως διέταξε νά ἔλθη ἡ αἰχμάλωτη σ’ αὐτήν, ἐπειδή ἔπασχε ἀπό πάθος δύσκολο καί δυσίατο. Ἡ δέ ταπεινόφρων γυναίκα δέν πειθόταν σ’ αὐτό, κρίνοντας τόν ἑαυτό της ἀνάξιο νά πάη μία σκλάβα στήν βασίλισσα. Ἀλλ’ ἡ βασίλισσα, θεωρῶντας ὡς μηδέν τό ὕψος τῆς βασιλείας, πῆγε μόνη της στήν σκλάβα. Ἐκείνη, ἀφοῦ ἔβαλε τήν βασίλισσα νά πλαγιάση ἐπάνω στήν κλίνη της, ὅπου καί τό παιδί πλάγιασε, τῆς πρόσφερε τήν ἱερή προσευχή, ταχύτατο ἰατρικό τοῦ πάθους. Ἀφοῦ λοιπόν ἐλευθερώθηκε ἡ βασίλισσα ἀπό τό πάθος, ἔδινε στήν σκλάβα χρυσάφι, ἀσῆμι, ροῦχα πολύτιμα καί ἄλλα πολλά, ὅσα εἶναι ἀποτελέσματα φιλοτιμίας βασιλικῆς, γιά νά ἀνταμείψη αὐτήν, ἡ ὁποία τόσο γρήγορα ἔδιωξε τό πάθος της. Ἀλλ’ ἡ θεία ἐκείνη καί εὐσεβέστατη γυναίκα, ἔλεγε στήν βασίλισσα, ὅτι δέν τά χρειάζεται αὐτά. Μισθό καί πληρωμή μεγάλη τῆς θεραπείας νομίζει, τό νά γνωρίση ἐκείνη τήν πίστι καί εὐσέβεια στόν Χριστό καί τό νά κτίση Ναό στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος τήν ἐλευθέρωσε ἀπό τό πάθος.
Ἡ βασίλισσα, ὅταν τά ἄκουσε αὐτά, πῆγε στά βασίλεια. Καί τόν μέν ἄνδρα της, τόν βασιλιά, τόν ἔκανε νά ἐκπλαγῆ γιά τήν παράδοξη θεραπεία τοῦ πάθους της. Διηγούμενη ὅμως καί μέ ποιόν τρόπο θεραπεύθηκε, διαβεβαίωνε, ὅτι ὁ Θεός τῆς σκλάβας, πού τήν θεράπευσε, εἶναι ἀληθῶς καί κυρίως Θεός. Ἔλεγε δέ ἀκόμη, ὅτι εἶναι πρέπον νά κτίσουν καί Ναό στό ὄνομά του. Καί ὅτι ὅλο τό ἔθνος τῶν Γκιουρτζίδων πρέπει νά ἐπιστρέψη στήν λατρεία καί πίστι αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὁ βασιλιάς, ὅμως, τήν θεραπεία τῆς γυναίκας του τήν θαύμαζε καί ἐπαινοῦσε, Ναό ὅμως νά κτίση, δέν ἤθελε. Ἀφοῦ πέρασε ὅμως λίγος καιρός, βγῆκε στό κυνῆγι ὁ βασιλιάς. Καί οἱ μέν ἄλλοι, πού ἦταν μαζί του, κυνηγοῦσαν ἀνεμπόδιστα. Ὁ βασιλιάς, ὅμως, μόνος μένοντας πίσω ἀπό τούς ἄλλους, ἔμεινε ἀπό ἀορασία. Καί ποῦ νά πάη, δέν ἤξερε.
Ἀπορῶντας λοιπόν γι’ αὐτό πού τοῦ συνέβη, θυμήθηκε τήν ἀπείθεια, πού ἔδειξε στά λόγια τῆς γυναίκας του. Καί στήν συνέχεια, ἀφοῦ ἐπικαλέσθηκε γιά βοήθεια τόν Θεό τῆς σκλάβας γυναίκας, ἐλευθερώθηκε ἀπό τό σκότος καί τήν ἀορασία. Ἔπειτα, πηγαίνοντας μόνος στήν εὐσεβέστατη σκλάβα, τήν παρακαλοῦσε νά τοῦ δείξη σέ ποιό σχῆμα νά κτίση τόν Ναό. Καί ἡ μέν γυναίκα, σχημάτιζε τόν Ναό, ἐνῷ οἱ τεχνῖτες τοῦ βασιλιᾶ, τόν ἔκτιζαν. Ἀφοῦ τέλειωσε ὁ Ναός καί ἔπρεπε νά τόν ἐγκαινιάση Ἀρχιερέας, βρῆκε καί αὐτοῦ τήν εὐκολία ἡ θαυμάσια ἐκείνη γυναίκα, διότι αὐτή κατάπεισε τόν βασιλιά τῆς Ἰβηρίας νά γράψη πρός τόν βασιλιά τῶν Ρωμαίων καί νά ζητήση νά σταλῆ ἀπό ἐκεῖ δάσκαλος τῆς εὐσεβείας. Τότε ἦταν βασιλιάς τῶν Ρωμαίων ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὅπως προαναφέραμε, ὁ ὁποῖος μόλις ἔμαθε τήν αἰτία τῆς αἰτήσεως, εὐχαρίστησε τόν Θεό. Καί ἀφοῦ δέχθηκε φιλόφρονα τούς ἀπεσταλμένους πρεσβευτές, ἔστειλε στήν Ἰβηρία ἕναν Ἀρχιερέα στολισμένο μέ πίστι καί σύνεσι καί μέ πολιτεία ἐνάρετη, μαζί καί δῶρα πολλά, γιά νά γίνη κήρυκας καί δάσκαλος τῆς θεογνωσίας στό ἔθνος ἐκεῖνο. Αὐτός λοιπόν πηγαίνοντας ἐκεῖ, μέ θαύματα καί διδασκαλίες ὡδήγησε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί τούς βάπτισε. Καί ἀφοῦ ἔκτισε σέ διάφορα μέρη ἱερούς Ναούς καί χειροτόνησε Ἱερεῖς, ἐπέστρεψε στήν θεογνωσία ὅλο τό ἔθνος τῶν Ἰβήρων. Καί ἔτσι ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο. Τέτοιος ἦταν ὁ τρόπος γνώσεως τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς Ἴβηρες[4]
[1] Σημείωσε, ὅτι στόν Ἅγιο Νέστορα ἐγκώμιο ἔχει ὁ Ἰωσήφ ὁ Θεσσαλονίκης, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Φαιδρά μέν ἡ πανήγυρις». (Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων).
[2] Σημείωσε, ὅτι αὐτόν τόν Κυριακό ὀνομάζει ὁ Ξανθόπουλος Κυριλλιανός, ὁ ὁποῖος ἔγινε Ἐπίσκοπος Βυζαντίου κατά τό ἔτος 225 καί ἐπισκόπησε δεκαέξι ἔτη, δέκατος ἕκτος Ἐπίσκοπος Βυζαντίου ἀριθμούμενος ἀπό τόν Στάχυ. Βλέπε γι’ αὐτόν σελ. 318 τοῦ πρώτου τόμου τοῦ Μελετίου καί στήν 25η τοῦ Ἰανουαρίου.
[3] Σημείωσε, ὅτι αὐτό τό διήγημα τό ἐξιστορεῖ ὁ Κύρου Θεοδώρητος, στό πρῶτο βιβλίο, κεφάλ. εἰκοστό τρίτο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας.
[4] Σημειώνουμε ἐδῶ χάριν τῶν φιλολόγων, ὅτι πολλά ἔθνη πίστεψαν στόν Χριστό, ὄχι μόνο ἐπειδή ἔβλεπαν θαύματα νά γίνωνται μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀπό διάφορους ἁγίους ἄνδρες. Ἀλλά καί ἐπειδή ἔβλεπαν τό γένος τῶν Χριστιανῶν δοξασμένο καί ἔντιμο μέ βασιλεία καί μέ βασιλεῖς Ὀρθοδόξους καί αὐτοκράτορες. Ἔτσι λόγου χάριν οἱ ἀνωτέρω Ἴβηρες πίστεψαν στόν Χριστό στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μέσῳ τῶν Ἰβήρων πίστεψαν στόν Χριστό οἱ Ἀρμένιοι. Καί πάλι μέ τούς Ἀρμένιους, πίστεψαν οἱ Πέρσες στόν Χριστό στά ἴδια χρόνια τοῦ Κωνσταντίνου. Παρόμοια στά χρόνια πάλι τοῦ ἴδιου Κωνσταντίνου πίστεψαν οἱ Ἰνδοί μέσῳ τοῦ Φρουμεντίου Ἀλεξανδρέως, ὁ ὁποῖος ἑορτάζεται κατά τήν 30ή Νοεμβρίου καί βλέπε ἐκεῖ. Παρόμοια βλέπε καί σελ. 343 τοῦ α΄ τόμου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ Μελετίου.
Στήν ἐποχή πάλι τοῦ βασιλιᾶ Ἰουστινιανοῦ, κατά τό ἔτος 546, πίστεψαν στόν Χριστό οἱ Ἔλουροι, πού κατοικοῦν στόν Ἴστρο ποταμό καί ὅσοι κατοικοῦν στόν ποταμό Τάναϊ Ἀβασγοί. Παρόμοια καί οἱ Ἀξουμίτες καί ἄλλοι πολλοί. (Βλέπε τόμ. β΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, σελ. 89, 90, τοῦ Μελετίου.) Ἐπί τοῦ βασιλέως Μιχαήλ τοῦ υἱοῦ Θεοδώρας, πού βασίλευσε κατά τό ἔτος 842, πίστεψε στόν Χριστό τό ἔθνος τῶν Βουλγάρων, Σέρβων (οἱ ὁποῖοι λέγονται καί Τριβαλοί), τῶν Ποέμων καί Σλαβούνων. Ἐπί τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ υἱοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ, τοῦ καλουμένου Πορφυρογεννήτου, πού βασίλευσε κατά τό ἔτος 912, πίστεψαν στόν Χριστό οἱ Οὖγγροι. (Βλέπε τόμ. β΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ Μελετίου, σελ. 354.)
Ἐπί δέ Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος, πού βασίλευσε κατά τό ἔτος 867, πίστεψαν οἱ Ρῶσσοι στόν Χριστό μέ τούς δασκάλους, τούς ὁποίους ἀπέστειλε ὁ Ἰγνάτιος ὁ Κωνσταντινουπόλεως καί πάλι ἐπέστρεψαν στήν πάτρια θρησκεία τους, ἕως ὅτου ὁ δοῦκας αὐτῶν Βλαδίμηρος, παίρνοντας γιά γυναίκα τήν Ἄννα τήν ἀδελφή Βασιλείου τοῦ Πορφυρογεννήτου, τοῦ υἱοῦ Ρωμανοῦ τοῦ νεωτέρου, κατηχήθηκε ἀπό αὐτήν καί βαπτίσθηκε κατά τό ἔτος 987 ἤ 990 καί σέ λίγο βαπτίσθηκε καί ὅλο τό ἔθνος, κατά τόν Μοσσέμιο (Ἐκκλησιαστ. Ἱστορ., Ἑκατονταετηρίδος 9, μέρ. 1, κεφ. 1) καί τόν Λάμπιο τούς νεώτερους (Ἐκκλησιαστ. Ἱστορ., βιβλ. 2, κεφ. 8). Σέ ὅλα τά ἀνωτέρω ἔθνη πού ἐπέστρεφαν στήν θεογνωσία, φρόντιζαν οἱ βασιλεῖς, πού ἀναφέρθηκαν νά ἀποστείλουν ἱερεῖς καί κληρικούς, γιά νά τά κατηχήσουν, νά τά βαπτίσουν καί νά τά διδάξουν τήν Ὀρθοδοξία.


Login