Τῷ αὐτῷ μηνί IΖ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος. Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος, ὁ ἐν Μιτυλήνῃ μαρτυρήσας κατά τό ἔτος 1795, ἀγχόνῃ τελειοῦται

Τῷ αὐτῷ μηνί IΖ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Μάρ­τυ­ρας Θε­ό­δω­ρος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων Μα­ξι­μια­νοῦ καί Μα­ξι­μί­νου, κα­τά τό ἔ­τος 290, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τήν μη­τρό­πο­λι τῆς  Ἀ­μά­σειας, πού εἶ­ναι δι­ά­ση­μη πό­λις τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας στήν Μαύ­ρη Θά­λασ­σα, ἀ­πό ἕ­να χω­ριό, πού λέ­γε­ται Χου­μια­λά. Ὅ­ταν ὁ Ἅ­γιος Αὐ­τός συ­να­ριθ­μή­θη­κε μέ τό στρά­τευ­μα, τό ὀ­νο­μα­ζό­με­νο τῶν Τη­ρώ­νων (Τή­ρων ση­μαί­νει ὁ­πλί­της νε­ο­σύ­λε­κτος) καί τήν ἐ­πο­χή ἐκείνη ἦ­ταν ὑ­πό τάς δι­α­τα­γάς τοῦ δι­οι­κη­τοῦ Βρίγ­κα, τό­τε, λέ­ω, ὡ­μο­λό­γη­σε, ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­ός ἀ­λη­θι­νός καί ὅ­τι τά εἴ­δω­λα τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν εἶ­ναι ἄ­ψυ­χα ἀ­γάλ­μα­τα καί ἔρ­γα ἀν­θρώ­πι­νων χε­ρι­ῶν. Τό­τε πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ἐ­νώ­πιον τοῦ προ­α­να­φερ­θέν­τος δι­οι­κη­τοῦ καί ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­δω­σε χρό­νο καί δι­ο­ρί­α νά σκε­φθῆ. Τό­τε ὁ Ἅ­γιος ἔ­κα­νε ἕ­να με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα· παίρ­νον­τας τό εἴ­δω­λο τῆς μη­τέ­ρας τῶν θε­ῶν Ρέ­ας, ὅ­πως φλυα­ροῦν οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες, τό ἔρ­ρι­ξε στή φω­τιά καί τό κα­τέ­κα­ψε.

Τό­τε συ­νε­λή­φθη καί, ἀ­φοῦ ὡ­μο­λό­γη­σε, ὅ­τι αὐ­τός κα­τέ­κα­ψε τό εἴ­δω­λο, πρῶ­τα κρε­μι­έ­ται καί ξύ­νε­ται, ἔ­πει­τα ρί­χθη­κε σέ πυ­ρα­κτω­μέ­νη κά­μι­νο καί μέ­σα σ’ αὐ­τήν, ἀ­φοῦ ­τε­λει­ώ­θηκε, δέ­χε­ται τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο. Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί του στόν μαρ­τυ­ρι­κό του Να­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος βρί­σκε­ται στήν το­πο­πο­θε­σί­α πού λέ­γε­ται Φω­ρα­κί­ου, κα­τά τό Σάβ­βα­το τῆς πρώ­της ἑ­βδο­μά­δας τῶν νη­στει­ῶν, ὅ­ταν ἔ­γι­νε ἀ­πό αὐ­τόν καί τό θαῦ­μα τό πε­ρί τῶν κο­λύ­βων, μέ τό ὁ­ποῖ­ο, ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τόν Ὀρ­θό­δο­ξο λα­ό τῶν Χρι­στια­νῶν ἀ­πό τά μο­λυ­σμέ­να φα­γη­τά τῶν εἰ­δω­λο­θύ­των. 

 Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος, ὁ ἐν Μιτυλήνῃ μαρτυρήσας κατά τό ἔτος 1795, ἀγχόνῃ τελειοῦται.

Αὐ­τός ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος Θε­ό­δω­ρος ἦ­ταν ἀ­πό ἕ­να χω­ριό τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, πού λε­γόταν Νε­ο­χώ­ρι, ὁ πα­τέρας του ὀ­νο­μά­ζε­ται Χα­τζῆ Ἀ­να­στά­σιος καί ἡ μητέρα του Σμα­ρα­γδοῦ. Ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρό παι­δί ἔ­μα­θε τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα, ἔ­πει­τα ­πῆ­γε σέ ἕ­ναν ζω­γρά­φο καί ἔ­μα­θε τήν ζωγρα­φι­κή τέ­χνη καί μα­ζί μέ αὐ­τόν δού­λευ­ε στά βα­σι­λι­κά πα­λά­τια. Ἐκεῖ μέ τήν συναναστροφή καί λόγῳ τῆς ἐπιπολαιότητας  συ­να­να­στρε­φό­με­νος, ἀφοῦ ἐ­ξα­πα­τή­θη­κε ἀ­πό τίς ἡ­δυ­πά­θει­ες καί ἀ­πό τήν μα­ταιο­δο­ξί­α τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως ἐ­πει­δή πα­ρα­κι­νή­θη­κε καί ἀ­πό τούς ἴ­διους ἐκεί­νους, ἀρ­νή­θη­κε (ἀλ­λοί­μο­νο)! τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί, δε­χό­με­νος πε­ρι­το­μή ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ μέ­σα καί ­δι­δα­σκό­ταν τούς μύ­θους τῆς βδε­λυ­ρῆς τους θρη­σκεί­ας. Ἀ­φοῦ δέ ἔ­κα­με ἐ­κεῖ μέ­σα τρί­α χρό­νια, ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νοῦ­κλα καί βλέ­πον­τας ὁ Θε­ό­δω­ρος τόν θά­να­το ἐμ­πρός του κα­θημε­ρι­νά, ἦλ­θε στά λο­γι­κά του καί ­σκέ­φθη­κε τό κα­κό πού ἔ­πα­θε, νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό καί ἔ­κλα­ψε πι­κρά, καί ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε πλέ­ον νά ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται στήν καρ­διά του ὁ φό­βος τοῦ Θε­οῦ. Δι­ό­τι ὁ Θε­ός πού θέ­λει ὅ­λοι νά σω­θοῦν καί νά ἀ­πο­κτή­σουν ἐ­πί­γνω­σι τῆς ἀ­λή­θειας, ἔ­τσι συ­νη­θί­ζει, ἕ­ναν μέ ἕ­ναν τρό­πο καί ἄλ­λον μέ ἄλ­λο τρό­πο καί μέ­σο νά ἕλ­κη πρός τήν με­τά­νοι­α. Φθά­νει μό­νο, νά μή κα­τα­φρο­νῆ ὁ ἄν­θρω­πος τά κεν­τρί­σμα­τα τῆς συ­νει­δή­σε­ώς του. Καί τό ὅ­τι ὁ φό­βος ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­πό τόν Θε­ό, γιά νά τόν προ­σελ­κύ­ση καί νά τόν ἀ­πο­σπά­ση ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν μα­ται­ό­τη­τα, ἀ­πό τό ἑξῆς γί­νε­ται φα­νε­ρό× Ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι ἐ­κεῖ μέ­σα, πού β­ρι­σκό­ταν δέν ἦ­ταν σάν ἕ­νας ἀ­πό τούς πολ­λούς, ἀλ­λά τόν εἶ­χαν σέ με­γά­λη ἐ­κτί­μη­σι καί ξε­χω­ρι­στή εὔ­νοι­α καί ἔ­δει­χναν σ’­ αὐ­τόν φι­λο­τι­μί­α πολ­λή καί μέ ἐν­δυ­μα­σί­ες με­γα­λο­πρε­πεῖς καί πο­λυ­τε­λεῖς τόν ­στό­λι­σαν καί μέ ἐλ­πί­δες με­γά­λες στό ἑ­ξῆς τρε­φό­ταν. Δέν ἦ­ταν λοι­πόν ἑ­πό­με­νο ἁπλᾶ καί ἐ­πει­δή ἔ­τυ­χε νά κα­τα­φρο­νή­ση μί­α τέ­τοι­α βα­σι­λι­κή εὔ­νοι­α, πού τοῦ ἔ­βα­λε στήν φαντα­σί­α ὅ­λες τίς ὠ­φέ­λι­μες ἐλ­πί­δες, δέν ἦ­ταν, λέ­ω, ἑ­πό­με­νο νά κό­ψη τούς δε­σμούς ἐ­κεί­νους καί νά ἀ­πο­σπα­σθῆ ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν σα­τα­νι­κή μα­ται­ό­τη­τα.

Γι­’ ­αὐ­τό ὑ­πῆρ­ξε ἀ­νάγ­κη νά μπῆ στήν καρ­διά του ἀ­πό ψη­λά μί­α οὐ­ρά­νια καί πο­λύ δρα­στή­ρια δύ­να­μις. Ἡ ὁ­ποί­α καί στήν πραγμα­τι­κό­τη­τα εἰ­σῆλ­θε καί τοῦ ­με­τέ­βα­λε καί τόν νοῦ καί τό μυα­λό καί τόν ἔ­κανε νά μι­σή­ση ὅλα ἐ­κεῖ­να τά φαι­νό­με­να, ὅ­λη ἐ­κεί­νη τήν βα­σι­λι­κή φι­λο­φρο­σύ­νη καί αὐ­τούς τούς ἴ­διους καί τήν θρη­σκεί­α τους. Καί στό ἑ­ξῆς πλέ­ον ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μέ ποι­όν τρό­πο νά φύ­γη ἀ­πό ἐ­κεῖ, καί τό ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἐ­πι­πό­νως καί μέ δι­α­κα­ῆ πό­θο. Γι­’ ­αὐ­τό, καί ἐ­πει­δή στε­νο­χω­ρή­θη­κε πο­λύ ἀ­πό τούς συλ­λο­γι­σμούς του, μί­α νύ­χτα, πού εἶ­χε φεγ­γά­ρι, γκρε­μί­σθη­κε κά­τω ἀ­πό ἕ­να ὑ­ψη­λό μέ­ρος, γιά νά φύ­γη. Ἀ­κού­σθη­κε ὅ­μως ὁ χτύ­πος καί ἔ­τρε­ξαν ἀ­μέ­σως κά­ποι­οι ἀ­πό ἐ­κεί­νους καί τόν γύ­ρι­σαν πί­σω. Με­τά ἀ­πό κά­ποι­ες ἡ­μέ­ρες κοι­νο­ποί­η­σε τόν σκο­πό του σέ ἕ­ναν Χρι­στια­νό, πού πή­γαι­νε συ­χνά ἐ­κεῖ, καί τόν πα­ρα­κά­λε­σε νά τοῦ φέ­ρη μί­α ἀλ­λα­ξιά ἐν­δύ­μα­τα γε­μι­τζί­τι­κα, γιά νά τά φο­ρέ­ση καί νά φύ­γη. Ὁ γου­να­ράς τά ἔ­φε­ρε καί χω­ρίς νά τόν συ­ναν­τή­ση κα­νείς τοῦ τά ἔ­δω­σε. Καί ἀ­πό τό­τε ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τήν εὐ­και­ρί­α τῆς φυ­γῆς.

Μί­α ἡ­μέ­ρα λοι­πόν πού ἔ­τρω­γαν ἐ­κεῖ­νοι ψω­μί, κά­νει τόν σταυ­ρό του καί παίρ­νον­τας τά ἐν­δύ­μα­τα ἐ­κεῖ­να πη­γαί­νει σέ ἕ­να μέ­ρος πα­ρά­με­ρο, βγά­ζει τίς γοῦ­νες καί τά ἄλ­λα τά λαμ­πρά, πού φο­ροῦ­σε καί φο­ρᾶ τά χρι­στι­α­νι­κά, μουν­τζου­ρώ­νει κα­λά καί τό πρό­σω­πό του μέ τριμ­μέ­να κάρ­βου­να, πού εἶχε ἑ­τοι­μα­σμέ­να, δέ­νει τό μέ­τω­πό του μέ ἕ­να λε­ρω­μέ­νο μαν­δή­λι, παίρ­νει καί στόν ὦ­μο μί­α στά­μνα καί κά­νον­τας στόν ἑ­αυ­τό του πά­λι τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου σταυ­ροῦ, ­βγῆ­κε ἀ­πό τήν κα­τα­ρα­μέ­νη ἐ­κεί­νη οἰ­κί­α, περ­νᾶ μπρο­στά ἀ­πό τούς φύ­λα­κες τῆς αὐ­λῆς, κα­τε­βαί­νει στήν θά­λασ­σα, μπαί­νει σέ ἕ­να κα­ΐ­κι μι­κρό καί πη­γαί­νει στό σπί­τι μιᾶς θεί­ας του καί δι­α­μέ­νον­τας ἐ­κεῖ με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες, χρί­σθη­κε μέ τό Ἅ­γιο Μύ­ρο καί ἀ­πό ἐ­κεῖ μέ κό­πους πολ­λούς καί φόβους καί ἔ­ξο­δα, κα­τέ­φυ­γε στήν Χῖ­ο καί ἔ­μει­νε κον­τά σέ ἕ­ναν πνευ­μα­τι­κό πα­τέ­ρα ξέ­νο με­ρι­κές ἡ­μέ­ρας ἡ­συ­χά­ζον­τας καί δι­α­βά­ζον­τας βι­βλί­α κα­τα­νυ­κτι­κά καί τά Μαρ­τύ­ρια τῶν Ἁ­γί­ων, πε­ρισ­σό­τε­ρο τῶν νέ­ων Μαρ­τύ­ρων καί ἔ­τσι ἦλ­θε σέ ἄ­κρα με­τά­νοι­α ἀ­να­στε­νά­ζον­τας ἀ­πό τά βά­θη τῆς καρ­διᾶς γιά τό κα­κό πού ἔ­πα­θε, Ἔ­πει­τα ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε ὅ­λες τίς ἁ­μαρ­τί­ες, πού ὡς ἄν­θρω­πος ἔ­πρα­ξε σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή, δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές μέ μί­α γε­νι­κή καί λε­πτο­με­ρῆ ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι, χω­ρίς νά ξε­χά­ση καμ­μί­α καί ἔ­τσι ­με­τά­λα­βε τά ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια. Ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε νά αἰ­σθά­νε­ται κα­τά­νυ­ξι καί νά πο­θῆ τό μαρ­τύ­ριο, ἀ­κού­γον­τας μά­λι­στα τό γεν­ναῖ­ο Μαρ­τύ­ριο καί τίς ἀ­ρι­στεῖ­ες τοῦ Ἁ­γί­ου Πο­λυ­δώ­ρου, πού μαρ­τύ­ρη­σε πρίν ἀ­π’ ­αὐ­τόν, (τά ὁ­ποῖ­α ἄ­κου­γε σχε­δόν κα­θη­με­ρι­νά) καί ἀ­πό ἡ­μέ­ρα σέ ἡ­μέ­ρα με­γά­λω­νε μέσα του ἡ κα­τά­νυ­ξις καί ὁ πό­θος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, με­γά­λω­σαν ὅ­μως συγ­χρό­νως καί οἱ συλ­λο­γι­σμοί καί οἱ πει­ρα­σμοί τοῦ δι­α­βό­λου, ἀ­πό τούς ὁ­ποίους, ἐ­πει­δή στε­νο­χω­ρι­ό­ταν ἀ­πό τήν μί­α με­ριά καί ἐ­πει­δή φλε­γό­ταν ἀ­πό τήν ἄλ­λη ἀ­πό τόν πό­θο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου, ­βι­α­ζό­ταν πό­τε νά βρε­θῆ ὁ τρό­πος νά τε­λέ­ση τό ποθού­με­νο καί νά λυ­τρω­θῆ ἀ­πό τόν σα­τα­νᾶ, πού τόν πεί­ρα­ζε.

Λοι­πόν μέ τήν συ­νερ­γεία τοῦ Θεοῦ β­ρέ­θη­κε ἕ­νας θε­ο­σε­βής καί ζη­λω­τής ἀ­δελ­φός καί τόν ­πῆ­ρε καί πῆ­γε σέ τό­πο πο­λύ παρά­με­ρο καί ἡ­σύ­χα­σαν οἱ δύ­ο, προ­σευ­χό­με­νοι στόν Θε­ό καί μα­ζί, καί κα­τ' ἰ­δί­αν, γιά νά τούς ὁ­δη­γή­ση στό θέ­λη­μά του τό Ἅ­γιο. Τό­τε ὁ ἀ­δελ­φός, πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πό ἀ­γά­πη, τοῦ ­συνέ­θε­σε αὐ­τή τήν προ­σευ­χή: «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ, Χρι­στέ ὁ ἰα­τρός τῆς ἀ­θλί­ας μου ψυ­χῆς, μήν ἀ­πο­στρα­φῆς ἀ­πό μέ­να τόν ἁ­μαρ­τω­λό, ἀλ­λά ἐν­δυ­νά­μω­σε τήν ἀ­δύ­να­τη καί σκλη­ρή καρ­διά μου, καί ἀ­να­θέρμα­νε σ’­ αὐ­τήν τόν ἔ­ρω­τα τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου ὑ­πέρ σοῦ. Ὥ­στε, ὅ­πως σέ ἀρ­νή­θη­κα τόν πλά­στη μου καί εὐ­ερ­γέ­τη, χω­ρίς νά μέ βιά­ση κά­ποι­ος καί ἔ­γι­να δοῦ­λος τοῦ μια­ροῦ δι­α­βό­λου καί παί­γνιο τῶν δαι­μό­νων καί ὄντας ὑ­πό τήν ἐ­ξου­σί­α τους, ὑ­πο­τασ­σό­με­νος στά δι­κά τους καί τά δι­κά μου θε­λή­μα­τα, ἔ­τσι πά­λι μέ­σῳ τῆς χά­ρι­τός σου καί τῆς ἀ­νυ­πέρ­βλητής σου μα­κρο­θυ­μί­ας, ἡ ὁ­ποί­α μέ ­βο­ή­θη­σε καί ἀ­πέ­φυ­γα τίς πα­γί­δες τους, νά μέ ἀ­ξι­ώ­σης ἐ­μέ­να τόν ἐ­λε­ει­νό καί ἄ­θλιο καί ἀ­νά­ξιο τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῶν Χρι­στια­νῶν, νά σέ ὁ­μο­λο­γή­σω ἐ­νώ­πιον ἀρ­χόν­των καί τυ­ράν­νων. Ναί, Κύ­ρι­έ μου, ναί μο­νο­γε­νές Υἱ­έ τοῦ Θε­οῦ, μή μέ ἀ­πο­στρέ­φε­σαι τόν τα­πει­νό σου δοῦ­λο, ἀλ­λά πα­ρά­λα­βέ με στόν χο­ρό τῶν Μαρ­τύ­ρων σου καί ἀ­ξί­ω­σέ με νά τύ­χω τῆς ἐ­πι­κλήσεώς τους. Ἀ­μήν». Καί με­τά τήν προ­σευ­χή ἔ­λε­γε: «Ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες ἐ­σεῖς, πού ἀ­γω­νι­στή­κα­τε κα­λῶς καί λά­βα­τε τόν στέ­φα­νο, πρε­σβεύ­σα­τε πρός τόν Κύ­ριο νά ἐ­λε­ή­ση τήν ψυ­χή μου». «Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, με­σί­τρια τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν, δέν μέ βλέ­πεις, Κυ­ρί­α μου, σέ πό­σο ἄ­θλια κατά­στα­σι ἔ­χω ἔλ­θει, νά ἀρ­νη­θῶ τόν Υἱ­ό σου; Ὦ Κυ­ρί­α μου, ὦ Παν­τά­νασ­σα, λυ­πή­σου με καί μεσί­τευ­σε πρός τόν Υἱ­ό σου τόν ἀ­νε­ξί­κα­κο γιά λό­γου μου. Διότι, ἄν ἐ­σύ, Κυ­ρί­α μου, δέν μέ βο­η­θήσης, τί  θά ἀ­πο­γί­νω; Ἐ­γώ, Κυ­ρί­α μου, σ’­ ἐ­σέ­να ἔ­χω τό θάρ­ρος μου. Καί λοι­πόν ἐ­σύ βο­ή­θη­σέ με αὐ­τή τήν ὥ­ρα τῆς ἀ­νάγ­κης μου τόν ἁ­μαρ­τω­λό». «Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ, Πο­λύ­δω­ρε, δέν μέ βλέ­πεις ἀ­δελ­φέ μου, ποῦ καί σέ ποι­ά ἀ­νάγ­κη ­βρί­σκο­μαι; Σύ, ἀ­δελ­φέ, ἤ­σουν ὁ­μοι­ο­πα­θής μέ ἐμέ­να τόν ἄ­θλιο καί για­τί δέν μέ ἀ­κοῦς; Ἀλ­λά, ὅ­πως φαί­νε­ται, ἀ­δελ­φέ μου, ἐσύ β­ρι­σκό­με­νος στήν χα­ρά τοῦ Κυ­ρί­ου μας, ­λη­σμό­νη­σες τά γή­ι­να. Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φέ μου, πι­στεύ­ω, ὅ­τι βρῆ­κες τήν δύνα­μι νά ἐκ­φρα­σθῆς ἐ­λεύ­θε­ρα γιά τόν Κύ­ριο, ἐ­ξ αἰ­τί­ας τοῦ με­γά­λου σου πό­θου, πού εἶ­χες στό Μαρ­τύ­ριο, τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­γώ δέν ἔ­χω, καί δε­ή­σου στόν Κύ­ριο μα­ζί μέ τούς συμ­μάρ­τυ­ρές σου, νά μοῦ δώ­ση δύ­να­μι, νά ὑ­πο­φέ­ρω τά βα­σα­νι­στή­ρια τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Ναί, ἀ­δελ­φέ μου καί Πο­λύδω­ρέ μου, βο­ή­θη­σέ με στήν ἀ­νάγ­κη μου αὐ­τή». «Κύ­ρι­ε, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σέ με τόν ἀρ­νη­τή σου».Τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­λε­γε συ­χνό­τε­ρα ἀ­πό τά ἄλ­λα. Αὐ­τή τήν προ­σευ­χή ­δέ­χθη­κε ὁ μάρ­τυρας ἀ­πό τόν ἀ­δελ­φό μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια καί κα­θη­με­ρι­νά τήν ἔ­λε­γε, ἕ­ως ὅ­του τήν ἀ­πο­στή­θι­σε, ἡ ὁ­ποί­α τοῦ ­προ­ξέ­νη­σε πολ­λή κα­τά­νυ­ξι καί ἄ­να­ψε στήν καρ­διά του  τόν πό­θο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Γι­’ ­αὐ­τό καί κά­θε ὥ­ρα τοῦ ἔ­λε­γε, νά ἑ­τοι­μα­σθοῦ­με πά­τερ, νά ἑ­τοι­μα­σθοῦ­με, εἶ­ναι και­ρός πλέ­ον νά ­πᾶ­με στήν δου­λειά μας». Τό­τε πῆ­γε καί ὁ ἄλ­λος πνευ­μα­τι­κός ἀ­δελ­φός, πού τόν εἶ­χε πρωτύ­τε­ρα, καί, ἀ­φοῦ τόν δο­κί­μα­σαν μέ πολ­λά καί οἱ δύ­ο καί εἶ­δαν τή στα­θε­ρό­τη­τα τῆς γνώ­μης του, ἔ­γι­νε ἀ­πό­φα­σι, νά ­πά­η ὁ ζη­λω­τής ἀ­δελ­φός μέ τόν Μάρ­τυ­ρα στήν Μυ­τι­λή­νη, γιά νά τόν πα­ρη­γο­ρῆ στόν δρό­μο. Ὁ δέ ἄλ­λος πού ἔ­μει­νε στήν Χῖ­ο, ἀ­φοῦ τούς ­συμ­βού­λευ­σε τά κατάλ­λη­λα καί ἀ­φοῦ τούς εὐ­χή­θη­κε, τούς ἄ­φη­σε ἐν εἰ­ρή­νῃ. Καί ἀ­φοῦ ἀ­νε­χώ­ρη­σε γιά τήν Μυ­τιλή­νη, ἐ­κεί­νη τήν νύ­χτα ­δο­κί­μα­σε ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος Θε­ό­δω­ρος με­γά­λο ἀ­γῶ­να ἀ­πό τίς σκέ­ψεις τῆς ἀ­κα­θαρ­σί­ας καί τῆς βλα­σφη­μί­ας. Γι­’ ­αὐ­τό καί ­ξύ­πνη­σε τόν ἀ­δελ­φό τήν νύ­χτα καί τοῦ ἔ­λε­γε, «Ἄχ, γέ­ρον­τά μου, τί νά κά­νω; Δέν μέ λυ­πᾶ­σαι τόν δυ­στυ­χῆ; Μέ ἔ­φα­γαν οἱ συλ­λο­γι­σμοί τόν τα­λαί­πω­ρο». Ἐ­κεῖ­νος πάλι τόν ­πα­ρη­γο­ροῦ­σε, ὅ­πως μπο­ροῦ­σε. Καί πά­λι με­τά ἀ­πό αὐ­τά τοῦ ἔ­λε­γε, «Ἅ­γι­έ μου γέ­ρον­τα, νά πᾶμε τό γρη­γο­ρώ­τε­ρο νά ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πό τόν σα­τα­νᾶ. Δι­ό­τι μέ κα­τα­τρώ­ει τόν δυ­στυ­χῆ, νά ­πά­ω στόν Χρι­στό μου, νά πά­ω». Ἕ­ως ὅ­του ὅμως νά φθά­σουν στήν Μυ­τι­λή­νη, πα­ρέ­λυ­σε σχε­δόν τό σῶ­μα τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου ἀ­πό τήν ἀ­δυ­να­μί­α. Καί τήν ὥ­ρα πού ἄ­ρα­ξαν σέ ἕ­να μέ­ρος τῆς Μυ­τι­λή­νης, νά, καί ἔρ­χον­ται δύ­ο ἀ­πό τούς Ἀ­γα­ρη­νούς μέ­σα στό κα­ΐ­κι, οἱ ὁ­ποῖ­οι τούς φό­βι­σαν πο­λύ, ἀλ­λά πά­λι με­τά ἀ­πό ἀρ­κε­τή ὥ­ρα ἔ­φυ­γαν, χω­ρίς νά τούς πει­ρά­ξουν κα­θό­λου. Τό­τε ὁ Μάρ­τυρας λέ­ει πρός τόν ἀ­δελ­φό· «Γέ­ρον­τά μου δέν εἶ­ναι συμ­φέ­ρον γιά μέ­να νά κα­θή­σω πλέ­ον μέ­σα στό κα­ΐ­κι, ἀλ­λά πρέ­πει νά ­βγοῦ­με ἔ­ξω καί νά κάνου­με τήν δου­λειά μας». Γι­’ ­αὐ­τό ­πα­ρα­μέ­ρι­σαν λί­γο ἀ­πό τό κα­ΐ­κι καί ἀ­φοῦ ἑ­τοι­μά­σθη­καν ­με­τά­λα­βε ὁ Μάρ­τυς τά θεῖ­α Μυ­στή­ρια μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια καί κα­τά­νυ­ξι. Ἔ­πει­τα κά­θη­σαν γιά νά φᾶ­νε λί­γο φα­γη­τό καί, ἐ­πει­δή ὁ Μάρ­τυρας δέν μπο­ροῦ­σε νά φά­η ἀ­πό τά πολ­λά δά­κρυ­α, πού ἔ­χυ­νε, τοῦ λέ­ει ὁ ἀ­δελ­φός· «Φά­ε λί­γο υἱ­έ μου, Θε­ό­δω­ρε». Καί αὐ­τός κλαί­γον­τας ἔ­φα­γε λί­γο. Ἔ­πει­τα τοῦ λέ­ει· «Δέν μπο­ρῶ, Ἅ­γι­ε γέ­ρον­τά μου, νά φά­ω, δι­ό­τι ἔ­κλει­σε ὁ λαι­μός μου. Μό­νο νά πη­γαί­νω στήν δου­λειά μου, γιά νά ξεν­οιά­σω, δι­ό­τι ἔ­χω με­γά­λο βά­σα­νο στήν ψυ­χή». Ἀ­φοῦ τόν ­πα­ρη­γό­ρη­σε ὁ ἀ­δελ­φός, ὅ­πως ἔ­πρε­πε, πά­λι τοῦ λέ­ει ὁ Μάρ­τυρας· «Δέν εἶ­ναι πλέ­ον και­ρός νά πε­ρι­μέ­νω, γέ­ρον­τά μου, μό­νο νά πά­ρου­με τά ἀ­πα­ραί­τη­τα ἐν­δύ­μα­τα καί νά βγοῦ­με πα­ρά­με­ρα νά τά φο­ρέ­σω, γιά νά πη­γαί­νω στόν δρό­μο μου».

Ἔτσι, ἀ­φοῦ βρῆ­καν ἕ­να μέ­ρος κα­τάλ­λη­λο, ἔ­βγα­λε τά ἐν­δύ­μα­τά του καί ­φό­ρε­σε αὐ­τά τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν. Καί γιά νά μή τούς προ­φθά­ση κα­νείς, κά­θη­σε ὁ ἀ­δελ­φός κά­τω στήν γῆ, γιά νά θη­λυ­κώ­ση τό περισκελίδα στά πό­δια του. Ὁ Μάρ­τυρας κλαί­γον­τας ἔ­σκυ­βε καί ­φι­λοῦ­σε τά χέ­ρια του λέ­γον­τας· «Σ’­ εὐ­χα­ρι­στῶ, Ἅ­γι­έ μου γέ­ρον­τα. Ὁ Θε­ός νά πλη­ρώ­ση τούς κό­πους σου, δι­ό­τι ἐ­γώ ὁ ἁ­μαρ­τω­λός, δέν εἶ­μαι ἄ­ξιος νά σοῦ τούς πλη­ρώ­σω». Ὁ δέ ἀ­δελ­φός ἀ­πό συμ­πό­νοι­α πρός τήν λύ­πη τῆς καρ­διᾶς του μέ δά­κρυ­α τοῦ ἔ­λε­γε· «Ἀ­δελ­φέ μου, Θε­ό­δω­ρε, μή­πως ἔ­νι­ω­σες καμ­μί­α δει­λί­α στήν καρ­διά;». Ὁ Μάρ­τυρας εἶ­πε· «Ὄ­χι πά­τερ, ἀλ­λά λυ­ποῦ­μαι γιά τόν ἀ­πο­χω­ρι­σμό σου». Καί ἔ­τσι πέ­φτει πά­λι στά πό­δια τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καί, ἀ­φοῦ τά ἀγ­κά­λια­σε, τά κα­τα­φι­λοῦ­σε καί τά ἔ­βρε­χε μέ τά δά­κρυ­α, λέ­γον­τας· «Ἅ­για πό­δια, πού κο­πι­ά­σα­τε τό­σο γιά λό­γου μου». Ὁ δέ ἀ­δελ­φός τοῦ ἔ­λε­γε· «Πά­ψε Θε­ό­δω­ρε, καί ποι­ός εἶ­μαι ἐ­γώ ἤ τί κα­λό σοῦ ἔ­κα­να; Ἐ­γώ ἔ­χω χρέ­ος νά σέ ἀ­γα­πῶ, για­τί καί σύ ἀ­γά­πη­σες τόν Χρι­στό καί γιά τήν ἀ­γά­πη του πα­ρα­δί­νεις τόν ἑ­αυ­τό σου στόν θά­να­το». Τό­τε τοῦ λέ­ει· «Καί ἄν μέ ἀ­γα­πᾶς, ὅ­πως λέ­ς, θέ­λω νά φυ­λά­ξης τήν ὑ­πό­σχε­σι πού μοῦ ἔ­δω­κες μέ­σα στό κα­ΐ­κι, δη­λα­δή θέ­λω νά πᾶς με­τά τόν θά­να­τό μου, νά συναντήσης τούς γο­νεῖς μου γιά τήν ἀ­γά­πη μου καί νά τούς πα­ρη­γο­ρή­σης, δι­ό­τι πο­λύ τούς ­λύ­πη­σα καί πο­νεῖ γι­' ­αὐ­τούς ἡ ψυ­χή μου, ὅ­πως καί γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Ἁ­γί­ου Πο­λυ­δώ­ρου, πῆ­γες στήν Κύ­προ καί πα­ρη­γό­ρη­σες τούς γο­νεῖς του». Ὁ δέ ἀ­δελ­φός τοῦ λέ­ει· «Θε­ό­δω­ρε, μή λυ­πᾶ­σαι, οὔ­τε νά ἔ­χης ἔν­νοι­α γιά τούς γο­νεῖς σου. Για­τί ἐ­κεῖ­νοι, ἀ­φοῦ τό μά­θουν, πρό­κει­ται νά χα­ροῦν πο­λύ καί γιά τήν ἀ­γά­πη σου θά τό κάνω καί αὐτό, πού ζή­τη­σες· μό­νο ἐσύ πρέ­σβευ­ε πρός τόν Κύ­ριο γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς ἁ­μαρ­τω­λῆς μου ψυ­χῆς». Ὁ δέ Μάρ­τυς ἔ­λε­γε· «Ἐσύ, πά­τερ, ἐσύ πα­ρα­κά­λε­σε τόν Κύ­ριο νά μοῦ δώ­ση δύ­να­μι νά νι­κή­σω τόν ἐ­χθρό μου τόν δι­ά­βο­λο. Ἀ­κό­μη σέ πα­ρα­κα­λῶ νά μοῦ προ­σκυ­νή­σης τόν πνευ­μα­τι­κό ἰα­τρό τῆς ψυ­χῆς μου καί πο­λύ νά τόν εὐ­χα­ρι­στή­σης, ὁ­μοί­ως καί τόν ἀ­δελ­φό, πού μᾶς ὑ­πη­ρέ­τη­σε νά τόν ἀ­σπα­σθῆς ἐκ μέ­ρους μου».

Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ ἀ­δελ­φός καί, βλέπον­τας τό γε­λα­στό του πρό­σω­πο καί τά μά­τια του γε­μᾶ­τα ἀ­πό δά­κρυ­α, ἔ­κλα­ψε καί αὐ­τός καί, ἀ­φοῦ τόν ἀγ­κά­λια­σε καί κα­τα­φί­λη­σε τήν μαρ­τυ­ρι­κή του κε­φα­λή, τοῦ λέ­ει· «Πο­ρεύ­ου, υἱ­έ μου, τήν πο­θού­με­νη ὁ­δό σου καί ὁ Κύ­ριος ἄς εἶ­ναι μα­ζί σου νά σέ ἐ­νι­σχύ­η». Ἐ­κεῖ­νος πέφτον­τας πά­λι στά πό­δια του ἔ­λε­γε· «Ἅ­γι­έ μου γέ­ρον­τα, πα­ρη­γό­ρη­σέ με καί ­πές μου ἄν θά ­πᾶς σί­γου­ρα στούς γο­νεῖς μου;». «Θά ­πά­ω», τοῦ εἶ­πε ὁ ἀ­δελ­φός, «θά ­πά­ω. Μό­νο ἐ­σύ μήν ἔ­χης ἔν­νοι­α γι­’ ­αὐ­τό, καί ἐ­γώ εἶ­μαι δοῦ­λος σου. Ἐ­σύ γιά τόν Θε­ό πη­γαί­νεις νά χύ­σης τό αἷ­μα σου καί ἐ­γώ νά ἀ­με­λή­σω; Τί εἶ­ναι αὐ­τά, πού λές; Ὄ­χι μό­νο νά τούς πα­ρη­γο­ρή­σω, ἀλ­λά καί ὅ,τι ἄλ­λο μπο­ρῶ νά τούς κά­νω». Ἀ­φοῦ ὅ­μως ἀ­να­χώ­ρη­σε γιά λί­γο ὁ Μάρ­τυρας, πά­λι πό­νε­σε ἡ ψυ­χή τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καί τοῦ λέ­ει· «Θε­ό­δω­ρε, μή­πως θέ­λης τί­πο­τε ἀ­πό ἐ­μέ­να;», Τοῦ λέ­ει ὁ Μάρ­τυρας, «ὄ­χι». «Λοι­πόν πή­γαι­νε, υἱ­έ μου», τοῦ εἶ­πε, «κα­λό­τυ­χος, καί μα­κά­ριος εἶ­σαι ἐ­σύ, μοῦ φαί­νε­ται στ’­ ἀ­λή­θεια, δι­ό­τι βλέ­πω τούς Ἁ­γί­ους Μάρ­τυ­ρες νά σέ συ­νο­δεύ­ουν, ­πήγαινε λοι­πόν σέ ὁ­δό εἰ­ρή­νης, στρα­τι­ῶ­τα τοῦ Χρι­στοῦ, καί μή μέ λη­σμο­νή­σης τόν ἀ­γα­πη­τό σου ἀ­δελ­φό». Καί ὁ Μάρ­τυρας εἶ­πε· «Ἐ­σύ, Ἅ­γι­έ μου γέ­ρον­τα, μή μέ λη­σμο­νή­σης».

Καί ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν με­τα­ξύ τους μέ δά­κρυ­α στά μά­τια καί οἱ δύ­ο ­χω­ρί­σθη­καν. Καί ἀ­νέ­βαι­νε ὁ Μάρ­τυρας καί πά­λι ἔ­βλε­πε πί­σω πρός τόν ἀ­δελ­φό καί ἔ­κα­νε τό σχῆ­μα τῆς με­τα­νοί­ας πρός αὐ­τόν καί πά­λι τό ἴ­διο καί πά­λι, ἕ­ως ὅ­του ἐ­μά­κρυ­νε καί δέν φαι­νό­ταν πλέ­ον. Ὁ δέ ἀ­δελ­φός ­πῆ­γε σέ ἕ­να μέ­ρος καί ­στά­θη­κε προ­σμέ­νον­τας νά μά­θη τί ἀ­πέ­γι­νε.

Καί με­τά ἀ­πό τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες β­ρίσκον­τας δύ­ο Χρι­στια­νούς πού ἐρ­χόν­ταν ἀ­πό τό κά­στρο, τούς ρώ­τη­σε, ἐ­άν ­ξέ­ρουν κα­νένα νέ­ο. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ ἀ­πο­κρί­θηκσαν· «Τί νά σοῦ ­ποῦ­με, πά­τερ; Σή­με­ρα εἴ­δα­με ἕ­ναν νέ­ο, πού ὄ­νομά­ζε­ται Θε­ό­δω­ρος, πού γιά τήν πί­στι ­μαρ­τύ­ρη­σε καί κρε­μό­ταν στήν κρε­μά­λα καί ­θαυμά­σα­με. Ἀ­κού­σα­με, ὅ­τι τοῦ ἔ­κα­ναν πολ­λά μαρ­τύ­ρια». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ ἀ­δελ­φός, ἀ­πό τήν πολ­λή του χα­ρά δά­κρυ­σε, αὐ­τοί δέ τόν ρώ­τη­σαν, τί ἔ­χει καί δα­κρύ­ζει; Αὐ­τός τούς ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἄ­κου­σα κά­τι, πού δέν τό ἔλ­πι­ζα, καί γι­’­ αὐ­τό ἀ­πό τήν χα­ρά μου τώ­ρα ­δά­κρυ­σα, δι­ό­τι σέ τέ­τοι­ους και­ρούς, πού με­γά­λω­σε ἡ κα­κί­α, γί­νον­ται γιά τόν Χρι­στό μάρ­τυ­ρες». Ἐ­κεῖ­νοι τό­τε ἄρ­χι­σαν καί ἔ­λε­γαν τά  μαρ­τύ­ρια αὐ­τοῦ ἕ­να πρός ἕ­να. Ὁ δέ ἀ­δελ­φός δέν ὑ­πέ­φε­ρε πλέ­ον, ἀλ­λά τήν νύ­χτα ἐ­κεί­νη ­κί­νη­σε γιά τό κά­στρο καί, πη­γαί­νον­τας, βλέ­πει τό μαρ­τυ­ρι­κό σῶ­μα κρε­μα­σμέ­νο ἀ­κό­μη στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης ὁ­λό­γυ­μνο μέ τό­σα μαρ­τυ­ρι­κά στίγ­μα­τα κα­ταπλη­γω­μέ­νο καί μέ τήν τό­ση χά­ρι τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας ­στο­λι­σμέ­νο, τό ὁ­ποῖ­ο, ὅ­ταν τό ἔ­βλε­παν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί, πο­νοῦ­σε ἡ καρ­διά τους καί ­θαύ­μα­ζαν συγ­χρό­νως καί ἔ­λε­γαν, ὅ­τι εἶ­ναι πα­ρόμοι­ο κα­τά τό εἶ­δος καί τήν σε­βα­σμι­ό­τη­τα μέ τήν ἀ­πο­κα­θή­λω­σι τοῦ Δε­σπό­του Χρι­στοῦ. Καί μέ παρ­ρη­σί­α ­πή­γαι­ναν νέ­οι καί γέ­ρον­τες καί ἔ­κοβαν τό ὑ­πο­κά­μι­σό του καί τό ἔ­βα­φαν στό αἷ­μα καί τό ἔ­παιρ­ναν ἀπό εὐ­λά­βεια. Λοι­πόν τό ἱ­ε­ρό του μαρ­τύ­ριο, κα­θώς δι­η­γοῦν­ταν οἱ Χρι­στια­νοί, πού  βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ, ἐ­πι­τε­λέ­στη­κε κα­τά τόν ἑ­ξῆς τρό­πο· Τήν πέμ­πτη ἡ­μέ­ρα τῆς πρώ­της ἑ­βδο­μά­δος τῆς ἁ­γί­ας τεσ­σα­ρα­κο­στῆς πῆ­γε ὁ μα­κά­ριος Θε­ό­δω­ρος καί μί­λη­σε μέ εἰλι­κρί­νεια στόν δι­κα­στή τῆς πό­λε­ως καί τόν ­ρώ­τη­σε λέ­γον­τας· «Ἐ­σύ εἶ­σαι ὁ δι­κα­στής τοῦ τόπου;», Ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ δι­κα­στής· «Ναί, ἐ­γώ εἶ­μαι». Καί ὁ Μάρ­τυρας (λέ­ει), «σάν σή­με­ρα πρίν ἀ­πό δέ­κα χρό­νια, ἐ­πει­δή θό­λω­σε ὁ νοῦς μου, ἦλ­θα καί μέ κάνα­τε Τοῦρ­κο. Τώ­ρα πά­λι ἦλ­θα στά λο­γι­κά μου, ἀ­να­γνώ­ρι­σα τήν πτῶ­σι μου καί τό κα­κό, πού ἔ­πα­θα, καί γι­’­ αὐ­τό ᾖλ­θα νά σοῦ τό ­πῶ καί νά σοῦ ἐ­πι­στρέ­ψω τήν κάλ­πι­κη καί βδε­λυ­ρή θρη­σκεί­α, πού μοῦ ἔ­δω­σες καί νά ὁ­μο­λογή­σω τήν δι­κή μου πί­στι, ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή καί ἁ­γί­α». Καί ἀ­μέ­σως βγά­ζει ἀ­πό ­τήν κε­φα­λή του τήν σκού­φια πού ­φο­ροῦ­σε, καί τήν ρί­χνει μπρο­στά στόν δι­κα­στή· ἔ­βγα­λε ἀκόμη καί τά πρά­σι­να, πού εἶ­χε ἐ­πά­νω σ’­ αὐ­τη, καί τά κα­τα­πά­τη­σε πολ­λές φο­ρές, λέ­γον­τας· «Ὅ­πως κα­τα­φρο­νῶ αὐ­τά, πού εἶ­ναι ση­μά­δια τῆς θρη­σκεί­ας σας, ἔ­τσι κα­τα­φρο­νῶ καί τήν ἴ­δια τήν θρη­σκεί­α σας καί τήν ἐ­ξευ­τε­λί­ζω καί τήν ἀ­πο­στρέ­φο­μαι». Βλέ­πον­τας λοιπόν ὁ δι­κα­στής τήν τό­σο με­γά­λη παρ­ρη­σί­α τοῦ νέ­ου, ἔ­μει­νε ὅ­λος κα­τά­πλη­κτος καί ἔ­λε­γε στούς πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους· «Ποι­ός εἶ­ναι αὐ­τός;». Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πο­κρί­θη­καν, ὅ­τι εἶ­ναι τρελ­λός. Ὁ δέ Μάρ­τυρας εἶ­πε· «Ὄ­χι, δέν εἶ­μαι τρελ­λός, ἀλ­λά εἶ­μαι Χρι­στια­νός καί Χρι­στια­νός γεν­νή­θη­κα καί Χρι­στια­νός θά πε­θά­νω». Καί οἱ Χρι­στια­νοί, πού βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ, εἶ­παν στόν Μάρ­τυ­ρα· «Παλ­λι­κά­ρι, τί ἔ­χεις;». Ὁ Μάρ­τυρας ὅ­μως καμ­μί­α ἀ­πό­κρι­σι δέν ἔ­δω­σε σ’­ αὐ­τούς, ἀλ­λά ἔ­σκυ­βε στήν γῆ τό πρό­σω­πο καί ἔ­λε­γε στόν δι­κα­στή· «Νά, πού εἶ­δες καί ἄ­κου­σες ἀ­πό τό στό­μα μου, ὅ­τι εἶ­μαι Χρι­στια­νός καί ὅ­τι ἀρ­νοῦ­μαι τήν θρησκεί­α σας. Ὅ,τι ἔ­χεις λοι­πόν νά κά­νης σ’­ ἐ­μέ­να, κάνε το πλέ­ον γρή­γο­ρα, γιά νά γλυ­τώ­σω. Εἶ­μαι δέ ἕ­τοι­μος νά τά ὑ­πο­μεί­νω ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χεις νά μοῦ κά­νης μέ τήν δύ­να­μι τοῦ Χρι­στοῦ μου». Καί ὁ δι­κα­στής λέ­ει πρός τόν Μάρ­τυ­ρα· «Ἐ­σύ εἶ­σαι τρελ­λός καί βγῆ­κες ἀ­πό τόν νοῦ σου». Καί ὁ Μάρ­τυρας λέ­ει· «Στά λο­γι­κά μου εἶ­μαι, καί γι­’ ­αὐ­τό ἀ­πο­στρέ­φο­μαι τήν θρη­σκεί­α σας».

Μό­λις τά ἄ­κου­σαν αὐ­τά οἱ ἀ­γά­δες, πού βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, εἶ­παν· «Βγά­λτε τον ἔ­ξω». Καί ἔ­τσι, σπρώ­χνον­τάς τον καί δέρ­νον­τάς τον καί κλω­τσῶντας τον, τόν γ­κρέ­μι­σαν ἀ­πό τήν σκά­λα, γιά νά τόν πᾶνε στοῦ να­ζή­ρη τό κο­νά­κι. Ἔ­βγα­λε ὅμως ὁ Μάρ­τυρας καί τά κόκ­κι­να πα­πού­τσια ἀ­πό τά πό­δια του καί τά ρί­χνει μ­προστά τους καί λέ­ει· «Πά­ρ­τε τα καί αὐ­τά τά κα­τα­ρα­μέ­να». Πη­γαί­νον­τας δέ στόν δρό­μο, ὅ­ποι­ον Χρι­στια­νό συ­ναν­τοῦ­σε, τοῦ ἔ­λε­γε· «Συγ­χώ­ρη­σέ με, ἀ­δελ­φέ μου, Χρι­στια­νός εἶ­μαι». Καί μό­λις ἔ­φθα­σαν ἐ­κεῖ, τόν ἔ­βα­λαν στήν φυ­λα­κή καί ἀ­σφά­λι­σαν τά πό­δια του στό ξύ­λο καί ἁ­λυ­σί­δα βα­ρειά τοῦ ­πέ­ρα­σαν στόν λαι­μό καί ὅ­ποι­ος ἤ­θε­λε ἀ­πό τούς Ἀ­γα­ρη­νούς ἔμ­παι­νε στήν φυ­λα­κή ἤ γιά νά τόν δεί­ρη ἤ γιά νά τόν πε­ρι­γε­λά­ση σάν μω­ρό. Ὁ δέ Μάρ­τυρας ἔ­λε­γε, ὅ­τι εἶ­ναι στά λο­γι­κά του καί ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νός.

Καί τήν Πα­ρα­σκευ­ή, στίς ἕ­ξι ἡ ὥ­ρα τήν ἡ­μέ­ρα, ἔ­βγα­λαν τόν Μάρ­τυ­ρα πρός ἐ­ξέ­τα­σι. Καί τοῦ ἔ­λε­γαν· «Ἦλ­θες στά σύγκα­λά σου;». Ὁ Μάρ­τυς ἔ­λε­γε· «Ἐ­γώ στά λο­γι­κά μου εἶ­μαι», ἐ­νῷ αὐ­τοί τοῦ ἔ­λε­γαν, “ἔ­λα στήν πί­στι μας καί ἐ­μεῖς θά σοῦ ρά­ψου­με ροῦ­χα καί θά σοῦ δώ­σου­με χρήματα καί ὅ,τι ἄλ­λο θέ­λεις” . Ὁ  Μάρτυρας ὅ­μως ἔ­λε­γε, «αὐ­τά ὅ­λα εἶ­ναι γιά λό­γου σας. Δέν ἔ­χε­τε γνῶσι τα­λαί­πω­ροι; Τί πει­ρά­ζε­τε καί δο­κι­μά­ζε­τε ἕ­ναν πού βλα­σφη­μεῖ τόν Μω­ά­μεθ καί ἀ­πο­στρέ­φε­ται τήν πί­στι σας; Ἀ­φή­νε­τε ἐ­σεῖς τήν πί­στι σας νά γί­νε­τε Χρι­στια­νοί;». «Ὄ­χι», ἀ­πο­κρί­θη­καν. «Λοι­πόν» τούς λέ­ει ὁ Μάρ­τυρας, «πῶς ἐ­γώ νά ἀ­φή­σω τήν πί­στι μου τήν λαμ­πρή καί νά ἔλ­θω στήν σκο­τει­νή τήν δι­κή σας; Ἐ­σεῖς πού στό ρα­μα­ζά­νι σας τρῶ­τε ὅ­λη τήν νύ­χτα καί τήν ἡ­μέ­ρα κοι­μᾶ­σθε;». Αὐ­τοί τό­τε εἶ­παν στόν Μάρ­τυ­ρα· «Καί γιά ποι­όν λό­γο ἔ­γι­νες Τοῦρ­κος;». Ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Μάρ­τυρας· «Θό­λω­σε τό μυα­λό μου, ­γε­λά­σθη­κα ἀ­πό σᾶς καί ἔ­γι­να Τοῦρ­κος. Τώ­ρα ὅ­μως ἦλ­θα στά λο­γι­κά μου καί εἶ­μαι Χριστια­νός καί ἀπό τότε πού ἀ­να­γνώ­ρι­σα τήν πλά­νη στήν ὁ­ποί­α ἔ­πε­σα, ἀ­πο­στρέ­φο­μαι καί τήν πί­στι σας καί τόν προ­φή­τη σας καί ὅ­λους ἐ­σᾶς. Για­τί δέν μέ σκο­τώ­νε­τε, μό­νο μέ φυ­λάγε­τε;».

Ἀ­μέσως τό­τε ὁ δι­κα­στής καί ὁ να­ζή­ρης καί ὁ γι­α­νι­τζά­ρα­γας καί ἄλ­λοι, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ, ­φώ­να­ξαν· «Βγά­λ­τε τον ἔ­ξω, γιά νά μή μᾶς κο­λά­ση». Καί ἔ­τσι μέ πολ­λά χτυ­πή­μα­τα καί κλω­τσι­ές τόν ἔ­βαλαν στήν φυ­λα­κή καί στά δε­σμά καί ἄ­φη­σαν τήν φυ­λα­κή ἀ­νοι­χτή, ὅ­ποι­ος θέ­λει νά μπαί­νη νά τόν δέρ­νη. Καί τοῦ ἔ­δω­σαν χω­ρι­στά τρι­α­κό­σι­ες ξυ­λι­ές στά πό­δια. Ἔ­πει­τα πῆ­ραν ξύλα στά χέ­ρια καί τόν ἔ­δερ­ναν ἴ­σα ­μέ δε­κα­πέν­τε ἄν­θρω­ποι τόν ἀ­ριθ­μό καί ὅ­που ἔ­φθα­νε ὁ καθέ­νας τόν χτυ­ποῦ­σε. Ἀ­φοῦ δέ τοῦ ἔ­δι­δαν ἀρ­κε­τές ξυ­λι­ές ἀ­πό τό ἕ­να μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τος, τόν γύ­ρι­ζαν καί ἀ­πό τό ἄλ­λο σάν ἕ­να πα­λαι­ό ἀ­σκί καί τόν ἔ­δερ­ναν. Ὁ  Μάρ­τυρας ὅ­μως τά ὑ­πέ­μεινε ὅ­λα μέ γεν­ναι­ό­τη­τα, χω­ρίς νά φω­νά­ξη κα­θό­λου, καί ἄλ­λο δέν ἔ­λε­γε, πα­ρά μό­νο «Χρι­στια­νός εἶ­μαι». Ἔ­πει­τα τόν ἔ­βα­λαν νά κα­θή­ση καί ἀ­φοῦ ­κά­θη­σε, ἔ­βα­λε τήν πα­λά­μη του τήν δε­ξιά ἐ­πά­νω στόν λαι­μό του, γιά νά παι­δευ­τῆ καί τό δά­χτυ­λό του, πού ­σή­κω­σε, ὅ­ταν τούρ­κε­ψε, καί ἐ­κεῖ τοῦ ἔ­δω­σαν πολ­λές ξυ­λι­ές.

Ἔ­πει­τα φέρ­νουν ἕ­να σχοι­νί καί τυ­λί­γουν μέ αὐ­τό ὁ­λό­γυ­ρα τήν κε­φα­λή του, στούς κρο­τά­φους του ὅμως βά­ζουν δύ­ο κομ­μά­τια ἀ­πό τοῦ­βλο. Ἔ­πει­τα μέ ἕ­να ξύ­λο ἔ­στρι­βαν, ὅ­πως μέ τόν ἀρ­γά­τη, τό σχοι­νί καί ἔ­σφιγ­γαν τήν κε­φα­λή του βί­αι­α, ἕ­ως ὅ­του βγῆ­καν οἱ βολ­βοί τῶν μα­τι­ῶν του λί­γο ἔ­ξω ἀ­πό τή θέ­σι τους. Γύ­ρι­ζαν ἀ­κό­μη καί τό πρό­σω­πό του πί­σω. Ὁ στρα­τι­ώ­της τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­μως ἔ­λε­γε· «Χρι­στια­νός, Χρι­στια­νός, Χρι­στια­νός εἶ­μαι». Με­τά ἀ­πό αὐ­τό τό βα­σα­νι­στή­ριο, βά­ζουν οἱ θη­ρι­ό­γνω­μοι μί­α βέρ­γα στό στό­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρος καί τοῦ ἔ­σφιγ­γαν δυ­να­τά τά δόν­τια. Ἔ­τσι τρα­βῶν­τας τήν βέρ­γα μέ πολ­λή δύ­να­μι, ἔ­σπα­σαν με­ρι­κά ἀ­πό τά δόν­τια του.

Ὅ­ταν στα­μά­τη­σαν πλέ­ον οἱ δή­μιοι ἀ­πό τό νά παι­δεύ­ουν τόν Μάρτυ­ρα, τόν ἄ­φη­σαν μι­σα­πε­θα­μέ­νο στήν φυ­λα­κή, ἐ­νῷ τό Σάβ­βα­το τό πρω­ί πῆ­γε ἕ­νας Χριστια­νός, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ ὑ­πη­ρέ­της καί β­ρί­σκει τόν Μάρ­τυ­ρα νά ψάλ­λη τό, «Τῇ Ὑ­περ­μά­χῳ». Ζήτη­σε λοι­πόν ἀ­πό τόν Χρι­στια­νό κα­λα­μά­ρι καί ἔ­γρα­ψε πρός τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α, γιά νά τοῦ στεί­λη τήν θεί­α δω­ρε­ά καί ­στάλ­θη­κε μέ τόν ἴ­διο αὐ­τή σ’ ­αὐ­τόν καί ­κοι­νώ­νη­σε. Στήν συνέχεια, ἀ­φοῦ γεύ­θη­κε δύ­ο κου­τα­λι­ές τζορ­βά, τόν ὁ­ποῖ­ο ζή­τη­σε ἀ­πό τόν ἴ­διο Χρι­στια­νό καί, ἀ­φοῦ τόν εὐ­χαρί­στη­σε, τοῦ λέ­ει· «Ἄν ὑ­πῆρ­χε τρό­πος νά ἔλ­θη κα­νείς στήν φυ­λα­κή γιά πα­ρη­γο­ριά μου, θά τό ἤ­θε­λα». Τήν ἴ­δια ὥ­ρα μπαί­νουν στήν φυ­λα­κή ἀρ­κε­τοί Ἀ­γα­ρη­νοί καί τόν ἐ­ξέ­τα­ζαν καί πολ­λά βα­σα­νι­στή­ρια τοῦ ἔ­κα­μαν.

Κά­ποι­ος Γε­ώρ­γιος ἀ­πό τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, νέ­ος στήν ἡ­λικί­α, πολ­λές φο­ρές δι­α­βά­ζον­τας τά μαρ­τύ­ρια τῶν πα­λαι­ῶν Μαρ­τύ­ρων ἔ­λε­γε· «Ἄ­ρα­γε νά εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νά ὅ­λα αὐ­τά; Ἄ­ρα­γε νά ὑ­πέ­μει­ναν τό­σα βα­σα­νι­στή­ρια; Καί μά­λι­στα ὁ συ­νώ­νυ­μός μου Γε­ώρ­γιος;». Ἐ­νῷ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν γι­’ ­αὐ­τά, λέ­ω, ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος καί ἐ­πει­δή ἄ­κου­σε γιά τόν Μάρτυ­ρα, ὅ­τι εἶ­ναι μέ­σα στά βα­σα­νι­στή­ρια, εἶ­πε σέ ἕ­ναν φί­λο του· «Θά τό ἤ­θε­λα πο­λύ ἀ­δελ­φέ νά ­βρι­σθῶ μέ κά­ποι­ον καί νά μέ βά­λουν στήν φυ­λα­κή, γιά νά δῶ τόν Ἅ­γιο Μάρ­τυ­ρα». Ἐ­κεῖ­νος τό­τε, μό­λις ἄ­κου­σε ἕ­ναν τέ­τοι­ο λό­γο ἀ­πό τό στό­μα τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, ταυ­τό­χρο­να δί­νει μή­νυ­μα στούς δη­μο­γέ­ρον­τες καί αὐ­τοί στέλ­νουν ἐ­κεῖ­νον πού μα­ζεύ­ει τούς κου­ρα­μά­δες, νά πά­η νά τοῦ ζη­τή­ση τόν κου­ρα­μά καί νά τοῦ δώ­ση μή­νυ­μα, ὅ­τι τόν χρει­ά­ζον­ται νά πά­η στήν φυ­λα­κή, γιά νά πα­ρη­γο­ρή­ση τόν Μάρ­τυ­ρα. Καί ἔ­τσι μέ πολ­λές βρι­σι­ές, τόν ἔ­βα­λαν στήν φυλα­κή. Καί βρῆ­κε σ’ ­αὐ­τή τούς Ἀ­γα­ρη­νούς, πού ἀ­να­φέ­ρα­με πιό πά­νω καί τόν τυ­ραν­νοῦ­σαν μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους καί τόν ἐ­ξέ­τα­ζαν, ποῦ β­ρι­σκό­ταν τό­σα χρό­νια; Ὁ δέ Μάρ­τυρας ἔ­λε­γε, ὅ­τι ἦ­ταν στόν Ἐγ­γλέ­ζο. Ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ κο­λι­τζίμ­πα­σης· «Οἱ παπ­ά­δες τοῦ Ἐγ­γλέ­ζου σοῦ εἶ­παν, ἐ­κεῖ πού τούρ­κε­ψες, νά πᾶς νά γί­νης Χρι­στια­νός;». Ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Μάρ­τυρας· «Ναί, αὐ­τοί μοῦ τό εἶπαν». Καί ἀ­φοῦ ἀ­να­στέ­να­ξε μέ πολ­λή μα­νί­α ἔ­λε­γε· «Ἄχ! νά ἦ­ταν στά χέ­ρια μου ἐ­κεῖ­νος ὁ παπᾶς, θά ἤ­θε­λα νά βγά­λω κάμ­πο­σα λου­ριά ἀ­πό τήν ρά­χη του. Καί τώ­ρα μπρέ ἀ­πό ποῦ ἦλ­θες;». «Ἀ­πό τήν θά­λασ­σα», ἀ­πε­κρί­θη­κε ὁ Μάρ­τυρας. Ἀ­πο­κρί­νε­ται ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­πό αὐ­τούς· «Φω­νάξ­τε ἐ­κεῖνον πού ξέ­ρει νά τοῦ βά­λη τό σχοι­νί στήν κε­φα­λή, καί ἐ­κεῖ­νος θά τοῦ μά­θη νά ἀ­πο­κρί­νε­ται τήν ἀ­λή­θεια». Ὁ Μάρ­τυρας ἔ­λε­γε· «Τα­λαί­πω­ροι, δέν ντρέ­πε­σθε μέ τά μα­σκα­ρα­λί­κια τῆς πί­στε­ώς σας;». Αὐ­τοί ἔ­φε­ραν τσιμ­ποῦ­κι καί τό ἔ­βα­λαν στά ρου­θού­νια του καί τοῦ ἔ­λε­γαν· «Πι­ές κα­πνό τζι­φούτ». Ὁ Μάρ­τυρας ἔ­λε­γε· «Εἶ­μαι Χρι­στια­νός ἀ­πό τήν κοι­λιά τῆς μητ­έρας μου, ὀ­νο­μά­ζο­μαι Θε­όδω­ρος καί Χρι­στια­νός πε­θαί­νω». Ἕ­νας ἀ­π'ό αὐ­τούς πυ­ρα­κτώ­νων­τας λου­λά στήν φω­τιά, ἔκαι­γε ἀ­πό πί­σω τόν λαι­μό τοῦ Μάρ­τυ­ρα λέ­γον­τας· «Βλα­σφη­μεῖς τήν πί­στι;». Ὁ Μάρ­τυρας ἔ­λε­γε· «Ἄν θέ­λε­τε νά μή βλα­σφη­μῶ τήν πί­στι σας, μή­τε ἐ­σεῖς νά μή λέ­τε τί­πο­τα ἐ­ναν­τί­ον τῆς δι­κῆς μου Ἁ­γί­ας πί­στε­ως. Τό μέν σῶ­μα μου εἶ­ναι στά χέ­ρια σας καί ὑ­πό τήν ἐ­ξου­σί­α σας. Καί ὅ,τι θέ­λε­τε μπο­ρεῖ­τε νά κά­νε­τε σ’­ αὐ­τό, ἀ­πό λί­γο λί­γο νά τό κό­βε­τε καί νά τρῶ­τε, μό­λις σᾶς φθά­νει μί­α ἑ­βδο­μά­δα. Λοι­πόν ὅ,τι θέ­λε­τε κάνε­τε σ’­ αὐ­τό, γιά νά ξεν­νοιά­σω πλέ­ον γρή­γο­ρα καί νά πά­ω ἐ­κεῖ πού ἔ­χω δου­λειά». Ἐ­κεῖ­νοι πάλι λένε στόν Μάρ­τυ­ρα· «Ὁ πα­πᾶς πού σοῦ εἶπε νά ἔ­λθη­ς ἐ­δῶ, δέν σοῦ εἶ­πε, ποῦ πρό­κει­ται νά πά­η ἡ ψυ­χή σου;». Ὁ Μάρ­τυρας ἔ­λε­γε σ’ ­αὐτούς· «Αὐ­τό δέν εἶ­ναι δι­κό σας θέ­μα νά τό γνω­ρί­ζε­τε». Καί ἐ­πει­δή ἄ­να­ψαν ἀ­πό τόν θυ­μό, τοῦ ἔ­δω­σαν πολ­λές ξυ­λι­ές, λέ­γον­τας· «Τώ­ρα θά δῆς, τί ἔ­χεις νά πά­θης». Ὁ Μάρ­τυρας ἔ­λε­γε· «Κά­ν­τε ἀ­κό­μη πιό γρή­γο­ρα, γιά νά πά­ω πρός τόν Χρι­στό μου, τόν γλυ­κύ­τα­το Ἰ­η­σοῦ». Αὐ­τοί ὅμως ἀ­να­χώ­ρη­σαν μέ πο­λύ θυ­μό καί ἔ­μει­ναν οἱ δύ­ο μέ τόν Γε­ώρ­γιο.

Καί ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε ὁ εὐ­λο­γημέ­νος Γε­ώρ­γιος στά πό­δια τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρα, προ­σευ­χό­ταν πα­ρα­κα­λῶν­τας νά τόν εὐ­λογή­ση καί νά τόν συγ­χω­ρή­ση. Καί ὁ Μάρ­τυρας ἔ­λε­γε· «Ἐ­σύ, ἀ­δελ­φέ, νά μέ εὐ­λο­γή­σης. Ἐ­γώ ὁ τα­λαίπω­ρος εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός καί ἔ­χω τό­σα κα­κά ἐ­πά­νω μου. Ἔ­λα, ἀ­δελ­φέ μου κά­θη­σε κον­τά μου». Καί ἀ­φοῦ ­κά­θη­σε κον­τά του, λέ­ει ὁ Μάρ­τυρας· «Ἀ­δελ­φέ, πῶς ὀ­νο­μά­ζε­σαι;». Ἀ­πο­κρί­θηκε ἐ­κεῖ­νος, «Γε­ώρ­γιος Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ καί ἦλ­θα γιά τήν ἀ­γά­πη σου». Ὁ δέ Μάρ­τυρας, ἀ­φοῦ τόν εὐχα­ρί­στη­σε, ὅ­πως ἔ­πρε­πε, λέ­ει· «Ἀ­δελ­φέ μου, Γε­ώρ­γι­ε, ­χθές καί ἀ­πό­ψε ὅ­λη τήν νύ­χτα ἔ­μει­να μό­νος μου καί ­γέ­μι­σε ἡ καρ­διά μου ἀ­πό πο­λύ φό­βο καί δει­λί­α μέ τήν συ­νέρ­γεια τοῦ σα­τα­νᾶ, τό­σο, πού λί­γο ἔ­λει­ψε νά πέ­σω σέ ἀ­πό­γνω­σι. Ἔ­πει­τα μέ ­βο­ή­θη­σε ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ. Καί κα­λά ἔ­κανες, ἀ­δελ­φέ μου, πού ἦλ­θες, γιά νά μέ πα­ρη­γο­ρή­σης. Δι­ό­τι πο­λύ θυ­μό ἔ­χουν οἱ σκύ­λοι ἐ­ναντί­ον μου». Τό­τε ὁ κα­λός Γε­ώρ­γιος, ἀ­φοῦ θύ­μι­σε στόν Μάρ­τυ­ρα τούς Τρεῖς Παῖ­δες, πού ἔρ­ριξε ὁ βα­σι­λιάς στήν κά­μι­νο τῆς φω­τιᾶς, ἀ­κό­μη δέ καί τόν Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα Δη­μή­τριο καί Γε­ώργιο καί, ἀ­φοῦ δι­η­γή­θη­κε καί κά­ποι­ο μέ­ρος ἀ­πό τά Μαρ­τύ­ριά τους, τόν ἔ­κανε νά χα­ρῆ καί ἀ­πό τήν χα­ρά του ἄρ­χι­σε ὁ Μάρ­τυρας νά λέ­η ἀπ' ­ἔ­ξω τήν συ­νη­θι­σμέ­νη του προ­σευ­χή, γιά τήν ὁ­ποί­α εἴ­πα­με, ὅ­τι τήν συνέ­θε­σε ὁ ἀ­δελ­φός γι­' ­αὐ­τόν. Ἔ­πει­τα τόν ­ρω­τᾶ ὁ Γε­ώρ­γιος, πῶς ὀ­νο­μάζε­ται καί ἀ­πό ποῦ εἶ­ναι καί ἄν ἔ­χη γο­νεῖς καί ἀ­πό ποῦ ­πα­ρα­κι­νή­θη­κε στό Μαρ­τύ­ριο. Καί ἀ­φοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε σέ ὅ­λα αὐ­τά ὁ Μάρ­τυρας, ­ζή­τη­σε χαρ­τί καί κα­λα­μά­ρι καί ἔ­γρα­ψε πρός τόν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α, νά δώ­ση τό μή­νυ­μα στόν πνευ­μα­τι­κό του ἰα­τρό στήν Χῖ­ο, ἔ­γρα­ψε δέ καί στούς γο­νεῖς του. Καί με­τά ἀ­πό πολ­λή ὥ­ρα, πού εἶ­χε στήν φυ­λα­κή ὁ Γε­ώρ­γιος, ἐ­κ­δό­θη­κε λό­γος ἔ­ξω, ὅ­τι πρό­κει­ται νά κό­ψουν τά πό­δια τοῦ Μάρ­τυ­ρα ἀ­πό τά γό­να­τα καί νά τόν δι­α­πομ­πεύ­σουν στό πα­ζά­ρι. Μό­λις τό πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε αὐ­τό ἐ­κεῖ ὁ τα­ταρ­χά­νης, ἀ­πηύ­θη­νε πρός τόν δι­κα­στή κα­τη­γο­ρί­ες, ὅ­τι δέν ­ξέ­ρει τόν νό­μο τους καί ὅ­τι ἀ­μέ­σως μό­λις ἄ­κου­σε ἀ­πό αὐ­τόν τήν βλα­σφη­μί­α κα­τά τοῦ Μω­ά­μεθ, ἔ­πρε­πε νά τόν κα­τα­δι­κά­ση σέ θά­να­το καί ὄ­χι νά τόν ἀ­φή­νη νά βλα­σφη­μῆ τήν πί­στι. Γι­’­ αὐ­τό, μό­λις τά ἀ­κού­ει αὐ­τά ὁ δι­κα­στής, ἐμ­πό­δι­σε τήν ἀ­πό­φα­σί του. Μπαί­νει δέ καί ἕ­νας πα­ρα­γυι­ός τοῦ μου­σε­λί­μη στήν φυ­λα­κή καί λέ­ει στόν Μάρ­τυ­ρα· «Μπρέ δέν δί­νεις τό σα­λα­βά­τι, δη­λα­δή τήν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς θρη­σκεί­ας τους; Τώ­ρα πρό­κει­ται νά σέ σκο­τώ­σουν». Ὁ  Μάρ­τυρας ὅ­μως, ἀ­φοῦ ­σή­κω­σε τήν κε­φα­λή του ἔ­βρι­σε καί αὐ­τόν καί τό σα­λαβά­τι καί τόν Μω­ά­μεθ καί τήν πί­στι τους. Κά­ποι­ος ἄλ­λος πά­λι, ἐ­πει­δή θύ­μω­σε, ­σή­κω­σε τήν πι­στό­λα νά τόν χτυ­πή­ση, ἀλ­λά ἕ­νας ἄλ­λος τόν ἐμ­πό­δι­σε λέ­γον­τας “δέν ἔ­χεις ἐ­ξου­σί­α ἐ­σύ νά τόν φο­νεύ­σης”. Καί με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα μπαί­νουν στήν φυ­λα­κή πολ­λοί, λέ­γον­τας στόν Μάρ­τυ­ρα· «Νά, ἦλ­θε ἡ τε­λευ­ταί­α σου ὥ­ρα». Καί ὁ Μάρ­τυρας, ἀ­φοῦ τούς εὐ­χα­ρί­στη­σε, ἔ­δω­σε δό­ξα στόν Θε­ό, λέ­γον­τας στόν Γε­ώρ­γιο· «Τί νά λέ­ω, ἀ­δελ­φέ;». Καί ὁ Γε­ώρ­γιος τοῦ λέ­ει, τό «Μνή­σθη­τί μου Κύ­ρι­ε, ὅ­ταν ἔλ­θης ἐν τῇ βα­σι­λεί­ᾳ σου». Καί ὅ­ταν ἔ­πε­σαν ἐ­πά­νω του σάν ἄ­γρια θη­ρί­α, γιά νά δέ­σουν τά χέ­ρια του, ὁ Μάρ­τυρας ἔ­λε­γε· «Στα­θῆ­τε, στα­θῆ­τε»× καί ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τρεῖς φο­ρές τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυροῦ καί ἔ­δε­σε μό­νος του τά μα­νί­κια τοῦ ­ὑπο­κα­μί­σου του ἐ­πά­νω στόν λαι­μό του, σάν νά ἑ­τοιμα­ζό­ταν, γιά νά πα­λέψη, λέ­ει· «Δέ­σ­τε τώ­ρα τά χέ­ρια μου».

Ὅ­ταν δέ ἤ­θε­λαν νά τόν ση­κώ­σουν, τρά­βη­ξε ἕ­νας τήν ἁ­λυ­σί­δα πού τοῦ εἶ­χαν στόν λαι­μό τό­σο, πού πα­ρ' ὀ­λί­γο νά σπά­ση τόν λαιμό του. Ὁ δέ Μάρ­τυρας πό­νε­σε καί τούς λέ­ει· “Πρῶτα βγά­λ­τε τά πό­δια μου ἀ­πό τό ξύ­λο». Καί μό­λις ἔ­γι­νε αὐ­τό, ἀ­φοῦ ση­κώ­θη­κε, ἔ­τρε­χε ὁ πα­νύ­μνη­τος μέ πολ­λή προ­θυ­μί­α στόν τό­πο τῆς κατα­δί­κης. Καί ἐ­κεῖ τόν ἔ­δει­ραν τό­σο ἀ­νε­λέ­η­τα, πού ἔ­πε­σε στήν γῆ μι­σο­πε­θα­μέ­νος. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τόν σή­κω­σαν, τόν ρω­τοῦ­σαν· «Τί εἶ­σαι;». Καί αὐ­τός ἀ­πο­κρι­νό­ταν· «Χρι­στια­νός”. “Ποι­ό εἶ­ναι τό ὄ­νομά σου;”». Καί ὁ Μάρ­τυraς ἀ­να­πνέ­ον­τας μό­λις ἀ­πό τά βα­σα­νι­στή­ρια, ἔ­λε­γε· «Θε­ό­δω­ρος, Χρι­στιανός πε­θαί­νω».

Καί τρα­βῶν­τας τό σχοι­νί, γιά νά τόν κρε­μά­σουν, ἔ­σπα­σε καί ἔ­πε­σε ὁ Μάρ­τυρας στήν γῆ καί χτύ­πη­σε στό γό­να­το καί ἔ­τρε­χε ἀ­πό­ ἐ­κεῖ αἷ­μα πο­λύ. Καί ἀ­φοῦ τόν ­σή­κω­σαν, ξανάβα­λαν τό σχοι­νί στόν λαι­μό του καί ἔ­τσι ὁ μα­κά­ριος Θε­ό­δω­ρος, ὁ ἀ­λη­θι­νά γεν­ναι­ό­τα­τος ἀ­θλη­τής τοῦ Χρι­στο­ῦ, ἔ­λα­βε τόν πο­θού­με­νο στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Τό δέ αἷ­μα ἐ­κεῖ­νο, καί ἀ­φοῦ ­νε­κρώ­θη­κε τό Μαρ­τυ­ρι­κό ἐ­κεῖ­νο καί ἀ­θλη­τι­κώ­τα­το σῶ­μα, ἔ­στα­ζε ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό του γόνα­το τρεῖς ἡ­μέ­ρες ἀ­ρά­δα, καί οἱ Χρι­στια­νοί τρέ­χον­τας καί χω­ρίς κα­νέ­ναν φό­βο ­πλη­σί­α­ζαν καί κό­βον­τας ὁ κα­θέ­νας μέ­ρος ἀ­πό τό ὑ­πο­κά­μι­σο τοῦ Μάρ­τυ­ρος, τό ­βου­τοῦ­σαν στό αἷ­μα ἐ­κεῖ­νο καί τό ἔ­παιρ­ναν στά σπί­τια τους μέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια. Καί πολ­λοί ἀ­πό ­αὐ­τούς δια­κηρύσσουν, ὅ­τι ­θε­ρα­πεύ­θη­καν ἀ­πό πα­ρο­ξυ­σμούς καί ἄλ­λες ἀ­σθέ­νει­ες, ἀ­μέ­σως μό­λις ἤ­πιαν ἀ­πό τό ἀ­πό­πλυ­μα ἐ­κεῖ­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρι­κοῦ αἵ­μα­τος καί ἐ­πι­κα­λέ­σθη­καν μέ πίστι τήν ἀν­τί­λη­ψι τοῦ Ἁ­γί­ου. Με­τά ἀ­πό τρεῖς ἡ­μέ­ρες καί ὕ­στερα ­πῆ­ραν ἄ­δεια οἱ Χρι­στια­νοί καί τήν ἴ­δια ὥ­ρα, πού τόν κρέ­μα­σαν, κα­τέ­βα­σαν καί τό Ἅ­γιό του καί Μαρ­τυ­ρι­κό λεί­ψα­νο ἄν­θρω­ποι γύ­ρω στούς πε­νῆν­τα τόν ἀ­ριθ­μό καί τό ἔ­θα­ψαν μέ τι­μές ἔ­ξω ἀ­πό τήν χώ­ρα σέ μί­α Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ὀ­νομά­ζε­ται Πα­να­γί­α Χρυ­σο­μαλ­λοῦ­σα, πρός τό νό­τιο μέ­ρος.

Αὐτό εἶ­ναι, Χρι­στια­νοί ἀ­δελ­φοί, τό φρι­κτό καί ὑ­περ­θαυ­μα­στό Μαρ­τύ­ριο τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Νέ­ου, γιά τό ὁ­ποῖ­ο δέν ἀμ­φι­βάλ­λω, πώς ὅ­ποι­ος τό δι­α­βά­ζει μέ εὐ­λά­βεια, πολ­λή κα­τά­νυ­ξι θά λαμβά­νη στήν καρ­διά του καί θά δο­ξά­ζη μέ­σα ἀ­πό τήν ψυ­χή του τόν θαυ­μα­στό ἀ­νά­με­σα στούς Ἁ­γί­ους του Κύ­ριο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ­θαύ­μα­σε σέ ἕ­ναν τέ­τοι­ο νέ­ο ἕ­ως εἴ­κο­σι χρο­νῶν, τήν Ἁ­γί­α του πί­στι, χα­ρί­ζον­τάς του ἀ­πό ψη­λά καί φώ­τι­σι καί δύ­να­μι, νά ἀ­πο­φύ­γη τήν πλά­νη καί τό σκο­τά­δι καί νά δι­α­κη­ρύ­ξη ἐ­νώ­πιον τῶν ἀλ­λο­πί­στων Θε­ό ἀ­λη­θι­νό τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χριστό καί νά στη­λι­τεύ­ση τόν ἀρ­χη­γό τῆς πλά­νης ἐ­κεί­νων μέ τό­ση παρ­ρη­σί­α. Καί αὐ­τά δέν τά λέ­ω ἁ­πλῶς καί ἐ­πει­δή ἔ­τυ­χε. Δι­ό­τι βέ­βαι­α ­ξέ­ρω, ὅ­τι καί ἄλ­λοι, καί γιά νά τό ποῦ­με ἁ­πλᾶ,  ὅ­λοι, ὅ­σοι ἐκ­φρά­ζον­ται μέ θάρ­ρος κά­νουν τά ἴ­δια, ἀλ­λά τά λέ­ω, γιά νά θαυ­μά­σε­τε, ἀ­δελ­φοί, τήν δύ­να­μι τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου.

Ἐ­πει­δή αὐτός ὁ νέ­ος, πού τώ­ρα στούς μαρ­τυ­ρι­κούς του ἀ­γῶνες ἔ­δει­ξε τήν ὑ­περ­θαυ­μα­στή αὐ­τή ἀν­δρεί­α καί ὑ­πο­μο­νή, ὅ­ταν κα­τ’ ἀρ­χάς ἀ­νέ­κτη­σε τίς αἰσθή­σεις του, ἄρ­χι­σε νά κά­νη ὡς Χρι­στια­νός τόν σταυ­ρό του καί νά λέ­η ψαλ­μούς καί ἄλ­λες εὐ­χές, προ­σευ­χό­με­νος στόν Θε­ό νά τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­ση ἀ­πό ἐ­κεῖ. Εἶ­χε ὅ­μως ὡς ἄν­θρω­πος στήν καρ­διά του τό­σο φό­βο θα­νά­του ἔ­τσι, ὥ­στε ἐ­κεῖ, πού μί­α ἡ­μέ­ρα κρυ­φά ἔ­κα­νε τόν σταυ­ρό του, τόν εἶ­δε ἕ­νας ἀ­πό τούς ἀλ­λό­πι­στους, καί μέ ἄ­γρια φω­νή τόν ­φώ­να­ξε· «Μπρέ, ἀ­κό­μα γκι­α­ού­ρης εἶ­σαι;». Ἔ­τσι τόν ­φώ­να­ξε μό­νο ἐ­κεῖ­νος, χω­ρίς νά τοῦ δεί­ξη κα­νέ­να ἄλ­λο φό­βο. Ἀλ­λά ὁ κα­λό­τυ­χος ἐ­κεῖ­νος νέ­ος, τό­σο φο­βή­θη­κε, ὥ­στε κά­ποι­ο ἀ­νί­α­το κα­κό συ­νέ­βη στό σῶ­μα του ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον τόν ὑ­περ­βο­λι­κό του φό­βο. Ἔ­τσι ἔ­πα­θε τό­τε, πού ἀ­κό­μα δέν εἶ­χε ἀ­νά­ψει στήν καρ­διά του ἐ­κεί­νη ἡ θεί­α φλό­γα. Ἀλ­λά ὅ­μως, ποι­ός νά μή θαυ­μά­ση; Καί ποι­ός νά μή ἀ­να­φωνή­ση μέ τόν Δα­βίδ, «θαυ­μα­στός ὁ Θε­ός ἀ­νά­με­σα στούς Ἁ­γί­ους του;». Ἐ­κεῖ­νος ὁ τό­σο δει­λός πρω­τύ­τε­ρα, ἐ­κεῖ­νος πού τό­σο φό­βο εἶ­χε ἐ­κεῖ μέ­σα, ὕ­στε­ρα, ἀ­φοῦ βγῆ­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ, ὅ­πως ὁ Πέτρος, ἀ­φοῦ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε καί σω­μα­τι­κά ἀ­πό τούς ἀ­νό­μους καί ἔ­κλα­ψε πι­κρά, ὅ­πως ἐ­κεῖνος, ἀ­φοῦ ­χρί­σθη­κε μέ τό Ἅ­γιο Μύ­ρο, ἀ­φοῦ ­συ­να­να­στρά­φη­κε ἀ­λη­θι­νά μέ πνευ­μα­τι­κούς ἄν­δρες, ἀ­φοῦ ὁ­λόψυχα ­πλη­σί­α­σε στόν Θε­ό, τό­τε, τό­τε χω­ρίς ἄλ­λο θερ­μάν­θη­κε ἡ καρ­διά του, καί ὄ­χι ἁ­πλῶς ­θερ­μάν­θη­κε, ἀλ­λά φλό­γα θεί­ας φω­τιᾶς ἄ­να­ψε μέ­σα στήν ψυ­χή του, πού τόν ­βί­α­ζε ἡ­μέ­ρα καί νύ­χτα, ὅ­πως ἀ­κού­σα­τε, νά ­πά­η ὄ­χι ἀμέσως, ἀλ­λά με­τά ἀ­πό μύ­ρια βάσα­νι­στή­ρια στόν γλυ­κύ­τα­το Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ἐ­πει­δή ἐ­κεῖ­νος, πού πά­ει νά μαρ­τυ­ρή­ση, δέν πά­ει μέ καμ­μί­α βε­βαι­ό­τη­τα, ὅ­τι μέ συν­το­μί­α πρό­κει­ται νά γλυ­τώ­ση ἀ­πό τά χέ­ρια τῶν τυ­ράν­νων, ἀλ­λά πά­ει καί πα­ρα­δίνε­ται γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου Ἰ­η­σοῦ στήν ἐ­ξου­σί­α τους μέ ἀ­πό­φα­σι, ὅ­τι θά ὑ­πο­μεί­νη, ὅ­σα κο­λα­στή­ρια ἐμ­πνεύ­σει ὁ ἀρ­χέ­κα­κος σα­τα­νᾶς στίς θη­ρι­ώ­δεις καί φο­νι­κές τους ψυ­χές νά τοῦ κά­νουν.

Ποι­ός λοι­πόν δέν θά ὁ­μο­λο­γή­ση, ὅ­τι τόν πρώ­ην δειλό­τα­το αὐ­τόν νέ­ο, θε­ϊ­κή δύ­να­μις ἀ­πό ψη­λά τόν κα­τέ­στη­σε κα­τό­πιν ἀν­δρει­ό­τα­το, γεν­ναι­ότα­το, καί, γιά νά τό ποῦ­με ἁ­πλᾶ,  οὐ­ρα­νό­φρο­να καί θε­ό­φρο­να τό­σο, ὥ­στε κί­νη­σε ἀ­πό μακρυ­ά καί ­πῆ­γε νά πά­θη γιά τόν Χρι­στό ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, πού σκε­φτό­ταν, πώς μπο­ροῦ­σαν νά τοῦ κά­νουν οἱ τύ­ραν­νοι; Πραγ­μα­τι­κά, ὅ­ποι­ος δέν ὁ­μο­λο­γεῖ αὐ­τή τήν ἀ­λή­θεια, δη­λα­δή ὅ­τι θεί­α δύνα­μις ἔ­βα­λε σ’­ αὐ­τόν (ὅ­πως βέ­βαι­α πρέ­πει νά τό ὁ­μο­λο­γή­σω μέν αὐ­τό καί γιά κά­θε ἄλ­λον) τήν τό­ση ἀν­δρεί­α καί ὑ­πο­μο­νή στά βα­σα­νι­στή­ρια× ὅ­ποι­ος, λέ­ω, τοῦ­το δέν ὁ­μο­λο­γεῖ, ἤ ἐ­χθρός εἶ­ναι τῆς πί­στε­ως καί ὁ­λό­τε­λα ἄ­θε­ος ἤ πα­ρά­λο­γος εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς καί ἀ­ναί­σθη­τος. Ἀ­πα­ράλ­λα­κτα σχε­δόν αὐ­τά τά ἴ­δια β­ρί­σκου­με πώς συ­νέ­βη­σαν καί στούς Ἁ­γί­ους Ἀ­πο­στό­λους καί μα­θη­τές τοῦ Χρι­στοῦ τόν και­ρό τοῦ πά­θους, ἐ­πει­δή ἀ­κό­μη ἦ­ταν ἀ­τε­λεῖς καί ἀ­δύ­να­μοι, ὅ­που τό­σος φό­βος ἔ­πε­σε πά­νω σ’­ αὐ­τούς ἔ­τσι, ὥ­στε ἄλ­λοι τόν ἄ­φη­σαν καί ἔ­φυ­γαν, ἄλ­λοι τόν ἀρ­νή­θη­καν, ὅ­πως ὁ Πέ­τρος. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πό τήν Ἀ­νά­στα­σι, ὅ­ταν ἔ­λα­βαν τό πνεῦ­μα τό Ἅγιο καί ἐ­ν­δύ­θη­καν τήν δύ­να­μι ἀ­πό ­ψη­λά, τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς, ὄ­χι μό­νο κά­θε λο­γῆς δει­λί­α καί φό­βο ἀ­πέ­βα­λαν, ἀλ­λά καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ­δι­ψοῦ­σαν γιά τά πά­θη καί τούς πει­ρασμούς καί τούς δι­ωγ­μούς καί τόν ἴ­διο τόν θά­να­το, γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου Δι­δασκά­λου καί Σω­τῆ­ρα τους.

Λοι­πόν, Χρι­στια­νοί ἀ­δελ­φοί, ἐ­πει­δή ἡ πί­στι μας εἶ­ναι τό­σο θεί­α καί θαυ­μα­στή καί ὑ­πε­ρέν­δο­ξη, ὅ­πως τήν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν οἱ φρι­κτοί ἀ­γῶ­νες καί τά μαρτύ­ρια ἐ­κεί­νων, πού πε­θαί­νουν γι­'­ αὐ­τήν, λοι­πόν λέ­ω, ἄς τήν βα­στοῦ­με καί ἐ­μεῖς στα­θε­ρή καί μέ­χρις αἵ­μα­τος, ἄν τύ­χη. Ἄς τήν τι­μοῦ­με μέ τίς πρά­ξεις ἐ­κεῖ­νες, πού ἁρ­μό­ζουν σέ μί­α τέ­τοι­α πίστι. Ἄς πα­ρα­κα­λοῦ­με τούς Ἁ­γί­ους Μάρ­τυ­ρες, πού πέ­θα­ναν γι­'­ αὐ­τή καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως τόν ἑ­ορ­τα­ζό­με­νο σή­με­ρα θεῖ­ο Θε­ό­δω­ρο, νά πρε­σβεύ­ουν γιά μᾶς τούς ἀ­νά­ξιους πρός τόν Κύ­ριο, νά ἐ­λε­ή­ση καί ἐ­μᾶς τούς κα­τά­κρι­τους, καί νά μᾶς ἀ­ξι­ώ­ση νά τόν εὐ­χα­ρι­στή­σου­με μέ­ τήν  με­τά­νοι­α, στόν Ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καί τό κρά­τος στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων.Ἀ­μήν.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης