Τῷ αὐτῷ μηνί KH΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Τερεντίου καί Νεονίλλης τῶν ὁμοζύγων. Καί τῶν τέκνων αὐτῶν, Σαρβήλου, Νιτᾶ, Ἱέρακος, Θεοδούλου, Φωτίου, Βήλης καί Εὐνίκης.Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Μνή¬μη τοῦ Ὁ¬σί¬ου Θε¬ο¬φί¬λου, τοῦ διά Χρι¬στόν σα¬λοῦ, τῆς Λαύ¬ρας τῶν σπη¬λαί¬ων τοῦ Κι¬έ¬βου.

Τῷ αὐτῷ μηνί KH΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Τερεντίου καί Νεονίλλης τῶν ὁμοζύγων. Καί τῶν τέκνων αὐτῶν, Σαρβήλου, Νιτᾶ, Ἱέρακος, Θεοδούλου, Φωτίου, Βήλης καί Εὐνίκης.

 Σύν ἑπτά τέκνοις ἡ δυάς τῶν συζύγων,

 Τιμήν τομήν ἡγεῖτο τήν ἐκ τοῦ ξίφους

Δειρήν ὀγδοάτῃ γε Τερέντιος εἰκάδι κάρθη.

 Αὐ­τοί ὅ­λοι ζοῦ­σαν μέ­σα σέ ἕ­να σπί­τι, ἐ­πει­δή ἦ­ταν μιά οἰ­κο­γέ­νεια καί κρυ­φά λά­τρευ­αν τόν Θε­ό, ὁ­πό­τε συ­κο­φαν­τοῦν­ται στόν ἡ­γε­μό­να καί πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στό κρι­τή­ριό του. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὡμολό­γη­σαν τόν Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό καί εἰ­ρω­νεύ­θη­καν τά εἴ­δω­λα, γι’ αὐ­τό κρε­μά­σθη­καν καί κα­τα­ξε­σχί­σθη­καν ἀ­νε­λέ­η­τα. Καί κα­τα­ραν­τί­σθη­καν οἱ πλη­γές τους ἀ­πό ἐ­πά­νω μέ ξύ­δι δρι­μύ­τα­το καί ἁ­λά­τι, ἐ­νῷ ἀ­πό κά­τω φλο­γί­σθη­καν μέ δυ­να­τή φω­τιά. Οἱ Ἅ­γιοι, ὅ­μως, ἐ­νῷ ἔ­πα­σχαν αὐ­τά, προ­σεύ­χον­ταν καί μέ σι­ω­πη­λή φω­νή πα­ρα­κι­νοῦ­σαν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον στό μαρ­τύ­ριο. Ἔ­τσι δέν πα­ρέ­βλε­ψε ὁ Κύ­ριος τήν προ­σευ­χή τους, ἀλ­λά Ἄγ­γε­λοι ἀ­ο­ρά­τως τούς ἐ­λευ­θέ­ρω­σαν ἀ­πό τά δε­σμά καί θε­ρά­πευ­σαν τίς πλη­γές τους. Οἱ ἀ­σε­βεῖς βλέ­πον­τας αὐ­τό, θαύμασαν μα­ζί καί φο­βή­θη­καν.

Ἔ­πει­τα ρί­χθη­καν οἱ Ἅ­γιοι στήν φυ­λα­κή. Καί τήν ἐρ­χό­με­νη ἡ­μέ­ρα δάρ­θη­καν μέ ρό­πα­λα, δη­λα­δή μέ ρα­βδιά χον­τρά. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά δέ­θη­καν σέ τρο­χούς καί δάρ­θη­καν ἀ­νε­λέ­η­τα. Πα­ρα­μέ­νον­τας ὅ­μως ἀ­βλα­βεῖς μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ, πα­ρα­δό­θη­καν ὡς τρο­φή στά θη­ρί­α. Καί πάλι ἐπειδή διαφυλάχθηκαν ἀβλαβεῖς, τοποθετήθηκαν μέ­σα σέ κα­ζά­νια με­γά­λα γε­μᾶ­τα ἀ­πό πίσ­σα βρα­σμέ­νη, ἀλ­λά ὁ  βρα­σμός τῆς πίσ­σας, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως με­τα­βλή­θη­κε σέ νε­ρό. Βλέ­πον­τας λοι­πόν οἱ ἀ­σε­βεῖς, ὅ­τι δι­α­φυ­λάσσον­ται οἱ Ἅ­γιοι ἀ­βλα­βεῖς ἀ­πό τά βα­σα­νι­στή­ρια, ἀ­πέ­κο­ψαν μέ τό ξίφος τίς κε­φα­λές τους καί ἔ­τσι ἔ­λα­βαν οἱ μα­κά­ριοι τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡμῶν Στε­φά­νου τοῦ Σαβ­βα­ΐ­του, τοῦ καί Ἐ­πι­σκό­που γε­νο­μέ­νου.

 * Ἐ­πώ­νυ­μος Στέ­φα­νος οὗ φο­ρεῖς στέ­φους,

Ὅ πρα­κτι­κή χείρ ἀ­ρε­τῆς οἶ­δε πλέ­κειν.

 * Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος ἀ­πό τήν νε­α­ρή του ἡ­λι­κί­α ἔ­γι­νε Μο­να­χός καί ἔ­ζη­σε κα­τά τό ἔ­τος 790. Δη­λα­δή, ἦλ­θε στήν Λαύ­ρα τοῦ με­γά­λου Πα­τρός Σάβ­βα καί ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε δε­κτός ἀ­πό τούς ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες, πού κα­τοι­κοῦ­σαν στήν Λαύ­ρα, δι­δά­χθη­κε ἀ­πό ἐ­κεί­νους τόν φό­βο τοῦ Θε­οῦ καί κά­θε ἄλ­λη ἀ­ρε­τή καί πρᾶ­ξι ἀ­σκη­τι­κή. Ἄ­γευ­στος ἔ­μει­νε ἀ­πό τίς ἡ­δο­νές τοῦ κό­σμου ὁ μα­κά­ριος αὐ­τός, ἐ­πει­δή ἔ­γι­νε Μο­να­χός πο­λύ νέ­ος.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν προ­ώ­δευ­σε στήν κα­τά Θε­ό ἡ­λι­κί­α καί ἔ­λαμ­ψε στήν ὑ­πα­κο­ή καί στήν ἡ­συ­χί­α, τό­τε ἀ­ξι­ώ­θη­κε καί τοῦ χα­ρί­σμα­τος τῆς Ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νης. Καί ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λά καί χά­ρι πα­ρα­δό­ξων θαυ­μά­των ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό, ἀ­φοῦ πρῶ­τα νέ­κρω­σε τά πά­θη τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τος μέ ἐγ­κρά­τεια, μέ πό­νους ἀ­σκη­τι­κούς καί μέ θεί­α σύ­νε­σι καί ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε στήν­ κο­ρυ­φή τῆς ἀ­πά­θειας. Θε­ρά­πευ­σε μί­α κό­ρη δαι­μο­νι­σμέ­νη μέ τήν προ­σευ­χή του καί τήν πα­ρέ­δω­σε ὑ­γι­ῆ στόν πα­τέ­ρα της. Ὄν­τας πάν­το­τε στήν ἔ­ρη­μο, πα­ρα­δό­ξως ἐ­ξη­μέ­ρω­νε τά ἄ­γρια ζῷ­α. Καί στά ζαρ­κά­δια, πού τόν πλη­σί­α­ζαν, ἔ­δι­νε τρο­φή μέ τά χέ­ρια του. Μί­α φο­ρά πά­λι, ἐ­πει­δή δί­ψα­σε ὁ μα­θη­τής του, κτύ­πη­σε ὁ Ὅ­σιος τήν γῆ μέ τήν ρά­βδο του καί ἔ­βγα­λε νε­ρό καί τόν πό­τι­σε. Καί ἄλ­λα ἀ­κό­μη ση­μεῖ­α καί θαύ­μα­τα ἔ­κα­νε. Ἦ­ταν λοι­πόν ἁ­πλός κα­τά τό ἦ­θος. Γλυ­κός στήν συ­νο­μι­λί­α καί εὐ­κο­λο­κα­τά­δε­κτος στήν γνώ­μη. Αὐ­τός λοι­πόν ἀ­φοῦ δι­έ­λαμ­ψε παν­τοῦ ὡς ἥ­λιος καί ἔ­γι­νε μέ τήν ἄ­σκη­σι καί μέ τά θαύ­μα­τα καί πα­ρά­δειγ­μα ἀ­ρε­τῆς στούς μα­θη­τές του, εἰ­ρη­νι­κά πρός τόν Κύ­ριο ἐ­ξε­δή­μη­σε

 

Τῇ 28 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων ἐν­δό­ξων Νε­ο­μαρ­τύ­ρων Μα­νου­ήλ, Ἀγ­γε­λῆ, Γε­ωρ­γί­ου καί Νι­κο­λά­ου († 1824).

Οἱ Ἅ­γιοι Νε­ο­μάρ­τυ­ρες Ἀγ­γε­λῆς, Μα­νου­ήλ, Γε­ώρ­γιος καί Νι­κό­λα­ος "ἐκ Με­λάμ­πων Κρή­της", γεν­νή­θη­καν στό χω­ριό Μέ­λαμ­πες Ρε­θύ­μνου Κρή­της ἀ­πό γο­νεῖς εὐ­σε­βεῖς χρι­στια­νούς. Ὁ Ἀγ­γε­λῆς καί ὁ Μα­νου­ήλ ἦ­ταν γνή­σια ἀ­δέλ­φια, υἱ­οί τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Ρε­τζέ­πη. Ὁ Γε­ώρ­γιος ἦ­ταν υἱ­ός τοῦ Κων­σταν­τί­νου Ρε­τζέ­πη. Ὁ Νι­κό­λα­ος ἦ­ταν υἱ­ός κά­ποι­ου ἄλ­λου Ἰ­ω­άν­νη Ρε­τζέ­πη. Ὅ­λοι δη­λα­δή ἦ­ταν ἀ­πό τήν ἴ­δια οἰ­κο­γέ­νεια, πλού­σιοι, δι­α­κε­κρι­μέ­νοι γιά τήν ἀν­δρεί­α τους, ἔγ­γα­μοι μέ παι­διά καί ἀ­πο­λάμ­βα­ναν ὅ­λα τά προ­νό­μια τῶν Μω­α­με­θα­νῶν, δι­ό­τι ὑ­πο­κρί­νον­ταν τούς Τούρ­κους. Τό 1821 ὅ­μως, συν­τά­χθη­καν μέ τούς χρι­στια­νούς καί πο­λέ­μη­σαν γεν­ναῖα γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς Πα­τρί­δας.

Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψαν στήν γε­νέ­τει­ρά τους καί πῆ­γαν νά πλη­ρώ­σουν τούς κα­θι­ε­ρω­μέ­νους φό­ρους στούς ἐν­τε­ταλ­μέ­νους Τούρ­κους, τούς κα­τάγ­γει­λαν σάν ἀ­πο­στά­τες τοῦ Μου­σουλ­μα­νι­σμοῦ στόν Μεχ­μέτ πασᾶ τοῦ Ρε­θύ­μνου. Συνελ­ή­φθη­καν καί ὡ­δη­γή­θη­καν δε­μέ­νοι στήν πό­λι αὐ­τή.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως δέν ὑ­πέ­κυ­ψαν στίς κο­λα­κεῖ­ες τῶν τυ­ράν­νων καί ἔ­μει­ναν στα­θε­ροί στήν πί­στι, βα­σα­νί­σθη­καν μέ τόν πιό φρι­κτό τρό­πο. Τε­λι­κά τούς ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν μπρο­στά στήν "Με­γά­λη Πόρ­τα" τοῦ Ρε­θύ­μνου στίς 28 Ὀ­κτω­βρί­ου 1824, ἔ­χον­τας καί οἱ τέσ­σε­ρις μέ­χρι τήν τε­λευ­ταί­α τους ἀ­να­πνο­ή στά χεί­λη τους τό «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον». Ἕ­να με­γά­λο φῶς ἐ­ξῆλ­θε τό­τε ἀ­πό τά τί­μια λεί­ψα­νά τους, πού ἐ­κτέ­θη­καν γιά τρεῖς ἡ­μέ­ρες σέ δη­μό­σια θέ­α, τά ὁ­ποῖ­α στήν συ­νέ­χεια εὐ­λα­βεῖς Χρι­στια­νοί τά  πε­ρι­συ­νέ­λε­ξαν. Οἱ τρεῖς κά­ρες ἀ­πό αὐ­τούς τούς Νε­ο­μάρ­τυ­ρες φυ­λάσ­σον­ται στόν Να­ό τῶν τεσ­σά­ρων μαρ­τύ­ρων στό Ρέ­θυ­μνο.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Θε­ο­φί­λου, τοῦ διά Χρι­στόν σα­λοῦ, τῆς Λαύ­ρας τῶν σπη­λαί­ων τοῦ Κι­έ­βου.

Γεν­νή­θη­κε τό 1788 ἀ­πό ἱ­ε­ρα­τι­κή οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­πό τά πρῶ­τα του χρό­νια ἔ­δει­χνε κά­τι τό δι­α­φο­ρε­τι­κό στήν ζω­ή του. Ἡ μη­τέ­ρα του κι­νού­με­νη ά­πό δι­ά­φο­ρες δει­σι­δαι­μονί­ες προ­σπά­θη­σε νά τό δι­ώ­ξη ἀ­πο κοντά ­της ἄλ­λο­τε ­ρί­χνον­τάς τον κον­τά σέ ἕ­ναν πο­τα­μό­ καί ἄλ­λο­τε μη­χα­νευ­ό­με­­νη δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες λύ­σεις. Τε­λι­κά τόν πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Μπρά­σκι στό Κί­ε­βο, ὅ­που ἦ­ταν ἕ­νας θεῖος του Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος. Μέ τόν θά­να­το τοῦ­ θεί­ου του ὁ ὅ­σιος ἐγ­κα­τέ­λει­ψε την Ἀ­κα­δη­μί­α, τήν ὁ­ποί­α πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, ὅ­σο ζοῦ­σε ὁ θεῖ­ος του καί το 1812 γρά­φε­ται ὡς δό­κι­μος στήν Μο­νή τοῦ Μπρά­σκι. Μο­να­χός ἔ­γι­νε τό 1821 καί τό 1822 χει­ρο­το­νή­θη­κε δι­ά­κο­νος. Τό 1827 πρε­σβύ­τε­ρος καί ἀρ­γό­τε­ρα ὡ­ρί­σθη­κε οἰ­κο­νό­μος τῆς Μο­νῆς. Ἐπει­δή ἡ θέ­σις αὐ­τή ὅ­μως εἶ­ναι νευ­ραλ­γι­κή καί ἀ­παι­τεῖ πο­λύν πε­ρι­σπα­σμό, ζή­τη­σε νά ἀ­παλ­λα­γῆ, ἀλ­λά δέν ἔ­γι­νε δεκ­τή ἡ αἴ­τη­σί­ του. Τό 1834 γί­νε­ται Με­γα­λό­σχη­μος μέ τό ὄ­νο­μα Θε­ό­φι­λος καί ἀ­πο­φά­σι­σε νά ­ἀ­κο­λου­θή­ση τήν­ σκλη­ρή ὁ­δό τοῦ διά Χρι­στόν σα­λοῦ. Πολ­λές φο­ρές ἔ­κα­μνε ἐ­νέρ­γει­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες προ­κα­λοῦ­σαν ὄ­χι μό­νο τούς πι­στούς, πού ἐκ­κλη­σι­ά­ζον­ταν, ἀλ­λά καί ὅ­λους τούς ἄλ­λους Μο­να­χούς. Ἔ­τσι σέ ὥ­ρα ἀ­κο­λου­θί­ας ἔ­μπ­αι­νε τρέ­χον­τας μέ­σα στόν να­ό ἤ τήν ὥ­ρα τοῦ Χε­ρου­βι­κοῦ ἔ­πε­φτε στά γό­να­τα μπρο­στά στήν Ὡ­ραί­α Πύ­λη. Φο­ροῦ­σε προ­κλη­τικά ἕ­να κου­ρέ­λι στό κε­φά­λι του καί πολ­λές φο­ρές πη­γαί­νον­τας ­ἔ­ξω ἀ­πό τήν πε­ρι­ο­χή τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ὅ­που ὑ­πῆρ­χε πο­τά­μι βα­θύ, χω­ρίς νά ρω­τή­ση κα­νέναν, ἔ­παιρ­νε τήν βάρ­κα καί πή­γαι­νε στήν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη, γιά ­νά μπο­ρῆ νά­ προ­σεύ­χε­ται ἀ­περί­σπα­στα. Ὅ­λα αὐ­τά προ­κά­λεσαν τήν ἀν­τί­δρα­σι τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου καί τῶν ἄλ­λων Μο­να­χῶν μέ ἐ­πο­τέ­λε­σμα νά ἀ­ναγ­κα­σθῆ νά ἀλ­λά­ξη τό­πο ­κα­τοι­κίας. Ἔ­τσι τό 1849 τόν ­βρί­σκου­με στήν Σκή­τη Κι­τά­γι­εφ, ἐ­ξάρ­τη­μα τῆς Λαύ­ρας, πού βρι­σκό­ταν κον­τά στό Κί­ε­βο, ὅ­που ἀ­γω­νι­ζό­ταν ὑ­πέρ­με­τρα, γιά νά ἀ­πο­κτή­ση τήν πε­ρι­φρό­νη­σι τοῦ κό­σμου.

Ὁ τρό­πος τῆς ζω­ῆς ­του ἐ­δῶ ἄλ­λα­ξε. Ἔ­τρω­γε ἐ­λά­χι­στα καί με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες κα­θό­λου. Ἔ­δει­χνε με­γά­λο συμ­πό­νοι­α στά ζῶ­α. Γι’ αὐ­τό μέ τήν προ­σευ­χή του ἐ­ξη­μέ­ρω­σε ἕ­ναν ἄ­γριο ταῦ­ρο. Ὅ­ταν ἔ­φθα­νε στήν πό­λι, ὅ­­λοι οἱ ἔμ­πο­ροι ἔ­τρε­χαν κά­τι νά ἀ­φή­σουν στά ­πό­δια του ὡς εὐ­λο­γί­α, ξέ­ρον­τας κα­λά, ὅ­τι τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη τά­ ἔ­σο­δά τους θά εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρα.

Ὁ ἴ­διος ὅ­μως προ­α­σπα­θοῦ­σε, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε,  νά ­ἀ­πο­φεύ­γη τούς ἀν­θρώ­πους. Τό­ κα­λο­καί­ρι κυ­κλο­φο­ροῦ­σε σχε­δόν γυ­μνός μέ γε­μᾶ­το πλη­γές τό σῶ­μα του ἀ­πό τά τσιμ­πή­μα­τα τῶν κου­νου­πι­ῶν. Με­ρι­κές φο­ρές, ὅ­ταν δε­χό­ταν ἐ­πι­σκέ­ψεις λέ­ρω­νε τό­ κα­τώ­φλι τῆς ­πόρ­τας τῆς­ κα­λύ­βης του μέ δι­ά­φο­ρες ἀ­κα­θαρ­σί­ες, γιά νά ­ἀ­πο­τρέ­ψη τό πλῆ­θος τῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν.

Τό ­προ­ο­ρα­τι­κό του χά­ρι­σμα ἦ­ταν φο­βε­ρό: Ὅ­ταν κά­ποι­ος πή­γαι­νε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ, ἔ­βα­ζε τό χέ­ρι του ἐ­πά­νω στό κε­φά­λι του καί βλέ­πον­τας στόν οὐ­ρα­νό, τοῦ ά­πο­κά­λυ­πτε ὅ­λες τῆς ἀ­μαρ­τί­ες! Τό­τε ὁ ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νος γε­μᾶ­τος φό­βο καί ντρο­πή ἄλ­λα­ζε τρό­πο ζω­ῆς.

Ἡ φή­μη του ἡ με­γά­λη με­τα­ξύ τῶν ἀν­θψώ­πων προ­κά­λε­σε τήν ἀν­τί­δρα­σι τοῦ ἡ­γου­μέ­νου τῆς Σκή­της, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε στόν Μη­τρο­πο­λί­τη. Ὁ μη­τρο­πο­λί­της, ἄν­θρω­πος φι­λό­θε­ος καί πρᾶ­ος, κα­τά­λα­βε τήν ἀ­ρε­τή­ τοῦ ­Θε­ό­φι­λου καί τόν πῆ­ρε γιά κά­ποι­ο δι­ά­στη­μα στήν ἐ­ξο­χι­κή του κα­τοι­κί­α.

Ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά του ὅ­μως καί ἐ­κεῖ ἦ­ταν πο­λύ προ­κλη­τι­κή και με­τέ­βη τε­λι­κά στό­ Κι­τά­γι­εφ.

Ἡ φή­μη του ἁ­πλώ­θη­κε σέ ὅ­λη τήν πε­ρι­ο­χή. Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐ­νέρ­γεια ν­ά ἔ­κα­μναν οἱ ἄν­θρω­ποι ζη­τοῦ­σαν τήν εὐ­λο­γί­α του. Ἔ­γι­νε ὁ οἰ­κο­νό­μος τῶν φτω­χῶν και ὁ ὁ­δη­γός τῶν πλα­νω­μέ­νων. Ὁ Τσά­ρος Νι­κό­λα­ος ὁ Α΄, (1825-1855), πῆ­γε νά τόν συμ­βου­λευ­θῆ γιά τήν ἔκ­βα­σι τοῦ Κρι­μα­ϊ­κοῦ πο­λέ­μου. Τό 1853, σέ πε­ρα­σμέ­νη ἡ­λι­κί­α καί κα­τά­κο­πος ἀ­πό τούς ἀ­σκη­τι­κούς του ἀ­γῶ­νες, ἐ­πέ­στρε­ψε στό Κι­τά­γι­εφ, γιά νά ζή­ση ἐ­κεῖ τίς τε­λευ­ταῖ­ες του ἡ­μέ­ρες. Πα­ρά τήν ἡ­λι­κί­α του ὅ­μως καί τίς πολ­λές του κα­κο­πά­θει­ες, δέν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τούς ἀ­σκη­τι­κούς του ἀ­γῶ­νες. Κά­θε Σάβ­βα­το πή­γαι­νε στήν Λαύ­ρα γιά τήν ἀ­κο­λου­θία τοῦ Ἀ­κα­θί­στου ἐ­νώ­πιον τῆς εἰ­κό­νας τῆς Θε­ο­τό­κου.  Ἄρ­χι­σε νά ­ἐ­πι­κο­ινω­νῆ καλ­λί­τε­ρα μέ τούς ἀν­θρώ­πους πα­ρα­κα­λών­τας τους νά ­προ­σεύ­χων­ται γιά τόν «βρω­με­ρό Θε­ό­φι­λο». Τόν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1853 στα­μά­τη­σε νά τρώ­η καί δι­πλα­σί­α­σε τήν προ­σευ­χή του γιά τήν­ πα­τρί­δα του.

Ἀ­νήγ­γει­λε τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ἐκ­δη­μί­ας του. Καί ἀ­φοῦ τα­κτο­ποί­η­σε τό τα­πει­νο κελ­λί του μέ τήν ­βο­ή­θεια τῶν ὑ­πο­τα­κτι­κῶν του, εἰ­δο­ποί­η­σε τόν Ἡγού­με­νο νά κτυ­πή­σουν τίς καμ­πά­νες, γιά νά ἀ­ναγ­γεί­λουν τόν θά­να­τό του. Ἀ­νε­παύ­θη λέ­γον­τας· «Πά­τερ, εἰς χεῖ­ράς σου πα­ρα­τί­θε­μαι τό πνεῦ­μα μου» (Λουκ. 23,46). Τό­τε εἶ­δε ὁ μα­θη­τής του οἱ οὐ­ρα­νοί νά ἀνοίγουν καί νά δέ­χων­ται τήν ψυ­χή του. Στήν κη­δεί­α του στό με­γα­λύ­τε­ρο πλῆ­θος κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε ἡ χα­ρά γιά τήν με­τά­στα­σι τοῦ Γέ­ρον­τα στούς χο­ρούς τῶν δι­καί­ων, ἀ­πό ὅ­που δεί­χνει πάν­το­τε τήν ἀ­γά­πη του σέ ὅ­σους τόν ἐ­πι­κα­λοῦν­ται γιά βο­ή­θεια.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης