Τῷ αὐτῷ μηνί KΖ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νέστορος. Διήγησις περί τῶν Ἰβρων, δηλαδή τῶν νῦν καλουμένων Γκιουρτζίδων, ὅπως ἦλθον εἰς θεογνωσίαν παρά τινος γυναικός .

Τῷ αὐτῷ μηνί KΖ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νέστορος.

 Ὁμοῦ Λυαῖον καί λύμην τήν τῆς πλάνης,

Κτείνας ὁ Νέστωρ τέμνεται διά ξί-φους.

Εἰκάδι ἐβδομάτῃ ἀποκέρσαν Νέστορα κεδνόν.

 Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Νέ­στορας ἦ­ταν πο­λύ νέ­ος κα­τά τήν ἡ­λι­κί­α ἐ­κεί­νη, κα­τά τήν ὁ­ποί­α ἀρ­χί­ζει νά γί­νε­ται ἡ τρι­χο­φυί­α, ἦ­ταν ὅ­μως γλυ­κύς στήν ὄ­ψι. Ὡ­ραῖ­ος στό κάλ­λος καί γνώ­ρι­μος τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Μάρ­τυ­ρος Δη­μη­τρί­ου. Αὐ­τός λοι­πόν βλέ­πον­τας, ὅ­τι ὁ βα­σι­λιάς Μα­ξι­μια­νός ἔ­χαι­ρε καί ἀ­γα­ποῦ­σε ἕ­ναν βάρ­βα­ρο, Λυα­ῖο ὀ­νό­μα­τι, καί ὅ­τι καυ­χό­ταν πο­λύ γιά τήν ἀν­δρεί­α ἐ­κεί­νου τοῦ βάρ­βα­ρου καί γιά τίς νί­κες, πού ἔ­κα­μνε μέ ὅ­σους πά­λευ­ε· αὐ­τά, λέ­ω, βλέ­πον­τας ὁ μα­κά­ριος Νέ­στορας, μί­ση­σε αὐ­τήν τήν ὑ­πε­ρη­φά­νεια τοῦ Λυα­ίου. Βλέ­πον­τας ὅ­μως καί τά θαύ­μα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου, ἔ­λα­βε θάρ­ρος, ὅ­τι ἄν μό­νο ὁ­πλι­σθῆ μέ τίς εὐ­χές ἐ­κεί­νου καί πο­λε­μή­ση τόν βάρ­βα­ρο Λυα­ῖο, σί­γου­ρα θά  τόν νι­κή­ση. Τό­τε προ­στρέ­χει στόν μέ­γα Δη­μή­τριο. Καί πέ­φτον­τας στά πό­δια του, ‘‘δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ Δη­μή­τρι­ε’’, λέ­ει, ‘‘ἐ­γώ εἶ­μαι πρό­θυ­μος νά μο­νο­μα­χή­σω μέ τόν Λυα­ῖο.

Γι’ αὐ­τό προ­σευ­χή­σου γιά μέ­να, ἀφοῦ ἐπικαλε-σθῆς τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ’’. Ὁ Ἅ­γιος ἀ­φοῦ τόν σφρά­γι­σε μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ τί­μιου Σταυ­ροῦ, «καί τόν Λυα­ῖο», τοῦ εἶ­πε, «θά νι­κή­σης καί γιά τόν Χρι­στό θά μαρ­τυ­ρή­σης». Τό­τε λοι­πόν ὁ γεν­ναῖ­ος Νέ­στωρ μπῆ­κε στό στά­διο χω­ρίς φό­βο. Καί ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τόν Μα­ξι­μια­νό νά θαυ­μά­ση γιά τήν ὡ­ραί­α του θε­ω­ρί­α, «ὁ Θε­ός Δη­μη­τρί­ου, εἶ­πε, βο­ή­θει μοι». Καί ἀ­φοῦ πο­λέ­μη­σε μέ τόν Λυα­ῖο, τόν κτύ­πη­σε κα­τά­καρ­δα μέ τό μα­χαίρι του καί ἀ­μέ­σως θα­νά­τω­σε ἐ­κεῖ­νον, πού θα­νά­τω­σε πολ­λούς. Πλή­γω­σε συγ­χρό­νως καί τόν βα­σι­λιά μέ πλη­γή ψυ­χι­κή, δι­ό­τι τοῦ προ­ξέ­νη­σε λύ­πη ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη. Τό­τε, ἀ­φοῦ θύ­μω­σε ἀ­πό αὐ­τό ὁ τύ­ραν­νος, δι­έ­τα­ξε ὁ μέν Ἅ­γιος Δη­μή­τριος νά κα­τα­τρυ­πη­θῆ μέ λόγ­χες, ὁ δέ Ἅ­γιος Νέ­στωρ, νά θα­να­τω­θῆ μέ ξῖφος. Καί ἔ­τσι ἔ­λα­βαν καί οἱ δύ­ο ἀ­πό τόν Χρι­στό τούς στε­φά­νους τοῦ μαρτυρίου[1].

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρα μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων Κα­πε­τω­λί­νης καί Ἐ­ρω­τη­ΐ­δος.

 Κτεί­νου­σι δού­λην ἐκ ξί­φους καί κυ­ρί­αν,

Δού­λας Τριά­δος τῆς ἀ­λη­θῶς Κυ­ρί­ας.

 Αὐ­τές οἱ Ἅ­γι­ες ἦ­ταν στά χρό­νια τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί Ζι­λι­κιν­θί­ου ἄρ­χον­τος τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας, κα­τά τό ἔ­τος 289. Ἡ Κα­πε­τω­λί­να ἦ­ταν εὐ­γε­νής καί πλού­σια, ἐ­νῷ ἡ Ἐ­ρω­τη­ΐς ἦ­ταν δού­λη της. Ἡ Ἁ­γί­α λοι­πόν Κα­πε­τω­λί­να, ἀ­φοῦ μοί­ρα­σε τήν πε­ρι­ου­σί­α της στούς φτω­χούς καί ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τούς δού­λους της, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ἄρ­χον­τα Ζι­λι­κίν­θιο καί κή­ρυ­ξε τόν Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό. Τό­τε ἀρ­χι­κά κλεί­σθη­κε στήν φυ­λα­κή. Ἔ­πει­τα κα­τά τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε. Ἡ Ἐ­ρω­τη­ΐς κτύ­πη­σε μέ πέ­τρες τόν ἄρ­χον­τα. Γι’ αὐ­τό δάρ­θη­κε μέ ρα­βδιά. Καί πα­ρα­μέ­νον­τας ἀ­βλα­βής μέ τήν χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ, μέ τό ξίφος ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε. Καί ἔ­τσι ἔ­λα­βαν καί οἱ δύ­ο τούς στε­φά­νους τῆς ἀ­θλή­σε­ως.

Δι­ή­γη­σις πε­ρί τῶν Ἰ­βή­ρων, δη­λα­δή τῶν νῦν κα­λου­μέ­νων Γκι­ουρ­τζί­δων, ὅ­πως ἦλ­θον εἰς θε­ο­γνω­σί­αν πα­ρά τι­νος γυναικός[3].

 + Ἔργον μέγιστον εἰργάσω σεμνή, γῦναι,

Ἐπιστρέφεις γάρ ἔθνος Ἰβήρων ὅλον.

 Στίς ἡ­μέ­ρες τοῦ βα­σι­λιᾶ Κων­σταν­τί­νου τοῦ Με­γά­λου, κα­τά τό ἔ­τος 332, ὑ­πῆρ­χε μί­α γυ­ναί­κα εὐ­σε­βής, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν πο­λύ γυ­μνα­σμέ­νη στήν ἀ­σκη­τι­κή πο­λι­τεί­α. Ἔ­τσι μο­λο­νό­τι σκλα­βώ­θη­κε ἀ­πό τούς Ἴ­βη­ρες, δη­λα­δή τούς Γκι­ουρ­τζί­δες, πά­λι καί ἐ­κεῖ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἡ μα­κά­ρια τούς ἴ­διους ἀ­γῶ­νες τῆς ἀ­σκή­σε­ως. Καί ἐ­πει­δή οἱ Γκι­ουρ­τζί­δες εἶ­ναι στε­ρη­μέ­νοι ἀ­πό τήν ἰ­α­τρι­κή τέ­χνη, γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν τύ­χη νά ἀ­σθε­νή­σουν, συ­νη­θί­ζουν νά πη­γαί­νουν ἕ­νας στόν ἄλ­λο, ζη­τῶν­τας νά μά­θουν τόν τρό­πο τῆς θε­ρα­πεί­ας τῆς ἀ­σθε­νεί­ας τους ἀ­πό ἐ­κεί­νους, πού μέ τήν πεῖ­ρα δο­κί­μα­σαν ἐ­κεί­νη τήν ἀ­σθέ­νεια. Ὁ­πό­τε καί μί­α γυ­ναί­κα Γκι­ουρ­τζί­δισ­σα, ἔ­χον­τας παι­δί, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε δει­νή ἀ­σθέ­νεια, πῆ­γε στήν ἀ­νω­τέ­ρω θε­ο­σε­βέ­στα­τη γυ­ναῖ­κα, ζη­τῶν­τας νά μά­θη ἀ­πό αὐ­τήν, τί νά πρά­ξη στήν ἀ­σθέ­νεια τοῦ παι­διοῦ της. Ἐ­κεί­νη, παίρ­νον­τας τό παι­δί καί βά­ζον­τάς το ἐ­πά­νω σέ κλί­νη, πα­ρε­κά­λε­σε τόν Κύ­ριο νά τό ἰ­α­τρεύ­ση. Τό­τε ὁ τά κρυ­πτά τῶν καρ­δι­ῶν γνω­ρί­ζων Κύ­ριος, χω­ρίς νά ἀρ­γο­πο­ρή­ση, χά­ρι­σε τήν ὑ­γεί­α στό παι­δί. Ἀ­πό αὐ­τήν τήν αἰ­τί­α λοι­πόν ἡ θαυ­μά­σια ἐ­κεί­νη γυ­ναί­κα ἔ­γι­νε τό­σο πε­ρί­φη­μη, ὥ­στε ἔ­φθα­σε ἡ φή­μη της καί στά αὐ­τιά τῆς γυ­ναί­κας τοῦ ἐ­κεῖ βα­σι­λιᾶ, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­μέ­σως δι­έ­τα­ξε νά ἔλ­θη ἡ αἰχ­μά­λω­τη σ’ αὐ­τήν, ἐ­πει­δή ἔ­πα­σχε ἀ­πό πά­θος δύ­σκο­λο καί δυ­σί­α­το. Ἡ δέ τα­πει­νό­φρων γυ­ναί­κα δέν πει­θό­ταν σ’ αὐ­τό, κρί­νον­τας τόν ἑ­αυ­τό της ἀ­νά­ξιο νά πά­η μί­α σκλά­βα στήν βα­σί­λισ­σα. Ἀλ­λ’ ἡ βα­σί­λισ­σα, θε­ω­ρῶν­τας ὡς μη­δέν τό ὕ­ψος τῆς βα­σι­λεί­ας, πῆ­γε μό­νη της στήν σκλά­βα. Ἐ­κεί­νη, ἀ­φοῦ ἔ­βα­λε τήν βα­σί­λισ­σα νά πλα­γιά­ση ἐ­πά­νω στήν κλί­νη της, ὅ­που καί τό παι­δί πλά­για­σε, τῆς πρό­σφε­ρε τήν ἱ­ε­ρή προ­σευ­χή, τα­χύ­τα­το ἰ­α­τρι­κό τοῦ πά­θους. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἡ βα­σί­λισ­σα ἀ­πό τό πά­θος, ἔ­δι­νε στήν σκλά­βα χρυ­σά­φι, ἀ­σῆ­μι, ροῦ­χα πο­λύ­τι­μα καί ἄλ­λα πολ­λά, ὅ­σα εἶ­ναι ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα φι­λο­τι­μί­ας βα­σι­λι­κῆς, γιά νά ἀν­τα­μεί­ψη αὐ­τήν, ἡ ὁ­ποί­α τό­σο γρή­γο­ρα ἔ­δι­ω­ξε τό πά­θος της. Ἀλ­λ’ ἡ θεί­α ἐ­κεί­νη καί εὐ­σε­βέ­στα­τη γυ­ναί­κα, ἔ­λε­γε στήν βα­σί­λισ­σα, ὅ­τι δέν  τά χρει­ά­ζε­ται αὐ­τά. Μι­σθό καί πλη­ρω­μή με­γά­λη τῆς θε­ρα­πεί­ας νο­μί­ζει, τό νά γνω­ρί­ση ἐ­κεί­νη τήν πί­στι καί εὐ­σέ­βεια στόν Χρι­στό καί τό νά κτί­ση Να­ό στό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος τήν ἐ­λευ­θέ­ρω­σε ἀ­πό τό πά­θος.

Ἡ  βα­σί­λισ­σα, ὅταν τά ἄ­κου­σε αὐ­τά, πῆ­γε στά βα­σί­λεια. Καί τόν μέν ἄν­δρα της, τόν βα­σι­λιά, τόν ἔ­κα­νε νά ἐκ­πλα­γῆ γιά τήν πα­ρά­δο­ξη θε­ρα­πεί­α τοῦ πά­θους της. Δι­η­γού­με­νη ὅ­μως καί μέ ποι­όν τρό­πο θε­ρα­πεύ­θη­κε, δι­α­βε­βαί­ω­νε, ὅ­τι ὁ Θε­ός τῆς σκλά­βας, πού τήν θε­ρά­πευ­σε, εἶ­ναι ἀ­λη­θῶς καί κυ­ρί­ως Θε­ός. Ἔ­λε­γε δέ ἀ­κό­μη, ὅ­τι εἶ­ναι πρέ­πον νά κτί­σουν καί Να­ό στό ὄ­νο­μά του. Καί ὅ­τι ὅ­λο τό ἔ­θνος τῶν Γκι­ουρ­τζί­δων πρέ­πει νά ἐ­πι­στρέ­ψη στήν λα­τρεί­α καί πί­στι αὐ­τοῦ τοῦ Θε­οῦ. Ὁ βα­σι­λιάς, ὅ­μως, τήν θε­ρα­πεί­α τῆς γυ­ναί­κας του τήν θαύ­μα­ζε καί ἐ­παι­νοῦ­σε, Να­ό ὅ­μως νά κτί­ση, δέν ἤ­θε­λε. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ὅ­μως λί­γος και­ρός, βγῆ­κε στό κυ­νῆ­γι ὁ βα­σι­λιάς. Καί οἱ μέν ἄλ­λοι, πού ἦ­ταν μα­ζί του,  κυ­νη­γοῦ­σαν ἀ­νεμ­πό­δι­στα. Ὁ βα­σι­λιάς, ὅ­μως, μό­νος μέ­νον­τας πί­σω ἀ­πό τούς ἄλ­λους, ἔ­μει­νε ἀ­πό ἀ­ο­ρα­σί­α. Καί ποῦ νά πά­η, δέν ἤ­ξε­ρε.

Ἀ­πο­ρῶν­τας λοι­πόν γι’ αὐ­τό πού τοῦ συ­νέ­βη, θυ­μή­θη­κε τήν ἀ­πεί­θεια, πού ἔ­δει­ξε στά λό­για τῆς γυ­ναί­κας του. Καί στήν συνέχεια, ἀφοῦ ἐ­πι­κα­λέ­σθη­κε γιά βο­ή­θεια τόν Θε­ό τῆς σκλά­βας γυ­ναί­κας, ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τό σκό­τος καί τήν ἀ­ο­ρα­σί­α. Ἔ­πει­τα, πη­γαί­νον­τας μό­νος στήν εὐ­σε­βέ­στα­τη σκλά­βα, τήν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τοῦ δεί­ξη σέ ποι­ό σχῆ­μα νά κτί­ση τόν Να­ό. Καί ἡ μέν γυ­ναίκα, σχη­μά­τι­ζε τόν Να­ό, ἐ­νῷ οἱ τε­χνῖ­τες τοῦ βα­σι­λιᾶ, τόν ἔ­κτι­ζαν. Ἀ­φοῦ τέ­λει­ω­σε ὁ Να­ός καί ἔ­πρε­πε νά τόν ἐγ­και­νιά­ση Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, βρῆ­κε καί αὐ­τοῦ τήν εὐ­κο­λί­α ἡ θαυ­μά­σια ἐ­κεί­νη γυ­ναίκα, δι­ό­τι αὐ­τή κα­τά­πει­σε τόν βα­σι­λιά τῆς Ἰ­βη­ρί­ας νά γρά­ψη πρός τόν βα­σι­λιά τῶν Ρω­μαί­ων καί νά ζη­τή­ση νά στα­λῆ ἀ­πό ἐ­κεῖ δά­σκα­λος τῆς εὐ­σε­βεί­ας. Τό­τε ἦ­ταν βα­σι­λιάς τῶν Ρω­μαί­ων ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος, ὅ­πως προ­α­να­φέ­ρα­με, ὁ ὁ­ποῖ­ος μό­λις ἔ­μα­θε τήν αἰ­τί­α τῆς αἰ­τή­σε­ως, εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Θε­ό. Καί ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε φι­λό­φρο­να τούς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους πρε­σβευ­τές, ἔ­στει­λε στήν Ἰ­βη­ρί­α ἕ­ναν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α στο­λι­σμέ­νο μέ πί­στι καί σύ­νε­σι καί μέ πο­λι­τεί­α ἐ­νά­ρε­τη, μα­ζί καί δῶ­ρα πολ­λά, γιά νά γί­νη κή­ρυ­κας καί δά­σκα­λος τῆς θε­ο­γνω­σί­ας στό ἔ­θνος ἐ­κεῖ­νο. Αὐ­τός λοι­πόν πη­γαί­νον­τας ἐ­κεῖ, μέ θαύ­μα­τα καί δι­δα­σκα­λί­ες ὡ­δή­γη­σε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους καί τούς βά­πτι­σε. Καί ἀ­φοῦ ἔ­κτι­σε σέ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη ἱ­ε­ρούς Να­ούς καί χει­ρο­τό­νη­σε Ἱ­ε­ρεῖς, ἐ­πέ­στρε­ψε στήν θε­ο­γνω­σί­α ὅ­λο τό ἔ­θνος τῶν Ἰ­βή­ρων. Καί ἔ­τσι ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο. Τέ­τοι­ος ἦ­ταν ὁ τρόπος γνώ­σε­ως τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τούς Ἴ­βη­ρες[4]

[1] Σημείωσε, ὅτι στόν Ἅγιο Νέστορα ἐγκώμιο ἔχει ὁ Ἰωσήφ ὁ Θεσσαλονίκης, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Φαιδρά μέν ἡ πανήγυρις». (Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων).

[2]  Σημείωσε, ὅτι αὐτόν τόν Κυριακό ὀνομάζει ὁ Ξανθόπουλος Κυριλλιανός, ὁ ὁποῖος ἔγινε Ἐπίσκοπος Βυζαντίου κατά τό ἔτος 225 καί ἐπισκόπησε δεκαέξι ἔτη, δέκατος ἕκτος Ἐπίσκοπος Βυζαντίου ἀριθμούμενος ἀπό τόν Στάχυ. Βλέπε γι’ αὐτόν σελ. 318 τοῦ πρώτου τόμου τοῦ Μελετίου καί στήν 25η  τοῦ Ἰανουαρίου.

[3] Σημείωσε, ὅτι αὐτό τό διήγημα τό ἐξιστορεῖ ὁ Κύρου Θεοδώρητος, στό πρῶτο βιβλίο, κεφάλ. εἰκοστό τρίτο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας.

 [4]      Ση­μει­ώ­νου­με ἐ­δῶ χά­ριν τῶν φι­λο­λό­γων, ὅ­τι πολ­λά ἔ­θνη πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό, ὄ­χι μό­νο ἐ­πει­δή ἔ­βλε­παν θαύ­μα­τα νά γί­νων­ται μέ τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πό δι­ά­φο­ρους ἁ­γί­ους ἄν­δρες. Ἀλ­λά καί ἐ­πει­δή ἔ­βλε­παν τό γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν δο­ξα­σμέ­νο καί ἔν­τι­μο μέ βα­σι­λεί­α καί μέ βα­σι­λεῖς Ὀρ­θο­δό­ξους καί αὐ­το­κρά­το­ρες. Ἔ­τσι λό­γου χά­ριν οἱ ἀ­νω­τέ­ρω Ἴ­βη­ρες πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό στά χρό­νια τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου. Μέσῳ τῶν Ἰ­βή­ρων πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό οἱ Ἀρ­μέ­νιοι. Καί πά­λι μέ τούς Ἀρ­μέ­νιους, πί­στε­ψαν οἱ Πέρ­σες στόν Χρι­στό στά ἴ­δια χρό­νια τοῦ Κων­σταν­τί­νου. Πα­ρό­μοι­α στά χρό­νια πά­λι τοῦ ἴ­διου Κων­σταν­τί­νου πί­στε­ψαν οἱ Ἰν­δοί μέ­σῳ τοῦ Φρου­μεν­τί­ου Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ως, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἑ­ορ­τά­ζε­ται κα­τά τήν 30ή Νο­εμ­βρί­ου καί βλέ­πε ἐ­κεῖ. Πα­ρό­μοι­α βλέ­πε καί σελ. 343 τοῦ α΄ τό­μου τῆς Ἐκ­κλη­σια­στι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Με­λε­τί­ου.

Στήν ἐποχή πάλι τοῦ βασιλιᾶ Ἰουστινιανοῦ, κατά τό ἔτος 546, πίστεψαν στόν Χριστό οἱ Ἔ­λου­ροι, πού κα­τοι­κοῦν στόν Ἴ­στρο πο­τα­μό καί ὅ­σοι κα­τοι­κοῦν στόν πο­τα­μό Τά­να­ϊ Ἀ­βα­σγοί. Πα­ρό­μοι­α καί οἱ Ἀ­ξου­μί­τες καί ἄλ­λοι πολ­λοί. (Βλέ­πε τόμ. β΄ τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας, σελ. 89, 90, τοῦ Με­λε­τί­ου.) Ἐ­πί τοῦ βα­σι­λέ­ως Μι­χα­ήλ τοῦ υἱ­οῦ Θε­ο­δώ­ρας, πού βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 842, πί­στε­ψε στόν Χρι­στό τό ἔ­θνος τῶν Βουλ­γά­ρων, Σέρ­βων (οἱ ὁ­ποῖ­οι λέ­γον­ται καί Τρι­βα­λοί), τῶν Πο­έ­μων καί Σλα­βού­νων. Ἐ­πί τοῦ βα­σι­λέ­ως Κων­σταν­τί­νου τοῦ υἱ­οῦ Λέ­ον­τος τοῦ Σο­φοῦ, τοῦ κα­λου­μέ­νου Πορ­φυ­ρο­γεν­νή­του, πού βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 912, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό οἱ Οὖγ­γροι. (Βλέ­πε τόμ. β΄ τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Με­λε­τί­ου, σελ. 354.)

Ἐ­πί δέ Βα­σι­λεί­ου τοῦ Μα­κε­δό­νος, πού βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 867, πί­στε­ψαν οἱ Ρῶσ­σοι στόν Χρι­στό μέ τούς ­δα­σκά­λους, τούς ὁ­ποί­ους ἀ­πέ­στει­λε ὁ Ἰ­γνά­τιος ὁ Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως καί πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψαν στήν πά­τρια θρη­σκεί­α τους, ἕ­ως ὅ­του ὁ δοῦ­κας αὐ­τῶν Βλα­δί­μη­ρος, παίρ­νο­ν­τας γιά γυ­ναί­κα τήν Ἄν­να τήν ἀ­δελ­φή Βα­σι­λεί­ου τοῦ Πορ­φυ­ρο­γεν­νή­του, τοῦ υἱ­οῦ Ρω­μα­νοῦ τοῦ νε­ω­τέ­ρου, κα­τη­χή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τήν καί βα­πτί­σθη­κε κα­τά τό ἔ­τος 987 ἤ 990 καί  σέ λί­γο βα­πτί­σθη­κε καί ὅ­λο τό ἔ­θνος, κα­τά τόν Μοσ­σέ­μιο (Ἐκ­κλη­σια­στ. Ἱ­στορ., Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος 9, μέρ. 1, κεφ. 1) καί τόν Λάμ­πιο τούς νε­ώ­τε­ρους (Ἐκ­κλη­σια­στ. Ἱ­στορ., βι­βλ. 2, κεφ. 8). Σέ ὅ­λα τά ἀ­νω­τέ­ρω ἔ­θνη πού ἐ­πέ­στρε­φαν στήν θε­ο­γνω­σί­α, φρόν­τι­ζαν οἱ βα­σι­λεῖς, πού ἀ­να­φέρ­θη­καν νά ἀ­πο­στεί­λουν ἱ­ε­ρεῖς καί κλη­ρι­κούς, γιά νά τά κα­τη­χή­σουν, νά τά βα­πτί­σουν καί νά τά δι­δά­ξουν τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης