Εἰς τήν Ἀλεξάνδραν.
Ἤδει μενούσης πρόξενον λαμπηδόνος,
Τήν ἐν ζόφῳ κάθειρξιν Ἀλεξανδρία.
Εἰς τόν Ἀπολλώ καί Ἰσαάκιον.
Λιμαγχόνην οἴσαντες ἀθληταί δύω,
Ψυχοκτόνον φεύγουσι δαιμοναγχόνην.
Εἰς τόν Κοδρᾶτον.
Ζωμούς χύτρας σῆς ἱδρῶτας Κοδρᾶτε,
Ἅλατι τμηθείς αἱμάτων παραρτύει[1].
Ἡ Ἀλεξανδρία ἤ Ἀλεξάνδρα, ἡ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ἦταν γυναίκα τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ. Βλέποντας δέ τόν Ἅγιο Γεώργιο, ὅτι τιμωρεῖτο καί ὅτι χτυπήθηκε μέν στήν κοιλιά μέ τό κοντάρι, δέν τραυματίστηκε ὅμως, καί ὅτι δέθηκε μέν στόν τροχό ἐκεῖνον, πού εἶχε τριγύρω μπηγμένα κοφτερά σίδερα καί μοιράσθηκε τό σῶμα του σέ πολλά κομμάτια, ὕστερα ὅμως πάλι ἔγινε ὑγιής καί ἐμφανίσθηκε στόν βασιλιά, πού θυσίαζε στά εἴδωλα, καί ὅτι μέ τό παράδοξο αὐτό θαῦμα ἔκανε πολλούς νά πιστέψουν στόν Χριστό, ἀπό τούς ὁποίους, ἄλλοι μέν, ἀποκεφαλίσθηκαν, ἄλλοι κλείστηκαν μέσα σέ φυλακές. Αὐτά, λέω, τά παράδοξα καί ὑπερφυσικά θαύματα βλέποντας ἡ μακαρία Ἀλεξάνδρα, ἄφησε τήν δόξα τῆς βασιλείας καί, πιστεύοντας στόν Χριστό, ὡμολόγησε τόν ἑαυτό της ὡς Χριστιανή μπροστά στόν ἄνδρα της τόν Διοκλητιανό, γι’ αὐτό παραδόθηκε στήν φυλακή. Ὅταν δέ ἐκδόθηκε ἀπόφασι ἀπό τόν ἄνδρα της, νά ἀποκεφαλισθῆ ὁ μέγας Γεώργιος μαζί καί αὐτή, τό ἔμαθε αὐτό ἡ βασίλισσα στήν φυλακή καί, ἀφοῦ προσευχήθηκε, παρέδωσε τήν ψυχή της στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Βλέποντας τότε οἱ τρεῖς ὑπηρέτες τῆς βασίλισσας, ὁ Ἀπολλώς, ὁ Ἰσαάκιος καί ὁ Κοδρᾶτος, ὅτι περιφρόνησε ἡ Ἁγία τήν πρόσκαιρη βασιλεία καί τόν θνητό βασιλιά καί πίστεψε στόν Χριστό, πεθαίνοντας γιά τήν ἀγάπη του, αὐτό, λέω, βλέποντας, πίστεψαν καί αὐτοί στόν Χριστό. Γι’ αὐτό μέ παρρησία ἐπέπληξαν τόν βασιλιά καί τόν ὠνόμασαν παράνομο καί θηριώδη, ἐπειδή οὔτε τήν ἴδια τήν γυναίκα του δέν σπλαχνίσθηκε, μέ τήν ὁποία γέννησε παιδιά. Ὁπότε ὠργισμένος ὁ βασιλιάς πρόσταξε καί τούς ἔβαλαν στήν φυλακή. Καί ἀφοῦ ἔγινε αὐτό, συλλογιζόταν ὁ ἄνομος ὅλη τήν νύχτα, ποιό εἶδος θανάτου νά δώση στούς Μάρτυρες. Καί τό πρωί, ἀφοῦ τούς ἔβγαλε ἀπό τήν φυλακή, τόν μέν Κοδρᾶτο πρόσταξε νά τόν ἀποκεφαλίσουν, τόν δέ Ἀπολλώ καί τόν Ἰσαάκιο, νά τούς βάλουν στήν φυλακή. Οἱ ὁποῖοι, καθώς δέν ἔφαγαν, οὔτε ἤπιαν γιά διάστημα ἀρκετῶν ἡμερῶν, ἀπό τήν στενοχώρια τῆς πείνας παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί ἔλαβαν ἀπό αὐτόν τούς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως.
[1] Αὐτό τό ἴδιο δίστιχο βρίσκεται καί στίς ἑπτά τοῦ Μαΐου στόν Ἅγιο συνώνυμό του Κοδρᾶτο καί στούς Ἁγίους μαζί μέ αὐτόν. Καί θέλει νά πῆ, ὅτι τούς ζωμούς τῆς δικῆς σου χύτρας, δηλαδή τούς ἱδρῶτες τῆς σάρκας σου, τούς ἔκανες νόστιμους μέ τό ἁλάτι τῶν αἱμάτων σου καί ἔτσι προσφέρθηκες στόν Θεό.


Login