Τῷ αὐτῷ μηνί KH΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Τερεντίου καί Νεονίλλης τῶν ὁμοζύγων. Καί τῶν τέκνων αὐτῶν, Σαρβήλου, Νιτᾶ, Ἱέρακος, Θεοδούλου, Φωτίου, Βήλης καί Εὐνίκης.
Σύν ἑπτά τέκνοις ἡ δυάς τῶν συζύγων,
Τιμήν τομήν ἡγεῖτο τήν ἐκ τοῦ ξίφους
Δειρήν ὀγδοάτῃ γε Τερέντιος εἰκάδι κάρθη.
Αὐτοί ὅλοι ζοῦσαν μέσα σέ ἕνα σπίτι, ἐπειδή ἦταν μιά οἰκογένεια καί κρυφά λάτρευαν τόν Θεό, ὁπότε συκοφαντοῦνται στόν ἡγεμόνα καί παρουσιάζονται στό κριτήριό του. Ἐπειδή ὅμως ὡμολόγησαν τόν Χριστό Θεό ἀληθινό καί εἰρωνεύθηκαν τά εἴδωλα, γι’ αὐτό κρεμάσθηκαν καί καταξεσχίσθηκαν ἀνελέητα. Καί καταραντίσθηκαν οἱ πληγές τους ἀπό ἐπάνω μέ ξύδι δριμύτατο καί ἁλάτι, ἐνῷ ἀπό κάτω φλογίσθηκαν μέ δυνατή φωτιά. Οἱ Ἅγιοι, ὅμως, ἐνῷ ἔπασχαν αὐτά, προσεύχονταν καί μέ σιωπηλή φωνή παρακινοῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον στό μαρτύριο. Ἔτσι δέν παρέβλεψε ὁ Κύριος τήν προσευχή τους, ἀλλά Ἄγγελοι ἀοράτως τούς ἐλευθέρωσαν ἀπό τά δεσμά καί θεράπευσαν τίς πληγές τους. Οἱ ἀσεβεῖς βλέποντας αὐτό, θαύμασαν μαζί καί φοβήθηκαν.
Ἔπειτα ρίχθηκαν οἱ Ἅγιοι στήν φυλακή. Καί τήν ἐρχόμενη ἡμέρα δάρθηκαν μέ ρόπαλα, δηλαδή μέ ραβδιά χοντρά. Μετά ἀπό αὐτά δέθηκαν σέ τροχούς καί δάρθηκαν ἀνελέητα. Παραμένοντας ὅμως ἀβλαβεῖς μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, παραδόθηκαν ὡς τροφή στά θηρία. Καί πάλι ἐπειδή διαφυλάχθηκαν ἀβλαβεῖς, τοποθετήθηκαν μέσα σέ καζάνια μεγάλα γεμᾶτα ἀπό πίσσα βρασμένη, ἀλλά ὁ βρασμός τῆς πίσσας, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως μεταβλήθηκε σέ νερό. Βλέποντας λοιπόν οἱ ἀσεβεῖς, ὅτι διαφυλάσσονται οἱ Ἅγιοι ἀβλαβεῖς ἀπό τά βασανιστήρια, ἀπέκοψαν μέ τό ξίφος τίς κεφαλές τους καί ἔτσι ἔλαβαν οἱ μακάριοι τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Στεφάνου τοῦ Σαββαΐτου, τοῦ καί Ἐπισκόπου γενομένου.
* Ἐπώνυμος Στέφανος οὗ φορεῖς στέφους,
Ὅ πρακτική χείρ ἀρετῆς οἶδε πλέκειν.
* Αὐτός ὁ Ὅσιος ἀπό τήν νεαρή του ἡλικία ἔγινε Μοναχός καί ἔζησε κατά τό ἔτος 790. Δηλαδή, ἦλθε στήν Λαύρα τοῦ μεγάλου Πατρός Σάββα καί ἀφοῦ ἔγινε δεκτός ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες, πού κατοικοῦσαν στήν Λαύρα, διδάχθηκε ἀπό ἐκείνους τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί κάθε ἄλλη ἀρετή καί πρᾶξι ἀσκητική. Ἄγευστος ἔμεινε ἀπό τίς ἡδονές τοῦ κόσμου ὁ μακάριος αὐτός, ἐπειδή ἔγινε Μοναχός πολύ νέος.
Ἀφοῦ λοιπόν προώδευσε στήν κατά Θεό ἡλικία καί ἔλαμψε στήν ὑπακοή καί στήν ἡσυχία, τότε ἀξιώθηκε καί τοῦ χαρίσματος τῆς Ἀρχιερωσύνης. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί χάρι παραδόξων θαυμάτων ἔλαβε ἀπό τόν Θεό, ἀφοῦ πρῶτα νέκρωσε τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος μέ ἐγκράτεια, μέ πόνους ἀσκητικούς καί μέ θεία σύνεσι καί ἀφοῦ ἔφθασε στήν κορυφή τῆς ἀπάθειας. Θεράπευσε μία κόρη δαιμονισμένη μέ τήν προσευχή του καί τήν παρέδωσε ὑγιῆ στόν πατέρα της. Ὄντας πάντοτε στήν ἔρημο, παραδόξως ἐξημέρωνε τά ἄγρια ζῷα. Καί στά ζαρκάδια, πού τόν πλησίαζαν, ἔδινε τροφή μέ τά χέρια του. Μία φορά πάλι, ἐπειδή δίψασε ὁ μαθητής του, κτύπησε ὁ Ὅσιος τήν γῆ μέ τήν ράβδο του καί ἔβγαλε νερό καί τόν πότισε. Καί ἄλλα ἀκόμη σημεῖα καί θαύματα ἔκανε. Ἦταν λοιπόν ἁπλός κατά τό ἦθος. Γλυκός στήν συνομιλία καί εὐκολοκατάδεκτος στήν γνώμη. Αὐτός λοιπόν ἀφοῦ διέλαμψε παντοῦ ὡς ἥλιος καί ἔγινε μέ τήν ἄσκησι καί μέ τά θαύματα καί παράδειγμα ἀρετῆς στούς μαθητές του, εἰρηνικά πρός τόν Κύριο ἐξεδήμησε
Τῇ 28ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τῶν Ἁγίων ἐνδόξων Νεομαρτύρων Μανουήλ, Ἀγγελῆ, Γεωργίου καί Νικολάου († 1824).
Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες Ἀγγελῆς, Μανουήλ, Γεώργιος καί Νικόλαος "ἐκ Μελάμπων Κρήτης", γεννήθηκαν στό χωριό Μέλαμπες Ρεθύμνου Κρήτης ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς χριστιανούς. Ὁ Ἀγγελῆς καί ὁ Μανουήλ ἦταν γνήσια ἀδέλφια, υἱοί τοῦ Ἰωάννη Ρετζέπη. Ὁ Γεώργιος ἦταν υἱός τοῦ Κωνσταντίνου Ρετζέπη. Ὁ Νικόλαος ἦταν υἱός κάποιου ἄλλου Ἰωάννη Ρετζέπη. Ὅλοι δηλαδή ἦταν ἀπό τήν ἴδια οἰκογένεια, πλούσιοι, διακεκριμένοι γιά τήν ἀνδρεία τους, ἔγγαμοι μέ παιδιά καί ἀπολάμβαναν ὅλα τά προνόμια τῶν Μωαμεθανῶν, διότι ὑποκρίνονταν τούς Τούρκους. Τό 1821 ὅμως, συντάχθηκαν μέ τούς χριστιανούς καί πολέμησαν γενναῖα γιά τήν ἐλευθερία τῆς Πατρίδας.
Ὅταν ἐπέστρεψαν στήν γενέτειρά τους καί πῆγαν νά πληρώσουν τούς καθιερωμένους φόρους στούς ἐντεταλμένους Τούρκους, τούς κατάγγειλαν σάν ἀποστάτες τοῦ Μουσουλμανισμοῦ στόν Μεχμέτ πασᾶ τοῦ Ρεθύμνου. Συνελήφθηκαν καί ὡδηγήθηκαν δεμένοι στήν πόλι αὐτή.
Ἐπειδή ὅμως δέν ὑπέκυψαν στίς κολακεῖες τῶν τυράννων καί ἔμειναν σταθεροί στήν πίστι, βασανίσθηκαν μέ τόν πιό φρικτό τρόπο. Τελικά τούς ἀποκεφάλισαν μπροστά στήν "Μεγάλη Πόρτα" τοῦ Ρεθύμνου στίς 28 Ὀκτωβρίου 1824, ἔχοντας καί οἱ τέσσερις μέχρι τήν τελευταία τους ἀναπνοή στά χείλη τους τό «Κύριε ἐλέησον». Ἕνα μεγάλο φῶς ἐξῆλθε τότε ἀπό τά τίμια λείψανά τους, πού ἐκτέθηκαν γιά τρεῖς ἡμέρες σέ δημόσια θέα, τά ὁποῖα στήν συνέχεια εὐλαβεῖς Χριστιανοί τά περισυνέλεξαν. Οἱ τρεῖς κάρες ἀπό αὐτούς τούς Νεομάρτυρες φυλάσσονται στόν Ναό τῶν τεσσάρων μαρτύρων στό Ρέθυμνο.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεοφίλου, τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ, τῆς Λαύρας τῶν σπηλαίων τοῦ Κιέβου.
Γεννήθηκε τό 1788 ἀπό ἱερατική οἰκογένεια. Ἀπό τά πρῶτα του χρόνια ἔδειχνε κάτι τό διαφορετικό στήν ζωή του. Ἡ μητέρα του κινούμενη άπό διάφορες δεισιδαιμονίες προσπάθησε νά τό διώξη ἀπο κοντά της ἄλλοτε ρίχνοντάς τον κοντά σέ ἕναν ποταμό καί ἄλλοτε μηχανευόμενη διάφορες ἄλλες λύσεις. Τελικά τόν πῆγε στό Μοναστήρι τοῦ Μπράσκι στό Κίεβο, ὅπου ἦταν ἕνας θεῖος του Ἱερομόναχος. Μέ τόν θάνατο τοῦ θείου του ὁ ὅσιος ἐγκατέλειψε την Ἀκαδημία, τήν ὁποία παρακολουθοῦσε, ὅσο ζοῦσε ὁ θεῖος του καί το 1812 γράφεται ὡς δόκιμος στήν Μονή τοῦ Μπράσκι. Μοναχός ἔγινε τό 1821 καί τό 1822 χειροτονήθηκε διάκονος. Τό 1827 πρεσβύτερος καί ἀργότερα ὡρίσθηκε οἰκονόμος τῆς Μονῆς. Ἐπειδή ἡ θέσις αὐτή ὅμως εἶναι νευραλγική καί ἀπαιτεῖ πολύν περισπασμό, ζήτησε νά ἀπαλλαγῆ, ἀλλά δέν ἔγινε δεκτή ἡ αἴτησί του. Τό 1834 γίνεται Μεγαλόσχημος μέ τό ὄνομα Θεόφιλος καί ἀποφάσισε νά ἀκολουθήση τήν σκληρή ὁδό τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ. Πολλές φορές ἔκαμνε ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες προκαλοῦσαν ὄχι μόνο τούς πιστούς, πού ἐκκλησιάζονταν, ἀλλά καί ὅλους τούς ἄλλους Μοναχούς. Ἔτσι σέ ὥρα ἀκολουθίας ἔμπαινε τρέχοντας μέσα στόν ναό ἤ τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ ἔπεφτε στά γόνατα μπροστά στήν Ὡραία Πύλη. Φοροῦσε προκλητικά ἕνα κουρέλι στό κεφάλι του καί πολλές φορές πηγαίνοντας ἔξω ἀπό τήν περιοχή τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅπου ὑπῆρχε ποτάμι βαθύ, χωρίς νά ρωτήση κανέναν, ἔπαιρνε τήν βάρκα καί πήγαινε στήν ἀπέναντι ὄχθη, γιά νά μπορῆ νά προσεύχεται ἀπερίσπαστα. Ὅλα αὐτά προκάλεσαν τήν ἀντίδρασι τοῦ Ἡγουμένου καί τῶν ἄλλων Μοναχῶν μέ ἐποτέλεσμα νά ἀναγκασθῆ νά ἀλλάξη τόπο κατοικίας. Ἔτσι τό 1849 τόν βρίσκουμε στήν Σκήτη Κιτάγιεφ, ἐξάρτημα τῆς Λαύρας, πού βρισκόταν κοντά στό Κίεβο, ὅπου ἀγωνιζόταν ὑπέρμετρα, γιά νά ἀποκτήση τήν περιφρόνησι τοῦ κόσμου.
Ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του ἐδῶ ἄλλαξε. Ἔτρωγε ἐλάχιστα καί μερικές ἡμέρες καθόλου. Ἔδειχνε μεγάλο συμπόνοια στά ζῶα. Γι’ αὐτό μέ τήν προσευχή του ἐξημέρωσε ἕναν ἄγριο ταῦρο. Ὅταν ἔφθανε στήν πόλι, ὅλοι οἱ ἔμποροι ἔτρεχαν κάτι νά ἀφήσουν στά πόδια του ὡς εὐλογία, ξέροντας καλά, ὅτι τήν ἡμέρα ἐκείνη τά ἔσοδά τους θά εἶναι μεγαλύτερα.
Ὁ ἴδιος ὅμως προασπαθοῦσε, ὅσο μποροῦσε, νά ἀποφεύγη τούς ἀνθρώπους. Τό καλοκαίρι κυκλοφοροῦσε σχεδόν γυμνός μέ γεμᾶτο πληγές τό σῶμα του ἀπό τά τσιμπήματα τῶν κουνουπιῶν. Μερικές φορές, ὅταν δεχόταν ἐπισκέψεις λέρωνε τό κατώφλι τῆς πόρτας τῆς καλύβης του μέ διάφορες ἀκαθαρσίες, γιά νά ἀποτρέψη τό πλῆθος τῶν ἐπισκεπτῶν.
Τό προορατικό του χάρισμα ἦταν φοβερό: Ὅταν κάποιος πήγαινε νά ἐξομολογηθῆ, ἔβαζε τό χέρι του ἐπάνω στό κεφάλι του καί βλέποντας στόν οὐρανό, τοῦ άποκάλυπτε ὅλες τῆς ἀμαρτίες! Τότε ὁ ἐξομολογούμενος γεμᾶτος φόβο καί ντροπή ἄλλαζε τρόπο ζωῆς.
Ἡ φήμη του ἡ μεγάλη μεταξύ τῶν ἀνθψώπων προκάλεσε τήν ἀντίδρασι τοῦ ἡγουμένου τῆς Σκήτης, ὁ ὁποῖος διαμαρτυρήθηκε στόν Μητροπολίτη. Ὁ μητροπολίτης, ἄνθρωπος φιλόθεος καί πρᾶος, κατάλαβε τήν ἀρετή τοῦ Θεόφιλου καί τόν πῆρε γιά κάποιο διάστημα στήν ἐξοχική του κατοικία.
Ἡ συμπεριφορά του ὅμως καί ἐκεῖ ἦταν πολύ προκλητική και μετέβη τελικά στό Κιτάγιεφ.
Ἡ φήμη του ἁπλώθηκε σέ ὅλη τήν περιοχή. Ὁποιαδήποτε ἐνέργεια νά ἔκαμναν οἱ ἄνθρωποι ζητοῦσαν τήν εὐλογία του. Ἔγινε ὁ οἰκονόμος τῶν φτωχῶν και ὁ ὁδηγός τῶν πλανωμένων. Ὁ Τσάρος Νικόλαος ὁ Α΄, (1825-1855), πῆγε νά τόν συμβουλευθῆ γιά τήν ἔκβασι τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου. Τό 1853, σέ περασμένη ἡλικία καί κατάκοπος ἀπό τούς ἀσκητικούς του ἀγῶνες, ἐπέστρεψε στό Κιτάγιεφ, γιά νά ζήση ἐκεῖ τίς τελευταῖες του ἡμέρες. Παρά τήν ἡλικία του ὅμως καί τίς πολλές του κακοπάθειες, δέν ἐγκατέλειψε τούς ἀσκητικούς του ἀγῶνες. Κάθε Σάββατο πήγαινε στήν Λαύρα γιά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου ἐνώπιον τῆς εἰκόνας τῆς Θεοτόκου. Ἄρχισε νά ἐπικοινωνῆ καλλίτερα μέ τούς ἀνθρώπους παρακαλώντας τους νά προσεύχωνται γιά τόν «βρωμερό Θεόφιλο». Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1853 σταμάτησε νά τρώη καί διπλασίασε τήν προσευχή του γιά τήν πατρίδα του.
Ἀνήγγειλε τήν ἡμέρα τῆς ἐκδημίας του. Καί ἀφοῦ τακτοποίησε τό ταπεινο κελλί του μέ τήν βοήθεια τῶν ὑποτακτικῶν του, εἰδοποίησε τόν Ἡγούμενο νά κτυπήσουν τίς καμπάνες, γιά νά ἀναγγείλουν τόν θάνατό του. Ἀνεπαύθη λέγοντας· «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τό πνεῦμα μου» (Λουκ. 23,46). Τότε εἶδε ὁ μαθητής του οἱ οὐρανοί νά ἀνοίγουν καί νά δέχωνται τήν ψυχή του. Στήν κηδεία του στό μεγαλύτερο πλῆθος κυριαρχοῦσε ἡ χαρά γιά τήν μετάστασι τοῦ Γέροντα στούς χορούς τῶν δικαίων, ἀπό ὅπου δείχνει πάντοτε τήν ἀγάπη του σέ ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται γιά βοήθεια.


Login