Τῷ αὐτῷ μηνί KB΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Φιλήμονος καί τῶν σύν αὐτῷ Ἀρχίππου, Ὀνησίμου καί Ἀπφίας.
Αὐτοί ἔζησαν στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Νέρωνος, ὄντας μαθητές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, κατά τό ἔτος 54, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει γι’ αὐτούς στήν πρός Φιλήμονα ἐπιστολή λέγοντας· «Παῦλος δέσμιος Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί Τιμόθεος ὁ ἀδελφός Φιλήμονι τῷ ἀγαπητῷ καί συνεργῷ ἡμῶν, καί Ἀπφίᾳ τῇ ἀγαπητῇ καί Ἀρχίππῳ τῷ συστρατιώτῃ ἡμῶν, καί τῇ κατ’ οἶκον σου Ἐκκλησίᾳ». Καί πολλούς ἄλλους ἐπαίνους πλέκει στόν μακάριο Φιλήμονα, τόν ὁποῖο χειροτόνησε καί Ἐπίσκοπο τῶν Γαζαίων. Ἀφοῦ λοιπόν χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος, ἔδιωξε μακριά ἀπό αὐτούς τό σκότος τῆς ἀγνωσίας καί φώτισε ὅλους μέ τό φῶς τῆς θεογνωσίας. Ἔπειτα πῆγε καί στίς Κολασσές, πού εἶναι πόλις τῆς Φρυγίας κοντά στήν Λαοδίκεια, καί ἐκεῖ κήρυξε ἀρκετά τόν λόγο τῆς ἀληθείας μαζί μέ τόν Ἄρχιππο καί τήν Ἀπφία.
Ἐπειδή λοιπόν οἱ Ἕλληνες ἔκαμναν στήν πόλι ἐκείνη μία ἑορτή στήν ψευδοθεά τους Ἀρτέμιδα, οἱ δέ ἀνωτέρω θεῖοι Ἀπόστολοι, ἔτυχε τότε νά προσφέρουν στήν Ἐκκλησία δοξολογία στόν ἀληθινό Θεό∙ γι’ αὐτό τόν λόγο οἱ ειδωλολάτρες θύμωσαν καί ὥρμησαν ἐναντίον τους. Καί ἀφοῦ συνέλαβαν μόνον αὐτούς, (διότι οἱ ἄλλοι Χριστιανοί πού ἦταν μαζί τους ἔφυγαν ἀπό τόν φόβο) τούς πῆγαν στόν ἄρχοντα Ἀδροκλῆ. Καί λοιπόν πρῶτος ὁ Ἅγιος Ἄρχιππος, ἐπειδή δέν πείσθηκε νά θυσιάση στό εἴδωλο, πού λεγόταν Μηνᾶς, γι’ αὐτό δάρθηκε ἀμέσως καί ρίχθηκε μέσα σέ ἕναν λάκκο καί χώθηκε μέχρι τήν μέση. Ἔπειτα κεντήθηκε μέ βελόνες ἀπό παιδιά. Καί τελευταῖα λιθοβολήθηκε καί ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. Ὁ δέ Ἅγιος Φιλήμων καί ἡ Ἀπφία, ἀφοῦ δάρθηκαν δυνατά μέ λυγαριές καί βασανίσθηκαν μέ διάφορα ἄλλα βάσανα, τελείωσαν τόν δρόμο τοῦ μαρτυρίου[1]. Ὁ δέ Ἅγιος Ὀνήσιμος, ὁ διακομιστής τῆς ἐπιστολῆς πρός τόν Φιλήμονα, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καί δοῦλος τοῦ Φιλήμονα, αὐτός λέω, ἀφοῦ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο, στάλθηκε ἀπό τήν Ρώμη ὡς κατάδικος στούς Ποτιόλους ἀπό τόν ἔπαρχο Τερτύλο καί ἐκεῖ δάρθηκε δυνατά. Ἔπειτα, ἀφοῦ τοῦ ἔσπασαν τά σκέλη, ἄφησε αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή καί ἀπῆλθε στήν αἰώνια[2].
[1] Σημείωσε, ὅτι ὁ ἱερός Θεοδώρητος ἑρμηνεύοντας τήν πρός Φιλήμονα ἐπιστολή λέει, ὅτι ὁ Φιλήμονας αὐτός καταγόταν ἀπό τίς Κολασσές. Καί ὅτι μέχρι τόν καιρό του ὑπῆρχε ἡ οἰκία τοῦ Φιλήμονα, λέει δέ καί ὁ Χρυσόστομος καί Θεοφύλακτος, ὅτι ὁ Φιλήμονας ἦταν ἄνθρωπος θαυμαστός καί ἐπαινετός, ἀγαθός στήν γνώμη καί βοηθός στίς ἀνάγκες τῶν ἁγίων Χριστιανῶν καί κάνοντας ἐλεημοσύνες.
[2] Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι ὁ μέν Ἀπόστολος Ὀνήσιμος ἑορτάζεται χωριστά κατά τήν 15η τοῦ Φεβρουαρίου καί βλέπε ἐκεῖ τά ὅσα τόν ἀφοροῦν ἀκριβέστερα. Ὁ δέ Ἀπόστολος Ἄρχιππος ἑορτάζεται χωριστά κατά τήν 19η τοῦ Φεβρουαρίου καί βλέπε ἐκεῖ τά ὅσα ἀφοροῦν αὐτόν. Κυρίως ὅμως ἑορτάζεται σήμερα ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Φιλήμων καί ἡ Ἀπφία καί ὄχι ὁ Ἄρχιππος καί ὁ Ὀνήσιμος.
* Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἱεράρχου καί Θαυματουργοῦ Κλήμεντος, Ἐπισκόπου Βουλγαρίας τοῦ ἐν τῇ Ἀχρίδι, τοῦ καί Βουλγαροκήρυκος ἐπονομαζομένου[1].
+ Τόν Βουλγάρων κήρυκα Κλήμεντα μέγαν,
Σιγῇ τίς ἄν κρύψειεν ἀρετῆς φίλος;
* Αὐτός ὁ μεγάλος Πατέρας μας καί τῆς Βουλγαρίας φωστήρας λαμπρότατος καί κήρυκας μεγαλοφωνώτατος ἦταν στά χρόνια τοῦ βασιλέως τῶν Ρωμαίων Μιχαήλ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεόφιλου, κατά τό ἔτος 842 ἤ σύμφωνα μέ ἄλλους κατά τό 865. Καταγόταν ἀπό τήν Μοισία[2] πού βρίσκεται στήν Εὐρώπη, τήν ὁποία οἱ πολλοί ἄνθρωποι ὀνομάζουν Βουλγαρία, ἐπειδή κατοικεῖται ἀπό Βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι, ὅπως λένε, παλιά μέν μεταφέρθηκαν ἀπό τόν βασιλιά Ἀλέξανδρο ἀπό τόν Ὄλυμπο τῆς Προύσσας στόν ποταμό Βόλγα, ἀπό ὅπου καί Βούλγαροι ὠνομάσθηκαν. Στήν συνέχεια ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια, πέρασαν οἱ ἴδιοι Βούλγαροι μέ δύναμι μεγάλη τόν ποταμό Ἴστρο, δηλαδή τόν Δούναβι καί κατοίκησαν τά ἐκεῖ γειτονικά μέρη, δηλαδή τήν Πανονία, πού βρίσκεται μεταξύ τοῦ ποταμοῦ Δούναβι καί τοῦ Νουρικού ποταμοῦ καί συμπεριλαμβάνει καί τό Ἱλλυρικό, δηλαδή τήν Οὐγγαρία καί Δαλματία (δηλαδή Σλαβονία) καί Θράκη καί τό Ἰλλυρικό καί τήν Μακεδονία καί τήν Θεσσαλία. Ἀπό αὐτό λοιπόν τό γένος τῶν Βουλγάρων καταγόταν ὁ Ὅσιος αὐτός Κλήμης[3]. Ἦταν ὅμως «ἐκ κοιλίας μητρός του» ἐκλεγμένος ἀπό τόν Θεό, ὅπως καί ὁ Σαμουήλ. Καί ἀπό τήν βρεφική του ἡλικία ἀκόμη ἀγάπησε τήν φιλόθεη καί ἐνάρετη πολιτεία.
Πρῶτος δέ αὐτός μαζί μέ τόν θεῖο Ναούμ[4] καί τόν Ἀγγελάριο καί τόν Γοράσδο διδάχθηκε μέ ἐπιμέλεια τήν θεία Γραφή, ἡ ὁποία μεταγλωττίσθηκε μέ τήν συνεργία τοῦ Θεοῦ στήν γλῶσσα τῶν Βουλγάρων ἀπό τόν θεῖο Κύριλλο, ὁ ὁποῖος ὄντως ἦταν θεόσοφος καί ἰσαπόστολος Πατήρ καί ἦταν ὁ πρῶτος διδάσκαλος τῆς θεοσέβειας καί τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως στό ἔθνος τῶν Βουλγάρων, μαζί μέ τόν θεῖο Μεθόδιο. Ἀλλά ἐπειδή ὁ Ἅγιος αὐτός Κλήμης ἦταν γῆ γόνιμη καί ἀγαθή, γι’ αὐτό, ἀφοῦ δέχθηκε στήν καρδιά του τόν εὐαγγελικό σπόρο τῆς ἀληθείας καί τῶν θείων Γραφῶν, καρποφόρησε πολύ τόν καρπό «εἰς ἑξήκοντα καί εἰς ἑκατόν», σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Κυρίου, ὅπως τό ἀπέδειξε αὐτό ἀληθινό ἀπό αὐτά τά ἔργα καί πράγματα.
Διότι αὐτός, ἐπειδή ἀγάπησε τήν παρθενική ζωή τῶν μοναχῶν, ποιό εἶδος ἀρετῆς δέν ἔκανε μέ ἀκρίβεια; ἤ ποιά τέχνη δέν ἐπενόησε, γιά νά νικήση τά πάθη; Διότι μέ τήν ἡσυχία ἀπέφυγε τόν πόλεμο, πού ἔρχεται ἀπό ἔξω ἀπό τίς πέντε αἰσθήσεις. Μέ τήν νηστεία πάλι καί τήν σκληραγωγία τοῦ σώματος μάρανε τίς φιλήδονες ὁρμές καί ἐπιθυμίες. Μέ τήν ἀδιάλειπτη δέ προσοχή καί προσευχή ἐξάλειψε ἀπό τήν ψυχή του τίς ἐμπαθεῖς φαντασίες καί τούς πονηρούς λογισμούς.
Τά χαρακτηριστικά δέ σημάδια τῆς ψυχῆς τοῦ μακάριου Κλήμεντα ἦταν τά ἑξῆς δύο: Ἀγάπη ἀδιάκριτη καί ταπείνωσις ἀνυπόκριτη. Μέ τέτοιο λοιπόν τρόπο συνδεθείς ὁ ἱερός Κλήμης μέ τόν θεῖο νόμο ἀπό τήν νεαρή του ἡλικία καί ζῶντας ἀκριβῶς τόν τρόπο τῆς ζωῆς πού διδάσκει τό Εὐαγγέλιο, πρός μέν τό παρόν, ἦταν συνεργάτης τῶν ἀνωτέρω διδασκάλων του, τόν Κύριλλο, λέω, καί τόν Μεθόδιο καί ἔγινε ὁδηγός τῆς εὐσεβείας στό ἔθνος τῶν Βουλγάρων, ὑπομένοντας καί αὐτός τούς ἴδιους ἐκείνους πειρασμούς, πού ὑπέμειναν καί οἱ ἀνωτέρω διδάσκαλοί του, ἀπό τήν δυναστεία τῶν αἱρετικῶν, πού ἐξουσίαζαν κατά τόν καιρό ἐκεῖνο[5], ὅπως ἀναφέρει τούς πειρασμούς αὐτούς ὁ ἀναλυτικός Βίος τῶν ἀνωτέρω Ἁγίων.
Ὅταν δέ ὁ μέν θεσπέσιος Κύριλλος ἀπῆλθε στήν ἄνω ζωή, ἀφοῦ φανέρωσε προηγουμένως στόν τότε Πάπα τῆς Ρώμης Ἀδριανό τήν ἀποστολική διακονία καί τήν αὔξησι, πού ἔκανε στό ἔργο, πού τοῦ ἐμπι-στεύθηκε· καί ἀφοῦ καί ὁ Μεθόδιος ἔγινε ἀπό τόν Πάπα Ἀρχιεπίσκοπος Μωράβου[6] καί Βουλγαρίας, τότε καί ὁ θεῖος αὐτός Κλήμης χειροτονήθηκε ἀπό τόν Μεθόδιο Ἐπίσκοπος ὅλου τοῦ Ἰλλυρικοῦ καί τοῦ ἔθνους τῶν Βουλγάρων πού ἐξουσίαζε τό Ἰλλυρικό, καί τῆς πόλεως τῶν Λυχνιδῶν, δηλαδή τῆς Ἀχρίδας καί τῆς Γλαβηνίτζας, στίς ὁποῖες πόλεις αὐτές καί ἐπαρχίες, ἄφησε ὁ Ἅγιος ὑπομνήματα καί σημεῖα τῆς ἀρετῆς του καί ἁγιότητας. Διότι στήν Ἀχρίδα ἔκτισε ὁ Ἅγιος «ἐκ θεμελίων» ἱερό Ναό καί Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα, ὅπου καί περνοῦσε ζωή ἀσκητική ὁ ἀοίδιμος. Καί ἀπό τό Μοναστήρι αὐτό, σάν ἀπό ὑψηλή λυχνία , ἔλαμπε σέ ὅλο τό ποίμνιό του τίς ἀκτίνες τῆς ἀρετῆς καί τῆς θείας χάριτος. Ἀφοῦ δέ ἀπῆλθε στήν οὐράνια ζωή, ἄφησε σ’ αὐτό τό ἴδιο Μοναστήρι τό ἱερό του λείψανο, σάν πολύτιμο θησαυρό καί ἀντάξιο ἀπόκτημα ὅλου τοῦ κόσμου, ἀπό τό ὁποῖο καθημερινά θεραπεύεται κάθε πάθος καί ἀσθένεια. Ὁπότε καί τό ἱερό ἐκεῖνο Μοναστήρι χαρίσθηκε ἀπό τόν Θεό στούς χριστιανούς, πού προστρέχουν ἐκεῖ ὡς ἕνα κοινό καί ἄμισθο ἰατρεῖο.
Κοντά μάλιστα στά ἄλλα κειμήλια, πού ἄφησε στήν Ἀχρίδα ὁ τρισόλβιος Κλήμης, ἀποθησαύρισε σ’ αὐτήν καί βιβλία ἱερά, καρπούς τῆς δικῆς του ὑψηλῆς διάνοιας καί κόπους τῶν ἁγίων του χεριῶν, τά ὁποῖα τιμοῦνται καί σέβονται ἀπό ὅλο τό ἔθνος τῶν Βουλγάρων, ὄχι λιγώτερο ἀπό τίς θεόγραφες πλάκες τοῦ Μωυσῆ. Ἀλλά καί στήν Γλαβηνίτζα πού ἀναφέρθηκε, μπορεῖ νά δῆ κανείς στύλους πέτρινους, πού σώζονται μέχρι σήμερα· Ἐπάνω δέ σ’ αὐτούς εἶναι γράμματα χαραγμένα, τά ὁποῖα φανερώνουν, πώς ἐπέστρεψε ἀπό τόν Ἅγιο Κλήμη στήν πίστι καί στήν ἐπίγνωσι τοῦ Χριστοῦ ὅλο τό ἔθνος τῶν Βουλγάρων. Ἐπειδή ὁλόκληρο τό ἔθνος τῶν Βουλγάρων δέν πίστεψε ἀμέσως στόν Χριστό, οὔτε ὅλο φωτίσθηκε μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα, ἀλλά παρέμεινε ἀκόμη μεγάλο μέρος του ἔχοντας τήν βαρβαρική θηριότητα. Γι’ αὐτό ὁ θεσπέσιος Κλήμης μέ τίς καθημερινές θεόπνευστες διδαχές του ὡδήγησε σέ θεογνωσία ὅλο τό ἔθνος, καί τήν ἀγριότητα τῆς διαθέσεώς τους τήν μετέβαλε σέ ἡμερότητα καί χρηστότητα τρόπων, ὥστε στό ἑξῆς ζοῦσαν μέ σωφροσύνη καί μέ τρόπο σύμφωνα μέ τόν νόμο .
Ἰδιαίτερα ὅμως καί σέ μεγάλο βαθμό τό κατώρθωσε αὐτό ὁ μακάριος Κλήμης, ἐπειδή βάπτισε τόν ἄρχοντα τῶν Βουλγάρων, Βορίση ὀνομαζόμενο καί τόν υἱό του Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος (Βόρις) ἔγινε πρῶτος βασιλιάς τῶν Βουλγάρων. Καί στήν συνέχεια ἔκανε αὐτούς τούς δύο νά ζοῦν σύμφωνα μέ τούς νόμους τῶν Χριστιανῶν. Ἔτσι μέ αὐτούς τούς δύο ὑπέταξε στό Εὐαγγέλιο ὅλο τό ἔθνος τῶν Βουλγάρων σάν ἕναν ἄνθρωπο. Ἐπί πλέον εἵλκυσε ὁ Ἅγιος τούς Βουλγάρους στόν στενό καί ἀνηφορικό δρόμο τῆς κατά Θεόμ ζωῆς, ὄχι μόνο μέ τά γλυκύτατα λόγια καί τίς διδασκαλίες του, ἀλλά περισσότερο μέ τά πολλά θαύματα, τά ὁποῖα μέ αὐτόν ἐνεργοῦσε ὁ Κύριος. Διότι διά μέσου αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου χάριζε ὁ Θεός στούς τυφλούς τήν ὅρασι, στούς ἄλαλους τήν ὁμιλία καί στούς παραλύτους τήν ἐνέργεια. Ἀλλά καί τούς δαιμονισμένους θεράπευε ὁ Θεός μέ τήν προσευχή τοῦ Ἁγίου. Καί, γιά νά μιλήσω γενικά, ἦταν ὁ Ἅγιος ἰατρός ταχύτατος κάθε πάθους καί ἀσθενείας. Ὁπότε καί νεκρό παιδί μέ τήν προσευχή του ἀνέστησε, ἐνῶ τόν βασιλιά τῶν Βουλγάρων παρακίνει ὁ Ἅγιος νά κτίζη Ναούς ἱερούς. Ἔτσι ὁ βασιλιάς ὑπακούοντας στά λόγια του, ἀμέσως τελείωνε μέ τά ἔργα ἐκεῖνα, πού ὁ Ἅγιος τόν διέταζε, γιά τήν ὑπακοή του ὅμως αὐτή καί γιά τήν γνήσια ἀγάπη, πού εἶχε πρός τόν Ἅγιο, προώδευε στήν ἀρετή καί ἔγινε καλλίτερος ἀπό ὅ,τι ἦταν προηγουμένως. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἅγιος σκεπτόταν νά ἐγκαταλείψη τίς φροντίδες τῆς ἀρχιερωσύνης καί νά πάη στήν ἡσυχία, διότι ἦταν πολύ μεγάλος στήν ἡλικία καί ἀσθενής, γι’ αὐτό ὁ βασιλιάς Μιχαήλ δέν τόν ἄφησε νά ἐκ-πληρώση αὐτό πού σκεπτόταν. Ἀλλά ἀφοῦ τόν παρα-κάλεσε θερμά, μόλις καί μετά βίας τόν ἔπεισε νά παραμείνη στό ποίμνιό του μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. Καί λοιπόν ἄν καί ἔπασχε ὁ Ἅγιος ἀπό ἀσθένεια καί γηρατειά, ὅμως κάθε τρόπο χρησιμοποιοῦσε ὁ ἀοίδιμος καί ὡδηγοῦσε τό ποίμνιό του στήν σωτηρία τῆς ψυχῆς .
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἐπινόησε μόνος του καί βρῆκε ἄλλους χαρακτῆρες γραμμάτων σλαβονικῶν, σαφέστερους καί καθαρώτερους, καί μέ τά σαφέστερα αὐτά γράμματα ἔγραψε ὅλη τήν Ἁγία Γραφή καί τούς πανηγυρικούς λόγους τῶν ἑορτῶν καί τούς Βίους τῶν Μαρτύρων καί Ὁσίων καί τούς ἀσματικούς Κανόνες. Καί αὐτά τά γράμματα τά δίδαξε στά γνωστικώτερα παιδιά τῶν Χριστιανῶν. Καί ἀπό τά παιδιά αὐτά, ὅσα ἦταν ἄξια, τά χειροτόνησε Ἱερεῖς, καί τό πρώην βάρβαρο καί ὠμό ἔθνος τῶν Βουλγάρων τό ἔκανε ὁ θεῖος Πατήρ ἥμερο καί ἅγιο μέ τήν φροντίδα του καί τήν προθυμία καί ἔτσι ἐπετέλεσε πράγματι ἔργο ἀποστολικό. Ὁπότε γι’ αὐτό ἀξιώθηκε νά λάβη ἀπό τόν Θεό καί χάρι ἀποστολική. Ὅταν δέ ἦλθε ὁ καιρός τῆς ἀποβιώσεώς του, τότε ὁ Ἅγιος ἀποχαιρέτισε ὅλους καί τούς συμβούλεψε. Ἔπειτα παρακάλεσε τόν Θεό γιά τό ποίμνιό του (τό ὁποῖο λυπόταν καί θρηνοῦσε ἀπαρηγόρητα, μή ὑποφέροντας τήν ζημία καί τήν στέρησι τοῦ καλοῦ ποιμένα). Καί ἔτσι ἀπῆλθε πρός τόν Χριστό, τόν ὁποῖο ποθοῦσε «χαίρων καί ἀγαλλόμενος».
Ἀλλά καί μετά τόν θάνατο δόξασε αὐτός τόν Κύριο, πού τόν δόξα-σε μέ τίς θεραπεῖες πού ἐνεργεῖ καθημερινά σ’ ἐκείνους πού προστρέχουν σ’ αὐτόν μέ πίστι. Καί τώρα συγχορεύει μέ τούς Ἀποστόλους, ὡς κήρυ-κας τῆς ἀλήθειας καί ἰσαπόστολος. Μέ τούς Μάρτυρες, ἐπειδή πολλές φορές ὑπέμεινε δεσμά καί τιμωρίες γιά τόν λόγο τῆς ἀλήθειας. Μέ τούς Ἱεράρχες δέ καί Ὁσίους, πρεσβεύει πρός τόν Κύριο γιά τό ποίμνιό του καί γιά ὅλο τόν κόσμο, ὡς Ἱεράρχης μαζί καί Ὅσιος[7].
[1] Σημείωσε, ὅτι στόν παλιότερο χειρόγραφο Συναξαριστή τοῦ Πρωτάτου, βρῆκα τό Συναξάρι αὐτό τοῦ Ἁγίου Κλήμεντα γραμμένο κατά τήν 27η τοῦ Ἰουλίου. Ἐπειδή ὅμως ἤδη εἴδαμε ἀναλυτικά τυπωμένο τόν Βίο του καί γραμμένο κατά τήν 22α τοῦ Νοεμβρίου, γι’ αὐτό καί ἐμεῖς αὐτό ἀκολουθήσαμε. Ὡστόσο ὅμως στήν τυπωμένη φυλλάδα τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ γράφεται ἡ μνήμη του κατά τήν 25η Νοεμβρίου.
[2]Σημείωσε, ὅτι σύμφωνα μέ τόν Μελέτιο, ἡ Μοισία πού βρίσκεται στήν Εὐρώπη εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία γράφεται κυρίως μέ τό οι (διότι αὐτή πού γράφεται μέ τό υ, εἶναι κυρίως τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἡ ὁποία καί Φρυγία λέγεται), αὐτή, λέω, εἶναι μία μεγάλη ἐπαρχία τοῦ ἀνατολικοῦ Ἰλλυρικοῦ, πού ἐκτείνεται ἀπό δυσμῶν πρός ἀνατολάς μεταξύ Μακεδονίας καί τῆς Θράκης πρός μεσημβρίαν καί τῆς Δακίας πρός βορρᾶν, ἀπό τήν ὁποίαν χωρίζεται ἀπό τόν ποταμό Δούναβι. Διαιρεῖται δέ σέ ἀνώτερη καί κατώτερη . Καί ἡ μέν ἀνώτερη ὠνομάσθηκε κοινῶς Σερβία, ἡ δέ κατώτερη ὠνομάσθηκε Βουλγαρία, ἀπό τούς Σέρβους καί τούς Βουλγάρους, πού ἦλθαν καί κατοίκησαν σ’ αὐτήν τήν Μοισία, πού ἦταν ἔθνη τῆς Ἀσιατικῆς Σαρματίας, κατοικῶντας γύρω ἀπό τόν ποταμό Βόλγα.
[3] Στόν ἀναλυτικό Βίο τοῦ Ἁγίου ,πού τυπώθηκε στήν ἁπλῆ γλῶσσα, πού ἀνα-φέρουμε παραπάνω, ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος αὐτός ἦταν Ρωμαῖος στήν καταγωγή, ἀλλά αὐτό συμπεραίνεται ἐκεῖ μόνο ἀπό εἰκασία.
[4] Ὁ Ἅγιος Ναούμ ἑορτάζεται κατά τήν 23η Δεκεμβρίου.
[5]Αὐτοί ἦταν ὁ Ἀρχιερέας Βιχνίκος καί ὁ ἄρχοντας Σφεντόπλικος καί οἱ ὅσοι ἦσαν μέ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τό λατινικό φρόνημα, ὅτι δηλαδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐκπορεύεται, δηλαδή ἔχει τήν ὕπαρξι ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. αὐτό ἐπειδή δέν τό δεχόταν ὁ Ἅγιος Κλήμης , ἐτιμωρεῖτο ἀπό αὐτούς, ὅπως λέει ὁ Θεοφύλακτος στόν ἑλληνικό Βίο του, ὁ ὁποῖος πρόσφατα τυπώθηκε μαζί μέ τά θαύματα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς.
[6] Μώραβος ἴσως εἶναι αὐτή πού λέγεται σήμερα Μωραβία, ἡ ὁποία ἀπό τόν βασιλιά Κωνσταντῖνο τόν Πορφυρογέννητο καί μεγάλη Μωραβία λέγεται, στό περί θεμάτων, ἀπό τόν ποταμό Μωράβα.
[7] Τόν ἀναλυτικό Βίο αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Κλήμεντα, συνέγραψε μέν ἑλληνικά ὁ ἱερός Θεοφύλακτος ὁ Βουλγαρίας, μετέφρασε δέ κάποιος στήν ἁπλῆ ἀκρωτηριασμένο καί ἀτελῆ. Ὁπότε ὁ σοφολογιώτατος διδάσκαλος κύριος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ἀφοῦ τόν διόρθωσε, ἀφοῦ τόν πλάτυνε, τόν συμπλήρωσε καί μέ σημειώματα τόν στόλισε, τόν ἐξέδωσε ἤδη ἄρτιο καί ὁλόκληρο, ὀνομάζοντάς τον «Κρίσις Οὐρανοῦ», μαζί μέ τό μεγάλο θαῦμα τοῦ μεγάλου Σπυρίδωνος, πού ὠνομάσθηκε καί αὐτό ἀπό αὐτόν, «Κρίσις τοῦ Οὐρανοῦ». Αὐτόν λοιπόν τόν νεοτύπωτο Βίο τοῦ Ἁγίου, ἀνάγνωσέ τον ἀγαπητέ, γιά νά καταλάβης ἀναλυτικώτερα τά περί τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος. Σημείωσε, ὅτι καί ἀσματική Ἀκολουθία βρίσκεται αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος σωσμένη σέ ἰδιαίτερη φυλλάδα τυπωμένη στήν Μοσχόπολι. Καί αὐτό ἀκόμη σημείωσε, ὅτι οἱ ἑπτά κήρυκες καί διδάσκαλοι τῶν Βουλγάρων ἑορτάζονται μαζί σέ ἰδιαίτερη φυλλάδα τυπωμένη στήν Μόσχοπολι· δηλαδή ὁ Κύριλλος, ὁ Μεθόδιος, ὁ Κλήμης, ὁ Σάββας, ὁ Ἀγγελάριος, ὁ Γοράσδος καί ὁ Ναούμ.


Login