Διήγησις περί ἀγάπης πάνυ ὠφέλιμος.

Ἕ­νας Ἱ­ε­ρέ­ας καί ἕ­νας εὐ­λα­βής Δι­ά­κο­νος ἔ­χον­τας με­τα­ξύ τους ἀ­γά­πη, τήν ἀ­γα­πη­μέ­νη ἀ­πό τόν Θε­ό, ἀ­πό δαι­μο­νι­κή συ­νερ­γί­α ἔ­πε­σαν σέ μῖ­σος καί ἔ­χθρα καί ἔ­μει­ναν γιά πο­λύν και­ρό ἀ­συμ­φι­λί­ω­τοι. Ἐ­πει­δή ὅ­μως συ­νέ­βη νά πε­θά­νη ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας μέ τό μῖ­σος αὐ­τό, γι’ αὐ­τό ὁ Δι­ά­κο­νος ἐ­λυ­πεῖ­το ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα, πού δέν πρό­φθα­σε νά δι­α­λύ­ση τήν ἔ­χθρα, ὅ­σο ζοῦ­σε ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας. Τό­τε ἀ­φοῦ ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε τό πε­ρι­στα­τι­κό σέ με­ρι­κούς Πα­τέ­ρες δι­α­κρι­τι­κούς, πα­ρα­κι­νή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τούς νά πά­η σέ ἕ­ναν ἐ­ρη­μί­τη Μο­να­χό καί νά φα­νε­ρώ­ση τήν ὑ­πό­θε­σι. Ὁ Δι­ά­κο­νος τό­τε μέ με­γά­λη προ­θυ­μί­α βά­δι­ζε στούς ἐ­ρη­μι­κώ­τε­ρους τό­πους, ζη­τῶντας τόν ἰα­τρό τῆς πλη­γῆς του.

Καί λοι­πόν βρί­σκει ἕ­να Γέ­ρον­τα καί τοῦ φα­νε­ρώ­νει τῆς μνη­σι­κα­κί­ας τό πά­θος καί τοῦ ζη­τεῖ πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τήν συγ­χώ­ρη­σι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας του αὐ­τῆς. Ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ εἶ­πε· “ Ἀ­δελ­φέ, ὅ­ποι­ος μέ πί­στι ζη­τεῖ, ἐ­κεῖ­νος καί εὑ­ρί­σκει. Καί ὅ­ποι­ος κρού­ει πρό­θυ­μα, σέ ἐ­κεῖ­νον καί ἡ θύ­ρα ἀ­νοί­γε­ται, κα­τά τήν ἀ­ψευ­δῆ τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­πό­φα­σι. Ἔ­τσι καί σέ ἐ­σέ­να, ἀ­γα­πη­τέ, θά σοῦ χα­ρί­ση ὁ Κύ­ριος τήν λύ­σι τοῦ ζη­τή­μα­τός σου, ἄν τό ζη­τᾶς καί μέ πό­νο τῆς καρ­διᾶς. Πρός τό πα­ρόν, ὅ­μως, πή­γαι­νε ἀ­πό ἐ­κεῖ ἀ­πό ὅ­που ἦλθες. Καί, ὅ­ταν ἔλ­θη ἡ νύ­κτα, πή­γαι­νε στήν με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α[1] καί πρό τοῦ ἀ­κό­μη νά πά­η κα­νείς στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­σύ στά­σου στίς ὡ­ραῖ­ες πύ­λες τοῦ να­οῦ. Καί ὅ­ποι­ος ἔλ­θη πρῶ­τος νά μπῆ σ’ αὐ­τές, ἐ­κεῖ­νον πιᾶ­σε καί χαι­ρέ­τι­σέ τον ἀ­πό μέ­ρους μου, δί­νον­τάς του αὐ­τό τό σφρα­γι­σμέ­νο γράμμα. Καί ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον θά σοῦ γί­νη ἡ σί­γου­ρη δι­όρ­θω­σις τοῦ σφάλ­μα­τός σου”. Τό­τε ὁ Δι­ά­κο­νος πῆ­γε κα­τά τό με­σο­νύ­κτιο στόν Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας καί στά­θη­κε στίς ἔ­ξω πόρ­τες τοῦ νάρ­θη­κα. Καί ἀ­μέ­σως ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ θεῖ­ος ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ­νος τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε φα­νε­ρώ­σει ὁ Γέ­ρον­τας, στόν ὁ­ποῖ­ο, ἀ­φοῦ χαι­ρέ­τη­σε ὁ Δι­ά­κο­νος, ἔ­δω­σε τό γράμ­μα τοῦ Γέ­ρον­τα. Τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­ται ἀ­κό­μη καί τήν ὑπόθεσι τοῦ μί­σους. Ὁ θεῖ­ος ἐ­κεῖ­νος ἄν­θρω­πος, πού ἦ­ταν ὀ­ξύς στόν νοῦ, σκέ­φθη­κε, πώς αὐ­τή εἶ­ναι μί­α θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α. Γι’ αὐ­τό ἄρ­χι­σε νά δα­κρύ­ζη καί νά τα­πει­νώ­νε­ται λέ­γον­τας· «Ποι­ός εἶ­μαι ἐ­γώ ὁ ἐ­λά­χι­στος, γιά νά τολ­μή­σω αὐ­τό τό με­γά­λο ἐ­πι­χεί­ρη­μα; Ὅ­μως θαρ­ρῶντας στίς εὐ­χές τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τα, πού σέ ἔ­στει­λε, θά τολ­μή­σω αὐ­τά πού εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πό τήν δύ­να­μί μου». Καί λοι­πόν, κα­θώς στε­κό­ταν μπρο­στά στίς κλει­σμέ­νες πόρ­τες τοῦ Να­οῦ, σή­κω­σε τά χέ­ρια του στόν οὐ­ρα­νό καί, ἀ­φοῦ γο­νά­τι­σε καί ἀ­κούμ­πη­σε τό κε­φά­λι του στό ἔ­δα­φος τοῦ Να­οῦ, κρυ­φο­μι­λῶντας προ­σευ­χό­ταν στόν Θε­ό. Καί με­τά ἀ­πό λί­γο ση­κώ­θη­κε ἐ­πά­νω καί εἶ­πε· “Ἄ­νοι­ξέ μας τήν θύ­ρα τοῦ ἐ­λέ­ους σου, Κύ­ρι­ε”. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως οἱ ἔ­ξω πόρ­τες τοῦ νάρ­θη­κα ἄ­νοι­ξαν μό­νες τους. Καί μπαί­νον­τας μέ­σα μα­ζί μέ τόν Δι­ά­κο­νο, στά­θη­καν στήν αὐ­λή τοῦ νάρ­θη­κα. Ἀ­πό ἐ­κεῖ πά­λι πῆ­γαν ἕ­ως τίς ἀρ­γυ­ρές πόρ­τες τοῦ Να­οῦ. Τό­τε ὁ ἱ­ε­ρός ἐ­κεῖ­νος ἄν­θρω­πος λέει πρός τόν Δι­ά­κο­νο· “Ἐ­δῶ στά­σου καί μή προ­χω­ρῆς πε­ρισ­σό­τε­ρο”. Ἐ­κεῖ λοι­πόν πά­λι στά κα­τώ­φλια κά­νον­τας τήν συ­νή­θη προ­σκύ­νη­σι ὁ θαυ­μά­σιος ἐ­κεῖ­νος, ἄ­νοι­ξε καί τίς πόρ­τες ἐ­κεῖ­νες. Ὅ­ταν μπῆ­κε στόν Να­ό, δε­χό­ταν ἐ­πά­νω του ἕ­να πα­ρά­δο­ξο θέ­α­μα. Δι­ό­τι ἀ­πό ἐ­πά­νω ἀ­πό τήν σκέ­πη τοῦ Να­οῦ κα­τε­βαί­νον­τας μί­α φω­τει­νή λυ­χνί­α στό κε­φάλι τοῦ θαυ­μα­στοῦ ἐ­κεί­νου, συγ­χρό­νως καί τόν Να­ό ὅ­λο φώ­τι­ζε καί, ὅ­που ἐ­κεῖ­νος πή­γαι­νε, ἐ­κεῖ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε καί ἡ λυ­χνί­α. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στό Ἅ­γιο Βῆ­μα, ἔ­σκυ­ψε καί ἐ­κεῖ τό κεφάλι του καί προ­σευ­χή­θη­κε. Ἔ­πει­τα ἥ­συ­χα βγῆ­κε ἔ­ξω ὅ­που ἦ­ταν ὁ Δι­ά­κο­νος καί ἀ­μέ­σως ὅ­λες οἱ πόρ­τες ἔ­κλει­σαν μό­νες τους.

Τό­τε ὁ Δι­ά­κο­νος γέ­μι­σε ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­πό ἀ­γω­νί­α καί φό­βο. Δι­ό­τι ἐ­ξε­πλά­γη καί δέν τολ­μοῦ­σε νά πλη­σιά­ση κα­θό­λου ἕ­ναν τέ­τοι­ον θαυ­μα­στό ἄν­δρα, ἐ­πει­δή εἶ­χε τό πρό­σω­πο δο­ξα­σμέ­νο καί λαμ­πρό, ὡς πρό­σω­πο Ἀγ­γέ­λου. Ἔ­τσι καί μέ τούς λο­γι­σμούς πα­λαί­βον­τας ἔ­λε­γε· “Μή­πως αὐ­τός πού φαί­νε­ται εἶ­ναι Ἄγ­γε­λος καί ὄ­χι ἄν­θρω­πος”; Αὐ­τήν τήν πά­λη τῶν λο­γι­σμῶν γνω­ρί­ζον­τας μέ τό δι­ο­ρα­τι­κό πνεῦ­μα ὁ δι­ο­ρα­τι­κώ­τα­τος ἐ­κεῖ­νος ἄν­δρας, λέ­γει πρός τόν Δι­ά­κο­νο. «Για­τί πο­λε­μεῖ­σαι γιά μέ­να καί τα­ράσ­σε­σαι ἀ­πό τούς λο­γι­σμούς σου, ὦ ἄν­θρω­πε; Πί­στε­ψε, ὅ­τι καί ἐ­γώ ἄν­θρω­πος εἶ­μαι χο­ϊ­κός, σύν­θε­τος ἀ­πό ψυ­χή καί σῶ­μα, ὅ­πως καί οἱ λοι­ποί ἄν­θρω­ποι. Εἶ­μαι ἀ­κό­μη ὡς πρός τό ἐ­πάγ­γελ­μα χαρ­του­λά­ριος μιᾶς πλού­σιας οἰ­κί­ας καί ἀ­πό αὐ­τό τό ἐ­πάγ­γελ­μα ἀ­πο­κο­μί­ζω τά ἀ­πα­ραί­τη­τα γιά τήν ζω­ή. Ἀλ­λ’ ὅ­μως ἡ Πρό­νοι­α τοῦ Θεοῦ, πού τά κυ­βερ­νᾶ ὅ­λα κα­λά, συ­νη­θί­ζει πολ­λές φο­ρές νά ἐ­νερ­γῆ μέ τούς τα­πει­νούς με­γά­λα θαυ­μά­σια. Ὅ­μως, ἀ­δελ­φέ, ἄς ἀ­να­φερ­θοῦ­με καί στήν ὑ­πό­θε­σί σου». Καί λοι­πόν πη­γαί­νον­τας καί οἱ δύ­ο στό πα­ζά­ρι, ἔ­φθα­σαν στόν ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκό­με­νο Να­ό τῆς Θε­ο­τό­κου. Ἐ­κεῖ πά­λι ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε, ἄ­νοι­ξε μέ τήν προ­σευ­χή του τίς πόρ­τες καί μπῆ­κε στόν Να­ό. Καί ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε στό Ἅ­γιο Βῆ­μα καί ἔ­κα­νε τήν συ­νή­θη εὐ­χή, βγῆ­κε πά­λι στόν Δι­ά­κο­νο, πού φώ­να­ζε μέ θαυ­μα­σμό τό, «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον». Καί πά­λι οἱ πόρ­τες ἔ­κλει­σαν μό­νες τους.

Ἔ­πει­τα πη­γαί­νουν στόν Να­ό τῶν Βλα­χερ­νῶν. Τό­σο γρή­γο­ρα μά­λι­στα βά­δι­ζαν, ὅ­πως δι­η­γή­θη­κε αὐ­τός ὁ ἴ­διος Δι­ά­κο­νος, ὥ­στε οὔ­τε πέ­ταγ­μα που­λιοῦ δέν μπο­ροῦ­σε νά συγ­κρι­θῆ μέ τήν γρη­γο­ρά­δα ἐ­κεί­νων. Φθά­νον­τας λοι­πόν στίς πόρ­τες, ἀ­μέ­σως ἄ­νοι­ξε καί ἐ­κεῖ­νες μέ τήν προ­σευ­χή του. Ὅ­ταν δέ ἔ­φθα­σε στίς πόρ­τες τοῦ Να­οῦ, μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ἡ κι­βω­τός πού εἶ­χε τήν τι­μί­α Ζώ­νη τῆς Θε­ο­τό­κου, τό­τε ὁ ἱ­ε­ρός χαρ­του­λά­ριος βρέ­χον­τας τό πρό­σω­πό του ἀ­πό δά­κρυ­α στα­μά­τη­σε τόν Δι­ά­κο­νο στίς πόρ­τες πού ἀ­να­φέρ­θη­καν καί τοῦ πα­ρήγ­γει­λε νά βλέ­πη προ­σε­κτι­κά ἐ­κεί­νους πού μπαί­νουν στόν Να­ό. Ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε, ὅ­πως συ­νή­θι­ζε στό κα­τῶ­φλι, ἀ­μέ­σως ἀ­νοί­χθη­καν καί ἐ­κεῖ­νες. Τό­τε μπαί­νον­τας στόν Να­ό καί φθά­νον­τας στήν μέ­ση του Να­οῦ ἔ­κλι­νε τά γό­να­τα στό ἔ­δα­φος καί ἔ­κα­νε θερ­μό­τε­ρη προ­σευ­χή. Ὁ Δι­ά­κο­νος ἔ­ξω στε­κό­με­νος στήν σκά­λα τῆς πόρ­τας τοῦ Να­οῦ καί βλέ­πον­τας ἔ­γι­νε ἔκ­θαμ­βος. Δι­ό­τι εἶ­δε κα­θα­ρά σάν ἕ­να Δι­ά­κο­νο, πού βγῆ­κε ἀ­πό τό Ἅ­γιο Βῆ­μα κρα­τῶντας στά χέ­ρια θυ­μι­α­τή­ριο καί νά θυ­μιά­ζη ὅ­λον τόν Να­ό. Με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα εἶ­δε σάν με­ρι­κούς κλη­ρι­κούς, πού φο­ροῦ­σαν στο­λή ἱ­ε­ρα­τι­κή πο­λύ ὡ­ραί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό αὐ­τούς εἶ­δε ἄλ­λο τάγ­μα Ἱ­ε­ρέ­ων φω­τει­νό, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἀ­φοῦ μπῆ­καν μέ­σα, στά­θη­καν σέ δύ­ο χο­ρούς καί ἔ­ψαλ­αν ἕ­να μέ­λος πο­λύ γλυ­κό καί θαυ­μά­σιο. Ἀ­πό τό μέ­λος ἐ­κεῖ­νο ἄλ­λο λό­γο δέν μπό­ρε­σε νά κα­τα­λά­βη ὁ Δι­ά­κο­νος, πα­ρά μό­νο τό, Ἀλ­λη­λού­ι­α. Ὁ θαυ­μα­στός χαρ­του­λά­ριος, ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τήν προ­σευ­χή του, βγῆ­κε ἔ­ξω καί λέ­ει στόν Δι­ά­κο­νο· “Ἀ­δελ­φέ, μπές ἀ­νεμ­πό­δι­στα στόν Να­ό καί βλέ­πον­τας τόν ἀ­ρι­στε­ρό χο­ρό τῶν Ἱ­ε­ρέ­ων, πρό­σε­ξε ἄν ἐ­κεῖ στέ­κε­ται ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας ἐ­κεῖ­νος, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­μει­νες ἀ­συμ­φι­λί­ω­τος”. Τό­τε μπαί­νον­τας μέ φό­βο καί τρό­μο ὁ Δι­ά­κο­νος καί πα­ρα­τη­ρῶντας τόν ἀ­ρι­στε­ρό χο­ρό, ὅ­πως δι­α­τά­χθη­κε, βγῆ­κε ἔ­ξω πρός τόν ἄν­θρω­πο τοῦ Θε­οῦ καί λέ­ει· “Δέν μπό­ρε­σα νά γνω­ρί­σω ἐ­κεῖ τόν Ἱ­ε­ρέ­α ἐ­κεῖ­νον, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα τήν ἔ­χθρα”. Τό­τε λέ­ει στόν Δι­ά­κο­νο ὁ ἐ­πί­γει­ος ἐ­κεῖ­νος ἄγ­γε­λος. “Μπές πά­λι στόν Να­ό καί πρό­σε­ξε τόν δε­ξιό χο­ρό”. O Δι­ά­κο­νος, ἐ­κ­τελῶντας τήν ἐν­το­λή, γνώ­ρι­σε ἐ­κεῖ τόν ζη­τού­με­νο Ἱ­ε­ρέ­α.

Τό­τε βγῆ­κε ἔ­ξω καί τό ἀ­νήγ­γει­λε αὐ­τό πρός τόν θεῖ­ο ἄν­δρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­πε πρός τόν Δι­ά­κο­νο· “Ἐ­άν γνω­ρί­ζης κα­λά, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας τόν ὁ­ποῖ­ον ἐ­σύ ζη­τᾶς, πή­γαι­νε καί πές του· Ὁ Νι­κή­τας ὁ Χαρ­του­λά­ριος στέ­κε­ται ἔ­ξω καί σέ προ­σκα­λεῖ”. Καί ἀ­μέ­σως ὁ Δι­ά­κο­νος πη­γαί­νον­τας ἔπι­α­σε τόν ζη­τού­με­νο Ἱ­ε­ρέ­α ἀ­πό τό δε­ξί χέ­ρι καί τόν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω. Μό­λις τόν εἶ­δε ὁ θαυ­μά­σιος ἐ­κεῖ­νος, τοῦ εἶ­πε μέ ἤ­ρε­μη φω­νή· “Κύ­ρι­ε Πρε­σβύ­τε­ρε, συμ­φι­λι­ώ­σου μέ τόν ἀ­δελ­φό, ἐ­πει­δή δέν πρό­λα­βες νά συμ­φι­λι­ω­θῆς, ὅ­ταν ἤ­σουν ἀ­κό­μη ζων­τα­νός”. Τό­τε λοι­πόν ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας καί ὁ Δι­ά­κο­νος γο­να­τί­ζον­τας καί οἱ δύ­ο καί βά­ζον­τας ὁ ἕ­νας πρός τόν ἄλ­λο με­τά­νοι­α, συμ­φι­λι­ώ­θη­καν καί ἔ­τσι διέλυσαν τήν ἔ­χθρα· καί ὁ μέν Ἱ­ε­ρέ­ας μπῆ­κε πά­λι στόν Να­ό καί στά­θη­κε στόν τό­πο του στόν χο­ρό, ὁ δέ ἄνθρωπος τοῦ Θε­οῦ παίρ­νον­τας τόν Δι­ά­κο­νο, βγῆ­κε ἔ­ξω. Καί, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε στό κα­τῶ­φλι, ἔ­κα­νε νά κλει­σθοῦν πά­λι οἱ πόρ­τες μέ θεί­α δύ­να­μι.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν βά­δι­σε μέ τόν Δι­ά­κο­νο λί­γο δι­ά­στη­μα, στά­θη­κε σέ ἕ­να τό­πο καί τοῦ λέ­ει· “Ἀ­δελ­φέ, σῴ­ζων σῶ­σον τήν σε­αυ­τοῦ ψυ­χήν”. Καί στόν ἅ­γιο Γέ­ρον­τα, πού σέ ἔ­στει­λε στήν τα­πει­νό­τη­τά μου, νά πῆς, ὅ­τι ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῶν προ­σευ­χῶν σου καί ἡ παρ­ρη­σί­α, πού ἔ­χεις στόν Θε­ό, αὐ­τή μπό­ρε­σε νά ἀ­να­στή­ση καί νε­κρό, γιά νά συμ­φι­λι­ω­θῆ καί νά εἰ­ρη­νεύ­ση μέ τόν ἀ­δελ­φό του, χω­ρίς ἐ­γώ νά συ­νερ­γή­σω κα­θό­λου σ’ αὐ­τό”. Αὐ­τά ἀ­φοῦ εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος ὁ τρι­σμα­κά­ρι­στος ἄν­θρω­πος, ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε ἀ­πό τούς ὀ­φθαλ­μούς τοῦ Δι­α­κό­νου. Ὁ Δι­ά­κο­νος, ἀ­φοῦ προ­σκύ­νη­σε τόν τό­πο, στόν ὁ­ποῖ­ο στέ­κον­ταν τά ἱ­ε­ρά πό­δια τοῦ θεί­ου ἄνδρα, βά­δι­σε γεμᾶτος θαυ­μα­σμό τό ὑ­πό­λοι­πο δι­ά­στη­μα τῆς ὁ­δοῦ. Καί, ἀ­φοῦ ἦλθε στόν ἐ­ρη­μί­τη πού τόν ἔ­στει­λε ἐ­κεῖ, τοῦ φα­νέ­ρω­σε ὅ­λα, ὅ­σα εἶ­δε καί ἄκου­σε. Αὐ­τά δι­η­γή­θη­κε καί σέ ἐ­μέ­να[2] ὁ ἴδιος αὐτός Διάκονος, πληροφορῶντας μέ ὅρκους τά λεγόμενα, ὅτι εἶναι ἔτσι, ὅπως γράφτηκαν ἐδῶ, γιά τήν δόξα τοῦ ἀληθινοῦ μας Θεοῦ. Ἀμήν.



[1] Ἀ­πό αὐ­τό συμ­πε­ραί­νε­ται, ὅ­τι αὐ­τοί, ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας καί ὁ Δι­ά­κο­νος, στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι βρί­σκον­ταν ἤ καί Κων­σταν­τι­νου­πο­λί­τες ἦ­ταν. Κα­θό­τι ἡ Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ὁ Να­ός τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας, τῆς με­γα­λύ­τε­ρης ὅ­λων τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α μέ­χρι σή­με­ρα ἔ­λα­βε τήν ἐ­πω­νυ­μί­α τό τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, νά λέ­γε­ται Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α, αὐ­τή λέ­ω, στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι ἦ­ταν. Δι­ό­τι ὁ Να­ός τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας, ὄχι μό­νο­ν κα­τ’ ἐ­ξο­χήν λε­γό­ταν Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α γιά τό μέ­γε­θος, καί δι­ό­τι ἦταν θρό­νος  τῶν Πα­τρια­ρχῶν, ἀλ­λά καί δι­ό­τι οἱ βα­σι­λεῖς τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως τήν ὠ­νό­μα­ζαν μη­τέ­ρα. Ἔ­στι ὁ Ἰ­ου­στι­νια­νός στήν γ΄ Ἰ­ου­στι­νιά­νεια Νε­α­ρά γρά­φει γι’ αὐ­τήν: «Τήν τῆς ἡ­με­τέ­ρας βα­σι­λεί­ας Μη­τέ­ρα». (Βλέ­πε σελ. 426 τῆς Γε­ω­γρα­φί­ας τοῦ Με­λε­τίου.)

[2] Αὐ­τός φαί­νε­ται νά ἦ­ταν ὁ Μαυ­ρί­κιος, ὁ Δι­ά­κο­νος τῆς Με­γά­λης Ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ ὁποῖος τά Συ­να­ξά­ρια συγ­κέν­τρω­σε καί συ­νέ­γρα­ψε, ὁ ὁ­ποῖ­ος καί τήν δι­ή­γη­σι αὐ­τή συ­νέ­γρα­ψε, κα­θώς τοῦ τήν δι­η­γή­θη­κε συμ­φι­λι­ω­θείς μέ τόν Ἱ­ε­ρέ­α ὁ Δι­ά­κο­νος.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης