8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ. ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΥΡΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΤ

+ Αὐ­τός γεν­νή­θη­κε σέ μί­α πό­λι τῆς Κρή­της, Αὐ­ρα­κί­α λε­γό­με­νη, πού βρί­σκε­ται κον­τά στήν Κνωσ­σό καί στό­λι­ζε τό γέ­νος του μέ τήν κα­τά Θε­ό εὐ­σέ­βεια. Ὅ­ταν λοι­πόν ἔ­φθα­σε σέ ἡ­λι­κί­α, συ­ζεύ­χθη­κε μέ γυ­ναῖ­κα νό­μι­μη καί ἐρ­γα­ζό­ταν τήν γῆ καί ἀ­πό τήν καρ­πο­φο­ρί­α καί ἐ­σο­δεί­α τῶν γεν­νη­μά­των του ἐ­λε­οῦ­σε τούς πτω­χούς. Ὅ­σο δέ αὐ­τός ἐ­λε­οῦ­σε, τό­σο καί οἱ καρ­ποί τῶν κτη­μά­των του αὔ­ξα­ναν. Ἡ συμ­πά­θεια δέ καί εὐ­σπλαγ­χνί­α, ­πού ἔ­δει­χνε ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός στούς φτω­χούς, ἦ­ταν ὑ­πε­ράν­θρω­πη. Δι­ό­τι λέ­νε, ὅ­τι μί­α φο­ρά ἔ­πια­σε ὁ Ἅ­γιος στό ἁ­λῶ­νι του δέ­κα ἀν­θρώ­πους νά κλέ­βουν τό σι­τά­ρι, οἱ ὁ­ποῖ­οι γέ­μι­σαν τά σακ­κιά τους ἀ­πό τό σι­τά­ρι καί ἀ­πό τό πο­λύ γέ­μι­σμα καί βά­ρος τῶν σακ­κι­ῶν καί ἀ­πό τήν πλε­ο­νε­ξί­α, ­πού εἶ­χαν, γι­ά νά πά­ρουν πε­ρισ­σό­τε­ρο, δέν μπο­ροῦ­σαν πλέ­ον οὔ­τε νά ση­κώ­σουν τά σακ­κιά, ἀλ­λά καί οὔ­τε πά­λι ἤ­θε­λαν νά τά ἀ­δειά­σουν λί­γο. Ἀ­φοῦ λοι­πόν τούς συ­νέ­λα­βε ὁ Ἅ­γιος, ἀν­τί νά τούς δεί­ρη καί νά τούς παι­δεύ­η γι­ά τήν κλο­πή, αὐ­τός πε­ρισ­σό­τε­ρο τούς συμ­πό­νε­σε ὁ ἀ­οί­δι­μος καί μέ τά ἴ­δια του τά χέ­ρια βο­ή­θη­σε τόν κα­θέ­να καί φορ­τώ­θη­καν τά σακ­κιά στούς ὤ­μους τους. Καί ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λά καί τούς πα­ράγ­γει­λε νά μή φα­νε­ρώ­σουν τό πρᾶγ­μα σέ κα­νέ­να, γι­ά νά μή χά­ση τόν μι­σθό τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης καί τῆς ἀ­νε­ξι­κα­κί­ας του.

Γιά τίς ἀ­ρε­τές του λοι­πόν αὐ­τές χει­ρο­το­νή­θη­κε Ἱ­ε­ρέ­ας στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Καί, ἀ­φοῦ ἔ­παυ­σε ὁ κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν δι­ωγ­μός, ἀ­νέ­βη­κε στόν θρό­νο τῆς Ἐ­πι­σκο­πῆς καί ἔ­γι­νε τῆς Κρή­της Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας. Τό­τε ἔ­κα­νε πολ­λές δυ­νά­μεις καί θαύ­μα­τα. Δι­ό­τι ἔ­δι­ω­ξε ἕ­ναν δρά­κον­τα, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­βλα­πτε τήν χώ­ρα ἐ­κεί­νη, στήν ὁ­ποί­α εἶ­χε τήν φω­λιά του. Ἐμ­πό­δι­σε τήν ρο­ή ἑ­νός πο­τα­μοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος λε­γό­ταν Τρί­των, ἐ­πει­δή καί ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το ὁ Ἅ­γιος νά πε­ρά­ση ἀ­πό αὐ­τόν, πλημ­μύ­ρι­σε. Μά­λι­στα ­ὁ πο­τα­μός αὐ­τός, ἐ­πει­δή μέ τήν προ­στα­γή τοῦ Ἁ­γί­ου στα­μά­τη­σε νά τρέ­χη, δέν ἔ­τρε­ξε κα­θό­λου στό ἑ­ξῆς, ὅ­πως προ­η­γου­μέ­νως ἔ­τρε­χε, ἀλ­λά στα­μά­τη­σε ἔ­τσι ἐμ­πο­δι­σμέ­νος, ἕ­ως ὅ­του ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι ὁ Ἅ­γιος καί πέ­ρα­σε ἀ­πό αὐ­τόν. Καί ἀ­φοῦ ὁ Ἅ­γιος πῆ­γε στόν οἶ­κο του, ἔ­στει­λε τό ρα­βδί του μέ με­ρι­κούς ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἀ­φοῦ τά­ρα­ξαν τό νε­ρό τοῦ πο­τα­μοῦ μέ τό ρα­βδί τοῦ Ἁ­γί­ου, ἔ­κα­ναν τόν πο­τα­μό νά τρέ­ξη πά­λι στήν φυ­σι­κή του ρο­ή.

Αὐ­τά καί ἄλ­λα πε­ρισ­σό­τε­ρα θαύ­μα­τα, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε ὁ μα­κά­ριος Μύ­ρων καί τό ὑ­πό­λοι­πο δι­ά­στη­μα τῆς ζω­ῆς του, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε «θε­ο­φι­λῶς καί ὁ­σί­ως» καί, ἀ­φοῦ ἑ­ώρ­τα­σε λαμ­πρῶς τίς ἑ­ορ­τές τῶν Ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων, πρός τόν Κύ­ριο ἐ­ξε­δή­μη­σε, ὄν­τας γέ­ρον­τας ἑ­κα­τό ἐ­τῶν.

 

Ο ΑΓ. ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ

Αὐ­τός ὁ Μάρ­τυρας τοῦ Χρι­στοῦ, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Σπά­σος στά βουλ­γα­ρι­κά, ἐ­νῷ στά ἑλ­λη­νι­κά Ἀ­να­στά­σι­ος, ἦ­ταν ἀ­πό τά μέ­ρη τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, ἀ­πό τήν ἐ­παρ­χί­α τῆς Στρού­μι­τζας, ἡ ὁ­ποί­α τόν πα­λιό και­ρό ἀ­πο­κα­λεῖτο Τι­βε­ρι­ού­πο­λι, ἀ­πό τήν πε­ρι­ο­χή, πού λε­γό­ταν Ρα­δο­βί­σι. Καί ἦ­ταν νέ­ος, πε­ρί­που εἴ­κο­σι χρο­νῶν, στήν ἡ­λι­κί­α καί ὡ­ραῖ­ος στήν ὄ­ψι. Καί ἀ­φοῦ ἦλ­θε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί πῆ­γε σέ ἕ­ναν ὁ­πλο­πώ­λη, πού ἦ­ταν μά­στο­ράς του, τόν βρῆ­κε πού εἶ­χε με­ρι­κά ροῦ­χα τούρ­κι­κα καί ζη­τοῦ­σε μέ κά­ποιο τρό­πο νά τά βγά­λη ἔ­ξω ἀ­πό τό κά­στρο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, χω­ρίς νά πλη­ρώ­ση τε­λω­νεῖ­ο. Ἔ­τσι πα­ρα­κι­νεῖ ὁ μά­στο­ρας αὐ­τόν τόν μα­θη­τή του νά φο­ρέ­ση μί­α ἀ­πό τίς φο­ρε­σιές ἐ­κεῖ­νες καί νά πε­ρά­ση ὡς Τοῦρ­κος, τά­χα, ἀ­πό τήν πόρ­τα τοῦ κά­στρου. Ὁ νέ­ος ἀν­τι­στέ­κε­ται σ’ αὐ­τό λέ­γον­τάς του, ὅ­τι τό πρᾶγ­μα εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο. Ἀλ­λά ὁ μά­στο­ράς του, ἐν­θαρ­ρύ­νον­τάς τον μέ πολ­λά λό­για, τόν κα­τα­πεί­θει καί ντύ­νε­ται μέ τά τούρ­κι­κα ροῦ­χα ὁ νέ­ος καί ἔ­τσι πη­γαί­νει νά πε­ρά­ση ἀ­πό τήν πόρ­τα. Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ φο­ρο­ει­σπρά­κτο­ρα τόν ρω­τοῦν, ἄν ἔ­χη χαρ­τί καί αὐ­τός τούς ἀ­πο­κρί­νε­ται, ὅ­τι εἶ­ναι Τοῦρ­κος. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ εἶ­παν, νά κά­νη σα­λα­βά­τι (δηλ. περιτομή), γιά νά βε­βαι­ω­θοῦν, πώς εἶ­ναι μου­σουλ­μά­νος καί νά τόν ἀ­φή­σουν. Ὁ δέ νέ­ος, ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τό τό ἀ­νέλ­πι­στο, ἔ­μει­νε ἄ­φω­νος, δι­ό­τι οὔ­τε ἤ­ξε­ρε τί εἶ­ναι τό σα­λα­βά­τι, οὔ­τε ἤ­θε­λε νά κά­νη ἐ­κεί­νη τήν ὁ­μο­λο­γί­α τῶν μου­σουλ­μά­νων. Καί λοι­πόν ἀ­φοῦ τόν ἔ­δει­ραν καί τόν ἔ­σπρω­χναν, ἐ­πει­δή πε­ρι­φρο­νοῦ­σε τόν μω­α­με­θα­νι­σμό, τόν πη­γαί­νουν στό κο­νά­κι τοῦ φο­ρο­ει­σπρά­κτο­ρα καί πρῶ­τα τόν πα­ρα­σταί­νουν στόν ἐ­πί­τρο­πο ἐ­κεί­νου, λέ­γον­τας καί φω­νά­ζον­τας τά πα­ρα­πά­νω καί ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρα. Αὐ­τός τόν ἐ­ξέ­τα­σε λε­πτο­με­ρῶς καί βλέ­πον­τας, ἀ­φοῦ τοῦ ἄ­σκη­σε ἀρ­κε­τή βί­α, πώς δέν κλί­νει πρός τόν τουρ­κι­σμό, παίρ­νον­τάς τον ὁ ἴ­διος, τόν με­τέ­φε­ρε στόν ἀ­γᾶ, δη­λα­δή στόν χα­ρα­τσίμ­πα­ση, (αὐ­τός δέ ἦ­ταν υἱ­ός ἑ­νός με­γά­λου καί πρώ­του τῶν προ­ε­στῶν, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν μου­στα­φᾶ μπέ­ης, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὕ­στε­ρα χρη­μά­τι­σε καί μπε­η­λέρ­μπε­ης), καί αὐ­τός τόν ἐ­ξέ­τα­σε μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­κρί­βει­α. Καί πρῶ­τα μέν με­τα­χει­ρί­σθη­κε σ’ αὐ­τόν δι­ά­φο­ρες κο­λα­κεῖ­ες, κά­νον­τάς του λαμ­πρές καί με­γά­λες ὑ­πο­σχέ­σεις, γιά νά τόν προ­σελ­κύ­ση· ἔ­πει­τα βλέ­πον­τάς τον, πώς δέν μα­λα­κώ­νει ἀ­πό τίς κο­λα­κεῖ­ες, ἄλ­λα­ξε τό προ­σω­πεῖ­ο, δη­λα­δή ἄρ­χι­σε νά τοῦ ἀ­σκῆ τρο­με­ρές φο­βέ­ρες. Ἀλ­λά ὁ νέ­ος στέ­κει στα­θε­ρός καί ὁ­λο­έ­να δι­ορ­θώ­νει τό σφάλ­μα, πού ἔ­κα­νε τήν πρώ­τη φο­ρά, ὁ­μο­λο­γῶν­τας ἤ­δη καί λέ­γον­τας, πώς εἶ­ναι Χρι­στια­νός καί δέν ἀλ­λά­ζει τήν πί­στι του, ὅ,­τι καί ἄν τοῦ κά­νουν. Αὐ­τά βλέ­πον­τας καί ἀ­κού­ον­τας ὁ φο­ρο­ει­σπρά­κτο­ρας, ἔ­στει­λε ἄν­θρω­πο στόν Μου­φτῆ τῆς πό­λε­ως, γιά νά τοῦ φα­νε­ρώ­ση τήν ὑ­πό­θε­σι καί νά τόν ρω­τή­ση τί ἔ­πρε­πε νά κά­νη σέ ἕ­ναν τέ­τοιο ἀ­πει­θῆ ὑ­βρι­στή. Ὁ Μου­φτῆς τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅ­τι μέ τό ἕ­να χέ­ρι κρα­τᾶς τό σπα­θί καί μέ τό ἄλ­λο τό χαρ­τί, ὅ­ποιο θέ­λεις ἀ­πό τά δύ­ο με­τα­χει­ρί­σου σ’ αὐ­τόν. Καί ἤ­θε­λε βέ­βαι­α μέ αὐ­τό νά φα­νε­ρώ­ση, ὅ­τι ἄν εἶ­σαι ζη­λω­τής τῆς πί­στε­ως, τι­μώ­ρη­σε τόν ὑ­βρι­στή τῆς πί­στε­ως μέ τήν μά­χαι­ρα, ἄν ὅ­μως εἶ­σαι φι­λο­χρή­μα­τος καί ἀ­δι­ά­φο­ρος, δῶσ’ του τό χαρ­τί. Λοι­πόν, ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε αὐ­τή τήν ἀ­πάν­τη­σι ὁ φο­ρο­ει­σπρά­κτο­ρας, τόν ἔ­στει­λε στόν Μου­λᾶ, δη­λα­δή στόν δι­κα­στή. Καί ἔ­στει­λε καί πέν­τε Τούρ­κους νά μαρ­τυ­ρή­σουν ἐ­ναν­τί­ον του, ὅ­τι πε­ρι­παί­ζει καί ­βρί­ζει τήν πί­στι τους. Ὁ δι­κα­στής δο­κί­μα­σε μέ δι­α­φό­ρους τρό­πους νά τοῦ με­τα­βά­λη τήν γνώ­μη καί, ἐ­πει­δή δέν τό κα­τόρ­θω­σε, τόν ἔ­δει­ρε πρῶ­τα πο­λύ, ἔ­πει­τα τόν ἔ­κλει­σε στήν φυ­λα­κή σι­δη­ρο­δέ­σμι­ο. Γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά τόν βγά­ζει μπρο­στά του καί πά­λι, ἐ­πει­δή τόν βρί­σκει ἀ­με­τά­πει­στο, πά­λι τόν ξυ­λο­κο­πᾶ ἔν­το­να καί πά­λι τόν κλεί­νει στήν φυ­λα­κή μέ βα­ρύ­τα­τα δε­σμά. Καί ὁ γεν­ναῖ­ος νέ­ος τά ὑ­πο­μέ­νει ὅ­λα με­γα­λό­ψυ­χα. Καί ξυ­λο­κο­πή­μα­τα καί δε­σμά καί τήν πι­κρό­τα­τη φυ­λα­κή, φυ­σι­κά ἐ­πει­δή ἐν­δυ­να­μώ­νε­ται ἀ­πό τήν παν­το­δύ­να­μη χά­ρι τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα, τόν πα­ρα­σταί­νει γιά τρί­τη φο­ρά μπρο­στά του καί πά­λι με­τα­χει­ρί­ζε­ται δι­ά­φο­ρους τρό­πους καί τε­χνά­σμα­τα, ἀλ­λά ὅ­λα μά­ται­α. Τέ­λος πάν­των βλέ­πον­τας τό ἀ­με­τά­βλη­το τῆς γνώ­μης τοῦ Μάρ­τυ­ρα, τόν ἔ­στει­λε στόν μου­σε­λί­μη, γιά νά ὑ­πο­στῆ ἐν­το­νό­τε­ρα βα­σα­νι­στή­ρι­α ἐ­κεῖ. Ἄρ­χι­σε καί αὐ­τός ἀ­μέ­σως μέ πολ­λές κο­λα­κεῖ­ες, νά τόν με­τα­πεί­ση νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό καί νά δε­χθῆ τόν Μω­ά­μεθ· καί τί δέν τοῦ ἔ­λε­γε; Τί δέν τοῦ προ­έ­βα­λε; Τί δέν τοῦ ὑ­πο­σχό­ταν; Τοῦ πρό­σ­φε­ρε ἀ­μέ­σως, σάν νά ἦ­ταν τά­χα κά­τι πο­λύ με­γά­λο, ἐ­πει­δή αὐ­τός ἦ­ταν λά­τρης τῶν γή­ι­νων καί τῶν μά­ται­ων, ἕ­να ζευ­γά­ρι ἀρ­γυ­ρές πι­στό­λες, ἕ­να σπα­θί ὄ­χι τε­λεί­ως δι­α­κο­σμη­μέ­νο. Ροῦ­χα ἀ­πό κα­τη­φέν, δη­λα­δή ἀ­πό βε­λοῦ­δο, χί­λι­α φλου­ριά καί πα­ρα­πά­νω. Τοῦ ἔ­τα­ζε νά τόν κά­μη ἕ­ναν ἀ­πό τούς τζο­χαν­τά­ρη­δές του, τόν πι­ό ἔν­τι­μο, καί νά τόν ἔ­χη στήν εὔ­νοι­ά του καί ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά δι­κό του, μό­νο νά γί­νη Τοῦρ­κος. Αὐ­τά τά μι­κρο­πρε­πῆ, καί τι­πο­τέ­νια πρό­βα­λε καί ἔ­τα­ζε στόν στρα­τι­ώ­τη τοῦ Χρι­στοῦ ὁ μου­σε­λί­μης, νο­μί­ζον­τας, ὅ­τι μέ αὐ­τά τά δε­λε­ά­σμα­τα θά μπο­ρέ­ση νά ἀγ­κι­στρώ­ση καί νά προ­σελ­κύ­ση τήν ἁ­πλῆ ἐ­κεί­νη ψυ­χή στήν ἀ­πώ­λει­α. Ἀλ­λά ὁ κα­λός ἐ­κεῖ­νος νε­α­ρός, μο­λο­νό­τι ἦ­ταν βούλ­γα­ρος νοῦς, δη­λα­δή πα­χύς καί ἀ­γράμ­μα­τος, ὡ­στό­σο, ἀ­φοῦ ἔ­νιω­σε με­τα­μέ­λει­α, ἐπειδή εἶ­πε τόν πο­νη­ρό ἐ­κεῖ­νο λό­γο, ἀ­πο­φά­σι­σε νά στα­θῆ καί νά μεί­νη Χρι­στια­νός καί νά ὑ­πο­μεί­νη γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ,­τι καί ἄν τοῦ κά­νουν. Βε­βαι­ώ­τα­τα καί ἡ χά­ρις τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ φώ­τι­ζε τόν νοῦ, νά μήν ἐ­ξα­πα­τᾶ­ται ἀ­πό τίς πα­νουρ­γί­ες τῶν αἰ­σθη­τῶν καί τῶν νο­η­τῶν ἐ­χθρῶν καί ἡ θεί­α δύ­να­μι ἐν­δυ­νά­μω­νε τήν ἀ­σθέ­νει­α τῆς ψυ­χῆς καί τῆς σάρκας, γιά νά ὑ­πο­μέ­νη τά βα­σα­νι­στή­ρι­α γιά χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ. Ἀ­πέρ­ρι­ψε λοι­πόν μέ με­γά­λη σύ­νε­σι ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, σάν νά ἦ­ταν σκου­πί­δια καί κο­πρι­ές, αὐ­τός ὁ νέ­ος, πού ἀ­πέ­βλε­πε στούς οὐ­ρα­νούς, καί οὔ­τε ἤ­θε­λε νά τά βλέ­πη μέ τά μά­τια του, ἀλ­λά μά­λι­στα τά ἀ­πο­στρε­φό­ταν καί τά μι­σοῦ­σε, ὡς μέ­σα καί ὄρ­γα­να ἀ­πώ­λει­ας. Βλέ­πον­τας λοι­πόν ὁ ἄρ­χον­τας, πώς μέ τόν κο­λα­κευ­τι­κό τρό­πο δέν κα­τορ­θώ­νει τί­πο­τα, με­τα­χει­ρί­ζε­ται τόν τυ­ραν­νι­κό τρό­πο καί προ­στά­ζει νά τόν δεί­ρουν δυ­να­τά καί τόν ἔ­δει­ραν χω­ρίς ἔ­λε­ος καί σκλη­ρό­τα­τα. Ἔ­πει­τα μέ προ­στα­γή του τόν ρί­χνουν πά­λι στήν φυ­λα­κή, καί βά­ζουν τά πό­δια του στό πα­ρα­μορ­φω­τι­κό ξύ­λο καί ἁ­λυ­σί­δες στόν λαι­μό καί χει­ρο­πέ­δες στά χέ­ρια αὐ­τά, πού στά τουρ­κι­κά ὀ­νο­μά­ζον­ται μπε­λε­τζί­κι­α, καί κα­λά­μια στά νύ­χια. Καί ὅ­λη σχε­δόν τήν ἡ­μέ­ρα δέν στα­μά­τη­σαν οἱ ἀ­πάν­θρω­ποι νά τόν βα­σα­νί­ζουν μέ δι­ά­φο­ρα βα­σα­νι­στή­ρι­α. Καί ὁ τύ­ραν­νος τόν ἔ­βγα­ζε πολ­λές φο­ρές καί ἔ­τσι βα­σα­νι­σμέ­νο καί κα­τα­μα­τω­μέ­νο τόν πα­ρά­σται­νε μπρο­στά του καί συ­χνά τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σε καί τόν ἀ­νάγ­κα­ζε μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, νά γί­νη μου­σουλ­μᾶ­νος. Ἀλ­λά ὁ μάρ­τυρας ἔ­στε­κε πάν­το­τε ὁ ἴ­διος καί ἄλ­λο δέν ἔ­λε­γε, πα­ρά· «Χρι­στια­νός εἶ­μαι, δέν ἀρ­νοῦ­μαι τήν πί­στι μου». Γι’ αὐ­τό τέ­λος πάν­των, ἐ­πει­δή ἀ­πελ­πί­σθη­κε ὁ ἡ­γε­μό­νας, τόν ἔ­στει­λε στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης, προ­στά­ζον­τας νά τόν κρε­μά­σουν ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἀ­πο­κα­λού­με­νη και­νού­ρια πόρ­τα καί πα­ραγ­γέλ­λον­τας στούς δι­κούς του ἀν­θρώ­πους, νά μή στα­μα­τή­σουν σέ ὅ­λο τόν δρό­μο νά τόν πα­ρα­κι­νοῦν, μή­πως τόν κερ­δί­σουν στό τέ­λος. Ἐ­νῷ πή­γαι­νε ὅ­μως ὁ Μάρ­τυρας, δέν ἔ­φθα­σε ζων­τα­νός στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης, ἀλ­λά ἀ­πό τά πολ­λά βα­σα­νι­στή­ρι­α καί τήν κα­κο­ποί­η­σι τοῦ σώ­μα­τος στόν δρό­μο, λι­πο­ψυ­χῶν­τας, πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα, ἀ­φοῦ ἐ­πέ­μει­νε μέ­χρι τέ­λους στήν κα­λή καί λαμ­πρή ὁ­μο­λο­γί­α τῆς Ἁ­γί­ας μας πί­στε­ως, ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ. Στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα στούς αἰ­ῶ­νες. Ἀ­μήν.  



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης