Τῷ αὐ¬τῷ μη¬νί KB΄, μνή¬μη τοῦ Ἁ¬γί¬ου Ἀ¬πο¬στό¬λου Φι¬λή¬μο¬νος καί τῶν σύν αὐ¬τῷ Ἀρ¬χίπ¬που, Ὀ¬νη¬σί¬μου καί Ἀπ¬φί¬ας. * Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἱεράρχου καί Θαυματουργοῦ Κλήμεντος, Ἐπισκόπου Βουλγαρίας τοῦ ἐν τῇ Ἀχρίδι, τοῦ καί Βουλγαροκήρυκος ἐπονομαζομένου

  Τῷ αὐ­τῷ μη­νί KB΄, μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου Φι­λή­μο­νος καί τῶν σύν αὐ­τῷ Ἀρ­χίπ­που, Ὀ­νη­σί­μου καί Ἀπ­φί­ας.

Αὐ­τοί ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Νέ­ρω­νος, ὄν­τας μα­θη­τές τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, κα­τά τό ἔ­τος 54, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέ­ρει γι’ αὐ­τούς στήν πρός Φι­λή­μο­να ἐ­πι­στο­λή λέ­γον­τας· «Παῦ­λος δέ­σμιος Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, καί Τι­μό­θε­ος ὁ ἀ­δελ­φός Φι­λή­μο­νι τῷ ἀ­γα­πη­τῷ καί συ­νερ­γῷ ἡ­μῶν, καί Ἀπ­φί­ᾳ τῇ ἀ­γα­πη­τῇ καί Ἀρ­χίπ­πῳ τῷ συ­στρα­τι­ώ­τῃ ἡ­μῶν, καί τῇ κα­τ’ οἶ­κον σου Ἐκ­κλη­σί­ᾳ». Καί πολ­λούς ἄλ­λους ἐ­παί­νους πλέ­κει στόν μα­κά­ριο Φι­λή­μο­να, τόν ὁ­ποῖ­ο χει­ρο­τό­νη­σε καί Ἐ­πί­σκο­πο τῶν Γα­ζαί­ων. Ἀ­φοῦ λοι­πόν χει­ρο­το­νή­θη­κε Ἐ­πί­σκο­πος, ἔ­δι­ω­ξε μα­κριά ἀ­πό αὐ­τούς τό σκό­τος τῆς ἀ­γνω­σί­ας καί φώ­τι­σε ὅ­λους μέ τό φῶς τῆς θε­ο­γνω­σί­ας. Ἔ­πει­τα πῆ­γε καί στίς Κο­λασ­σές, πού εἶ­ναι πό­λις τῆς Φρυ­γί­ας κον­τά στήν Λα­ο­δί­κεια, καί ἐ­κεῖ κή­ρυ­ξε ἀρ­κε­τά τόν λό­γο τῆς ἀ­λη­θεί­ας μα­ζί μέ τόν Ἄρ­χιπ­πο καί τήν Ἀπ­φί­α.

Ἐ­πει­δή λοι­πόν οἱ Ἕλ­λη­νες ἔ­κα­μναν στήν πό­λι ἐ­κεί­νη μί­α ἑ­ορ­τή στήν ψευ­δο­θε­ά τους Ἀρ­τέ­μι­δα, οἱ δέ ἀ­νω­τέ­ρω θεῖ­οι Ἀ­πό­στο­λοι, ἔ­τυ­χε τό­τε νά προ­σφέ­ρουν στήν Ἐκ­κλη­σί­α δο­ξο­λο­γί­α στόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό∙ γι’ αὐ­τό τόν λό­γο οἱ ει­δω­λο­λά­τρες θύ­μω­σαν καί ὥρ­μη­σαν ἐ­ναν­τί­ον τους. Καί ἀ­φοῦ συ­νέ­λα­βαν μό­νον αὐ­τούς, (δι­ό­τι οἱ ἄλ­λοι Χρι­στια­νοί πού ἦ­ταν μα­ζί τους ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τόν φό­βο) τούς πῆ­γαν στόν ἄρ­χον­τα Ἀ­δρο­κλῆ. Καί λοι­πόν πρῶ­τος ὁ Ἅ­γιος Ἄρ­χιπ­πος, ἐ­πει­δή δέν πεί­σθη­κε νά θυ­σιά­ση στό εἴ­δω­λο, πού λε­γό­ταν Μη­νᾶς, γι’ αὐ­τό δάρ­θη­κε ἀ­μέ­σως καί ρί­χθη­κε μέ­σα σέ ἕ­ναν λάκ­κο καί χώ­θη­κε μέ­χρι τήν μέ­ση. Ἔ­πει­τα κεν­τή­θη­κε μέ βε­λό­νες ἀ­πό παι­διά. Καί τε­λευ­ταῖ­α λι­θο­βο­λή­θη­κε καί ἔ­λα­βε τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο. Ὁ δέ Ἅ­γιος Φι­λή­μων καί ἡ Ἀπ­φί­α, ἀφοῦ δάρθηκαν δυ­να­τά μέ λυ­γα­ριές καί βασανίσθηκαν μέ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα βά­σα­να, τε­λεί­ω­σαν τόν δρό­μο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου[1]. Ὁ δέ Ἅ­γιος Ὀ­νή­σι­μος, ὁ δι­α­κο­μι­στής τῆς ἐ­πι­στο­λῆς πρός τόν Φι­λή­μο­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πῆρ­ξε καί δοῦ­λος τοῦ Φι­λή­μο­να, αὐ­τός λέ­ω, ἀ­φοῦ ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο, στάλ­θη­κε ἀ­πό τήν Ρώ­μη ὡς κα­τά­δι­κος στούς Ποτιόλους ἀ­πό τόν ἔ­παρ­χο Τερ­τύ­λο καί ἐ­κεῖ δάρ­θη­κε δυ­να­τά. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τοῦ ἔ­σπα­σαν τά σκέ­λη, ἄ­φη­σε αὐ­τήν τήν πρό­σκαι­ρη ζω­ή καί ἀ­πῆλ­θε στήν αἰ­ώ­νια[2].



[1]  Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ ἱ­ε­ρός Θε­ο­δώ­ρη­τος ἑρ­μη­νεύ­ον­τας τήν πρός Φι­λή­μο­να ἐ­πι­στο­λή λέ­ει, ὅ­τι ὁ Φι­λή­μο­νας αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τίς Κο­λασ­σές. Καί ὅ­τι μέ­χρι τόν και­ρό του ὑ­πῆρ­χε ἡ οἰ­κί­α τοῦ Φι­λή­μο­να, λέ­ει δέ καί ὁ Χρυ­σό­στο­μος καί Θε­ο­φύ­λα­κτος, ὅ­τι ὁ Φι­λή­μο­νας ἦ­ταν ἄν­θρω­πος θαυ­μα­στός καί ἐ­παι­νε­τός, ἀ­γα­θός στήν γνώ­μη καί βο­η­θός στίς ἀ­νάγ­κες τῶν ἁ­γί­ων Χρι­στια­νῶν καί κά­νον­τας ἐ­λε­η­μο­σύ­νες.

[2] Ση­μει­ώ­νου­με ἐ­δῶ, ὅ­τι ὁ μέν Ἀ­πό­στο­λος Ὀ­νή­σι­μος ἑ­ορ­τά­ζε­ται χω­ρι­στά κα­τά τήν 15η τοῦ Φεβρου­α­ρί­ου καί βλέ­πε ἐ­κεῖ τά ὅ­σα τόν ἀ­φο­ροῦν ἀ­κρι­βέ­στε­ρα. Ὁ δέ Ἀ­πό­στο­λος Ἄρ­χιπ­πος ἑ­ορ­τά­ζε­ται χω­ρι­στά κα­τά τήν 19η τοῦ Φεβ­ρου­α­ρί­ου καί βλέ­πε ἐ­κεῖ τά ὅ­σα ἀ­φο­ροῦν αὐ­τόν. Κυ­ρί­ως ὅ­μως ἑ­ορ­τά­ζε­ται σή­με­ρα ὁ Ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος Φι­λή­μων καί ἡ Ἀπ­φί­α καί ὄ­χι ὁ Ἄρ­χιπ­πος καί ὁ Ὀ­νή­σι­μος.

   * Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἱεράρχου καί Θαυματουργοῦ Κλήμεντος, Ἐπισκόπου Βουλγαρίας τοῦ ἐν τῇ Ἀχρίδι, τοῦ καί Βουλγαροκήρυκος ἐπονομαζομένου[1].

 + Τόν Βουλγάρων κήρυκα Κλήμεντα μέγαν,

Σιγῇ τίς ἄν κρύψειεν ἀρετῆς φίλος;

 

* Αὐτός ὁ μεγάλος Πατέρας μας καί τῆς Βουλ­γα­ρί­ας φω­στήρας λαμ­πρό­τα­τος καί κήρυκας με­γα­λο­φω­νώτα­τος ἦ­ταν στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λέ­ως τῶν Ρω­μαί­ων Μι­χα­ήλ τοῦ υἱ­οῦ τοῦ Θε­ό­φι­λου, κατά τό ἔτος 842 ἤ σύμφωνα μέ ἄλλους κατά τό 865. Καταγόταν ἀπό τήν Μοισία[2] πού βρίσκεται στήν Εὐ­ρώ­πη, τήν ὁ­ποί­α οἱ πολ­λοί ἄν­θρω­ποι ὀ­νο­μά­ζουν Βουλ­γα­ρί­α, ἐπειδή κατοικεῖται ἀ­πό Βουλ­γά­ρους, οἱ ὁποῖοι, ὅπως λένε,  πα­λι­ά μέν ­μεταφέρ­θη­καν ἀ­πό τόν βασιλιά Ἀλέξανδρο ἀ­πό τόν Ὄ­λυμ­πο τῆς Πρού­σσας στόν πο­τα­μό Βόλ­γα, ἀ­πό ὅπου καί Βούλ­γα­ροι ὠ­νο­μά­σθηκαν. Στήν συνέχεια ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια, ­πέ­ρα­σαν οἱ ἴδιοι Βούλ­γα­ροι μέ δύ­να­μι με­γά­λη τόν πο­τα­μό Ἴ­στρο, δη­λα­δή τόν Δού­να­βι καί κατοίκησαν τά ἐκεῖ γειτονικά μέρη, δηλαδή τήν Πα­νο­νί­α, πού βρίσκεται μεταξύ τοῦ ποταμοῦ Δούναβι καί τοῦ Νου­ρι­κού πο­τα­μοῦ καί συμπεριλαμβάνει καί τό Ἱλλυρικό, δηλαδή τήν Οὐγ­γα­ρί­α καί Δαλ­μα­τί­α (δηλαδή Σλα­βο­νί­α) καί Θράκη καί τό Ἰλ­λυ­ρι­κό καί τήν Μα­κε­δο­νί­α καί τήν Θεσσα­λί­α. Ἀ­πό αὐτό λοι­πόν τό γέ­νος τῶν Βουλ­γά­ρων καταγόταν ὁ Ὅ­σιος αὐ­τός Κλή­μη­ς[3]. Ἦταν ὅμως «ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός του» ἐ­κλεγ­μέ­νος ἀ­πό τόν Θε­ό, ὅπως καί ὁ Σα­μου­ήλ. Καί ἀπό τήν βρεφική του ἡλικία ἀκόμη ἀ­γά­πη­σε τήν φι­λό­θε­η καί ἐ­νά­ρε­τη πο­λι­τεί­α.

Πρῶ­τος δέ αὐ­τός μα­ζί μέ τόν θεῖ­ο Να­ού­μ[4] καί τόν Ἀγ­γε­λά­ριο καί τόν Γο­ράσ­δο ­δι­δά­χθηκε μέ ἐ­πι­μέ­λεια τήν θεί­α Γρα­φή, ἡ ὁ­ποί­α με­τα­γλωτ­τί­σθηκε μέ τήν συ­νερ­γί­α τοῦ Θε­οῦ στήν γλῶσ­σα τῶν Βουλ­γά­ρων ἀπό τόν θεῖο Κύριλλο, ὁ ὁποῖος ὄντως ἦταν θεόσοφος καί ἰ­σα­πό­στο­λος Πα­τήρ καί ἦταν ὁ πρῶτος δι­δά­σκα­λος τῆς θε­ο­σέ­βει­ας καί τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως στό ἔ­θνος τῶν Βουλ­γά­ρων, μα­ζί μέ τόν θεῖ­ο Με­θό­διο. Ἀλλά ἐ­πει­δή  ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός Κλή­μης ἦ­ταν γῆ γό­νι­μη καί ἀ­γα­θή, γι’ αὐτό, ἀφοῦ δέχθηκε στήν καρ­διά του τόν εὐ­αγ­γε­λι­κό σπό­ρο τῆς ἀ­λη­θεί­ας καί τῶν θεί­ων Γρα­φῶν, ­καρ­πο­φό­ρη­σε πο­λύ τόν καρ­πό «εἰς ἑ­ξή­κον­τα καί εἰς ἑ­κα­τόν», σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅπως τό ἀπέδειξε αὐτό ἀληθινό ἀ­πό αὐ­τά τά ἔρ­γα καί πράγ­μα­τα.

Δι­ό­τι αὐ­τός, ἐπειδή ἀ­γά­πη­σε τήν παρ­θε­νι­κή ζω­ή τῶν μο­να­χῶν, ποιό εἶ­δος ἀ­ρε­τῆς δέν ἔκανε μέ ἀκρίβεια; ἤ ποιά τέ­χνη δέν ἐ­πε­νό­η­σε, γιά νά νι­κή­ση τά πά­θη; Διότι μέ τήν ἡ­συ­χί­α ἀ­πέ­φυ­γε τόν πό­λε­μο, ­πού ἔρ­χε­ται ἀ­πό ἔ­ξω ἀ­πό τίς πέν­τε αἰ­σθή­σεις. Μέ τήν νη­στεί­α πάλι καί τήν σκλη­ρα­γω­γί­α τοῦ σώ­μα­τος ­μά­ρα­νε τίς φι­λήδονες ὁρ­μές καί ἐ­πι­θυ­μίες. Μέ τήν ἀδιάλειπτη δέ προ­σο­χή καί προ­σευ­χή ἐ­ξά­λει­ψε ἀ­πό τήν ψυ­χή του τίς ἐμ­πα­θεῖς φαν­τα­σίες καί τούς πο­νη­ρούς λο­γι­σμούς.

Τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά δέ ση­μά­δια τῆς ψυ­χῆς τοῦ μα­κά­ρι­ου Κλή­μεν­τα ἦ­ταν τά ἑξῆς δύο: Ἀ­γά­πη ἀ­δι­ά­κρι­τη καί τα­πεί­νω­σις ἀ­νυ­πό­κρι­τη. Μέ τέτοιο λοιπόν τρόπο συνδεθείς ὁ ἱ­ε­ρός Κλή­μης μέ τόν θεῖο νό­μο ἀπό τήν νεαρή του ἡ­λι­κί­α καί ζῶντας ἀκριβῶς τόν τρόπο τῆς ζωῆς πού διδάσκει τό Εὐ­αγ­γέ­λιο, πρός μέν τό πα­ρόν, ἦταν συνεργάτης τῶν ἀνωτέρω δι­δα­σκά­λων του, τόν Κύ­ριλ­λο, λέ­ω, καί τόν Με­θό­διο καί ἔ­γι­νε ὁ­δη­γός τῆς εὐ­σε­βεί­ας στό ἔ­θνος τῶν Βουλ­γά­ρων, ὑ­πο­μέ­νον­τας καί αὐ­τός τούς ἴδι­ους ἐ­κεί­νους πει­ρα­σμούς, πού ὑ­πέ­μει­ναν καί οἱ ἀ­νω­τέ­ρω δι­δά­σκα­λοί του, ἀ­πό τήν δυ­να­στεί­α τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν, πού ἐ­ξου­σί­α­ζαν κα­τά τόν και­ρό ἐ­κεῖ­νο­[5], ὅπως ἀ­να­φέ­ρει τούς πει­ρα­σμούς αὐ­τούς ὁ ἀναλυτικός Βί­ος τῶν ἀ­νω­τέ­ρω Ἁ­γί­ων.

Ὅταν δέ ὁ μέν θε­σπέ­σιος Κύ­ριλ­λος ἀ­πῆλ­θε στήν ἄ­νω ζω­ή, ἀφοῦ φανέρωσε προηγουμένως στόν τό­τε Πά­πα τῆς Ρώ­μης Ἀ­δρια­νό τήν ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­κο­νί­α καί τήν αὔ­ξη­σι, πού ἔκανε στό ἔργο, πού τοῦ ἐμπι-στεύθηκε· καί ἀφοῦ καί ὁ Με­θό­διος ἔ­γι­νε ἀ­πό τόν Πά­πα Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Μω­ρά­βου[6] καί Βουλ­γα­ρί­ας, τό­τε καί ὁ θεῖ­ος αὐ­τός Κλή­μης χει­ρο­το­νή­θηκε ἀ­πό τόν Με­θό­διο Ἐ­πί­σκο­πος ὅ­λου τοῦ Ἰλ­λυ­ρι­κοῦ καί τοῦ ἔ­θνους τῶν Βουλ­γά­ρων πού ἐξουσίαζε τό Ἰλ­λυ­ρι­κό, καί τῆς πόλεως τῶν Λυ­χνι­δῶν, δη­λα­δή τῆς Ἀ­χρί­δας καί τῆς Γλα­βη­νί­τζας, στίς ὁποῖες πό­λεις αὐτές καί ἐ­παρ­χίες, ἄφησε ὁ Ἅ­γιος ὑ­πο­μνή­μα­τα καί ση­μεῖ­α τῆς ἀ­ρε­τῆς του καί ἁ­γι­ό­τη­τας. Διότι στήν Ἀ­χρί­δα ἔ­κτι­σε ὁ Ἅ­γιος «ἐκ θε­με­λί­ων» ἱ­ε­ρό Να­ό καί Μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­να, ὅ­που καί περνοῦσε ζω­ή ἀ­σκη­τι­κή ὁ ἀ­οί­δι­μος. Καί ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι αὐ­τό, ­σάν ἀ­πό ὑψηλή λυ­χνί­α , ἔ­λαμ­πε σέ  ὅ­λο τό ποί­μνιό του τίς ἀ­κτί­νες τῆς ἀ­ρε­τῆς καί τῆς θεί­ας χά­ρι­τος. Ἀ­φοῦ δέ ἀ­πῆλ­θε στήν οὐ­ρά­νια ζω­ή, ἄφησε σ’  αὐ­τό τό ἴ­διο Μο­να­στή­ρι τό ἱ­ε­ρό του λεί­ψα­νο, ­σάν πο­λύ­τι­μο θη­σαυ­ρό καί ἀντάξιο ἀ­πό­κτη­μα ὅ­λου τοῦ κό­σμου, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο κα­θημερινά θεραπεύεται κά­θε πά­θος καί ἀ­σθέ­νεια. Ὁπότε καί τό ἱ­ε­ρό ἐ­κεῖ­νο Μο­να­στή­ρι ­χα­ρί­σθηκε ἀπό τόν Θεό στούς χριστιανούς, πού προστρέχουν ἐκεῖ ὡς  ἕ­να κοι­νό καί ἄ­μι­σθο ἰ­α­τρεῖ­ο.

Κον­τά μάλιστα στά ἄλ­λα κει­μή­λια, ­πού ἄφησε στήν Ἀ­χρί­δα ὁ τρισόλ­βιος Κλή­μης, ἀ­πο­θη­σαύ­ρι­σε σ’ αὐ­τήν καί βι­βλί­α ἱ­ε­ρά, καρπούς τῆς δι­κῆς του ὑ­ψη­λῆς δι­ά­νοι­ας καί κόπους τῶν ἁγίων του χεριῶν, τά ὁ­ποῖ­α τι­μοῦν­ται καί σέ­βον­ται ἀ­πό ὅ­λο τό ἔ­θνος τῶν Βουλ­γά­ρων, ὄ­χι λι­γώ­τε­ρο ἀ­πό τίς θε­ό­γρα­φες πλά­κες τοῦ Μω­υ­σῆ. Ἀλ­λά καί στήν Γλα­βη­νί­τζα πού ἀναφέρθηκε, μπορεῖ νά δῆ κανείς  στύ­λους πέτρινους, πού σώ­ζον­ται μέχρι σήμερα· Ἐ­πά­νω δέ σ’ αὐ­τούς εἶ­ναι γράμ­μα­τα χα­ραγ­μέ­να, τά ὁ­ποῖ­α φα­νε­ρώ­νου­ν, πώς ἐ­πέστρεψε ἀπό τόν Ἅγιο Κλή­μη στήν πί­στι καί στήν ἐ­πί­γνω­σι τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­λο τό ἔ­θνος τῶν Βουλ­γά­ρων. Ἐ­πει­δή ὁλόκληρο τό ἔ­θνος τῶν Βουλ­γά­ρων δέν ­πί­στεψε ἀ­μέ­σως στόν Χρι­στό, οὔ­τε ὅ­λο φω­τί­σθηκε μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα, ἀλ­λά παρέ­μει­νε ἀ­κό­μη μεγάλο μέ­ρος του ἔ­χοντας τήν βαρ­βα­ρι­κή θη­ρι­ό­τη­τα. Γι’ αὐτό ὁ  θε­σπέ­σιος Κλή­μης μέ τίς κα­θη­με­ρι­νές θε­ό­πνευ­στες δι­δα­χές του ὡ­δή­γη­σε σέ  θε­ο­γνω­σί­α ὅ­λο τό ἔ­θνος, καί τήν ἀ­γρι­ό­τη­τα τῆς διαθέσεώς τους τήν με­τέ­βα­λε σέ  ἡ­με­ρό­τη­τα καί χρη­στό­τη­τα τρό­πων, ὥ­στε στό ἑ­ξῆς ζοῦσαν μέ σωφροσύνη καί μέ τρόπο σύμφωνα μέ τόν νόμο .

Ἰδιαίτερα ὅμως καί σέ μεγάλο βαθμό τό κατώρθωσε αὐτό ὁ μα­κά­ριος Κλή­μης, ἐ­πει­δή ­βά­πτι­σε τόν ἄρ­χον­τα τῶν Βουλ­γά­ρων, Βο­ρί­ση ὀ­νο­μα­ζό­με­νο καί τόν υἱ­ό του Μι­χα­ήλ, ὁ ὁ­ποῖ­ος (Βόρις) ἔ­γι­νε πρῶ­τος βα­σι­λιάς τῶν Βουλ­γά­ρων. Καί στήν συνέχεια ἔ­κα­νε αὐ­τούς τούς δύ­ο νά ζοῦν σύμφωνα μέ τούς νό­μους τῶν Χρι­στια­νῶν. Ἔτσι μέ αὐτούς τούς δύο ὑ­πέ­τα­ξε στό Εὐ­αγ­γέ­λιο ὅ­λο τό ἔ­θνος τῶν Βουλ­γά­ρων ­σάν ἕ­ναν ἄνθρωπο. Ἐπί πλέον εἵλκυσε ὁ Ἅ­γιος τούς Βουλ­γά­ρους στόν στε­νό καί ἀ­νη­φο­ρι­κό δρόμο τῆς κα­τά Θε­όμ ζω­ῆς, ὄ­χι μό­νο μέ­ τά γλυ­κύτατα λό­για καί τίς δι­δα­σκα­λίες του, ἀλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­ τά πολ­λά θαύματα, τά ὁ­ποῖ­α μέ αὐτόν ἐνεργοῦσε ὁ Κύ­ριος. Διότι διά μέσου αὐτοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου ­χά­ρι­ζε ὁ Θε­ός στούς τυ­φλούς τήν ὅρασι, στούς ἄλαλους τήν ὁμιλία καί στούς πα­ρα­λύ­τους τήν ἐνέργεια. Ἀλ­λά καί τούς δαι­μο­νι­σμέ­νους θεράπευε ὁ Θε­ός μέ τήν προσευχή τοῦ Ἁ­γί­ου. Καί, γιά νά μιλήσω γενικά, ἦταν ὁ Ἅ­γιος ἰα­τρός τα­χύ­τα­τος κά­θε πά­θους καί ἀ­σθε­νεί­ας. Ὁπότε καί νε­κρό παι­δί­ μέ τήν προσευχή του ἀ­νέ­στη­σε, ἐνῶ τόν  βα­σι­λιά τῶν Βουλ­γά­ρων ­πα­ρα­κί­νει ὁ Ἅ­γιος νά κτί­ζη Να­ούς ἱ­ε­ρούς. Ἔτσι ὁ βασιλιάς ὑπακούοντας στά λό­για του, ἀ­μέ­σως ­τε­λείωνε μέ τά ἔργα ἐ­κεῖ­να, ­πού ὁ Ἅ­γιος τόν διέταζε, γιά τήν ὑ­πα­κο­ή του ὅμως αὐτή καί γιά τήν γνήσια ἀ­γά­πη, ­πού εἶχε  πρός τόν Ἅ­γιο, ­προώδευε στήν ἀ­ρε­τή καί ἔ­γι­νε καλ­λί­τε­ρος ἀ­πό ὅ,τι ἦ­ταν προηγουμένως. Ἐ­πει­δή ὅμως ὁ Ἅγιος σκεπτόταν νά ἐγκαταλείψη τίς φροντίδες τῆς ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νης καί νά ­πά­η στήν ἡ­συ­χί­α, διότι ἦταν πολύ μεγάλος στήν ἡλικία καί ἀ­σθε­νής, γι’ αὐτό ὁ βασιλιάς Μι­χα­ήλ δέν τόν ἄφησε νά ἐκ-πληρώση αὐτό πού σκεπτόταν. Ἀλ­λά ἀφοῦ τόν παρα-κάλεσε θερμά, μό­λις καί με­τά βί­ας τόν ἔ­πει­σε νά παραμεί­νη στό ποί­μνιό του μέχρι τό τέλος τῆς ζω­ῆς του. Καί λοι­πόν ἄν καί ἔ­πα­σχε ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό ἀ­σθέ­νεια καί γη­ρα­τειά, ὅ­μως κά­θε τρό­πο χρησιμοποιοῦσε ὁ ἀ­οί­δι­μος καί ὡδηγοῦσε τό ποί­μνιό του στήν σωτηρία τῆς ψυ­χῆς .

  Αὐτός ὁ Ἅ­γιος ἐπινόησε μόνος του καί β­ρῆ­κε ἄλ­λους χα­ρα­κτῆ­ρες γραμ­μά­των σλα­βο­νι­κῶν, σα­φέ­στε­ρους καί κα­θα­ρώ­τε­ρους, καί μέ τά σα­φέστερα αὐ­τά γράμ­μα­τα ἔ­γρα­ψε ὅ­λη τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή καί τούς πα­νη­γυ­ρι­κούς λό­γους τῶν ἑ­ορ­τῶν καί τούς Βί­ους τῶν Μαρ­τύ­ρων καί Ὁ­σί­ων καί τούς ἀ­σμα­τι­κούς Κα­νό­νες. Καί αὐτά τά γράμ­μα­τα τά ­δί­δα­ξε στά γνω­στι­κώ­τε­ρα παι­διά τῶν Χρι­στια­νῶν. Καί ἀ­πό τά παι­διά αὐτά, ὅ­σα ἦ­ταν ἄ­ξια, τά ­χει­ρο­τό­νη­σε Ἱ­ε­ρεῖς, καί τό πρώ­ην βάρ­βα­ρο καί ὠ­μό ἔ­θνος τῶν Βουλ­γά­ρων τό ἔκανε ὁ θεῖ­ος Πα­τήρ ἥ­με­ρο καί ἅ­γιο μέ τήν φροντίδα του καί τήν προ­θυ­μί­α καί ἔ­τσι ἐπε­τέ­λε­σε πράγματι ἔρ­γο ἀ­πο­στο­λι­κό. Ὁπότε γι’ αὐτό ἀ­ξι­ώ­θηκε νά λά­βη ἀπό τόν Θεό καί χά­ρι ἀ­πο­στο­λι­κή. Ὅ­ταν δέ ἦλ­θε ὁ και­ρός τῆς ἀ­πο­βι­ώ­σε­ώς του, τό­τε ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε ὅ­λους καί τούς ­συμ­βού­λεψε. Ἔπειτα ­πα­ρα­κά­λε­σε τόν Θε­ό γιά τό ποί­μνιό του (τό ὁ­ποῖ­ο ­λυ­πόταν καί ­θρηνοῦσε ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα, μή ὑ­πο­φέ­ροντας τήν ζη­μί­α καί τήν στέ­ρη­σι τοῦ κα­λοῦ ποι­μέ­να). Καί ἔ­τσι ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Χρι­στό, τόν ὁποῖο ποθοῦσε «χαί­ρων καί ἀ­γαλ­λό­με­νος».

 Ἀλ­λά καί με­τά τόν θά­να­το ­δό­ξα­σε αὐ­τός τόν Κύριο, πού τόν δόξα-σε μέ τίς θεραπεῖες ­πού ἐ­νερ­γεῖ κα­θημερινά σ’ ἐ­κεί­νους πού προ­στρέ­χουν σ’ αὐτόν μέ πί­στι. Καί τώ­ρα συγ­χο­ρεύ­ει μέ τούς Ἀ­πο­στό­λους, ὡς κήρυ-κας τῆς ἀ­λή­θει­ας καί ἰ­σα­πό­στο­λος. Μέ τούς Μάρ­τυ­ρες, ἐπειδή πολλές φορές ὑπέμεινε δε­σμά καί τι­μω­ρί­ες γιά τόν λό­γο τῆς ἀ­λήθειας. Μέ τούς  Ἱ­ε­ράρ­χες δέ καί Ὁ­σί­ους, πρε­σβεύ­ει πρός τόν Κύ­ριο γιά τό ποί­μνιό του καί γιά ὅ­λο τόν κό­σμο, ὡς Ἱ­ε­ράρ­χης μαζί καί Ὅσι­ο­ς[7].



[1] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στόν παλιότερο χειρόγραφο Συναξαριστή τοῦ Πρω­τά­του, βρῆκα τό Συ­να­ξά­ρι αὐτό τοῦ Ἁ­γί­ου Κλή­μεν­τα ­γραμ­μέ­νο κα­τά τήν 27η τοῦ Ἰ­ου­λί­ου. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἤ­δη εἴ­δα­με ἀναλυτικά ­τυ­πω­μέ­νο τόν Βί­ο ­του καί ­γραμ­μέ­νο κα­τά τήν 22α τοῦ Νο­εμ­βρί­ου, γι’ αὐτό καί ἐμεῖς αὐτό ἀ­κο­λου­θή­σα­με. Ὡστόσο  ὅμως στήν τυπω­μέ­νη φυλ­λά­δα τοῦ Ἁ­γί­ου αὐτοῦ γρά­φε­ται ἡ μνή­μη του κα­τά τήν 25η Νο­εμ­βρί­ου.

[2]Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι σύμφωνα μέ τόν Με­λέ­τιο, ἡ Μοισία πού βρίσκεται στήν Εὐ­ρώ­πη εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία γράφεται κυρίως μέ τό οι (διότι αὐτή πού γράφεται μέ τό υ, εἶναι κυρίως τῆς Μικρᾶς Ἀ­σί­ας, ἡ ὁποία καί Φρυ­γί­α λέ­γε­ται), αὐτή, λέ­ω, εἶ­ναι μί­α με­γά­λη ἐ­παρ­χί­α τοῦ ἀ­να­το­λι­κοῦ Ἰλ­λυ­ρι­κοῦ, πού ἐκτείνεται ἀ­πό δυ­σμῶν πρός ἀ­να­το­λάς με­τα­ξύ Μα­κε­δο­νί­ας καί τῆς Θράκης πρός με­σημ­βρί­αν καί τῆς Δα­κί­ας πρός βορ­ρᾶν, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­αν χω­ρί­ζε­ται ἀπό τόν πο­τα­μό Δού­να­βι. Δι­αι­ρεῖ­ται δέ σέ ἀνώτερη καί κατώτερη . Καί ἡ μέν ἀ­νώτερη ὠ­νο­μά­σθηκε κοι­νῶς Σερ­βί­α, ἡ δέ κα­τώτερη ὠ­νο­μά­σθηκε Βουλ­γα­ρί­α, ἀ­πό τούς Σέρ­βους καί τούς Βουλ­γά­ρους, πού ἦλθαν καί κατοίκησαν σ’ αὐ­τήν τήν Μοι­σί­α, πού ἦταν ἔ­θνη τῆς Ἀ­σι­α­τι­κῆς Σαρ­μα­τί­ας, κατοικῶντας γύ­ρω ἀπό τόν πο­τα­μό Βόλ­γα.

[3] Στόν ἀναλυτικό Βίο τοῦ Ἁγίου ,πού τυπώθηκε στήν ἁπλῆ γλῶσσα, πού ἀνα-φέρουμε παραπάνω, ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός ἦ­ταν Ρω­μαῖ­ος στήν καταγωγή, ἀλλά αὐτό συμπεραίνεται ἐκεῖ μόνο ἀπό εἰκασία.

[4] Ὁ  Ἅ­γιος Να­ούμ ἑ­ορ­τά­ζε­ται κα­τά τήν 23η Δε­κεμ­βρί­ου.

[5]Αὐτοί ἦταν ὁ Ἀρχιερέας Βι­χνί­κος καί ὁ ἄρχοντας Σφεν­τό­πλι­κος καί οἱ ὅσοι ἦσαν μέ αὐτούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶχαν τό λα­τι­νι­κό φρό­νη­μα, ὅ­τι δηλαδή τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται, δηλαδή ἔ­χει τήν ὕ­παρ­ξι ἐκ τοῦ Πα­τρός καί ἐκ τοῦ Υἱ­οῦ. αὐτό ἐπειδή δέν τό δεχόταν ὁ Ἅ­γιος Κλή­μης , ἐ­τι­μω­ρεῖ­το ἀ­πό αὐ­τούς, ὅπως λέει ὁ Θε­ο­φύ­λα­κτος στόν ἑλ­λη­νι­κό Βί­ο του, ὁ ὁποῖος πρόσφατα ­τυ­πώ­θηκε μαζί μέ τά θαύ­μα­τα τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς.

[6] Μώ­ρα­βος ἴ­σως εἶ­ναι αὐτή πού λέγεται σήμερα Μω­ρα­βί­α, ἡ ὁποία ἀπό τόν βασιλιά Κωνσταντῖνο τόν Πορφυρογέννητο  καί με­γά­λη Μω­ρα­βί­α λέγεται, στό πε­ρί θε­μά­των, ἀ­πό τόν πο­τα­μό Μω­ρά­βα.

[7] Τόν ἀναλυτικό Βί­ο αὐτοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Κλή­μεν­τα, συ­νέ­γρα­ψε μέν ἑλ­λη­νι­κά ὁ ἱ­ε­ρός Θε­ο­φύ­λα­κτος ὁ Βουλ­γα­ρί­ας, με­τέ­φρα­σε δέ κά­ποι­ος στήν ἁπλῆ ἀκρωτηριασμένο καί ἀ­τε­λῆ. Ὁπότε ὁ σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τος δι­δά­σκα­λος κύ­ριος Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Πά­ριος, ἀφοῦ τόν διόρθωσε, ἀφοῦ τόν πλάτυνε, τόν συμπλήρωσε καί μέ σημειώματα τόν στόλισε, τόν ἐξέδωσε ἤδη ἄρ­τιο καί ὁ­λό­κλη­ρο, ὀνομάζοντάς τον «Κρί­σις Οὐ­ρα­νοῦ», μαζί μέ τό μεγάλο θαῦμα τοῦ με­γά­λου Σπυ­ρί­δω­νος, πού ὠνομάσθηκε καί αὐ­τό ἀπό αὐτόν, «Κρί­σις τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ». Αὐτόν λοι­πόν τόν νε­ο­τύ­πω­το Βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου, ἀνάγνωσέ τον ἀ­γα­πη­τέ, γιά νά κα­τα­λά­βης ἀναλυτικώτερα τά πε­ρί τοῦ Ἁ­γί­ου Κλή­μεν­τος. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι καί ἀ­σμα­τι­κή Ἀ­κο­λου­θί­α β­ρί­σκε­ται αὐτοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Κλή­μεν­τος σωσμένη σέ ἰδιαίτερη φυλ­λά­δα τυπωμένη στήν Μοσχόπολι. Καί αὐτό ἀκόμη ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι οἱ ἑ­πτά κή­ρυ­κες καί δι­δά­σκα­λοι τῶν Βουλ­γά­ρων ἑ­ορ­τά­ζον­ται μαζί σέ ἰδιαίτερη φυλ­λά­δα ­τυ­πω­μέ­νη στήν Μό­σχο­πο­λι· δη­λα­δή ὁ Κύ­ριλ­λος, ὁ Με­θό­διος, ὁ Κλή­μης, ὁ Σάβ­βας, ὁ Ἀγ­γε­λά­ριος, ὁ Γο­ράσ­δος καί ὁ Να­ούμ.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης