Τῇ 10ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἀμβροσίου
τῆς Ὄπτινα (†1891).
Ὁ στάρετς Ἀμβρόσιος θεωρεῖται ὁ κορυφαῖος ἀπό τούς γέροντες τῆς Ὄπτινα. Γενννήθηκε στίς 23 Νοεμβρίου τοῦ 1812 στό χωριό Λιπόβιτς τοῦ Ταμπώφ. Ἦταν τό ἕκτο ἀπό τά ὀκτώ παιδιά τοῦ Μιχαήλ Θεοδώροβιτς Γρένκωφ καί στό βάπτισμα τοῦ ἔδωσαν τό ὄνομα Ἀλέξανδρος, πρός τιμήν τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκυ.
Τά ἱερά γράμματα τά διδάχθηκε ἀπό τόν παπποῦ του, πού ἦταν ἐφημέριος τοῦ χωριοῦ, καί στήν συνέχεια συνέχισε σπουδές στήν ἱερατική σχολή τοῦ Ταμπώφ. Στό τέλος τῶν σπουδῶν του ἀσθένησε σοβαρά καί ὑποσχέθηκε, ὅτι, ἄν θεραπευθῆ, θά πάη σέ Μοναστήρι. Γενόμενος ὅμως καλά ἀνέβαλε τήν ὑπόσχεσί του καί ἐργάσθηκε ὡς οἰκοδιδάσκαλος καί ἀργότερα δίδαξε καί ἑλληνικά σέ ἱερατική σχολή.
Ὁ Θεός μέ διάφορα σημεῖα τόν καλοῦσε νά τηρήση τήν ὑπόσχεσί του. Κατόπιν τετραετίας καί μέ τήν συμβουλή ἑνός προορατικοῦ Γέροντα πῆγε στήν Ὄπτινα, ὅπου διακονοῦσε τόν στάρετς Λεωνίδα (11 Ὀκτωβρίου).
Τό 1812 ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Ἀμβρόσιος καί τρία χρόνια ἀργότερα ἔγινε πρεσβύτερος. Κατόπιν στήν Ὄπτινα τά καθήκοντα τοῦ στάρετς Λεωνίδα τά ἀνέλαβε ὁ στάρετς Μακάριος, τόν ὁποῖο βοηθοῦσε ὁ Ἀμβρόσιος στήν μετάφρασι πατερικῶν κειμένων, ὡς καλός γνώστης τῶν ἀρχαίων γλωσσῶν.
Ὅ Ἀλέξανδρος πῆγε στό Μοναστήρι τῆς Ὄπτινα σέ ἡλικία 27 ἐτῶν. Τόν δέχθηκαν μέ ἀγάπη καί σέ λίγες ἡμέρες τοῦ ἀνέθεσαν σάν προσωρινό διακόνημα νά ἀντιγράψη τό βιβλίο «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία», πού εἶχε μεταφρασθῆ ἀπό τήν ἑλληνική.
Εἶχε τίς ἀρετές πού εἶχαν ὅλοι οἱ ἄλλοι γέροντες μαζί καί μάλιστα στό ὕψιστο σημεῖο τους. Διακρινόταν γιά τήν ἁγία ταπείνωσί του, τήν ἁγνότητα τοῦ νοῦ καί τῆς καρδίας, τήν ἀγάπη του, πού ξεχείλιζε, καθώς καί γιά τήν αὐτοθυσία, πού ἔδειχνε γιά τήν σωτηρία τοῦ πλησίον του. Λόγῳ τῆς μεγάλης ταπεινοφροσύνης του ὁ Κύριος τόν προίκισε μέ πνευματικά χαρίσματα, μέ τά ὁποῖα θεράπευε τίς ψυχές, πού ὑπόφεραν. Διάβαζε τίς καρδιές, γνώριζε τά παρελθόντα καί τά παρόντα καί προγνώριζε τά μέλλοντα τῶν ἀνθρώπων. Πρόσφερε στούς συνομιλητές του τόν ἀληθινό, ἀποκαλυμμένο λόγο τοῦ Θεοῦ. Τόσο μεγάλα ἦταν τά χαρίσματά του, ὥστε κοντά του, στό ταπεινό κελλάκι του, ἔφθαναν κάθε ἡμέρα ἑκατοντάδες ἄνθρωποι, γιά νά τόν δοῦν καί νά τόν ἀκούσουν. Ἀνάμεσά τους ἦταν καί οἱ συγγραφεῖς Ντοστογιέφσκυ, Τολστόι, Λεόντιεφ, Σολόβιεφ, Κιρεγιέφσκυ κ. ἄ. Ὁ Ντοστογιέφσκυ τόσο πολύ ἐνθουσιάσθηκε μέ τήν ἐπίσκεψί του στήν Ὄπτινα, ὥστε στό τελευταῖο ἔργο του, τούς «Ἀδελφούς Καραμάζωφ», περιέγραψε πιστά τήν πνευματική εἰκόνα τοῦ μοναστηρίου καί τοῦ στάρετς Ἀμβροσίου. Ὁ πασίγνωστος π. Ζωσιμᾶς τοῦ ἔργου δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τό στάρετς Ἀμβρόσιο, τά λόγια καί τίς συμβουλές τοῦ ὁποίου ὁ Ντοστογιέφσκυ ἔβαλε στό στόμα τοῦ ἥρωά του.
Τό 1860 ἦταν μία θλιβερή χρονιά γιά τήν Ὄπτινα. Ὁ στάρετς Μακάριος, πού μέ τήν παρουσία του, τήν σοφία του καί τήν ἁγιότητα του ξεκούραζε καί ὠφελοῦσε πλῆθος ψυχές, ἦλθε ἡ ὥρα νά ἀναπαυθῆ ἀπό τούς κόπους καί τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες του καί νά παρουσιασθῆ στό νυμφίο Χριστό, πού τόσο ἀγάπησε ἀπό τή νεότητά του.
Προτοῦ κοιμηθῆ ἀκόμα ὁ στάρετς Μακάριος, εἶχε ἀρχίσει νά προετοιμάζη τόν π. Ἀμβρόσιο γιά νά τόν διαδεχθῆ στό διακόνημα τῆς πνευματικῆς καθοδηγήσεως. Τόν τελευταῖο καιρό ἔστελνε πολλά ἀπό τά πνευματικά του παιδιά νά τόν συμβουλεύωνται καί νά συζητοῦν τά προβλήματά τους μαζί του. Καί ἡ θητεία τοῦ π. Ἀμβροσίου κοντά στούς μεγάλους στάρετς Λεωνίδα καί Μακάριο τόν εἶχαν προετοιμάσει κατάλληλα γιά τό ἔργο αὐτό.
Ἔτσι, μετά τήν κοίμησι τοῦ στάρετς Μακαρίου, τά πολυάριθμα πνευματικά του παιδιά ἄρχισαν φυσιολογικά νά τρέχουν κοντά στόν καινούργιο γέροντα, γιά νά χορτάσουν τήν πνευματική τους δίψα. Καί ὁ π. Ἀμβρόσιος ἀποδείχτηκε ἄξιος συνεχιστής καί διάδοχος τοῦ γέροντά του.
Ἡ φήμη τοῦ νέου στάρετς ἄρχισε νά διαδίδεται παντοῦ.
Ὁ συγγραφέας Λέων Τολστόι, πού ὠφελήθηκε πολύ ἀπό μία ἐπίσκεψί του στόν στάρετς, ἔγραψε: «Ἁπλῶς τοῦ μίλησα, τίποτε παραπάνω, καί ἡ ψυχή μου ἀμέσως ξαλάφρωσε. Ὅταν μιλᾶς μέ τέτοιους ἀνθρώπους, αἰσθάνεσαι πόσο κοντά σου εἶναι ὁ Θεός!» Ἕνας ἄλλος συγγραφέας ἔκανε λόγο γιά τήν ἀπροσμέτρητη ἄβυσσο ἀγάπης τοῦ στάρετς, πού ἀγκάλιαζε ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἐπίσης, μεταξύ τῶν διανοουμένων ἐπισκεπτῶν του συγκαταλέγεται καί ὁ Ντοστογιέφσκι.
Ὁ στάρετς ζοῦσε λίγο ἔξω ἀπό τήν μονή, στήν σκήτη. Ἡ ἡμέρα του ἄρχιζε στίς τέσσερις τό πρωί. Μετά τήν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ἀφιερωνόταν στήν προσευχή γιά τρεῖς ὧρες, καί ἀπό τίς ἐννέα ἄρχιζε νά βλέπη πρῶτα τούς μοναχούς καί κατόπιν τούς λαϊκούς. Οἱ συνομιλίες του διαρκοῦσαν μέχρι τίς ἕνδεκα τό βράδυ. Στίς σπάνιες ἐλεύθερες στιγμές του ὑπαγόρευε ἀναρίθμητες ἐπιστολές, ἀπαντῶντας σέ περισσότερα ἀπό σαράντα γράμματα κάθε ἡμέρα, συχνά χωρίς κἄν νά ἀνοίξη τόν φάκελο.
Ὁ στάρετς Ἀμβρόσιος περισσότερο ἀπό τούς μεγάλους καί κοπιώδεις ἀσκητικούς ἀγῶνες, συνιστοῦσε τήν μετάνοια καί τήν ταπεινή συντριβή τῆς καρδιᾶς. Παράλληλα ὁ στάρετς ὠργάνωσε ὁμάδες εὐλαβῶν λαϊκῶν, ἀφιερωμένων στίς ἀγαθοεργίες καί στήν βοήθεια τῶν πτωχῶν καί τῶν ὀρφανῶν.
Στήν Ρωσία, μετά τίς καταστροφικές μεταρρυθμίσεις τῆς Αἰκατερίνης Β΄, δέν ἦταν πλέον δυνατόν οἱ νεαρές κοπέλες τῶν πτωχῶν οἰκογενειῶν νά ἀσπασθοῦν τόν μοναχικό βίο, ἐπειδή ὅλα τά μοναστήρια ἦταν ὑποχρεωμένα νά ἀπαιτοῦν ἀπό τίς ὑποψήφιες μεγάλη προῖκα. Γιά νά διορθώση αὐτή τήν ἀδικία ὁ στάρετς Ἀμβρόσιος, ἀνέλαβε κατά τά δέκα τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του τήν ἵδρυσι καί τήν ὀργάνωσι ἑνός γυναικείου μοναστηριοῦ στό Σαμορντῖνο, δεκαπέντε περίπου χιλιόμετρα μακριά ἀπό τήν Ὄπτινα. Μέσα σέ μικρό χρονικό διάστημα προσῆλθαν στήν μονή περισσότερες ἀπό χίλιες μοναχές ἀπό ὅλες τίς κοινωνικές τάξεις. Οἱ μοναχές ζοῦσαν μέ ἁρμονία καί ἀγάπη, ἀκολουθῶντας τήν παράδοσι τῶν ἁγίων Πατέρων καί ἔχοντας ὡς ἄξονα τῆς ζωῆς τους τήν μορφή τοῦ στάρετς Ἀμβροσίου. Στά κτίρια τῆς μονῆς ὁ στάρετς πρόσθεσε ἄσυλο, σχολεῖο, νοσοκομεῖο καί πτωχοκομεῖο γιά ἡλικιωμένες γυναῖκες. Ἔτσι, τό μοναστηριακό συγκρότημα ἔγινε ἀληθινή πόλι τῆς ἀγάπης καί προσείλκυε πλήθη ἀπόρων, ἀσθενῶν καί ἀναξιοπαθούντων.
Ἀλλά οἱ ἀνάγκες τοῦ μοναστηριοῦ ὑποχρέωναν τόν στάρετς νά τό ἐπισκέπτεται συχνά. Ὅταν μάλιστα ἄρχισε ἡ ἀνέγερσι ἑνός λιθόκτιστου ναοῦ, ἀναγκάσθηκε νά ἐγκατασταθῆ στό Σαμορντίνο, γιά νά ἐπιβλέπη τίς ἐργασίες. Ἡ ἀπουσία του αὐτή προκάλεσε σχόλια μεταξύ τῶν μοναχῶν τῆς Ὄπτινα καί ἀντίδρασι ἐκ μέρους τοῦ ἐπισκόπου της Καλούγκα. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ ὅσιος πέρασε ὅλο τό καλοκαίρι τοῦ 1889 στό Σαμορντῖνο, γιά νά τακτοποιήση τίς ὑποθέσεις τῆς μονῆς καί νά ὀργανώση τόν βίο της, διότι ἡ νέα ἡγουμένη δέν ἦταν ἱκανή στήν διοίκησι.
Ἦταν ὅμως φανερό, ὅτι ὁ στάρετς Ἀμβρόσιος βιαζόταν νά ὁλοκληρώση τό ἔργο του καί προετοιμαζόταν γιά τήν ἐκδημία του. Ἀρρώστησε στίς ἀρχές τοῦ φθινοπώρου. Ὅταν τοῦ ἀνάγγειλαν, ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἶχε ἀποφασίσει νά ἔλθη αὐτοπροσώπως στήν μονή, γιά νά τόν στείλη πίσω στήν Ὄπτινα, δέχθηκε τήν εἴδησι μέ μεγάλη ἠρεμία. Γύρω στά 1890 ὁ στάρετς ἄρχισε νά μή νιώθη καλά. Ἡ προχωρημένη ἡλικία του, οἱ κόποι πού κατέβαλε, οἱ ἀρρώστιες πού εἶχε περάσει καί ἡ πολύχρονη ἄσκησι βάραιναν πάνω στό πολύπαθο κορμί του. Αὐτό τό τελευταῖο διάστημα, πού ὁ στάρετς ἔμενε στό Σαμορντίνο, συνέπεσε νά ἀντιμετωπίση καί πολλές θλίψεις, πού τόν κατέβαλαν ἀκόμα περισσότερο.
Ἡ ἀνατολή τοῦ ἡλίου τῆς 11ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1891 ἦταν ἡ τελευταία τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ στάρετς. Γύρω στίς 11 ἡ ὥρα τό πρωί τοῦ διάβασαν τήν εὐχή «εἰς ψυχορραγοῦντα». Ὅλα ἔδειχναν πώς ἡ ψυχή του προετοιμαζόταν νά χωρισθῆ ἀπό τό σκήνωμά της. Ὁ ἑτοιμοθάνατος στάρετς πῆρε μία βαθειά ἀνάσα καί μετά σήκωσε μέ κόπο τό δεξί του χέρι, τό ἀκούμπησε στό μέτωπό του, μετά στό στῆθος, στό δεξί του ὦμο καί κατέληξε κουρασμένο στόν ἀριστερό. Ἦταν ἡ σταυρική ἐπισφράγισι τῆς γήινης πορείας του, τό «τετέλεσται» τῆς νίκης. Σέ λίγα λεπτά παρέδωσε τήν ἁγία ψυχή του εἰρηνικά στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Στό πρόσωπό του ἐκείνη τήν στιγμή εἶχε ζωγραφισθῆ μία ὑπερκόσμια χαρά καί στά χείλη του διακρινόταν ἕνα οὐράνιο χαμόγελο. Τό πνευματικό κενό, πού ἄφησε πίσω του, ἦταν πολύ μεγάλο.
Μετά τήν ἀπελευθέρωσι τῆς Ρωσίας ἀπό τό ἀθεϊστικό καθεστώς τό 1989 ἔγινε ἡ ἐκταφή του καί ἀνακηρύχθηκε ἅγιος. Σήμερα τόν εὐλαβοῦνται πολύ καί τόν προσκυνοῦν παντοῦ. Τό ἱερό λείψανό του ἀναπαύεται στό Καθολικό τῆς Ὄπτινα, πού λειτουργεῖ ξανά καί ἔχει περίπου ἑκατό Μοναχούς.


Login