Τῷ αὐτῷ μηνί IΖ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Θεόδωρος ἔζησε στά χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Μαξιμιανοῦ καί Μαξιμίνου, κατά τό ἔτος 290, καταγόμενος ἀπό τήν μητρόπολι τῆς Ἀμάσειας, πού εἶναι διάσημη πόλις τῆς Καππαδοκίας στήν Μαύρη Θάλασσα, ἀπό ἕνα χωριό, πού λέγεται Χουμιαλά. Ὅταν ὁ Ἅγιος Αὐτός συναριθμήθηκε μέ τό στράτευμα, τό ὀνομαζόμενο τῶν Τηρώνων (Τήρων σημαίνει ὁπλίτης νεοσύλεκτος) καί τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν ὑπό τάς διαταγάς τοῦ διοικητοῦ Βρίγκα, τότε, λέω, ὡμολόγησε, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἀληθινός καί ὅτι τά εἴδωλα τῶν εἰδωλολατρῶν εἶναι ἄψυχα ἀγάλματα καί ἔργα ἀνθρώπινων χεριῶν. Τότε παρουσιάσθηκε ἐνώπιον τοῦ προαναφερθέντος διοικητοῦ καί ἐκεῖνος τοῦ ἔδωσε χρόνο καί διορία νά σκεφθῆ. Τότε ὁ Ἅγιος ἔκανε ἕνα μεγάλο κατόρθωμα· παίρνοντας τό εἴδωλο τῆς μητέρας τῶν θεῶν Ρέας, ὅπως φλυαροῦν οἱ εἰδωλολάτρες, τό ἔρριξε στή φωτιά καί τό κατέκαψε.
Τότε συνελήφθη καί, ἀφοῦ ὡμολόγησε, ὅτι αὐτός κατέκαψε τό εἴδωλο, πρῶτα κρεμιέται καί ξύνεται, ἔπειτα ρίχθηκε σέ πυρακτωμένη κάμινο καί μέσα σ’ αὐτήν, ἀφοῦ τελειώθηκε, δέχεται τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί του στόν μαρτυρικό του Ναό, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στήν τοποποθεσία πού λέγεται Φωρακίου, κατά τό Σάββατο τῆς πρώτης ἑβδομάδας τῶν νηστειῶν, ὅταν ἔγινε ἀπό αὐτόν καί τό θαῦμα τό περί τῶν κολύβων, μέ τό ὁποῖο, ἐλευθέρωσε τόν Ὀρθόδοξο λαό τῶν Χριστιανῶν ἀπό τά μολυσμένα φαγητά τῶν εἰδωλοθύτων.
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Θεόδωρος ὁ Βυζάντιος, ὁ ἐν Μιτυλήνῃ μαρτυρήσας κατά τό ἔτος 1795, ἀγχόνῃ τελειοῦται.
Αὐτός ὁ εὐλογημένος Θεόδωρος ἦταν ἀπό ἕνα χωριό τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πού λεγόταν Νεοχώρι, ὁ πατέρας του ὀνομάζεται Χατζῆ Ἀναστάσιος καί ἡ μητέρα του Σμαραγδοῦ. Ὅταν ἦταν μικρό παιδί ἔμαθε τά ἱερά γράμματα, ἔπειτα πῆγε σέ ἕναν ζωγράφο καί ἔμαθε τήν ζωγραφική τέχνη καί μαζί μέ αὐτόν δούλευε στά βασιλικά παλάτια. Ἐκεῖ μέ τήν συναναστροφή καί λόγῳ τῆς ἐπιπολαιότητας συναναστρεφόμενος, ἀφοῦ ἐξαπατήθηκε ἀπό τίς ἡδυπάθειες καί ἀπό τήν ματαιοδοξία τῶν Ἀγαρηνῶν, πολύ περισσότερο ὅμως ἐπειδή παρακινήθηκε καί ἀπό τούς ἴδιους ἐκείνους, ἀρνήθηκε (ἀλλοίμονο)! τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί, δεχόμενος περιτομή ἔμεινε ἐκεῖ μέσα καί διδασκόταν τούς μύθους τῆς βδελυρῆς τους θρησκείας. Ἀφοῦ δέ ἔκαμε ἐκεῖ μέσα τρία χρόνια, ἀκολούθησε πανοῦκλα καί βλέποντας ὁ Θεόδωρος τόν θάνατο ἐμπρός του καθημερινά, ἦλθε στά λογικά του καί σκέφθηκε τό κακό πού ἔπαθε, νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό καί ἔκλαψε πικρά, καί ἀπό τότε ἄρχισε πλέον νά ἐπικεντρώνεται στήν καρδιά του ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Διότι ὁ Θεός πού θέλει ὅλοι νά σωθοῦν καί νά ἀποκτήσουν ἐπίγνωσι τῆς ἀλήθειας, ἔτσι συνηθίζει, ἕναν μέ ἕναν τρόπο καί ἄλλον μέ ἄλλο τρόπο καί μέσο νά ἕλκη πρός τήν μετάνοια. Φθάνει μόνο, νά μή καταφρονῆ ὁ ἄνθρωπος τά κεντρίσματα τῆς συνειδήσεώς του. Καί τό ὅτι ὁ φόβος ἐκεῖνος ἦταν ἀπό τόν Θεό, γιά νά τόν προσελκύση καί νά τόν ἀποσπάση ἀπό ἐκείνη τήν ματαιότητα, ἀπό τό ἑξῆς γίνεται φανερό× Ἀπό τό γεγονός ὅτι ἐκεῖ μέσα, πού βρισκόταν δέν ἦταν σάν ἕνας ἀπό τούς πολλούς, ἀλλά τόν εἶχαν σέ μεγάλη ἐκτίμησι καί ξεχωριστή εὔνοια καί ἔδειχναν σ’ αὐτόν φιλοτιμία πολλή καί μέ ἐνδυμασίες μεγαλοπρεπεῖς καί πολυτελεῖς τόν στόλισαν καί μέ ἐλπίδες μεγάλες στό ἑξῆς τρεφόταν. Δέν ἦταν λοιπόν ἑπόμενο ἁπλᾶ καί ἐπειδή ἔτυχε νά καταφρονήση μία τέτοια βασιλική εὔνοια, πού τοῦ ἔβαλε στήν φαντασία ὅλες τίς ὠφέλιμες ἐλπίδες, δέν ἦταν, λέω, ἑπόμενο νά κόψη τούς δεσμούς ἐκείνους καί νά ἀποσπασθῆ ἀπό ἐκείνη τήν σατανική ματαιότητα.
Γι’ αὐτό ὑπῆρξε ἀνάγκη νά μπῆ στήν καρδιά του ἀπό ψηλά μία οὐράνια καί πολύ δραστήρια δύναμις. Ἡ ὁποία καί στήν πραγματικότητα εἰσῆλθε καί τοῦ μετέβαλε καί τόν νοῦ καί τό μυαλό καί τόν ἔκανε νά μισήση ὅλα ἐκεῖνα τά φαινόμενα, ὅλη ἐκείνη τήν βασιλική φιλοφροσύνη καί αὐτούς τούς ἴδιους καί τήν θρησκεία τους. Καί στό ἑξῆς πλέον ἀναζητοῦσε μέ ποιόν τρόπο νά φύγη ἀπό ἐκεῖ, καί τό ἀναζητοῦσε ἐπιπόνως καί μέ διακαῆ πόθο. Γι’ αὐτό, καί ἐπειδή στενοχωρήθηκε πολύ ἀπό τούς συλλογισμούς του, μία νύχτα, πού εἶχε φεγγάρι, γκρεμίσθηκε κάτω ἀπό ἕνα ὑψηλό μέρος, γιά νά φύγη. Ἀκούσθηκε ὅμως ὁ χτύπος καί ἔτρεξαν ἀμέσως κάποιοι ἀπό ἐκείνους καί τόν γύρισαν πίσω. Μετά ἀπό κάποιες ἡμέρες κοινοποίησε τόν σκοπό του σέ ἕναν Χριστιανό, πού πήγαινε συχνά ἐκεῖ, καί τόν παρακάλεσε νά τοῦ φέρη μία ἀλλαξιά ἐνδύματα γεμιτζίτικα, γιά νά τά φορέση καί νά φύγη. Ὁ γουναράς τά ἔφερε καί χωρίς νά τόν συναντήση κανείς τοῦ τά ἔδωσε. Καί ἀπό τότε ἀναζητοῦσε τήν εὐκαιρία τῆς φυγῆς.
Μία ἡμέρα λοιπόν πού ἔτρωγαν ἐκεῖνοι ψωμί, κάνει τόν σταυρό του καί παίρνοντας τά ἐνδύματα ἐκεῖνα πηγαίνει σέ ἕνα μέρος παράμερο, βγάζει τίς γοῦνες καί τά ἄλλα τά λαμπρά, πού φοροῦσε καί φορᾶ τά χριστιανικά, μουντζουρώνει καλά καί τό πρόσωπό του μέ τριμμένα κάρβουνα, πού εἶχε ἑτοιμασμένα, δένει τό μέτωπό του μέ ἕνα λερωμένο μανδήλι, παίρνει καί στόν ὦμο μία στάμνα καί κάνοντας στόν ἑαυτό του πάλι τό σημεῖο τοῦ τιμίου σταυροῦ, βγῆκε ἀπό τήν καταραμένη ἐκείνη οἰκία, περνᾶ μπροστά ἀπό τούς φύλακες τῆς αὐλῆς, κατεβαίνει στήν θάλασσα, μπαίνει σέ ἕνα καΐκι μικρό καί πηγαίνει στό σπίτι μιᾶς θείας του καί διαμένοντας ἐκεῖ μερικές ἡμέρες, χρίσθηκε μέ τό Ἅγιο Μύρο καί ἀπό ἐκεῖ μέ κόπους πολλούς καί φόβους καί ἔξοδα, κατέφυγε στήν Χῖο καί ἔμεινε κοντά σέ ἕναν πνευματικό πατέρα ξένο μερικές ἡμέρας ἡσυχάζοντας καί διαβάζοντας βιβλία κατανυκτικά καί τά Μαρτύρια τῶν Ἁγίων, περισσότερο τῶν νέων Μαρτύρων καί ἔτσι ἦλθε σέ ἄκρα μετάνοια ἀναστενάζοντας ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς γιά τό κακό πού ἔπαθε, Ἔπειτα ἐξωμολογήθηκε ὅλες τίς ἁμαρτίες, πού ὡς ἄνθρωπος ἔπραξε σέ ὅλη του τήν ζωή, δύο καί τρεῖς φορές μέ μία γενική καί λεπτομερῆ ἐξομολόγησι, χωρίς νά ξεχάση καμμία καί ἔτσι μετάλαβε τά ἄχραντα Μυστήρια. Ἀπό τότε ἄρχισε νά αἰσθάνεται κατάνυξι καί νά ποθῆ τό μαρτύριο, ἀκούγοντας μάλιστα τό γενναῖο Μαρτύριο καί τίς ἀριστεῖες τοῦ Ἁγίου Πολυδώρου, πού μαρτύρησε πρίν ἀπ’ αὐτόν, (τά ὁποῖα ἄκουγε σχεδόν καθημερινά) καί ἀπό ἡμέρα σέ ἡμέρα μεγάλωνε μέσα του ἡ κατάνυξις καί ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου, μεγάλωσαν ὅμως συγχρόνως καί οἱ συλλογισμοί καί οἱ πειρασμοί τοῦ διαβόλου, ἀπό τούς ὁποίους, ἐπειδή στενοχωριόταν ἀπό τήν μία μεριά καί ἐπειδή φλεγόταν ἀπό τήν ἄλλη ἀπό τόν πόθο τοῦ Μαρτυρίου, βιαζόταν πότε νά βρεθῆ ὁ τρόπος νά τελέση τό ποθούμενο καί νά λυτρωθῆ ἀπό τόν σατανᾶ, πού τόν πείραζε.
Λοιπόν μέ τήν συνεργεία τοῦ Θεοῦ βρέθηκε ἕνας θεοσεβής καί ζηλωτής ἀδελφός καί τόν πῆρε καί πῆγε σέ τόπο πολύ παράμερο καί ἡσύχασαν οἱ δύο, προσευχόμενοι στόν Θεό καί μαζί, καί κατ' ἰδίαν, γιά νά τούς ὁδηγήση στό θέλημά του τό Ἅγιο. Τότε ὁ ἀδελφός, παρακινούμενος ἀπό ἀγάπη, τοῦ συνέθεσε αὐτή τήν προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ, Χριστέ ὁ ἰατρός τῆς ἀθλίας μου ψυχῆς, μήν ἀποστραφῆς ἀπό μένα τόν ἁμαρτωλό, ἀλλά ἐνδυνάμωσε τήν ἀδύνατη καί σκληρή καρδιά μου, καί ἀναθέρμανε σ’ αὐτήν τόν ἔρωτα τοῦ Μαρτυρίου ὑπέρ σοῦ. Ὥστε, ὅπως σέ ἀρνήθηκα τόν πλάστη μου καί εὐεργέτη, χωρίς νά μέ βιάση κάποιος καί ἔγινα δοῦλος τοῦ μιαροῦ διαβόλου καί παίγνιο τῶν δαιμόνων καί ὄντας ὑπό τήν ἐξουσία τους, ὑποτασσόμενος στά δικά τους καί τά δικά μου θελήματα, ἔτσι πάλι μέσῳ τῆς χάριτός σου καί τῆς ἀνυπέρβλητής σου μακροθυμίας, ἡ ὁποία μέ βοήθησε καί ἀπέφυγα τίς παγίδες τους, νά μέ ἀξιώσης ἐμένα τόν ἐλεεινό καί ἄθλιο καί ἀνάξιο τοῦ ὀνόματος τῶν Χριστιανῶν, νά σέ ὁμολογήσω ἐνώπιον ἀρχόντων καί τυράννων. Ναί, Κύριέ μου, ναί μονογενές Υἱέ τοῦ Θεοῦ, μή μέ ἀποστρέφεσαι τόν ταπεινό σου δοῦλο, ἀλλά παράλαβέ με στόν χορό τῶν Μαρτύρων σου καί ἀξίωσέ με νά τύχω τῆς ἐπικλήσεώς τους. Ἀμήν». Καί μετά τήν προσευχή ἔλεγε: «Ἅγιοι Μάρτυρες ἐσεῖς, πού ἀγωνιστήκατε καλῶς καί λάβατε τόν στέφανο, πρεσβεύσατε πρός τόν Κύριο νά ἐλεήση τήν ψυχή μου». «Ὑπεραγία Θεοτόκε, μεσίτρια τῶν ἁμαρτωλῶν, δέν μέ βλέπεις, Κυρία μου, σέ πόσο ἄθλια κατάστασι ἔχω ἔλθει, νά ἀρνηθῶ τόν Υἱό σου; Ὦ Κυρία μου, ὦ Παντάνασσα, λυπήσου με καί μεσίτευσε πρός τόν Υἱό σου τόν ἀνεξίκακο γιά λόγου μου. Διότι, ἄν ἐσύ, Κυρία μου, δέν μέ βοηθήσης, τί θά ἀπογίνω; Ἐγώ, Κυρία μου, σ’ ἐσένα ἔχω τό θάρρος μου. Καί λοιπόν ἐσύ βοήθησέ με αὐτή τήν ὥρα τῆς ἀνάγκης μου τόν ἁμαρτωλό». «Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, Πολύδωρε, δέν μέ βλέπεις ἀδελφέ μου, ποῦ καί σέ ποιά ἀνάγκη βρίσκομαι; Σύ, ἀδελφέ, ἤσουν ὁμοιοπαθής μέ ἐμένα τόν ἄθλιο καί γιατί δέν μέ ἀκοῦς; Ἀλλά, ὅπως φαίνεται, ἀδελφέ μου, ἐσύ βρισκόμενος στήν χαρά τοῦ Κυρίου μας, λησμόνησες τά γήινα. Ἐγώ, ἀδελφέ μου, πιστεύω, ὅτι βρῆκες τήν δύναμι νά ἐκφρασθῆς ἐλεύθερα γιά τόν Κύριο, ἐξ αἰτίας τοῦ μεγάλου σου πόθου, πού εἶχες στό Μαρτύριο, τόν ὁποῖο ἐγώ δέν ἔχω, καί δεήσου στόν Κύριο μαζί μέ τούς συμμάρτυρές σου, νά μοῦ δώση δύναμι, νά ὑποφέρω τά βασανιστήρια τοῦ Μαρτυρίου. Ναί, ἀδελφέ μου καί Πολύδωρέ μου, βοήθησέ με στήν ἀνάγκη μου αὐτή». «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με τόν ἀρνητή σου».Τό ὁποῖο ἔλεγε συχνότερα ἀπό τά ἄλλα. Αὐτή τήν προσευχή δέχθηκε ὁ μάρτυρας ἀπό τόν ἀδελφό μέ πολλή εὐλάβεια καί καθημερινά τήν ἔλεγε, ἕως ὅτου τήν ἀποστήθισε, ἡ ὁποία τοῦ προξένησε πολλή κατάνυξι καί ἄναψε στήν καρδιά του τόν πόθο τοῦ Μαρτυρίου. Γι’ αὐτό καί κάθε ὥρα τοῦ ἔλεγε, νά ἑτοιμασθοῦμε πάτερ, νά ἑτοιμασθοῦμε, εἶναι καιρός πλέον νά πᾶμε στήν δουλειά μας». Τότε πῆγε καί ὁ ἄλλος πνευματικός ἀδελφός, πού τόν εἶχε πρωτύτερα, καί, ἀφοῦ τόν δοκίμασαν μέ πολλά καί οἱ δύο καί εἶδαν τή σταθερότητα τῆς γνώμης του, ἔγινε ἀπόφασι, νά πάη ὁ ζηλωτής ἀδελφός μέ τόν Μάρτυρα στήν Μυτιλήνη, γιά νά τόν παρηγορῆ στόν δρόμο. Ὁ δέ ἄλλος πού ἔμεινε στήν Χῖο, ἀφοῦ τούς συμβούλευσε τά κατάλληλα καί ἀφοῦ τούς εὐχήθηκε, τούς ἄφησε ἐν εἰρήνῃ. Καί ἀφοῦ ἀνεχώρησε γιά τήν Μυτιλήνη, ἐκείνη τήν νύχτα δοκίμασε ὁ εὐλογημένος Θεόδωρος μεγάλο ἀγῶνα ἀπό τίς σκέψεις τῆς ἀκαθαρσίας καί τῆς βλασφημίας. Γι’ αὐτό καί ξύπνησε τόν ἀδελφό τήν νύχτα καί τοῦ ἔλεγε, «Ἄχ, γέροντά μου, τί νά κάνω; Δέν μέ λυπᾶσαι τόν δυστυχῆ; Μέ ἔφαγαν οἱ συλλογισμοί τόν ταλαίπωρο». Ἐκεῖνος πάλι τόν παρηγοροῦσε, ὅπως μποροῦσε. Καί πάλι μετά ἀπό αὐτά τοῦ ἔλεγε, «Ἅγιέ μου γέροντα, νά πᾶμε τό γρηγορώτερο νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τόν σατανᾶ. Διότι μέ κατατρώει τόν δυστυχῆ, νά πάω στόν Χριστό μου, νά πάω». Ἕως ὅτου ὅμως νά φθάσουν στήν Μυτιλήνη, παρέλυσε σχεδόν τό σῶμα τοῦ εὐλογημένου ἀπό τήν ἀδυναμία. Καί τήν ὥρα πού ἄραξαν σέ ἕνα μέρος τῆς Μυτιλήνης, νά, καί ἔρχονται δύο ἀπό τούς Ἀγαρηνούς μέσα στό καΐκι, οἱ ὁποῖοι τούς φόβισαν πολύ, ἀλλά πάλι μετά ἀπό ἀρκετή ὥρα ἔφυγαν, χωρίς νά τούς πειράξουν καθόλου. Τότε ὁ Μάρτυρας λέει πρός τόν ἀδελφό· «Γέροντά μου δέν εἶναι συμφέρον γιά μένα νά καθήσω πλέον μέσα στό καΐκι, ἀλλά πρέπει νά βγοῦμε ἔξω καί νά κάνουμε τήν δουλειά μας». Γι’ αὐτό παραμέρισαν λίγο ἀπό τό καΐκι καί ἀφοῦ ἑτοιμάσθηκαν μετάλαβε ὁ Μάρτυς τά θεῖα Μυστήρια μέ πολλή εὐλάβεια καί κατάνυξι. Ἔπειτα κάθησαν γιά νά φᾶνε λίγο φαγητό καί, ἐπειδή ὁ Μάρτυρας δέν μποροῦσε νά φάη ἀπό τά πολλά δάκρυα, πού ἔχυνε, τοῦ λέει ὁ ἀδελφός· «Φάε λίγο υἱέ μου, Θεόδωρε». Καί αὐτός κλαίγοντας ἔφαγε λίγο. Ἔπειτα τοῦ λέει· «Δέν μπορῶ, Ἅγιε γέροντά μου, νά φάω, διότι ἔκλεισε ὁ λαιμός μου. Μόνο νά πηγαίνω στήν δουλειά μου, γιά νά ξενοιάσω, διότι ἔχω μεγάλο βάσανο στήν ψυχή». Ἀφοῦ τόν παρηγόρησε ὁ ἀδελφός, ὅπως ἔπρεπε, πάλι τοῦ λέει ὁ Μάρτυρας· «Δέν εἶναι πλέον καιρός νά περιμένω, γέροντά μου, μόνο νά πάρουμε τά ἀπαραίτητα ἐνδύματα καί νά βγοῦμε παράμερα νά τά φορέσω, γιά νά πηγαίνω στόν δρόμο μου».
Ἔτσι, ἀφοῦ βρῆκαν ἕνα μέρος κατάλληλο, ἔβγαλε τά ἐνδύματά του καί φόρεσε αὐτά τῶν Ἀγαρηνῶν. Καί γιά νά μή τούς προφθάση κανείς, κάθησε ὁ ἀδελφός κάτω στήν γῆ, γιά νά θηλυκώση τό περισκελίδα στά πόδια του. Ὁ Μάρτυρας κλαίγοντας ἔσκυβε καί φιλοῦσε τά χέρια του λέγοντας· «Σ’ εὐχαριστῶ, Ἅγιέ μου γέροντα. Ὁ Θεός νά πληρώση τούς κόπους σου, διότι ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός, δέν εἶμαι ἄξιος νά σοῦ τούς πληρώσω». Ὁ δέ ἀδελφός ἀπό συμπόνοια πρός τήν λύπη τῆς καρδιᾶς του μέ δάκρυα τοῦ ἔλεγε· «Ἀδελφέ μου, Θεόδωρε, μήπως ἔνιωσες καμμία δειλία στήν καρδιά;». Ὁ Μάρτυρας εἶπε· «Ὄχι πάτερ, ἀλλά λυποῦμαι γιά τόν ἀποχωρισμό σου». Καί ἔτσι πέφτει πάλι στά πόδια τοῦ ἀδελφοῦ καί, ἀφοῦ τά ἀγκάλιασε, τά καταφιλοῦσε καί τά ἔβρεχε μέ τά δάκρυα, λέγοντας· «Ἅγια πόδια, πού κοπιάσατε τόσο γιά λόγου μου». Ὁ δέ ἀδελφός τοῦ ἔλεγε· «Πάψε Θεόδωρε, καί ποιός εἶμαι ἐγώ ἤ τί καλό σοῦ ἔκανα; Ἐγώ ἔχω χρέος νά σέ ἀγαπῶ, γιατί καί σύ ἀγάπησες τόν Χριστό καί γιά τήν ἀγάπη του παραδίνεις τόν ἑαυτό σου στόν θάνατο». Τότε τοῦ λέει· «Καί ἄν μέ ἀγαπᾶς, ὅπως λές, θέλω νά φυλάξης τήν ὑπόσχεσι πού μοῦ ἔδωκες μέσα στό καΐκι, δηλαδή θέλω νά πᾶς μετά τόν θάνατό μου, νά συναντήσης τούς γονεῖς μου γιά τήν ἀγάπη μου καί νά τούς παρηγορήσης, διότι πολύ τούς λύπησα καί πονεῖ γι' αὐτούς ἡ ψυχή μου, ὅπως καί γιά τήν ἀγάπη τοῦ Ἁγίου Πολυδώρου, πῆγες στήν Κύπρο καί παρηγόρησες τούς γονεῖς του». Ὁ δέ ἀδελφός τοῦ λέει· «Θεόδωρε, μή λυπᾶσαι, οὔτε νά ἔχης ἔννοια γιά τούς γονεῖς σου. Γιατί ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τό μάθουν, πρόκειται νά χαροῦν πολύ καί γιά τήν ἀγάπη σου θά τό κάνω καί αὐτό, πού ζήτησες· μόνο ἐσύ πρέσβευε πρός τόν Κύριο γιά τήν σωτηρία τῆς ἁμαρτωλῆς μου ψυχῆς». Ὁ δέ Μάρτυς ἔλεγε· «Ἐσύ, πάτερ, ἐσύ παρακάλεσε τόν Κύριο νά μοῦ δώση δύναμι νά νικήσω τόν ἐχθρό μου τόν διάβολο. Ἀκόμη σέ παρακαλῶ νά μοῦ προσκυνήσης τόν πνευματικό ἰατρό τῆς ψυχῆς μου καί πολύ νά τόν εὐχαριστήσης, ὁμοίως καί τόν ἀδελφό, πού μᾶς ὑπηρέτησε νά τόν ἀσπασθῆς ἐκ μέρους μου».
Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ ἀδελφός καί, βλέποντας τό γελαστό του πρόσωπο καί τά μάτια του γεμᾶτα ἀπό δάκρυα, ἔκλαψε καί αὐτός καί, ἀφοῦ τόν ἀγκάλιασε καί καταφίλησε τήν μαρτυρική του κεφαλή, τοῦ λέει· «Πορεύου, υἱέ μου, τήν ποθούμενη ὁδό σου καί ὁ Κύριος ἄς εἶναι μαζί σου νά σέ ἐνισχύη». Ἐκεῖνος πέφτοντας πάλι στά πόδια του ἔλεγε· «Ἅγιέ μου γέροντα, παρηγόρησέ με καί πές μου ἄν θά πᾶς σίγουρα στούς γονεῖς μου;». «Θά πάω», τοῦ εἶπε ὁ ἀδελφός, «θά πάω. Μόνο ἐσύ μήν ἔχης ἔννοια γι’ αὐτό, καί ἐγώ εἶμαι δοῦλος σου. Ἐσύ γιά τόν Θεό πηγαίνεις νά χύσης τό αἷμα σου καί ἐγώ νά ἀμελήσω; Τί εἶναι αὐτά, πού λές; Ὄχι μόνο νά τούς παρηγορήσω, ἀλλά καί ὅ,τι ἄλλο μπορῶ νά τούς κάνω». Ἀφοῦ ὅμως ἀναχώρησε γιά λίγο ὁ Μάρτυρας, πάλι πόνεσε ἡ ψυχή τοῦ ἀδελφοῦ καί τοῦ λέει· «Θεόδωρε, μήπως θέλης τίποτε ἀπό ἐμένα;», Τοῦ λέει ὁ Μάρτυρας, «ὄχι». «Λοιπόν πήγαινε, υἱέ μου», τοῦ εἶπε, «καλότυχος, καί μακάριος εἶσαι ἐσύ, μοῦ φαίνεται στ’ ἀλήθεια, διότι βλέπω τούς Ἁγίους Μάρτυρες νά σέ συνοδεύουν, πήγαινε λοιπόν σέ ὁδό εἰρήνης, στρατιῶτα τοῦ Χριστοῦ, καί μή μέ λησμονήσης τόν ἀγαπητό σου ἀδελφό». Καί ὁ Μάρτυρας εἶπε· «Ἐσύ, Ἅγιέ μου γέροντα, μή μέ λησμονήσης».
Καί ἔτσι, ἀφοῦ ἀποχαιρετίστηκαν μεταξύ τους μέ δάκρυα στά μάτια καί οἱ δύο χωρίσθηκαν. Καί ἀνέβαινε ὁ Μάρτυρας καί πάλι ἔβλεπε πίσω πρός τόν ἀδελφό καί ἔκανε τό σχῆμα τῆς μετανοίας πρός αὐτόν καί πάλι τό ἴδιο καί πάλι, ἕως ὅτου ἐμάκρυνε καί δέν φαινόταν πλέον. Ὁ δέ ἀδελφός πῆγε σέ ἕνα μέρος καί στάθηκε προσμένοντας νά μάθη τί ἀπέγινε.
Καί μετά ἀπό τέσσερις ἡμέρες βρίσκοντας δύο Χριστιανούς πού ἐρχόνταν ἀπό τό κάστρο, τούς ρώτησε, ἐάν ξέρουν κανένα νέο. Ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίθηκσαν· «Τί νά σοῦ ποῦμε, πάτερ; Σήμερα εἴδαμε ἕναν νέο, πού ὄνομάζεται Θεόδωρος, πού γιά τήν πίστι μαρτύρησε καί κρεμόταν στήν κρεμάλα καί θαυμάσαμε. Ἀκούσαμε, ὅτι τοῦ ἔκαναν πολλά μαρτύρια». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ ἀδελφός, ἀπό τήν πολλή του χαρά δάκρυσε, αὐτοί δέ τόν ρώτησαν, τί ἔχει καί δακρύζει; Αὐτός τούς ἀποκρίθηκε· «Ἄκουσα κάτι, πού δέν τό ἔλπιζα, καί γι’ αὐτό ἀπό τήν χαρά μου τώρα δάκρυσα, διότι σέ τέτοιους καιρούς, πού μεγάλωσε ἡ κακία, γίνονται γιά τόν Χριστό μάρτυρες». Ἐκεῖνοι τότε ἄρχισαν καί ἔλεγαν τά μαρτύρια αὐτοῦ ἕνα πρός ἕνα. Ὁ δέ ἀδελφός δέν ὑπέφερε πλέον, ἀλλά τήν νύχτα ἐκείνη κίνησε γιά τό κάστρο καί, πηγαίνοντας, βλέπει τό μαρτυρικό σῶμα κρεμασμένο ἀκόμη στόν τόπο τῆς καταδίκης ὁλόγυμνο μέ τόσα μαρτυρικά στίγματα καταπληγωμένο καί μέ τήν τόση χάρι τῆς ἁγιότητας στολισμένο, τό ὁποῖο, ὅταν τό ἔβλεπαν ὅλοι οἱ Χριστιανοί, πονοῦσε ἡ καρδιά τους καί θαύμαζαν συγχρόνως καί ἔλεγαν, ὅτι εἶναι παρόμοιο κατά τό εἶδος καί τήν σεβασμιότητα μέ τήν ἀποκαθήλωσι τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Καί μέ παρρησία πήγαιναν νέοι καί γέροντες καί ἔκοβαν τό ὑποκάμισό του καί τό ἔβαφαν στό αἷμα καί τό ἔπαιρναν ἀπό εὐλάβεια. Λοιπόν τό ἱερό του μαρτύριο, καθώς διηγοῦνταν οἱ Χριστιανοί, πού βρέθηκαν ἐκεῖ, ἐπιτελέστηκε κατά τόν ἑξῆς τρόπο· Τήν πέμπτη ἡμέρα τῆς πρώτης ἑβδομάδος τῆς ἁγίας τεσσαρακοστῆς πῆγε ὁ μακάριος Θεόδωρος καί μίλησε μέ εἰλικρίνεια στόν δικαστή τῆς πόλεως καί τόν ρώτησε λέγοντας· «Ἐσύ εἶσαι ὁ δικαστής τοῦ τόπου;», Ἀποκρίθηκε ὁ δικαστής· «Ναί, ἐγώ εἶμαι». Καί ὁ Μάρτυρας (λέει), «σάν σήμερα πρίν ἀπό δέκα χρόνια, ἐπειδή θόλωσε ὁ νοῦς μου, ἦλθα καί μέ κάνατε Τοῦρκο. Τώρα πάλι ἦλθα στά λογικά μου, ἀναγνώρισα τήν πτῶσι μου καί τό κακό, πού ἔπαθα, καί γι’ αὐτό ᾖλθα νά σοῦ τό πῶ καί νά σοῦ ἐπιστρέψω τήν κάλπικη καί βδελυρή θρησκεία, πού μοῦ ἔδωσες καί νά ὁμολογήσω τήν δική μου πίστι, ὅτι εἶναι ἀληθινή καί ἁγία». Καί ἀμέσως βγάζει ἀπό τήν κεφαλή του τήν σκούφια πού φοροῦσε, καί τήν ρίχνει μπροστά στόν δικαστή· ἔβγαλε ἀκόμη καί τά πράσινα, πού εἶχε ἐπάνω σ’ αὐτη, καί τά καταπάτησε πολλές φορές, λέγοντας· «Ὅπως καταφρονῶ αὐτά, πού εἶναι σημάδια τῆς θρησκείας σας, ἔτσι καταφρονῶ καί τήν ἴδια τήν θρησκεία σας καί τήν ἐξευτελίζω καί τήν ἀποστρέφομαι». Βλέποντας λοιπόν ὁ δικαστής τήν τόσο μεγάλη παρρησία τοῦ νέου, ἔμεινε ὅλος κατάπληκτος καί ἔλεγε στούς παρευρισκόμενους· «Ποιός εἶναι αὐτός;». Ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν, ὅτι εἶναι τρελλός. Ὁ δέ Μάρτυρας εἶπε· «Ὄχι, δέν εἶμαι τρελλός, ἀλλά εἶμαι Χριστιανός καί Χριστιανός γεννήθηκα καί Χριστιανός θά πεθάνω». Καί οἱ Χριστιανοί, πού βρέθηκαν ἐκεῖ, εἶπαν στόν Μάρτυρα· «Παλλικάρι, τί ἔχεις;». Ὁ Μάρτυρας ὅμως καμμία ἀπόκρισι δέν ἔδωσε σ’ αὐτούς, ἀλλά ἔσκυβε στήν γῆ τό πρόσωπο καί ἔλεγε στόν δικαστή· «Νά, πού εἶδες καί ἄκουσες ἀπό τό στόμα μου, ὅτι εἶμαι Χριστιανός καί ὅτι ἀρνοῦμαι τήν θρησκεία σας. Ὅ,τι ἔχεις λοιπόν νά κάνης σ’ ἐμένα, κάνε το πλέον γρήγορα, γιά νά γλυτώσω. Εἶμαι δέ ἕτοιμος νά τά ὑπομείνω ὅλα ὅσα ἔχεις νά μοῦ κάνης μέ τήν δύναμι τοῦ Χριστοῦ μου». Καί ὁ δικαστής λέει πρός τόν Μάρτυρα· «Ἐσύ εἶσαι τρελλός καί βγῆκες ἀπό τόν νοῦ σου». Καί ὁ Μάρτυρας λέει· «Στά λογικά μου εἶμαι, καί γι’ αὐτό ἀποστρέφομαι τήν θρησκεία σας».
Μόλις τά ἄκουσαν αὐτά οἱ ἀγάδες, πού βρίσκονταν ἐκεῖ, εἶπαν· «Βγάλτε τον ἔξω». Καί ἔτσι, σπρώχνοντάς τον καί δέρνοντάς τον καί κλωτσῶντας τον, τόν γκρέμισαν ἀπό τήν σκάλα, γιά νά τόν πᾶνε στοῦ ναζήρη τό κονάκι. Ἔβγαλε ὅμως ὁ Μάρτυρας καί τά κόκκινα παπούτσια ἀπό τά πόδια του καί τά ρίχνει μπροστά τους καί λέει· «Πάρτε τα καί αὐτά τά καταραμένα». Πηγαίνοντας δέ στόν δρόμο, ὅποιον Χριστιανό συναντοῦσε, τοῦ ἔλεγε· «Συγχώρησέ με, ἀδελφέ μου, Χριστιανός εἶμαι». Καί μόλις ἔφθασαν ἐκεῖ, τόν ἔβαλαν στήν φυλακή καί ἀσφάλισαν τά πόδια του στό ξύλο καί ἁλυσίδα βαρειά τοῦ πέρασαν στόν λαιμό καί ὅποιος ἤθελε ἀπό τούς Ἀγαρηνούς ἔμπαινε στήν φυλακή ἤ γιά νά τόν δείρη ἤ γιά νά τόν περιγελάση σάν μωρό. Ὁ δέ Μάρτυρας ἔλεγε, ὅτι εἶναι στά λογικά του καί ὅτι εἶναι Χριστιανός.
Καί τήν Παρασκευή, στίς ἕξι ἡ ὥρα τήν ἡμέρα, ἔβγαλαν τόν Μάρτυρα πρός ἐξέτασι. Καί τοῦ ἔλεγαν· «Ἦλθες στά σύγκαλά σου;». Ὁ Μάρτυς ἔλεγε· «Ἐγώ στά λογικά μου εἶμαι», ἐνῷ αὐτοί τοῦ ἔλεγαν, “ἔλα στήν πίστι μας καί ἐμεῖς θά σοῦ ράψουμε ροῦχα καί θά σοῦ δώσουμε χρήματα καί ὅ,τι ἄλλο θέλεις” . Ὁ Μάρτυρας ὅμως ἔλεγε, «αὐτά ὅλα εἶναι γιά λόγου σας. Δέν ἔχετε γνῶσι ταλαίπωροι; Τί πειράζετε καί δοκιμάζετε ἕναν πού βλασφημεῖ τόν Μωάμεθ καί ἀποστρέφεται τήν πίστι σας; Ἀφήνετε ἐσεῖς τήν πίστι σας νά γίνετε Χριστιανοί;». «Ὄχι», ἀποκρίθηκαν. «Λοιπόν» τούς λέει ὁ Μάρτυρας, «πῶς ἐγώ νά ἀφήσω τήν πίστι μου τήν λαμπρή καί νά ἔλθω στήν σκοτεινή τήν δική σας; Ἐσεῖς πού στό ραμαζάνι σας τρῶτε ὅλη τήν νύχτα καί τήν ἡμέρα κοιμᾶσθε;». Αὐτοί τότε εἶπαν στόν Μάρτυρα· «Καί γιά ποιόν λόγο ἔγινες Τοῦρκος;». Ἀποκρίθηκε ὁ Μάρτυρας· «Θόλωσε τό μυαλό μου, γελάσθηκα ἀπό σᾶς καί ἔγινα Τοῦρκος. Τώρα ὅμως ἦλθα στά λογικά μου καί εἶμαι Χριστιανός καί ἀπό τότε πού ἀναγνώρισα τήν πλάνη στήν ὁποία ἔπεσα, ἀποστρέφομαι καί τήν πίστι σας καί τόν προφήτη σας καί ὅλους ἐσᾶς. Γιατί δέν μέ σκοτώνετε, μόνο μέ φυλάγετε;».
Ἀμέσως τότε ὁ δικαστής καί ὁ ναζήρης καί ὁ γιανιτζάραγας καί ἄλλοι, πού ἦταν ἐκεῖ, φώναξαν· «Βγάλτε τον ἔξω, γιά νά μή μᾶς κολάση». Καί ἔτσι μέ πολλά χτυπήματα καί κλωτσιές τόν ἔβαλαν στήν φυλακή καί στά δεσμά καί ἄφησαν τήν φυλακή ἀνοιχτή, ὅποιος θέλει νά μπαίνη νά τόν δέρνη. Καί τοῦ ἔδωσαν χωριστά τριακόσιες ξυλιές στά πόδια. Ἔπειτα πῆραν ξύλα στά χέρια καί τόν ἔδερναν ἴσα μέ δεκαπέντε ἄνθρωποι τόν ἀριθμό καί ὅπου ἔφθανε ὁ καθένας τόν χτυποῦσε. Ἀφοῦ δέ τοῦ ἔδιδαν ἀρκετές ξυλιές ἀπό τό ἕνα μέρος τοῦ σώματος, τόν γύριζαν καί ἀπό τό ἄλλο σάν ἕνα παλαιό ἀσκί καί τόν ἔδερναν. Ὁ Μάρτυρας ὅμως τά ὑπέμεινε ὅλα μέ γενναιότητα, χωρίς νά φωνάξη καθόλου, καί ἄλλο δέν ἔλεγε, παρά μόνο «Χριστιανός εἶμαι». Ἔπειτα τόν ἔβαλαν νά καθήση καί ἀφοῦ κάθησε, ἔβαλε τήν παλάμη του τήν δεξιά ἐπάνω στόν λαιμό του, γιά νά παιδευτῆ καί τό δάχτυλό του, πού σήκωσε, ὅταν τούρκεψε, καί ἐκεῖ τοῦ ἔδωσαν πολλές ξυλιές.
Ἔπειτα φέρνουν ἕνα σχοινί καί τυλίγουν μέ αὐτό ὁλόγυρα τήν κεφαλή του, στούς κροτάφους του ὅμως βάζουν δύο κομμάτια ἀπό τοῦβλο. Ἔπειτα μέ ἕνα ξύλο ἔστριβαν, ὅπως μέ τόν ἀργάτη, τό σχοινί καί ἔσφιγγαν τήν κεφαλή του βίαια, ἕως ὅτου βγῆκαν οἱ βολβοί τῶν ματιῶν του λίγο ἔξω ἀπό τή θέσι τους. Γύριζαν ἀκόμη καί τό πρόσωπό του πίσω. Ὁ στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ ὅμως ἔλεγε· «Χριστιανός, Χριστιανός, Χριστιανός εἶμαι». Μετά ἀπό αὐτό τό βασανιστήριο, βάζουν οἱ θηριόγνωμοι μία βέργα στό στόμα τοῦ Μάρτυρος καί τοῦ ἔσφιγγαν δυνατά τά δόντια. Ἔτσι τραβῶντας τήν βέργα μέ πολλή δύναμι, ἔσπασαν μερικά ἀπό τά δόντια του.
Ὅταν σταμάτησαν πλέον οἱ δήμιοι ἀπό τό νά παιδεύουν τόν Μάρτυρα, τόν ἄφησαν μισαπεθαμένο στήν φυλακή, ἐνῷ τό Σάββατο τό πρωί πῆγε ἕνας Χριστιανός, πού ἦταν ἐκεῖ ὑπηρέτης καί βρίσκει τόν Μάρτυρα νά ψάλλη τό, «Τῇ Ὑπερμάχῳ». Ζήτησε λοιπόν ἀπό τόν Χριστιανό καλαμάρι καί ἔγραψε πρός τόν ἀρχιερέα, γιά νά τοῦ στείλη τήν θεία δωρεά καί στάλθηκε μέ τόν ἴδιο αὐτή σ’ αὐτόν καί κοινώνησε. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ γεύθηκε δύο κουταλιές τζορβά, τόν ὁποῖο ζήτησε ἀπό τόν ἴδιο Χριστιανό καί, ἀφοῦ τόν εὐχαρίστησε, τοῦ λέει· «Ἄν ὑπῆρχε τρόπος νά ἔλθη κανείς στήν φυλακή γιά παρηγοριά μου, θά τό ἤθελα». Τήν ἴδια ὥρα μπαίνουν στήν φυλακή ἀρκετοί Ἀγαρηνοί καί τόν ἐξέταζαν καί πολλά βασανιστήρια τοῦ ἔκαμαν.
Κάποιος Γεώργιος ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, νέος στήν ἡλικία, πολλές φορές διαβάζοντας τά μαρτύρια τῶν παλαιῶν Μαρτύρων ἔλεγε· «Ἄραγε νά εἶναι ἀληθινά ὅλα αὐτά; Ἄραγε νά ὑπέμειναν τόσα βασανιστήρια; Καί μάλιστα ὁ συνώνυμός μου Γεώργιος;». Ἐνῷ ἀναρωτιόταν γι’ αὐτά, λέω, ὁ εὐλογημένος καί ἐπειδή ἄκουσε γιά τόν Μάρτυρα, ὅτι εἶναι μέσα στά βασανιστήρια, εἶπε σέ ἕναν φίλο του· «Θά τό ἤθελα πολύ ἀδελφέ νά βρισθῶ μέ κάποιον καί νά μέ βάλουν στήν φυλακή, γιά νά δῶ τόν Ἅγιο Μάρτυρα». Ἐκεῖνος τότε, μόλις ἄκουσε ἕναν τέτοιο λόγο ἀπό τό στόμα τοῦ Γεωργίου, ταυτόχρονα δίνει μήνυμα στούς δημογέροντες καί αὐτοί στέλνουν ἐκεῖνον πού μαζεύει τούς κουραμάδες, νά πάη νά τοῦ ζητήση τόν κουραμά καί νά τοῦ δώση μήνυμα, ὅτι τόν χρειάζονται νά πάη στήν φυλακή, γιά νά παρηγορήση τόν Μάρτυρα. Καί ἔτσι μέ πολλές βρισιές, τόν ἔβαλαν στήν φυλακή. Καί βρῆκε σ’ αὐτή τούς Ἀγαρηνούς, πού ἀναφέραμε πιό πάνω καί τόν τυραννοῦσαν μέ διάφορους τρόπους καί τόν ἐξέταζαν, ποῦ βρισκόταν τόσα χρόνια; Ὁ δέ Μάρτυρας ἔλεγε, ὅτι ἦταν στόν Ἐγγλέζο. Ἀποκρίθηκε ὁ κολιτζίμπασης· «Οἱ παπάδες τοῦ Ἐγγλέζου σοῦ εἶπαν, ἐκεῖ πού τούρκεψες, νά πᾶς νά γίνης Χριστιανός;». Ἀποκρίθηκε ὁ Μάρτυρας· «Ναί, αὐτοί μοῦ τό εἶπαν». Καί ἀφοῦ ἀναστέναξε μέ πολλή μανία ἔλεγε· «Ἄχ! νά ἦταν στά χέρια μου ἐκεῖνος ὁ παπᾶς, θά ἤθελα νά βγάλω κάμποσα λουριά ἀπό τήν ράχη του. Καί τώρα μπρέ ἀπό ποῦ ἦλθες;». «Ἀπό τήν θάλασσα», ἀπεκρίθηκε ὁ Μάρτυρας. Ἀποκρίνεται ἕνας ἄλλος ἀπό αὐτούς· «Φωνάξτε ἐκεῖνον πού ξέρει νά τοῦ βάλη τό σχοινί στήν κεφαλή, καί ἐκεῖνος θά τοῦ μάθη νά ἀποκρίνεται τήν ἀλήθεια». Ὁ Μάρτυρας ἔλεγε· «Ταλαίπωροι, δέν ντρέπεσθε μέ τά μασκαραλίκια τῆς πίστεώς σας;». Αὐτοί ἔφεραν τσιμποῦκι καί τό ἔβαλαν στά ρουθούνια του καί τοῦ ἔλεγαν· «Πιές καπνό τζιφούτ». Ὁ Μάρτυρας ἔλεγε· «Εἶμαι Χριστιανός ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας μου, ὀνομάζομαι Θεόδωρος καί Χριστιανός πεθαίνω». Ἕνας ἀπ'ό αὐτούς πυρακτώνωντας λουλά στήν φωτιά, ἔκαιγε ἀπό πίσω τόν λαιμό τοῦ Μάρτυρα λέγοντας· «Βλασφημεῖς τήν πίστι;». Ὁ Μάρτυρας ἔλεγε· «Ἄν θέλετε νά μή βλασφημῶ τήν πίστι σας, μήτε ἐσεῖς νά μή λέτε τίποτα ἐναντίον τῆς δικῆς μου Ἁγίας πίστεως. Τό μέν σῶμα μου εἶναι στά χέρια σας καί ὑπό τήν ἐξουσία σας. Καί ὅ,τι θέλετε μπορεῖτε νά κάνετε σ’ αὐτό, ἀπό λίγο λίγο νά τό κόβετε καί νά τρῶτε, μόλις σᾶς φθάνει μία ἑβδομάδα. Λοιπόν ὅ,τι θέλετε κάνετε σ’ αὐτό, γιά νά ξεννοιάσω πλέον γρήγορα καί νά πάω ἐκεῖ πού ἔχω δουλειά». Ἐκεῖνοι πάλι λένε στόν Μάρτυρα· «Ὁ παπᾶς πού σοῦ εἶπε νά ἔλθης ἐδῶ, δέν σοῦ εἶπε, ποῦ πρόκειται νά πάη ἡ ψυχή σου;». Ὁ Μάρτυρας ἔλεγε σ’ αὐτούς· «Αὐτό δέν εἶναι δικό σας θέμα νά τό γνωρίζετε». Καί ἐπειδή ἄναψαν ἀπό τόν θυμό, τοῦ ἔδωσαν πολλές ξυλιές, λέγοντας· «Τώρα θά δῆς, τί ἔχεις νά πάθης». Ὁ Μάρτυρας ἔλεγε· «Κάντε ἀκόμη πιό γρήγορα, γιά νά πάω πρός τόν Χριστό μου, τόν γλυκύτατο Ἰησοῦ». Αὐτοί ὅμως ἀναχώρησαν μέ πολύ θυμό καί ἔμειναν οἱ δύο μέ τόν Γεώργιο.
Καί ἀφοῦ ἔπεσε ὁ εὐλογημένος Γεώργιος στά πόδια τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα, προσευχόταν παρακαλῶντας νά τόν εὐλογήση καί νά τόν συγχωρήση. Καί ὁ Μάρτυρας ἔλεγε· «Ἐσύ, ἀδελφέ, νά μέ εὐλογήσης. Ἐγώ ὁ ταλαίπωρος εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός καί ἔχω τόσα κακά ἐπάνω μου. Ἔλα, ἀδελφέ μου κάθησε κοντά μου». Καί ἀφοῦ κάθησε κοντά του, λέει ὁ Μάρτυρας· «Ἀδελφέ, πῶς ὀνομάζεσαι;». Ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, «Γεώργιος Ἅγιε τοῦ Θεοῦ καί ἦλθα γιά τήν ἀγάπη σου». Ὁ δέ Μάρτυρας, ἀφοῦ τόν εὐχαρίστησε, ὅπως ἔπρεπε, λέει· «Ἀδελφέ μου, Γεώργιε, χθές καί ἀπόψε ὅλη τήν νύχτα ἔμεινα μόνος μου καί γέμισε ἡ καρδιά μου ἀπό πολύ φόβο καί δειλία μέ τήν συνέργεια τοῦ σατανᾶ, τόσο, πού λίγο ἔλειψε νά πέσω σέ ἀπόγνωσι. Ἔπειτα μέ βοήθησε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Καί καλά ἔκανες, ἀδελφέ μου, πού ἦλθες, γιά νά μέ παρηγορήσης. Διότι πολύ θυμό ἔχουν οἱ σκύλοι ἐναντίον μου». Τότε ὁ καλός Γεώργιος, ἀφοῦ θύμισε στόν Μάρτυρα τούς Τρεῖς Παῖδες, πού ἔρριξε ὁ βασιλιάς στήν κάμινο τῆς φωτιᾶς, ἀκόμη δέ καί τόν Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο καί Γεώργιο καί, ἀφοῦ διηγήθηκε καί κάποιο μέρος ἀπό τά Μαρτύριά τους, τόν ἔκανε νά χαρῆ καί ἀπό τήν χαρά του ἄρχισε ὁ Μάρτυρας νά λέη ἀπ' ἔξω τήν συνηθισμένη του προσευχή, γιά τήν ὁποία εἴπαμε, ὅτι τήν συνέθεσε ὁ ἀδελφός γι' αὐτόν. Ἔπειτα τόν ρωτᾶ ὁ Γεώργιος, πῶς ὀνομάζεται καί ἀπό ποῦ εἶναι καί ἄν ἔχη γονεῖς καί ἀπό ποῦ παρακινήθηκε στό Μαρτύριο. Καί ἀφοῦ ἀποκρίθηκε σέ ὅλα αὐτά ὁ Μάρτυρας, ζήτησε χαρτί καί καλαμάρι καί ἔγραψε πρός τόν Ἀρχιερέα, νά δώση τό μήνυμα στόν πνευματικό του ἰατρό στήν Χῖο, ἔγραψε δέ καί στούς γονεῖς του. Καί μετά ἀπό πολλή ὥρα, πού εἶχε στήν φυλακή ὁ Γεώργιος, ἐκδόθηκε λόγος ἔξω, ὅτι πρόκειται νά κόψουν τά πόδια τοῦ Μάρτυρα ἀπό τά γόνατα καί νά τόν διαπομπεύσουν στό παζάρι. Μόλις τό πληροφορήθηκε αὐτό ἐκεῖ ὁ ταταρχάνης, ἀπηύθηνε πρός τόν δικαστή κατηγορίες, ὅτι δέν ξέρει τόν νόμο τους καί ὅτι ἀμέσως μόλις ἄκουσε ἀπό αὐτόν τήν βλασφημία κατά τοῦ Μωάμεθ, ἔπρεπε νά τόν καταδικάση σέ θάνατο καί ὄχι νά τόν ἀφήνη νά βλασφημῆ τήν πίστι. Γι’ αὐτό, μόλις τά ἀκούει αὐτά ὁ δικαστής, ἐμπόδισε τήν ἀπόφασί του. Μπαίνει δέ καί ἕνας παραγυιός τοῦ μουσελίμη στήν φυλακή καί λέει στόν Μάρτυρα· «Μπρέ δέν δίνεις τό σαλαβάτι, δηλαδή τήν ὁμολογία τῆς θρησκείας τους; Τώρα πρόκειται νά σέ σκοτώσουν». Ὁ Μάρτυρας ὅμως, ἀφοῦ σήκωσε τήν κεφαλή του ἔβρισε καί αὐτόν καί τό σαλαβάτι καί τόν Μωάμεθ καί τήν πίστι τους. Κάποιος ἄλλος πάλι, ἐπειδή θύμωσε, σήκωσε τήν πιστόλα νά τόν χτυπήση, ἀλλά ἕνας ἄλλος τόν ἐμπόδισε λέγοντας “δέν ἔχεις ἐξουσία ἐσύ νά τόν φονεύσης”. Καί μετά ἀπό λίγη ὥρα μπαίνουν στήν φυλακή πολλοί, λέγοντας στόν Μάρτυρα· «Νά, ἦλθε ἡ τελευταία σου ὥρα». Καί ὁ Μάρτυρας, ἀφοῦ τούς εὐχαρίστησε, ἔδωσε δόξα στόν Θεό, λέγοντας στόν Γεώργιο· «Τί νά λέω, ἀδελφέ;». Καί ὁ Γεώργιος τοῦ λέει, τό «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Καί ὅταν ἔπεσαν ἐπάνω του σάν ἄγρια θηρία, γιά νά δέσουν τά χέρια του, ὁ Μάρτυρας ἔλεγε· «Σταθῆτε, σταθῆτε»× καί ἀφοῦ ἔκανε τρεῖς φορές τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί ἔδεσε μόνος του τά μανίκια τοῦ ὑποκαμίσου του ἐπάνω στόν λαιμό του, σάν νά ἑτοιμαζόταν, γιά νά παλέψη, λέει· «Δέστε τώρα τά χέρια μου».
Ὅταν δέ ἤθελαν νά τόν σηκώσουν, τράβηξε ἕνας τήν ἁλυσίδα πού τοῦ εἶχαν στόν λαιμό τόσο, πού παρ' ὀλίγο νά σπάση τόν λαιμό του. Ὁ δέ Μάρτυρας πόνεσε καί τούς λέει· “Πρῶτα βγάλτε τά πόδια μου ἀπό τό ξύλο». Καί μόλις ἔγινε αὐτό, ἀφοῦ σηκώθηκε, ἔτρεχε ὁ πανύμνητος μέ πολλή προθυμία στόν τόπο τῆς καταδίκης. Καί ἐκεῖ τόν ἔδειραν τόσο ἀνελέητα, πού ἔπεσε στήν γῆ μισοπεθαμένος. Ἔπειτα, ἀφοῦ τόν σήκωσαν, τόν ρωτοῦσαν· «Τί εἶσαι;». Καί αὐτός ἀποκρινόταν· «Χριστιανός”. “Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου;”». Καί ὁ Μάρτυraς ἀναπνέοντας μόλις ἀπό τά βασανιστήρια, ἔλεγε· «Θεόδωρος, Χριστιανός πεθαίνω».
Καί τραβῶντας τό σχοινί, γιά νά τόν κρεμάσουν, ἔσπασε καί ἔπεσε ὁ Μάρτυρας στήν γῆ καί χτύπησε στό γόνατο καί ἔτρεχε ἀπό ἐκεῖ αἷμα πολύ. Καί ἀφοῦ τόν σήκωσαν, ξανάβαλαν τό σχοινί στόν λαιμό του καί ἔτσι ὁ μακάριος Θεόδωρος, ὁ ἀληθινά γενναιότατος ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ, ἔλαβε τόν ποθούμενο στέφανο τοῦ Μαρτυρίου. Τό δέ αἷμα ἐκεῖνο, καί ἀφοῦ νεκρώθηκε τό Μαρτυρικό ἐκεῖνο καί ἀθλητικώτατο σῶμα, ἔσταζε ἀπό τό ἱερό του γόνατο τρεῖς ἡμέρες ἀράδα, καί οἱ Χριστιανοί τρέχοντας καί χωρίς κανέναν φόβο πλησίαζαν καί κόβοντας ὁ καθένας μέρος ἀπό τό ὑποκάμισο τοῦ Μάρτυρος, τό βουτοῦσαν στό αἷμα ἐκεῖνο καί τό ἔπαιρναν στά σπίτια τους μέ μεγάλη εὐλάβεια. Καί πολλοί ἀπό αὐτούς διακηρύσσουν, ὅτι θεραπεύθηκαν ἀπό παροξυσμούς καί ἄλλες ἀσθένειες, ἀμέσως μόλις ἤπιαν ἀπό τό ἀπόπλυμα ἐκεῖνο τοῦ Μαρτυρικοῦ αἵματος καί ἐπικαλέσθηκαν μέ πίστι τήν ἀντίληψι τοῦ Ἁγίου. Μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες καί ὕστερα πῆραν ἄδεια οἱ Χριστιανοί καί τήν ἴδια ὥρα, πού τόν κρέμασαν, κατέβασαν καί τό Ἅγιό του καί Μαρτυρικό λείψανο ἄνθρωποι γύρω στούς πενῆντα τόν ἀριθμό καί τό ἔθαψαν μέ τιμές ἔξω ἀπό τήν χώρα σέ μία Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Παναγία Χρυσομαλλοῦσα, πρός τό νότιο μέρος.
Αὐτό εἶναι, Χριστιανοί ἀδελφοί, τό φρικτό καί ὑπερθαυμαστό Μαρτύριο τοῦ ἐν Ἁγίοις Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Νέου, γιά τό ὁποῖο δέν ἀμφιβάλλω, πώς ὅποιος τό διαβάζει μέ εὐλάβεια, πολλή κατάνυξι θά λαμβάνη στήν καρδιά του καί θά δοξάζη μέσα ἀπό τήν ψυχή του τόν θαυμαστό ἀνάμεσα στούς Ἁγίους του Κύριο, ὁ ὁποῖος θαύμασε σέ ἕναν τέτοιο νέο ἕως εἴκοσι χρονῶν, τήν Ἁγία του πίστι, χαρίζοντάς του ἀπό ψηλά καί φώτισι καί δύναμι, νά ἀποφύγη τήν πλάνη καί τό σκοτάδι καί νά διακηρύξη ἐνώπιον τῶν ἀλλοπίστων Θεό ἀληθινό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί νά στηλιτεύση τόν ἀρχηγό τῆς πλάνης ἐκείνων μέ τόση παρρησία. Καί αὐτά δέν τά λέω ἁπλῶς καί ἐπειδή ἔτυχε. Διότι βέβαια ξέρω, ὅτι καί ἄλλοι, καί γιά νά τό ποῦμε ἁπλᾶ, ὅλοι, ὅσοι ἐκφράζονται μέ θάρρος κάνουν τά ἴδια, ἀλλά τά λέω, γιά νά θαυμάσετε, ἀδελφοί, τήν δύναμι τοῦ Ἐσταυρωμένου.
Ἐπειδή αὐτός ὁ νέος, πού τώρα στούς μαρτυρικούς του ἀγῶνες ἔδειξε τήν ὑπερθαυμαστή αὐτή ἀνδρεία καί ὑπομονή, ὅταν κατ’ ἀρχάς ἀνέκτησε τίς αἰσθήσεις του, ἄρχισε νά κάνη ὡς Χριστιανός τόν σταυρό του καί νά λέη ψαλμούς καί ἄλλες εὐχές, προσευχόμενος στόν Θεό νά τόν ἐλευθερώση ἀπό ἐκεῖ. Εἶχε ὅμως ὡς ἄνθρωπος στήν καρδιά του τόσο φόβο θανάτου ἔτσι, ὥστε ἐκεῖ, πού μία ἡμέρα κρυφά ἔκανε τόν σταυρό του, τόν εἶδε ἕνας ἀπό τούς ἀλλόπιστους, καί μέ ἄγρια φωνή τόν φώναξε· «Μπρέ, ἀκόμα γκιαούρης εἶσαι;». Ἔτσι τόν φώναξε μόνο ἐκεῖνος, χωρίς νά τοῦ δείξη κανένα ἄλλο φόβο. Ἀλλά ὁ καλότυχος ἐκεῖνος νέος, τόσο φοβήθηκε, ὥστε κάποιο ἀνίατο κακό συνέβη στό σῶμα του ἀπό ἐκεῖνον τόν ὑπερβολικό του φόβο. Ἔτσι ἔπαθε τότε, πού ἀκόμα δέν εἶχε ἀνάψει στήν καρδιά του ἐκείνη ἡ θεία φλόγα. Ἀλλά ὅμως, ποιός νά μή θαυμάση; Καί ποιός νά μή ἀναφωνήση μέ τόν Δαβίδ, «θαυμαστός ὁ Θεός ἀνάμεσα στούς Ἁγίους του;». Ἐκεῖνος ὁ τόσο δειλός πρωτύτερα, ἐκεῖνος πού τόσο φόβο εἶχε ἐκεῖ μέσα, ὕστερα, ἀφοῦ βγῆκε ἀπό ἐκεῖ, ὅπως ὁ Πέτρος, ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε καί σωματικά ἀπό τούς ἀνόμους καί ἔκλαψε πικρά, ὅπως ἐκεῖνος, ἀφοῦ χρίσθηκε μέ τό Ἅγιο Μύρο, ἀφοῦ συναναστράφηκε ἀληθινά μέ πνευματικούς ἄνδρες, ἀφοῦ ὁλόψυχα πλησίασε στόν Θεό, τότε, τότε χωρίς ἄλλο θερμάνθηκε ἡ καρδιά του, καί ὄχι ἁπλῶς θερμάνθηκε, ἀλλά φλόγα θείας φωτιᾶς ἄναψε μέσα στήν ψυχή του, πού τόν βίαζε ἡμέρα καί νύχτα, ὅπως ἀκούσατε, νά πάη ὄχι ἀμέσως, ἀλλά μετά ἀπό μύρια βάσανιστήρια στόν γλυκύτατο Ἰησοῦ Χριστό. Ἐπειδή ἐκεῖνος, πού πάει νά μαρτυρήση, δέν πάει μέ καμμία βεβαιότητα, ὅτι μέ συντομία πρόκειται νά γλυτώση ἀπό τά χέρια τῶν τυράννων, ἀλλά πάει καί παραδίνεται γιά τήν ἀγάπη τοῦ ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ στήν ἐξουσία τους μέ ἀπόφασι, ὅτι θά ὑπομείνη, ὅσα κολαστήρια ἐμπνεύσει ὁ ἀρχέκακος σατανᾶς στίς θηριώδεις καί φονικές τους ψυχές νά τοῦ κάνουν.
Ποιός λοιπόν δέν θά ὁμολογήση, ὅτι τόν πρώην δειλότατο αὐτόν νέο, θεϊκή δύναμις ἀπό ψηλά τόν κατέστησε κατόπιν ἀνδρειότατο, γενναιότατο, καί, γιά νά τό ποῦμε ἁπλᾶ, οὐρανόφρονα καί θεόφρονα τόσο, ὥστε κίνησε ἀπό μακρυά καί πῆγε νά πάθη γιά τόν Χριστό ὅλα ἐκεῖνα, πού σκεφτόταν, πώς μποροῦσαν νά τοῦ κάνουν οἱ τύραννοι; Πραγματικά, ὅποιος δέν ὁμολογεῖ αὐτή τήν ἀλήθεια, δηλαδή ὅτι θεία δύναμις ἔβαλε σ’ αὐτόν (ὅπως βέβαια πρέπει νά τό ὁμολογήσω μέν αὐτό καί γιά κάθε ἄλλον) τήν τόση ἀνδρεία καί ὑπομονή στά βασανιστήρια× ὅποιος, λέω, τοῦτο δέν ὁμολογεῖ, ἤ ἐχθρός εἶναι τῆς πίστεως καί ὁλότελα ἄθεος ἤ παράλογος εἶναι ἐντελῶς καί ἀναίσθητος. Ἀπαράλλακτα σχεδόν αὐτά τά ἴδια βρίσκουμε πώς συνέβησαν καί στούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί μαθητές τοῦ Χριστοῦ τόν καιρό τοῦ πάθους, ἐπειδή ἀκόμη ἦταν ἀτελεῖς καί ἀδύναμοι, ὅπου τόσος φόβος ἔπεσε πάνω σ’ αὐτούς ἔτσι, ὥστε ἄλλοι τόν ἄφησαν καί ἔφυγαν, ἄλλοι τόν ἀρνήθηκαν, ὅπως ὁ Πέτρος. Ὕστερα ὅμως ἀπό τήν Ἀνάστασι, ὅταν ἔλαβαν τό πνεῦμα τό Ἅγιο καί ἐνδύθηκαν τήν δύναμι ἀπό ψηλά, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὄχι μόνο κάθε λογῆς δειλία καί φόβο ἀπέβαλαν, ἀλλά καί περισσότερο διψοῦσαν γιά τά πάθη καί τούς πειρασμούς καί τούς διωγμούς καί τόν ἴδιο τόν θάνατο, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Ἐσταυρωμένου Διδασκάλου καί Σωτῆρα τους.
Λοιπόν, Χριστιανοί ἀδελφοί, ἐπειδή ἡ πίστι μας εἶναι τόσο θεία καί θαυμαστή καί ὑπερένδοξη, ὅπως τήν ἐπιβεβαιώνουν οἱ φρικτοί ἀγῶνες καί τά μαρτύρια ἐκείνων, πού πεθαίνουν γι' αὐτήν, λοιπόν λέω, ἄς τήν βαστοῦμε καί ἐμεῖς σταθερή καί μέχρις αἵματος, ἄν τύχη. Ἄς τήν τιμοῦμε μέ τίς πράξεις ἐκεῖνες, πού ἁρμόζουν σέ μία τέτοια πίστι. Ἄς παρακαλοῦμε τούς Ἁγίους Μάρτυρες, πού πέθαναν γι' αὐτή καί ἰδιαιτέρως τόν ἑορταζόμενο σήμερα θεῖο Θεόδωρο, νά πρεσβεύουν γιά μᾶς τούς ἀνάξιους πρός τόν Κύριο, νά ἐλεήση καί ἐμᾶς τούς κατάκριτους, καί νά μᾶς ἀξιώση νά τόν εὐχαριστήσουμε μέ τήν μετάνοια, στόν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.Ἀμήν.


Login