7 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΓΙΟΥ, ΒΑΚΧΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ

 Τῷ αὐτῷ μηνί Ζ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Σεργίου καί Βάκχου.

 Χαλκά σά νεῦρα Βάκχε πρός νεύρων βίαν,

Καί πρός ξίφος Σέργιε πῦρ σή καρδία.

Σέργιον ἑβδομάτῃ ξίφος ἔκτανε, νεῦρα δέ Βάκχον

 Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Μα­ξι­μια­νοῦ κα­τά τό ἔ­τος 296, ἀ­πό τήν πα­λαι­ά Ρώ­μη κα­τα­γό­με­νοι καί οἱ δύ­ο. Καί ὁ μέν Σέρ­γιος ἦ­ταν Πριμ­μι­κή­ριος, (δη­λα­δή ὁ πρό­κρι­τος, ὁ πρω­τέ­γρα­φος) τῆς σχο­λῆς τῶν Κεν­τη­λί­ων, ὁ δέ Βάκ­χος, ἦ­ταν σε­κουν­δι­κή­ριος (δευ­τε­ρό­κρι­τος). Ἐ­πει­δή συ­κο­φαν­τή­θη­καν στόν αὐ­το­κά­το­ρα ὡς Χρι­στια­νοί, γι’ αὐ­τό ὡδη-γή­θη­καν στό βα­σι­λι­κό βῆ­μα καί ὡμολό­γη­σαν μέ θάρ­ρος τόν Χρι­στό. Τό­τε ἀρ­χι­κά τούς ἀ­φαι­ροῦν­ται τά δι­α­κρι­τι­κά ση­μεῖ­α τῶν ἀ­ξι­ω­μά­των τους, πού φο­ροῦ­σαν. Ἔ­πει­τα, γιά νά τούς προσβάλουν τούς ἔντυσαν γυναικεῖα φορέματα καί, ἀφοῦ ἔλαβαν σιδηρένιες ἁλυσίδες στόν λαι­μό, δι­α­πομ­πεύ­ον­ται μέ τέ­τοι­α ἐν­δυ­μα­σί­α μέ­σα σέ ὅ­λη τήν ἀ­γο­ρά. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­καν στόν αὐ­το­κρά­το­ρα καί ἀ­φοῦ τόν κα­τέ­πλη­ξαν μέ τήν δύ­να­μι τῶν θεί­ων λό­γων τους στέλ­νον­ται ἀ­πό τήν Ρώ­μη στήν πό­λι τῶν Εὐ­φρα­τη­σί­ων πρός τόν δοῦ­κα τῆς Ἀ­να­το­λῆς Ἀν­τί­ο­χο, γιά νά τούς βα­σα­νί­ση ἐ­κεῖ­νος, ὡς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­σπλαγ­χνος καί ὠ­μός πού ἦ­ταν. Ἐ­πει­δή ὅ­μως καί σέ ἐ­κεῖ­νον, ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­σθη­καν οἱ Ἅ­γιοι, δέν νι­κή­θη­καν, οὔ­τε ἀ­πό τίς κο­λα­κεῖ­ες, οὔ­τε ἀ­πό τίς ἀ­πει­λές τοῦ τυ­ράν­νου, γι’ αὐ­τό ὁ μέν Σέρ­γιος πα­ρα­δί­νε­ται σέ ἀ­σφα­λῆ φυ­λά­κι­σι, ἐ­νῷ ὁ μα­κά­ριος Βάκ­χος δέρ­νε­ται ἀ­νε­λέ­η­τα μέ ὠ­μά βού­νευ­ρα. Καί, ἐ­πει­δή ἐ­δά­ρη γιά πολ­λή ὥ­ρα, μέ­σα σ’ αὐ­τά τά βα­σα­νι­στή­ρια πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ.

Στήν συ­νέ­χεια ἀ­πο­φυ­λα­κί­ζε­ται ὁ Σέρ­γιος καί μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους βα­σα­νί­ζε­ται. Δη­λα­δή καρ­φώ­νε­ται στά πό­δια μέ σι­δε­ρέ­νια ὑ­πο­δή­μα­τα, καί μέ αὐ­τά ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά τρέ­χη. Ἔ­πει­τα πά­λι φυ­λα­κί­ζε­ται καί ἀ­φοῦ καρ­φώ­θη­κε πά­λι μέ τά ἴ­δια σι­δε­ρέ­νια ὑ­πο­δή­μα­τα, ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά ἐ­πι­στρέ­ψη πί­σω στό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο καί ἦλ­θε, καί τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πο­κε­φα­λί­ζε­ται. Καί ἔ­τσι λαμ­βά­νουν καί οἱ δύ­ο τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Τά τί­μια λεί­ψα­νά τους ἀ­πο­θη­σαυ­ρί­σθη­καν μέ τι­μή ἀ­πό τούς Χρι­στια­νούς σ’ ἐ­κεῖ­νον τόν ἴ­διο τό­πο, ὅ­που ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε ὁ Μάρ­τυς Σέρ­γιος. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πό πολ­λά χρό­νια κτί­σθη­κε καί Να­ός στό ὄ­νο­μά τους ἀ­πό με­ρι­κούς  Ἐ­πι­σκό­πους. (Τόν κα­τά πλά­τος Βί­ο τους βλέ­πε στόν N­έ­ο Πα­ρά­δει­σο[1]).

    Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Πολυχρονίου.

 Κτείνουσι πολλά Πολυχρόνιον ξίφη,

Πρός τά ξίφη δέ, λήψεται καί τά στέφη.

 

 Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν ἐ­παρ­χί­α πού λέ­γε­ται τοῦ Γαμ­φα­νί­τη. Ὁ πα­τέ­ρας του ὠ­νο­μα­ζό­ταν Βαρ­δά­νιος, γε­ωρ­γός ὄν­τας στήν τέ­χνη. Ἀ­πό τήν παι­δι­κή ἡ­λι­κί­α πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα του νά μα­θαί­νη τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα. Μά­λι­στα τό­ση με­γά­λη σύ­νε­σι καί φρο­νι­μά­δα καί ἐγ­κρά­τεια εἶ­χε ὁ ἀ­οί­δι­μος ἀ­πό τήν παι­δι­κή του ἀ­κό­μη ἡ­λι­κί­α, ὥ­στε ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά λά­βη καί χά­ρι ἀ­πό τόν Θε­ό. Ὄν­τας λοι­πόν τό νε­ρό μα­κριά ἀ­πό τήν πό­λι καί ἐ­πει­δή αὐ­τό προ­ξε­νοῦ­σε κό­πο σ’ αὐ­τόν καί στούς ἄλ­λους συμ­πα­τρι­ῶ­τες του,  προ­σευ­χή­θη­κε γι’ αὐ­τό πρός τόν Θε­ό, καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­νέ­βλυ­σε πα­ρα­δό­ξως πη­γή νε­ροῦ κον­τά στό σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα του. Ὅ­ταν πά­λι ἔ­φθα­σε στήν ἀν­δρι­κή ἡ­λι­κί­α, ἕ­νω­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ ἐρ­γά­τες ἀν­θρώ­πους. Καί μα­ζί μέ αὐ­τούς πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Ἐρ­γα­ζό­με­νος μέ αὐ­τούς στά ἀμ­πέ­λια, σέ δύ­ο ἡ­μέ­ρες ἤ τρεῖς ἔ­τρω­γε μί­α φο­ρά. Ὁ νοι­κο­κύ­ρης τῶν ἀμ­πε­λώ­νων, βλέ­πον­τάς τον καί θαυ­μά­ζον­τας τόν ἐργάτη τοῦ Θε­οῦ, ντρά­πηκε τήν ἀ­ρε­τή του. Τό­τε ἀ­φοῦ τοῦ ἔ­δω­σε ἀρ­κε­τά χρή­μα­τα, τόν ἀ­πέ­στει­λε λέ­γον­τας· «Πή­γαι­νε στήν πα­τρί­δα σου, ἄν­θρω­πε τοῦ Θε­οῦ, καί προ­σεύ­χου γιά μέ­να». Ἀ­πό τήν πί­στι καί εὐ­λά­βεια ὅ­μως πού τοῦ εἶ­χε, κρά­τη­σε τό δι­κέλ­λι του, τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­νήρ­γη­σε πολ­λά θαύ­μα­τα.

Παίρ­νον­τας τά χρή­μα­τα ὁ δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­κτι­σε μέ αὐ­τά μί­α Ἐκ­κλη­σί­α καί σ’ αὐ­τήν βρι­σκό­ταν. Ὅ­ταν συγ­κρο­τή­θη­κε στήν Νί­και­α ἡ ἁ­γί­α καί Οἰ­κου­με­νι­κή Πρώ­τη Σύ­νο­δος κα­τά τό ἔ­τος 325, βρέ­θη­κε καί αὐ­τός σ’ αὐ­τήν καί ἔ­γι­νε ὑ­πέρ­μα­χος τῆς εὐ­σε­βεί­ας. Ἀ­να­γνώ­στης δέ ὄν­τας προ­η­γου­μέ­νως, δέ­χθη­κε ὕ­στε­ρα καί τό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ Δι­α­κό­νου καί Πρε­σβυ­τέ­ρου. Ἀ­φοῦ ὁ μέ­γας ἀ­νά­με­σα στούς βα­σι­λεῖς Κων­σταν­τῖ­νος πέ­θα­νε, ἁ­πλώ­θη­κε πο­λύ ἡ αἵ­ρε­σις τοῦ Ἀ­ρεί­ου. Τό­τε αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος, κρα­τῶν­τας στα­θε­ρά τήν εὐ­σε­βῆ πί­στι, φρόν­τι­ζε πάν­το­τε νά τήν αὐ­ξά­νη καί νά τήν στε­ρε­ώ­νη. Ὁ­πό­τε οἱ κα­κό­δο­ξοι Ἀ­ρεια­νοί βλέ­πον­τάς τον ἔ­λει­ω­ναν ἀ­πό τόν φθό­νο τους. Γι’ αὐ­τό σέ μιά μέ­ρα, πού τόν βρῆ­καν νά λει­τουρ­γῆ καί νά στέ­κε­ται μπρο­στά στό Ἅ­γιο Θυ­σι­α­στή­ριο, ἐ­πι­τέ­θη­καν ξαφ­νι­κά καί μέ τά ξί­φη κα­τέ­σφα­ξαν τόν ἀ­οί­δι­μο καί τε­μά­χι­σαν. Καί, ἀ­φοῦ ἀ­νέ­μι­ξαν τό μαρ­τυ­ρι­κό του αἷ­μα μέ τό μυ­στι­κό καί θεῖ­ο αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, τόν ἔ­στει­λαν, χω­ρίς νά τό θέ­λουν, θυ­σί­α στόν Θε­ό.

[1] Σημείωσε, ὅτι αὐτῶν τῶν Ἁγίων Μαρτύρων βρίσκεται ὁλόκληρη ἀσματική Ἀκολουθία τυπωμένη σέ φυλλάδα. Τό Μαρτύριό τους συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Μαξιμιανοῦ βασιλεύοντος». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης