6 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

+ Κα­τά τήν ἕ­κτη τοῦ Αὐ­γού­στου μη­νό­ς[1] τήν ἀ­νά­μνη­σι τῆς θεί­ας Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου καί Θε­οῦ καί Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἡ Ἁ­γί­α τοῦ Θε­οῦ Ἐκ­κλη­σί­α ἑορτάζει μέ με­γά­λη χα­ρά. Ἡ δέ αἰ­τί­α τῆς ἑ­ορ­τῆς αὐ­τῆς εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς· Ὁ Κύ­ριός μας Χρι­στός πολ­λές φο­ρές προ­εῖ­πε στούς Ἁ­γί­ους του μα­θη­τές γι­ά τούς κιν­δύ­νους καί τά πά­θη καί τόν θά­να­το, ­πού αὐ­τός ἐ­πρό­κει­το νά δε­χθῆ. Πα­ρό­μοι­α καί γι­ά τίς σφα­γές καί τόν θά­να­το τῶν μα­θη­τῶν του. Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ μέν κίν­δυ­νοι καί τά δει­νά ἦ­ταν πρό­χει­ρα καί στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή, ἐ­νῶ τά ἀ­γα­θά, ­πού ἐ­πρό­κει­το νά δε­χθοῦν, ἦ­ταν με­τά ἀ­πό αὐ­τά καί ἐλ­πι­ζό­με­να, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν θέ­λη­σε ὁ Κύ­ριος νά πλη­ρο­φο­ρή­ση τούς μα­θη­τές του καί μέ τούς ἴ­διους τούς ὀ­φθαλ­μούς τους, ποι­ά καί πό­ση εἶ­ναι ἡ δό­ξα ἐ­κεί­νη, μέ τήν ὁ­ποί­α θά ἔλ­θη κα­τά τήν κοι­νή ἀ­νά­στα­σι, τήν ὁ­ποί­α καί αὐ­τοί θά ἀ­πο­λαύ­σουν. Γι’ αὐ­τό τούς ἀ­νε­βά­ζει ἐ­πά­νω σέ ὄ­ρος ὑ­ψη­λό κα­τ’ ἰ­δί­αν καί με­τα­μορ­φώ­θη­κε ἐ­νώ­πιον αὐ­τῶν, καί «ἔ­λαμ­ψε τό πρό­σω­πον αὐ­τοῦ ὡς ὁ ἥ­λιος, τά δέ ἱ­μά­τια αὐ­τοῦ» ἔ­γι­ναν ἄ­σπρα σάν τό φῶς. Φά­νη­κε ἀ­κό­μη σ’ αὐ­τούς ὁ Μω­υ­σῆς καί Ἠ­λί­ας, συ­νο­μι­λῶν­τας μέ τόν Χρι­στό. Ἔ­λα­βε τρεῖς μό­νους Ἀ­πο­στό­λους, ὡς πρό­κρι­τους καί ἀνώτερους. Δι­ό­τι ὁ μέν Πέ­τρος προ­ε­κρί­θη, ἐ­πει­δή ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τόν Χρι­στό. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ἐ­πει­δή τόν ἀ­γα­ποῦ­σε ὁ Χρι­στός. Ὁ δέ Ἰ­ά­κω­βος, ἐ­πει­δή μπο­ροῦ­σε νά πι­ῆ τό πο­τή­ρι τοῦ θα­νά­του, τό ὁ­ποῖ­ο καί ὁ Κύ­ριος ἤ­πι­ε. Ἔ­φε­ρε ἀ­κό­μη στό μέ­σο τους τόν Μω­υ­σῆ καί τόν Ἠ­λί­α, γι­ά νά δι­ορ­θώ­ση τίς σφα­λε­ρές ὑ­πο­ψί­ες, ­πού εἶ­χαν οἱ πολ­λοί γι’ αὐ­τόν. Δι­ό­τι ἄλ­λοι ἔλ­ε­γαν γιά τόν Κύ­ριο, πώς εἶ­ναι ὁ Ἠ­λί­ας. Ἄλ­λοι πώς εἶ­ναι ὁ Ἱ­ε­ρε­μί­ας. Γι’ αὐ­τό λοι­πόν πα­ρου­σί­α­σε στό Θα­βώρ τούς πρώ­τους καί κο­ρυ­φαί­ους Προ­φῆ­τες, γι­ά νά γνω­ρί­σουν οἱ μα­θη­τές, καί μέ­σῳ τῶν μα­θη­τῶν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι, πό­ση δι­α­φο­ρά ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα στόν Χρι­στό καί τούς Προ­φῆ­τες. Δι­ό­τι ὁ μέν Χρι­στός, εἶ­ναι Κύ­ριος, ἐ­νῶ οἱ Προ­φῆ­τες εἶ­ναι δοῦ­λοι. Καί γιά νά μά­θουν, ὅ­τι ὁ Κύ­ριος ἔ­χει τήν ἐ­ξου­σί­α τοῦ θα­νά­του καί τῆς ζω­ῆς. Γι’ αὐ­τό ἀ­πό μέν τούς νε­κρούς ἔ­φε­ρε τόν Μω­υ­σῆ. Ἐ­νῶ ἀ­πό τούς ζων­τα­νούς ἔ­φε­ρε τόν Ἠ­λί­α. (Βλέ­πε στόν Θη­σαυ­ρό τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ καί στόν Μα­κά­ριο Κω­φό[2]).



[1]   Ἐ­πει­δή ὁ λό­γος ἐ­δῶ ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν Με­τα­μόρ­φω­σι, ἀ­να­φέ­ρου­με χά­ρι τῶν φι­λο­λό­γων, γιά τό πό­τε ἔ­γι­νε ἡ ἑ­ορ­τή αὐ­τή. Καί λέ­με, ὅ­τι σύμ­φω­να μέ τόν Και­σα­ρεί­ας Εὐ­σέ­βιο (πα­ρά Κο­ρεσ­σί­ῳ) καί τούς πε­ρισ­σό­τε­ρους δι­δα­σκά­λους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ Με­τα­μόρ­φω­σι ἔ­γι­νε πρίν ἀ­πό τό Πά­θος σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες· συμ­φω­νεῖ σ’ αὐ­τό καί ὁ πε­ζο­γρά­φος Δα­μα­σκη­νός στόν λό­γο στήν Με­τα­μόρ­φω­σι, δη­λα­δή αὐ­τή ἔ­γι­νε κα­τά τόν Φε­βρουά­ριο μῆ­να, καί ὄ­χι κα­τά τόν Αὔ­γου­στο, ὅ­πως τώ­ρα ἑ­ορ­τά­ζε­ται. Τό ὅ­τι λοι­πόν αὐ­τή ἡ γνώ­μη εἶ­ναι ἡ μᾶλ­λον πι­θα­νώ­τε­ρη καί γε­νι­κώ­τε­ρη τῆς τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας, δι­α­βε­βαι­ώ­νε­ται ἀ­πό τά ἀ­κό­λου­θα.

A΄. Δι­ό­τι ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ματ­θαῖ­ος, ὁ αὐ­τό­πτης καί αὐ­τή­κο­ος μα­θη­τής καί Ἀ­πό­στο­λος τοῦ Κυ­ρί­ου, λέ­ει, ὅ­τι ὁ Κύ­ριος πρίν ἀ­κό­μη νά με­τα­μορ­φω­θῆ, ἔ­λε­γε πρός τούς μα­θη­τές του τά ἑ­ξῆς· «Ἀ­πό τό­τε ἤρ­ξα­το ὁ Ἰ­η­σοῦς δει­κνύ­ειν τοῖς μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ, ὅ­τι δεῖ αὐ­τόν ἀ­πελ­θεῖν εἰς Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, καί πολ­λά πα­θεῖν ἀ­πό τῶν πρε­σβυ­τέ­ρων καί ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, καί γραμ­μα­τέ­ων, καί ἀ­πο­κταν­θῆ­ναι, καί τῇ τρί­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ ἐγερθῆναι» (Ματθ. 16,21). Ἀ­πό τά λό­για λοι­πόν αὐ­τά συμ­πε­ραί­νε­ται, ὅ­τι κον­τά στό Πά­θος ἔ­γι­νε ἡ Με­τα­μόρ­φω­σι.

 B΄. Δι­ό­τι κα­τά τήν σει­ρά καί τήν τά­ξι τῶν κε­φα­λαί­ων τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ματ­θαί­ου κον­τά στό Πά­θος ἔ­γι­νε ἡ Με­τα­μόρ­φω­σις. Ἐ­πει­δή δι­η­γού­με­νος ὁ ἀ­νω­τέ­ρω Ματ­θαῖ­ος τήν θεί­α Με­τα­μόρ­φω­σι στό 17ο κε­φά­λαι­ο, με­τά τρί­α μό­να κε­φά­λαι­α, ἀ­μέ­σως ἀ­να­φέ­ρει τά Βα­ΐ­α, δη­λα­δή στό 21ο κε­φά­λαι­ο.

 Γ΄. Ἐ­πει­δή καί ὁ πε­ρι­ώ­νυ­μος δι­δά­σκα­λος Ἰ­ω­σήφ ὁ Βρυ­έν­νιος λέ­ει ὅ­τι τήν ἄ­νοι­ξι ἔ­γι­νε ἡ Με­τα­μόρ­φω­σι (σελ. 18 τοῦ γ΄ τό­μου), κον­τά δη­λα­δή στό Πά­θος, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε κα­τά τήν ἐ­α­ρι­νή ἰ­ση­με­ρί­α κα­τά τήν 23η Μαρ­τί­ου.

 Κα­τά τόν Φε­βρουά­ριο λοι­πόν ἔ­γι­νε ἡ Με­τα­μόρ­φω­σι, με­τα­τέ­θη­κε ὅ­μως αὐ­τή καί ἑ­ορ­τά­ζε­ται κα­τά τόν Αὔ­γου­στο μῆ­να· A΄. Δι­ό­τι ἡ Με­τα­μόρ­φω­σι, ἐ­πει­δή ἔ­γι­νε, ὅ­πως εἴ­πα­με, πρίν σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες ἀ­πό τό Πά­θος, γι’ αὐ­τό συ­νέ­βαι­νε νά πέ­φτη μέ­σα στήν με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή. Καί κα­τό­πιν ὡς ἑ­ορ­τή, πού φα­νερ­ώ­νει τόν μέλ­λον­τα αἰ­ῶ­να, ἔ­πρε­πε νά ἑ­ορ­τά­ζε­ται ὀ­κτώ συ­νε­χό­με­νες ἡ­μέ­ρες. Αὐ­τό ὅ­μως ἦ­ταν ἀ­νάρ­μο­στο νά γί­νε­ται τόν και­ρό τῆς νη­στεί­ας τῆς ἁ­γί­ας Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ἐ­πει­δή εἶ­ναι πεν­θι­κή καί μᾶς δεί­χνει τόν πα­ρόν­τα βί­ο τῆς ­τα­λαι­πω­ρίας. B΄. Με­τα­τέ­θη­κε στόν Αὔ­γου­στο, καί ὄ­χι σέ ἄλ­λον μῆ­να, γι­ά τήν ἑ­ξῆς αἰ­τί­α· Καί πρό­σε­ξε σο­φί­α καί σύ­νε­σι τῶν θεί­ων Πα­τέ­ρων, οἱ ὁ­ποῖ­οι τά θεῖ­α σω­στά τά δι­έ­τα­ξαν. Ἐ­πει­δή, ὅ­πως εἴ­πα­με, ἡ Με­τα­μόρ­φω­σι ἔ­γι­νε σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες πρίν ἀ­πό τό Πά­θος καί τόν Σταυ­ρό, ἡ δέ Ὕ­ψω­σι τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ ἑ­ορ­τά­ζε­ται τήν ιδ΄ τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου καί ἔ­χει τά δ­ι­και­ώ­μα­τα τοῦ Σταυ­ροῦ καί τοῦ Πά­θους τοῦ Κυ­ρί­ου, γι’ αὐ­τό οἱ θεῖ­οι Πα­τέ­ρες, ἀ­φοῦ ὑ­πο­λό­γι­σαν πρίν ἀ­πό τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, δι­έ­τα­ξαν νά ἑ­ορ­τά­ζε­ται ἡ θεί­α Με­τα­μόρ­φω­σις κα­τά τήν στ΄ τοῦ Αὐ­γού­στου. Δι­ό­τι ἀ­πό τήν στ΄ Αὐ­γού­στου ἕ­ως τήν ιδ΄ Σε­πτεμ­βρί­ου σα­ράν­τα ὁ­λό­κλη­ρες ἡ­μέ­ρες συμ­πο­σοῦν­ται καί οὔ­τε πα­ρα­πά­νω, οὔ­τε πα­ρα­κά­τω.

Ὥ­ρι­σαν ἀ­κό­μη οἱ αὐ­τοί θεῖ­οι Πα­τέ­ρες, νά ψάλ­λων­ται στήν ἑ­ορ­τή τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως καί Κα­τα­βα­σί­ες, ὄ­χι οἱ εἱρ­μοί τῆς ἴ­διας ἑ­ορ­τῆς, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται νά γί­νε­ται στίς ὑ­πό­λοι­πες Δε­σπο­τι­κές ἑ­ορ­τές, ὅ­πως στήν Χρι­στοῦ Γέν­νη­σι καί στήν Ὑ­πα­παν­τή καί στήν τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων. Τό νά ψάλ­λων­ται δη­λα­δή ὡς Κα­τα­βα­σί­ες οἱ εἱρ­μοί τῶν ἴ­δι­ων ἑ­ορ­τῶν. Ἀλ­λά ὥ­ρι­σαν νά ψάλ­λων­ται σ’ αὐ­τήν ὡς κα­τα­βα­σί­ες οἱ εἱρ­μοί τῆς Ὑ­ψώ­σε­ως τοῦ Σταυ­ροῦ, γι­ά νά δεί­ξουν τήν ἀ­να­φο­ρά καί σχέ­σι ­πού ἔ­χει ἡ Με­τα­μόρ­φω­σις μέ τό Πά­θος καί ἡ στ΄ Αὐ­γού­στου μέ τήν ιδ΄ Σε­πτεμ­βρί­ου, δη­λα­δή μέ τήν Ὕ­ψω­σι τοῦ Σταυ­ροῦ. Γι’ αὐ­τό καί τό πρῶ­το τρο­πά­ριο τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως ἀ­μέ­σως ἀρ­χί­ζει ὡς προ­οί­μιο καί ἀ­να­φέ­ρει τόν Σταυ­ρό λέ­γον­τας τά ἐ­ξῆς· «Πρό τοῦ Σταυ­ροῦ σου Κύ­ρι­ε». Τό ὅ­τι ὅ­μως ὅ­λα αὐ­τά δέν ἔ­γι­ναν κα­τά τύ­χη καί ἀ­πό μό­να τους, οὔ­τε χω­ρίς ­πε­ρι­έρ­γεια καί πα­ρα­τή­ρη­σι, μπο­ρεῖ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε συ­νε­τός νά τό ὁ­μο­λο­γή­ση. Δι­ό­τι ποι­ός μπο­ρεῖ νά ­πῆ, ὅ­τι τυ­χαῖ­α βρέ­θη­καν σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες ἀ­πό τήν στ΄ Αὐ­γού­στου, κα­τά τήν ὁ­ποί­α ἡ Με­τα­μόρ­φω­σις ἑ­ορ­τά­ζε­ται, μέ­χρι τῆς ιδ΄ Σε­πτεμ­βρί­ου, κα­τά τήν ὁ­ποί­α ἡ Ὕ­ψω­σι τοῦ Σταυ­ροῦ ἑ­ορ­τά­ζε­ται, καί οὔ­τε πα­ρα­πά­νω, οὔ­τε πα­ρα­κά­τω; Βέ­βαι­α κα­νέ­νας.

 Γνωρίζω, ὅ­τι ὁ Ἀ­θη­νῶν Με­λέ­τι­ος στόν α΄ τό­μο τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας λέ­ει, πώς με­τα­μορ­φώ­θηκε ὁ Κύ­ρι­ος κα­τά τήν στ΄ τοῦ Αὐ­γού­στου, ἀλλ’ ἔ­πρε­πε νά φέ­ρη καί κάποιον μάρ­τυ­ρα τῶν λό­γων του, καί ὄ­χι νά μᾶς λέ­η ἀ­δέ­σπο­τα καί ἀ­μάρ­τυ­ρα. Ὅ­τι ὑποθετικά στά μέ­σα τοῦ Ἀ­πρι­λί­ου βάδιζε ὁ Ἰ­η­σοῦς στήν Γα­λι­λαί­α καί ὅ­τι στήν ἀρ­χή τοῦ Μα­ΐ­ου ἐ­ξῆλ­θε ἀ­πό τήν Γα­λι­λαί­α, καί στίς τό­σες τοῦ μη­νός, καί τήν τάδε ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νο τό θαῦ­μα καί στήν ἄλλη τό ἄλ­λο. Πρᾶγ­μα ­πού καί Ἀ­πό­στο­λος καί μα­θη­τής τοῦ Κυ­ρί­ου νά ἦταν κάποιος, αὐ­τό­πτης καί αὐ­τή­κο­ος τῶν θαυ­μά­των καί λό­γων τοῦ Κυ­ρί­ου, μέ τό­ση λε­πτο­λο­γί­α καί ἀ­κρί­βει­α δέν μποροῦσε νά τά γρά­ψη. Γι’ αὐτό ἀπορῶ πῶς μπορεῖ κανείς νά πιστέψη αὐτά πού εἶναι τόσο ἀ­μάρ­τυ­ρα καί ἀ­βέ­βαι­α. Ἐάν ὅμως κανείς προ­βά­λλη τό δό­σι­μο τοῦ δί­δραχ­μου, τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ματ­θαῖ­ος με­τά τήν Με­τα­μόρ­φω­σι, ὅ­τι αὐ­τό τό ἔδιναν κα­τά τόν μῆ­να Τισ­ρί, δηλαδή κα­τά τόν Σε­πτέμ­βρι­ο, καί ἀπό αὐτό συμ­πε­ραί­νει, ὅ­τι ἡ Με­τα­μόρ­φω­σι ἔ­γι­νε κατά τήν στ΄ Αὐ­γού­στου, ἀ­πο­κρι­νό­μαστε, ὅ­τι δέν ὁμιλεῖ σωστά. Διότι, τά μέν βα­σι­λι­κά καί ἐ­ξω­τε­ρι­κά τέ­λη καί δο­σί­μα­τα, αὐ­τά συγκεντρώνονταν κα­τά τόν Σε­πτέμ­βρι­ο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρχή τοῦ πολιτικοῦ ἔτους. Ἐνῶ τά δί­δραχ­μα, ἐ­πει­δή ἦταν δό­σι­μο ἱ­ε­ρα­τι­κό, συγκεντρώνονταν κα­τά τόν Μάρ­τι­ο, πού εἶναι ἀρχή νομική τοῦ χρό­νου, δηλαδή σύμφωνα μέ τόν νό­μο τοῦ Μω­σέ­ως. Τό ὅτι ὅμως τό δί­δραχ­μο ἦταν ἱ­ε­ρα­τι­κό δό­σι­μο καί δινόταν στούς Ἱερεῖς, τό μαρ­τυ­ρεῖ ἡ θεί­α Γρα­φή λέ­γοντας· «Καί ἔ­δω­κε Μω­υ­σῆς τά λύ­τρα τῶν πλε­ο­να­ζόν­των (πού ἦταν τά δί­δραχ­μα) Ἀ­α­ρών καί τοῖς υἱ­οῖς αὐ­τοῦ δι­ά φω­νῆς Κυ­ρί­ου, ὅν τρό­πον συ­νέ­τα­ξε Κύ­ρι­ος τῷ Μω­υ­σῇ» (Ἀ­ριθ. 3,51).

Ἐ­άν ὅ­μως κα­νείς προ­βάλ­λη τόν Εὐ­αγ­γε­λι­στή Λου­κᾶ καί πῆ· πῶς στό ἔ­να­το κε­φά­λαι­ο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου του το­πο­θε­τεῖ τήν Με­τα­μόρ­φω­σι καί ὄ­χι ἀρ­γό­τε­ρα; Ἀ­παν­τοῦ­με, ὅ­τι ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής αὐ­τός πρω­θύ­στε­ρα συ­νηθί­ζει νά γρά­φη τά πράγ­μα­τα, δη­λα­δή, αὐ­τά,­ πού πρό­κει­ται νά γί­νουν ἀρ­γό­τε­ρα, τά γρά­φει προ­η­γου­μέ­νως, πρίν γί­νουν. Ἔ­τσι τήν φι­λο­ξε­νί­α στήν Βη­θα­νί­α στήν οἰ­κί­α τοῦ Φα­ρι­σαί­ου, δη­λα­δή Σί­μω­να τοῦ λε­προῦ, αὐ­τός τήν ἀ­να­φέ­ρει νω­ρί­τε­ρα, ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται με­ρι­κοί. (Καί βλέ­πε σελ. 54 τῆς νε­ο­τύ­πω­της Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δας). Ἔ­τσι ἀ­μέ­σως σχε­δόν ἀ­πό τήν κα­τά­βα­σι τοῦ Σα­ραν­τά­ριου ὄ­ρους γρά­φει, ὅ­τι εἰ­σῆλ­θε ὁ Κύ­ριος στήν συ­να­γω­γή καί «ἀ­νέ­στη ἀ­να­γνῶ­ναι», πρᾶγ­μα τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε κα­τά τό δεύ­τε­ρο ἔ­τος τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ κη­ρύγ­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου, κα­τά τόν συγ­γρα­φέ­α τῆς ἴ­διας Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δας κύ­ριο Εὐ­γέ­νιο (σελ. 45). Ἔ­τσι λοι­πόν καί τήν Με­τα­μόρ­φω­σι, πού ἔ­πρε­πε νά τήν γρά­ψη στά τε­λευ­ταῖ­α κε­φά­λαι­α τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου του, τήν ἔ­γρα­ψε νω­ρί­τε­ρα.

Ἐ­άν ὅ­μως ἀ­πο­ρῆ κα­νείς, για­τί κα­θη­με­ρι­νά στίς ὧ­ρες λέ­γε­ται τό κον­τά­κιο τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως καί ὄ­χι κά­ποι­ας ἄλ­λης ἑ­ορ­τῆς; Λύ­νον­τας λοι­πόν τήν ἀ­πο­ρί­α λέ­με, ὅ­τι ἐ­πει­δή καί ἡ ἑ­ορ­τή αὐ­τή τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως εἶ­ναι ἑ­ορ­τή τοῦ μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος· δι­ό­τι, ὅ­πως οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ­ἔ­βλε­παν τήν δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ στήν Με­τα­μόρ­φω­σι, ἔ­τσι καί οἱ μα­κά­ριοι στόν μέλ­λον­τα αἰ­ῶ­να θά βλέ­πουν τήν ἴ­δια δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­πως ὑ­ψη­γο­ρεῖ ὁ ἀ­ρε­ο­πα­γί­της Δι­ο­νύ­σιος στό πρῶ­το κε­φά­λαι­ο πε­ρί θεί­ων ὀ­νο­μά­των· γι’ αὐ­τό ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, θέ­λον­τας νά ἔ­χουν πάν­το­τε οἱ Χρι­στια­νοί στήν μνή­μη τους τήν δό­ξα ἐ­κεί­νη, ­πού θά ἀ­πο­λαύ­σουν, ὥ­ρι­σε νά λέ­νε κα­θη­με­ρι­νά τό κον­τά­κιο τῆς ἑ­ορ­τῆς αὐ­τῆς, ὥ­στε μέ τήν συ­νε­χῆ ὑ­πό­μνη­σι, νά τούς πα­ρα­κι­νή­ση πρός τόν πό­θο καί ἔ­ρω­τα τῆς μέλ­λου­σας δό­ξας. Ὅ­πως, γιά πα­ρά­δειγ­μα, καί ὁ ἀ­θλο­θέ­της δεί­χνον­τας τόν στέ­φα­νο στόν ἀ­θλη­τή, χα­ρο­ποι­εῖ τήν καρ­διά του καί τόν ἐν­δυ­να­μώ­νει, γιά νά ἀ­θλή­ση νό­μι­μα καί καρ­τε­ρι­κά, γι­ά νά κερ­δί­ση τέ­τοι­ον ὡ­ραῖ­ο καί πο­λύ­τι­μο στέ­φα­νο, ἔ­τσι καί ἡ τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­α, προ­θέτ­ον­τας καί δεί­χνον­τας στούς ἀ­θλη­τές τῆς εὐ­σε­βεί­ας Χρι­στια­νούς τόν στέ­φα­νο τῆς θεί­ας δό­ξας, ­πού θά ἀ­πο­λαύ­σουν, τούς χα­ρο­ποι­εῖ καί τούς ἐν­δυ­να­μώ­νει στό νά ἀ­θλή­σουν ἀν­δρεῖ­α, γι­ά νά ἀ­ξι­ω­θοῦν τέ­τοι­ου πε­ρι­καλ­λέ­στα­του καί ὡ­ραι­ό­τα­του στε­φά­νου τῆς ἀ­κη­ρά­του μα­κα­ρι­ό­τη­τας.

[2]   Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στήν ἑ­ορ­τή τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως Λό­γους ἔ­πλε­ξαν, ὁ Χρυ­σό­στο­μος τέσ­σε­ρις. Ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ἡ μέν ἀρ­χή τοῦ ἑ­νός εἶ­ναι αὐ­τή· «Ἀ­μήν Ἀ­μήν λέ­γω ὑ­μῖν, ὅ­τι εἰ­σί τι­νες». Τοῦ δέ ἄλ­λου, αὐ­τή· «Δεῦ­τε φι­λέ­ορ­τοι καί τή­με­ρον». Τοῦ δέ τρί­του αὐ­τή· «Ἐ­πει­δή πολ­λά πε­ρί κιν­δύ­νων». Τοῦ δέ τε­τάρ­του αὐ­τή· «Εἴ τις ὑ­μῖν, ὦ θε­ό­λε­κτον ἄ­θροι­σμα». Ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Δα­μα­σκη­νός, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Δεῦ­τε πα­νη­γυ­ρί­σω­μεν σή­με­ρον». Ὁ Ἀν­δρέ­ας ὁ Κρή­της, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ὅ­σοι τῇ κε­νώ­σει τοῦ λό­γου». Ὁ Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς δύ­ο, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους, τοῦ μέν ἑ­νός ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι αὐ­τή· «Ἐ­παι­νοῦ­μεν καί ἡ­μεῖς καί θαυ­μά­ζο­μεν», ἐ­νῶ τοῦ ἄλ­λου αὐ­τή· «Ἠ­σα­ΐ­ας ὁ Προ­φή­της, πε­ρί τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου». Ἐ­φραίμ ὁ Σύ­ρος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἐκ τῆς χώ­ρας θέ­ρους χαρ­μο­νή». Ὁ Ἀ­να­στά­σιος ὁ Σι­να­ΐ­της λό­γο ἐ­ξε­φώ­νη­σε ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τό τό Θα­βώ­ριο ὄ­ρος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ὡς φο­βε­ρός ὁ τό­πος οὗ­τος· συ­νε­ξι­στά­με­νος κἀ­γώ». (Σῴ­ζον­ται οἱ ἀ­νω­τέ­ρω στήν Λαύ­ρα, στό Κοι­νό­βιο τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου καί στήν Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος). Ὁ Νι­κη­φό­ρος Χοῦ­μνος ὁ ἐ­πί τοῦ Κα­νι­κλί­ου. (Σῴ­ζε­ται στήν τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος). Ὁ Μα­κά­ριος ὁ χρυ­σο­κέ­φα­λος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Θε­ός Κύ­ριος ἐ­π’ Ὄ­ρους ἐ­πέ­φα­νε». (Σῴ­ζε­ται στό τυ­πω­μέ­νο βι­βλί­ο τοῦ ἴ­διου). Βρί­σκον­ται ἀ­κό­μη στήν Μο­νή τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος καί ὀ­κτώ­η­χοι Κα­νό­νες στήν Με­τα­μόρ­φω­σι, συν­ταχθέντες ἀ­πό τόν Ματ­θαῖ­ο τόν Κα­μα­ρι­ώ­τη. Ἀλ­λά καί ὁ Ἀ­θα­νά­σιος καί ὁ Πρό­κλος καί ὁ Ἀν­τί­ο­χος λό­γους ἔ­χουν στήν Με­τα­μόρ­φω­σι (στήν Ἱ­ε­ρή Τε­λε­τουρ­γί­α, τήν νε­ο­τύ­πω­τη). Στήν δέ Λαύ­ρα σώζεται καί Λό­γος τοῦ Τι­μο­θέ­ου Πρε­σβυ­τέ­ρου Ἀν­τι­ο­χεί­ας, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Πολ­λοῖς καί δι­α­φό­ροις ὅ­πλοις». Τόν δέ ἀ­νω­τέ­ρω λό­γο, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται ὡς τοῦ Χρυ­σο­στό­μου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Δεῦ­τε φι­λέ­ορ­τοι καί τή­με­ρον», αὐ­τόν, λέ­ω, πολ­λοί θέ­λουν, νά εἶ­ναι πό­νη­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Πρό­κλου.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης