Τῷ αὐτῷ μηνί IE΄, τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Λουκιανοῦ, Πρεσβυτέρου τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Ἐκκλησίας.
Ἄρτου στερήσει Λουκιανός ἀντέχει,
Τοῦ ζῶντος ἄρτου μή στερηθῆναι θέλων.
Λιμῷ Λουκιανός δεκάτῃ θάνεν ἡδέ τε πέμπτῃ.
Αὐτός καταγόταν ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς καί ἔζησε περίπου τό ἔτος 290. Ἀφοῦ οἱ γονεῖς του πέθαναν, μοίρασε τήν περιουσία του στούς πτωχούς καί ἀσχολεῖτο μέ τήν ἀνάγνωσι καί τήν μελέτη τῶν θείων Γραφῶν. Ἔτσι μέ τήν δύναμι τῶν θείων λόγων του πολλούς εἰδωλολάτρες καί Ἑβραίους εἵλκυσε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τήν δική του πατρίδα[1], πῆγε στήν Νικομήδεια, πού τώρα στήν τουρκική γλῶσσα λέγεται Σμίτη, καί μέ τήν διδασκαλία του παρακινοῦσε καί δυνάμωνε, γιά νά παραμένουν ἀνδρεῖοι καί νά πεθαίνουν γιά τόν Χριστό στό μαρτύριο ἐκεῖνοι οἱ Χριστιανοί, πού ἀπό τόν φόβο τῶν βασανιστηρίων ἀμελοῦσαν ἤ καί ἀρνοῦνταν τήν πίστι. Ἐπειδή ἤξερε νά γράφη πάρα πολύ καλά καί ὡραῖα καί ἦταν εὐφυής στόν νοῦ, ἰδιαίτερα ὅμως ἐπειδή ἤξερε καλά καί τήν ἑβραϊκή γλῶσσα, γι’ αὐτό διώρθωσε ὅλη τήν Παλαιά Γραφή, ἡ ὁποία νοθεύθηκε σέ μερικά μέρη ἀπό τούς αἱρετικούς καί ἄφησε στήν Ἐκκλησία τῆς Νικομήδειας ἕνα ἱερό βιβλίο, τοῦ ὁποίου ἡ κάθε σελίδα ἦταν μοιρασμένη σέ τρεῖς στύλες καί περιεῖχε ὅλη τήν Παλαιά καί Nέα Γραφή[2]. Τόσο ἀνώτερος ἔγινε αὐτός ὁ μακάριος ἀπό τήν φύσι τῶν ἀνθρώπων μέ τίς ἀρετές του, ὥστε, ὅταν περνοῦσε ἀπό τό κέντρο τῆς πόλεως, σέ ὅσους ἀνθρώπους ἤθελε, ἦταν φανερός, ἐνῷ σέ ἄλλους, πού δέν ἤθελε, ἦταν ἀόρατος. Γι’ αὐτόν τόν Ἅγιο Λουκιανό, ὅταν ἔμαθε ὁ αὐτοκράτορας Μαξιμιανός, τόν παρουσίασε μπροστά του καί, μόλις τόν εἶδε, τόσο πολύ ντράπηκε, ὥστε δέν ἀνεχόταν νά τόν βλέπη ἀμέσως στό πρόσωπο, ἀλλά τοποθέτησε ἀνάμεσα στόν ἑαυτό του καί σ’ ἐκεῖνον ἕνα παραπέτασμα, δηλαδή ἕνα μπερτέ καί ἔτσι ἀπό αὐτόν ἔβλεπε καί συνομιλοῦσε μέ τόν Ἱερομάρτυρα γιά τήν πίστι. Ὅταν λοιπόν γνώρισε, ὅτι ὁ Ἅγιος ἦταν ἀμετάθετος ἀπό τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, τόν κατεδίκασε νά πεθάνη ἀπό πεῖνα καί δίψα. Ἔτσι ὁ μακάριος Λουκιανός ὄντας στήν φυλακή καί μή τρώγοντας φαγητό, οὔτε πίνοντας ποτό γιά διάστημα πολλῶν ἡμερῶν, παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Τό δέ ἅγιό του σῶμα, μέ διαταγή τοῦ αὐτοκράτορα ρίχθηκε στήν θάλασσα. Ἕνα δελφίνι ὅμως, μέ διαταγή τοῦ Θεοῦ, παίρνοντας τό τίμιο λείψανο στίς πλάτες του, τό ἔβγαλε στήν γῆ. Διότι ἔτσι δοξάζει ὁ Θεός, ἐκείνους πού τόν δοξάζουν (A΄ Βασιλ. 2,30).
[1] Αὐτή φαίνεται ὅτι ἦταν τα Σαμόσατα.
[2] Γιά τήν ἔκδοσι αὐτή γράφει ὁ σοφός Εὐθύμιος ὁ Ζυγαδηνός στό προοίμιο τῆς δικῆς του ἑρμηνείας στούς Ψαλμούς τοῦ Δαβίδ, ὅτι ἡ ἑβδόμη ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς ἔγινε ἀπό τόν Ἅγιο Λουκιανό, τόν μεγάλο ἀσκητή καί Μάρτυρα, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ μελέτησε τίς προηγούμενες ἕξι ἐκδόσεις, δηλαδή τήν τῶν Ἑβδομήκοντα, τήν τοῦ Ἀκύλα, τήν τοῦ Συμμάχου, τήν τοῦ Θεοδοτίωνος, ἐκείνη πού ἦταν κρυμμένη στήν Ἱεριχώ σέ πιθάρι, τῆς ὁποίας ἄγνωστος εἶναι ὁ συγγραφέας, καί ἐκείνην πού βρέθηκε στήν Νικόπολι, τῆς ὁποίας καί αὐτῆς ὁ συγγραφέας εἶναι ἄγνωστος· καί ἀφοῦ ἀσχολήθηκε μέ περισσότερη ἐπιμέλεια μέ τό ἑβραϊκό πρωτότυπο καί ἐξακρίβωσε τά ὅσα γράφει, ἔκανε δική του ἔκδοσι γιά τούς Χριστιανούς, ἡ ὁποία δέν εἶχε κανένα ἐλλιπές οὔτε περιττό. Αὐτή ἡ ἔκδοσις βρέθηκε ἰδιόγραφη ἀπό ἐκεῖνον στήν Νικομήδεια, μέσα σέ ἕνα μικρό πύργο περασμένο μέ ἀσβέστη, ὕστερα ἀπό τήν ἄθλησί του, ἐπί Κωνσταντίνου τοῦ μεγάλου βασιλέως. Αὐτή ἡ ἔκδοσις εἶναι σύμφωνη μέ τήν τῶν Ἑβδομήκοντα, ἀφοῦ ἀπορρίπτει καί διαγράφει ὅλα τά παραφθαρέντα ρητά ἀπό τούς ἄλλους ἑρμηνευτές.
Διήγησις περί ἀθλήσεώς τινος Μοναχοῦ ὑποτακτικοῦ. Καί ὅπως διά τό ἐκπεσεῖν αὐτόν τῆς ὑπακοῆς, οὐκ ἠξιοῦτο παρά Θεοῦ τελείας τῆς δόξης.
+ Παρήκοός τε καί ἀθλητής ὤν ἅμα,
Τῷ μέν, διώκῃ. τῷ δέ, προσδέχῃ πάλιν.
Ἕνας Μοναχός βρισκόταν σέ μία σκήτη, ὄντας ὑποτακτικός σέ κάποιον Γέροντα γιά μερικά χρόνια. Ἀπό φθόνο ὅμως τοῦ δαίμονα, βγῆκε μία φορά ἀπό τήν ὑπακοή τοῦ Γέροντα χωρίς νά ὑπάρχη κάποια εὔλογη καί ἐπιζήμια ἀφορμή. Ὁπότε ὅταν ἐπιτιμήθηκε ἀπό τόν γέροντα καί δέχθηκε καί κανόνα γιά τήν παρακοή πού ἔκανε, κατεφρόνησε καί αὐτό τό ἐπιτίμιο πού τοῦ δόθηκε καί τόν κανόνα. Κατεβαίνοντας λοιπόν στήν Ἀλεξάνδρεια, συνελήφθη ἀπό τόν ἐκεῖ εὑρισκόμενο εἰδωλολάτρη ἄρχοντα ὡς Χριστιανός. Καί ἀφοῦ τοῦ ἀφαίρεσαν τό μοναχικό σχῆμα, τόν ἀνάγκαζαν νά θυσιάση στά εἴδωλα. Ἐπειδή ὅμως ὁ ἄρχοντας δέν μποροῦσε νά τόν καταπείση, πρῶτα διέταξε νά τόν δέρνουν ἀνελέητα μέ βούνευρα καί στήν συνέχεια διέταξε νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Ἀφοῦ ἔγινε αὐτό, ἔρριξαν τό σῶμα του ἔξω ἀπό τήν πόλι, γιά νά τό φᾶνε οἱ σκύλοι. Μερικοί ὅμως φιλόθεοι Χριστιανοί, πῆγαν κατά τήν διάρκεια τῆς νύκτας καί τό πῆραν. Καί ἀφοῦ τό τύλιξαν μέ μύρα καί σινδόνια, τό ἔβαλαν σέ κιβώτιο ξύλινο καί τό κιβώτιο πάλι τό ἔβαλαν μέσα στό Ἅγιο Βῆμα τοῦ Ναοῦ, ἀφοῦ τό τίμησαν, ἐπειδή περιεῖχε λείψανο μάρτυρα.
Ὅταν λοιπόν ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία καί ὁ Διάκονος φώναζε τό, ‘‘Ὅσοι κατηχούμενοι προέλθετε’’, ὤ τοῦ θαύματος!. ἀμέσως ἔβλεπαν ὅλοι ὅσοι βρίσκονταν στήν Λειτουργία, ὅτι τό κιβώτιο, κινούμενο μόνο του, χωρίς νά τό πιάση κανένα χέρι, ἔβγαινε ἔξω ἀπό τό Βῆμα καί ἀπό τόν Ναό καί παρέμενε στόν νάρθηκα μέχρι τήν ἀπόλυσι τῆς Λειτουργίας. Καί, ἀφοῦ ἡ Λειτουργία τέλειωνε, τότε καί τό κιβώτιο μόνο του κινούμενο, ἔμπαινε πάλι μέσα στόν Ναό καί στό Ἅγιο Βῆμα. Αὐτό τό θαυμάσιο γινόταν σέ κάθε Λειτουργία καί ἔκαμνε ὅσους τό βλέπουν νά θαυμάζουν καί νά ἐκπλήττωνται. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ἕνας ἀπό τούς τότε ζῶντες μεγάλους καί θεοφόρους Πατέρες, παρεκάλεσε τόν Θεό νά τοῦ ἀποκαλύψη τήν αἰτία τοῦ θαύματος αὐτοῦ. Εἰσακούοντας λοιπόν ὁ Θεός τῆς δεήσεώς του, τοῦ φανέρωσε γρήγορα τήν αἰτία καί τήν λύσι.
Παρουσιάσθηκε λοιπόν Ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ εἶπε. «Γιατί θαυμάζεις καί ἀπορεῖς γιά τό παράδοξο πού γίνεται; δέν ἔλαβαν οἱ Ἀπόστολοι ἀπό τόν Χριστό ἐξουσία νά δένουν καί νά λύνουν; ἀπό τούς Ἀποστόλους, πάλι, δέν ἔλαβαν τήν ἴδια ἐξουσία οἱ διάδοχοί τους; Ἀλλ’ ὅμως αὐτός ὁ ἀδελφός, πού ἔχυσε τό αἷμα του γιά τόν Χριστό, καί δέν ἐπιτρέπεται νά παραμένη μέσα στό Ἅγιο Βῆμα, ὅταν τελῆται ἡ θεία καί ἱερά Λειτουργία, αὐτός κατεφρόνησε τήν ἐντολή καί τόν κανόνα τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα καί Γέροντα. Καί γι’ αὐτό διώχνεται ἀπό θεῖο Ἄγγελο μέχρι τόν νάρθηκα. Διότι αὐτός ὄντας μαθητής καί ὑποτακτικός τοῦ τάδε συνασκητοῦ σου, ἀπό ἐπήρεια τοῦ δαίμονα, θέλησε νά ἀφήση τήν ὑπακοή πρός τόν Γέροντά του. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί μολονότι δέθηκε ἀπό αὐτόν μέ εὔλογο δεσμό καί ἐπιτίμιο, καταφρόνησε, τόσο τόν μισθό τῆς ὑπακοῆς, ὅσο καί τόν εὔλογο δεσμό καί ἀνεχώρησε ἀπό τόν Γέροντά του. Γι’ αὐτό ὅσον ἀφορᾶ τό ὅτι βασανίσθηκε καί ἀποκεφαλίσθηκε γιά τόν Χριστό, γι’ αὐτό τό πρᾶγμα ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. Ἐπειδή ὅμως εἶχε δεσμό, γι’ αὐτό δέν ἐπιτρέπεται νά στέκεται μέσα στό Ἅγιο Βῆμα, ὅταν τελῆται ἡ θεία Λειτουργία. Καί ἄν ὁ Γέροντας πού τόν ἔδεσε δέν τόν λύση, ἀπό κάποιον ἄλλο δέν μπορεῖ νά λυθῆ»[1].
Ἀφοῦ ἀποκαλύφθηκαν αὐτά ἀπό τόν Θεό ὁ θεῖος Γέρων ἐκεῖνος, πῆρε τό ραβδί του καί πῆγε στόν ἀσκητή, τόν Γέροντα τοῦ Μάρτυρα καί τοῦ διηγήθηκε ὅλη τήν ὑπόθεσι. Τότε παίρνονάς τον κατέβηκε μαζί μέ ἐκεῖνον στήν Ἀλεξάνδρεια. Καί ἀφοῦ ἄνοιξαν τό κιβώτιο, μέσα στό ὁποῖο ἦταν τό σῶμα τοῦ Μάρτυρα, ἔδωσαν σέ αὐτόν καί οἱ δύο τήν συγχώρησι. Καί ἀφοῦ τό ἀσπάσθηκαν, ἔμειναν καί δοξολόγησαν τόν Θεό. Καί λοιπόν ἀπό τότε καί ὕστερα, παρέμενε ὁ Μάρτυρας ἀκίνητος μέσα στό Ἅγιο Βῆμα, ὅταν ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία
[1] Αὐτό ἐννοεῖται, ἐάν ὁ Γέροντας εἶναι ζωντανός. Ἐάν ὅμως πεθάνη, μπορεῖ καί Ἀρχιερέας νά λύση τόν δεσμευθέντα.


Login