+ Κατά τήν ἕκτη τοῦ Αὐγούστου μηνός[1] τήν ἀνάμνησι τῆς θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία ἑορτάζει μέ μεγάλη χαρά. Ἡ δέ αἰτία τῆς ἑορτῆς αὐτῆς εἶναι ἡ ἑξῆς· Ὁ Κύριός μας Χριστός πολλές φορές προεῖπε στούς Ἁγίους του μαθητές γιά τούς κινδύνους καί τά πάθη καί τόν θάνατο, πού αὐτός ἐπρόκειτο νά δεχθῆ. Παρόμοια καί γιά τίς σφαγές καί τόν θάνατο τῶν μαθητῶν του. Ἐπειδή ὅμως οἱ μέν κίνδυνοι καί τά δεινά ἦταν πρόχειρα καί στήν παροῦσα ζωή, ἐνῶ τά ἀγαθά, πού ἐπρόκειτο νά δεχθοῦν, ἦταν μετά ἀπό αὐτά καί ἐλπιζόμενα, γιά τόν λόγο αὐτόν θέλησε ὁ Κύριος νά πληροφορήση τούς μαθητές του καί μέ τούς ἴδιους τούς ὀφθαλμούς τους, ποιά καί πόση εἶναι ἡ δόξα ἐκείνη, μέ τήν ὁποία θά ἔλθη κατά τήν κοινή ἀνάστασι, τήν ὁποία καί αὐτοί θά ἀπολαύσουν. Γι’ αὐτό τούς ἀνεβάζει ἐπάνω σέ ὄρος ὑψηλό κατ’ ἰδίαν καί μεταμορφώθηκε ἐνώπιον αὐτῶν, καί «ἔλαμψε τό πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τά δέ ἱμάτια αὐτοῦ» ἔγιναν ἄσπρα σάν τό φῶς. Φάνηκε ἀκόμη σ’ αὐτούς ὁ Μωυσῆς καί Ἠλίας, συνομιλῶντας μέ τόν Χριστό. Ἔλαβε τρεῖς μόνους Ἀποστόλους, ὡς πρόκριτους καί ἀνώτερους. Διότι ὁ μέν Πέτρος προεκρίθη, ἐπειδή ἀγαποῦσε πολύ τόν Χριστό. Ὁ Ἰωάννης, ἐπειδή τόν ἀγαποῦσε ὁ Χριστός. Ὁ δέ Ἰάκωβος, ἐπειδή μποροῦσε νά πιῆ τό ποτήρι τοῦ θανάτου, τό ὁποῖο καί ὁ Κύριος ἤπιε. Ἔφερε ἀκόμη στό μέσο τους τόν Μωυσῆ καί τόν Ἠλία, γιά νά διορθώση τίς σφαλερές ὑποψίες, πού εἶχαν οἱ πολλοί γι’ αὐτόν. Διότι ἄλλοι ἔλεγαν γιά τόν Κύριο, πώς εἶναι ὁ Ἠλίας. Ἄλλοι πώς εἶναι ὁ Ἱερεμίας. Γι’ αὐτό λοιπόν παρουσίασε στό Θαβώρ τούς πρώτους καί κορυφαίους Προφῆτες, γιά νά γνωρίσουν οἱ μαθητές, καί μέσῳ τῶν μαθητῶν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πόση διαφορά ὑπάρχει ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τούς Προφῆτες. Διότι ὁ μέν Χριστός, εἶναι Κύριος, ἐνῶ οἱ Προφῆτες εἶναι δοῦλοι. Καί γιά νά μάθουν, ὅτι ὁ Κύριος ἔχει τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί τῆς ζωῆς. Γι’ αὐτό ἀπό μέν τούς νεκρούς ἔφερε τόν Μωυσῆ. Ἐνῶ ἀπό τούς ζωντανούς ἔφερε τόν Ἠλία. (Βλέπε στόν Θησαυρό τοῦ Δαμασκηνοῦ καί στόν Μακάριο Κωφό[2]).
[1] Ἐπειδή ὁ λόγος ἐδῶ ἀναφέρεται στήν Μεταμόρφωσι, ἀναφέρουμε χάρι τῶν φιλολόγων, γιά τό πότε ἔγινε ἡ ἑορτή αὐτή. Καί λέμε, ὅτι σύμφωνα μέ τόν Καισαρείας Εὐσέβιο (παρά Κορεσσίῳ) καί τούς περισσότερους διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας ἡ Μεταμόρφωσι ἔγινε πρίν ἀπό τό Πάθος σαράντα ἡμέρες· συμφωνεῖ σ’ αὐτό καί ὁ πεζογράφος Δαμασκηνός στόν λόγο στήν Μεταμόρφωσι, δηλαδή αὐτή ἔγινε κατά τόν Φεβρουάριο μῆνα, καί ὄχι κατά τόν Αὔγουστο, ὅπως τώρα ἑορτάζεται. Τό ὅτι λοιπόν αὐτή ἡ γνώμη εἶναι ἡ μᾶλλον πιθανώτερη καί γενικώτερη τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, διαβεβαιώνεται ἀπό τά ἀκόλουθα.
A΄. Διότι ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος, ὁ αὐτόπτης καί αὐτήκοος μαθητής καί Ἀπόστολος τοῦ Κυρίου, λέει, ὅτι ὁ Κύριος πρίν ἀκόμη νά μεταμορφωθῆ, ἔλεγε πρός τούς μαθητές του τά ἑξῆς· «Ἀπό τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ὅτι δεῖ αὐτόν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα, καί πολλά παθεῖν ἀπό τῶν πρεσβυτέρων καί ἀρχιερέων, καί γραμματέων, καί ἀποκτανθῆναι, καί τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι» (Ματθ. 16,21). Ἀπό τά λόγια λοιπόν αὐτά συμπεραίνεται, ὅτι κοντά στό Πάθος ἔγινε ἡ Μεταμόρφωσι.
B΄. Διότι κατά τήν σειρά καί τήν τάξι τῶν κεφαλαίων τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου κοντά στό Πάθος ἔγινε ἡ Μεταμόρφωσις. Ἐπειδή διηγούμενος ὁ ἀνωτέρω Ματθαῖος τήν θεία Μεταμόρφωσι στό 17ο κεφάλαιο, μετά τρία μόνα κεφάλαια, ἀμέσως ἀναφέρει τά Βαΐα, δηλαδή στό 21ο κεφάλαιο.
Γ΄. Ἐπειδή καί ὁ περιώνυμος διδάσκαλος Ἰωσήφ ὁ Βρυέννιος λέει ὅτι τήν ἄνοιξι ἔγινε ἡ Μεταμόρφωσι (σελ. 18 τοῦ γ΄ τόμου), κοντά δηλαδή στό Πάθος, τό ὁποῖο ἔγινε κατά τήν ἐαρινή ἰσημερία κατά τήν 23η Μαρτίου.
Κατά τόν Φεβρουάριο λοιπόν ἔγινε ἡ Μεταμόρφωσι, μετατέθηκε ὅμως αὐτή καί ἑορτάζεται κατά τόν Αὔγουστο μῆνα· A΄. Διότι ἡ Μεταμόρφωσι, ἐπειδή ἔγινε, ὅπως εἴπαμε, πρίν σαράντα ἡμέρες ἀπό τό Πάθος, γι’ αὐτό συνέβαινε νά πέφτη μέσα στήν μεγάλη Τεσσαρακοστή. Καί κατόπιν ὡς ἑορτή, πού φανερώνει τόν μέλλοντα αἰῶνα, ἔπρεπε νά ἑορτάζεται ὀκτώ συνεχόμενες ἡμέρες. Αὐτό ὅμως ἦταν ἀνάρμοστο νά γίνεται τόν καιρό τῆς νηστείας τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἐπειδή εἶναι πενθική καί μᾶς δείχνει τόν παρόντα βίο τῆς ταλαιπωρίας. B΄. Μετατέθηκε στόν Αὔγουστο, καί ὄχι σέ ἄλλον μῆνα, γιά τήν ἑξῆς αἰτία· Καί πρόσεξε σοφία καί σύνεσι τῶν θείων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι τά θεῖα σωστά τά διέταξαν. Ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, ἡ Μεταμόρφωσι ἔγινε σαράντα ἡμέρες πρίν ἀπό τό Πάθος καί τόν Σταυρό, ἡ δέ Ὕψωσι τοῦ τιμίου Σταυροῦ ἑορτάζεται τήν ιδ΄ τοῦ Σεπτεμβρίου καί ἔχει τά δικαιώματα τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτό οἱ θεῖοι Πατέρες, ἀφοῦ ὑπολόγισαν πρίν ἀπό τήν ἡμέρα αὐτή σαράντα ἡμέρες, διέταξαν νά ἑορτάζεται ἡ θεία Μεταμόρφωσις κατά τήν στ΄ τοῦ Αὐγούστου. Διότι ἀπό τήν στ΄ Αὐγούστου ἕως τήν ιδ΄ Σεπτεμβρίου σαράντα ὁλόκληρες ἡμέρες συμποσοῦνται καί οὔτε παραπάνω, οὔτε παρακάτω.
Ὥρισαν ἀκόμη οἱ αὐτοί θεῖοι Πατέρες, νά ψάλλωνται στήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως καί Καταβασίες, ὄχι οἱ εἱρμοί τῆς ἴδιας ἑορτῆς, ὅπως συνηθίζεται νά γίνεται στίς ὑπόλοιπες Δεσποτικές ἑορτές, ὅπως στήν Χριστοῦ Γέννησι καί στήν Ὑπαπαντή καί στήν τῶν Θεοφανείων. Τό νά ψάλλωνται δηλαδή ὡς Καταβασίες οἱ εἱρμοί τῶν ἴδιων ἑορτῶν. Ἀλλά ὥρισαν νά ψάλλωνται σ’ αὐτήν ὡς καταβασίες οἱ εἱρμοί τῆς Ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ, γιά νά δείξουν τήν ἀναφορά καί σχέσι πού ἔχει ἡ Μεταμόρφωσις μέ τό Πάθος καί ἡ στ΄ Αὐγούστου μέ τήν ιδ΄ Σεπτεμβρίου, δηλαδή μέ τήν Ὕψωσι τοῦ Σταυροῦ. Γι’ αὐτό καί τό πρῶτο τροπάριο τῆς Μεταμορφώσεως ἀμέσως ἀρχίζει ὡς προοίμιο καί ἀναφέρει τόν Σταυρό λέγοντας τά ἐξῆς· «Πρό τοῦ Σταυροῦ σου Κύριε». Τό ὅτι ὅμως ὅλα αὐτά δέν ἔγιναν κατά τύχη καί ἀπό μόνα τους, οὔτε χωρίς περιέργεια καί παρατήρησι, μπορεῖ ὁποιοσδήποτε συνετός νά τό ὁμολογήση. Διότι ποιός μπορεῖ νά πῆ, ὅτι τυχαῖα βρέθηκαν σαράντα ἡμέρες ἀπό τήν στ΄ Αὐγούστου, κατά τήν ὁποία ἡ Μεταμόρφωσις ἑορτάζεται, μέχρι τῆς ιδ΄ Σεπτεμβρίου, κατά τήν ὁποία ἡ Ὕψωσι τοῦ Σταυροῦ ἑορτάζεται, καί οὔτε παραπάνω, οὔτε παρακάτω; Βέβαια κανένας.
Γνωρίζω, ὅτι ὁ Ἀθηνῶν Μελέτιος στόν α΄ τόμο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας λέει, πώς μεταμορφώθηκε ὁ Κύριος κατά τήν στ΄ τοῦ Αὐγούστου, ἀλλ’ ἔπρεπε νά φέρη καί κάποιον μάρτυρα τῶν λόγων του, καί ὄχι νά μᾶς λέη ἀδέσποτα καί ἀμάρτυρα. Ὅτι ὑποθετικά στά μέσα τοῦ Ἀπριλίου βάδιζε ὁ Ἰησοῦς στήν Γαλιλαία καί ὅτι στήν ἀρχή τοῦ Μαΐου ἐξῆλθε ἀπό τήν Γαλιλαία, καί στίς τόσες τοῦ μηνός, καί τήν τάδε ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας ἔκανε ἐκεῖνο τό θαῦμα καί στήν ἄλλη τό ἄλλο. Πρᾶγμα πού καί Ἀπόστολος καί μαθητής τοῦ Κυρίου νά ἦταν κάποιος, αὐτόπτης καί αὐτήκοος τῶν θαυμάτων καί λόγων τοῦ Κυρίου, μέ τόση λεπτολογία καί ἀκρίβεια δέν μποροῦσε νά τά γράψη. Γι’ αὐτό ἀπορῶ πῶς μπορεῖ κανείς νά πιστέψη αὐτά πού εἶναι τόσο ἀμάρτυρα καί ἀβέβαια. Ἐάν ὅμως κανείς προβάλλη τό δόσιμο τοῦ δίδραχμου, τό ὁποῖο ἀναφέρει ὁ Ματθαῖος μετά τήν Μεταμόρφωσι, ὅτι αὐτό τό ἔδιναν κατά τόν μῆνα Τισρί, δηλαδή κατά τόν Σεπτέμβριο, καί ἀπό αὐτό συμπεραίνει, ὅτι ἡ Μεταμόρφωσι ἔγινε κατά τήν στ΄ Αὐγούστου, ἀποκρινόμαστε, ὅτι δέν ὁμιλεῖ σωστά. Διότι, τά μέν βασιλικά καί ἐξωτερικά τέλη καί δοσίματα, αὐτά συγκεντρώνονταν κατά τόν Σεπτέμβριο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρχή τοῦ πολιτικοῦ ἔτους. Ἐνῶ τά δίδραχμα, ἐπειδή ἦταν δόσιμο ἱερατικό, συγκεντρώνονταν κατά τόν Μάρτιο, πού εἶναι ἀρχή νομική τοῦ χρόνου, δηλαδή σύμφωνα μέ τόν νόμο τοῦ Μωσέως. Τό ὅτι ὅμως τό δίδραχμο ἦταν ἱερατικό δόσιμο καί δινόταν στούς Ἱερεῖς, τό μαρτυρεῖ ἡ θεία Γραφή λέγοντας· «Καί ἔδωκε Μωυσῆς τά λύτρα τῶν πλεοναζόντων (πού ἦταν τά δίδραχμα) Ἀαρών καί τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ διά φωνῆς Κυρίου, ὅν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ» (Ἀριθ. 3,51).
Ἐάν ὅμως κανείς προβάλλη τόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ καί πῆ· πῶς στό ἔνατο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του τοποθετεῖ τήν Μεταμόρφωσι καί ὄχι ἀργότερα; Ἀπαντοῦμε, ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής αὐτός πρωθύστερα συνηθίζει νά γράφη τά πράγματα, δηλαδή, αὐτά, πού πρόκειται νά γίνουν ἀργότερα, τά γράφει προηγουμένως, πρίν γίνουν. Ἔτσι τήν φιλοξενία στήν Βηθανία στήν οἰκία τοῦ Φαρισαίου, δηλαδή Σίμωνα τοῦ λεπροῦ, αὐτός τήν ἀναφέρει νωρίτερα, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί. (Καί βλέπε σελ. 54 τῆς νεοτύπωτης Ἑκατονταετηρίδας). Ἔτσι ἀμέσως σχεδόν ἀπό τήν κατάβασι τοῦ Σαραντάριου ὄρους γράφει, ὅτι εἰσῆλθε ὁ Κύριος στήν συναγωγή καί «ἀνέστη ἀναγνῶναι», πρᾶγμα τό ὁποῖο ἔγινε κατά τό δεύτερο ἔτος τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος τοῦ Κυρίου, κατά τόν συγγραφέα τῆς ἴδιας Ἑκατονταετηρίδας κύριο Εὐγένιο (σελ. 45). Ἔτσι λοιπόν καί τήν Μεταμόρφωσι, πού ἔπρεπε νά τήν γράψη στά τελευταῖα κεφάλαια τοῦ Εὐαγγελίου του, τήν ἔγραψε νωρίτερα.
Ἐάν ὅμως ἀπορῆ κανείς, γιατί καθημερινά στίς ὧρες λέγεται τό κοντάκιο τῆς Μεταμορφώσεως καί ὄχι κάποιας ἄλλης ἑορτῆς; Λύνοντας λοιπόν τήν ἀπορία λέμε, ὅτι ἐπειδή καί ἡ ἑορτή αὐτή τῆς Μεταμορφώσεως εἶναι ἑορτή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος· διότι, ὅπως οἱ Ἀπόστολοι ἔβλεπαν τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ στήν Μεταμόρφωσι, ἔτσι καί οἱ μακάριοι στόν μέλλοντα αἰῶνα θά βλέπουν τήν ἴδια δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὑψηγορεῖ ὁ ἀρεοπαγίτης Διονύσιος στό πρῶτο κεφάλαιο περί θείων ὀνομάτων· γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία, θέλοντας νά ἔχουν πάντοτε οἱ Χριστιανοί στήν μνήμη τους τήν δόξα ἐκείνη, πού θά ἀπολαύσουν, ὥρισε νά λένε καθημερινά τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς αὐτῆς, ὥστε μέ τήν συνεχῆ ὑπόμνησι, νά τούς παρακινήση πρός τόν πόθο καί ἔρωτα τῆς μέλλουσας δόξας. Ὅπως, γιά παράδειγμα, καί ὁ ἀθλοθέτης δείχνοντας τόν στέφανο στόν ἀθλητή, χαροποιεῖ τήν καρδιά του καί τόν ἐνδυναμώνει, γιά νά ἀθλήση νόμιμα καί καρτερικά, γιά νά κερδίση τέτοιον ὡραῖο καί πολύτιμο στέφανο, ἔτσι καί ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, προθέτοντας καί δείχνοντας στούς ἀθλητές τῆς εὐσεβείας Χριστιανούς τόν στέφανο τῆς θείας δόξας, πού θά ἀπολαύσουν, τούς χαροποιεῖ καί τούς ἐνδυναμώνει στό νά ἀθλήσουν ἀνδρεῖα, γιά νά ἀξιωθοῦν τέτοιου περικαλλέστατου καί ὡραιότατου στεφάνου τῆς ἀκηράτου μακαριότητας.
[2] Σημείωσε, ὅτι στήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως Λόγους ἔπλεξαν, ὁ Χρυσόστομος τέσσερις. Ἀπό τούς ὁποίους ἡ μέν ἀρχή τοῦ ἑνός εἶναι αὐτή· «Ἀμήν Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι εἰσί τινες». Τοῦ δέ ἄλλου, αὐτή· «Δεῦτε φιλέορτοι καί τήμερον». Τοῦ δέ τρίτου αὐτή· «Ἐπειδή πολλά περί κινδύνων». Τοῦ δέ τετάρτου αὐτή· «Εἴ τις ὑμῖν, ὦ θεόλεκτον ἄθροισμα». Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Δεῦτε πανηγυρίσωμεν σήμερον». Ὁ Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὅσοι τῇ κενώσει τοῦ λόγου». Ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δύο, ἀπό τούς ὁποίους, τοῦ μέν ἑνός ἡ ἀρχή εἶναι αὐτή· «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς καί θαυμάζομεν», ἐνῶ τοῦ ἄλλου αὐτή· «Ἠσαΐας ὁ Προφήτης, περί τοῦ Εὐαγγελίου». Ἐφραίμ ὁ Σύρος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἐκ τῆς χώρας θέρους χαρμονή». Ὁ Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης λόγο ἐξεφώνησε ἐπάνω σ’ αὐτό τό Θαβώριο ὄρος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὡς φοβερός ὁ τόπος οὗτος· συνεξιστάμενος κἀγώ». (Σῴζονται οἱ ἀνωτέρω στήν Λαύρα, στό Κοινόβιο τοῦ Διονυσίου καί στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί τοῦ Παντοκράτορος). Ὁ Νικηφόρος Χοῦμνος ὁ ἐπί τοῦ Κανικλίου. (Σῴζεται στήν τοῦ Παντοκράτορος). Ὁ Μακάριος ὁ χρυσοκέφαλος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Θεός Κύριος ἐπ’ Ὄρους ἐπέφανε». (Σῴζεται στό τυπωμένο βιβλίο τοῦ ἴδιου). Βρίσκονται ἀκόμη στήν Μονή τοῦ Παντοκράτορος καί ὀκτώηχοι Κανόνες στήν Μεταμόρφωσι, συνταχθέντες ἀπό τόν Ματθαῖο τόν Καμαριώτη. Ἀλλά καί ὁ Ἀθανάσιος καί ὁ Πρόκλος καί ὁ Ἀντίοχος λόγους ἔχουν στήν Μεταμόρφωσι (στήν Ἱερή Τελετουργία, τήν νεοτύπωτη). Στήν δέ Λαύρα σώζεται καί Λόγος τοῦ Τιμοθέου Πρεσβυτέρου Ἀντιοχείας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Πολλοῖς καί διαφόροις ὅπλοις». Τόν δέ ἀνωτέρω λόγο, πού ἀναφέρεται ὡς τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Δεῦτε φιλέορτοι καί τήμερον», αὐτόν, λέω, πολλοί θέλουν, νά εἶναι πόνημα τοῦ Ἁγίου Πρόκλου.


Login