Τῷ αὐτῷ μηνί Ζ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Σεργίου καί Βάκχου.
Χαλκά σά νεῦρα Βάκχε πρός νεύρων βίαν,
Καί πρός ξίφος Σέργιε πῦρ σή καρδία.
Σέργιον ἑβδομάτῃ ξίφος ἔκτανε, νεῦρα δέ Βάκχον
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἔζησαν στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ κατά τό ἔτος 296, ἀπό τήν παλαιά Ρώμη καταγόμενοι καί οἱ δύο. Καί ὁ μέν Σέργιος ἦταν Πριμμικήριος, (δηλαδή ὁ πρόκριτος, ὁ πρωτέγραφος) τῆς σχολῆς τῶν Κεντηλίων, ὁ δέ Βάκχος, ἦταν σεκουνδικήριος (δευτερόκριτος). Ἐπειδή συκοφαντήθηκαν στόν αὐτοκάτορα ὡς Χριστιανοί, γι’ αὐτό ὡδη-γήθηκαν στό βασιλικό βῆμα καί ὡμολόγησαν μέ θάρρος τόν Χριστό. Τότε ἀρχικά τούς ἀφαιροῦνται τά διακριτικά σημεῖα τῶν ἀξιωμάτων τους, πού φοροῦσαν. Ἔπειτα, γιά νά τούς προσβάλουν τούς ἔντυσαν γυναικεῖα φορέματα καί, ἀφοῦ ἔλαβαν σιδηρένιες ἁλυσίδες στόν λαιμό, διαπομπεύονται μέ τέτοια ἐνδυμασία μέσα σέ ὅλη τήν ἀγορά. Μετά ἀπό αὐτά, ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν στόν αὐτοκράτορα καί ἀφοῦ τόν κατέπληξαν μέ τήν δύναμι τῶν θείων λόγων τους στέλνονται ἀπό τήν Ρώμη στήν πόλι τῶν Εὐφρατησίων πρός τόν δοῦκα τῆς Ἀνατολῆς Ἀντίοχο, γιά νά τούς βασανίση ἐκεῖνος, ὡς περισσότερο ἄσπλαγχνος καί ὠμός πού ἦταν. Ἐπειδή ὅμως καί σέ ἐκεῖνον, ὅταν παρουσιάσθηκαν οἱ Ἅγιοι, δέν νικήθηκαν, οὔτε ἀπό τίς κολακεῖες, οὔτε ἀπό τίς ἀπειλές τοῦ τυράννου, γι’ αὐτό ὁ μέν Σέργιος παραδίνεται σέ ἀσφαλῆ φυλάκισι, ἐνῷ ὁ μακάριος Βάκχος δέρνεται ἀνελέητα μέ ὠμά βούνευρα. Καί, ἐπειδή ἐδάρη γιά πολλή ὥρα, μέσα σ’ αὐτά τά βασανιστήρια παρέδωσε τό πνεῦμα του στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Στήν συνέχεια ἀποφυλακίζεται ὁ Σέργιος καί μέ διάφορους τρόπους βασανίζεται. Δηλαδή καρφώνεται στά πόδια μέ σιδερένια ὑποδήματα, καί μέ αὐτά ἀναγκάζεται νά τρέχη. Ἔπειτα πάλι φυλακίζεται καί ἀφοῦ καρφώθηκε πάλι μέ τά ἴδια σιδερένια ὑποδήματα, ἀναγκάζεται νά ἐπιστρέψη πίσω στό μέρος ἐκεῖνο, ἀπό τόν ὁποῖο καί ἦλθε, καί τελευταῖα ἀποκεφαλίζεται. Καί ἔτσι λαμβάνουν καί οἱ δύο τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Τά τίμια λείψανά τους ἀποθησαυρίσθηκαν μέ τιμή ἀπό τούς Χριστιανούς σ’ ἐκεῖνον τόν ἴδιο τόπο, ὅπου ἀποκεφαλίσθηκε ὁ Μάρτυς Σέργιος. Ὕστερα ὅμως ἀπό πολλά χρόνια κτίσθηκε καί Ναός στό ὄνομά τους ἀπό μερικούς Ἐπισκόπους. (Τόν κατά πλάτος Βίο τους βλέπε στόν Nέο Παράδεισο[1]).
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Πολυχρονίου.
Κτείνουσι πολλά Πολυχρόνιον ξίφη,
Πρός τά ξίφη δέ, λήψεται καί τά στέφη.
Αὐτός ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπό τήν ἐπαρχία πού λέγεται τοῦ Γαμφανίτη. Ὁ πατέρας του ὠνομαζόταν Βαρδάνιος, γεωργός ὄντας στήν τέχνη. Ἀπό τήν παιδική ἡλικία παραδόθηκε ἀπό τόν πατέρα του νά μαθαίνη τά ἱερά γράμματα. Μάλιστα τόση μεγάλη σύνεσι καί φρονιμάδα καί ἐγκράτεια εἶχε ὁ ἀοίδιμος ἀπό τήν παιδική του ἀκόμη ἡλικία, ὥστε ἀξιώθηκε νά λάβη καί χάρι ἀπό τόν Θεό. Ὄντας λοιπόν τό νερό μακριά ἀπό τήν πόλι καί ἐπειδή αὐτό προξενοῦσε κόπο σ’ αὐτόν καί στούς ἄλλους συμπατριῶτες του, προσευχήθηκε γι’ αὐτό πρός τόν Θεό, καί, ὤ τοῦ θαύματος! ἀνέβλυσε παραδόξως πηγή νεροῦ κοντά στό σπίτι τοῦ πατέρα του. Ὅταν πάλι ἔφθασε στήν ἀνδρική ἡλικία, ἕνωσε τόν ἑαυτό του μέ ἐργάτες ἀνθρώπους. Καί μαζί μέ αὐτούς πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι. Ἐργαζόμενος μέ αὐτούς στά ἀμπέλια, σέ δύο ἡμέρες ἤ τρεῖς ἔτρωγε μία φορά. Ὁ νοικοκύρης τῶν ἀμπελώνων, βλέποντάς τον καί θαυμάζοντας τόν ἐργάτη τοῦ Θεοῦ, ντράπηκε τήν ἀρετή του. Τότε ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε ἀρκετά χρήματα, τόν ἀπέστειλε λέγοντας· «Πήγαινε στήν πατρίδα σου, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, καί προσεύχου γιά μένα». Ἀπό τήν πίστι καί εὐλάβεια ὅμως πού τοῦ εἶχε, κράτησε τό δικέλλι του, τό ὁποῖο ἐνήργησε πολλά θαύματα.
Παίρνοντας τά χρήματα ὁ δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, ἔκτισε μέ αὐτά μία Ἐκκλησία καί σ’ αὐτήν βρισκόταν. Ὅταν συγκροτήθηκε στήν Νίκαια ἡ ἁγία καί Οἰκουμενική Πρώτη Σύνοδος κατά τό ἔτος 325, βρέθηκε καί αὐτός σ’ αὐτήν καί ἔγινε ὑπέρμαχος τῆς εὐσεβείας. Ἀναγνώστης δέ ὄντας προηγουμένως, δέχθηκε ὕστερα καί τό ἀξίωμα τοῦ Διακόνου καί Πρεσβυτέρου. Ἀφοῦ ὁ μέγας ἀνάμεσα στούς βασιλεῖς Κωνσταντῖνος πέθανε, ἁπλώθηκε πολύ ἡ αἵρεσις τοῦ Ἀρείου. Τότε αὐτός ὁ Ἅγιος, κρατῶντας σταθερά τήν εὐσεβῆ πίστι, φρόντιζε πάντοτε νά τήν αὐξάνη καί νά τήν στερεώνη. Ὁπότε οἱ κακόδοξοι Ἀρειανοί βλέποντάς τον ἔλειωναν ἀπό τόν φθόνο τους. Γι’ αὐτό σέ μιά μέρα, πού τόν βρῆκαν νά λειτουργῆ καί νά στέκεται μπροστά στό Ἅγιο Θυσιαστήριο, ἐπιτέθηκαν ξαφνικά καί μέ τά ξίφη κατέσφαξαν τόν ἀοίδιμο καί τεμάχισαν. Καί, ἀφοῦ ἀνέμιξαν τό μαρτυρικό του αἷμα μέ τό μυστικό καί θεῖο αἷμα τοῦ Κυρίου, τόν ἔστειλαν, χωρίς νά τό θέλουν, θυσία στόν Θεό.
[1] Σημείωσε, ὅτι αὐτῶν τῶν Ἁγίων Μαρτύρων βρίσκεται ὁλόκληρη ἀσματική Ἀκολουθία τυπωμένη σέ φυλλάδα. Τό Μαρτύριό τους συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Μαξιμιανοῦ βασιλεύοντος». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).


Login