Ἕνας Ἱερέας καί ἕνας εὐλαβής Διάκονος ἔχοντας μεταξύ τους ἀγάπη, τήν ἀγαπημένη ἀπό τόν Θεό, ἀπό δαιμονική συνεργία ἔπεσαν σέ μῖσος καί ἔχθρα καί ἔμειναν γιά πολύν καιρό ἀσυμφιλίωτοι. Ἐπειδή ὅμως συνέβη νά πεθάνη ὁ Ἱερέας μέ τό μῖσος αὐτό, γι’ αὐτό ὁ Διάκονος ἐλυπεῖτο ἀπαρηγόρητα, πού δέν πρόφθασε νά διαλύση τήν ἔχθρα, ὅσο ζοῦσε ὁ Ἱερέας. Τότε ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκε τό περιστατικό σέ μερικούς Πατέρες διακριτικούς, παρακινήθηκε ἀπό αὐτούς νά πάη σέ ἕναν ἐρημίτη Μοναχό καί νά φανερώση τήν ὑπόθεσι. Ὁ Διάκονος τότε μέ μεγάλη προθυμία βάδιζε στούς ἐρημικώτερους τόπους, ζητῶντας τόν ἰατρό τῆς πληγῆς του.
Καί λοιπόν βρίσκει ἕνα Γέροντα καί τοῦ φανερώνει τῆς μνησικακίας τό πάθος καί τοῦ ζητεῖ πληροφορία γιά τήν συγχώρησι τῆς ἁμαρτίας του αὐτῆς. Ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε· “ Ἀδελφέ, ὅποιος μέ πίστι ζητεῖ, ἐκεῖνος καί εὑρίσκει. Καί ὅποιος κρούει πρόθυμα, σέ ἐκεῖνον καί ἡ θύρα ἀνοίγεται, κατά τήν ἀψευδῆ τοῦ Κυρίου ἀπόφασι. Ἔτσι καί σέ ἐσένα, ἀγαπητέ, θά σοῦ χαρίση ὁ Κύριος τήν λύσι τοῦ ζητήματός σου, ἄν τό ζητᾶς καί μέ πόνο τῆς καρδιᾶς. Πρός τό παρόν, ὅμως, πήγαινε ἀπό ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἦλθες. Καί, ὅταν ἔλθη ἡ νύκτα, πήγαινε στήν μεγάλη Ἐκκλησία[1] καί πρό τοῦ ἀκόμη νά πάη κανείς στήν Ἐκκλησία, ἐσύ στάσου στίς ὡραῖες πύλες τοῦ ναοῦ. Καί ὅποιος ἔλθη πρῶτος νά μπῆ σ’ αὐτές, ἐκεῖνον πιᾶσε καί χαιρέτισέ τον ἀπό μέρους μου, δίνοντάς του αὐτό τό σφραγισμένο γράμμα. Καί ὁπωσδήποτε ἀπό ἐκεῖνον θά σοῦ γίνη ἡ σίγουρη διόρθωσις τοῦ σφάλματός σου”. Τότε ὁ Διάκονος πῆγε κατά τό μεσονύκτιο στόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας καί στάθηκε στίς ἔξω πόρτες τοῦ νάρθηκα. Καί ἀμέσως ἐμφανίσθηκε ὁ θεῖος ἄνθρωπος ἐκεῖνος τόν ὁποῖο εἶχε φανερώσει ὁ Γέροντας, στόν ὁποῖο, ἀφοῦ χαιρέτησε ὁ Διάκονος, ἔδωσε τό γράμμα τοῦ Γέροντα. Τοῦ ἐξομολογεῖται ἀκόμη καί τήν ὑπόθεσι τοῦ μίσους. Ὁ θεῖος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, πού ἦταν ὀξύς στόν νοῦ, σκέφθηκε, πώς αὐτή εἶναι μία θεία οἰκονομία. Γι’ αὐτό ἄρχισε νά δακρύζη καί νά ταπεινώνεται λέγοντας· «Ποιός εἶμαι ἐγώ ὁ ἐλάχιστος, γιά νά τολμήσω αὐτό τό μεγάλο ἐπιχείρημα; Ὅμως θαρρῶντας στίς εὐχές τοῦ ἁγίου Γέροντα, πού σέ ἔστειλε, θά τολμήσω αὐτά πού εἶναι μεγαλύτερα ἀπό τήν δύναμί μου». Καί λοιπόν, καθώς στεκόταν μπροστά στίς κλεισμένες πόρτες τοῦ Ναοῦ, σήκωσε τά χέρια του στόν οὐρανό καί, ἀφοῦ γονάτισε καί ἀκούμπησε τό κεφάλι του στό ἔδαφος τοῦ Ναοῦ, κρυφομιλῶντας προσευχόταν στόν Θεό. Καί μετά ἀπό λίγο σηκώθηκε ἐπάνω καί εἶπε· “Ἄνοιξέ μας τήν θύρα τοῦ ἐλέους σου, Κύριε”. Καί, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως οἱ ἔξω πόρτες τοῦ νάρθηκα ἄνοιξαν μόνες τους. Καί μπαίνοντας μέσα μαζί μέ τόν Διάκονο, στάθηκαν στήν αὐλή τοῦ νάρθηκα. Ἀπό ἐκεῖ πάλι πῆγαν ἕως τίς ἀργυρές πόρτες τοῦ Ναοῦ. Τότε ὁ ἱερός ἐκεῖνος ἄνθρωπος λέει πρός τόν Διάκονο· “Ἐδῶ στάσου καί μή προχωρῆς περισσότερο”. Ἐκεῖ λοιπόν πάλι στά κατώφλια κάνοντας τήν συνήθη προσκύνησι ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος, ἄνοιξε καί τίς πόρτες ἐκεῖνες. Ὅταν μπῆκε στόν Ναό, δεχόταν ἐπάνω του ἕνα παράδοξο θέαμα. Διότι ἀπό ἐπάνω ἀπό τήν σκέπη τοῦ Ναοῦ κατεβαίνοντας μία φωτεινή λυχνία στό κεφάλι τοῦ θαυμαστοῦ ἐκείνου, συγχρόνως καί τόν Ναό ὅλο φώτιζε καί, ὅπου ἐκεῖνος πήγαινε, ἐκεῖ ἀκολουθοῦσε καί ἡ λυχνία. Ὅταν ἔφθασε στό Ἅγιο Βῆμα, ἔσκυψε καί ἐκεῖ τό κεφάλι του καί προσευχήθηκε. Ἔπειτα ἥσυχα βγῆκε ἔξω ὅπου ἦταν ὁ Διάκονος καί ἀμέσως ὅλες οἱ πόρτες ἔκλεισαν μόνες τους.
Τότε ὁ Διάκονος γέμισε ὁλόκληρος ἀπό ἀγωνία καί φόβο. Διότι ἐξεπλάγη καί δέν τολμοῦσε νά πλησιάση καθόλου ἕναν τέτοιον θαυμαστό ἄνδρα, ἐπειδή εἶχε τό πρόσωπο δοξασμένο καί λαμπρό, ὡς πρόσωπο Ἀγγέλου. Ἔτσι καί μέ τούς λογισμούς παλαίβοντας ἔλεγε· “Μήπως αὐτός πού φαίνεται εἶναι Ἄγγελος καί ὄχι ἄνθρωπος”; Αὐτήν τήν πάλη τῶν λογισμῶν γνωρίζοντας μέ τό διορατικό πνεῦμα ὁ διορατικώτατος ἐκεῖνος ἄνδρας, λέγει πρός τόν Διάκονο. «Γιατί πολεμεῖσαι γιά μένα καί ταράσσεσαι ἀπό τούς λογισμούς σου, ὦ ἄνθρωπε; Πίστεψε, ὅτι καί ἐγώ ἄνθρωπος εἶμαι χοϊκός, σύνθετος ἀπό ψυχή καί σῶμα, ὅπως καί οἱ λοιποί ἄνθρωποι. Εἶμαι ἀκόμη ὡς πρός τό ἐπάγγελμα χαρτουλάριος μιᾶς πλούσιας οἰκίας καί ἀπό αὐτό τό ἐπάγγελμα ἀποκομίζω τά ἀπαραίτητα γιά τήν ζωή. Ἀλλ’ ὅμως ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πού τά κυβερνᾶ ὅλα καλά, συνηθίζει πολλές φορές νά ἐνεργῆ μέ τούς ταπεινούς μεγάλα θαυμάσια. Ὅμως, ἀδελφέ, ἄς ἀναφερθοῦμε καί στήν ὑπόθεσί σου». Καί λοιπόν πηγαίνοντας καί οἱ δύο στό παζάρι, ἔφθασαν στόν ἐκεῖ εὑρισκόμενο Ναό τῆς Θεοτόκου. Ἐκεῖ πάλι ἀφοῦ προσευχήθηκε, ἄνοιξε μέ τήν προσευχή του τίς πόρτες καί μπῆκε στόν Ναό. Καί ἀφοῦ ἔφθασε στό Ἅγιο Βῆμα καί ἔκανε τήν συνήθη εὐχή, βγῆκε πάλι στόν Διάκονο, πού φώναζε μέ θαυμασμό τό, «Κύριε ἐλέησον». Καί πάλι οἱ πόρτες ἔκλεισαν μόνες τους.
Ἔπειτα πηγαίνουν στόν Ναό τῶν Βλαχερνῶν. Τόσο γρήγορα μάλιστα βάδιζαν, ὅπως διηγήθηκε αὐτός ὁ ἴδιος Διάκονος, ὥστε οὔτε πέταγμα πουλιοῦ δέν μποροῦσε νά συγκριθῆ μέ τήν γρηγοράδα ἐκείνων. Φθάνοντας λοιπόν στίς πόρτες, ἀμέσως ἄνοιξε καί ἐκεῖνες μέ τήν προσευχή του. Ὅταν δέ ἔφθασε στίς πόρτες τοῦ Ναοῦ, μέσα στόν ὁποῖο ἦταν ἡ κιβωτός πού εἶχε τήν τιμία Ζώνη τῆς Θεοτόκου, τότε ὁ ἱερός χαρτουλάριος βρέχοντας τό πρόσωπό του ἀπό δάκρυα σταμάτησε τόν Διάκονο στίς πόρτες πού ἀναφέρθηκαν καί τοῦ παρήγγειλε νά βλέπη προσεκτικά ἐκείνους πού μπαίνουν στόν Ναό. Ἀφοῦ προσευχήθηκε, ὅπως συνήθιζε στό κατῶφλι, ἀμέσως ἀνοίχθηκαν καί ἐκεῖνες. Τότε μπαίνοντας στόν Ναό καί φθάνοντας στήν μέση του Ναοῦ ἔκλινε τά γόνατα στό ἔδαφος καί ἔκανε θερμότερη προσευχή. Ὁ Διάκονος ἔξω στεκόμενος στήν σκάλα τῆς πόρτας τοῦ Ναοῦ καί βλέποντας ἔγινε ἔκθαμβος. Διότι εἶδε καθαρά σάν ἕνα Διάκονο, πού βγῆκε ἀπό τό Ἅγιο Βῆμα κρατῶντας στά χέρια θυμιατήριο καί νά θυμιάζη ὅλον τόν Ναό. Μετά ἀπό λίγη ὥρα εἶδε σάν μερικούς κληρικούς, πού φοροῦσαν στολή ἱερατική πολύ ὡραία. Ὕστερα ἀπό αὐτούς εἶδε ἄλλο τάγμα Ἱερέων φωτεινό, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ μπῆκαν μέσα, στάθηκαν σέ δύο χορούς καί ἔψαλαν ἕνα μέλος πολύ γλυκό καί θαυμάσιο. Ἀπό τό μέλος ἐκεῖνο ἄλλο λόγο δέν μπόρεσε νά καταλάβη ὁ Διάκονος, παρά μόνο τό, Ἀλληλούια. Ὁ θαυμαστός χαρτουλάριος, ἀφοῦ τελείωσε τήν προσευχή του, βγῆκε ἔξω καί λέει στόν Διάκονο· “Ἀδελφέ, μπές ἀνεμπόδιστα στόν Ναό καί βλέποντας τόν ἀριστερό χορό τῶν Ἱερέων, πρόσεξε ἄν ἐκεῖ στέκεται ὁ Ἱερέας ἐκεῖνος, μέ τόν ὁποῖο ἔμεινες ἀσυμφιλίωτος”. Τότε μπαίνοντας μέ φόβο καί τρόμο ὁ Διάκονος καί παρατηρῶντας τόν ἀριστερό χορό, ὅπως διατάχθηκε, βγῆκε ἔξω πρός τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ καί λέει· “Δέν μπόρεσα νά γνωρίσω ἐκεῖ τόν Ἱερέα ἐκεῖνον, μέ τόν ὁποῖο εἶχα τήν ἔχθρα”. Τότε λέει στόν Διάκονο ὁ ἐπίγειος ἐκεῖνος ἄγγελος. “Μπές πάλι στόν Ναό καί πρόσεξε τόν δεξιό χορό”. O Διάκονος, ἐκτελῶντας τήν ἐντολή, γνώρισε ἐκεῖ τόν ζητούμενο Ἱερέα.
Τότε βγῆκε ἔξω καί τό ἀνήγγειλε αὐτό πρός τόν θεῖο ἄνδρα, ὁ ὁποῖος εἶπε πρός τόν Διάκονο· “Ἐάν γνωρίζης καλά, ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Ἱερέας τόν ὁποῖον ἐσύ ζητᾶς, πήγαινε καί πές του· Ὁ Νικήτας ὁ Χαρτουλάριος στέκεται ἔξω καί σέ προσκαλεῖ”. Καί ἀμέσως ὁ Διάκονος πηγαίνοντας ἔπιασε τόν ζητούμενο Ἱερέα ἀπό τό δεξί χέρι καί τόν ἔβγαλε ἔξω. Μόλις τόν εἶδε ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος, τοῦ εἶπε μέ ἤρεμη φωνή· “Κύριε Πρεσβύτερε, συμφιλιώσου μέ τόν ἀδελφό, ἐπειδή δέν πρόλαβες νά συμφιλιωθῆς, ὅταν ἤσουν ἀκόμη ζωντανός”. Τότε λοιπόν ὁ Ἱερέας καί ὁ Διάκονος γονατίζοντας καί οἱ δύο καί βάζοντας ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλο μετάνοια, συμφιλιώθηκαν καί ἔτσι διέλυσαν τήν ἔχθρα· καί ὁ μέν Ἱερέας μπῆκε πάλι στόν Ναό καί στάθηκε στόν τόπο του στόν χορό, ὁ δέ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ παίρνοντας τόν Διάκονο, βγῆκε ἔξω. Καί, ἀφοῦ προσευχήθηκε στό κατῶφλι, ἔκανε νά κλεισθοῦν πάλι οἱ πόρτες μέ θεία δύναμι.
Ἀφοῦ λοιπόν βάδισε μέ τόν Διάκονο λίγο διάστημα, στάθηκε σέ ἕνα τόπο καί τοῦ λέει· “Ἀδελφέ, σῴζων σῶσον τήν σεαυτοῦ ψυχήν”. Καί στόν ἅγιο Γέροντα, πού σέ ἔστειλε στήν ταπεινότητά μου, νά πῆς, ὅτι ἡ καθαρότητα τῶν προσευχῶν σου καί ἡ παρρησία, πού ἔχεις στόν Θεό, αὐτή μπόρεσε νά ἀναστήση καί νεκρό, γιά νά συμφιλιωθῆ καί νά εἰρηνεύση μέ τόν ἀδελφό του, χωρίς ἐγώ νά συνεργήσω καθόλου σ’ αὐτό”. Αὐτά ἀφοῦ εἶπε ἐκεῖνος ὁ τρισμακάριστος ἄνθρωπος, ἐξαφανίσθηκε ἀπό τούς ὀφθαλμούς τοῦ Διακόνου. Ὁ Διάκονος, ἀφοῦ προσκύνησε τόν τόπο, στόν ὁποῖο στέκονταν τά ἱερά πόδια τοῦ θείου ἄνδρα, βάδισε γεμᾶτος θαυμασμό τό ὑπόλοιπο διάστημα τῆς ὁδοῦ. Καί, ἀφοῦ ἦλθε στόν ἐρημίτη πού τόν ἔστειλε ἐκεῖ, τοῦ φανέρωσε ὅλα, ὅσα εἶδε καί ἄκουσε. Αὐτά διηγήθηκε καί σέ ἐμένα[2] ὁ ἴδιος αὐτός Διάκονος, πληροφορῶντας μέ ὅρκους τά λεγόμενα, ὅτι εἶναι ἔτσι, ὅπως γράφτηκαν ἐδῶ, γιά τήν δόξα τοῦ ἀληθινοῦ μας Θεοῦ. Ἀμήν.
[1] Ἀπό αὐτό συμπεραίνεται, ὅτι αὐτοί, ὁ Ἱερέας καί ὁ Διάκονος, στήν Κωνσταντινούπολι βρίσκονταν ἤ καί Κωνσταντινουπολίτες ἦταν. Καθότι ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἦταν ὁ Ναός τῆς Ἁγίας Σοφίας, τῆς μεγαλύτερης ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν στήν Κωνσταντινούπολι, ἀπό τήν ὁποία μέχρι σήμερα ἔλαβε τήν ἐπωνυμία τό τῆς Κωνσταντινουπόλεως Πατριαρχεῖο, νά λέγεται Μεγάλη Ἐκκλησία, αὐτή λέω, στήν Κωνσταντινούπολι ἦταν. Διότι ὁ Ναός τῆς Ἁγίας Σοφίας, ὄχι μόνον κατ’ ἐξοχήν λεγόταν Μεγάλη Ἐκκλησία γιά τό μέγεθος, καί διότι ἦταν θρόνος τῶν Πατριαρχῶν, ἀλλά καί διότι οἱ βασιλεῖς τῆς Κωνσταντινουπόλεως τήν ὠνόμαζαν μητέρα. Ἔστι ὁ Ἰουστινιανός στήν γ΄ Ἰουστινιάνεια Νεαρά γράφει γι’ αὐτήν: «Τήν τῆς ἡμετέρας βασιλείας Μητέρα». (Βλέπε σελ. 426 τῆς Γεωγραφίας τοῦ Μελετίου.)
[2] Αὐτός φαίνεται νά ἦταν ὁ Μαυρίκιος, ὁ Διάκονος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος τά Συναξάρια συγκέντρωσε καί συνέγραψε, ὁ ὁποῖος καί τήν διήγησι αὐτή συνέγραψε, καθώς τοῦ τήν διηγήθηκε συμφιλιωθείς μέ τόν Ἱερέα ὁ Διάκονος.


Login